"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρωτ. π. Γεώργιος Μεταλληνός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρωτ. π. Γεώργιος Μεταλληνός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2010

Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Γράφει ὁ Πρωτοπρεσβύτερος π. Γεώργιος Μ. Μεταλληνὸς



1. Τὴν μνήμη τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (787) ἑορτάζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας. Μία αἵρεση προκάλεσε καὶ τὴν σύνοδο αὐτή, ἡ αἵρεση τῆς Εἰκονομαχίας. Πέρα ἀπὸ τὸ ἀναμφισβήτητο χριστολογικὸ περιεχόμενό της εἶχε ἡ Εἰκονομαχία καὶ σαφῆ ἐκκλησιολογικὸ χαρακτήρα. Ἦταν μία ἀπροκάλυπτη ἐπίθεση τῆς Πολιτείας, ποὺ δὲν ἐνεργοῦσε πιὰ ὡς «διάκονος Θεοῦ εἰς τὸ ἀγαθὸν» (Ρωμ. ιγ´ 3), ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ δύο διακονίες τοῦ Γένους, ἡ «Ἱερωσύνη» καὶ ἡ «Βασιλεία», ἡ ἱερατικὴ καὶ ἡ πολιτειακὴ διακονία, βρίσκονται ἀντιμέτωπες. Ἐγείρεται ἡ ἐπιδίωξη τῆς Πολιτείας νὰ ὑποτάξει τὴν Ἐκκλησία, σὲ μία πρωτοφανῆ ἔκρηξη πολιτειοκρατίας. Ἡ αἵρεση ἦταν τὸ πνευματικὸ ὑπόβαθρο τοῦ προβλήματος……
Αἵρεση, λοιπόν, κυρίως ἡ Εἰκονομαχία, ὅπως τόσες ἄλλες, ποὺ συγκλόνισαν τὴν Ἐκκλησία μας στὴ διαιώνια πορεία της. Πῶς ὅμως συνέβη τοῦτο; Πῶς δηλαδὴ ἀπείλησε ἡ αἵρεση τὴν Ἐκκλησία καὶ πῶς ἐξουδετερώθηκε ὁ κίνδυνος αὐτός; Αὐτὸ θὰ ἐπιχειρήσουμε νὰ ἀναπτύξουμε στὴ συνέχεια.
2. Ὅ,τι εἶναι ἀναγκαῖο γιὰ τὴν σωτηρία μας μᾶς τὸ ἐφανέρωσε ὁ Θεὸς «πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως», καθ’ ὅλη τὴν ἐξέλιξη τοῦ σχεδίου τῆς Θείας Οἰκονομίας, ἀπὸ τοὺς χρόνους τῆς Π. Διαθήκης, κυρίως ὅμως στὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ Θεάνθρωπος Κύριός μας ἔγινε «ὑπογραμμός, ἵνα τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ ἐπακολουθήσωμεν» (Α´ Πέτρ. β´ 21). Γιατί μᾶς ἀπεκάλυψε ἐκεῖνο ποὺ αὐτὸς ἦταν (τὴν ὁδό, τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν ζωὴ) καὶ ἔζησε ἐκεῖνο, ποὺ ἐδίδαξε. Δὲν μᾶς ἐξήγησε δηλαδὴ μόνο τί εἶναι ἀλήθεια, ἀλλὰ μᾶς ἐφανέρωσε τὴν ἴδια τὴν Ἀλήθεια, τὸ Πρόσωπό του δηλαδὴ ποὺ εἶναι ἡ μόνη καὶ γι’ αὐτὸ αἰώνια ἀλήθεια. Ἀπάλλαξε τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν ἀγωνιώδη προσπάθεια νὰ βρεῖ τὴν ἀλήθεια. Γιατί βλέποντας τὸν Χριστὸ καὶ τὸ ἔργο του, ἔχει ἐνώπιόν του τὴν Ἀλήθεια καὶ δὲν τοῦ μένει παρὰ ν’ ἀκολουθήσει τὸν Χριστό, γιὰ νὰ εἶναι καὶ αὐτὸς «ἐν τῇ ἀληθείᾳ» (Β´ Ἰωάν. 3). Ὅποιος ζεῖ μέσα στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ δὲν φοβᾶται νὰ πλανηθεῖ, γιατί ἡ Ἐκκλησία ὡς τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι «στύλος καὶ ἑδραίωμα τῆς Ἀληθείας» (Α´ Τιμ. γ´ 15).
Ἀλλ’ ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι μόνο ἡ κηρύττουσα καὶ ἀποκαλύπτουσα, ἀλλὰ καὶ ἡ κηρυττομένη Ἀλήθεια. Στὸ πρόσωπό του συγκεκριμενοποιεῖται τὸ κήρυγμα τῆς Ἀληθείας. Γιὰ αὐτὸ καὶ οἱ Ἀπόστολοί του τὸν Χριστὸ ἐκήρυξαν (πρβλ. Α´ Κόρ. α´ 23 κ.ἀ.). Δὲν ἀνέπτυξαν κήρυγμα φιλοσοφικό, ἀόριστο, νεφελῶδες. Τί ἔλεγε ὁ Παῦλος στοὺς Κορινθίους; «Οὐ γὰρ ἔκρινα τοῦ εἰδέναι τι ἐν ὑμῖν, εἰ μὴ Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ τοῦτον ἐσταυρωμένον» (Α´Κόρ. β´ 2). Τὸν Χριστὸ παρέλαβε ἡ Ἐκκλησία, ἀπὸ τὸν Χριστὸ ἱδρύθηκε καὶ αὐτὸν ἐκήρυξε. Γιατί τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ συνέχισαν στὸν κόσμο καὶ οἱ ἀπόστολοι καὶ οἱ πρῶτοι χριστιανοί. Γιὰ νὰ εἶναι ὅμως τὸ ἔργο τους ἔργο Χριστοῦ, ἔπρεπε καὶ αὐτοὶ νὰ κηρύττουν ὅ,τι καὶ ὁ Χριστὸς ἐκήρυξε, καὶ νὰ ζοῦν ὅπως ὁ Χριστὸς ἔζησε. Ἂν ἔλειπε αὐτὴ ἡ συνέχεια καὶ συνέπεια, δὲν θὰ ἦταν οἱ χριστιανοὶ μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ξένο σῶμα.
3. Τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ ἐπολέμησε ἀπ’ ἀρχῆς ὁ Σατανᾶς. Γιατί εἶδε νὰ καταλύεται, νὰ συντρίβεται ἡ βασιλεία του. Ὁ Χριστὸς ἦλθε νὰ «λύση τὰ ἔργα τοῦ διαβόλου». Νὰ συντρίψει τὸ κράτος καὶ τὴν δυναστεία του καὶ νὰ χαρίσει τὴν ἐλευθερία τῆς ἰδικῆς τοῦ βασιλείας. Γι’ αὐτὸ ὁ Σατανᾶς, ποὺ θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του ἄρχοντα καὶ ἐξουσιαστὴ τοῦ κόσμου (πρβλ. Ματθ. δ´ 9), ἐκήρυξε ἀνοικτὸ πόλεμο ἐνάντίον τῆς βασιλείας τοῦ Χριστοῦ. Ὡς ὄργανά του -στρατιῶτες του- χρησιμοποίησε τοὺς ἄρχοντες τοῦ Ἰσραὴλ καὶ τοὺς Ρωμαίους, τὴν πολιτικὴ ἐξουσία τοῦ κόσμου. Στόχος του ἦταν στὴν ἀρχὴ τὸ ἴδιο τὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ μας. Ὅταν ὅμως εἶδε νὰ ἐξουδετερώνεται ἡ ἐπίθεσή του μὲ τὴν ἀναστάσιμη νίκη τοῦ Κυρίου καὶ νὰ γλυστρᾶ τὸ θύμα μέσα ἀπὸ τὰ χέρια του, ἐστράφηκε ἐναντίον τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ἐκκλησίας. Ἂν δὲν συνέτριψε τὸν ἴδιο τὸν Χριστό, νὰ συντρίψει τὴν συνέχεια τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ἐκκλησία. Ὄπλα του καὶ πάλι οἱ διωγμοί. Σηκώνει διωγμοὺς ἐκ μέρους τῶν Ἑβραίων καὶ κατόπιν ἐκ μέρους τῶν Ρωμαίων. Ἡ Ἐκκλησία, ὡς συνέχεια τοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ, ἔρχεται σ’ ἀντίθεση καὶ πρὸς τὴν ἰουδαϊκὴ θρησκοληψία καὶ τὸν ἑβραϊκὸ ἐθνικισμό, καὶ πρὸς τὴν εἰδωλολατρία καὶ τὴν ψευδοφιλοσοφία (π.χ. τὸν γνωστικισμό). Γιατί αὐτὴ ἐκήρυττε τὴν σώζουσα ἀλήθεια, τὴν ἀληθινὴ μονοθεΐα καὶ τὴν ἀληθινὴ σοφία.
Παρ’ ὅλο τὸν πόλεμο ἐναντίον της κατόρθωσε ἡ Ἐκκλησία μὲ τὴν ἀποστολικὴ σύνοδο (49 μ.Χ.) νὰ μὴν ὑποδουλωθεῖ στὸν ἰουδαϊκὸ ἐθνικισμό, γιατί ἀποστολή της δὲν εἶναι νὰ ἐξυπηρετήσει σχέδια ἐθνικιστικά, δηλαδὴ ἐθνοφυλετικά. Μὲ τὴν ἑνότητα τῆς πίστεώς της μπόρεσε πάλι νὰ κρατήσει τὴν ψευδοφιλοσοφία ἔξω ἀπὸ τοὺς κόλπους της. Ἔτσι, παρ’ ὅλους τους διωγμοὺς ἡ Ἐκκλησία ἀντὶ νὰ μειώνεται, αὐξάνει καὶ συνεχίζει τὴν ἑνότητα πίστεως καὶ ζωῆς τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Ἀναγκάζει μάλιστα ἡ Ἐκκλησία, ὡς σῶμα Χριστοῦ, τοὺς Ἰουδαίους νὰ σταματήσουν τὸν ἀνοικτὸ πόλεμο ἐναντίον της, τοὺς εἰδωλολάτρες νὰ τὴν παραδεχθοῦν καὶ νὰ ζητήσουν τὴν συμμαχία της, τοὺς φιλοσόφους νὰ γίνουν χριστιανοὶ καὶ τὸ κράτος νὰ τὴν ἀναγνωρίσει. Τὰ αἵματα τῶν μαρτύρων της ἔγραψαν τὸν θρίαμβό της.
4. Ὁ Σατανᾶς ὅμως ἀνασυντάσσεται. Ὅ,τι δὲν πέτυχε μὲ τοὺς διωγμούς, ἀπὸ ἔξω, θὰ ἐπιδιώξει νὰ τὸ ἐπιτύχει τώρα ἀπὸ μέσα, μὲ τὸ νέο φοβερό του ὅπλο, τὴν αἵρεση. Πρῶτα ἐπίστευε πὼς θὰ νικήσει, ἂν ἐξοντώσει τὸν Χριστὸ καὶ τοὺς μαθητές του. Τώρα, μετὰ τὴν ἀποτυχία του, ἐπιτίθεται ἐναντίον τῆς ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ. Καὶ νὰ πῶς. Ὁ Χριστὸς μᾶς ἔδωσε μία πίστη, μία διδασκαλία καὶ ἕνα νέο τρόπο ζωῆς, ποὺ σώζουν. Ὁ Σατανᾶς προσπαθεῖ νὰ καταστρέψει τὴν ἑνότητα αὐτή, νὰ διαστρεβλώσει τὴν θεία Ἀποκάλυψη. Αὐτὸ τὸ σκοπὸ ἔχει ἡ αἵρεση. Δὲν εἶναι μία ἄλλη θρησκεία, ποὺ γίνεται εὔκολα ἀντιληπτή. Εἶναι καταστροφὴ τῆς πίστεως, ὕπουλη καὶ παραπλανητική. Γιατί ἐμφανίζεται ὡς ἡ ἀλήθεια καὶ ὡς διόρθωση τῆς πλάνης. Ἡ αἵρεση ἄρα δὲν προσβάλλει τὰ σώματα, ἀλλὰ τὴν ψυχὴ καὶ γι’ αὐτὸ ἀπειλεῖ τὴν καρδιὰ τῆς Ἐκκλησίας. Ἂν ἐπικρατοῦσε, θὰ ἐπέφερε ἀλλοίωση τῆς οὐσίας τοῦ Χριστιανισμοῦ, γιατί μία ποικιλία στὴν πίστη, ὅπως δυστυχῶς τὴν ἐπιδιώκει καὶ σήμερα ὁ ἀθεμελίωτος Οἰκουμενισμός, θὰ σήμαινε καταστροφὴ τῆς πίστεως, ἡ ὁποία τότε μόνο εἶναι ἐκκλησιαστικὴ Πίστις, ὅταν συνοδεύεται ἀπὸ τὴν ἑνότητα.
Τὸ σπουδαιότερο ὅμως: Μία Ἐκκλησία, στὴν ὁποία ἐπιβάλλεται ἡ αἵρεση καὶ ἡ πλάνη, εἶναι ξένη πρὸς ἐκείνη, ποὺ ὁ Χριστός μας «ἀπέκτησε μὲ τὸ αἷμα του» (Πράξ. κ´ 28). Δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ «κόσμος», μακρὰ ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν χάρη του.
Ἀπὸ τὸν θανάσιμο αὐτὸ κίνδυνο τῆς αἱρέσεως ἔσωσαν τὴν Ἐκκλησία, μὲ τὴν χάρη καὶ τὸν φωτισμὸ τοῦ Χριστοῦ μας οἱ Ἅγιοι Πατέρες. Ὡς γνήσια της Ἐκκλησίας τέκνα ἔγιναν πνευματικοὶ πατέρες καὶ καθοδηγηταὶ τῶν τέκνων της. Συνελθόντες σὲ συνόδους, ἐχώρισαν μὲ τὴν μάχαιρα τοῦ Πνεύματος τὸ νόθο ἀπὸ τὸ γνήσιο, τὴν ἀλήθεια ἀπὸ τὴν πλάνη, τὸν θάνατο ἀπὸ τὴν σωτηρία. Μὲ τοὺς συνοδικοὺς ὅρους καὶ τοὺς ἱεροὺς κανόνες των μᾶς παρέδωσαν τὸ συγκεκριμένο τῆς ἀλήθειας τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ὀρθοδοξία. Ἔτσι ἔθεσαν τὰ πνευματικὰ ὁροθέσια, ποὺ χωρίζουν καθαρὰ καὶ ἀποτελεσματικὰ τὴν θεία ἀποκάλυψη ἀπὸ τὴν αἵρεση. Ἐπειδὴ δὲ σὲ κάθε ἐποχὴ δὲν παύει ὁ Θεὸς νὰ ἀναδεικνύει Ἁγίους Πατέρες, γι’ αὐτό, ὡς μέλη τῆς Ἐκκλησίας, μένουμε πάντα μὲ τὴν βεβαιότητα, ὅτι ἀκολουθώντας τὸν δρόμο τῶν Ἁγίων Πατέρων μας, μένουμε μέσα στὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ μας καὶ γινόμαστε μέτοχοί της σωτηρίας Του.
Ἀδελφοί μου!
Τρεῖς φορὲς μέσα στὸ ἐκκλησιαστικὸ ἔτος τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία μᾶς Ἁγίους Πατέρες (τῆς Α´, τῆς Δ´ καὶ τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου). Τρεῖς φορὲς μέσα σ’ ἕνα χρόνο ζοῦμε «Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πατέρων». Δὲν εἶναι συμπτωματικὸ φυσικά, γιατί τίποτε δὲν εἶναι τυχαῖο καὶ συμπτωματικὸ στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Μὲ τὸν τριπλὸ ἑορτασμὸ τονίζει ἡ Ἐκκλησία τὴν μεγάλη προσφορὰ τῶν Ἁγίων Πατέρων στὴν ἑδραίωση τῆς πίστεώς μας πάνω στὸ ἀνυπέρβλητο μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος. Προβάλλοντας δὲ τὴν πρώτη, τὴν τετάρτη καὶ τὴν ἑβδόμη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, τὴν ἀρχή, τὸ μέσον καὶ τὸ τέλος τῶν μέχρι τώρα (ἀναγνωρισμένων) Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἀγκαλιάζει ὅλους τους Ἁγίους ἐκείνους, ποὺ προσέφεραν τὴν ζωὴ καὶ τὴν ὕπαρξή τους, γιὰ νὰ μποροῦμε ἐμεῖς, νὰ ζοῦμε μέσα στὴν ἐλευθερία τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ. Ἂν τιμᾶμε, λοιπὸν -καὶ δίκαια- ὅσους μᾶς χαρίζουν τὴν ἐθνική μας ἐλευθερία, πόσο εὐγνώμονες πρέπει νὰ εἴμαστε σ’ αὐτοὺς ποὺ μᾶς ἔσωσαν ἀπὸ τὴν χειρότερη δουλεία ποὺ ὑπάρχει, τὴν αἵρεση. Δὲν ὑπάρχει ὅμως μεγαλύτερη ἔνδειξη εὐγνωμοσύνης ἀπὸ τὸ νὰ μιμηθοῦμε τὸν ἀγώνα τους καὶ νὰ γίνουμε καὶ μεῖς μὲ τὴν χάρη τοῦ Χριστοῦ, πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἐκεῖνοι. Αὐτὸ ὅμως προϋποθέτει, ὅτι εἴμαστε πρῶτα πιστὰ τέκνα της.
ΠΗΓΗ: Πρωτοπρ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ Μ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ «ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ»
(Ἀπάνθισμα κηρυγμάτων ἀπὸ τὴν «ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ» τῶν ἐτῶν 1980 καὶ 1983), Ἐκδόσεις «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»
Διαδίκτυο: Ἱ. Μ. Μελισσοχωρίου, «Θρησκευτικά» (thriskeftika.blogspot)
Ἑλληνικὸς τονισμός «Χριστιανικῆς Βιβλιογραφίας»

Δευτέρα 19 Απριλίου 2010








Σχόλιο klision:῾Η περίληψη πού ἀκολουθεῖ εἶναι ἀπό τήν εἰσήγηση πού ἔκανε ὁ π. Γεώργιος στήν ἡμερίδα πού διοργάνωσε ὁ ῾Ιερός Ναός ῾Αγίας Παρασκευῆς ᾿Αττικῆς στήν ᾿Αθήνα (17-04-2010) μέ θέμα: Γλῶσσα καί Λατρεία- Νοησιαρχία ἤ Μέθεξις;"

Πρωτ/ρος π. Γεώργιος Μεταλληνός

«῾Ο Ἑλληνικός Λόγος στήν ᾿Ορθοδοξία» (περίληψη εἰσηγήσεως)


1)   ῾Ο λόγος σέ ὅλες τίς μορφές του εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο, ἡ λειτουργία του δέ, εἶναι προνόμιο τοῦ ἀνθρώπου καί κύριο μέσο πραγματώσεως τοῦ «κοινωνικοῦ» του.

2)    Οἱ διάφορες γλῶσσες δέν εἶναι θεόσδοτες. Γι᾿  αὐτό ἡ γλῶσσα τῆς ᾿Εκκλησίας δέν ἀπολυτοποιεῖται. Κάθε γλῶσσα γίνεται δεκτή, οὐδεμία δέ γλῶσσα εἶναι ἱερά. 

3)    ῾Ο ῞Ελλην Λόγος προσελήφθη ἀπό τήν ᾿Εκκλησία (᾿Ορθοδοξία) γιά τή διακονία τῆς λατρείας, τῆς θεολογίας καί τῆς ποιμαντικῆς  (τοῦ κηρύγματος), ὑπό ὁρισμένες ἀρχές καί προϋποθέσεις. 
 
4)   ῾Η ᾿Ορθοδοξία ἀπέβη κιβωτός τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας σ᾿ ὅλη τή διαχρονική της ἔκταση. Διαμορφώθηκε ἀπό τόν 16 αἰ. ἕνας χρυσοῦς κανών: ῾Η λατρεία καί τά ἁγιογραφικά καί ὑμνογραφικά κείμενα διατηροῦνται ὅπως εἶναι. Τό κήρυγμα γίνεται σέ ἁπλούστερη μορφή. Οἱ μεταφράσεις ἔχουν ἰδιωτικό καί διακονικό χαρακτήρα.

Δευτέρα 29 Μαρτίου 2010

π. Γεώργιος Μεταλληνός - Ἡ ὑμνογραφία τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας


Ἄρθρο στὴν ἐφημερίδα Παρὸν τῆς Κυριακῆς, 12-04-2009


Ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα ἀνακεφαλαιώνει ὅλη τὴν ἀνθρώπινη Ἱστορία. τὴν δημιουργίᾳ, τὴν πτώση, τὴν ἐν Χριστῷ ἀνάπλαση καὶ ἀναδημιουργία. Ὁ Χριστός, ὁ σταυρωμένος καὶ ἀναστὰς Κύριος της Ἐκκλησίας καὶ τῆς Ἱστορίας, προβάλλεται μέσα ἀπὸ τὶς ἱερὲς Ἀκολουθίες, ὡς Αὐτὸς ποὺ δίνει λύση στὴ διαχρονικὴ τραγῳδία τοῦ ἀνθρώπου καὶ νοηματοδοτεῖ τὴν Ἱστορία.
Ὑπάρχει δὲ συνοχὴ καὶ συνέχεια στὰ ἀναγιγνωσκόμενα, ἀδόμενα καὶ τελούμενα στὴ Λατρεία, ποὺ ἀποδυναμώνεται ὅμως μὲ τὴν ἀποσπασματικότητα τῆς μετοχῆς, σ᾿ ἀντίθεση μὲ τὴν μοναστικὴ λειτουργικὴ πράξη. Ἡ καταφυγὴ τῶν φιλακολούθων στὰ μοναστήρια αὐτὲς τὶς μέρες, καὶ μάλιστα τὰ ἁγιορείτικα, αὐτὸ τὸ νόημα ἔχει: τὴν δυνατότητᾳ βιώσεως ὅλου του φάσματος τῆς προσφερόμενης, ἀπὸ τὴν λατρείᾳ, ἀνακεφαλαιώσεως τῆς σωτηρίας ἀνθρώπου καὶ κόσμου.
Ἡ παροντοποίηση τῶν συνδεομένων μὲ τὰ Πάθη τοῦ Χριστοῦ ἱστορικῶν σωτηριωδῶν γεγονότων πραγματοποιεῖται μὲ τὰ δρώμενα (λιτάνευση τῆς εἰκόνας τοῦ Νυμφίου, τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου, τοῦ Σταυροῦ, τοῦ Ἐπιταφίου, Ἀποκαθήλωση), ἀλλὰ κυρίως μὲ τὸ βασικότερο μέσον της ἐκκλησιαστικῆς μας λατρείας, τὸν λόγο τοῦ ὕμνου καὶ τὸ μουσικὸ ἔνδυμά του, τὸν ὑπέροχο αὐτὸ διφυῆ φορέα καὶ ἐκφραστὴ τῆς ὀρθόδοξης πίστης. 
Ὁ λειτουργικὸς ὕμνος συνιστᾷ τὴν καρδιὰ τῆς ἐκκλησιαστικῆς λατρείας, διότι οἱ δυνατότητες ποὺ προσφέρει ὁ ποιητικὸς λόγος καθιστοῦν τὴν ὑμνογραφία τὸ προσφορότερο μέσο γιὰ τὴν μυσταγωγία τοῦ σώματος-συνάξεως. 
Ὁ ὕμνος μεταβάλλει τὴν λατρεία σὲ ἀσίγαστο στόμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας, ποὺ δίνει καθημερινὰ τὴν μαρτυρία καὶ ὁμολογία τῆς πίστεώς της, τῆς ἐμπειρίας τῆς σωτηρίας της. Ποιητικὸς ὅμως λόγος καὶ μελῳδία συνάπτονται στὸν ὀρθόδοξο λειτουργικὸ ὕμνο ἐμπροϋπόθετα, ἀφοῦ ἡ ἐκκλησιαστικὴ Τέχνη στὴν Ὀρθοδοξία δὲν ὑπάρχει ποτὲ αὐτόνομα καὶ αὐθυπόστατα, ἀλλὰ λειτουργικὰ καὶ διακονικά, προσφέροντας μέσα γιὰ τὴν προσέγγιση τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας. Ἡ Τέχνη τῆς Ὀρθοδοξίας κινεῖται στὸ μεταίχμιο κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου, γεφυρώνοντας χαρισματικὰ τὴν ἀπόστασή τους ὡς ἱστορικὴ σάρκα τῆς θεανθρώπινης πραγματικότητας τῆς Ἐκκλησίας.
Ἔτσι ὁ Ὕμνος, ὡς λόγος πατερικός, γίνεται ποιμαντικὸ μέσο γιὰ τὴν οἰκοδομὴ τῶν πιστῶν. Προσφέρει τὴν θεογνωσίᾳ καὶ θεολογία τῆς καθαρμένης καὶ φωτισμένης ἀπὸ τὸ ἅγιο Πνεῦμα καρδιᾶς τῶν Ἁγίων, ποὺ θεολογώντας ποιητικά, βλάπτουν τὸν κάλαμο στὰ νάματα τῆς πίστεώς τους καὶ στὰ δάκρυα τῆς μετανοίας τους. Μεγάλοι Πατέρες καὶ Μητέρες μᾶς εἶναι ποιητὲς καὶ μελῳδοὶ τῶν ὕμνων τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος. Σωφρόνιος Ἱεροσολύμων, Κοσμᾶς Μαϊουμᾶ, Μᾶρκος Ὑδροῦντος, Ἀνδρέας Κρήτης, Κασσιανὴ ἢ Κασσία εἶναι τὰ γνωστότερα ὀνόματα, ποὺ μετασκευάζουν σὲ «τραγούδι» τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος καὶ «Θεο-λογία» τὴν πνευματικὴ-καρδιακὴ ἐμπειρία τους.
Ἂν ὅμως ὁ ὑμνογραφικὸς λόγος εἶναι φωνὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἡ μουσικὴ (μελῳδία) εἶναι τὸ κατάλληλο ἔνδυμά της. Ὑπάρχει γιὰ τὸν λόγο, «τῶν ρημάτων τὴν δύναμιν» καὶ ὄχι ὡς αὐθυπόστατο καλλιτεχνικὸ μέσο. Στόχος της δὲν εἶναι ἡ τέρψη ἢ ἡ συναισθηματικὴ διέγερση ἀλλὰ ἡ ὑποβοήθηση τοῦ λόγου γιὰ νὰ διεισδύσει στὰ βάθη τῆς ὕπαρξης, δημιουργώντας διάθεση προσευχητική, κατάνυξη καὶ αὐτομεμψία. Δὲν εἶναι μουσικὴ ἀκροάματος («οὐκ ἔστι θέατρον ἡ Ἐκκλησία, ἵνα πρὸς τέρψιν ἀκούωμεν», παρατηρεῖ ὁ Ἱ. Χρυσόστομος), ἀλλὰ λειτουργική. Διακονεῖ τὸ μυστήριο τοῦ ἔνσαρκου Λόγου, ἐπενδύοντας τὸν θεολογικὸ λόγο, γιὰ νὰ μπορεῖ τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα νὰ «πλέκει» εἰς τὸν Θεῖον Λόγο-Χριστὸ «ἐκ λόγων μελῳδίαν». Γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν βρῆκαν στὴ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας, ὡς Ὀρθοδοξίας, ποτὲ θέση τὰ μουσικὰ ὄργανα. Στὴν Ἐκκλησία, «ὄργανον» γλυκύφθογγο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γίνεται ὁ πιστὸς («Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ψαλτήριον γενόμενος», κατὰ τὸν Μ. Ἀθανάσιον), μὲ τὴν καθαρὴ ἀπὸ πάθη καρδιά του. 
Χωρὶς τὴν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, ἄλλωστε, δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει κανεὶς τὰ γεγονότα τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος καὶ τοῦ Πάσχα. Προχωρώντας γιὰ τὴν «τελετὴ» τῆς Ἀναστάσεως, τὴν νύχτᾳ τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, θὰ ψάλουμε. «...καὶ ἡμᾶς τοὺς εὐσεβεῖς καταξίωσον ἐν καθαρᾷ καρδία Σὲ δοξάζειν». Εἶναι ἡ «καλὴ καρδιά», γιὰ τὴν ὁποία εὔχεται ὁ λαός μας στὰ πανηγύρια καὶ στὶς χαρές του, ὑψώνοντας τὸ κρασοπότηρο. Γιατί, χωρὶς «καλὴ καρδιὰ» δὲν ὑπάρχει δυνατότητα κοινωνίας μὲ τοὺς συνανθρώπους μας καὶ χωρὶς «καθαρὰν καρδίαν» χάνεται ἡ δυνατότητα μετοχῆς στὴν Ἄκτιστη Θεία Χάρη.
Αὐτὲς εἶναι οἱ ἐκκλησιολογικὲς καὶ θεολογικὲς ἀρχές, ποὺ διέπουν τὸν ὑμνογραφικὸ λόγο (καὶ) τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος καὶ τὴν μουσικὴ-μελῳδία του, καθιερωμένες ἀπὸ τὴν ἁγιοπνευματικὴ συνείδηση, ταυτιζόμενη μὲ τὴν ὀρθόδοξη αὐτοσυνειδησία. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ λαὸς - ὅλοι μας δηλαδὴ- μετέχει μὲ κατάνυξη καὶ συμψάλλει τὰ βασικὰ τροπάρια («Ἰδοὺ Ὁ Νυμφίος ἔρχεται ...», «Τὸν νυμφῶνά Σου βλέπω...», τὰ «Ἐγκώμια» τοῦ Ἐπιταφίου κ.ἄ.π.). Ἀπὸ τὴν στιγμή, ποὺ τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα χάνει τὴν δυνατότητᾳ παρακολούθησης τοῦ ὑμνογραφικοῦ λόγου καὶ τῆς συμψαλμῳδίας, ἐλέγχεται ἡ (ἐνίοτε μὴ θεολογοῦσα) ψαλτικὴ τέχνη, ποὺ ἀποβαίνει περισσότερο «τέχνη» καὶ λιγότερο διακονικὸ ἔνδυμα τοῦ λόγου. Τότε σκοπὸς γίνεται τὸ ἀκρόαμα καὶ ὄχι ἡ κατανυκτικὴ συμμετοχή. Ἔτσι, ὅμως, «δυτικοποιεῖται» ἡ ἐκκλησιαστικὴ Τέχνη καὶ ἐκκοσμικεύεται ἡ Λατρεία.

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010

Προβολή ειδωλολατρικών εθίμων και η στάση των Χριστιανών (Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Δ. Μεταλληνός, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών






Ο π. Γεώργιος Μεταλληνός εξ αφορμής ειδω­λολατρικής προελεύσεως εθίμων που αναβιώνουν και προβάλλονται ιδιαίτερα κατά την περίοδο των Απόκρεω, σε άρθρο του με τίτλο «Θανατηφόρες συντηρήσεις και παλινδρομήσεις», που δημοσιεύε­ται στο βιβλίο του «Σύγχυση - Πρόκληση - Αφύπνιση» (Εκδ. Αρμός, Αθήνα 1991, σσ. 112-117), αναφέρει και τα εξής σημαντικά, τα οποία μεταφέρουμε εδώ, διότι αποτελούν ουσιαστική απάντηση στη σύγχρονη πρόκληση του νεοπαγανισμού. Η αντιμετώπιση του φαινομένου είναι η εις βάθος κατήχηση του λαού μας.



Το πρόβλημα όμως δεν βρίσκεται τόσο στην επιβίωση ειδωλολατρικών εθίμων, κυρίως στης αγροτικές και ορεινές πε­ριοχές, στις οποίες ο προχριστιανικός βίος πα­ρουσιάσθηκε περισσότερο ανθεκτικός και δυσπολέμητος. Πιστεύουμε, ότι περισσότερο βα­ρύνει η καταβαλλόμενη από πολλούς σήμερα επιμελής προσπάθεια, ώστε αυτά τα έθιμα, που είναι τελείως αναιρετικά της χριστιανικής παραδόσεως, να ανανεώνονται, να προβάλ­λονται και να επαναφέρονται ακόμη και εκεί που έχουν εξαφανισθεί από πολλούς αιώνες. Είναι μια τάση, που εμφανίζεται με τον Δια­φωτισμό στους τελευταίους αιώνες και κυρίως μετά την ίδρυση του Κράτους μας τον 19ο αιώ­να. Οι έντονα αρχαιολατρικές τάσεις, με πα­ράλληλη υποτίμηση, λόγω της αρχαιοπληξίας, που απαιτούσε η σύνδεσή μας με την Ευρώπη, της ορθοδόξου παραδόσεως, οδήγησαν, κυ­ρίως τους διανοουμένους, στην ανάσταση του αρχαιοελληνικού βίου σε όλο το φάσμα του. Ιδιαίτερα η πρόκληση του Φαλλμεράϋερ, που έθιγε την συνέχεια του Έθνους μας, παρέσυρε σε υπερτονισμούς των λαϊκών εθίμων για να δειχθεί η άμεση καταγωγή μας από τους αρχαίους και, συνεπώς, και η εθνική γνησιό­τητα μας. Ακόμη, πρόσωπα με μειωμένη πίστη και χαλαρή η μηδενική σχέση με τη ζωή του εκκλησιαστικού σώματος, και πάντοτε για χά­ρη της αναγνώρισης εκ μέρους της Ευρώπης, που δεν θέλει Ελλάδα ορθόδοξη, αλλά αρχαι­οελληνική, φέρνουν στην επιφάνεια καθαρά ειδωλολατρικά έθιμα, που έχουν από αιώνων χαθεί στην ιστορική μας μνήμη. Μήπως, αλή­θεια, η τελετή του ανάμματος της Ολυμπιακής Φλόγας, με προσευχές σε ανύπαρκτες αρχαίες θεότητες, δεν αναβίωσε μόλις στα 1936 για την Ολυμπιάδα, που οργάνωσε στο Βερολίνο η ναζιστική μάλιστα Γερμανία και παραμένει ακόμη;
Σ' αυτό το κλίμα τελούνται και προβάλλον­ται και τα λεσβιακά έθιμα (Σημ. «Π»: δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, τα νεοπαγανιστικά δρώμενα στην Αγιάσο της Λέσβου). Και δεν είναι βέβαια μόνο η αρχαιολατρία που τα συν­τηρεί, αλλά και ο Μινώταυρος του τουρισμού, που καταβροχθίζει τα πάντα με το αντάλλα­γμα του υλικού κέρδους. Και όταν τα οικονο­μικά κριτήρια υπερισχύουν, τότε η ψυχή και η πνευματικότητα είναι ευνόητο να συμπνίγονται. Και είναι γεγονός, ότι όσοι παίρνουν μέρος σε τέτοια έθιμα, με οποιοδήποτε τρόπο, δεν είναι άθρησκοι ή άθεοι. Είναι δε βέβαιο, ότι οι περισσότεροι από αυτούς, έστω «για το καλό του χρόνου», όπως συνήθως λέγεται, θα προσέλθουν στην Θεία Κοινωνία τη Μ. Πέμ­πτη. Αντιλαμβάνεται όμως κανείς ποια σύγ­χυση κουβαλούμε μέσα μας, όταν για το ίδιο (ανύπαρκτο φυσικά) καλό, συμμετέχουμε στην Τράπεζα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και στις Διονυσιακές —δαιμονικές κατ' ουσίαν— συνάξεις. Είναι η τραγική σύγχυση, που κυ­ριαρχεί σ' όλη τη ζωή μας και επηρεάζει τόσο τη χριστιανικότητά μας, ώστε να μη διαφέρει σε πολλές περιπτώσεις από ειδωλολατρία, κάτι που ένας ακατάσχετος συχνά εθνικισμός δεν μας αφήνει να παραδεχθούμε. Γι' αυτό και νο­μίζουμε, ότι η διατήρηση αυτών των εθίμων εξασφαλίζει την ελληνικότητα μας, λησμονώντας ότι ελληνικότητα είναι τώρα η Ορθοδοξία μας. Υπάρχει λοιπόν, ευρύ πεδίο ιεραποστολής, ακόμη και στον ίδιο μας τον τόπο, και ανάγκη εκχριστιανισμού ενός μέρους της ζωής μας, που συντηρεί ακόμη ή επαναφέρει δαιμο­νικά στοιχεία του ειδωλολατρικού της παρελ­θόντος.


Σημείωση (Πηγή: Περιοδικό 'ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ')
Διαδίκτυο:alopsis


Συσχετιζόμενα Θέματα

ΘΕΟΛΟΓΙΑ

Λυπούμεθα, Σχόλ