"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Μαΐου 2011

Τό ἀφηγηματικό ἦθος τοῦ Παπαδιαμάντη









[....]
Δύσκολα πράγματα για τους νέους πάντα αναγνώστες. Γι' αυτό χρειάζεται μια φρέσκια μύηση στο αφηγηματικό ήθος του Παπαδιαμάντη. Χρειάζεται να τον επαναπροσδιορίσουμε ως πεζογράφο, που απεικονίζει τον άνθρωπο· αυτόν που τον κόβουν στα δύο οι ψυχικές του διβουλίες, η εσωτερική του διφυΐα, το μέσα του κομμάτιασμα. Αυτό δηλαδή που πάντα είναι ο άνθρωπος: δύο αντίμαχα κομμάτια, που το ένα τρώει το άλλο.

Να το ξαναπούμε: σε τόσο χαλασμένους καιρούς, όπως αυτοί που ζούμε, χρειάζεται ένα γενναίο αναγνωστικό άνοιγμα. Ενδεχομένως, μια μύηση ή μια ανάγνωση του Παπαδιαμάντη με καινούρια όραση και ματιά. Οι αγνοούντες χρειάζεται να δουν και να νιώσουν πολλά. Ενδεικτικά καταγράφονται κάποια:

α) Τον ασκούμενο δικηγόρο, τον σκοτωμένο στην καθημερινή μιζέρια του αθηναϊκού γραφείου· αυτόν που απαξιώνει εντελώς την εγγράμματη δυστυχία του μορφωμένου και λογαριάζει πιο πολύ την απόλυτη ένδεια της νεανικής αγράμματης ευτυχίας, με τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα (Ονειρο στο κύμα).

β) Τους τρεις ήχους που συνυπάρχουν σε μια θαυμαστή συλλειτουργία: πρώτα ο θρήνος μιας γριάς, που κουβαλάει στην πλάτη της θανάτους και θανάτους. Υστερα το σουραύλι του αμέριμνου βοσκού, του σημαδιακού κι αταίριαστου· και, τέλος, η απειρία της παιδικής αθωότητας, που, μαγεμένη απ' το τραγούδι της ζωής, χάνει την ευστάθειά της και κει, στο μούχρωμα της μέρας, γκρεμίζεται στη θάλασσα, στο «μπλουμ» του θανάτου (Το μοιρολόγι της φώκιας).

γ) Τη γυναίκα και τη μοίρα της. Μια ζωή σκυμμένη και βασανισμένη· δοσμένη στην υπηρεσία των άλλων, μέχρι που θόλωσε το μυαλό, ψήλωσε ο νους της και άρχισε να μοιράζει με τα χέρια της τον θάνατο· να πνίγει τα μικρά κορίτσια, για να μη ζήσουν τη δικιά της ζωή· σαν να ήταν αυτός ο θάνατος η δίκαιη λύση (Η Φόνισσα).

δ) Τον τόσο πρώιμο και σχεδόν καφκικό μοντερνισμό, στην όλη οργάνωση της αφηγηματικής λογικής, και μάλιστα σε χρόνους προκαφκικούς, μαζί με, επίσης πρώιμα, υπερρεαλίζοντα στοιχεία (Για την περηφάνεια).

Και άλλα πολλά, φυσικά. Στάθηκα στα ελάχιστα και στα πιο γνωστά. Μόνο και μόνο για να φανεί ότι αυτός ο αναγνωστικός νόστος, αυτή η επιστροφή σε ξεχασμένες, ιδίως απ' τις νεότερες γενιές, σελίδες της πεζογραφίας μας μάς μαθαίνει ή, καλύτερα, μας θυμίζει την πιο απλή και την πιο αυτονόητη αλήθεια: η αυθεντική λογοτεχνία, απ' τα πανάρχαια χρόνια μέχρι και σήμερα, απεικονίζει τον άνθρωπο: πότε ως πάσχοντα και βασανιζόμενο, παγιδευμένο στα δικά του λάθη ή στις ξόβεργες, που μας στήνουν οι άλλοι και οι περιστάσεις, και πότε ως ευφρόσυνη λαχτάρα, που γεύεται την ομορφιά τού να υπάρχεις.[....]

Νικήτας Παρίσης , "Από το 1911 στο τώρα",
Βιβλιοδρόμιο Ελευθεροτυπίας
Πηγή:http://trelogiannis.blogspot.com

Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2010

῾Η προσφυγιά μέσα ἀπό λογοτεχνικά κείμενα




"Κοκκαλωμένες ματιές απόκοσμων όντων..."


Η Ανατολή ξερνούσε, ξερνούσε…[1]
Η πρώτη μας νύχτα εδώ, συλλογίστηκε και δεν ένιωσε καμιά συγκίνηση. Μήτε λύπη μήτε χαρά. Όλα της τα αισθήματα είχαν εξαντληθεί. Η ψυχή της άδειαζε όπως αδειάζει ένα σακούλι γεμάτο ζάχαρη. Τίποτα δεν της έμεινε. Η αγωνία, η λύπη, ο φόβος είχανε ξοδευτεί εκεί πριν έρθουνε. Τώρα πια δεν την έμελε για τίποτα. Θα ζούσανε βασανισμένα, ίσως φτωχικά. Μα τι σημαίνει το πώς θα ζούσανε! Είχανε φύγει. Εκείνο ήταν το παν.[2]
Οι μυριάδες των προσφύγων, μισόγυμνοι και πειναλέοι, στοιβαζόντανε όπου υπήρχε μια στέγη διαθέσιμη, στα παλάτια των εξόριστων βασιλιάδων, στα προαύλια των εκκλησιών, στους σιδηροδρομικούς σταθμούς, στα δημόσια κτίρια, στα μισόχτιστα σπίτια. Γυναίκες γεννούσανε, άρρωστοι βογγούσανε και ξεψυχούσανε απάνω στα πεζοδρόμια των πιο κεντρικών δρόμων, μες σε μια ακαθαρσία απερίγραπτη.[3]
Όποιος αντικρυστεί μ’ αυτό τον κόσμο, δε μοιάζει πια κι ο ίδιος με τον εαυτό του.[4]
Μια βρόμικη σάρκα χωρίς μορφή, που κολυμπούσε σε μιαν απίστευτη χλαπαταγή, σα να μην υπήρχε πράγμα που να μην ούρλιαζε, που να μην βλαστημούσε, που να μη βογγούσε, που να μην έσπρωχνε.[5]
Κοκκαλωμένες ματιές απόκοσμων όντων […] σε τραβά το ακίνητο, στεγνό βάθος των ματιών τους.[6]
Αποζητούσε το τίποτα: ένα κομμάτι ψωμί, ένα κομμάτι πανί, για να ντύσει τη γύμνια του, ένα κομμάτι σκεπή, για να αναπάψει το κουρασμένο κορμί του και να μπορέσει να κλάψει, να θρηνήσει τον εαυτό του, τους άλλους, το έχει του, το όνειρό του που έσβησε πέρα κει μακριά.[7]
–[…] Μπορεί να φύγει άλλος από το σπίτι του και να τα αφήσει σε δαύτους; Άφησε που βρωμάνε όλοι, που είναι άρρωστοι, που δεν έχουν πεντάρα. Ενάμιση εκατομμύριο άνθρωποι. Τι να σου κάνει κι αυτός ο τόπος! Εμείς δεν είχαμε να θρέψουμε το στρατό μας, όχι πως μας φορτώθηκαν όλοι τούτοι. […] Στα θέατρα, στους κινηματογράφους, στις εκκλησιές, στα καφενεία – σ’ όλη την Ελλάδα, παντού! Κ’ ένας κόσμος! Ο Θεός να σε φυλάει από δαύτους!
–Μα εμείς τους φέραμε! Είπε ο Άγγελος. Εμείς τους ξεσπιτώσαμε, εμείς τους ορφανέψαμε, τι θέλεις να κάμουν;
–Να μείνουν στον τόπο τους!
–Ποιο τόπο τους μολογάς; Ο τόπος τους είναι στάχτη και κούρβουλο. Το Αιγαίο κοκκίνησε. Τα ψάρια του δεν προφταίνουν να τρώνε ανθρώπους![8]
Άκουγες και φωνάζανε: «Έχασα την Ευρύκλεια!» κι άλλος εδιηγιόντανε πως επήρε το ρούχο κι άφησε το παιδί. Κι όλοι εβαστούσανε παιδιά κι ένα μπόγο κουρέλια. Που και που ήτανε κανείς που δεν εβάσταγε τίποτα. Κι ήτανε μια γυναίκα που μέρα-νύχτα εφώναζε: «Οχού, τα καστρουλάκια μου, που τ’ άφησα στο ράφι τριμμένα!». Κι αυτή, λέει, ήτανε απ’ αλλού, απ’ τα μέρη του Καυκάσου, κι άμα σάλεψε ο νους της, την πετάξανε μες σ’ ένα ρέμα με σκουπίδια, κι άμα τα τέλειωσε όλα, και δεν είχε πια τίποτα να φάει, έπεσε ανάσκελα κι επέθανε.[9]

[1] Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, Αστροφεγγιά, σ. 152. [2] Τ. Σταύρου, Οι πρώτες ρίζες, σ. 13.
[3] Γ. Θεοτοκάς, Αργώ, σ. 181-182.
[4] Θ. Κορνάρος, Το ξεκίνημα μιας γενιάς, σ. 141.
[5] Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, Αστροφεγγιά, σ. 153.
[6] Θ. Κορνάρος, Το ξεκίνημα μιας γενιάς, σ. 141.
[7] Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, Δεκατρία χρόνια, σ. 153.
[8] Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, Αστροφεγγιά, σ. 157.
[9] Μ. Αξιώτη, Εικοστός αιώνας, σ. 17.

Πηγή:http://polianapoda.wordpress.com

᾿Επεισόδιο /τοῦ Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου



Το δρομάκι ήταν ήσυχο, σαν απελπισμένο και ορφανεμένο. Μεγάλες λακκούβες  καταμεσής του, γεμάτες νερό της βροχής, θαμποφέγγιζαν κάτω από το αρρωστεμένο ηλιόφωτο, που πάσκιζε να ξεσκίσει την πηχτή συννεφιά. Στην πέρα γωνιά, εκεί που άρχιζε η άσφαλτος του μεγάλου δρόμου, σωριασμένα σκουπίδια, κουρέλια, χαρτιά κι αποκαΐδια και σάπιες φλούδες, ανάδιναν τη βαριά και ξινή μυρουδιά τους. Το κορίτσι κοντά στο παράθυρο προσπαθούσε να συνεφέρει κάποιο κουρέλι με τη βελόνα του. Ένα χειμωνιάτικο πουλάκι στάθηκε στα σκουπίδια, τσίμπησε μια φλούδα και πήγε να κοιτάξει τον κόσμο πάνω από 'να γερμένο κεραμίδι.
Απελπισμένο κι ορφανεμένο ήταν το δρομάκι. Κι έτυχε τότε να 'ρθει και ν' ανασάνει εκεί δα χάμου ο άνθρωπος που περπατούσε από τα βαθιά χαράματα, φέρνοντας λογής λογής φρύγανα και σαρίδια από το βουνό. Μια παλιοκασόνα με δυο ρόδες στο πλάι ήταν το έχει του· τη ζεύτηκε ο ίδιος και το παιδί ίσαμε δεκατεσσάρω χρονώ, την έσπρωχνε από πίσω. Κι ίδρωναν κι αγκομαχούσαν κι οι δυο.  Το μεγάλο παιδί έρεβε δυο μήνες στη φυλακή – μέρα τη μέρα καρτερούσε την εχτέλεση, που θα το λύτρωνε από τα δεινά του. Τα βάσανά του ήταν αμολόγητα, τι βελόνες στα νύχια και τι αναμμένες εφημερίδες και τι σούρσιμο πάνω στα χαλίκια με την κοιλιά – μα εκείνο δεν άνοιγε το στόμα του, μήτε που παραπονιόταν, μήτε που μετάνιωνε για τίποτε, μόνο καρτερούσε ήσυχα την ώρα που θα ‘παιρναν ένα τέλος όλα τούτα, μ’ ένα βόλι στην καρδιά, μ’ ένα βόλι στο καθάριο μέτωπο της θυσίας. Ο χειμώνας ήταν βαρύς, η ντουλάπα με τις ψαλιδισμένες εφημερίδες άδεια, το τζάκι σβηστό – μια μούχλα και μια υγρασία, κάτι σαν την ανάσα της πείνας, είχε κατακάτσει απάνω σ’ όλα και δεν έλεγε να ξεσηκωθεί από κει. Έτσι ο γέρος τ’ αποφάσισε να πάει να μάσει χόρτα και ξύλα. Τόσοι και τόσοι έκαναν κάθε μέρα το ίδιο. Ξεκινούσαν για το βουνό με τα πόδια γυμνά, μ' ένα τσουβάλι στην πλάτη, με μια κασόνα ξεγοφιασμένη·  σαν τύχαινε και μπορούσαν να βοηθήσουν και τα παιδιά, στον πηγεμό τα βάζανε μέσα και τα σούρνανε -κι ύστερα έσπρωχναν κι εκείνα στο γυρισμό από πίσω. Μα ο δρόμος ήταν μακρύς - Θε μου, τι ατέλειωτους δρόμους έχει η γη σου! Κι εκεί έξω τα χωράφια πρασίνιζαν, τα νεράκια μουρμούριζαν, μα η συννεφιά ήταν πάντα βαριά και πηχτή, σαν μια πίκρα που πλάκωνε την καρδιά. Θρήνος σ' έπιανε να κοιτάς τα σπαραγμένα πεύκα, τ' αποκαΐδια, τους μαύρους λόφους που ξεμάκραιναν ίσαμε τη θάλασσα. Οι λοτόμοι ξεστήθιαζαν τις ανηφοριές, ξεχέρσωναν τις λαγκαδιές. Ήταν άλλης λογής άνθρωποι τούτοι! Γέμιζαν τα κάρα τους με τα χοντρά άλογα από το πράσινο δάσος και φεύγανε, φεύγανε τραγουδώντας. Και την άλλη μέρα ξανά· και δεν άφηναν δέντρο για δέντρο, μονάχα τη γη σακατεμένη -και τη νύχτα να τη δέρνει αλύπητα η βροχή και, σα να μην την καταπίνει, σαν να τη βγάζει από τα σπλάχνα της η ίδια, μια θάλασσα δάκρυα και μια λάσπη γλιστερή που γέμιζε πατημασιές, καθώς ανοιχτές λαβωματιές πάνω σ' ένα καταπληγιασμένο κορμί. Και τότε το πάθος των ανθρώπων έσμιγε με το πάθος της γης- χορτάρι δεν πρόφταινε να φυτρώσει κι ο πεινασμένος το συμμάζευε στο σακούλι του τρέμοντας μην τον ξεκρίνει από πουθενά και τον διώξει σαν το τυραγνισμένο σκυλί ο δυνάστης λοτόμoς. Μα, όσο και να πεις, ήταν μια παρηγοριά αυτή η στέρηση που έδενε τον άνθρωπο με τα πράματα κι η πίστη, πως κάποια μέρα πίσω από εκείνους τους λόφους θ' ανέβαινε ένας ήλιος φλογάτος και θα ξυπνούσαν οι τάφοι κι από στεριές κι από θάλασσες θα ξεχυνόταν το καινούριο τραγούδι, μια μέρα χαρούμενη, που δεν θα 'χε πια τελειωμό.

Το καροτσάκι βρισκόταν παρατημένο σύρριζα στο στενό πεζοδρόμιο. Ο άνθρωπος σφούγγιζε τον ιδρώτα του με το κουρελιασμένο μανίκι και το παιδί ξεκουραζόταν κοντά στο παράθυρο, κάτου από το κορίτσι με την ασταμάτητη βελόνα. Το σακούλι με τα χόρτα ήταν γεμάτο και το καροτσάκι ήταν γεμάτο - θα μπορούσαν όπως όπως να την περάσουν και τη μέρα τούτη και τώρα που ανακάλυψαν το βουνό η ελπίδα δεν ήταν χαμένη.  Το παιδί ξέκρινε κιόλας μια φρέσκια φλούδα πορτοκαλιού στα σκουπίδια και χίμηξε να την αρπάξει, σαν να φοβόταν μην τύχει και βρεθεί περαστικός στο ειρηνεμένο δρομάκι και του την πάρει. Κάθισε κει δα πέρα και ξεσκάλιζε· βρήκε κι ένα κόκαλο, πασαλειμμένο παχιά λάσπη και το 'πλυνε στη λακκούβα καταμεσής, στο νερό της βροχής, και το τραγάνιζε ευτυχισμένο. Σ' ένα ξεκοιλιασμένο κουτί κονσέρβας φέγγιζε κάτι σαν υποψία λαδιού και το συμμάζεψε κι εκείνο και το 'δειχνε στον πατέρα του σαν πλούσιο βρετίκι, χάρισμα μοίρας πονόψυχης. Ήταν μια σοβαρή δουλειά να ψάχνεις, ολοένα να ψάχνεις στο σωρό τα σκουπίδια και ν' απλώνεις το χέρι ολοένα βαθύτερα και να πασπατεύεις ζητώντας το θησαυρό, που δεν τ' αποφάσιζε να βρεθεί -μα κιόλας κάτι του 'λεγε του καθενός πως υπάρχει.

Κι ήταν ολότελα δοσμένο σε τούτη τη δουλειά το παιδί·  και δεν άκουσε τίπoτα. Μήτε ο πατέρας άκουσε τίποτε, προσπαθώντας να ζευτεί πάλι το καροτσάκι και να ξεκινήσει για πάρα πέρα. Έπαιρνε και να μεσημεριάζει και συλλογιόταν πως θα έπρεπε στο σπίτι ν' ανάψουν φωτιά να ζεσταθούνε και μια σταλιά και να βράσουν τα χόρτα. Κάποιος γείτονας του είχε πει τις προάλλες πως έριχνε μέσα στο τσουκάλι πεντέξι ελιές και το χόρτο έπαιρνε τη μυρουδιά του λαδιού  και νοστίμιζε. Σαν δύσκολο πράμα να βρεις τι ελιές!  Μα μπορεί στο τέλος ο γείτονας να 'χε ακόμα καμπόσες. Όλα τυχαίνουν -και τα πιο απίστευτα- σε τούτο τον κόσμο καμιά φορά!  Δε συλλογιόταν άλλο τίποτε από τούτο, καθώς ζευόταν το καροτσάκι σαν έπεσαν μονομιάς στο δρομάκι οι λαστιχένιοι τροχοί κι ένα σούσουρο έκαμε το πουλί, που στεκόταν ακόμα στο κεραμίδι του, να πετάξει αλλοπαρμένο πέρα στην άσφαλτο, μακριά. Πίσω από το κρύσταλλο, στ' αυτοκίνητο, άστραψε ένα φαρδύ κατακόκκινο πρόσωπο, οργισμένο. Καθόταν κι ένα κορίτσι δίπλα του και μασούσε μια σοκολάτα χαμογελώντας. Το καροτσάκι σείστηκε σύγκορμο, μα ήταν κολλημένο γερά στη λάσπη και δεν έλεγε να ξεκινήσει από κει. Κι ο άνθρωπος ζεμένoς αγκομαχούσε και τιναζόταν κι εκείνος σύγκορμος και στέριωνε τα πόδια ολάνοιχτα πίσω και πάσκιζε να τραβήξει μπροστά με το φαγωμένο κορμί τεντωμένο σαν ένα τόξο και τ' αριά άσπρα γένια του ξαναγέμισαν ιδρώτα μονομιάς και τα μάτια του συννέφιασαν και δεν μπορούσαν τίποτε πια να ξεκρίνουν. Το χοντρό πρόσωπο μούγκριζε πίσω από το κρύσταλλο και φοβέριζε και βλαστημούσε σ' άγνωρη γλώσσα. Είχε γίνει πια γαλαζοκόκκινο και γαλάζωνε ολοένα, κι ο κοντός λαιμός ανασηκωνόταν ανυπόμονος μπροστά σε τούτο το εμπόδιο τ' αναπάντεχο. Το κορίτσι μασούσε τη σοκολάτα του και χασκογελούσε. «Τι χαριτωμένος γινόταν αυτός ο Φριτς, όταν θύμωνε!» Μα το πράμα δε βάσταξε πολύ. Ο Φριτς  κατέβηκε από τ' αυτοκίνητο αλαφιασμένος·  οι μπότες του άστραψαν καλογυαλισμένες, άστραψαν τα μάτια του σκοτεινά και τα χείλη του μούγκριζαν, μούγκριζαν. Το 'πιασε το γεροντάκι, λιγνό σαν το φρύγανο, και το ‘στησε στον τοίχο πλάι στο παράθυρο του κοριτσιού που ανατρόμαξε και κρύφτηκε μέσα κι άρχισε να το δέρνει το γεροντάκι, να το χτυπάει όπου έβρισκε με γροθιές και κλοτσιές κι ολοένα να φρενιάζει περισσότερο. Το παιδί σωριάστηκε πάνω στα σκουπίδια και βάλθηκε να κλαίει τρομαγμένο και να κοιτάζει και να μην μπορεί να κουνήσει από τον τόπο του. Το γεροντάκι δεν έβλεπε πάρεξ δυο ασημένιους αϊτούς, ένα περιλαίμιο που ανεβοκατέβαινε μπροστά του -κι ένιωθε δυο χοντρά, ζεστά κομμάτια σάρκας να πέφτουν απάνω του σαν το φλογισμένο σίδερο· μα μήτε βόγκηξε μήτε άρθρωσε λέξη. Τo κορίτσι κατάπιε τη σοκολάτα του και ξεφώνισε: «Ντας ιστ γκενούχ, λίμπλιχε Φριτς, ντας ιστ γκενούχ!» Οι μπότες ξεμάκρυναν. Το χοντρό πρόσωπο είχε ξανάβρει τον εαυτό του, κάτι σαν γαλήνη και σαν ικανοποίηση. Ανέβασε το αυτοκίνητο σύρριζα στον τοίχο, στο αντικρινό πεζοδρόμιο, και πέρασε θριαμβευτικά, γεμίζοντας βαριά μυρουδιά μπενζίνας τ' ορφανεμένο δρομάκι.
Το κορίτσι με τη βελόνα άνοιξε την πόρτα, έπλυνε το πρόσωπο του γέρου με κρύο νερό, το σκούπισε με καθάρια πετσέτα· ήρθανε κι οι άλλες γειτόνισσες κι  έφερε η μια ένα κομμάτι, ένα ελάχιστο κομμάτι ψωμί κι η άλλη το μπουκαλάκι με  το ρούμι και πάσκιζαν να συνεφέρουν τον άνθρωπο που κακοπάθησε. Μα κάτω από τα μάτια το πετσί ήταν γαλαζόμαυρο και φουσκωμένο, λες κι από στιγμή σε στιγμή θα 'σκαζε και θα 'τρεχε από εκεί μέσα όλο το δάκρυ που δεν έβγαινε από την καρδιά. Το παιδί μπόρεσε τότε πια ν' ανασηκωθεί κι έπιασε τα χέρια του πατέρα και τα φιλούσε και του πασπάτευε το κορμί και γλυκά και θαρρετά του μιλούσε, σαν να γεννιόταν την ώρα εκείνη ένας αδάμαστος άντρας μέσα του. Ύστερα στάθηκε ολόρθο και κοίταξε πέρα κι είδε τη λάσπη σημαδεμένη από τα λάστιχα κι έβαλε όλη του την ψυχή στη ματιά· κι ήταν σαν να γέμισε το δρομάκι αχούς αναστάσιμους και ν' άνθισε η γης μονομιάς, μέσα στην καρδιά του χειμώνα, και τα χελιδόνια να σπάθισαν το γαλάζιο του ασυννέφιαστου ουρανού. Γιατί την ώρα εκείνη ένα βασανισμένο κι ανυποψίαστο παιδί έγινε λεύτερος άνθρωπος και κατάλαβε ποιο είναι το χρέος του.


http://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/imp_epeisodio.htm

Σάββατο 19 Ιουνίου 2010

Ζητεῖται ΄Ελπίς- ᾿Αντώνη Σαμαράκη

Ζητεῖται ᾿Ελπίς! Τό ὄμορφος τίτλος καί πόσο ἐπίκαιρος! Προπάντων σήμερα Ζητεῖται ᾿Ελπίς. Σέ ἕναν κόσμο πού μυρίζει πτωμαῒνη. Σέ μιά κοινωνία πού σαπίζει ἀπό τήν ἔλλειψη ἰδανικῶν. Σέ μιά ἀνθρωπομάζα στήν ὁποία ψάχνεις ἐναγωνίως γιά κάποιον πού νά  διασώζει ἴχνη τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Σέ μιά οἰκονομία πού καταρρέει, γιατί χτίστηκε στά συντρίμια τοῦ ἐγωϊσμοῦ καί τῆς καλοπέρασής μας. Σέ μιά κυβέρνηση πού τήν ἐνοχλεῖ γιατί τά καημένα τά γηρατειά ἔχουν ἀνεβασμένο τό προσδόκιμο ζωῆς. Ζητεῖται ᾿Ελπίς, ἀλλά ἀγνοεῖται σκανδαλωδῶς ὅτι ἡ ΕΛΠΙΔΑ γεννήθηκε ἐδῶ καί δυό χιλιάδες χρονιά καί δέν εἶναι ἀφηρημένη ἰδέα. Εἶναι ΠΡΟΣΩΠΟ. Εἶναι τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ μας, πού μᾶς περιμένει νά πᾶμε κοντά του. Πού μᾶς θέλει ἐναγωνίως καί μᾶς ἀγαπᾶ "σφόδρα". Κι ἐμεῖς τί κάνουμε; ᾿Ανταποκρινόμαστε;  (᾿Οδυσσέας)



Ὅταν μπῆκε στὸ καφενεῖο, κεῖνο τὸ ἀπόγεμα, ἤτανε νωρὶς ἀκόμα. Κάθισε σ᾿ ἕνα τραπέζι, πίσω ἀπὸ τὸ μεγάλο τζάμι ποὺ ἔβλεπε στὴ λεωφόρο. Παράγγειλε καφέ.

Σὲ ἄλλα τραπέζια, παίζανε χαρτιὰ ἢ συζητούσανε.

Ἦρθε ὁ καφές. Ἄναψε τσιγάρο, ἤπιε δυὸ γουλιές, κι ἄνοιξε τὴν ἀπογευματινὴ ἐφημερίδα.

Καινούριες μάχες εἶχαν ἀρχίσει στὴν Ἰνδοκίνα. «Αἱ ἀπώλειαι ἑκατέρωθεν ὑπῆρξαν βαρύταται», ἔλεγε τὸ τηλεγράφημα.

Ἕνα ἀκόμα ἰαπωνικὸ ἁλιευτικὸ ποὺ γύρισε μὲ ραδιενέργεια.

«Ἡ σκιὰ τοῦ νέου παγκοσμίου πολέμου ἁπλοῦται εἰς τὸν κόσμον μας», ἦταν ὁ τίτλος μιᾶς ἄλλης εἴδησης.

Ὕστερα διάβασε ἄλλα πράγματα: τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, προαγωγὲς ἐκπαιδευτικῶν, μιὰ ἀπαγωγή, ἕνα βιασμό, τρεῖς αὐτοκτονίες. Οἱ δυό, γιὰ οἰκονομικοὺς λόγους. Δυὸ νέοι, 30 καὶ 32 χρονῶ. Ὁ πρῶτος ἄνοιξε τὸ γκάζι, ὁ δεύτερος χτυπήθηκε μὲ πιστόλι.

Ἀλλοῦ εἶδε κριτικὴ γιὰ ἕνα ρεσιτὰλ πιάνου, ἔπειτα κάτι γιὰ τὴ μόδα, τέλος τὴν «Κοσμικὴ Κίνηση»: «Κοκταίηλ προχθὲς παρὰ τῷ κυρίῳ καὶ τῇ κυρίᾳ Μ. Τ. Χάρμα εὐμορφίας καὶ κομψότητος ἡ κυρία Β. Χ. μὲ φόρεμα κομψότατο ἐμπριμὲ καὶ τὸκ πολὺ σίκ. Ἐλεγκάντικη ἐμφάνισις ἡ δεσποινὶς Ο. Ν.»

Ἄναψε κι ἄλλο τσιγάρο. Ἔριξε μιὰ ματιὰ στὶς «Μικρὲς Ἀγγελίες»:

ΠΩΛΕΙΤΑΙ νεόδμητος μονοκατοικία, κατασκευὴ ἀρίστη, ἐκ 4 δωματίων, χόλ, κουζίνας, λουτροῦ πλήρους, W.C.

ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ εἰς σοβαρὸν κύριον δωμάτιον εἰς β´ ὄροφον, εὐάερον, εὐήλιον...

ΖΗΤΕΙΤΑΙ πιάνο πρὸς ἀγοράν...

Σκέψεις γυρίζανε στὸ νοῦ του.

Ἀπὸ τότε ποὺ τέλειωσε ὁ δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, ἡ σκιὰ τοῦ τρίτου δὲν εἶχε πάψει νὰ βαραίνει πάνω στὸν κόσμο μας. Καὶ στὸ μεταξύ, τὸ αἷμα χυνότανε, στὴν Κορέα χτές, στὴν Ἰνδοκίνα σήμερα, αὔριο...

Πέρασε τὸ χέρι του στὰ μαλλιά του. Σκούπισε τὸν ἱδρώτα στὸ μέτωπό του· εἶχε ἱδρώσει, κι ὅμως δὲν ἔκανε ζέστη.

Ὁ πόλεμος, ἡ βόμβα ὑδρογόνου, οἱ αὐτοκτονίες γιὰ οἰκονομικοὺς λόγους, ἡ «Κοσμικὴ Κίνησις»... Τὸ πανόραμα τῆς ζωῆς!

Δὲν εἶχε ἀλλάξει διόλου πρὸς τὸ καλύτερο ἡ ζωή μας ὕστερ᾿ ἀπὸ τὸν πόλεμο. Ὅλα εἶναι, τὰ ἴδια σὰν καὶ πρίν. Κι ὅμως εἶχε ἐλπίσει κι αὐτός, ὅπως εἶχαν ἐλπίσει ἑκατομμύρια ἄνθρωποι σ᾿ ὅλη τὴ γῆ, πῶς ὕστερ᾿ ἀπὸ τὸν πόλεμο, ὕστερ᾿ ἀπὸ τόσο αἷμα ποὺ χύθηκε, κάτι θ᾿ ἄλλαζε. Πὼς θἀρχόταν ἡ εἰρήνη, πὼς ὁ ἐφιάλτης τοῦ πολέμου δὲ θὰ ἴσκιωνε πιὰ τὴ γῆ μας, πὼς δὲ θὰ γίνονταν τώρα αὐτοκτονίες γιὰ οἰκονομικοὺς λόγους, πὼς...

Σουρούπωνε. Μερικὰ φῶτα εἶχαν ἀνάψει κιόλας στὰ μαγαζιὰ ἀντίκρυ. Στὸ καφενεῖο δὲν εἴχανε ἀνάψει ἀκόμα τὰ φῶτα. Τοῦ ἄρεσε ἔτσι τὸ ἡμίφως.

Σκέφτηκε τὴ σύγχυση ποὺ ἐπικρατεῖ στὸν κόσμο μας σήμερα. Σύγχυση στὸν τομέα τῶν ἰδεῶν, σύγχυση στὸν κοινωνικὸ τομέα, σύγχυση...

Δὲν ἔφταιγε ἡ ἐφημερίδα ποὺ ἔκανε τώρα αὐτὲς τὶς σκέψεις. Τὰ σκεφτότανε ὅλα αὐτὰ τὸν τελευταῖο καιρό, πότε μὲ λιγότερη, πότε μὲ περισσότερη ἔνταση. Σκεφτότανε τὸ σκοτεινὸ πρόσωπο τῆς ζωῆς. Τὴν εἰρήνη, τὴ βαθιὰ τούτη λαχτάρα, ποὺ κρέμεται ἀπὸ μιὰ κλωστή. Σκεφτότανε τὴ φτώχεια, τὴν ἀθλιότητα. Σκεφτότανε τὸ φόβο ποὺ ἔχει μπεῖ στὶς καρδιές.

Στὸν καθρέφτη, δίπλα του, εἶδε τὸ πρόσωπό του. Ἕνα πολὺ συνηθισμένο πρόσωπο. Τίποτα δὲ μαρτυροῦσε τὴν ταραχὴ ποὺ εἶχε μέσα του.

Εἶχε πολεμήσει κι αὐτὸς στὸν τελευταῖο πόλεμο. Καὶ εἶχε ἐλπίσει. Μὰ τώρα ἤτανε πιὰ χωρὶς ἐλπίδα. Ναί, δὲ φοβότανε νὰ τὸ ὁμολογήσει στὸν ἑαυτό του πῶς ἤτανε χωρὶς ἐλπίδα.

Μιὰ σειρὰ ἀπὸ διαψεύσεις ἐλπίδων ἦταν ἡ ζωή του. Εἶχε ἐλπίσει τότε,...

Εἶχε ἐλπίσει ὕστερα...

Κάποτε, πρὶν ἀπὸ χρόνια, εἶχε ἐλπίσει στὸν κομμουνισμό. Μὰ εἶχε διαψευσθεῖ κι ἐκεῖ. Τώρα δὲν εἶχε ἐλπίδα σὲ καμιὰ ἰδεολογία!

Ζήτησε ἕνα ποτήρι νερὸ ἀκόμα. Αὐτὴ ἡ διάψευση ἀπὸ τὶς λογῆς-λογῆς ἰδεολογίες ἤτανε βέβαια γενικὸ φαινόμενο. Καὶ παραπάνω ἀπὸ τὴ διάψευση, ἡ κούραση, ἡ ἀδιαφορία, ποὺ οἱ πιὸ πολλοί, ἡ μεγάλη πλειοψηφία νιώθει μπροστὰ στὶς διάφορες ἰδεολογίες.

Κοίταζε τὰ τρόλλεϋ ποὺ περνάγανε ὁλοένα στὴ λεωφόρο, τὸ πλῆθος... Μπροστά του, ἡ ἐφημερίδα ἀνοιχτή. Ὅλα αὐτὰ ποὺ εἶχε δεῖ καὶ πρωτύτερα: ἡ σκιὰ τοῦ καινούριου πολέμου, ἡ Ἰνδοκίνα, οἱ δυὸ αὐτοκτονίες γιὰ οἰκονομικοὺς λόγους, ἡ «Κοσμικὴ Κίνησις»...

Τσιγάρα! ἕνας πλανόδιος μπῆκε.

Πῆρε ἕνα πακέτο.

Στὶς ἕξι σελίδες τῆς ἐφημερίδας: ἡ ζωή. Κι αὐτός, ἤτανε τώρα ἕνας ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔχει ἐλπίδα.

Θυμήθηκε, πρὶν ἀπὸ χρόνια, ἤτανε παιδὶ ἀκόμα, εἶχε ἀρρωστήσει βαριὰ μιὰ θεία του, ξαδέρφη τῆς μητέρας του. Τὴν εἴχανε σπίτι τους. Ἦρθε ὁ γιατρὸς· βγαίνοντας ἀπὸ τὸ δωμάτιο τῆς ἄρρωστης, εἶπε μὲ ἐπίσημο ὕφος:

Δὲν ὑπάρχει πλέον ἐλπίς!

Ἔτσι κι αὐτός, τώρα, εἶχε φτάσει στὸ σημεῖο νὰ λέει:

- Δὲν ὑπάρχει πλέον ἐλπίς!

Τοῦ φάνηκε φοβερὸ ποὺ ἤτανε χωρὶς ἐλπίδα. Εἶχε τὴν αἴσθηση πὼς οἱ ἄλλοι στὸ καφενεῖο τὸν κοιτάζανε κι ἄλλοι ἀπὸ τὸ δρόμο σκέφτονταν καὶ ψιθυρίζανε μεταξύ τους: «Αὐτὸς ἐκεῖ δὲν ἔχει ἐλπίδα!» Σὰ νὰ ἦταν ἔγκλημα αὐτό. Σὰ νὰ εἶχε ἕνα σημάδι πάνω του ποὺ τὸ μαρτυροῦσε. Σὰ νὰ ἤτανε γυμνὸς ἀνάμεσα σὲ ντυμένους.

Σκέφτηκε τὰ διηγήματα ποὺ εἶχε γράψει, δίνοντας ἔτσι μιὰ διέξοδο στὴν ἀγωνία του. Ἄγγιζε θέματα τοῦ καιροῦ μας: τὸν πόλεμο, τὴν κοινωνικὴ δυστυχία... Ὡστόσο, δὲν τὸ ἀποφάσιζε νὰ τὰ ἐκδώσει. Φοβότανε! Φοβότανε τὴν ἐτικέτα ποὺ θὰ τοῦ δίνανε σίγουρα οἱ μὲν καὶ οἱ δέ. Ὄχι, ἔπρεπε νὰ τὰ βγάλει. Στὸ διάολο ἡ ἐτικέτα! Αὐτὸς ἦταν ἕνας ἄνθρωπος, τίποτε ἄλλο. Οὔτε ἀριστερὸς οὔτε δεξιός. Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ εἶχε ἐλπίσει ἄλλοτε, καὶ τώρα δὲν ἔχει ἐλπίδα, καὶ ποὺ νιώθει χρέος του νὰ τὸ πεῖ αὐτό. Βέβαια, ἄλλοι θἄχουν ἐλπίδα, σκέφτηκε. Δὲν μπορεῖ παρὰ νἄάχουν.

Ξανάριξε μιὰ ματιὰ στὴν ἐφημερίδα: ἡ Ἰνδοκίνα, ἡ «Κοσμικὴ Κίνησις», τὸ ρεσιτὰλ πιάνου, οἱ δυὸ αὐτοκτονίες γιὰ οἰκονομικοὺς λόγους, οἱ «Μικρὲς Ἀγγελίες»...

ΖΗΤΕΙΤΑΙ γραφομηχανή...

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ραδιογραμμόφωνον...

ΖΗΤΕΙΤΑΙ τζὶπ ἐν καλῇ καταστάσει...

ΖΗΤΕΙΤΑΙ τάπης γνήσιος περσικὸς...

Ἔβγαλε τὴν ἀτζέντα του, ἔκοψε ἕνα φύλλο κι ἔγραψε μὲ τὸ μολύβι του:

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ἐλπίς

Ὕστερα πρόσθεσε τὸ ὄνομά του καὶ τὴ διεύθυνσή του. Φώναξε τὸ γκαρσόνι. Ἤθελε νὰ πληρώσει, νὰ πάει κατευθείαν στὴν ἐφημερίδα, νὰ δώσει τὴν ἀγγελία του, νὰ παρακαλέσει, νὰ ἐπιμείνει νὰ μπεῖ ὁπωσδήποτε στὸ αὐριανὸ φύλλο.


Πηγή: http://users.uoa.gr/

Πέμπτη 17 Ιουνίου 2010

Ἡ Ζωὴ τοῦ Μεγάλου Μοναστηριοῦ (῞Αγιον ῎Ορος)- Ζαχαρίας Παπαντωνίου





Ζαχαρίας Παπαντωνίου

Ἡ Ζωὴ τοῦ Μεγάλου Μοναστηριοῦ

Ἀπὸ τὸ «Ἅγιον Ὄρος». Ἀθήνα, Ἐκδόσεις Ἐστία, 1934.


Φτάσαμε στὸ Βατοπέδι τὴν ὥρα τοῦ ὕπνου, στὶς δυὸ τὸ ἀπόγεμα. Ἡ μονὴ ἡσυχάζει. Τὸ κῦμα τοῦ μεγάλου του κόλπου νανουρίζει τὴν ἀπραξία της, σβήνοντας ἀπάνω στὰ χαλίκια ρυθμικὸ καὶ ἤρεμο. Εἴμαστε μπροστὰ στὸ θολωτὸν πυλώνα, ποὺ κρύβει στὴν κοιλότητά του ζωγραφισμένη τὴν Παρθένο, καθὼς ὅλοι οἱ πυλῶνες τῶν μοναστηριῶν, καὶ περιμένομε νὰ προβάλη ὁ πορτάρης. Ἔρχεται μὲ τὴν ἀπροθυμία καὶ τὴν ἀπεριέργεια—δυὸ χαρακτηριστικὰ τοῦ καλόγερου. Τὸ πρόσωπὸ του τραχύ, τὰ γένεια του σὰ μοῦσκλα σὲ δέντρο, τὰ πολλὰ μαλλιά του στενοχωρημένα μέσα στὸ στενὸ κυλινδρικὸ καλυμαύχι. Οὔτε μᾶς κοιτάζει. Ἁπλώνει μόνο τὸ χέρι του γιὰ τὸ διαμονητήριο. Τὸ διαβάζει μὲ προσοχὴ καὶ μὲ δυσπιστία, ἔπειτα τὸ στέλνει στὸν ἀρχοντάρη γιὰ τὸν ἔλεγχο. Ὁ ἀρχοντάρης τὸ πηγαίνει στὴν ἐπιτροπή. Ἡ ἐπιτροπή μας δίνει τὴν ἄδεια. Ἀνεβαίνουμε μιὰ σκάλα ὁλόρθη, σχεδὸν κάθετη, καὶ πέφτομε κατάκοποι στὸ ἀρχονταρίκι. Αὐτὸ τὸ ἀρχονταρίκι δὲ διαψεύδει καθόλου τὴν ὀνομασία του. Δωμάτια ὕπνου ἄνετα, κρεβάτια ποὺ κοιμίζουν, καναπέδες ποὺ ξεκουράζουν, τὸ γαλάζιο τῆς θάλασσας κι ὁ ἀέρας της μέσα στὸν ξενώνα, ἠλεκτροφωτισμός,—νὰ ἡ νεωτεριστικὴ ἀνορθογραφία ποὺ κάνει τὸ Βατοπέδι μέσα στὴν παρελθοντικὴν αὐτὴ πολιτεία. Πῶς ἐπῆρε τέτοιο χαρακτήρα, δὲν τὸ ξέρει καὶ τὸ ἴδιο τὸ μοναστήρι. Ἕνας ὑπηρέτης λαϊκός, ξυρισμένος, μὲ τακουνάτες παντοῦφλες, σήκωσε τὰ πράγματά μας. Ἕνας νεαρὸς καλόγερος μὲ τὸν κοντὸ στρογγυλὸ θάμνο τῆς μαύρης του γενειάδας γύρω στὸ ροδαλὸ πρόσωπό του, μᾶς καλημέρισεν ἀγγλικὰ μὲ τέλεια προφορά. Ὅταν εἶδε πὼς ἔκαμε λάθος, μεταχειρίστηκε τὰ ἑλληνικά του. Ἦταν ὁ καλόγερος ποὺ ὁρίστηκε καμαριέρης μας. Δύσκολα στὰ ξενοδοχεῖα θὰ βρίσκαμε ἕναν τόσο γοργὸ καὶ ἐξασκημένον ὑπάλληλο. Εἶχε κάμει στρατιώτης στοὺς τελευταίους πολέμους, ὑπηρέτησε πέντε χρόνια στὸ Λονδΐνο σ' ἕνα διπλωμάτη, κι ὕστερα ἦρθε στὸ Βατοπέδι, ντύθηκε τὸ ράσο κι ἔγινε κωδωνοκρούστης. Τὴ δεύτερη φορὰ ποὺ ξαναπῆγα στὸ Ὄρος, δὲν τὸν ξαναβρῆκα. Εἶχε αὐτοκτονήσει. Ποιός, θὰ τὰ ἐξηγήση αὐτά;

Ἡ λέξη μοναστήρι φέρνει σ' ἐμᾶς τοὺς ὀρθόδοξους μιὰν ὁρισμένη ἀρχιτεκτονικὴν εἰκόνα: μεγάλο τετράγωνο ἀπὸ ἑνωμένα κελλιά, ἡ αὐλὴ κλεισμένη μέσα στὰ κελλιά, καὶ στὴ μέση τῆς αὐλῆς ἡ ἐκκλησία. Ἄν σ' αὐτὰ προσθέσωμε τὰ θεμελιώδη μοτίβα τοῦ μοναστηριοῦ, τὸν ξύλινο ἐξώστη ποὺ ἁπλώνεται ἀπ' ἄκρη σ' ἄκρη στὸ ἐξωτερικὸ τῶν κελλιῶν, τὰ τόξα καὶ τὸ κυπαρίσσι, ἔχομε τὸ μοναστῆρι, τὴν κοινὴ ἀντικειμενικὴν εἰκόνα, τὸ ρωμαντικὸ σκιαγράφημα ποὺ βρίσκεται μέσα στὸ νοῦ τῶν Ἑλλήνων. Πόσα ὅμως νέα σχήματα δημιουργεῖ ἐπάνω σ' αὐτὸν τὸ θεμελιώδη τύπο τοῦ μοναστηριοῦ ὁ καιρός, ποιοὺς πλουτισμοὺς μπορεῖ νὰ πάρη ὁ ρυθμός, τὸ βλέπομε στὸ Βατοπέδι. Ἐδῶ ὁ καιρὸς εἶχε φαντασία. Προσθέτοντας ἀνάλογα μὲ τὴν ἀνάγκη, ἔφτιασε μία πόλη ὁλόκληρη, ὅπου τίποτε δὲν εἶναι βαρύ, δυσαρμονικό, βιαστικὸ ἢ ξένο. Καμινάδες, μπαλκόνια, πύργοι, παρεκκλήσια, καμπαναριά, χαγιάτια, λιθόστρωτα, κολῶνες, χωνεύουν τὰ ἀνώμαλα σχήματά τους μέσα σὲ μιὰ γενικὴν ἁρμονία, σ' ἕναν, ἂς τὸν ποῦμε ἔτσι, ἁγιορειτικὸ ρυθμό. Ὁ Καιρὸς ἔχει τὴν αἰσθητική του. Καὶ τὴν ἐπιβάλλει. Πόσο αὐτὰ τὰ σχήματα βοηθοῦνε τὸ ἕνα τὸ ἄλλο! Πῶς βρίσκομε τὴν ἑνότητα σὲ τόσο πλῆθος μορφῶν! Πόσο ἄνετα, μέσα στὴν ἀπέραντην αὐλή, ὑψώνεται τὸ πάμπυκνο τοῦτο δάσος τῶν κτιρίων, καὶ πῶς ὅλὸ ἔξαφνα ζωντανεύει, ὅταν ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ ἀρχαίου καμπαναριοῦ ἡ μελωδικὴ κωδωνοκρουσία καλεῖ τοὺς μοναχοὺς στὴν προσευχή!

Εἶναι δειλινό. Κατεβαίνουν μέσα στὸν ἥλιο ἕνας-ἕνας καὶ πηγαίνουν στὸ Καθολικό, ποὺ στέκει μὲ τὸ βαθὺ κόκκινο χρῶμα του στὴν αὐλή. Ἡ πυκνὴ μοναστικὴ πόλη ξύπνησεν ἀπὸ τὴ νάρκη τοῦ μεσημεριοῦ. Ἑσπερινός. Πρῶτα, φαίνονται οἱ γέροι. Τοὺς χρειάζεται ὥρα νὰ φτάσουν, καὶ ξεκινοῦν νωρίς. Ἔπειτα ἀκούγεται τὸ στερεὸ καὶ γρήγορο βῆμα τῶν νέων. Τὰ νιάτα τους δὲν ξεχνοῦν τὸ λύγισμά τους μέσα στὸ ράσο. Μερικοὶ ἀπ' αὐτοὺς εἶναι ἀνήσυχες σερπαντίνες, ἄλλοι κρατοῦν τὸ παράστημα ὁλόϊσο, λεπτὸ καὶ σεμνὸ κιονίσκο βυζαντινοῦ τρούλλου. Ἡ φορεσιὰ τους περιποιημένη. Τὸ ράσο κατακαίνουργο. Τὸ ἐπανωκαλύμαυχον ἄψογο. Εἶναι αὐστηρὸ τὸ πρωτόκολλο στὸ Βατοπέδι. Ὅταν μπῆκα στὸ Καθολικὸ κι εἶδα τοὺς μαύρους των ἴσκιους νὰ γεμίζουν τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ναοῦ κρυμμένοι στὰ στασίδια, ἐντοιχισμένοι, θἄλεγε κανείς, δίστασα νὰ πάρω τὴ θέση πού μοῦ ἔδωκαν σ’ ἕνα στασίδι. Ἐκτελοῦσαν τὴν ἀκολουθία τοῦ ἐσπερινοῦ μὲ σοβαρότητα, ὅπως ὁ καλὸς τεχνίτης τὸ ἔργο του. Ἔνιωθα λοιπὸν πὼς κανένας λαϊκὸς δὲν ἔχει δουλειὰ ἐκεῖ. Ἐζήτησα κάποια γωνιά. Ὅλες οἱ γωνιὲς ἦταν πιασμένες. Ὅλα τὰ σκοτάδια εἶχαν καλόγερους. Μὲ δυσκολία βρῆκα ἕνα ἀπόμακρο στασίδι γιὰ νὰ παρακολουθήσω ὅλην αὐτὴ τὴν τελετικὴν αὐστηρότητα. Οἱ καλόγεροι εἶναι τοποθετημένοι, ὅπως πάντα, κατὰ τάξιν ἱεραρχίας καὶ ἀξίας. Λάθη στὸ πρωτόκολλο δὲν ἐπιτρέπονται. Ὄρθιοι κρατοῦν τὰ στασίδια τους. Τὸ κανονάρχημα γίνεται σύμφωνα μὲ τὴ μοναστηριακὴ παράδοσή του. Ὁ κανονάρχης, ποὺ εἶναι πάντα καλόγερος, πηγαίνει ἀδιάκοπα ἀπὸ τὸ δεξιὸ στὸν ἀριστερὸ ψάλτη, ἐπειδὴ ὁ ἴδιος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ κανοναρχήση καὶ στοὺς δυό. Ἥσυχα ἀνεμίζεται στὶς πλάτες του τὸ εἰδικό του ἔνδυμα, μαῦρος αὐλακωτὸς μανδύας, προωρισμένος μόνο γι' αὐτὴ τὴν ὑπηρεσία. Στὸν πρῶτο νάρθηκα, στὴ «λιτή», στέκουν οἱ κουρασμένοι, οἱ ὀλιγώτερο χρήσιμοι γιὰ τὴν ἀκολουθία. Στὸν ἐξωνάρθηκα, οἱ ἐντελῶς γέροι. Δὲ θέλω νὰ κρίνω τὴν ψαλμῳδία. Ἡ μουσικὴ αὐτή, μὲ τὴν ἀνατολική της τεχνοτροπία, ποὺ δὲν ὑπακούει σὲ κανόνα, ὅπως ὅλὲς οἱ ἀνατολικές, εἶναι μιὰ παράδοση καὶ ἔχει τὴν ἀξία τῶν παλιῶν πραγμάτων. Ἂς μὴ ζητοῦμε τὴ μουσικὴ ἀξία τῆς βυζαντινῆς ψαλμῳδίας, τουλάχιστον στὸ Ἅγιον Ὄρος. Περιπλεγμένη μὲ τὰ ἐλαττώματα ποὺ βλασταίνουν ἄφθονα μὲ τὸν καιρὸ γύρω στὶς ἀκαλλιέργητες παραδόσεις, ἔγινε μιὰ λαϊκὴ τέχνη, χωρὶς σχεδὸν μελωδικὴ γραμμή, φορτωμένη κεντήματα, ἐκτελεσμένη μὲ ἀτημελησία, ποὺ τὴν κάνει πιὸ ἄμορφη καὶ σκοτεινή. Δὲν παύει ὅμως νὰ εἶναι κάτι παλιό, καὶ σὰν παλιὸ νὰ ἔχη τὸ μοναστηριακό του χαρακτῆρα, ὁ ὁποῖος, μαζὶ μὲ τὶς μαῦρες σκιὲς τῶν καλογέρων, μὲ τὶς ἄσπρες γενειάδες, μὲ τὸ αὐστηρὸ τυπικό, συντελεῖ γιὰ νὰ διεγείρη τὸ μυστήριο. Ὅλα εἶναι μοναστηρήσια, ὅλα αὐστηρὰ καὶ θλιβερὰ ἐκεῖ μέσα. Δειλινό. Ἂς λάμπη ἔξω ὁ ἥλιος, ἂς πρασινίζουν οἱ ράχες, ἂς πηδάη τὸ κῦμα. Τὸ μοναστήρι ἔχει τὴν ἐργασία του. Ὁ ἑσπερινὸς κρατεῖ ὥρα πολλή. Ἐνῷ οἱ καλόγεροι διαβάζουν καὶ ψέλνουν, ὁ μετέωρος Παντοκράτορας, ἀπὸ τὸ ὕψος ὅπου τὸν ἀνέβασαν οἱ ἀρχιτέκτονες τῶν πεταχτῶν τρούλλων, ἀγρυπνεῖ σὲ ὅλην αὐτὴ τὴν τυπικότητα, ἀκούει, βλέπει, καὶ εἶναι αὐστηρὸς γιὰ κάθε παράλειψη, γιὰ κάθε μετάνοια ποὺ δὲν ἦταν τόσο βαθειὰ ὥστε νὰ πονέσουν τὰ κόκκαλα τῶν γονάτων!
Πηγή:http://ellas60.blogspot.com

Τετάρτη 9 Ιουνίου 2010

Τὶ θὰ εἰπῇ σκλαβιά- Νιρβάνας Παῦλος

ΣΧΟΛΙΟ KLISION:Ξαφνιάστηκα, πραγματικά, ὅταν ἄρχιζα νά διαβάζω τό πολύ ὄμορφο διήγημα τοῦ Παύλου Νιρβάνα πού ἀκολουθεῖ. Μοῦ θύμισε τά παιδικά μου χρόνια στό Δημοτικό, τότε πού ὑπῆρχαν ἀκόμη στά σχολικά  ἀναγνωστικά τέτοια λογοτεχνικά διαμάντια σάν τό παρακάτω. Σήμερα, δυστυχῶς, τά παιδιά μας τρέφονται μέ ὑποπροϊόντα. ῞Ως πότε ὅμως; πότε θά σταματήσει ὁ κατήφορος....


 



—Φλώρια, καρδερῖνες, φλώριαααα!

—Πόσο τὶς δίνεις, βρὲ παιδί, τὶς καρδερῖνες;

—Ἑξήντα γρόσια, μπάρμπα. Ἑξήντα γρόσια, καὶ μ’ ἐγγύησι. Πάρε, ἀφέντη, νὰ σ’ ἐξυπνᾷ τὸ πρωΐ.

—Δὲν κάνει πενήντα γρόσια;

—Ἄν θέλῃς νὰ πάρῃς τὴ βραχνιασμένη...

—Βραχνιασμένη, ξεβραχνιασμένη δὲν μὲ πειράζει. Δῶσέ μου μία.

Ὁ μεσόκοπος ἄνθρωπος ἔβγαλε τὸ κομπόδεμα ἀπὸ τὸ ζωνάρι του, ἔδωκε πενήντα γρόσια στὸ παιδὶ καὶ ἐπῆρε στὰ χέρια του τὴν καρδερῖνα.

Τὴν ἐκράτησε λιγάκι ἐλαφρὰ στὰ δάκτυλά του, τὴν ἐχάϊδευσε πονετικὰ καὶ τὴν ἐκοίταξε καλὰ καλά, φέρνοντας τὸ ἀνήσυχο κεφαλάκι της μπροστὰ στὰ μάτια του, ὡσὰν νὰ ἤθελε νὰ τῆς εἰπῇ μυστικὰ κάποιο γλυκὸ λόγο. Ὕστερα, τινάζοντάς την ἐλεύθερη ἐπάνω στὴν παλάμη του, τὴν ἄφησε νὰ πετάξῃ, κάμνοντας τάχα πὼς τοῦ εἶχε ξεφύγει ἀπὸ τὰ χέρια του:

—Βρέ, τὸ ἀφιλότιμο τὸ πετούμενο! τὸ εἶδες ἐκεῖ!

Ἀπὸ μέσα του ὅμως ἐφαινόταν καταχαρούμενος ὁ παράξενος ἐκεῖνος ἄνθρωπος. Θὰ ἠμποροῦσε νὰ ὁρκισθῇ κανείς, πὼς αὐτό, ποὺ ἔγινε, δὲν ἦτο καθόλου τυχαῖο. Ὁ ξένος, χωρὶς ἄλλο, εἶχε ἀγοράσει τὸ πουλί, γιὰ νὰ τοῦ χαρίσῃ τὴν ἐλευθερία του. Ἄν προσπαθοῦσε νὰ κρύψῃ τὸ σκοπό του, τὸ ἔκαμνε ἴσως ἀπὸ εὐγένεια. Καὶ θὰ ἠμποροῦσε νὰ ὁρκισθῇ κανεὶς ἀκόμη, πὼς ἔτσι ἦτο τὸ πρᾶγμα, ἂν τὸν ἔβλεπε μὲ τί λαχτάρα ἀκολουθοῦσε τὸ φτερούγισμα τῆς καρδερίνας στὸν ἐλεύθερο ἀέρα. Ἕνα φτερούγισμα τρελλό μὲ μουδιασμένα φτερά, ποὺ τὴν ἔφερε στὸ κατάρτι ἑνὸς καϊκιοῦ, σαστισμένη ἀκόμη ἀπὸ τὴν ἐξαφνικὴ χαρά της.

—Βρέ, τὸ ἀφιλότιμο τὸ πετούμενο, πῶς μοῦ ἐξέφυγε!

Ἀπὸ μέσα του ὅμως ἔλεγε χωρὶς ἄλλο ὁ γεροντάκος:

—Κάνε τὴ δουλειά σου, πουλάκι μου, καὶ μὴ σὲ μέλῃ.

Δυὸ μορτάκια, ποὺ ἔκαμναν τὸ βαρκάρη ἐκεῖ δίπλα, ἐπήδησαν ἀμέσως μέσα στὸ καΐκι.

—Νά το, νά το, ἐπάνω στὸ πανὶ ἀκούμπησε, εἶπε τὸ ἕνα.

—Πέτα τὸ σακκάκι σου, νὰ τὸ ρίξῃς κάτω. Δὲν βλέπεις, πὼς εἶναι μουδιασμένο; ἀπήντησε τὸ ἄλλο.

Ὁ ἐλευθερωτὴς δὲν ἠμπόρεσε νὰ κρυφθῇ πιά. Ὅρμησεν ἄγριος στὴν ἄκρη τοῦ μώλου καὶ ἐφώναξε, κουνῶντας τὸ μπαστούνι κατὰ τὸ καΐκι:

—Κάτω, παλιόπαιδα! Δικό σας εἶναι τὸ πουλί; Ἐγὼ τὸ ἀγόρασα, ἐγὼ ἠθέλησα καὶ τὸ ἄφησα. Ὁρίστε μας! Κάτω γρήγορα γιατὶ θὰ σᾶς σπάσω τὰ παγίδια σας.

Καὶ μόνον ὅταν εἶδε τὸ πουλὶ νὰ τινάζῃ τὶς φτερουγίτσες του καὶ νὰ σχίζῃ χαρούμενο τὸν ἀέρα, μονάχα τότε ἐπῆρε τὸ δρόμο του, μουρμουρίζοντας:

—Μὰ βέβαια, μέσα στὴν ἐλευθερία ἐγεννήθηκαν· ποῦ νὰ ἠξεύρουν τὶ θὰ εἰπῇ σκλαβιά!


  Πηγή: http://www.agiazoni.gr

Δευτέρα 5 Απριλίου 2010

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης - Παιδικὴ Πασχαλιά, Ἀναμνήσεις (διήγημα)


Τὸν υἱόν της τὸν καπετὰν Κομνιανὸν τὸν ἐπαντρολογοῦσεν ἤδη ἡ γριὰ Κομνιανάκαινα, ἂν (καί) δὲν εἶχε χρονίσει ἀκόμη ἡ νύμφη της, ἡ μακαρῖτις.
Τὰ δυὸ ὀρφανά, μία κόρη ὀκταέτις καὶ ἓν τετραετὲς παιδίον, ἐφόρουν μαῦρα, κατάμαυρα, ὁποῦ ἐστενοχώρουν κ᾿ ἐχλώμιαιναν τὰ πτωχὰ κάτισχνα κορμάκια των, καὶ ἦτον καημὸς καρδιᾶς νὰ τὰ βλέπῃ τις.
Ἐνθύμιζαν τὸ δημῶδες δίστιχον:
Βαρύτερ᾿ ἀπ᾿ τὰ σίδερα εἶναι τὰ μαῦρα ροῦχα,
Γιατί τὰ φόρεσα κ᾿ ἐγὼ γιὰ μιὰν ἀγάπη πού ῾χα.

Ἡ γραῖα ἔκειτο ἐπὶ τῆς κλίνης καθ᾿ ὅλην τὴν ἑβδομάδα τῶν Παθῶν, γογγύζουσα, ρέγχουσα, φωνάζουσα. Ἐβεβαίου ὅτι «ἀγγελιάστηκε» καὶ ἠτοιμάζετο ν᾿ ἀποθάνῃ. Ἐπέβαλλεν εἰς τὴν Μόρφω, τὴν μικρὰν ἐγγονήν της, ἐργασίες ἀνωτέρας τῆς ἡλικίας τοῦ πτωχοῦ κορασίου. Αἴφνης, ἐν μέσω δυὸ γογγυσμῶν, ἔβαλε μίαν φωνήν, κ᾿ ἔκραζεν ἀπὸ τῆς κλίνης πρὸς τὴν ἐκτὸς τοῦ ἰσογείου θαλάμου πηγαινο- ἐρχομένην καὶ ὑπηρετοῦσαν παιδίσκην.
- Μὴ χύνῃς στὴν αὐλὴ τὰ νερά, χίλιες φορὲς σ᾿ τὸ εἶπα, στὸ νεροχύτη!
Κ᾿ ἐπανελάμβανε τοὺς ἀφορήτους στεναγμούς, ἐπιτείνουσα μάλιστα αὐτοὺς ὁσάκις τυχὸν πτωχὴ γειτόνισσα, μὴ τολμῶσα νὰ εἰσέλθῃ, ἤρχετο δειλῶς μέχρι τῆς θύρας καὶ ἠρώτα πῶς ἦτο ἡ ἀσθενής. Βεβαίως ἡ γριὰ - Κομνιανάκαινα ἔπασχεν, ἀλλ᾿ ἴσως ἐμεγαλοποίει τὸ πράγμα. Ἔκλαιε «τὰ νιάτα της», ἔλεγεν ὅτι δὲν θὰ προφθάση νὰ κάμῃ ἐφέτος Πάσχα.
Ἡ γειτόνισσα ἡ Μηλιὰ ἐβεβαίου ὅτι ἡ γραῖα εἶχε καὶ «κομπόδεμα», ἀλλὰ ποὺ νὰ ἐμβάσῃ μέσα καμμίαν ἐκ τῶν γειτονισσῶν της! Ἐλλείψει ἄλλης ἀσθενείας ἦτον ἱκανὴ ν᾿ ἀποθάνῃ ἀπὸ τὴν φιλαργυρίαν της. Δὲν ἐβάστα ἡ ψυχή της νὰ δώση κάτι τι εἷς μίαν πτωχὴν γυναίκα διὰ νὰ τὴν «κυττάξη» κ᾿ ἐπέβαλλε βαρείαν ἀγγαρείαν εἰς τὴν Μόρφω, ὀκταετῆ παιδίσκην. Ἐνίοτε παρελήρει ἀληθῶς. Εἶτα ἔβαλλε ἀγρίαν κραυγήν. Ἔκραζε τὴν παιδίσκην νὰ τὴν σκεπάσῃ μὲ τὸ σινδόνιον, ἀλλὰ
χωρὶς αὔτη νὰ τὴν ἐγγίση κἄν, ἢ γερόντισσα ἔβαλλε τοιαύτην ὠρυγήν, ὥστε ἡ μικρὰ κατετρόμαζε.
Ὁ καπεταν-Κομνιανὸς ἔλειπε μὲ τὸ γολετί, κ᾿ ἐπεριμένετο νὰ ἔλθῃ.
Εἶχε μαζί του, μὲ τὸ γολετί, καὶ τὸν πρωτότοκον υἱόν του, τὸν Γεώργην, δωδεκαετῆ παῖδα. Τοῦτο ἦτο ἕνας ἀπὸ τοὺς καημοὺς τῆς γραίας, ὅτι ἔμελλε ν᾿ ἀποθάνη, ὡς ἔλεγε, χωρὶς νὰ ἐπανίδῃ τὸν υἱόν της, καὶ τὸν ἐγγονόν της τὸν μεγάλον, ὅστις ὠμοίαζε τόσον μὲ τὸν μακαρίτην τὸν πάππον του. Καὶ ποῖος νὰ τῆς σφαλήσῃ τὰ μάτια; Αἱ ἀνεψιαί της, ὑπανδρυμέναι καὶ αἱ δύο, τῆς ἐβαστοῦσαν κακίαν διὰ κάτι κληρονομικὰς διαφοράς, καὶ δὲν ἔσπασαν τὸ πόδι «οἱ λαχταρισμένες, οἱ ἀχρόνιαστες!» νὰ ἔλθουν νὰ τὴν ἰδοῦν. Οὕτω τῆς ἤρχετο καὶ αὐτῆς ν᾿ ἀποθάνῃ εἰς τὸ πεῖσμα των, ν᾿ ἀποθάνῃ χωρὶς νὰ τῆς φιλήσωσι τὴν χεῖρα.
Ἰατρός, ποῦ νὰ εὑρεθῇ; Εἶχεν αὐτὴ νὰ πληρώνῃ; Αὐτὴ ὤφειλε νὰ κάμνῃ οἰκονομίαν διὰ τὰ ὀρφανά, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ φθείρῃ τὸ βιὸ τοῦ υἱοῦ τῆς εἷς γιατρικὰ καὶ δὲν ξέρω τί. Ψευτογιάτρισσες! Κάμε τὴ δουλειά σου! Ἔχουν ἐμπιστοσύνην τώρα αὑταὶ αἱ γυναῖκες; Ὁ κόσμος ἐχάλασε, τί τὰ θέλεις! Ἔμβαζε αὐτὴ μὲς στὸ βιό της, μὲς στὰ καλά της, ξένην γυναῖκα; Τῆς ἤρχετο νὰ ἐπαναλάβῃ πρὸς τὰς γειτονίσσας τὴν ἰδίαν κραυγήν, δι᾿ ἧς ἀπεδίωκε τὸ πάλαι παρίσακτον ὄρνιθα ἀπὸ τὸν ὀρνιθῶνα της. Ξού, ξένη!...
Ὡς τόσον ἐπεθύμει νὰ ἤρχετο ὁ υἱός της διὰ νὰ τὸν νυμφεύσῃ νὰ τοῦ δώσῃ καὶ τὴν εὐχήν της. Σαράντα χρόνων ἄνθρωπος, κι ὁ κόσμος εἶναι πελάγος σὰν ἐκεῖνο ποὺ ἀρμένιζε τώρα. Πῶς νὰ περάση τὴ ζωήν του χωρὶς νὰ ἔλθῃ εἰς δεύτερον γάμον; Καὶ τὰ ὀρφανά, καὶ αὐτὰ θὰ εὕρισκαν μητέρα, μίαν καλὴν οἰκοκυρά, ἥτις ἀπὸ τώρα ἐπροσφέρετο μάλιστα νὰ ἔλθῃ νὰ τὴν ὑπηρετήσῃ εἰς τὴν ἀσθενειάν της. Ἀλλ᾿ ἡ γραῖα Κομνιανάκαινα, μὴ θέλουσα νὰ παραβῆ τὴν ἀρχήν της, δὲν ἐδέχθη τὴν ἐκδούλευσιν.
Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ἐκ τῶν δυὸ ὀρφανῶν ἡ Μόρφω, ἥτις εἶχεν ἤδη αἴσθησιν, ἂν δὲν ἐπεθύμει ν᾿ ἀποκτήση μητέρα, ἐνθυμεῖτο κ᾿ ἐλυπεῖτο τὴν μητέρα της. Ὁ Εὐαγγελινός, νήπιον τριετίζον ἐν καιρῶ τῆς συμφορᾶς, οὔτε ἤξευρε τίποτε, οὔτε ἐνθυμεῖτο. Ἔκλαιε μόνον ὅταν ἡ μάμμη τὸν ἐβίαζε νὰ φορέσῃ τὸν κατάμαυρον σάκκον του. Ἡ Μόρφω, λευκὴ καὶ ὠχρὰ μὲ τὰ μαῦρα φουστανάκια της, καὶ μὲ τὸν μαῦρον μανδήλιον τὸ σκεπάζον τὰ ξανθά της μαλλιά, ἦτο κατηφής, κ᾿ ἐνθυμεῖτο τὸ περυσινὸν Πάσχα, ὅταν ἔζη ἡ μήτηρ της.
Ἡ ἀτυχὴς γυνὴ εἶχεν ἀποθάνει ἀπὸ τὴν γένναν της, τὸ παρελθὸν θέρος, καὶ τὸ βρέφος μετ᾿ αὐτῆς. Τώρα ἡ κορασὶς εἶχεν ἀντὶ τῆς καλῆς καὶ πονετικῆς μητρός, τὴν μάμμην μὲ τὴν ἀφόρητον παρεξενιά της, ἥτις ἐνῶ ἐβεβαίου ὅτι ὅλα τῆς ἐπόνουν, κεφαλή, λαιμός, χεῖρες, πόδες, πλαῖται, κοιλία, μέση καὶ τὰ λοιπά, πνιγομένη δὲ ἀπὸ τὸν βήχα καὶ γογγύζουσα δυνατὰ καὶ βάλλουσα κραυγὰς ἀγρίας, ἐφείδετο νὰ δώσῃ εἰς ἰατροὺς καὶ φάρμακα, αἴφνης ἠγείρετο, ὑποβαστάζουσα τὴν κοιλίαν της, ἠξήρχετο μέχρι τῆς θύρας, ἔρριπτε βλέμμα εἰς τὸν ἐκτὸς κόσμον κ᾿ ἔλεγεν:
- Ἄχ! Τί γλυκιὰ πού ῾ν᾿ ἡ ζωή!
Πέρυσι ὤ! πέρυσι τὴν Μεγάλην Πέμπτην πρωί, ἀφοῦ ἐγύρισαν ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν ὅπου εἶχον μεταλάβει ὅλοι, ἡ καλὴ καὶ προκομμένη μήτηρ, καίτοι ἄγουσα ἤδη τὸν ἕβδομον μήνα τῆς ἐγκυμοσύνης της, ἀνεσφουγγώθη καὶ ἤρχισε νὰ βάφῃ ἐν τῇ χύτρᾳ τὰ αὐγά, μὲ ῥιζάρι, κιννάβαρι καὶ ὄξος. Εἶτα ἤρχισαν νὰ ἔρχωνται εἷς τὴν θύραν ἀνὰ ζεύγη τὰ παιδία τῆς πολίχνης, μὲ τὸν ὑψηλὸν καλάμινον σταυρὸν στεφανωμένον μὲ ρόδα εὐώδη καὶ μὲ μήκωνας κατακοκκίνους, μὲ δενδρολίβανον καὶ μὲ ποικιλόχροα ἀγριολούλουδα, μὲ τὸν ἀποσπασθέντα ἀπὸ τ᾿ Ὀχτωήχι χάρτινον Ἐσταυρωμένον εἰς τὸ μέσον τοῦ σταυροῦ, καὶ μὲ ἐρυθρὸν μανδήλιον κυματίζον, μέλποντα τὸ ἄσμα:
Βλέπεις ἐκεῖνο τὸ βουνὶ μὲ κόκκινη παντιέρα;
Ἐκεῖ σταυρῶσαν τὸ Χριστὸ τὸν πάντων βασιλέα.
................................................................
Σύρε μητέρα μ᾿ στὸ καλὸ καὶ στὴν καλὴ τὴν ὥρα,
Κ᾿ ἐμένα νὰ μὲ καρτερῆς τὸ Σάββατο τὸ βράδυ
Ὅταν σημαίνουν ἐκκλησιὲς καὶ ψέλνουνε παπάδες,
Τότες καὶ σύ, μαννούλα μου, να᾿ χῆς χαρὲς μεγάλες.
Καὶ τί χαρὲς μεγάλες τῷ ὄντι, τί χαρὲς δ᾿ ὅλα τὰ παιδία! Καὶ ἢ καλῆ ἡ μήτηρ της προθυμότατα ἔδιδεν ἀνὰ δυὸ ἀρτιβαφὴ αὐγὰ εἰς ὅλα τὰ παιδία δυὸ αὐγὰ κόκκινα, καὶ τί εὐτυχία! τί νίκη! ἐνῷ ἡ μάμμη ἐφώναζεν ὅτι ἀρκετὰ παιδία ἦλθαν, καὶ ἀρκατὰ ἐτραγούδησαν, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάγουν καὶ ἀλλοῦ.
Μετὰ ταῦτα ἡ μήτηρ ἤρχισε νὰ ζυμώνῃ καὶ ἔπλασεν ἀρκετὲς κουλοῦρες μετ᾿ αὐγῶν διὰ τὸν σύζυγον, ἐπιδημοῦντα τότε, διὰ τὴν πενθεράν της, δι᾿ ἐαυτήν, διὰ τὲς κουμπάρες, ὡς καὶ μικρὲς «κοκῶνες» διὰ τὴν Μόρφω, διὰ τὸν Εὐαγγελινόν, διὰ τ᾿ ἀνεδεξίμια της καὶ διὰ τὰ πτωχὰ παιδιὰ τῆς γειτονιᾶς.
Κ᾿ ἐπειδὴ ὁ μικρὸς Εὐαγγελινὸς ἔκλαιε, λέγων ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετὰ μεγάλη ἡ κοκώνα του, ἡ μήτηρ τοῦ ἔδιδεν ἄλλην νὰ ἐκλέξῃ ἀλλὰ αὐτὸς δὲν ἡμέρωνεν οὔτε ἤθελε νὰ ταιριασθῆ.
Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι τὰς ἤθελεν ὅλας διὰ τὸν ἐαυτόν του.
Καὶ τότε ἡ μήτηρ τὸν ἐπαρηγόρει λέγουσα ὅτι «τὸ Σάββατο τὸ βράδυ θὰ ῾ρθῆ ἡ κουρούνα (κρά, κρά!) νὰ φέρη τὸ τυρὶ καὶ τὸ κρέας (τσί, τσί!) καὶ τότε νὰ ἰδῆς τὸ παραμύθι. Πάρε Βαγγελινὲ τὸ τυρί, πάρε καὶ τὸ τσὶ-τσί, νὰ φᾶτε!»
Καὶ ὁ μικρὸς ἐψέλλιζε καὶ αὐτός, «θὰ᾿ θῆ ἡ κουούνα νὰ φέη τοῦ τσί-τσί», καὶ συνάπτων τὰς χεῖρας, δακτύλους μεταξὺ δακτύλων κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῆς μητρὸς τῆς γειτόνισσας τῆς Μηλιᾶς ἑξαετές, ἄνιπτον, ρακένδυτον, ὀκλάζον εἷς μίαν γωνίας, κρατοῦν τὴν κοκώνα του, τὴν ὁποίαν ἐκσέπτετο ἂν δὲν ἦτο καλὸν νὰ τὴ φάγῃ τώρα ποὺ εἶναι ζεστή, διεμαρτύρετο γρυλλίζον καὶ λέγον: «Ναί! Θα᾿ ρθῆ ἡ κουρούνα! ἄμ᾿ δὲ θὰ᾿ ρθῆ!» Καὶ τὴν Μεγάλην Παρασκευήν, περὶ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου, ἡ μήτηρ ὠδήγησε τὰ δυὸ παιδία εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὅπου, ἀφοῦ ἔκαμαν τρεῖς γονυκλισίας πρὸ τοῦ ἀνθοστεφοὺς κουβουκλίου, ἠσπάσθησαν τὸν μυόπνοουν Ἐπιτάφιον, τὸ ἀργυρόχρυσον Εὐαγγέλιον μὲ τ᾿ ἀγγελούδια, καὶ τὸν Σταυρὸν μὲ τ᾿ ἀνθρωπάκια καὶ τὶς Παναγίτσες (τί χαρά, τί δόξα!), καὶ εἶτα ἐπέρασαν τρὶς ὑπὸ τὸν ὑψηλόν, μεγαλοπρεπῆ Ἐπιτάφιον, ὁ δ᾿ Εὐαγγελινὸς (ὅλα τὰ ἐνθυμεῖτο ἡ μικρὰ Μόρφω) ἀνέτρεψεν ἐξ ἀπροσεξίας πήλινον ἀμφορέα μὲ ὕδωρ, ἐξ ἐκείνων οὖς θέτουσιν ὑπὸ τὸν Ἐπιτάφιον πρὸς ἁγιασμόν, διὰ νὰ μεταχειρισθῶσι τὸ ὕδωρ εἰς τὸ καματηρό, ἤτοι τοὺς μεταξοσκώληκας, καὶ εἰς ἄλλας χρείας, αἱ νεώτεραι μυροφόροι, γυναῖκες διακαῶς ποθοῦσαι «νὰ ξενυχτίσουν τὸν Χριστόν» μένουσαι ἄγρυπνοι ἐν τῷ ναῷ πέραν τοῦ μεσονυκτίου, διότι ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἐπιταφίου ψάλλεται ἐκεῖ τὸ Μέγα Σάββατον, περὶ ὄρθρον βαθύν. Ὁ ἀμφορεὺς πεσὼν ἐθραύσθη, ἡ δὲ γυνὴ ἧς ἦτο κτῆμα ὠργίσθη, καὶ εἶπεν ὅτι τὸ ἔχει «σὲ κακό της». Τότε ἡ μήτηρ τοῦ Εὐαγγελινοῦ, ἀφοῦ ἐπέπληξεν αὐστηρῶς τὸ παιδίον, πειραχθεῖσα εἶπεν ὅτι «ἂν εἶναι κακό, ἂς εἶναι γιὰ μένα!» Καὶ τὴν πτωχὴν δὲν τὴν ηὖρε ὁ χρόνος.
Τὸ Μέγα Σάββατον δέ, μικρὸν μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἡ μήτηρ ἐξύπνισε τὸν Εὐαγγελινὸν καὶ τὴν Μόρφω, κ᾿ ἐνῷ σήμαιναν διὰ μακρῶν οἱ κώδωνες ἐπῆγαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν ὅπου ἐψάλη τὸ «ὦ γλυκύ μου ἔαρ» καὶ ἄλλα ἀκόμη παθητικὰ ἄσματα. Εἶτα οἱ πιστοὶ ὅλοι μὲ ἀνημμένας λαμπάδας ἐξῆλθον εἷς τὸ ὕπαιθρο, ὑπὸ τὸ ἀμαυρωθὲν φέγγος τῆς φθινούσης σελήνης, ἐνῶ ἡ αὐγὴ ἔλαμπεν ἤδη ροδίνη καὶ ξανθή, προπέμποντες τὸν Ἐπιτάφιον ἀγλαόφωτον μὲ σειρᾶς λαμπάδων. Καὶ ἡ αὔρα πραεῖα ἐκίνει ἠρέμα τὺς πυρσούς, χωρὶς νὰ τοὺς σβήνῃ καὶ ἢ ἄνοιξις ἔπεμπε τὰ ἐκλεκτότερα ἀρώματά της εἰς τὸν Παθόντα καὶ ταφέντα, ὡς τὰ συνέψαλλε καὶ αὐτή, «ὦ γλυκύ μου ἔαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον!» καὶ ἡ θάλασσα φλοισβίζουσα καὶ μορμύρουσα παρὰ τὸν αἰγιαλὸν ἐπανελάμβανεν, «οἶμοι γλυκύτατε Ἰησοῦ!». Τὰ δὲ παιδία προπορευόμενα τῆς πομπῆς, μεγαλοφώνως ἔκραζον: Κύριε Ἐλέησον! Κύριε ἐλέησον! Ὁ Εὐαγγελινὸς ἐψέλλιζε μετὰ τῶν ἄλλων: Κύιε ἔησον! Κύιε ἔησον!
Καὶ ὕστερον, ὅταν ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, διαλύων τὴν ἀπαραίτητον ὁμίχλην τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, (ἥτις καθιστᾶ μελαψὴν μιγάδα τὴν ἡμέραν καὶ παμμέλαιναν ἀράβισσαν τὴν νύκτα) ὁ Εὐαγγελινὸς ἐξύπνησεν ἀπὸ τὰ βελάσματα τοῦ ἀρνίου, τὸ ὁποῖον ἠτοιμάζετο νὰ σφάξῃ διὰ τὴν οἰκογένειαν τοῦ καπετὰν Κομνιανοῦ ὁ γείτονας Νικόλας, ὁ σύζυγος τῆς Μηλιᾶς.
Ὁ Εὐαγγελινὸς καὶ ἡ Μόρφω ἐξῆλθον εἰς τὸ προαύλιον. Τί ὡραῖον, τί ἥμερον, τί λευκόμαλλον ποὺ ἦτο τὸ ἀρνί! Καὶ πὼς ἐβέλαζε (μπέ! μπέ!) τὸ καημένο. Ἐν τούτοις δὲν ἐφαίνετο πολὺ δυσαρεστημένον, διότι ἔμελλε νὰ σφαγῇ. Καὶ ἄλλος Ἀμνὸς ἄμωμος, Ἀμνὸς αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, καὶ ἄλλος ἀτίμητος Ἀμνὸς ἐσφάγη...
Τὴν ἑσπέραν ἔφερεν οἴκαδε ὁ πατὴρ τᾶς πασχαλινὰς λαμπάδας, ὡραίας, λεπτάς, περιτέχνους. Τί χαρά! Τί θρίαμβος! Φαντασθῆτε ὡραίας μικρᾶς λαμπάδας, μὲ ἄνθη τεχνητά, μὲ χρυσόχαρτα. Ὁ Εὐαγγελινὸς ἤθελε νὰ πάρῃ τὴν τῆς ἀδελφῆς του, λέγων, ὅτι ἐκείνη εἶναι μεγαλυτέρα. Ἡ μήτηρ τοῦ τὴν ἔδωκεν, ἀλλ᾿ ὃ μικρὸς τὴν ἔσπασε, ἐκεῖ ποὺ ἔπαιζε μὲ αὐτήν, ἔσπασε καὶ τὴν ἰδικήν του, καὶ ὕστερον ἔβαλε τὰ κλάματα. Ὁ πατὴρ τοῦ ἠγόρασεν ἄλλην, ἀφοῦ τὸν ὑπεχρέωσε νὰ ὑποσχεθῆ ὅτι δὲν θὰ τὴν πιάσῃ εἰς τὴν χεῖρα, ἕως τὰ μεσάνυκτα, ὅταν θὰ ὑπάγουν εἰς τὴν Ἀνάστασιν.
Ὁ μικρὸς ἀπεκοιμήθη κλαίων καὶ χαίρων.
Μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἀφοῦ ἔγινεν ἡ Ἀνάστασις, καὶ ἤστραψεν ὁ ναὸς ὅλος, ἤστραψε καὶ ἡ πλατεία ἀπὸ τὸ φῶς τῶν κηρίων, τὰ παιδία ἤρχισαν νὰ καίουν μετὰ κρότου σπίρτα καὶ μικρὰ πυροκρόταλα ἔξω εἰς τὸ πρόναον, καὶ τίνες παῖδες δεκαετεῖς ἐπυροβόλουν μὲ μικρὰ πιστόλια, ἄλλοι ἔρριπτον ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἐπὶ τῶν πλακῶν τοῦ ἐδάφους τὰ βαρέα καρφία μὲ τὰ καψύλια καταπτοοῦντες καὶ σκανδαλίζοντες τὰς πτωχὰς γραίας, αἵτινες, μεθ᾿ ὅλον τὸν διωγμὸν ὃν ἐκίνουν κατ᾿ αὐτῶν τὴν Μεγάλην Ἑβδομάδα κατ᾿ ἔτος οἱ ἐπίτροποι, ἀξιοῦντες νὰ περιορίσωσιν αὐτὰς εἰς τὸν γυναικωνίτην, οὐχ ἧττον ἐπέμενον καὶ παρεισέδυον ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἀριστερά, εἰς τὴν μίαν κόγχην.
Εἷς δ᾿ ἐπίτροπος τῆς ἐπάνω ἐνορίας, ἄνθρωπος προοδευτικός, βλέπων ὅτι ὅλοι οἱ ἐθελονταὶ ψάλται, νεανίαι εἰκοσαετεῖς, ἐφοίτων κατὰ προτίμησιν εἰς τὴν κάτω ἐκκλησίας, εἷς δὲ τὴν ἐπάνω ἠναγκάζοντο νὰ ψάλλωσιν οἱ ἱερεῖς, τί ἐσοφίσθη; Πιάνει καὶ ἀποσπᾶ ἀπὸ τὸν γυναικωνίτην τὰ καφάσια, τὰ δικτυωτά, δι᾿ ὧν ἐφράττοντο τέως αἱ γυναικεῖαι μορφαὶ ἀπὸ τῆς ὄψεως τῶν ἀνδρῶν, καὶ ἀφήνει τὸν γυναικωνίτην ἄφρακτον. Τότε διὰ μιᾶς ὅλοι οἱ εὐλαβεῖς καὶ μουσόληπτοι νεανίσκοι ἀφῆκαν τὴν κάτω ἐκκλησίαν ἔρημον ψαλτῶν κ᾿ ἔτρεξαν ὅλοι εἰς τὴν ἐπάνω.
Εἶτα τὰ μικρὰ παιδία καὶ τίνες παιδίσκαι τετραετεῖς, μὲ τᾶς κομψὰς ποικιλτὰς λαμπάδας, ἐτάχθησαν ἀνὰ τὸν χορόν, περὶ τὰ δυὸ ἀναλόγια, καὶ παρὰ τὸ εἰκονοστάσιον, καὶ ἤρχισαν νὰ θορυβῶσι, νὰ παίζωσι, νὰ στάζωσιν εἰς τοὺς λαιμοὺς ἀλλήλων, καὶ νὰ τσουγκρίζωσι τὰ αὐγά των. Καὶ ἓν παιδίον ἑξαετές, πονηρότερον τῶν ἄλλων (ἦτο ὁ υἱὸς τῆς Μηλιᾶς τῆς γειτόνισσας) εἶχε πλαστὸν αὐγὸν εἰς τὸν κόλπον του, πωρώδη λίθον στρογγυλευμένον κοκκινοβαφὴ καὶ δι᾿ αὐτοῦ ἔσπαζε τὰ αὐγὰ ὅλων τῶν παιδιῶν, καὶ τὰ ἔπαιρνε, κατὰ τὴν συμφωνίαν, καὶ τὰ ἔτρωγε.
Μία παιδίσκη καὶ εἷς παῖς, πενταετής, ἤρχισαν νὰ φιλονικῶσι περὶ τοῦ τίνος ἡ λαμπάδα ἦτο εὐμορφότερα.
- Ὄχι, ἡ δική μου ἡ λαμπάδα εἶναι καλύτερη.
- Ὄχι, ἡ δική μου.
- Ἐμένα ὁ πατέρας μ᾿ τὴν ἐδιάλεξε, κ᾿ εἶναι πλιὸ καλή.
- Ἐμένα ἡ μάννα μ᾿ τὴν ἐστόλισε μονάχη της.
- Καὶ ξέρει νὰ κάμῃ λαμπάδες ἡ μάννα σ᾿;
- Ὄχι, δὲ ξέρει; Σὰν τὴ δική σ᾿!
- Τέτοια παλιολαμπάδα!
- Ναί, παλιολαμπάδα;... νά!...
- Νὰ κ᾿ ἐσύ!
- Νὰ κι ἄλλη μιά!
Καὶ ἤρχισαν νὰ τύπτουν ἀλύπητα τὰς κεφαλὰς ἀλλήλων μὲ τὰς λαμπάδας των, ἑωσοῦ ἔβαλαν τὰ κλάματα καὶ οἱ δύο.
Τὸ ἀπόγευμα πάλιν, ἀφοῦ ἐψάλη ἡ Β´ Ἀνάστασις κ᾿ ἔγινεν ἢ Ἀγάπη, ἐξῆλθαν ὅλοι εἰς τὴν πλατείαν κ᾿ ἐθεῶντο τὴν πυρπόλησιν τοῦ Ἑβραίου. Τί ἄσχημος καὶ τί εὐμορφοκαμωμένος ποὺ ἦτον ὁ Ἑβραῖος! Εἶχε μίαν χύτραν ὡς κεφαλήν, εἶχε καὶ λινάρι ὡς γένειον. Ἔφερε καὶ ζεῦγος γυαλιὰ (ἡ Μόρφω τὰ ἐνθυμεῖτο ὅλα), ὅμοια μ᾿ ἐκεῖνα ποὺ φορεῖ ἡ γραῖα μάμμη ὅταν ράπτῃ ἢ ἐμβαλώνῃ τὰ παλαιὰ ροῦχα της. Εἶχε κ᾿ ἕνα σακκούλι ἢ πουγγὶ κρεμασμένον εἰς τὸ ἀριστερὸν πλευρόν του. Ἐφόρει μακριά, μακριὰ φορέματα, παρδαλά, ραβδωτά! Καὶ ἀφοῦ τὸν ἐκρέμασαν ὑψηλὰ ὑψηλά, ἕως ἑπτὰ ὀργυιᾶς ἐπάνω, ἤρχισαν οἱ ἄνδρες νὰ τὸν μαστίζουν, νὰ τὸν τουφεκίζουν ὅλοι, ἕως ὅτου τὸν ἔκαυσαν.
Καὶ ὕστερον ἢ μήτηρ ἔστρωσε τὴν τράπεζαν εἰς τὴν οἰκίαν, καὶ παρέθεσε τὰ αὐγὰ τὰ κόκκινα, τὸ τυρί, ποὺ εἶχε φέρει ἡ κουρούνα, καὶ τὸ ἀρνὶ τὸ ψημένο, καὶ τὰ παιδία ἐκάθισαν εἷς τὴν τράπεζαν καὶ ἤρχισαν νὰ τσουγκρίζουν τὰ αὐγά των. Τί χαρά! τί ἀγαλλίασις!
Ἐφέτος, δηλαδὴ κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο τῆς δυστυχίας διὰ τὰ δυὸ ὀρφανὰ δὲν ἦτο πλέον ἐκεῖ οὔτε ὁ πατήρ των, ὅστις ἔλειπεν, οὔτε ἡ μήτηρ των, ἥτις ἐπῆγε μακρύτερα ἀκόμη. Ἀντὶ τῶν δύο ἦτο ἡ γηραιὰ μάμμη, ρογχάζουσα ἐπὶ τῆς κλίνης καὶ γογγύζουσα. Ἀντὶ τῶν ἐπιχρύσων λαμπάδων, ἦσαν οἱ δυὸ τρεμοσβήνοντες καὶ βλοσυροὶ ὀφθαλμοί της. Ἀντὶ τῆς ἀθώας χαρᾶς, ἀντὶ τῆς ἀφάτου εὐτυχίας τοῦ παιδικοῦ Πάσχα, ἦτο ἡ λύπη ἡ βαρεῖα, ἡ ἀνεπανόρθωτος συμφορά.
Εὐτυχῶς ἡ γραῖα Κομνιανάκαινα δὲν ἀπέθανε, καὶ ὁ υἱός της ἔφθασεν ἀπόπασχα μὲ τὸ γολεττί, καὶ ἤρχισε νὰ καλλωπίζηται καὶ νὰ στρίβῃ τὸν μύστακα ἀποβλέπων εἰς δεύτερον γάμον. Ἀλλά, διὰ τὰ δυὸ παιδία, τάχα θὰ ἐπανήρχετο πάλιν ἡ χαρὰ ἐκείνη, θ᾿ ἀνέτελλεν ἐκ νέου γλυκεῖα ἡ παιδικὴ Πασχαλιά; Διὰ τὸν Εὐαγγελινὸν ἴσως, διὰ τὴν Μόρφω ὅμως ποτέ. Αὕτη ᾐσθάνετο τὴν ἀπουσίαν τῆς μητρός της καὶ ἤξευρεν ὅτι δὲν ἔμελλε νὰ τὴν ἐπανίδη πλέον ἐπὶ τῆς γῆς.
Γλυκεῖα Πασχαλιά, ἡ μήτηρ τῆς χαρᾶς! Γλυκεία μήτηρ, τῆς Πασχαλιᾶς ἡ ἐνσάρκωσις!
Ἀλλ᾿ ὁ Χριστὸς ὑπεσχέθη νὰ πίῃ μὲ τοὺς ἐκλεκτούς του καινὸν τὸ γέννημα τῆς ἀμπέλου ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Πατρός Του, καὶ οἱ ὑμνωδοὶ ἔψαλλον: «Ὢ Πάσχα τὸ μέγα καὶ ἱερώτατον, Χριστέ! δίδου ἡμῖν ἐκτυπώτερον σοῦ μετασχεῖν ἐν τῇ ἀνεσπέρῳ ἡμέρᾳ τῆς Βασιλείας Σου!».
Πηγή: http://anavaseis.blogspot.com

Παρασκευή 2 Απριλίου 2010

Φώτης Κόντογλου - Ἡ πίστη τοῦ λαοῦ μας κατὰ τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα

Ἐκεῖνοι οἱ ἁπλοϊκοὶ ἄνθρωποι, ἐκεῖνα τὰ ἀγράμματα γεροντάκια καὶ οἱ γριοῦλες, ποὺ τὴν Σαρακοστὴ καὶ τὴν Μεγάλη Βδομάδα βρίσκονται ὅλη μέρα στὴν ἐκκλησία, ζήσανε ἀπὸ τὰ μικρά τους χρόνια ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου καὶ καταλάβανε αὐτὸ τὸ χαροποιὸν πένθος, ποὺ δὲν τὸ καταλάβανε, ἀλοίμονο, οἱ σπουδασμένοι μας, ποὺ θέλουνε νὰ τοὺς διδάξουνε, ἀντὶ νὰ διδαχθοῦνε ἀπ᾿ αυτούς.
Τώρα τὶς μέρες τῆς Σαρακοστῆς, τῆς Μεγάλης Βδομάδας καὶ τοῦ Πάσχα πορεύονται μαζὶ μὲ τὸν Χριστό, ἀκολουθᾶνε ὁλοένα ἀπὸ πίσω του, ἀληθινά, ὄχι φανταστικά, ἀκούγοντάς Τον νὰ λέγῃ:
 «Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ παραδοθήσεται ὁ Ὑιὸς τοῦ ἀνθρώπου, καθὼς γέγραπται περὶ αὐτοῦ». Μαζί του βρίσκονται στὸν Μυστικὸ Δεῖπνο καὶ δακρύζουνε ἀπὸ τὰ λόγιά Του, μαζί Του πᾶνε στὸ πραιτώριο καὶ στὸν Πιλᾶτο, μαζί Του ῥαπίζονται, μαζί Του μαστιγώνονται, μαζί Του ἐμπαίζονται, μαζί Του σταυρώνονται, μαζί Του θάβονται, μαζί Του ἀνασταίνονται.
Τὰ μάτια τους γίνονται βρῦσες καὶ τρέχουνε, μὰ αὐτὰ τὰ δάκρυα δὲν εἶναι δάκρυα τῆς ἀπελπισίας, ἀλλὰ τῆς ἐλπίδας καὶ τῆς βεβαιότητας πὼς μ᾿ αὐτὰ ποτίζεται τὸ ὁλόδροσο κι ἀμάραντο δέντρο τῆς ἀληθινῆς χαρᾶς, τῆς χαρᾶς τῆς Ἀναστάσεως. Αὐτὸ γίνεται κάθε χρόνο. Ὤ! Πόσο ἀληθινὰ πίστι εἶναι ἡ ὀρθόδοξη πίστι τοῦ λαοῦ μας!

Τρίτη 23 Μαρτίου 2010

῾Η Σουζάννα τοῦ παπᾶ τοῦ Γρηγορίου Ξενόπουλου (διήγημα)

                                                                             
                                                                             
            « – Η μάννα μου δεν είναι παπαδία; Έ, κι εγώ παπαδία θα γένω!»

            Έτσι έλεγε με το τριανταφυλλένιο της πεισματάκι, η ξανθή Σουζάννα, η όμορφη θυγατέρα του παπά – Ζήσιμου του Κλοντηρά, - του ίδιου που είχε και την περίφημη γάτα.

            Κι  ήταν το μοναχό της αργκουμέντο, για να καταφέρει τους δικούς της να της δώσουν τον Άνθιμο τον Αναγνώστη που τη γύρευε. Ούτε τον αγαπώ έλεγε, ούτε τον θέλω, ούτε μ΄ αρέσει, ούτε είναι καλός, ούτε είναι ώμορφος. Μόνο πως έπρεπε να γίνη «παπαδία», επειδή ήταν κι η μάννα της. Αν έξαφνα ο παπά – Ζήσιμος, που δεν ήθελε ν΄ ακούσει τέτοιο γάμο, της έλεγε : «καλά λοιπόνּ δε θα σού δώσω τον Άνθιμο τον αναγνώστη, θα σού δώσω όμως τον Αντρέα το διάκοּ πάλι παπαδία θα γένειςּ θέλεις;» – ώ, η ξανθή Σουζάννα θα βρισκότανε πολύ μπερδεμένη. Μόνο γιατί τα είχε ψημένα με τον Άνθιμο, η κατεργαρούλα, ήθελε τώρα, σώνει και καλά, να «γένει παπαδία»…

            Μα δεν ήταν φόβος να της έκανε τέτοια πρότασι ο πατέρας της, ούτε στ΄ αστεία. Γιατί ο παπά – Ζήσιμος, όσο δεν ήθελε τον Άνθιμο τον αναγνώστη, άλλο τόσο δε θάθελε και τον Αντρέα το διάκο. «Μακρύα από ράσο! έλεγε πάντα. Μία θεγατέρα μοναχά μου άφησε ο αφέντης ο Θέος και δε θα την κάμω εγώ δυστυχισμένη, δίνοντάς τη σε παπά. Όξω!!… Και γιατί να μη ζήσει το παιδί μου, να μη χαρεί τα νιάτα του και τον κόσμο; Στον τόπο μας, η παπαδία είναι ακόμα υποχρεωμένη να ζει σα μια γυναίκα που’ χει πάντα κορέττο. Ούτε λούσα, ούτε θέατρα, ούτε χοροί, ούτε καρναβάλια. Μούγκρα, μούχλα, κλεισούρα, σκοτάδι. Απλά ρούχα σκούρα και ήσυχη ζωή οικογενειακή, παναπεί καλογερίστικη. Και γιατί; Γιατί έτσι, λέει, έζησε κ΄ η μάννα της. Μπα! ίσα – ίσα γι΄ αυτό να μη ζήσει έτσι η θεγατέρα. Το σόι μας, η γενιά μας, επλέρωσε το φόρο του με το παραπάνου. Φτάνει μας! ας πλερώσουνε τώρα κι άλλοι. Έπειτα, και να ‘θελε σήμερα μία παπαδία να ζήσει λίγο αλλιώτικα, – έ, ο κόσμος, βλέπεις, όλο πάει μπροστά! – μήπως μπορεί; Όβολα ε βγάνει η αγιαστήρα παρά μία βολά το χρόνο : του Φωτώνε. Παπάς, – πάντα φτωχός! Και στη Μητρόπολι να εφημερεύει και σ΄ ένα ξωκλήσι, το ίδιο κάνει. Τ΄ είναι ο κάβουρας, τι το ζουμί του… Δε βαρυέσαι! Μακρύα από ράσο!»

            Στην αρχή, κι η Σουζάννα του παπά είχε τις ιδέες του πατέρα της. Αγαπούσε, σαν κορίτσι, τον κόσμο, ποθούσε να ζήσει χαρούμενα στους κόλπους του, και κάθε άλλον θα διάλεγε γι΄ άντρα της παρά έναν αναγνώστη που θα γινότανε παπάς. Τ΄ όνειρό της μάλιστα, όπως πολλών κοριτσιών εκείνη την εποχή, – γιατί αργότερα το «ιδανικό» άλλαξε, για ν΄ αλλάξει και πάλι, – θα ‘ταν κανένας όμορφος, λεβέντης στρατιωτικός. Της γουστάριζε πολύ το σπαθί, η κορώνα, η μεσούλα, το λιγερό κορμί και το στριμμένο μουστακάκι κάτι νέων υπαξιωματικών, που τους έβλεπε στον αντικρινό στρατώνα της χωροφυλακής. Μα και σπαθοφόρο αν δεν εύρισκε, μ΄ ευχαρίστησι θάλεγε το ναι για κανένα τηλεγραφητή, ή μηχανικό, ή δάσκαλο της προκοπής, ή κ΄ εμποράκο γραμματισμένο, σαν το Γερόλυμο, τον καλό φίλο του πατέρα της. Πάντα όπως για λαϊκό, πολίτη, άντρα. Γιατί κάθε άλλο παρά εντύπωση ανδρός της έκανε ένας άνθρωπος, που έκρυβε το κορμί του μέσα σ΄ ένα βελέσι και που είχε μακρυά μαλλιά σαν γυναίκα. Κι ο πιο νέος, ο πιο δροσερός, ο πιο όμορφος ρασοφόρος θα της φαίνουνταν γελοίος. Εκείναις οι μαλλούρες μάλιστα – πουφ!…

            Πώς το ‘παθε λοιπόν η καλή μας Σουζάννα, με τέτοιες ιδέες, – δικές της, και του πατέρα της, και της μάννας της ακόμα, – να πάει να πέσει σα στραβή και ν΄ αγαπήσει τον αναγνώστη; Αυτό, αλήθεια, είναι κάμποσο παράξενο κι αξίζει να το διηγηθούμε περιστατικώς.

***

            Ο Άνθιμος, ο γιος του Χρήστου του Χρυσομάλλη, ήταν ένα παιδί ζωηρό κι έξυπνο, από μικρή φαμίλια, που είχε όμως τον τρόπο της. Ο πατέρας του, ναυπηγός, έφτειανε βάρκες, μαούνες και καΐκια, κι εξεδούλευε καλά. Το γιο του τον είχε στα γράμματα κι από μικρό, κάθε Κυριακή, τον έπαιρνε μαζί του στην Εκκλησία. Ο Άνθιμος, εκτός από το θρήσκο του πατέρα, έτυχε να ‘χει εκκλησιαστικό όνομα κ΄ έκτακτη φωνή. Άφηνε το γέρο στο στασίδι κι αυτός έμπαινε στο Ιερό για να λέη το κυριελέησον. Κι ήλθε μια καλή Κυριακή, που είπε στη Φανερωμένη και τον Απόστολο, κι όλος ο κόσμος πια εθαύμασε τη φωνή του, και συχάριασε τον πατέρα του και του ευχήθηκε να τον ιδή ψάλτη ή παπά.

            « – Και γιατί όχι και τα δύο;» έλεγε γελώντας ο γέρο – Χρυσομάλλης.

            Αλήθεια, γιατί όχι και τα δύο;... Μήπως τόσοι και τόσοι καλλίφωνοι παπάδες, στο νησί εκείνο το φιλόθρησκο, το γεμάτο Εκκλησιές, δεν έκαναν στον ίδιο καιρό και τον ψάλτη, κι αφού τελείωναν τη λειτουργία στην ενορία τους, σαν εφημέριοι, δεν επήγαιναν σε μιαν άλλη να ψάλλουν; Να, και της Φανερωμένης ο δεξιός ψάλτης ήταν ο παπά – Ζαφειράκης, εφημέριος στον Άγιο Παύλο, που έτσι κέρδιζε σχεδόν άλλα τόσα. Γιατί όσα έχει ο εφημέριος μιας μικρής ενορίας, έχει κι ο ψάλτης μιας μεγάλης. Κι από την Κυριακή εκείνη, κάτι τέτοιο ονειρευότανε για το γιο του ο γέρο – Χρυσομάλλης. Στο στενό, τον περιορισμένο του κύκλο, ενόμιζε πως ήταν το μεγαλύτερο, το τολμηρότερο που μπορούσε να ονειρευθεί. Την παραμικρή υποψία δεν είχε ο κακόμοιρος ζακυθινός, πως αν ήταν αλλού το παιδί του, θα μπορούσε ίσως να γίνει ένας μεγάλος τενόρος, να δοξασθεί και να βγάλει εκατομμύρια.

            Κάποτε όμως του το σφύριξαν κι αυτό. Ιταλικοί θίασοι πήγαιναν τακτικά στο νησί κι έπαιζαν όπερες στο κομψό, χειμωνιάτικο θεατράκι του. Η ορχήστρα κι ο ανδρικός χορός εσχηματίζουνταν από ντόπιους μουζικάντιδες και τραγουδιστάδες, που είχε τότε και πολλούς και καλούς, κι όλοι σχεδόν οι καλλίφωνοι ψαλτάδες των Εκκλησιών, οι λαϊκοί, λάβαιναν μέρος στο κόρο της όπερας, μαζί με τις Ιταλίδες της κομπανίας. Μια φορά λοιπόν, μερικοί φίλοι, κρυφά από το γέρο κατάφεραν να πάρουν και τον Άνθιμο. Ο δόκιμος ψαλτάκος, ο ντιλεττάντες να πούμε, που βοηθούσε χάρισμα το χορό της Φανερωμένης κ΄ έλεγε το κυριελέησον και τον Απόστολο, ήταν τότε μαθητής στο Γυμνάσιο, δεκαπέντε χρονών. Η γερή και πλούσια τενορίστικη φωνή του έκαμε κατάπληξι στους ιταλούς αρτίστες και κάποιος απ΄ αυτούς, – ο μπάσσος μου φαίνεται… οπωσδήποτε ο τενόρος ποτέ… – εχάλασε τον κόσμο να πάρει μαζί του τον Άνθιμο στην Ιταλία.

            « – Έλα στη Νάπολι, του είπε, να σε βάλω στο Κονσερβατόριο, να γίνης μεγάλος!

            « – Ναι… μα ο πατέρας μου; ψιθύρισε ο νέος.

            « – Εγώ θα του μιλήσω του πατέρα σου!»

            Και πήγε στο Χρυσομάλλη ο ενθουσιασμένος Ιταλός και του μίλησε. Μα που ν΄ ακούσει λόγο ο γέρος – κι ας ήξερε καλούτσικα τα ιταλικά! Καλέ, θεατρίνο θάκανε το παιδί του αυτός; ποτέ! Για ούλα τα μιλλιούνια του κόσμου!… Κι όχι μόνο δεν έστειλε τότε τον Άνθιμο στην Ιταλία, αλλά του απαγόρευσε να ξαναπατήσει και στα παρασκήνια.

            « – Με ρώτησες εμένανε, που πήγες να κάμεις τον κορίστα, έ; του είπε θυμωμένος. Τη φωνή που έχεις, σου την εχάρισε ο Θεός. Δε μπορείς λοιπόν να υπηρετήσεις με τη φωνή σου, παρά το Θεό και την Εκκλησία. Εφινίρισε!»

            Έτσι ο Άνθιμος, που αν κι ήταν έξυπνο και ζωηρό παιδί, συνήθισε ν΄ ακούει σ΄ όλα το γέρο, έμεινε στην πατρίδα του και στην Εκκλησία. Ποτέ, αλήθεια, η φωνή του, θείο δώρο, δεν υπηρέτησε τίποτα λαϊκό, κοσμικό, και στις καντάδες ακόμα, τις φημισμένες εκείνες του νησιού, άμα μεγάλωσε μάλιστα λιγάκι, δύσκολα και σπάνια λάβαινε μέρος. Στις Εκκλησίες όμως δεν είχε καμιά δυσκολία. Όχι μόνο η Φανερωμένη, όπου πήγαινε τακτικά, μα κι όλες οι άλλες, όταν είχαν πανηγύρι, τον εύρισκαν ολοπρόθυμο να βοηθάει. Είχε γίνει σωστό παπαδοπαίδι που δεν του έλειπαν παρά τα ράσα. Και μια Κυριακή, καλύτερη από την πρώτη, πριν βγάλει ακόμα το Γυμνάσιο, ο παπά – Στουπάθης της Φανερωμένης του τα ‘βαλε κι αυτά. Ο Άνθιμος ήταν τώρα αμπάτες, όπως έλεγαν στο νησί τούς Αναγνώστες.

***

            Πέρασαν λίγα χρόνια. Ο Άνθιμος είχε πάρει το απολυτήριό του κι είχε ξεσκολίσει την εκκλησιαστική μουσική, κρητική και πολίτικη, (ευρωπαϊκή και βυζαντινή), με τον καλύτερο δάσκαλο του τόπου. Ο πρώτος ψάλτης του παπά – Ζήσιμου του Κλοντηρά, στον Άη – Γιάννη, του’ φυγε ξαφνικά, δυσαρεστημένος από μια παρατήρησι που του ‘καμε – με το δίκιο του, – ο εφημέριος στη μέση της λειτουργίας. Κ΄ ο παπά – Κλοντηράς, που ’χε στην καρδιά του τη φωνή του Άνθιμου, ωφελήθηκε από την ευκαιρία για να τον πάρει στην Εκκλησιά του. Δεν ήταν και τόσο εύκολο. Γιατί κι ο θυμωμένος ψάλτης μετάνιωσε και γύρευε να ξαναγυρίσει, κι ο Άνθιμος ήταν τώρα από τους ακριβούς ψαλτάδες, κι οι Επίτροποι του φτωχού Άη – Γιάννη δεν είχαν μπόλικα να ξοδεύουν. Ο παπά – Ζήσιμος όμως, που η μανία του ήταν να τα ‘χει όλα στην εντέλεια η Εκκλησιά του, εχάλασε τον κόσμο να τα συμβιβάσει. Κατάφερε τον Άνθιμο να δεχθεί κάτι λιγότερο, κατάφερε τους Επιτρόπους να του δώσουν κάτι παραπάνου, θυσίασε κι αυτός ένα μέρος του «κεριού» του για το ισοζύγιο. Κι  έτσι, μια καλή Κυριακή, στον Άη – Γιάννη, βρέθηκαν όλοι ευχαριστημένοι : κι οι Επίτροποι που καμάρωναν στο παγκάρι τους, κι ο παπά – Ζήσιμος, κι η παπαδιά, κι η Σουζάννα, – γιατί η χαρά του παπά ήταν και δική τους, – κι ο γέρο – Χρυσομάλλης, κι οι ενορίτες, και περισσότερο ίσως απ΄ όλους ο ίδιος ο Άνθιμος, ο καινούργιος ψάλτης κι υποτακτικός του παπά – Ζήσιμου.

            Μα γιατί, αφού έφευγε από Εκκλησιά πλουσιότερη; Ά, τον Άνθιμο δεν τον ένοιαζε γι΄ αυτό! με πέντε τάλλαρα το χρόνο λιγότερο, δε θα φτώχαινε βέβαιαּ κι έπειτα ο ηθικός μισθός τον αποζημίωνε με το παραπάνου. Ο Άη – Γιάννης ήταν Εκκλησιά πιο αριστοκρατική, πιο συχναζούμενη, προπάντων από τον καιρό που εφημέρευσεν εκεί ο σεβάσμιος παπά – Ζήσιμος, ο κοσμαγάπητος, ο δραστήριος, ο φιλόκαλος, ο έμπειρος, – ένας από τους λίγους που ήξεραν να βαστούν Εκκλησιά. Έτσι και τον Άη – Γιάννη, τον παραμελημένο πρώτα, τον ξανάνιωσε, τον έβαψε, τον εχρύσωσε, τον καταστόλισε, κρέμασε κάτω από τ΄ ασημένια καντήλια αστεράκια χρυσά, περιποιήθηκε τον κήπο, συγύρισε το κελλί, έβαλε παντού διαλεχτό προσωπικό κι έκανε κάτι «τελετές» που ήταν σαν «Πατριαρχείο». Εκεί μέσα λοιπόν η φωνή και η τέχνη του Άνθιμου θα έλαμπαν περισσότεροּ κι ακόμα τον εσύμφερνε που θα ‘κανε τη μαθητεία του για παπάς κάτω από ένα τόσο πολύτιμο δάσκαλο σαν τον παπά – Ζήσιμο.

            Γι΄ αυτό ήταν τόσο ευχαριστημένος με την καινούργια του θέσι, όπως ήταν κι ο πατέρας του, αφού του εξήγησε όλα της τα προτερήματα. Για το νέο όμως αναγνώστη, είχε και κάποιο άλλο, κρυφό, μα μεγαλύτερο ίσως απ΄ όλα : τη Σουζάννα. Μήπως δεν ήταν η πιο όμορφη παπαδοπούλα; Κι αφού σκοπός του ήταν να γίνει παπάς, μια παπαδοπούλα δεν ταίριαζε φυσικά να διαλέξει για γυναίκα του; Λοιπόν, ποιαν άλλη θα εύρισκε καλύτερη από τη Σουζάννα, και τι καλύτερο πεθερό, για υποστήριξι, από τον παπά – Ζήσιμο, τον κοσμαγάπητο, που το λόγο του τον άκουγε κι ο Δεσπότης;

            Έφθανε γι΄ αυτό να τον συμπαθούσε λιγάκι το κορίτσι. Έ, δύσκολο ήταν; Γιατί τάχα;… Νέος ήταν – μόνο τρία – τέσσερα χρόνια μεγαλύτερός της, – όμορφος και, για ένα ρασοφόρο, κομψευόμενος πολύ. Το ξώρρασό του μαύρο, γυαλιστερό, το ράσο του καφετί, πάντα της ώρας, το ζουνάρι του πλούσιο, από βυσσινή βελούδο, το ρεξίνι του (ο σκούφος) μικρούλι, νόστιμο, απάνω στα καστανά, άφθονα, σγουρά μαλλιά του, τα παπούτσια του καθρέφτες κ΄ η ομπρέλα του με χερούλι από άσπρο κόκαλο. Δεν το ‘κανε τώρα για τη Σουζάννα, παρά ήταν το φυσικό τουּ του άρεσε πάντα να είναι καλοντυμένος. Και δεν είχε απάνω του τίποτα το καλογερίστικο. Έξυπνος, σβέλτος, γλυκομίλητος, ευγενικός, με μάτια που ‘βγαζαν σπίθες, ήξερε να γίνεται ευχάριστος σ΄ άνδρες και σε γυναίκες, και τα κορίτσια που τον έβλεπαν με τα ράσα, έλεγαν : «κρίμα στο νέο!»

            «Κρίμα στο νέο!» έλεγε μαζί με τις άλλες κ΄ η Σουζάννα, μα τίποτε παραπάνου. Τον είχε πάρει, ναι, από καλό μάτι τον υποτακτικό του πατέρα της, της άρεσε να τον ακούει να ψάλλει, και μάλιστα στον Άη – Γιάννη της, σήκωνε τα μάτια της κατά τον ουρανόν μ΄ έκφρασι μεγάλου θαυμασμού όταν μιλούσε για τη φωνή του μα κατά βάθος… αγρόν ηγόρασε. Πέρασαν μήνες ολάκαιροι, χωρίς να καταλάβει την κλίσι του αναγνώστηּ ή, κι αν την κατάλαβε, καμώνουνταν την ανίδεη και ξακολουθούσε να του μιλεί με όλη την ελευθερία, το θάρρος και την αφέλεια. Και φυσικά, είχαν μεταξύ τους μεγάλη σχέσι και οικειότητα, γιατί πολλές ώρες, κάθε μέρα, ο Άνθιμος τις περνούσε στην εκκλησιά, στο κελλί ή στον κήπο της εκκλησιάς, βοηθώντας τον παπά – Ζήσιμο σε όλα – ακόμα και στο πότισμα των λουλουδιών, – ή απλώς φλυαρώντας με την αγαθή οικογένεια και με τους φίλους της.

            Η Σουζάννα τον θεωρούσε έτσι σαν αδελφό. Άνδρας με ράσα, – το είπαμε, – δεν της έκαμε την εντύπωσι ανδρός. Ποτέ δεν θα μπορούσε να τον αγαπήσει. Θα της φαινότανε μάλιστα κι αστείο. Γι΄ αυτό, δυο – τρεις φορές που ριψοκινδύνευσε ο Άνθιμος να της πει κάτι διφορούμενα, η Σουζάννα γέλασε με την καρδιά της. Μα ο γιος του Χρυσομάλλη δεν ήταν από κείνους που απελπίζουνται γρήγορα.

            «Μπα, συλλογίσθηκε, θα την καταφέρω».

***

            Κι όμως πέρασε ο πρώτος χρόνος, άρχισε ο δεύτερος, και δεν την είχε «καταφέρει» ακόμα. Ούτε ίσως θα την κατάφερνε ποτέ στον αιώνα τον άπαντα, αν δεν του συνέβαινε κάποιο «δυστύχημα». Ο Αμπάτες έκλεισε τα εικοσιένα και κληρώθηκε να πάει στρατιώτης!

            Στην αρχή, λογάριαζε πώς θα το αποφύγει, γιατί ως τότε, όλων των ειδών και βαθμών οι ρασοφόροι ήταν εξαιρεμένοι. Επειδή όμως εκείνο το χρόνο ήταν γενική επιστράτευσι και, για να γλυτώσουν μερικοί τα βάσανα, άφηναν τα μαλλιά τους και τυλίγουνταν προσωρινώς σ΄ ένα ράσο αναγνώστη, χωρίς να ‘χουν κανένα σκοπό να γίνουν και παπάδες, η Κυβέρνησι αποφάσισε να φανή αμείλικτη. Δεν εξαιρούνται, είπε, παρά οι χειροτονημένοι, από διάκο κι απάνουּ οι άλλοι όλοι είναι υπόχρεοι.

            Ο γέρο – Χρυσομάλλης έτρεξε στο Δεσπότη, στο Δήμαρχο, στο βουλευτή τουּ του υποσχέθηκαν όλοι να ενεργήσουν, μα δεν έκαμαν τίποτα. Κι ο παπά – Ζήσιμος εχάλασε τον κόσμο. Είχε μάλιστα την αφέλεια να πιστεύει, πως άμα ορκίζουνταν αυτός «στην τιμή του σαν ιερέας», πως ο υποτακτικός του δεν ήταν «από τους ψεύτικους», θα του τον άφηναν. Αλλά ποιος ν΄ ακούσει! Και την ίδια μέρα που παρουσιάστηκε στο Συμβούλιο ο Άνθιμος, τον κράτησαν, τούκοψαν τα μαλλιά, του πέταξαν τα ράσα και του φόρεσαν τη στολήּ θα τον εγύμναζαν, μαζί με τους νεοσύλλεκτους, στον τόπο κι από κει, αν ήταν ανάγκη, θα τον έστελναν στα σύνορα.

            Ο παπά – Ζήσιμος είχε γίνει σκυλί.

            « – Μ΄ αυτό είναι άνω ποταμών! εφώναζε. Αυτούς, τους στρατιώτες του Χριστού, δεν έπρεπε να τους παίρνουνε! Τι θα γίνει λοιπόν το δικό μας στράτευμα; Θα μείνουμε, παναπεί, μοναχοί μας, οι αξιωματικοί; Ορίστε τώρα εγώּ χάνω τον καλύτερό μου βοηθό, το δεξί μου χέρι! Πώς θα πορευθεί τόσον καιρό η Εκκλησία μου χωρίς Άνθιμο; Και καλά αν δεν γίνει πόλεμος. Αμή αν γίνει και μου τον στείλουνε τον καψερό στα σύνορα;… Ά, μπα! μπα! δεν έπρεπε να παίρνουν και τους στρατιώτες του Χριστού!…»

            Αυτά ο παπά – Ζήσιμος τα φώναζε στον κήπο, – για εκατοστή φορά – το δειλινό της ίδιας ημέρας που παρουσιάστηκε ο Άνθιμος, εις επήκοον της παπαδιάς, της Σουζάννας, του Γιάννη του καμπανάρου και του φίλου του του Γερόλυμου, που είχε περάσει να τον πάρει, να πάνε περίπατο. Όλοι ήταν καταστενοχωρεμένοι για τη «συφορά», κι άφωνοι επιδοκίμαζαν με κουνήματα του κεφαλιού και με μορφασμούς τα πικρά λόγια του παπά. Άξαφνα, από την κουζίνα του κελλιού, που έβγαζε στον κήπο, ακούστηκε μια γλυκιά φωνή να τραγουδεί, μ΄ αστείο ύφος, πολεμόχαρο τάχα κι αρειμάνιο, το τραγούδι της μόδας, στον ήχο της περίφημης τότε ιταλικής «μάρτσια Μασσάβα» :

Στα σύ – νορά! στα σύ – νορά!
Εκεί που ει ει ει στα δύο
Εκό – ψαν το ανδρείο – ο
Της Μάννας μας κόρ – μί!

Και με το «κορ – μί!» πετιέται έξω με ορμή και στοπ! στέκεται εις προσοχή, χαιρετώντας στρατιωτικά, ένας χαριτωμένος φανταράκος. Ήταν ο Άνθιμος.

            «Μπα!… τάβαλε κιόλα;!»

            Σηκώθηκαν, έτρεξαν, τον περιστοίχισαν, τον κοίταξαν από κοντά… κι έμειναν καταγοητευμένοι. Η εμφάνισι αυτή τους έκαμε για μια στιγμή να τα ξεχάσουν όλα. Μα τι ωραίος, αλήθεια, τι ωραίος! Ποτέ δεν φαντάζουνταν πώς από έναν αναγνώστη θα ‘βγαινε τέτοιος στρατιώτης. Σίγουρα ήταν πιο καλός για στρατιώτης του Βασιλιά παρά για στρατιώτης του Χριστού! Τι κορμί, τι μεσούλα, τι λεβεντιά, τι ασικλίκι! Κ΄ η στολή έτυχε να του πηγαίνει καλά, και το μουτράκι του, χωρίς γένια και χωρίς μαλλιά, με το πηλίκιο στραβά φορεμένο, φάνταζε πολύ πιο όμορφο. Α, μα ήταν μια χαρά, μια τζόγια. Κι ο παπάς τον εκαμάρωσε, κι η παπαδιά τον έφτυσε να μη βασκαθεί, κι ο Γιάννης ο καμπανάρος άνοιξε το στόμα του τόσο, κι ο Γερόλυμος, ο φίλος, έβγαλε γελαστός την ταμπακιέρα του και πήρε μια καλή πρέζα ταμπάκο, για να διπλασιάση την ευχαρίστησι.

            Άμ΄ η Σουζάννα; τι έκαμε η Σουζάννα;

            Απλούστατα, αυτή τον αγάπησε.

            Μάλιστα. Από τη στιγμή εκείνη, οι ιδέες της όμορφης παπαδοπούλας έκαμαν κουτρουβάλα. Ο Άνθιμος με τα στρατιωτικά ήταν γι΄ αυτή μια αποκάλυψι. Τον είχε ως τώρα για ένα πλάσμα ουδέτερο, αλλόκοτο, μισό γυναίκα και μισό γέρο, – γιατί το ράσο, γι΄ αυτή, του ‘κρυβε ακόμα και τα νιάτα, – κι έξαφνα τον έβλεπε άντρα σωστό, λεβέντη, παλικάρι. Ποτέ δε φαντάζουνταν – κι ούτε ήθελε πρώτα να το φαντασθεί, – πώς κάτω από το μαύρο εκείνο βελέσι, μπορούσε να κρύβεται ένα τέτοιο ωραίο αντρίκειο κορμί. Και να το τώρα! Μα το Θεό, κανένας από τους υπαξιωματικούς, που έβλεπε στον αντικρινό στρατώνα της Χωροφυλακής, δεν ήταν πιο άνδρας από τον Άνθιμο. Απορούσε κι η ίδια πώς δεν το μάντεψε ως τώρα.

            Έ, από την αποκαλυπτική εκείνη ημέρα, στα διφορούμενα του φανταράκου τώρα, ίσως εξ αιτίας της στολής, η μικρή Σουζάννα αποκρινότανε με τα ίδια… Δε θεωρούσε πια τον Άνθιμο σαν αδελφό… Τα λόγια της και πολύ περισσότερο ο τρόπος της κι οι ματιές της, του ‘διναν μεγάλες ελπίδες… Και τόση ήταν γι΄ αυτό η χαρά του, ώστε η περιπέτεια του «στρατιωτικού», το «δυστύχημά» του, δεν του ‘κανε πια εντύπωσι.

            – Δε βαριέσαι! έλεγε στον πατέρα του που το φυσούσε και δεν εκρύωνεּ της τύχης μας ήταν να το υποστούμε κι αυτό. Μπόρα είναι και θα περάσει.

            Φαιδρότατος πάντα, με το τραγούδι στο στόμα, γύριζε από τα γυμνάσια στον Άη – Γιάννη. Ακούραστος βοηθούσε τον παπά – Ζήσιμο σ΄ όλα, σαν πρώτα, και τις Κυριακές βρισκότανε στο στασίδι του, μ΄ όλη την στολή του, κ΄ έψελνε σαν πρώτα και καλύτερα… Ήταν, αλήθεια, λιγάκι αστείο να βλέπεις στο στασίδι του ψάλτη ένα φαντάρο, που τον ήξερες μάλιστα ως χθες αναγνώστη. Αλλά κανένας ενορίτης δε συλλογίστηκε να γελάσει γι΄ αυτό. Όλοι συμπαθούσαν τόσο πολύ τη φωνή του Άνθιμου και τον ίδιο ώστε η «περιπέτειά» του τους επίκραινε κι εκείνους όσο σχεδόν και τον παπά. Κι έτσι εύρισκε την ευκαιρία και την ικανοποίησι, ο παπά – Ζήσιμος, – άλλος πάλι που το φυσούσε και δεν εκρύωνε, – να κάνει τα παράπονά του την ώρα που μοίραζε το αντίδωρο :

            – Μα δεν έπρεπε, οι ευλογημένοι, να παίρνουν και τους στρατιώτες του Χριστού! Και καλά αν ησυχάσουν τα πράματαּ αμή αν γίνει πόλεμος και μου τον στείλουνε στα σύνορα;

            Κι απ΄ όλους πια άκουγε, πως είχε το μεγαλύτερο δίκιο του κόσμου.

***

            Ευτυχώς που οι φόβοι του παπά – Ζήσιμου βγήκαν μάταιοι. Πόλεμος δεν έγινε ΄κείνη τη φορά κι ο Άνθιμος, αφού έκαμε τους τρεις του μήνες στον τόπο, απολύθηκε μαζί με τους άλλους. Έτσι ξαναφόρεσε τα ράσα κι άφησε τα μαλλιά του να μακρύνουν. Στρατιώτης πάλι του Χριστού.

            Τι; μήπως είχε καμιά απογοήτευσι τώρα η Σουζάννα, που τον ωραίο της φανταράκο τον ξανάβλεπε αναγνώστη; Όχι, μη φοβάσθε! Πάει πια, τα μάγια είχαν λυθεί… τον είχε αγαπήσει. Όχι με ράσα, μα και με τρίχινο σάκο ασκητή, μα και με κουρέλια ζητιάνου να τον έβλεπε, ω, τώρα θα της άρεσε το ίδιο. Είχε φθάσει στο σημείο που δε λογαριάζει κανένας τ΄ απέξω του ανθρώπου, παρά τ΄ απομέσαּ όχι τα ρούχα, ούτε καν το σώμα, παρά την ίδια την ψυχή… Άργησε να φθάσει η Σουζάννα, μα έφθασε. Κι ο Άνθιμος μπορούσε να είναι τώρα ευτυχής και ήσυχος, πως τον αγαπούσε με τα σωστά της.

            Τότε νόμισε πως ήλθε ο καιρός «για να γίνει», το είπε του πατέρα του, κι ο γέρο – Χρυσομάλλης, συμφωνότατος, το είπε του Γερόλυμου και τον παρακάλεσε να κάμει με τρόπο την πρότασι στο κελλί.

            – Ά, μπα! μακρύα από ράσο! είπε ο παπά – Ζήσιμος ευθύς.

                – Ά, μπά! μακρύα από ράσο! είπε κι η παπαδιά. Πάλι… ξέρω κ΄ εγώ; να ιδούμε τι λέει κι η Σουζάννα.

            Αλλά φαντασθήτε την έκπληξί τους, όταν άκουσαν της Σουζάννα να λέει εκείνο το θαυμάσιο :

            – Η μάννα μου δεν είναι παπαδία; Έ, κι εγώ παπαδία θα γένω.

            Μωρή καλή, - μωρή κακή!;… Τίποτα! Το τριανταφυλλένιο πεισματάκι της ξανθής Σουζάννας, της μονάκριβης, δεν ήξερε άλλη απάντησι απ΄ αυτή.

            …Ήταν κάποιες ιδέες που περίζωναν σαν τείχος την οικογένεια του παπά – Ζήσιμου του Κλοντηρά. Έ, στο τείχος αυτό ο Έρως έκαμεν ένα ρήγμα. Ήταν πολύ αρκετό για να περάσει απ΄ εκεί ο Άνθιμος, μ΄ όλα του τα ράσα, και να μπει κατακτητής στην οικογένεια. Η Σουζάννα θα τον βοηθούσε, θα τον τραβούσε μέσα μ΄ όλη της τη δύναμη.

            Κι έτσι έγινε, όπως δα γίνεται πάντα, άμα θέλει η νύφη κι ο γαμπρός : Η αντίστασι του γέρου κατανικήθηκεּ κι έξη μήνες ύστερ΄ από την άφεσί του, ο Άνθιμος ο αναγνώστης αρραβωνιάστηκε τη Σουζάννα του παπά. Όλοι το βρήκαν «φυσικότατο». Εμείς όμως ξέρουμε τώρα, πως το φυσικότατο αυτό δεν θα γινότανε ποτέ, αν ο «στρατιώτης του Χριστού» δεν τύχαινε να γίνει για λίγο και «στρατιώτης του Βασιλιά». Δεν είναι παράξενα τα φυσικά της ζωής;

               
Αθήναι, 1913
Γρηγόριος Ξενόπουλος

«Ημερολόγιον Σκόκου»
Τόμος 29 (1914), σελίδες 223-233  


Διαδίκτυο:http://www.sarantakos.com