"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημήτρης Ψαθᾶς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημήτρης Ψαθᾶς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 19 Οκτωβρίου 2010

ΚΑΤΟΧΙΚΑ (3): Οἱ πιτσιρίκοι κάνουν ἀντίσταση / τοῦ Δημήτρη Ψαθᾶ





          Στο Μουσείο οι Γερμανοί κρατάν Εγγλέζους αιχμαλώτους κι ο κόσμος τρέχει να τους δει. Τους φέρνει τσιγάρα, σοκολάτες, γαλέτες. Απ’ τα ψηλά παραθύρια της φυλακής τους οι αιχμάλωτοι κατεβάζουν με σπάγκο ένα καλάθι και τα παίρνουν. Αλλά κάποτε οι Γερμανοί μυρίζονται το κόλπο και λυσσάνε. Χυμούν επάνω στον κόσμο με τα όπλα τουςκαι τον σκορπίζουν. Όποιος ξαναζυγώσει τους αιχμαλώτους κινδυνεύει να τουφεκιστεί.
          Μαζεύονται οι πιτσιρίκοι. Καταστρώνονται τα σχέδια της δράσης. Θέμα: Πώς θα αποσπάσουν την προσοχή του Γερμανού σκοπού και να ειδοποιήσουν τους Εγγλέζουςνα κατεβάσουν το καλάθι.
-        Χρειάζεται μηχανή.
-        Ναι, ρε. Τι μηχανή όμως;
Κι άξαφνα σκάει ένας μια φάπα τ’ αλλουνού. Θυμώνει, τάχα, ο άλλος και του ρίχνεται. Αρχίζουν και κτυπιούνται. Γροθιές, κλοτσιές, κυλιούνται εκεί δυο βήματα απ’ το Γερμανό. Χαζεύει ο σκοπός. Αλλά η συμπλοκή γίνεται... σύρραξη. Μπαίνουνε στον κι οι άλλοι. Και τώρα όλοι μαζί κυλιούνται χάμω, χτυπιούνται, βρίζουν, μπλέκουν ανάμεσα στα πόδια του σκοπού, που αρχίζει να θυμώνει. Φωνάζει, βρίζει κι αυτός, προσπαθεί να τους χωρίσει αλλά εκείνοι τη δουλειά τους.
Στο μεταξύ; Η άλλη ομάδα κάνει ήσυχα τη δουλειά της. Κατεβάζουν το καλάθι οι Εγγλέζοι, το γεμίζουν, το ξανακατεβάζουν. Σε πέντε λεπτά όλα τα εφόδια έχουν περάσει επάνω.
-        Εντάξει;
-        Εντάξει.
-        Τα πήρε η Αγγλία;
-        Τα πήρε.
Αυτό γίνεται κάθε μέρα. Κι ο Γερμανός απορεί τι έχουν αυτοί οι διαβόλοι κι αρπάζονται μες στα πόδια του. Αλλά οι πιτσιρίκοι, αφού τελειώσουν τη δουλειά τους, φεύγουν με γέλια.
-        Α, ρε Αγγλία, πού κατάντησες, να σε τρέφει η Ελλάδα.

(Δημήτρης Ψαθάς, από το βιβλίο Αντίσταση)

Τρίτη 5 Οκτωβρίου 2010

Τότε πού ἡ ῾Ελλάδα πεινοῦσε... καί ἀντιστεκόταν / Δημήτρης Ψαθᾶς (1907-1979)

"Φεύγει ο Ρόμελ. Άρα; Τελειώνει ο πόλεμος! Και μέσα στην παραζάλη της παθαίνει σύγχυση η μαύρη αγορά, χάνει το ηθικό της και τα βγάζει όλα στη φόρα. Πανικός. Τσακίζονται να προλάβουν οι μαυραγορίτες. Πρώτη η οδός Αθηνάς βλέπει απορημένη ν’ ανατέλλουν τα φασόλια. Και σιγά-σιγά στα πεζοδρόμια, στην άσφαλτο, πάνω σε τραπεζάκια, μέσα σε καρτοτσάκια, σε τσουβάλια, κάνουν την εμφάνισή τους -ανοιχτά!- όλα τα είδη που είχαν πάθει έκλειψη απ’ τον Απρίλη του ‘41 
(Δημήτρης Ψαθᾶς)


 

 

Δημήτρης Ψαθᾶς

“Θα”
“Θα”. Ευλογημένος να είναι ο άνθρωπος που ανακάλυψε πρώτος αυτό το μονοσύλλαβο. Από όλους τους χρόνους και τις κλίσεις των ρημάτων ο μέλλων είναι εκείνος που φορτώνεται ευχαρίστως και αίρει με υπομονή τις ελπίδες και τα όνειρά μας. Χωρίς το “θα” η ζωή μας θα ήταν αβάσταχτο φορτίο.
“ΤΟ ΧΙΟΥΜΟΡ ΜΙΑΣ ΕΠΟΧΗΣ” Εκδόσεις ΜΑΡΗ

“Ο Μπενίτος, κυρά μου”
 Ο Δημήτρης Ψαθάς περιγράφει με εύθυμο τρόπο τις θετικές συνέπειες που είχε στην κατεχόμενη Ελλάδα η πτώση του Μουσολίνι: Συγκλονίζεται η ζωή μας απ’ το πέσιμο του Ντούτσε. Κατρακυλά η λίρα. Πέφτουν οι τιμές. Σβήνουν με βία τα χαρτάκια οι μπακάληδες και γράφουν στα είδη τους τιμές καινούριες. Φωνές στους δρόμους. Έπεσε! Έπεσε! Το λάδι, το ψωμί, το κρέας, το τυρί, τα ζαρζαβατικά ακολουθούν τον Ντούτσε στην ορμητική του πτώση. Ως και τα κολοκυθάκια νιώσανε το πέσιμό του και συγκλονίστηκαν βαθιά. Έπεσε! Έπεσε! Άλλοι ψωνίζουν. Άλλοι περιμένουν. Άλλοι κοιτάνε και γελούν. Βλέπω μια γριούλα που άρπαξε τ’ άδειο μπουκάλι του λαδιού και χύθηκε στους δρόμους. “Γιατί παιδί μου πέσαν όλα;” “Ο Μπενίτος, κυρά μου, ο Μπενίτος”. “Ο Μπενίτος τα έριξε;” “Ο Μπενίτος, κυρά μου, ο Μπενίτος”. “Ο Θεός να του δίνει χρόνια, γιε μου, που μας ρήμαξαν οι μαυραγορίτες. Να κι ένας άνθρωπος που έκανε καλό στον κόσμο. Ο Θεός να τον βλογάει τον χριστιανό και να του δίνει διπλά απ’ ό,τι έχει κάνει”.
“ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ” Εκδόσεις ΜΑΡΙΑ Δ. ΨΑΘΑ
  
 “Βάστα, Ρόμελ!”
Ο Δημήτρης Ψαθάς γράφει για τη δύσκολη θέση που βρέθηκαν οι μαυραγορίτες της κατοχής μετά τη νίκη των Συμμάχων στο Ελ Αλαμέιν:
-Βάστα, Ρόμελ! Αντιλαλούν οι δρόμοι.
-Βάστα, Ρόμελ! Ωρύονται οι άνθρωποι.
-Βάστα, Ρόμελ!
Το λένε στα σπίτια και στα μαγαζιά κι ολούθε. Χαρά. Και γέλια. Κι ούτε κανένας λογαριάζει πια τις φάτσες των Γερμανών και Ιταλών, που τριγυρνούνε πολύ κατσούφηδες στους δρόμους. Μας έχει συνεπάρει ο ενθουσιασμός. Δεν θέλουμε, άλλωστε, πολύ. Τι έτρεχε; Έγινε θαύμα. Η πρώτη μεγάλη κι αποφασιστική νίκη των συμμάχων: Ελ Αλαμέιν. Έκαναν την επίθεσή τους οι Εγγλέζοι και τσάκισαν τον Γερμανό στρατάρχη, που πήρε τα βρεμένα του και φεύγει. Γύρισε το φύλλο η Ιστορία. Ο πόλεμος μπαίνει σε καινούργια φάση. Ελ Αλαμέιν.
Ο ήλιος που βγήκε ανάμεσα απ’ τα μαύρα σύννεφα φωτίζει με πλούσιο φως όλους τους λαούς που στενάζουν κάτω απ’ την μπότα του χιτλερισμού. Φεύγει ο Ρόμελ. Κι ο αντίλαλος της φευγάλας του φτάνει ως την Αθήνα και βάζει σε τρόμο τους μαυραγορίτες:
-Βάστα, Ρόμελ! Είναι η σαρκαστική επίκληση της μαρίδας προς τον Γερμανό στρατάρχη που κλόνισε στη φευγάλα του και το φρούριο της μαύρης αγοράς. Φεύγει ο Ρόμελ. Άρα; Τελειώνει ο πόλεμος! Και μέσα στην παραζάλη της παθαίνει σύγχυση η μαύρη αγορά, χάνει το ηθικό της και τα βγάζει όλα στη φόρα. Πανικός. Τσακίζονται να προλάβουν οι μαυραγορίτες. Πρώτη η οδός Αθηνάς βλέπει απορημένη ν’ ανατέλλουν τα φασόλια. Και σιγά-σιγά στα πεζοδρόμια, στην άσφαλτο, πάνω σε τραπεζάκια, μέσα σε καρτοτσάκια, σε τσουβάλια, κάνουν την εμφάνισή τους -ανοιχτά!- όλα τα είδη που είχαν πάθει έκλειψη απ’ τον Απρίλη του ‘41.
-Έσπασε, έσπασε η μαύρη! Βλέπει ο κόσμος φασόλια στους δρόμους! Ρεβύθια στα πεζοδρόμια! Πατάτες στα καροτσάκια! Άλλοι γελούν. Άλλοι φωνάζουν. Άλλοι φιλιούνται. Γυναικούλες στέκονται μπροστά σ’ αυτό το αναπάντεχο θαύμα, δακρύζουν και σταυροκοπιούνται: “Αμήν, Παναγίτσα μου, δόξα σοι ο Θεός που αξιώθηκαν τα μάτια μας να δουν τόσο μεγάλη μέρα”.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΨΑΘΑΣ “ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ” Εκδόσεις ΜΑΡΙΑ Δ. ΨΑΘΑ

“Ο Ναπολέων Σουκατζίδης και οι Διακόσιοι της Πρωτομαγιάς”
Ο Δ. Ψαθάς διηγείται την ιστορία του Ν. Σουκατζίδη που ήταν κρατούμενος – διερμηνέας στις φυλακές Χαϊδαρίου κατά τη διάρκεια της Κατοχής:
Κι εκεί στο Χαϊδάρι… Διακόσια ονόματα φωνάζει ο στρατοπεδάρχης. Οι Ακροναυπλιώτες. Άνθρωποι που λιώσαν στα μπουντρούμια και τις εξορίες της τετάρτης Αυγούστου, που δεμένους χειροπόδαρα τους άφησε στον Γερμανό.
-Ναπολέων Τσουκατζίδης¹!
Βγαίνει κι ο Ναπολέων. Και ο στρατοπεδάρχης κομπιάζει μπροστά σ’ αυτόν τον ήρωα που μιλά εφτά γλώσσες και δέχεται μέσα στο Χαϊδάρι με θεϊκή γαλήνη τα μαρτύρια και κρατά στις καρδιές των μαρτύρων αναμμένη τη φλόγα της ελπίδας και του αγώνα.
-Όχι εσύ, Ναπολέων!
-Γιατί όχι εγώ;
-Εσύ δεν θα τουφεκιστείς.
-Και πόσους θα τουφεκίσεις, αν εξαιρεθώ εγώ;
-Διακόσιους.
-Όχι. Δεν δέχομαι κανένας να μ’ αντικαταστήσει. Είμ’ Έλληνας!
Επιμένει ο στρατοπεδάρχης. Αλύγιστος ο Ναπολέων. Και βγαίνουν έξω απ’ τον σωρό οι διακόσιοι και στήνουνε χορό: Έχε γεια, καημένε κόσμε, έχε γεια, γλυκειά ζωή! Βλέπει ο Γερμανός στρατοπεδάρχης τούτους τους διακόσιους που απάνω τους βαραίνει ο ίσκιος του θανάτου να χορεύουν, να τραγουδούν και ν’ αποχαιρετάνε τους συντρόφους τους -σαστίζει. Τι είναι τούτο δω; Αντηχεί ο αέρας από αντάρα αντρίκια:
-Έχετε γεια, παιδιά.
-Ζήτω η Ελλάδα!
-Σαν άντρες θα πάμε!
Και τους ανεβάζουν στ’ αυτοκίνητο -σωρό. Κι είναι πρωτομαγιά. Κι είναι γλυκός ο πρωινός αέρας, ολόχρυση η αυγή κι ο Υμηττός κεντιέται με χρυσάφι. Κι εκεί στο σφαγείο στήνονται τα πολυβόλα για το μεγάλο μακελειό. Μαζί θα πέσει κι ο Ναπολέων, που ένα “ναι” να ‘λεγε του Γερμανού είχε γλυτώσει.
(…)
-Ποιοι ήσαν; Ποτέ δεν έδωσαν κατάλογο των ονομάτων τους οι Γερμανοί. Μαθαίνουμε μερικούς. Ωστόσο στη ματωμένη ιστορία της Αντίστασης του Έθνους πέρασαν όλοι μ’ ένα όνομα μέσα στη μνήμη και την καρδιά του πονεμένου αυτού λαού. Οι Διακόσιοι της Πρωτομαγιάς. Βουβή και πικραμένη τους κλαίει η αγωνιζόμενη Αθήνα. Οι Διακόσιοι Άγιοι που μαρτύρησαν μαζί -κοντά σ’ άλλους χιλιάδες- σε τούτο τον υπέρτατο αγώνα για την τιμή και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου.
¹Ο Ν. Σουκατζίδης αναφέρεται ως Τσουκατζίδης από τον Δημήτρη Ψαθά.
“ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ” Εκδόσεις ΜΑΡΙΑ Δ. ΨΑΘΑ
 

Πηγή:http://logomnimon.wordpress.com

Τρίτη 1 Ιουνίου 2010

Τό Πιό Πολύτιμο Δώρο-τοῦ Δημήτρη Ψαθᾶ


Σχόλιο klision: Στήν ἀλλόκοτη ἐποχή πού ζοῦμε, ὅπου τό ψέμα καί ἡ ὑποκρισία, ἡ κυριαρχία τοῦ ἰσχυροτέρου καί ἡ ἐκμετάλλευση τοῦ ἀδυνάτου καί τά ζοφερά σύννεφα ἑνός ἀβέβαιου μέλλοντος μᾶς ζώνουν ἀπειλητικά, μιά μικρή ἀνάπαυλα μέ τόν τρόπο πού μᾶς προτείνει ὁ Δημήτρης Ψαθᾶς, ὁ μεγάλος αὐτός δεξιοτέχνης τοῦ χρονογραφήματος, εἶναι, νομίζω, ἀπαραίτητη...
                                   
    

Μια φορά κι ένα καιρό, στα βάθη της Ανατολής ζούσε ένας άνθρωπος ξύπνιος αλλά και τυχερός, που την περνούσε όμως άσχημα -καθότι φουκαράς- και σκεφτόταν τι να κάνει, για να λύσει το πρόβλημά του. Πολύ βασάνισε το μυαλό του, και στο τέλος αποφάσισε ν' αναφερθεί στον πολυχρονεμένο Πατισάχ, για να ζητήσει την προστασία και βοήθειά του. Κάποιο δώρο όμως έπρεπε απαραιτήτως να του πάει, κι αυτό βέβαια, ήταν ένα πρόβλημα μεγάλο. Γιατί τι μπορούσε να προσφέρει ένας φουκαράς στον πολυχρονεμένο Πατισάχ, που ζούσε μέσα στα μυθικά παλάτια, στα χρυσάφια και στα πλούτη; Τι θα μπορούσε να μην έχει ο παντοδύναμος αφέντης, ώστε να τον εντυπωσιάσει και να τον ευχαριστήσει με το δώρο του; Ρώτησε από εδώ, ρώτησε από κει, έφαγε τον κόσμο, και στο τέλος βρέθηκε κάποιος, που του είπε:
 -"Ξέρεις τι δεν έχει ο Πατισάχ";
 -"Τι δεν έχει";
 -"Κρεμμύδια, άνθρωπέ μου".
 -"Κρεμμύδια δεν έχει ο πολυχρονεμένος μας αφέντης";
 -"Ούτε έχει ούτε και τα ξέρει. Γιατί οι παλατιανοί του δεν τα καταδέχονται και δεν τα βάζουν στο παλάτι".
     Χωρίς άλλες συζητήσεις, φορτώνει ένα κάρο κρεμμύδια ο ερίφης και τραβά για την Πόλη. Ταξιδεύει μέρες και μέρες, και φτάνει επιτέλους στo παλάτι. Παρουσιάζεται στο Σουλτάνο, κάνει δέκα τεμενάδες, κολλά τη μύτη του στο πάτωμα και λέει:
 -"Πολυχρονεμένε Πατισάχ κι αφέντη της ζωής μου, άστρο του μιλετιού και του βιλαετιού, βαλαά, μπιλαά, σου έφερα ένα δώρο, που ούτε το είδες ποτέ σου ούτε το ξέρεις. Να το μαγειρέψεις και να το φας, βιλαΐ, μπιλαΐ, και θα σχωρνάς τα πεθαμένα μου"!
     Ρουφά το ναργιλέ του ο Πατισάχ, χαϊδεύει τα μακριά του γένια και ρωτά:
 -"Τι είναι, ορέ; Τι δώρο είναι αυτό; Και πώς το λένε";
 -"Κρεμμύδια, Πατισάχ"!
 -"Και τι θα πει αυτό";
 -"Φάε και θα το δεις".
     Διατάζει ο Πατισάχ να μαγειρέψουν τα κρεμμύδια, τα τρώει και τρελαίνεται.
 -"Αμάν!" μουγκρίζει. Και μασουλά. "Βάι, βάι, βάι!..." Και καταπίνει. "Αλλάχ, Αλλάχ, τί γλύκα είναι αυτή!..." Και τρώει αχόρταγα, ευχαριστιέται, χαϊδεύει την κοιλιά του και διατάζει: "Πάρτε από το κάρρο του ανθρώπου όλα τα κρεμμύδια, γεμίστε το με χρυσάφι, για ρεγάλο κι ας πάει πίσω στο χωριό του, στην ευχή του Αλλάχ".
     Φορτωμένος με το χρυσάφι και τρισευτυχισμένος, γυρίζει στο χωριό του ο τυχερός και χοροπηδά απ' τη χαρά του. Τον βλέπει ο αδελφός του -ο άτυχος- αναστατώνεται κι αρχίζει ν' αναρωτιέται μήπως ο πολύχρονεμένος Πατισάχ, που δεν ήξερε τα κρεμμύδια, δεν ξέρει και τα... σκόρδα. Χωρίς πολλές κουβέντες -για να μη χάνει πολύτιμο καιρό- φορτώνει στα κρυφά ένα κάρρο σκόρδα, φτάνει στην Πόλη, παρουσιάζεται στον πολυχρονεμένο Πατισάχ, κάνει είκοσι τεμενάδες, κολλά τη μύτη του στο πάτωμα και λέει για τα σκόρδα του όσα είπε ο αδελφός του για τα κρεμμύδια. Το πολυχρονεμένο άστρο του βιλαετιού -κι αφέντης του μιλετιού- δε δείχνει καθόλου αδιαφορία, παρά δοκιμάζει ένα σκόρδο και τρελαίνεται.
 -"Αμάν, αμάν!" φωνάζει. "Τ' είναι τούτο;!". Τρώει κι άλλο... "Βάι, βάι, βάι!" μουγκρίζει. Τρώει και τρίτο και τα χάνει απ' τη νοστιμάδα. "Μωρέ τούτο δώ καψουρίζει λιγάκι και φέρνει μεγάλη χαρά στο στόμα και στο στομάχι. Μα το μεγάλο Γιαραμπή, τέτοιο νόστιμο πράμα δεν έφαγα ποτέ". Κι ενθουσιασμένος γυρίζει στους ανθρώπους του: "Πώς να τον ανταμείψω τούτον τον ευλογημένο;" λέει. "Τι να του δώσω; Μα τον Αλλάχ, θα του δώσω ό,τι πιο ακριβό έχω μέσα στο παλάτι μου. Πάρτε του γρήγορα όλα τα σκόρδα και φορτώστε στο κάρρο του το πιο πολύτιμο πράμα του παλατιού μου, τα... κρεμμύδια"!



Πηγή:http://www.peri-grafis.com