"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2010

Λευκό ὅραμα / τοῦ Δημήτρη Ψαθᾶ (διήγημα τῆς Κατοχῆς)

Κατοχή, Καλλιθέα


Δημήτρης Ψαθάς (Βιογραφικό)
Ο Δημήτρης Ψαθάς γεννήθηκε στην Τραπεζούντα του Πόντου το 1907. Στην Αθήνα ήρθε το 1923, τελείωσε τις γυμναστικές σπουδές του και το 1925 ενεγράφη στην Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου ενώ συγχρόνως αναλάμβανε την θέση του ρεπόρτερ στην καθημερινή εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα». Εξέδωσε σε τρία βιβλία με τίτλους: «Η Θέμις έχει κέφια», «Η Θέμις έχει νεύρα» και «Ορκίζομαι να είπω την αλήθεια», σειρά ευθυμογραφημάτων. Η περίοδος της γερμανοϊταλικής κατοχής στην Ελλάδα 1940-1944 ενέπνευσε στο Δημήτρη Ψαθά τρία βιβλία: « Χειμώνας του 41», «Αντίσταση» και «Το χιούμορ μιας εποχής». Επίσης εξέδωσε σειρά χρονογραφημάτων με τον τίτλο: «Από την εύθυμη πλευρά». Τα χιουμοριστικά μυθιστορήματα η «Μαντάμ Σουσού» και «Οικογένεια Βλαμμένου». Από τα ταξίδια του στην Αμερική, Αγγλία, Γαλλία, Τουρκία, Αίγυπτο και αλλού έγραψε χιουμοριστικές εντυπώσεις που έχουν περιληφθεί στα ταξιδιωτικά βιβλία του: «Κάτω απ΄ τους ουρανοξύστες», «Στην χώρα των μυλόρδων» και «Παρίσι κι άλλα εύθυμα ταξίδια». Έγραψε τα θεατρικά: «Το Στραβόξυλο», «Ο Εαυτούλης μου», «Μαντάμ Σουσού» (διασκευή από το ομώνυμο μυθιστόρημα), «Οι ελαφρόμυαλοι», «Φον Δημητράκης», «Η Ζωή είναι ωραία», «Ζητείται ψεύτης», «Μικροί Φαρισαίοι», «Φαύλος κύκλος», «Ένας βλάκας και μισός», «Προς Θεού μεταξύ μας», «Φωνάζει ο κλέφτης», «Εταιρία θαυμάτων», τα μονόπρακτα με το γενικό τίτλο: «Κηφισοφών και άλλα σκετς», «Η Χαρτοπαίχτρα» και άλλα. Συνεργάσθηκε σε πλήθος περιοδικά και εφημερίδες της Ελλάδος και του έξω Ελληνισμού και για πολλά χρόνια ήταν τακτικός χρονογράφος της εφημερίδας «Τα Νέα». Εξέδωσε δυο ακόμη συλλογές χρονογραφημάτων του «Στο καρφί και στο πέταλο», και «Πέρα βρέχει» και μια σειρά χιουμοριστικών διηγημάτων με τον τίτλο «Παρ’ ολίγον να γελάσουμε». Πέθανε στις 13 Νοεμβρίου του 1979.


ΛΕΥΚΟ ΟΡΑΜΑ

Χιονίζει. Ωραία που είναι όλα! Κάτασπρα. Χοντρές κατεβαίνουν οι νιφάδες από το μολυβένιο ουρανό στις στέγες, στους δρόμους, στα γυμνά κλαδιά των δέντρων.
― Πεινάω! Πεινάω!
Άσπρες πεταλούδες στριφογυρίζουν έξω από το παράθυρό σου σ’ ένα θεότρελο χορό και γεμίζουν πέρα για πέρα τον αέρα. Αχ, τι γοητεία! Άσπρα είναι όλα τα πάντα, κι οι στέγες, τα μπαλκόνια, οι δρόμοι κι οι πλατείες, κι ο τρούλος της εκκλησίας που φαίνεται μακριά αχνός μέσα στο μολυβένιο φόντο. Γαλήνια είναι όλα και ποιητικά κι ειρηνικά και σου ’ρχεται να κυλιστείς μέσα στο άχραντο αυτό χιόνι, που τα σκεπάζει όλα και τα πνίγει μεσ’ στη λευκή του γοητεία.
― Πεινάω! Πεινάω!
Καθώς ξύπνησες, σήμερα το πρωί, μαγευτικό αντίκρισες το κάτασπρο πανόραμα πίσω απ’ τα τζάμια των παραθυριών σου. Είσαι ευχαριστημένος; Έβρισες και ξανάβρισες τον μαύρο αυτόν χειμώνα, και κείνος το ‘βαλε πείσμα να σου δείξει πως δεν είν’ έτσι που τα λες, παρά έχει ταλέντο καλλιτέχνη και να, που δούλεψε ολόκληρη τη νύχτα κι άφησε να ξεχειλίσει η ποίησή του σ’ ό,τι άγγιξε. Εικόνες σου ’φτιαξε τρελές και σκίτσα και καρικατούρες. Άσπρο σκούφο εφόρεσε στ’ ανέκφραστο τηλεγραφόξυλο και του ’δωσε προσωπικότητα. Μ’ άσπρους κρυστάλλινους αφρούς στεφάνωσε την καμινάδα. Άσπρη γιρλάντα φόρεσε ακόμα και στον τενεκέ των σκουπιδιών.
― Πεινάω! Πεινάω!
Κι όλα είναι κάτασπρα. Και άχραντα. Κι άγια και καλά. Κι εσύ ουρανέ, που έκατσες και μας έφτιαξες αυτούς τους πίνακες, άκου δυο λόγια απ’ τη καρδιά μας: Σπάνιο ήταν το χιόνι στην Αθήνα. Κι όταν στα πέντε χρόνια μια φορά το βλέπαμε, βγάζαμε αλαλαγμούς χαράς και τρέχαμε να το χαρούμε. Σπάνια μας έδινες ωστόσο αυτήν την ευχαρίστηση. Σε ευχαριστούμε για την αφθονία. Τέσσερις φορές εχιόνισες και το ’στρωσες εφέτος, κι έχεις διάθεση να μας χιονίσεις άλλες δεκατέσσερις. Ω, ναι. Ωστόσο, η γραφικότητα του χιονιού δεν ήταν το μόνο που μας έλειπε. Σ’ ευγνωμονούμε, ουρανέ. Όμως, αμάν! Νισάφι!
Ποίηση. Παγωνιά. Και πείνα. Σόμπα δεν έχεις. Κάρβουνα δεν έχεις. Μαγκάλι δεν έχεις. Ξύλα δεν έχεις. Τσάι δεν έχεις. Ζάχαρη δεν έχεις. Να μείνεις σπίτι; Κρυώνεις. Να βγεις στο δρόμο; Τουρτουρίζεις. Να πας στο γραφείο; Κρουσταλλιάζεις. Στις Τράπεζες, στα Υπουργεία, σ’ όλα τα γραφεία είναι στερεότυπο το θέαμα: όλοι οι υπάλληλοι με τα παλτά και καπέλα και τα γάντια τους:
― Πως τα περνάς;
― Κρυώνω. Εσύ;
― Παγώνω.
Παγώνεις. Κι αν είναι δύσκολο το γούστο σου, και δεν σου φτάνει μοναχά αυτή η ποίηση του άσπρου να συγκινηθείς, φέρνεις μια βόλτα στην Αθήνα, βλέπεις γυμνούς τους σκελετούς να μελανιάζουν, κι ακούς θρήνους, που βγαίνουν απ’ τους δρόμους, αλήτες, ανθρωπάκους, γυναικούλες, πιτσιρίκια:
― Πεινάω! Πεινάω!
Μονότονη, σβησμένη, επίμονη, η φωνή αυτή σε παρακολουθεί παντού. Κάτω από τα παράθυρα σου την άκουσες πρωί πρωί και την ακούς ολούθε όπου πας. Κι είναι σαν χιλιάδες, αμέτρητες φωνές, που ανεβαίνουν απ’ τη χιονισμένη πόλη προς τα ύψη, ρεφραίν τραγουδιού θανάσιμου, που έγραψε ο ανελέητος χειμώνας και το τραγουδά ολόκληρος ο πεινασμένος λαός.
Εχιόνιζε. Για τέταρτη φορά, κι ήταν χαμένα απ’ το πρόσωπο της γης τα κάρβουνα. Κι έπειτα, ένα μήνυμα πήρε τους δρόμους μεσ’ στην παγωνιά.
 ― Στη μάντρα!
― Τι;
― Φέρανε κάρβουνα!
― Αλήθεια;
Άκουγε ο ένας και πηδούσε. Και το ’λεγε στον άλλο:
― Κάρβουνα!
― Πού;
― Στη μάντρα.
Κι έτρεχαν. Ξεσηκωμένη, η γειτονιά άρπαζε δίχτυα, ντενεκέδες, σακιά, καλάθια και τσουβάλια και τραβούσε σαν τρελή στη μάντρα για να πάρει. Κι ήταν το μήνυμα σωστό. Τσουβάλια κάρβουνα. Πενήντα; Εκατό; Σωρός. Επέτρεψαν οι αρχές στον έμπορο να τα φέρει και να τα πουλήσει επίσημα, σε μια τιμή που να μπορεί να πάρει ο κοσμάκης. Γιατί και πριν κατάφερνες να βρεις κάρβουνα όταν τα πλήρωνες χρυσάφι. Αλλά εδώ ήταν με διατίμηση, κι έτσι μπορούσες κι εσύ να πάρεις μια οκά ν’ ανάψεις το μαγκάλι σου. Είχε, λοιπόν, γίνει η ουρά κι ήταν κοσμάκης που περίμενε μέσα στο χιόνι κι ήταν το θέαμα από τα πιο ποιητικά. Γιατί εξακολουθούσαν να πέφτουν οι άσπρες πεταλούδες απ’ τον ουρανό πυκνές, χοντρές και να στροβιλίζονται σ’ ένα μανιακό χορό μέσα στον παγωμένο αέρα. Κι ήταν οι μύτες κόκκινες, τα χέρια μελανά, τα πόδια ξυλιασμένα, τα μάτια δακρυσμένα από το κρύο. Κι απλωνόταν πέρα ως πέρα η ουρά στο δρόμο κι έτρεμε και χουχούλιαζε και βροντούσε τα πόδια της στη γη να ζεσταθεί. Κι ήταν ακόμα ιδιόρρυθμο το θέαμα και το άκουσμα, γιατί ήταν περίεργες οι κουβέντες της ουράς, καθώς ο σεισμός των σαγονιών έδινε στις φωνές των ανθρώπων ένα τρέμολο, που άλλη φορά έτσι ομαδικά, δεν το ‘χες ακούσει:
― Πο-πότε θα μοιράσουν;
― Τω-τώρα θα μοιράσουν!
― Τρρρρρρρ.
― Για-τι-τι-τί αργούν;
― Δε-δε-δεν ξέρω.
― Κύ-κύριε καρβουνιάρη.
― Τ’ είναι πάλι;
― Πο-πο-πότε θα μοιράσεις;
― Τώρα! Υπομονή.
― Τρρρρρ.
Έκαναν υπομονή. Τι άλλο να κάνουν; Ευτυχώς τα κάρβουνα ήταν πολλά και φτάνανε για όλους. Τυλιγόταν στο σάλι τους οι γυναικούλες, όσες είχαν. Κι όσες δεν είχαν τρίβαν με τα χέρια το κορμί τους και ζαρώναν. Σήκωναν τους γιακάδες, όσοι φορούσανε παλτά. Κι όσοι δεν φορούσαν χοροπηδούσανε να ζεσταθούν. Άξιζε να κάνει κανείς υπομονή. Επί τέλους, μπορεί το πρωινό να πέρναγε εκεί στο κρύο, στην ουρά, αλλά τ’ απόγεμα θ’ άναβε το μαγκάλι. Έξω απ’ την ουρά ήταν και κάτι σκελετωμένες γυναικούλες. Κοιτούσαν. Δεν μιλούσαν. Και μια που θα μου μείνει αξέχαστη: Το πρόσωπό της ξερό, στεγνό σαν αγιασμένο. Μια φούχτα κόκκαλα. Το στήθος ανοιχτό. Κρεμότανε μια πέτσα. Ο μαστός. Κι εκεί είχε το στόμα ένα μωρό, ένα μωρό από αέρα νόμιζες, τόσο μικρό και τόσο λιγνό, που ανατρίχιαζες. Κι από την πέτσα εκείνη βύζαινε. Φαινόταν ναρκωμένο. Κι η μάνα― όρθια νεκρή― με χείλια και χέρια και στήθια μελανά. Πότε στεκότανε βουβή, ακίνητη, με τα μάτια σβησμένα και τα μαλλιά να τ’ ανεμίζει ο παγωμένος αέρας, σαν ο Πόνος να πήρε σάρκα και οστά το πρόσωπό της. Πότε πλησίαζε λιγάκι την ουρά και πότε μια αδύνατη φωνή προσπαθούσε να αποσπάσει απ’ τους πιο πονετικούς μια υπόσχεση ότι θα της έδιναν ένα κάρβουνο, ένα μονάχα κάρβουνο για να τ’ ανάψει και να ζεστάνει τ’ άλλα τα παιδιά της, που πεθαίνουν απ’ το κρύο και την πείνα εκεί στο σπίτι.
― Κύ-κυ-κύριε καρβουνιάρη.
― Σώπα, ντε.
― Πα-πα-παγώσαμε.
― Τώρα, αρχίζω.
― Τρρρρρ.
Σώπα, αδερφέ. Δεν κάνει να ’σαι και τόσο ανυπόμονος. Άλλωστε ώσπου ν’ αρχίσει η διανομή, μπορούσες να μετράς τα φορτάκια που περνούσαν κι είχαν το καθένα δεμένο πίσω ένα φέρετρο με τον νεκρό, μπροστά έναν παπά με τον σταυρό και μέσα δυο ή τρεις τους πιο στενούς δικούς του με τα μάτια κόκκινα. Ύστερα μπορούσες να δεις κι άλλα αυτοκίνητα, κούρσες γυαλιστερές, με τη σκεπή γεμάτη χιόνι, εύθυμες γελαστές παρέες μέσα, κυρίες καθώς πρέπει με κυρίους διπλοτυλιγμένους στα παλτά τους, άλλες με γερμανούς, άλλες με ιταλούς, που τραβούσαν για Κηφισιά να χαρούν το χιόνι σ’ όλη την άσπρη απεραντοσύνη του. Κι από το ύφος και το κοίταγμά τους μάντευες τις κουβέντες:
― Κοίτα μια ουγά!
― Τι περιμένουν;
― Κάγβουνα!
― Και δεν κγυώνουν;
― Μπα. Συνηθισμένοι.
Κι άλλωστε, να! Τελείωσε. Αρχίζει η διανομή. Δόξα σοι ο Θεός. Λάμψαν τα μάτια της ουράς. Ο καθένας με ευλάβεια πήρε τη σειρά του και περίμενε. Ούτε κουβέντες πια. Μονάχα ο βήχας αντηχούσε. Μπήκε στην μάντρα ο πρώτος. Πέρασε το κατώφλι της. Ανασκουμπώθηκε ο καρβουνιάρης κι ετοιμαζότανε να ζυγίσει. Συγκίνηση. Μιλιά. Ιεροτελεστία. Τα μάτια καρφωμένα εκεί κι απ’ όλες τις μύτες και τα στόματα έβγαινε ζεστός αχνός. Τι ανυπόφορος που ήσουνα και λιπόψυχος που φώναζες. Νάτος ο καρβουνιάρης που βγάζει τα κάρβουνα από το πρώτο σακί.
Κ’ έξαφνα ένας κρότος. Τι συμβαίνει; Μουγκρίζει και φτάνει ένα φορτηγό γερμανικό. Και μέσα πεντέξι γερμανοί στρατιώτες. Σταματά μπροστά στη μάντρα και φρενάρει. Πηδούν οι γερμανοί. Πηδά μαζί κι ένας ρωμιός. Καλοθρεμμένος. Κόκκινος.
― Ποιος είναι ο ιδιοχτήτης;
― Εγώ.
― Δικά σου είν’ τα κάρβουνα;
― Δικά μου.
― Τα ’φερες χτες το βράδυ;
― Ναι…
Κι απότομα:
― Μπρος! Βοήθα κι εσύ να τ’ ανεβάσουμε στο αυτοκίνητο. Επιτάσσονται απ’ τη γερμανική υπηρεσία, για την γερμανική παροικία της Αθήνας.
Χωρίς χρονοτριβή. Βουτούνε τα σακιά οι γερμανοί και τα φορτώνουν. Πηγαίνουν. Έρχονται. Αρπάζουν. Φορτώνουν και ξαναφορτώνουν. Βοηθά και ο καρβουνιάρης. Λος! Μαχτ. Σνέλλ! Γκρήγκορος! Τ’ αρπάζουνε σαν πούπουλα και τα πετάνε. Το ένα απάνω στ’ άλλο μέσ’ στο φορτηγό. Και κοιτάζει η ουρά. Και φορτώνουν. Και τρέχουν. Και βιάζονται. Και κατεβαίνει ο σωρός από την μάντρα κι υψώνεται βουνό στο αυτοκίνητο. Και χιονίζει. Και φυσάει. Και το τρέμολο των σαγονιών γίνεται βροντερό. Και υψώνεται τώρα ολόκληρο βουνό στο φορτηγό. Πηδάνε επάνω οι γερμανοί. Μουγκρίζει τ’ αυτοκίνητο. Ευγενικός, γυρνά ο αξιωματικός στον καρβουνιάρη:
― Αουφφίντερζέεν.
― Αουφφίντερζέεν.
Αντίο. Βρυχάται και φεύγει το αυτοκίνητο. Δίχτυα, καλάθια, τσουβαλάκια, σάκοι, κρέμονται στα χέρια της ουράς άδεια σαν σαρκασμός. Πρόσωπα απολιθωμένα. Και τα μάτια καρφωμένα στο αυτοκίνητο που φεύγει. Εκεί. Κοιτάνε σα χαμένα.
Χιονίζει. Κοιτώ τη μάσκα που κρατάει το σκελετάκι στην παγωμένη αγκαλιά. Καρφωμένη έμεινε εκεί. Κοιτά κι αυτή. Τι ήθελε η καημένη; Ένα καρβουνάκι. Μόνο ένα. Χοντρά κυλούν τα δάκρυα απ’ τα μάτια της.

 Πηγή:http://www.sarantakos.com

Κυριακή 20 Ιουνίου 2010

Η ΣΑΡΞ - τοῦ ᾿Αντώνη Σαμαράκη (διήγημα)

 



Διάβαζε τον ψαλμό ΞΘ’, όταν άκουσε τη βροχή που είχε πιάσει.
-Βρέχει, σκέφτηκε. Περίεργο! Δε φαινόταν από νωρίς πως ήτανε για βροχή ο καιρός.
Διέκοψε απότομα τους συλλογισμούς του. Η βροχή ήταν ένα εξωτερικό γεγονός και δεν άξιζε να διακόψει τον ψαλμό γι’ αυτήν. Ξανάρχισε τον ψαλμό:
«μεγαλυνθήτω ο Κύριος, οι αγαπώντες το σωτήριόν σου, εγώ δε πτωχός ειμί και πένης, ο Θεός βοηθησόν μοι».
Έξω η βροχή δυνάμωνε ολοένα.
Είχε δύο βδομάδες περίπου που είχε εγκατασταθεί σ’ αυτήν τη συνοικία. Ήτανε η πρώτη του ενορία. Η αλήθεια είναι πως είχε ζητήσει ο ίδιος να τοποθετηθεί σε λαϊκή συνοικία. Είχε πει στους αρμοδίους:
- Θα ήθελα να αρχίσω το στάδιό μου ως εφημέριος σε μία λαϊκή συνοικία.
Οι δύο αυτές λέξεις «λαϊκή συνοικία» χτυπούσανε μέσα του με παράξενο ήχο. «Είμαι ένας ρομαντικός, φαίνεται», συλλογιζότανε καμιά φορά. Ήτανε νέος και δεν είχε ως τότε την ευκαιρία να γνωρίσει τη ζωή από πολλές πλευρές. Η οικογένειά του, μια μικροαστική οικογένεια. Ο πατέρας του, τραπεζικός υπάλληλος. Είχε πεθάνει πρόπερσι. Από αυτόν είχε κληρονομήσει τον φόβο του Θεού και την αφοσίωση στις εντολές Του. Γράφτηκε στη Θεολογική σχολή, τελειώνοντας το γυμνάσιο, και το όνειρό του ήτανε να γίνει ιερεύς. Να υπηρετήσει έτσι το Θεό. Να φέρει κοντά στον Ποιμένα όσα μπορούσε περισσότερα «απολωλότα πρόβατα».
Από τη διπλανή κάμαρα ακουγότανε η βαριά ανάσα της γυναίκας του. Η πόρτα ήτανε μισάνοιχτη.
Δύο βδομάδες μονάχα είχε σ’ αυτήν τη συνοικία, όμως είχε κιόλας την ευκαιρία να διαπιστώσει πως οι ενορίτες του, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, ήτανε μακριά από το δρόμο του Θεού. Ιδίως από την άποψη ηθών, η κατάσταση απελπιστική. Ωστόσο ο ίδιος δεν απελπιζότανε. Την περασμένη Κυριακή είχε μιλήσει στη μικρή Εκκλησία πάνω στο θέμα των ηθών. Πύρινος ο λόγος του. Έκανε μεγάλη εντύπωση. Και κατάστρωνε το σχέδιό του, που θα το έβαζε σ’ εφαρμογή το συντομότερο. Είχε έρθει κιόλας σ’ επαφή με μερικούς ευσεβείς ενορίτες, μέλη μιας χριστιανικής οργάνωσης, που ήτανε κι αυτοί σύμφωνοι πως η διαφθορά είχε προχωρήσει πολύ στη συνοικία τους.
- Οι εγκόσμιοι πειρασμοί κυριαρχούν εις την συνοικίαν μας, είπε, σε μια συγκέντρωση που κάνανε, ο μεγαλύτερος μπακάλης της γειτονιάς, που ήταν εξέχον μέλος της χριστιανικής οργάνωσης. (Στην Κατοχή, είχε πλουτίσει με τη μαύρη αγορά αλλά τούτο δεν είχε σημασία για τη χριστιανική οργάνωση. Έτερον εκάτερον…)
- Η σάρξ! Πετάχτηκε ένας άλλος, έμπορος ψιλικών. Προπαντός, η σάρξ!
Η φωνή του είχε τόνο υστερικό.
- Επιμένω επί της σαρκός! συνέχισε, και το καρύδι στο λαιμό του ανεβοκατέβαινε.
- Και εγώ επιμένω επί του αλκοολισμού! είπε κάποιος άλλος.
Ο καθένας είχε κάτι και σ’ αυτό επέμενε. Ο εφημέριος τους τούς ησύχασε, και καταλήξανε όλοι στο συμπέρασμα πως πρέπει να προχωρήσουν με σχέδιο μελετημένο καλά, για να κατατροπώσουν τη διαφθορά.
Διάβαζε τώρα τον ψαλμό Ος΄. Ρεύτηκε την ψαρόσουπα που είχε φάει πριν από λίγο. Η γυναίκα του την πετύχαινε πολύ.
Η βροχή συνεχιζόταν με την ίδια ένταση.
Ξαφνικά δυνατά χτυπήματα στην πόρτα.
- Ανοίχτε! μια φωνή που του φάνηκε παιδική.
Έριξε το παλτό του, γιατί ήτανε με τα νυχτικά του, άνοιξε. Μπήκε ένα αγόρι, ίσαμε δώδεκα χρονώ, μούσκεμα από τη βροχή.
- Τι συμβαίνει; το ρώτησε.
- Με έστειλε η μάνα μου, είναι ένας πεθαμένος, λέει, και να κάνεις γρήγορα να τον μεταλάβεις, λέει, γιατί όπου νάναι πεθαίνει.
Του έδωσε μια πετσέτα να σκουπιστεί.
- Δε βαριέσαι, έκανε το παιδί και την άφησε.
Ήθελε να ντυθεί. Στην κρεβατοκάμαρα κοιμόταν η γυναίκα του, φοβότανε μη την ξυπνήσει.
- Γύρισε το κεφάλι σου στον τοίχο, είπε του παιδιού για να περάσει το παντελόνι του.
Το είδε που κρυφοκοίταζε.
- Φοβερή εξαχρείωσις! συλλογίστηκε
Βγήκανε, τέλος, οι δυό τους. Θα πέρναγε από την Εκκλησία να πάρει το δισκοπότηρο. Είχε αφήσει ένα σημείωμα, δύο λόγια στη γυναίκα του, μην ξυπνήσει και δεν τον δει και τρομάξει.
Η βροχή έπεφτε πάντα δυνατή. Μπροστά πήγαινε το παιδί.
- Που μένει; το ρώτησε.
- Παρακάτω.
Το παιδί δεν είχε όρεξη για κουβέντα. Βάδιζε μπροστά και η βροχή το χτυπούσε. Ακολουθούσε αυτός, βαστώντας το δισκοπότηρο σφιχτά στο στήθος του.
Βαδίζοντας, η σκέψη του δούλευε. Ήταν η πρώτη φορά που θα κοινωνούσε ετοιμοθάνατο. Ήτανε φυσικό νάναι συγκινημένος. Και μάλιστα, που τύχαινε η πρώτη αυτή φορά νάναι σε μια περιοχή οπού οι άνθρωποι είχανε ξεχάσει το Θεό και ζούσανε στην αμαρτία.
Προσευχήθηκε, περπατώντας, και ζήτησε από το Θεό να του δώσει δύναμη, κείνη τη νύχτα, να φέρει κοντά του ένα «απολωλός πρόβατον».
Το παιδί βούλιαξε σε μια λακκούβα γεμάτη νερό.
- Τα κέρατά σου, δήμαρχε! βλαστήμησε.
Συλλογίστηκε πως έπρεπε να του κάνει την παρατήρηση για τις βλαστήμιες που έλεγε κάθε τόσο. Θα του μιλούσε αργότερα.
- Εδώ ‘μαστε, είπε το παιδί.
Το δωμάτιο, 3 Χ 3 περίπου, ήτανε στο βάθος της αυλής. Κι ο άνθρωπος ήτανε μόνος εκεί, στο σιδερένιο κρεβάτι, το κεφάλι του και το ένα χέρι, το αριστερό, έξω από την κουβέρτα.
Από ένα άλλο δωμάτιο ακουγότανε γραμμόφωνο.
- Έχει γούστο να πέθανε κιόλας, είπε το παιδί.
Δεν προχώρησε όμως. Στάθηκε στην άκρη του κρεβατιού και κοίταζε.
Μια λάμπα πετρελαίου, πάνω σ’ ένα μικρό τραπέζι, έριχνε λιγοστό φώς. Στο γυαλί της μια φουρκέτα.
Έκλεισε την ομπρέλα του. Άφησε το δισκοπότηρο στο τραπέζι κι έσκυψε πάνω στον άνθρωπο. Ήταν ακίνητος, με κλειστά μάτια. Ίσαμε εξήντα χρονώ. Όμως, δεν είχε πεθάνει. Ανάσαινε.
Η βροχή εξακολουθούσε, πιο δυνατή. Κείνη τη στιγμή, τον είδε και άνοιξε τα μάτια του. Ήθελε να μιλήσει, αλλά δεν ήξερε πώς ν’ αρχίσει. Ο άνθρωπος ξανάκλεισε τα μάτια κι έπεσε στο λήθαργο του.
- Δεν πέθανε, είπε το παιδί από τη γωνιά.
- Όχι, είπε αυτός.
Γίνηκε σιωπή. Σε λίγο ρώτησε:
- Μόνος του είναι;
- Ναι.
- Είναι καιρός που αρρώστησε;
- Είναι.
- Τι έχει;
Το παιδί ήθελε να πει «πείνα», δεν είπε τίποτα. Του φάνηκε παράξενο που ο παπάς δεν είχε καταλάβει ακόμα τι έτρεχε κει μέσα, που δεν είχε καταλάβει τι αρρώστια είχε ο άνθρωπος. Δεν ήταν βέβαια παρών ο παπάς τις προάλλες που ήρθε ο γιατρός και είπε: «Δεν γίνεται τίποτα. Είναι πολύ εξαντλημένος. Είναι πολύ αργά.»
Κοίταξε γύρω του. Το δωμάτιο είχε μερικά έπιπλα, το σιδερένιο κρεβάτι, το τραπέζι, μια καρέκλα και ένα ντουλάπι.
Ήταν κι ένα ημερολόγιο στον τοίχο. Έδειχνε Πέμπτη, 10 Ιουλίου, ενώ ήτανε Νοέμβρης.
Ήτανε ακόμα ένα κάδρο που παρίστανε ένα ειδυλλιακό τοπίο. Κι ένα δίπλωμα απονομής πολεμικού μεταλλίου, σε κάδρο, μαζί με το μετάλλιο.
Ο άνθρωπος άνοιξε τα μάτια του.
-Ήρθες; είπε.
Η φωνή του έβγαινε με πολύν κόπο από μέσα του.
- Ναι, είπε. Ήρθα.
- Γιατί φοράς μαύρα; ρώτησε ο άνθρωπος.
Κοίταξε το παιδί. Η ανάσα του ανθρώπου γινόταν ολοένα και πιο βαριά.
- Ήθελα να σου μιλήσω, είπε, κι έσκυψε πάνω στο κατακίτρινο πρόσωπο.
Να, τώρα θα του έλεγε για το Θεό, για την αιωνιότητα. Όμως ο άνθρωπος έκλεισε ξανά τα μάτια του.
Το γραμμόφωνο στο διπλανό δωμάτιο έπαιζε πάντα. Το παιδί στεκότανε σαν απολιθωμένο στο βάθος.
Ακούμπησε το χέρι στο μέτωπο του ανθρώπου. Ήτανε ιδρωμένο. Ένας ιδρώτας παγωμένος.
Πήρε το δισκοπότηρο από το τραπέζι. Έγνεψε του παιδιού, που ήρθε κοντά και τον ανασήκωσε λίγο. Άνοιξε τα μάτια του.
Έβαλε μετάληψη στη λαβίδα.
- Έλα, είπε.
Μισάνοιξε το στόμα του.
Πήγε να πει αυτός:
- Εις το όνομα του Πατρός…
Δεν πρόλαβε να μιλήσει.
- Δώσ’ μου! είπε ο άνθρωπος, προτού καταπιεί καλά καλά.
Τον κοίταξε.
- Δώσ’ μου!
Το στόμα του, μισάνοιχτο, περίμενε. Κι αυτός που ήταν έτοιμος να πει για την αιωνιότητα! Μια σύγχυση ήτανε μέσα του.
- Δώσ’ μου!
Κάτι ξέσπασε μες στο στήθος του, μια στοργή, μια τρυφερότητα, σαν πατέρας ένοιωθε που ταΐζει το παιδί του που πεινάει. Άρχισε να δίνει τη μία κουταλιά ύστερ’ από την άλλη.
Τα μάτια του ανθρώπου ήταν αλλιώτικα τώρα. Τα μάτια του παιδιού ήταν αλλιώτικα τώρα.
Η βροχή έπεφτε πάντα. Το γραμμόφωνο έπαιζε πάντα.
- Θεέ μου! είπε ο άνθρωπος.
Δεν είπε τίποτα αυτός.

Κυριακή 13 Ιουνίου 2010

᾿Ηλία Βενέζη: Οἱ γλάροι (διήγημα)



Το νησάκι που βρίσκεται στα βορινά της Λέσβου, ανάμεσα Πέτρα και Μόλυβο, είναι γυμνό κι έρημο. Δεν έχει όνομα, κι οι ψαράδες που δουλεύουν σ’ εκείνες τις θάλασσες το λένε απλά έτσι: «Το νησί». Δεν έχει μήτε ένα δέντρο, εξόν από θάμνους. Τρία μίλια μακριά, τα βουνά της Λέσβου συνθέτουν μια ήμερη αρμονία από γραμμή, από κίνηση και χρώμα. Πλάι σ’ αυτή τη σπατάλη το γυμνό νησί με την αυστηρή γραμμή του φαίνεται ακόμα πιο έρημο. Σαν να το είχε ξεχάσει ο Θεός, όταν έχτιζε τις στεριές κι έκανε τις θάλασσες στις εφτά πρώτες μέρες του Κόσμου.
Μα από τούτη τη γυμνή λουρίδα της γης μπορείς να δεις, το καλοκαίρι, τον ήλιο να πέφτει μέσα στο ατέλειωτο πέλαγο. Τότε τα χρώματα βάφουν τα νερά κι ολοένα αλλάζουν, κάθε στιγμή, σαν να λιώνουν μες στ’ αλαφρά κύματα. Όταν τα βράδια είναι πολύ καθαρά, μπορείς να ξεχωρίσεις τα βουνά του Άθω να βγαίνουν μέσα απ’ το πέλαγο και σιγά πάλι να σβήνουν μαζί με τη νύχτα που έρχεται. Αυτή την ώρα ο μπαρμπα-Δημήτρης, ο μοναχικός κάτοικος του έρημου νησιού, θα κάμει την τελευταία κίνηση που τον ενώνει με τους ανθρώπους και με τη ζωή: θ’ ανάψει το φως στο φάρο. Το φως θ’ αρχίσει ν’ ανάβει, να σβήνει, πάλι, πάλι, στο ίδιο διάστημα αυστηρά, αναπόφευχτα, όπως οι σκοτεινές δυνάμεις της ζωής, η μοίρα του ανθρώπου, ο θάνατος.

Ο γερο-φαροφύλακας τράβηξε τη βάρκα στον άμμο. Τη σιγούραρε καλά, μην τυχόν τη νύχτα γυρίσει ο καιρός και φουσκώσουν τα νερά. Την κοίταξε για τελευταία φορά, πριν πάρει το δρόμο για το φάρο.
— Λοιπόν, πάει κι αυτό το ταξίδι..., λέει σιγά.
Το λέει μονάχος του και σωπαίνει. Το ταξίδι αυτό, στην αντικρινή στεριά, γίνεται μια φορά το μήνα. Πηγαίνει για τις προμήθειές του, για το αλεύρι, το λάδι και για τα γεννήματα που του χρειάζονται. Στην αρχή, σε κάθε ταξίδι, έμενε όλη τη μέρα στο χωριό. Μιλούσε με παλιούς του φίλους, μάθαινε νέα για τη χώρα, για τον κόσμο, αν οι άνθρωποι ήταν σε πόλεμο για είχαν ειρήνη.
Ο τελωνοφύλακας του έδινε το μισθό του.
— Λοιπόν, και τον άλλο μήνα με το καλό, μπαρμπα-Δημήτρη.
Ο γέρος κουνούσε το κεφάλι του κι ευχαριστούσε. — Με το καλό, αν θα ‘χουμε ζωή, παιδί μου.
Τις άλλες ώρες, ώσπου να γυρίσει στο «νησί του», τις περνούσε ανεβαίνοντας στη μικρή Παναγιά, στο βράχο με τα εκατό σκαλιά, να κάμει την προσευχή του. Σταύρωνε τα χέρια του μπροστά στο παλιό εικόνισμα, χαμήλωνε το κεφάλι και προσευχόταν για τα δυο αγόρια του, που χάθηκαν στην καταστροφή της Ανατολής, για τους άλλους ανθρώπους, τελευταία για τον εαυτό του.
— Αν ζούνε, προστάτευέ τα, παρακαλούσε για τα παιδιά του. Φύλαγέ τα από θυμό κι από κακή ώρα. Φύλαγέ τα απ’ το μαχαίρι...
Μουρμούριζε τους χαιρετισμούς, ό,τι άλλο ήξερε από προσευχή, και τα γερασμένα πόδια του τρέμαν.
— Κι εμένα, καιρός πια είναι να ξεκουραστώ..., έλεγε και βούρκωναν τα μάτια του.
Κατέβαινε τα εκατό σκαλιά κάθε φορά με πιο αλαφρή καρδιά. Στο δρόμο στεκόταν και κοίταζε τα παιδάκια που παίζαν. Τον ξέραν όλα και σαν τον βλέπανε, βάζαν τις φωνές:
— Μπαρμπα-Δημήτρη! Μπαρμπα-Δημήτρη!
Τους αγόραζε φουντούκια και τους τα μοίραζε, κι εκείνα φωνάζαν χαρούμενα:
— Μην αργήσεις να ξανάρθεις, παππούλη! Μην αργήσεις!

Έτσι γινόταν σε κάθε ταξίδι κάθε φορά. Μα όσο τα χρόνια περνούσαν, τόσο ξεσυνήθιζε με τους ανθρώπους. Η ερημιά ολοένα τον κυρίευε, μέρα με τη μέρα, τον απορροφούσε, σαν να στάλαζε μες στην ύπαρξή του τη φοβερή της δύναμη. Σε κάθε ταξίδι λιγόστευε, όσο μπορούσε, τον καιρό που έπρεπε να μείνει στο χωριό για τις δουλειές του.
Έκοψε και το ανέβασμα στην εκκλησίτσα του βράχου.
— Συχώρεσέ με, γιατί πια δεν μπορώ, έλεγε στο Θεό, σαν να είχε κάμει αμαρτία. Παντού μπορώ να σε παρακαλώ, για να βλέπεις πόσο είμαι αδύναμος.
Κι όταν γύριζε στο νησί του, ύστερα από κάθε ταξίδι, έμενε πολύ αργά τη νύχτα, κάτω απ’ τα άστρα, να προσεύχεται.

Δε ρωτούσε πια νέα, τι γίνεται στον κόσμο. Δεν ήξερε τίποτα. Όλος ο κόσμος στένευε, μέρα με τη μέρα, γύρω στο έρημο νησί, κι έκλεινε με το βαθύ πέλαγο και με τα χρώματα, σαν έγερνε ο ήλιος.
Οι τελευταίοι σύντροφοι που άλλαζε πότε πότε καμιά κουβέντα μαζί τους ήταν ψαράδες που, σαν δεν τους έπαιρνε ο καιρός, άραζαν για λίγο στο νησί του. Μέναν εκεί στην ακρογιαλιά, όπου ερχόταν να σβήσει το κύμα, και λέγαν για τα βάσανά τους και για τη μοίρα τους. Πολλές φορές ξενυχτούσαν εκεί. Τότε, στις μακριές ώρες, ώσπου να χαράξει, όταν οι άλλες κουβέντες τέλειωναν, ερχόταν και η επίσημη ώρα για τα δυο παιδιά του.
— Ποιος το ξέρει..., του λέγαν οι ψαράδες. Μπορεί να ζούνε κι να ’ρθουν, μπαρμπα-Δημήτρη. Έτσι σαν τους γλάρους σου, που γύρισαν.
Δε μιλούσε, δε σάλευε, τα ήμερα μάτια του μένανε στυλωμένα στο βάθος της νύχτας.
— Ναι, μπαρμπα-Δημήτρη, σαν τους γλάρους σου. Έτσι μπορούν να γυρίσουν και να ’ρθουν. Μην απελπίζεσαι.
Οι ψαράδες τότε, μ’ αυτή την αφορμή, φέρναν την κουβέντα στους γλάρους του γέρου.
— Αλήθεια, του λέγανε, Πώς μπόρεσες να τους μερώσεις, μπαρμπα-Δημήτρη; Πουθενά δεν ακούστηκε να μερώνουν οι γλάροι...
— Έτσι είναι, παιδιά μου, μουρμούριζε αυτός. Όλα μερώνουν εδώ κάτου. Μοναχά ο άνθρωπος...
Τον ρωτούσαν να τους πει πάλι την ιστορία με τους γλάρους, μόλο που την ξέραν, όπως την ξέραν κι όλοι όσοι ζούσαν στην αντικρινή στεριά. Τα είχε βρει μικρά, μες στους βράχους, δυο γλαρόπουλα αμάλλιαγα ακόμα. Ήταν χειμώνας τότε, τα λυπήθηκε και τα κουβάλησε στο καλύβι του, πλάι στο φάρο. Τα κράτησε και τα μεγάλωσε, ταΐζοντάς τα μικρά ψάρια που έπιανε το δίχτυ του. Μια μέρα του ήρθε η ιδέα να τους βγάλει από ένα όνομα.
«Ε, λοιπόν, εσένα θα σε λέμε...»
Μες στις αναμνήσεις του, μες στην καρδιά του, κείνη την ήμερη ώρα τριγυρίζανε τα δυο παιδικά πρόσωπα, τον καιρό που ήταν πολύ μικρά και τα φώναζε.
«Λοιπόν..., εσένα να σε λέμε Βασιλάκη, είπε στο ένα πουλί. Κι εσένα να σε λέμε Αργύρη...»
Έτσι, από τότε άρχισε να τα φωνάζει με τα ονόματα των παιδιών του. Κι οι γλάροι σιγά σιγά τα συνηθίσανε.
Σαν μεγάλωσαν κι ήρθε η άνοιξη, ένα πρωί σκέφτηκε πως είναι αμαρτία να έχει σκλαβωμένα τα πουλιά. Αποφάσισε να τα λευτερώσει. Άνοιξε το μεγάλο καλαμένιο κλουβί κι έπιασε πρώτα το ένα πουλί. Το κράτησε μες στα δυο του χέρια, το χάιδεψε. Αισθανόταν την καρδιά του να είναι πολύ αλαφρή.
«Άιντε, λοιπόν, Βασίλη!» είπε στο πουλί και άνοιξε τα χέρια του, να το αφήσει να φύγει.
Το πουλί πέταξε, έφυγε.
Έβγαλε και το άλλο, το χάιδεψε σαν το πρώτο, το άφησε κι αυτό. Όλα ήταν ήμερα κείνη τη μέρα και η νύχτα που ήρθε ήταν ήμερη. Μονάχα που αισθανόταν να είναι ακόμα πιο έρημος.
Το ίδιο βράδυ είχε αποτραβηχτεί νωρίς, όταν άκουσε στο μικρό παράθυρο της καλύβας αλαφριά χτυπήματα. Πλησίασε και κοίταξε. Δεν το πίστευε. Πετούσε απ’ τη χαρά του, σαν να ήταν τα παιδιά του που γύριζαν.
Άνοιξε την πόρτα να μπουν μέσα οι γλάροι.
Από τότε αυτό γινόταν: τα πουλιά φεύγαν το πρωί, ταξιδεύανε ως τις αντικρινές στεριές της Ανατολής, ως πέρα στο Σίγρι, και τα βράδια γύριζαν. Έκαναν κοπάδι μαζί με άλλους γλάρους και πολλές φορές πετούσαν πάνω απ’ το ρημονήσι. Αν ήταν χαμηλά, ο γέρος μπορούσε να τους ξεχωρίσει απ’ τα σταχτιά σημάδια που είχαν κάτω απ’ τις φτερούγες. Σαν έβγαινε με τη βάρκα κι αυτοί τριγύριζαν εκεί σιμά, χαμήλωναν και τσίριζαν από πάνω του. Τους είχαν μάθει κι σι άλλοι ψαράδες στα μέρη εκείνα. Και σαν τους βλέπανε, φωνάζαν γελώντας:
— Ε, Βασίλη!... Ε, Αργύρη!...

Έτσι περνούσαν οι μέρες στο ρημονήσι. Η μια, η άλλη, αυτή που πέρασε, αυτή που θα ’ρθει. Μια αδιατάραχτη σειρά από μέρες και νύχτες, που δεν είχαν τίποτα να περιμένουν, άλλο απ’ το θάνατο.
Μια βραδιά του καλοκαιριού έγινε κάτι ασυνήθιστο. Οι γλάροι δε γύρισαν. Μήτε την άλλη μέρα φάνηκαν, μήτε την άλλη νύχτα.
— Μπορεί να ταξιδέψαν μακριά, συλλογίστηκε ο γέρος, για να ξεγελάσει την ανησυχία του.
Το άλλο πρωί, όπως συνήθιζε, κάθισε στο πεζούλι του φάρου. Κοίταξε το πέλαγο. Μια στιγμή του φάνηκε πως η θάλασσα αυλακωνόταν, κανένα μίλι μακριά, σαν να περνούσαν δελφίνια και παίζαν. Πολλές φορές έβλεπε στ’ ανοιχτά να περνούν δελφίνια. Τα παρακολουθούσε να γράφουν τις αργές κινήσεις τους όξω απ’ το νερό, πάλι να πέφτουν.
— Δελφίνια θα είναι και τώρα.
Μα σε λίγο είδε καθαρά πως δεν ήταν.
— Άνθρωποι είναι! είπε ξαφνιασμένος.
Κατέβηκε στο ακρογιάλι και περίμενε. Σε λίγο ξεχώρισε πως ήταν ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Κολυμπούσαν πλάι πλάι, με αργές κινήσεις, γεμάτες βεβαιότητα. Και το μικρό κύμα έκλεινε πάνω στο αυλάκι που άφηναν.
Τι να θέλουν;
Δε θυμόταν άλλη φορά να είχαν έρθει κατά κει για κολύμπι άνθρωποι. Κι ύστερα, δε φαινόταν εκεί γύρω καμιά βάρκα, απ’ όπου να είχαν πέσει.
Σε λίγη ώρα είχαν φτάσει.
Τα δυο βρεμένα κορμιά τινάζουνται απ’ τη θάλασσα στ’ ακρογιάλι.
Το αγόρι κοιτάζει το κορίτσι μες στα μάτια και τεντώνει τα χέρια του ψηλά.
— Αχ! λέει παίρνοντας βαθιά ανάσα. Τι καλά που ήταν!
Το κορίτσι κάνει την ίδια κίνηση με τα χέρια. Πιο αργά:
— Τι καλά που ήταν!
Ύστερα τρέξαν προς το φαροφύλακα.
— Εσύ ‘σαι ο μπαρμπα-Δημήτρης; λέει το αγόρι.
— Εγώ είμαι, λέει με ταραχή. Μπας και σας έτυχε τίποτα;
— Α, μπα! βιάζεται να πει το αγόρι. Είπαμε χτες να κάνουμε αυτό το ταξίδι με τη φίλη μου, και να που ήρθαμε.
— Από πού; ρωτά ο γέρος με απορία. — Μα απ’ αντίκρυ, απ’ την Πέτρα.

Ο μπαρμπα-Δημήτρης δεν ξέρει τι να πει, μουρμουρίζει μονάχα πως δε θυμάται να του είχαν έρθει άλλη φορά ξένοι με τέτοιο ταξίδι.
Άρχισαν ν’ ανεβαίνουν προς το φάρο.
Περπατούσε πρώτος, τα παιδιά ακολουθούσαν. Δε θα ήταν το καθένα περισσότερο από δεκαοχτώ, δεκαεννιά χρονώ. Κι εκείνος βάδιζε μπρος, και τα χρόνια βάραιναν στους ώμους του, σαν να του ζητούσαν την ευθύνη, γιατί δεν τ’ άφηνε να ξεκουραστούν.
Κάθισαν στο πεζούλι του φάρου. Μπροστά τους το Αιγαίο ακύμαντο, ο ήλιος έτρεμε πάνω του.
— Από πού έρχεστε; ρώτησε ο γέρος.
— Σπουδάζουμε στην Αθήνα, είπε το κορίτσι. Εγώ σπουδάζω χημικός κι ο φίλος μου στο Πολυτεχνείο.
— Α, αλήθεια!... Μουρμουρίζει ο γέρος χωρίς να καταλαβαίνει.
— Έχεις πάει καμιά φορά στην Αθήνα, παππούλη; Ρωτά το κορίτσι.
— Όχι. Ποτές.
— Θα το ήθελες τώρα;
Η φωνή του είναι σιγανή, μόλις ακούεται:
— Όχι, παιδί μου. Τώρα είναι αργά.
— Θα είσαι πολύ μονάχος εδώ, παππούλη.
— Είμαι πολύ μοναχός, παιδί μου.
Σώπασαν. Πέρασε λίγη ώρα. Ψηλά πέρασε ένα κοπάδι γλάροι. Ο γέρος σηκώνεται και μπαίνει στο καλύβι να φέρει γλυκό. Απ’ το μικρό παράθυρο μπορεί να βλέπει τα δυο παιδιά, έτσι που είναι ξαπλωμένα. Στα κορμιά τους και στα πρόσωπά τους τρέμουν ακόμα στάλες απ’ τη θάλασσα. Ο ήλιος τα έχει ψήσει αλύπητα, είναι κει σαν δυο αγάλματα από μπρούντζο που τα ξέβρασε το πέλαγο — μια θεότητα της υγείας και μια θεότητα της νεότητας. Τα μαύρα μαλλιά του κοριτσιού πέφτουν πάνω στους ώμους του και στα μεγάλα μαύρα μάτια του σαλεύει βαθύ φως.
...Έτσι απλά και ήμερα είναι όλα στο ρημονήσι αυτή την ιερή ώρα. Έτσι ήμερα είναι και μες στην καρδιά του γέρου ανθρώπου. Είναι πλημμυρισμένος, τούτο το καλοκαιρινό πρωινό, είναι βουρκωμένος. Αυτή η απρόοπτη τρυφερότητα που ήρθε να ταράξει την ερημιά του, τα ακίνητα νερά...
— Παππούλη, να ‘ρθουμε κι εμείς μέσα; του φωνάζει απ’ έξω το κορίτσι.
— Έρχουμαι εγώ, έρχουμαι! Λέει ταραγμένος.
Τους έφερε γλυκό, αμύγδαλα, κρύο νερό.
— Δεν έχω τίποτα άλλο..., μουρμουρίζει, σαν να θέλει να τον συχωρέσουν.
— Κάθισε, κάθισε, παππούλη, — τον πιάνει το κορίτσι απ’ το χέρι να καθίσει πλάι του.
Κάθισε.
— Ελάτε και αύριο, τους λέει δειλά. Θα ψαρέψω για σας τη νύχτα. Αύριο φεύγουμε, απαντά το κορίτσι με λύπη. Κρίμα, τόσες μέρες που ήμαστε εδώ να μην ερχόμαστε! Είσαι πάντα έτσι έρημος, παππούλη;
— Πάντα, παιδί μου.
— Α. τώρα καταλαβαίνω τι ήταν οι γλάροι..., μουρμουρίζει το αγόρι.
— Ναι, παιδί μου, αυτό είναι. Η ερημιά.
— Θα πρέπει να τους συχωρέσεις, παππούλη, λέει πάλι το αγόρι σε λίγο. Αν ήξεραν, δε θα το έκαναν ποτέ.
Ο γέρος δεν καταλαβαίνει. Στέκει με απορία.
— Για ποιους λες, παιδί μου;
—Γι’ αυτούς που σκοτώσαν τους γλάρους σου λέω, μπαρμπα-Δημήτρη. Είναι φίλοι μας.
Καταλαβαίνει τα γόνατά του να τρέμουν, η καρδιά του χτυπά.
— Τους σκοτώσαν είπες;
— Α, δεν το ήξερες ακόμα;...
Το παιδί δαγκάνει τα χείλια του, μα είναι αργά. Του λέει την ιστορία: πως κυνηγούσαν, όλη η νεολαία, ύστερα κατεβήκαν στην ακρογιαλιά· οι δυο γλάροι χαμήλωσαν απ’ το άλλο κοπάδι, ο φίλος τους τράβηξε εκεί σιμά, γνώρισαν τις σταχτιές φτερούγες.
Ο γέρος ακούει, ακούει, — δεν είναι τίποτα, δυο γλάροι ήταν.
— Δεν ήξεραν, παππούλη..., λέει με θερμή φωνή το κορίτσι, συγκινημένο απ’ τη βουβή λύπη που βλέπει στο γερασμένο πρόσωπο. Δεν ήξεραν...
Κι εκείνος κουνά μόλις, αργά, το κεφάλι του, συγκατανεύοντας:
— Ναι, ναι, παιδί μου. Δε θα ξέραν...

Αρκετή ώρα πέρασε.
— Πρέπει να φύγουμε, λέει το αγόρι. Το κορίτσι σηκώνεται.
— Να φύγουμε.
Πηγαίνουν μπροστά, ο γέρος έρχεται λίγο πίσω τους. Φτάσαν στην ακρογιαλιά.
— Σε χαιρετούμε, παππούλη, λέει πρώτο το κορίτσι.
Πιάνει το χέρι του, σκύβει να το φιλήσει. Κι αυτός της χαϊδεύει τα μακριά μαλλιά.
— Να σας βλογά ο Θεός, μουρμουρίζει συγκινημένος.
Έφυγαν. Παρακολουθεί πολλή ώρα το μικρό αυλάκι που κάνουν τα κορμιά τους στη θάλασσα. Ώσπου όλα σβήνουν απ’ τα μάτια του. Και το πέλαγο είναι πάντα έρημο Και ατελείωτο.
Νυχτώνει. Έχει καθίσει στο πεζούλι, σι ώρες περνούν. Όλα περνούν απ’ τα θολωμένα μάτια του: τα μικρά του τα χρόνια, τα παιδιά που μεγάλωσε και χάθηκαν, οι άνθρωποι που τον πικράνανε. Όλα περνούν κι όλα σβήνουν. Και τα δυο παιδιά κι ένα κοπάδι γλάροι που πετούν ψηλά. Δυο γλάροι έχουν σταχτιές φτερούγες. Κι αυτοί περνούν και χάνουνται. Δεν είναι πια να γυρίσει τίποτα. Έχει χαμηλώσει το κεφάλι και τα δάκρυα στάζουν στην ξερή γη. Από πάνω του το φως του φάρου ανάβει, πάλι, πάλι, στο ίδιο διάστημα, αυστηρά και αναπόφευχτα, όπως οι σκοτεινές δυνάμεις της ζωής, η μοίρα του ανθρώπου, ο θάνατος.
   
Πηγή:http://www.sarantakos.com
ἀναδημοσίευση: http://ellas60.blogspot.com