"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μυστήρια ᾿Εκκλησίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μυστήρια ᾿Εκκλησίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 16 Ιουλίου 2010

Ἀστραπιαία ἀπάντηση Ἱεροθέου. Ἡ μάχη μαίνεται μέχρι ἐξαντλήσεως !

Σχόλιον Ἐριβρεμέτη τοῦ klision: Τὸ πράγμα ἔχει ἐξελιχθεῖ ὅχι ἁπλῶς σὲ διάλογο , σὲ ἀνταλλαγὴ ἀπόψεων ἀλλὰ σὲ ἀγῶνα, σὲ μάχη ποιός θὰ ἐξαντληθεῖ πρῶτος. Ἀλλὰ ἀπὸ ὅσο φαίνεται, “τὸ λέει ἡ καρδιά” τοῦ Σεβ. Ναυπάκτου, εἶναι παλληκάρι ἀντοχῆς. Ὁ Θεὸς νὰ τὸν στηρίζει, γιατί διακυβεύονται πολλά. Ἀλλὰ ἄλλοι Ἱεράρχες δὲν ὑπάρχουν, νὰ μιλήσουν καὶ νὰ πλαισιώσουν τὸν Ναυπάκτου;  Ἔτσι ἁπλῶς ρωτᾶμε !

Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ἱερόθεος 

«Μυστήρια και πνευματική ζωή»



Ὁ π. Βασίλειος Θερμός ἀπάντησε σέ ἕνα προηγούμενο κείμενό μου καί ἀναφέρεται στήν σχέση μεταξύ των Μυστηρίων Βαπτίσματος και Χρίσματος με την παρουσία των λαϊκών στην Εκκλησία και κατά κάποιον τρόπο τα ἀντιπαραθέτει στά ὅσα ὑποστηρίζω στά κείμενά μου για τα θέματα αυτά.

Θα ἀπαντήσω στό θέμα αὐτό μέ νέο κείμενό μου τις ἑπόμενες ἡμέρες.

Πρός τό παρόν ὅμως θα δημοσιεύσω μια πρόσφατη συνέντευξη την οποία έδωσα και δημοσιεύθηκε στο Περιοδικό «Ziarul Lumina» του Πατριαρχείου Ρουμανίας πριν καν ανοίξει αυτή η συζήτηση, και είναι επίκαιρη.

Ἡ συνέντευξη αὐτή ἔχει ὡς ἑξῆς:

Ἐρώτηση: Σεβασμιώτατε, ἡ ἐφημερίδα τοῦ Ρουμανικοῦ Πατριαρχείου, Ziarul Lumina, ἔχει πάλη την χαρά και το προνόμιο να λάβη μια συνέντευξη από Σας, γιατί ο Χριστιανός θα έπρεπε να κάνη την προσπάθεια να καταλάβη, να συνειδητοποιήση τις πνευματικές του αρρώστιες, τα πάθη του και να τα θεραπεύση. Αυτό το διάβημα δεν είναι όμως εύκολο.

Στά ἔργα σας μιλάτε πολύ για την οντολογική αρρώστια του ανθρώπου. Ο σύγχρονος άνθρωπος όμως συνήθως θεωρεί αρρώστια την σωματική και την ψυχολογική και αυτές τις αρρώστιες προσπαθεί να τις θεραπεύση στα νοσοκομεία. Αλλιώς, αντιλαμβάνεται την ζωή του στην καθημερινότητα ως ομαλή, υγιή κατάσταση.

Τι εἶναι η πραγματική αρρώστια του ανθρώπου, γιατί χρειάζεται «ιατρική εν Πνεύματι;». Γιατί είναι αποφασιστική, απαραίτητη η θεραπεία;


Ἀπάντηση: Στην Ἁγία Γραφή, τα λειτουργικά κείμενα και τα ἔργα των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας γίνεται πολύς λόγος για την ασθένεια του ανθρώπου και την θεραπεία του. Βεβαίως υπάρχει η σωματική ασθένεια, η ψυχολογική ασθένεια και η πνευματική ασθένεια. Μεταξύ αυτών υπάρχει αλληλεξάρτηση.

Τό θέμα τῆς ἀσθενείας πρέπει να το δη κανείς από την πτώση των Πρωτοπλάστων. Ο άνθρωπος πριν την πτώση ζούσε διαφορετικά απ' ο,τι σήμερα. Ο νους του είχε επικοινωνία με τον Θεό, η Χάρη του Θεού φώτιζε την ψυχή και το σώμα. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει ότι ο Αδάμ και η Εύα πριν αμαρτήσουν ζούσαν στον Παράδεισο ως άγγελοι. Μετά όμως την αμαρτία επήλθε ο πνευματικός θάνατος, δηλαδή η διακοπή των σχέσεων με τον Θεό και ακολούθησε ο σωματικός θάνατος. Από τότε ο άνθρωπος γεννιέται με την θνητότητα και παθητότητα, όπως εκφράζονται με τις ασθένειες, τα πάθη και τον θάνατο.

Ἡ αντιμετώπιση των σωματικών ασθενειών γίνεται από την ιατρική επιστήμη, την οποία σεβόμαστε, διότι απαλύνει τον πόνο των ανθρώπων. Επίσης, για τα ψυχολογικά προβλήματα ενδιαφέρεται η ψυχολογία με τις πολλές της θεωρίες, όπως την ψυχαναλυτική, την γνωστική, την συμπεριφοριστική, την υπαρξιακή. Η Εκκλησία θεραπεύει τα πνευματικά νοσήματα, γι' αυτό γίνεται λόγος για «ιατρική εν πνεύματι επιστήμη».

Ἡ πνευματική ἀσθένεια είναι όταν ο νους του ανθρώπου απομακρύνεται από τον Θεό. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής γράφει: «Νους αποστάς του Θεού η δαιμονιώδης γίνεται η κτηνώδης», δηλαδή όταν ο νους του ανθρώπου απομακρυνθή από τον Θεό, τότε γίνεται δαιμονιώδης με τα πάθη της υπερηφανίας και κτηνώδης με τα πάθη της φιληδονίας και της φιλοκτημοσύνης.

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος κάνει διάκριση μεταξύ σαρκικού, ψυχικού και πνευματικού ανθρώπου. Σαρκικός άνθρωπος είναι αυτός που δεν έχει την Χάρη του Αγίου Πνεύματος. Αυτός χαρακτηρίζεται και ως ψυχικός άνθρωπος, αφού λειτουργούν όλες οι ψυχικές ενέργειες, χωρίς ο άνθρωπος όμως να έχη αισθητώς την Χάρη του Αγίου Πνεύματος. Πνευματικός άνθρωπος είναι αυτός που είναι ναός του Παναγίου Πνεύματος, δηλαδή έχει την Χάρη του Βαπτίσματος και του Χρίσματος και μέσα στην καρδιά του γίνεται η νοερά προσευχή. Τότε εκδηλώνονται όλα τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος.

Κατά τούς Πατέρας της Ἐκκλησίας ὅποια σχέση υπάρχει μεταξύ σώματος και ψυχής, τέτοια σχέση υπάρχει μεταξύ ψυχής και Αγίου Πνεύματος. Δηλαδή, όταν η ψυχή φεύγει από το σώμα, τότε το σώμα πεθαίνει. Έτσι και όταν το Ἅγιον Πνεύμα απομακρύνεται από την ψυχή, η ψυχή είναι νεκρά κατά Θεόν. Ὁπότε, όταν οι Πατέρες ομιλούν για θεραπεία του ανθρώπου, εννοούν την απόκτηση του Αγίου Πνεύματος, την κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό, την κατά φύσιν και υπέρ φύσιν κίνηση των ενεργειών της ψυχής. Με άλλα λόγια, η θεραπεία συνίσταται στην μετατροπή της φιλαυτίας σε φιλοθεΐα και φιλανθρωπία.


Ἐρώτηση: Στα έργα σας για την θεραπεία του ανθρώπου υποστηρίζετε, κατά την διδασκαλία των Πατέρων της Ἐκκλησίας, ότι «ἡ Ἐκκλησία είναι πνευματικό θεραπευτήριο που θεραπεύει τον πνευματικά άρρωστο άνθρωπο».

Αὐτή η αντίληψη βρίσκεται σε αντιλογία με την κοινή νοοτροπία της εποχής μας για την οποία η Εκκλησία είναι ένα πλαίσιο της κοινωνικής η πολιτιστικής εκδηλώσεως μεταξύ άλλων επιλογών που μας προσφέρει η κοινωνία. Για τον σύγχρονο άνθρωπο, η θεραπεία όμως έχει σχέση μόνο με την ιατρική, με την παθολογία, ψυχολογία η με την ψυχιατρική.

Πῶς ερμηνεύετε τον ισχυρισμό σας ότι «η θεραπεία του ανθρώπου γίνεται μέσα στον χώρο της Εκκλησίας»;

Ἀπάντηση: Εφ' όσον προηγουμένως κάναμε την διάκριση μεταξύ σωματικής, ψυχολογικής και πνευματικής θεραπείας γίνεται αντιληπτό ότι αυτή η μέθεξη του Αγίου Πνεύματος γίνεται μέσα στον χώρο της Εκκλησίας με τα Μυστήρια και την ασκητική ζωή. Έτσι μπορούμε να καταλάβουμε τον λόγο του αγίου Σεραφείμ του Σαρώφ ότι σκοπός του ανθρώπου είναι η απόκτηση του Αγίου Πνεύματος. Αυτό είναι το βασικό έργο της Εκκλησίας.

Ἡ Ἐκκλησία, κατά την διαδασκαλία του Αποστόλου Παύλου, είναι Σώμα Χριστού και ο Χριστός είναι η κεφαλή της Εκκλησίας. Κατά δε τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά η Εκκλησία είναι κοινωνία θεώσεως, δηλαδή οδηγεί τον άνθρωπο στην θέωση, δια της καθάρσεως της καρδιάς και του φωτισμού του νου.

Μέ αὐτήν την έννοια λέμε ότι η Εκκλησία είναι Πνευματικό θεραπευτήριο, που θεραπεύει τα πνευματικά νοσήματα του ανθρώπου. Αυτό το συναντούμε στην παραβολή του Καλού Σαμαρείτου και σε πολλά κείμενα του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και πολλών άλλων αγίων Πατέρων, των οποίων τα έργα περιλαμβάνονται στο βιβλίο της «Φιλοκαλίας». Εφ' όσον η Εκκλησία είναι πνευματικό θεραπευτήριο, αυτό σημαίνει ότι και οι Κληρικοί είναι οι πνευματικοί θεραπευτές.

Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης χρησιμοποιούσε το παράδειγμα του Νοσοκομείου για να δείξη τον σκοπό και το έργο της Εκκλησίας. Έλεγε ότι ο Επίσκοπος είναι ο διευθυντής της κλινικής, οι Κληρικοί είναι οι ιατροί που κατευθύνονται από τον Επίσκοπο-διευθυντή για την  θεραπεία των ασθενών, οι συνεργάτες των Κληρικών που εργάζονται στον Ναό είναι το νοσηλευτικό προσωπικό και βέβαια οι άνθρωποι με τα διάφορα πάθη είναι οι ασθενείς που επιδιώκουν να βρουν θεραπεία.

Βεβαίως, η Εκκλησία παράγει και τις εκκλησιαστικές τέχνες, δημιουργεί πολιτισμό, ασχολείται και με το φιλανθρωπικό έργο. Αλλά αυτό είναι συνέπεια του προηγουμένου. Το πρωτεύον έργο της Εκκλησίας είναι η θεραπεία του ανθρώπου, να ενωθή ο άνθρωπος και να θεωθή. Οι άνθρωποι που θεραπεύονται παράγουν αξιόλογο πολιτισμό και ευεργετούν ποικιλοτρόπως την κοινωνία.


Ἐρώτηση: Επιστρέφουμε στο θέμα της κοινής νοοτροπίας του συγχρόνου πολιτισμοῦ. Ἀφ᾽ ἑνός, η Εκκλησία έχει αποκαλυμμένες αλήθειες, τις οποίες τις θεωρεί θείες και απόλυτες. Αυτά είναι τα δόγματα. Αφ' ἑτέρου, στον σύγχρονο πολιτισμό δεν υπάρχει πια απόλυτη αλήθεια, υπάρχουν όμως διάφορες ιδεολογίες και ο άνθρωπος διαλέγει σε συνάρτηση με τον υποκειμενισμό του και στο πέρασμα τῆς ζωῆς μπορεί να κάνει περισσότερες ιδεολογικές επιλογές.

Τί εἶναι τα δόγματα στην αντίληψη της Ἐκκλησίας, αφού ορίσατε την Ἐκκλησία ως «θεραπευτήριο του πνευματικά αρρώστου ανθρώπου» και ισχυρίζεστε ότι «όταν αλλοιώνεται η πίστη, αλλοιώνεται και η σωτηρία. […] όταν αλλοιώνεται η πίστη, τότε αλλοιώνεται και ο τρόπος και η μέθοδος θεραπείας»;

Ἀπάντηση: Στην Ἐκκλησία υπάρχουν και δόγματα, που αναφέρονται στον Τριαδικό Θεό, στην πραγματικότητα ὅμως τα δόγματα λέγονται όροι και θεσπίσθηκαν από τους Πατέρες των Οικουμενικών Συνόδων. Αυτό φαίνεται στο Σύμβολο τῆς Πίστεως. Ἡ λέξη ὅρος σημαίνει το ὅριον που ξεχωρίζει την ἀλήθεια από την πλάνη. Επειδή οι αιρετικοί χρησιμοποιούσαν την φιλοσοφία για να κατανοήσουν το μυστήριο του Τριαδικού Θεού, οι Πατέρες της Εκκλησίας εξαναγκάσθηκαν να οριοθετήσουν την πίστη, για να μη συγχέεται με αιρετικές απόψεις.

Ἔτσι, τα δόγματα της Ἐκκλησίας είναι η οριοθέτηση της Ἀποκαλύψεως. Αυτό σημαίνει ότι οι άγιοι Πατέρες δια της καθάρσεως της καρδίας και του φωτισμού του νοός έφθασαν στην θεωρία του Θεού, είδαν την δόξα του Θεού και στην συνέχεια χρησιμοποίησαν κάποιον όρο-δόγμα για να εκφράσουν αυτήν την εμπειρία την οποία απέκτησαν εν Αγίω Πνεύματι.

Με αυτές τις προϋποθέσεις λέμε ότι το δόγμα είναι έκφραση της εμπειρίας, αλλά και συγχρόνως οδοδείκτης που οδηγεί τον άνθρωπο στην εμπειρία. Όσοι θέλουμε να δούμε τον Θεό και να αποκτήσουμε κοινωνία μαζί Του, έχοντας υπ' όψιν τα δόγματα, ακολουθούμε την αληθινή πορεία, βρισκόμαστε μέσα στην Ἐκκλησία, προσαρμόζουμε την ζωή μας στις εντολές του Θεοῦ και έχουμε την ελπίδα να φθάσουμε κάποτε στην θέωση. Έτσι το δόγμα συνδέεται στενά με το ήθος. Ὁπότε, όταν αλλοιώνεται το δόγμα, αλλοιώνεται ο οδοδείκτης και φυσικά δεν οδηγεί στο επιθυμητό τέλος. Αλλά και όταν ο άνθρωπος δεν ζη σύμφωνα με τις εντολές του Θεού δεν οδηγείται στην βίωση του δόγματος.

Ἀκόμη οι Πατέρες παρομοιάζουν τα δόγματα με φάρμακα. Το φάρμακο βοηθᾶ τον άνθρωπο να θεραπευθή και να αποκτήση την ὑγεία. Ἔτσι το δόγμα είναι το φάρμακο που κατασκεύασαν οι Πατέρες της Ἐκκλησίας, ώστε να θεραπευθῆ ὁ ἄνθρωπος.

Ὅπως γίνεται φανερό, τα δόγματα-όροι δεν είναι ιδεολογίες, αλλά συνδέονται με την θεοπτία. Η ιδεολογία είναι απόρροια στοχασμών, φαντασίας, λογικών σκέψεων, ενώ τα δόγματα είναι καταγραφή και οριοθέτηση της αποκαλυπτικής αλήθειας, της φανερώσεως του Θεού στον άνθρωπο. Έτσι οι ιδέες είναι λογικά κατασκευάσματα που αναιρούνται από άλλες ιδεολογίες, ενώ τα δόγματα είναι γεύση ζωής, συνδέονται με την εμπειρία, μεταμορφώνουν ολόκληρη την ύπαρξη του ανθρώπου.



Ἐρώτηση: Ίδια ερώτηση σε ο,τι αφορά τα Μυστήρια της Εκκλησίας: Τι είναι τα Μυστήρια της Εκκλησίας σε σχέση με την θεραπεία του ανθρώπου;

Ἀπάντηση: Όλη η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι ένα μυστήριο, γιατί είναι το Σώμα του Χριστού που έχει αναστηθή και αναληφθή. Όποιος ζη πραγματικά μέσα στον χώρο της Εκκλησίας δέχεται την Χάρη του Αγίου Τριαδικού Θεού δια του Θεανθρώπου Χριστού. Όσα γίνονται μέσα στην Εκκλησία, ακόμη και αυτή η προσευχή είναι ένα μυστήριο.

Τά βασικά Μυστήρια είναι το Βάπτισμα, το Χρίσμα και η θεία Ευχαριστία, δια των οποίων κανείς μετέχει της Χάριτος του Χριστού, όπως τα κλήματα συνδέονται με την άμπελο. Υπάρχουν και άλλα Μυστήρια, όπως η Ιερωσύνη, ο Γάμος, το Ευχέλαιο, η ιερά Εξομολόγηση. Γενικά, τα Μυστήρια είναι οι κρουνοί -βρύσες δια των οποίων μετέχουμε της Χάριτος του Θεού.

Βέβαια, κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας η Χάρη του Θεού δεν μετέχεται απροϋποθέτως, αφού είναι απαραίτητη και η δική μας συνέργεια. Έτσι, ο Θεός είναι ο ενεργών και ο άνθρωπος ο συνεργών. Αυτό σημαίνει ότι για να ενεργήσουν τα Μυστήρια στον άνθρωπο, πρέπει και ο άνθρωπος να ζη ασκητικά, δηλαδή να τηρή τις εντολές του Θεού στην ζωή του. Έτσι επιτυγχάνεται η θεραπεία.

Εἶναι χαρακτηριστικό ότι οἱ Πατέρες της Ἐκκλησίας, όπως φαίνεται στα έργα του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου και του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, έχουν συνδέσει το Μυστήρο του Βαπτίσματος με την κάθαρση της καρδιάς από τα πάθη, το Μυστήριο του Χρίσματος με τον φωτισμό του νου και το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας με την θέωση του ανθρώπου.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, όπως και όλοι οι άλλοι Πατέρες, συνέδεαν πολύ στενά τα Μυστήρια με την άσκηση. Άλλωστε, αυτό δίδαξε και ο Χριστός με την εντολή που έδωσε στους Μαθητάς Του: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αυτούς τηρείν πάντα όσα ενετειλάμην υμίν» (Ματθ. κη  19-20). Στο «βαπτίζοντες» συμπεριλαμβάνονται τα Μυστήρια και με το «διδάσκοντες τηρείν» εννοείται η ασκητική ζωή, δηλαδή η τήρηση των εντολών του Χριστού.

Ἐρώτηση: Ἐπισημαίνετε σε κάποιο σημείο του έργου σας «Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία» ότι υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι, αν και παρακολουθούν τακτικά την ζωή της Εκκλησίας –πηγαίνουν στην Εκκλησία, εξομολογούνται, κοινωνούν– πάντως δεν θεραπεύονται. Τι γίνεται; Αυτός είναι ένας πολύ σοβαρός ισχυρισμός.

Ἀπάντηση: Η ζωή μας μέσα στην Ἐκκλησία δεν εξαντλείται σε μία τυπική παρακολούθηση της θείας Ευχαριστίας η σε μια τυπική συμμετοχή μας σε κάποιο Μυστήριο, αλλά προϋποθέτει ένωση και κοινωνία μας με τον Χριστό. Αυτό σημαίνει ότι απαιτείται μια ολοκληρωτική μεταμόρφωση ψυχής και σώματος.

Οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας χρησιμοποιώντας στο σημείο αυτό και τις απόψεις του Πλάτωνος, διδάσκουν ότι η ψυχή έχει τρεις δυνάμεις, ήτοι το λογιστικό, το επιθυμητικό και το θυμικό. Οι τρεις αυτές δυνάμεις της ψυχής μπορούν να λειτουργούν παρά φύση, κατά φύση και υπέρ φύση. Η παρά φύση λειτουργία τους εκφράζεται με τα πάθη, που εκδηλώνονται στο λογιστικό, το επιθυμικό και το θυμικό. Η κατά φύση και υπέρ φύση κίνηση των δυνάμεων της ψυχής γίνεται με την όλη ζωή μέσα στην Εκκλησία, και αυτό λέγεται μεταμόρφωση του ανθρώπου. Και οι τρεις δυνάμεις προσφέρονται στον Θεό· ο άνθρωπος αγαπά τον Θεό, σκέπτεται τον Θεό και τηρεί τις εντολές Του.

Ἄν δεν γίνη αὐτό, τότε η παρουσία μας στην Ἐκκλησία είναι τυπική, μηχανική και όχι ουσιαστική και πραγματική. Σε αυτό συντελούν τα Μυστήρια, η θεία Λειτουργία και η όλη ασκητική ζωή. Είναι σημαντικό ότι πέρα από την λειτουργική ζωή υπάρχει και η νηπτική-ησυχαστική παράδοση, όπως την εκφράζουν οι ησυχαστές Πατέρες. Γι' αυτό επιμένουμε στην σύνδεση των Μυστηρίων με την ησυχαστική ζωή.


Ερώτηση: Ποιός είναι ο ρόλος της ταπείνωσης στην θεραπεία του ανθρώπου; 

Απάντηση: Η υπερηφάνεια είναι το πρώτο αμάρτημα που διέπραξε ο Αδάμ. Θέλησε να γίνη Θεός χωρίς υπακοή στο θέλημά Του. Η υπερηφάνεια συνετέλεσε και στην πτώση των δαιμόνων.

Η θεραπεία του πάθους της υπερηφάνειας γίνεται με την ταπείνωση, η οποία εκφράζεται με την υπακοή. Έτσι όταν υπακούουμε στο θέλημα του Θεού δείχνουμε ότι βιώνουμε την ταπείνωση και έτσι δια της ταπεινώσεως θεραπεύεται η πτωτική κατάσταση.

Αυτό φαίνεται στην περίπτωση του νέου Αδάμ που είναι ο Χριστός. Εφ' όσον ο παλαιός Αδάμ έχασε την κοινωνία του με τον Θεό με την υπερηφάνειά του, γι' αυτό και ο Χριστός, που είναι ο Νέος Αδάμ, διορθώνοντας το λάθος του Αδάμ εκένωσε εαυτόν μορφήν δούλου λαβών και δια της ταπεινώσεως και υπακοής στον Πατέρα Του θεράπευσε το ανθρώπινο γένος.

Επομένως, όταν υπακούουμε στον θέλημα του Θεού και στον Πνευματικό μας Πατέρα, τότε ταπεινωνόμαστε και κοινωνούμε με τον νέο Αδάμ, τον Χριστό, και θεραπευόμαστε.

Ερώτηση: Σεβασμιώτατε, τι είναι η ανάσταση της ψυχής σε αυτή την προοπτική της θεραπείας του ανθρώπου;

Απάντηση:  Μετά την πτώση του Αδάμ, όπως είπαμε προηγουμένως, επήλθε ο πνευματικός θάνατος, ο χωρισμός του ανθρώπου από τον Θεό, και ακολούθησε ο σωματικός θάνατος. Τώρα με την Χάρη του Τριαδικού Θεού μέσα στον χώρο της Εκκλησίας, όταν μετέχουμε στα Μυστήρια και την ασκητική ζωή, γίνεται η πνευματική ανάσταση και θα ακολουθήση η τελική ανάσταση των σωμάτων.

Δηλαδή, πρώτη ανάσταση είναι η μετοχή μας στο Βάπτισμα, το Χρίσμα και την θεία Λειτουργία, κατά την οποία η ψυχή του ανθρώπου ενώνεται με τον Χριστό και το σώμα δέχεται τις ενέργειες της ακτίστου Χάριτος. Και δεύτερη ανάσταση είναι η μελλοντική ανάσταση των σωμάτων που θα γίνη  κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού και η αιώνια κοινωνία μας με τον Χριστό, η συμμετοχή μας στην αιώνια Εκκλησία, στο ουράνιο συλλείτουργο.

Οὐσιαστικά, λοιπόν, θεραπεία του ανθρώπου κατά την ορθόδοξη παράδοση αυτό που λέμε ορθόδοξη ψυχοθεραπεία, είναι η μετοχή μας στην πρώτη ανάσταση, στην ενότητα και κοινωνία μας με τον Χριστό, οπότε όλο το είναι μας, ψυχή και σώμα, κινείται προς τον Θεό και έχουμε την ελπίδα να ζήσουμε και την δεύτερη ανάσταση.

Αὐτή η ανάσταση συνδέεται με την αληθινή επανάσταση. Πράγματι, η λέξη επανάσταση στην ελληνική γλώσσα σημαίνει επανέρχομαι στην προηγούμενη θέση (επαν-ίστημι), δηλαδή στην προ της πτώσεως και προ του θανάτου ζωή, ουσιαστικά λοιπόν δηλώνει την ανάσταση εν Χριστώ. Και αυτή είναι η πραγματική ορθόδοξη ψυχοθεραπεία.



Ἐρώτηση: Γιατί έχουμε αμφιβολίες για την αλήθεια του Χριστού, όπως είχε ο Απόστολος Θωμάς για την Ανάσταση του Χριστού;

Ἀπάντηση: Ο άνθρωπος σε όλα τα θέματα ζητά να βρη την αλήθεια εμπειρικώς. Αυτό είναι αρχή επιστημονική και αυτό ήταν εκείνο που κατέρρριψε την μεταφυσική που στηριζόταν στην φαντασία και τον στοχασμό. Έτσι δεν θέλουμε απλώς να ακούμε για τον Χριστό, αλλά να Τον γνωρίσουμε προσωπικά.

Ὁ Ἀπόστολος Θωμάς ζητούσε ο ίδιος να δη και να ψηλαφήση τον Αναστάντα Χριστό. Ο ιερός Θεοφύλακτος Βουλγαρίας γράφει ότι ο Θωμάς ήταν κατηχούμενος από τους άλλους μαθητές, δηλαδή οι μαθητές του έλεγαν ότι ο Χριστός αναστήθηκε, αλλά αυτός ήθελε να αποκτήση δική του προσωπική εμπειρία. Αυτό δείχνει ότι άλλο είναι η πίστη εξ ακοής και άλλο η πίστη εξ εμπειρίας. Εμείς ακούμε περί του Χριστού από τους αυτόπτες μαθητές και αγίους και στην συνέχεια αγωνιζόμαστε να φθάσουμε στο να δούμε πνευματικά τον Χριστό. Από τον «Χριστό της ιστορίας» να φθάσουμε στον «Χριστό της πίστεως», αφού η πίστη μας είναι ενυπόστατη. Και στο θέμα αυτό βοηθά η όλη εκκλησιαστική ζωή, με τα ιερά Μυστήρια και την ησυχαστική παράδοση.

Εἶναι σημαντικό ότι ο Απόστολος Θωμάς ζητούσε να βάλη τον δάκτυλό του στις πληγές του Σώματός Του, «εις τον τύπον των ήλων» και την χείρα του «εις την πλευράν» του Χριστού. Ο Αναστημένος Χριστός ικανοποίησε το αίτημά του, γιατί θέλει να είναι «ερευνώμενος και αναζητούμενος».

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης λέγει ότι ο Χριστός διψᾶ τό διψᾶσθαι, ο δε άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος γράφει ότι ο Χριστός είναι σαν το «θήραμα» εκείνο που ελκύει τον κυνηγό για να το συλλάβη μέσα από πολλές δοκιμασίες και έτσι τον τραβά προς τον εαυτό Του. Από αυτό αντιλαμβανόμαστε ότι η Εκκλησία που είναι το Σώμα του Χριστού, αναγνωρίζεται από τις πληγές της, δηλαδή το μαρτύριο και την άσκηση. Αν  δε σκεφθούμε ότι οι βεβαπτισμένοι και βεβαιόπιστοι είναι μέλη του Σώματος του Χριστού, τότε οι «πληγές» αυτού του Σώματος είναι οι μάρτυρες του αίματος και της προαιρέσεως, οι «τραυματίες του θείου Νυμφίου», όπως λέγει ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας.

Ὅποιος, λοιπόν, θέλει να γνωρίση τον Χριστό, θα πρέπει να αναζητήση τους «τραυματίας του θείου Νυμφίου» και δι' αυτών θα οδηγηθή στην όραση και γνώση του Αναστάντος Χριστού. Ὁ Χριστός ψηλαφάται, θεάται, γνωρίζεται εμπειρικώς. Έξω από την εμπειρία ενεδρεύει ο κίνδυνος της αμφιβολίας, του στοχασμού, της αθεΐας.

Αὐτά ἔλεγα τόν Μάρτιο του 2010 αλλά απάντηση για το τελευταίο άρθρο του π. Βασιλείου Θερμοῦ θα δοθῆ τις προσεχεῖς ἠμέρες….

Πηγή : romfea,gr

Πέμπτη 8 Ιουλίου 2010

Πνευματική αναδοχή (π. Θεμιστοκλής Χριστοδούλου)




"Αν ήξεραν οι ανάδοχοι τι υπόσχονται και τι μεγάλη ευθύνη αναλαμβάνουν, δε θα ήθελαν να βαπτίσουν ακόμα κι αν με θερμά παρακάλια τους παρότρυναν" (Αγιος Νικόδημος Αγιορείτης)



  • Ο θεσμός του πνευματικού αναδόχου στην Εκκλησία και νηπιοβαπτισμός.
  • Υποχρεώσεις του ανάδοχου μετά τη βάπτιση.
  • Τι προϋποθέσεις πρέπει να πληρεί κανείς ώστε να γίνει πνευματικός ανάδοχος (νονός/νονά);
  • Πόσοι μπορεί να είναι οι ανάδοχοι;
  • Μπορούν μικρά παιδιά να γίνονται ανάδοχοι;
  • Πνευματική αναδοχή και συμμετοχή στα μυστήρια της Εκκλησίας.
  • Βάπτιση ενηλίκων και πνευματική αναδοχή.
  • Διακόνισσες και βάπτιση.
  • Ένας διά Χριστόν σαλός για τη βάπτιση και το γάμο.
  • Θεία μετάληψη νηπίων, παράδειγμα και πνευματική αναδοχή.
  • Τι πρέπει να κάνει ένας ανάδοχος πριν από την βάπτιση;
  • Κριτήρια επιλογής αναδόχων.
  • Ο ρόλος του ανάδοχου κατά την βάπτιση.
  • Λεπτομέρειες επιλογής αντικειμένων της βάπτισης (ρούχα, σταυρός, λαμπάδα).
  • Ωραιοποίηση και ιερότητα στην Εκκλησία.
  • Το πρώτο μπάνιο του παιδιού μετά τη βάπτιση.
  • Συμβουλές για δώρα προς βαπτισιμιούς/ες.
Συζήτηση του π. Θεμιστοκλή Χριστοδούλου με τον Λυκούργο Μαρκούδη στην εκπομπή "Διάλογοι" του ραδιοφωνικού σταθμού Πειραϊκή Εκκλησία.


Ακούστε την οπωσδήποτε εάν πρόκειται να συμμετάσχετε σε βάπτιση.


Ο π. Θεμιστοκλής έχει γράψει το βιβλίο "Θέλεις να γίνεις ανάδοχος;", Εκδόσεις "Ομολογία", 2009


Ακούστε την εκπομπή πατώντας εδώ




ἀναδημοσίευση:http://www.alopsis.gr

Τετάρτη 28 Απριλίου 2010

«῾Ο μη πιστεύων κατά την παράδοσιν της Εκκλησίας άπιστος έστιν»

(Αποσπάσματα από τον ένθρονιστήριον λόγον του Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου, 1974)
*****
Εκείνοι που ομιλούν πληθωρικά περί αγάπης νο θεύουν το περιεχόμενο της για να περιπτυχθούν όλους τους αιρετικούς όλων των αποχρώσεων. Είναι τόσο ψεύτικη αυτή η αγάπη όσο και τα ψεύτικα λουλούδια....
*****
* Η Εκκλησία του Χριστού είναι Καθολική με την έννοιαν, ότι κατέχει όλο το πλήρωμα της αληθείας και της χάριτος διά τον φωτισμόν και την απολύτρωσιν του κόσμου και επί πλέον είναι Καθολική με την έννοιαν ότι «δυνάμει» τείνει, όχι να κατακτήση, αλλά να αγιάση τον κόσμον. Κεφαλή της Εκκλησίας ο Χριστός και ημείς μέ λη εκ μέρους συνδεόμενοι διά της κοινής πίστεως «εν τω συνδέσμω της αγάπης».
* Όσο περισσότερο αγιάζομε ο καθένας τον εαυτόν μας, τόσο περισσότερο αγιάζεται το σώμα της Εκκλησίας και κατά τον ανθρώπινο χαρακτήρα της, διότι κατά τον θείον της
χαρακτήρα είναι τόσον αγία όσον και ο Θεάνθρωπος Ιησούς. Η Ιστορία της Εκκλησίας είναι ιστορία αγώνος εξαγιασμού των πιστών της.
* Όλοι όσοι πιστεύουν αληθινά, αγαπούν εν αληθεία· όσοι δεν πιστεύουν αληθινά, αγαπούν εν υποκρίσει. Εμείς ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί αγαπούμε όλους και
επιθυμούμε να έρθουν σε επίγνωση της αληθείας. Έτσι μας δίδαξε «ο Θεός της αγάπης» έτσι αναπαύεται η συνείδησίς μας. Δεν εχθραινόμεθα προς τους ανθρώπους εξ αιτίας της αιρέσεως η της απιστίας των, αλλά και δεν θα αγαπήσωμεν ποτέ την απιστίαν η την αίρεσιν χάριν των ανθρώπων, διότι θα αποξενωθούμε από τον Θεόν.
* Ο Θεός διοχετεύει τη δύναμη της αγάπης Του, όταν προσκυνήται «εν Πνεύματι και αληθεία».
* Εκείνοι που ομιλούν πληθωρικά περί αγάπης νοθεύουν το περιεχόμενό της για να περιπτυχθούν όλους τους αιρετικούς όλων των αποχρώσεων. Είναι τόσο ψεύτικη αυτή η αγάπη όσο και τα ψεύτικα λουλούδια....
* Λέγουν να ενωθούμε οι Ορθόδοξοι με τους Ρωμαιοκαθολικούς και εν συνεχεία με τους Προτεστάντας και με όλες τις γνωστές και άγνωστες αιρέσεις που επενόησε ο Διάβολος εν ονόματι τού Χριστιανισμού. Και αφού ενωθούν όλοι οι Χριστιανοί ανεξαιρέτως μεταξύ των, κατόπιν να ενωθούν και με τους Μωαμεθανούς, τους Ιουδαίους, κατ' επέκτασι με τους Βουδδιστάς, Βραχμανιστάς, Σιντοϊστάς και με όλες γενικά τις θρησκείες της υφηλίου.
Αυτή η παναιρετική αλχημεία επιχειρείται διά του λεγομένου Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών. Ο όρος νομίζομε ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Πρόκειται περί Παγκοσμίου Συμβουλίου Εθελοθρησκειών. Ο μοναδικός θεός ο όποιος θα διεκδικήση εκεί φόρον λατρείας θα είναι ο εκπεσών Εωσφόρος, ο οποίος διά του απεσταλμένου του μεταξύ των ανθρώπων Αντιχρίστου θα επιχείρηση να υποκαταστήση την πίστη και τη λατρεία στον αληθινό Θεό. Για τον Οικουμενισμό δεν υπάρχει προσωπικός Θεός, τελείως απαράδεκτο είναι γιά τους συνεπείς οικουμενιστάς το δόγμα τού Τριαδικού Θεού.
Είναι γνωστό ότι ο σατανοκίνητος Σιωνισμός συντονίζει δύο επίβουλες ενέργειες εντός και εκτός της Εκκλησίας που αποβλέπουν σε ένα και μοναδικό σκοπό, στην άλωση του φρουρίου που λέγεται Ορθοδοξία.
Παπικοί, Προτεστάνται, Χιλιασταί, Μασώνοι, Ενωτικοί, Οικουμενισταί, και κάθε άλλη «ρίζα πικρίας», όλοι αυτοί «μίαν γνώμην έχουσι, και την δύναμιν και την εξουσίαν αυτών τω θηρίω διδόασιν. Ούτοι μετά του Αρνίου πολεμήσουσι, και το Αρνίον νικήσει αυτούς, ότι Κύριος κυρίων εστί και Βασιλεύς βασιλέων, και οι μετ' αυτού κλητοί και εκλεκτοί και πιστοί» (Άποκ. 17, 13).


* Φρονούμεν ότι η Ορθοδοξία δεν έχει καμμία θέση ανάμεσα σ' αυτό το συνονθύλευμα των πλανών και των αιρέσεων. Αυτό το δόλιο «οικουμενικό» κατασκεύασμα δεν αποσκοπεί στην αναζήτηση της αληθείας, αλλά κατά τον π. Χαράλαμπον Βασιλόπουλον «είναι ένα ανακάτεμα αφανισμού της Αλήθειας. Είναι μία προσπάθεια όχι να βρουν την αλήθεια οι πλανεμένοι, αλλά να την χάσουν και εκείνοι που την έχουν, εκείνοι δηλαδή που πιστεύουν στην Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία».


«Μη πλανώμεθα. Μεταξύ Ορθοδοξίας και ετεροδοξίας χάσμα μέγα έστήρικται», τονίζει ο Καθηγητής κ. Ανδρέας Θεοδώρου.

impantokratoros.gr
http://anavaseis.blogspot.com

Τετάρτη 10 Μαρτίου 2010

ΕΝΟΡΙΑ -τοῦ Πρωτοπρεσβ. π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ Ὁμοτίμου Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν


 
(Σ.Σ. Τό κείμενον αὐτό ἐδημοσιεύθη εἰς τά «Δίπτυχα» τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τοῦ ἔτους 2010. Ἐπειδή ὅμως κατά τήν ἐκτύπωσιν ἔμειναν πολλά σφάλματα, ἀναδημοσιεύεται ἐδῶ εἰς τήν κανονικήν μορφήν του).
 
    Ἡ Διαρκής Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος κατά τήν συνεδρία της τήν 5ην Φεβρουαρίου 2009, ἒλαβε τήν ἀπόφαση, τό εἰσαγωγικό σημείωμα τῶν «Διπτύχων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τοῦ σωτηρίου ἒτους 2010 νά ἀφιερωθῆ» εἰς τήν Ἐνορία, «ἐπί τῇ συμπληρώσει ἑκατόν (100) ἐτῶν ἀπό τῆς ψηφίσεως τοῦ πρώτου Νόμου περί Ἐνοριῶν». Ἀνέθεσε δέ τήν σύνταξή του εἰς τόν ὑπογραφόμενον, ὁ ὁποῖος πλήρης υἱικῆς εὐγνωμοσύνης ἀπεδέχθη τήν προσγενομένην εἰς αὐτόν τιμήν, ἀνταποκρινόμενος, τό κατά δύναμη, στήν σεπτή ἐντολή τῆς ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησίας.
 
1. Οὐσία καί γένεσις τῆς Ἐνορίας.
    Ὁ ὃρος ἐνορία, παραγόμενος ἐκ τοῦ ἐπιθέτου ἐνόριος, σημαίνει ἱστορικά τόν ἐντός ὁρίων χῶρο, μία καθωρισμένη περιοχή ἢ τοπική περιφέρεια (territorium)1. Σήμερα ὡς ἐνορία χαρακτηρίζεται κυρίως ἡ ἐκκλησιαστική περιφέρεια ἑνός ναοῦ (ἐνοριακοῦ), ἀπό τόν ὁποῖο ἀντλεῖ καί αὐτή τό ὂνομά της, ὃπως καί τό σύνολο τῶν ὀρθοδόξων πιστῶν, πού κατοικοῦν στήν ἲδια περιφέρεια καί συνέρχονται διά τίς ἐκκλησιαστικές συνάξεις. Ὁ σημερινός τύπος τῶν Ἐνοριῶν εἶναι πολύ νεώτερος καί διαμορφώθηκε μεταξύ ιε΄ καί ιζ΄ αἰῶνος.
    Στήν ἐκκλησιαστική πραγματικότητα ἡ βασική μονάδα ὀργανώσεως, ὁ πυρήνας τῆς ποιμαντικῆς καί διοικητικῆς δομῆς τῆς Ἐκκλησίας, ὡς «σώματος Χριστοῦ» καί ἐν Χριστῷ κοινωνίας, εἶναι ἡ Ἐνορία. Ὡς εὐχαριστιακή σύναξις τῶν πιστῶν ἐμφανίζεται ἡ Ἐνορία, σέ ἂμεση ἀναφορά καί συνάρτηση μέ τήν Ἐπισκοπή, εἰς τήν ὁποία ὀργανικά ἀνήκει, ὡς «ἡ καθολική ἐκκλησία» στόν συγκεκριμένο τόπο καί χρόνο. Ὁ πιστός ζῆ τό μυστήριον τῆς Ἐκκλησίας στήν ζωή καί πράξη τῆς Ἐνορίας του, μέσα στήν ὁποία, ἀγωνιζόμενος καί ἁγιαζόμενος, ἑνώνεται μέ τόν Χριστόν, τόν Κύριον τῆς Ἐκκλησίας, καί τούς ἐν Χριστῷ ἀδελφούς του, πραγματοποιώντας συνεχῶς τήν ἐν Χριστῷ ὓπαρξη καί ἐκκλησιαστικότητά του. Ὁ λόγος, συνεπῶς, διά τήν ἐνορία καί τήν ζωή της εἶναι κατ’ οὐσίαν λόγος διά τήν ἲδια τήν Ἐκκλησία καί τήν παρουσία της εἰς τόν κόσμον.
    Οἱ ἀρχές τῆς Ἐνορίας2 «ἐμφανίζονται λίαν σκοτειναί»3. Ἀρχικά ἡ ἐνορία ταυτιζόταν ὁριακά μέ τήν ἐπισκοπή, τήν κυρίως ἐν τόπῳ Ἐκκλησία. Ὁ ἐπίσκοπος, ἢδη ἀπό τόν α΄ αἰώνα, ἦταν ἡ ὁρατή κεφαλή τοῦ σώματος τῆς τοπικῆς ἐκκλησίας, «στήν ὁποία βιώνεται ἡ πληρότητα τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας ὡς τοῦ ἱστορικοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ»4. Κατά μίαν ἐκτίμηση οἱ πρῶτες ἐνδείξεις διά τήν ἐμφάνιση τῆς ἐνορίας τοποθετοῦνται εἰς τά μέσα τοῦ γ΄ αἰῶνος5. Ἂλλοι ὃμως τήν ἀνάγουν εἰς τά μέσα τοῦ β΄αἰῶνος, «μέ τήν γένεση τοῦ θεσμοῦ τῶν χωρεπισκόπων ἢ ἐπισκόπων τῶν ἀγρῶν («χῶραι»)6. Γεγονός, πάντως, εἶναι ὃτι ἡ ἐμφάνιση τῆς ἐνορίας ὑπῆρξε ἀποτέλεσμα πρακτικῶν ἀναγκῶν, ὃπως ἡ ραγδαία αὒξηση τοῦ ἀριθμοῦ τῶν χριστιανῶν τῆς τοπικῆς ἐκκλησίας. Ἒτσι προέκυψαν οἱ «πρεσβυτεροκεντρικές εὐχαριστιακές συνάξεις»7 στά ὃρια τῆς ἐπισκοπῆς. Μέ τόν λεγόμενον «ἐπιμερισμόν τοῦ συνθρόνου» διασπᾶται ἡ ἀρχικά «ἑνιαία ἐπισκοποκεντρική Εὐχαρτιστία», εἰς πολλάς πρεσβυτεροκεντρικάς τοιαύτας»8, γεγονός πού δέν ἀλλοίωσε ὃμως «τήν σχέση ἐπισκόπου καί τοπικῆς ἐκκλησίας»9. Ἡ ὑπό τόν πρεσβύτερο, συνεπῶς, ἐνορία δέν ἀποτελοῦσε «αὐτοτελῆ εὐχαριστιακήν κοινότητα, ἀλλ’ ἁπλῆ «προέκτασιν τῆς ἐπισκοποκεντρικῆς εὐχαριστίας»10. Ἡ συνείδηση αὐτή ἒμεινε στήν Ὀρθοδοξία διαχρονικά ἀμετάτρεπτη καί ἰσχύει καί σήμερα σ’ ὃλη τήν ἒκτασή της. Ἡ παρουσία τοῦ ἐπισκόπου στήν εὐχαριστιακή σύναξη τῆς ἐνορίας πραγματώνεται καί δηλώνεται μέ τήν μνημόνευση τοῦ ὀνόματός του καί κυρίως μέ τό ἀντιμήνσιον (εἱλητόν) στήν Ἁγία Τράπεζα, πού φέρει τήν ὑπογραφή του11. Μολονότι τό ἐρώτημα γιά τήν σχέση τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Πρεσβυτέρου πρός ἐκείνην τοῦ Ἐπισκόπου, «ἀποτελεῖ ἓν ἐκ τῶν θεμελιωδεστέρων προβλημάτων, εἰς τό ὁποῖον ἡ ἀπάντησις δέν ἒχει πλήρως δοθῆ εἰσέτι» ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Θεολογία12, ἢδη ἀπό τόν β΄ αἰώνα εἶναι γνωστή ἡ θέση τῶν πρεσβυτέρων στήν ζωή τῆς τοπικῆς ἐκκλησίας καί ἡ σχέση τους μέ τόν ἐπίσκοπο ὡς ὁρατῆς κεφαλῆς της13.
    Οἱ περί ἐνορίας ἀποστολικές καί πατερικές αὐτές καταβολές ἐπέζησαν παρ’ ὃλες τίς μετεξελίξεις καί στήν μακρά πορεία τῆς αὐτοκρατορίας τῆς Νέας Ρώμης (Ρωμανίας). Ἀναγεννητικές προσπάθειες, ὃπως τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου (+μετά τό 1035), ἐπαναπροσανατόλιζαν χριστοκεντρικά τήν πορεία της, προβάλλοντας τόν ἐπίσκοπο (καί πρεσβύτερο) ἡσυχαστή («πνευματικόν», Α΄ Κορ. 2,5) στήν ζωή τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας καί θέτοντας τήν ἁγιοπνευματική ζωή καί ἐμπειρία, ὡς πορεία θεώσεως, στό ἐπίκεντρο τῆς στοχοθεσίας τῆς ἐνοριακῆς ποιμαντικῆς πράξεως.
 
2. Ἡ Ἐνορία στήν ἱστορία τοῦ Γένους
    Ἡ σημασία τῆς ἐνορίας διά τήν ζωή τῶν πιστῶν καί ἡ συμβολή της στήν ἱστορική συνέχεια, συνοχή καί ἑνότητα τῆς τοπικῆς ἐκκλησίας φαίνεται κυρίως εἰς τήν μακρόσυρτη καί ποικιλώνυμη δουλεία τοῦ Γένους. Σύνολη ἡ ζωή τοῦ δούλου Γένους καί τό ὀρθόδοξο ἦθος ὡς καθολική στάση ζωῆς διεσώθη στά ὃρια τῆς ἐνοριακῆς δραστηριότητος, καί μάλιστα ὂχι μόνον πνευματικά (λατρεία), ἀλλά καί κοινωνικά, στό εὐρύτερο πλαίσιο τῆς Ἐθναρχούσης Ἐκκλησίας. Ἀκόμη καί αὐτός ὁ «πολιτικός» βίος, συστατικό ἀστασίαστο καί ἀναπόσπαστο τῆς ἱστορικῆς ταυτότητος τοῦ Γένους, διεσώθη στήν ζωή τῆς τοπικῆς κοινότητος, πού ταυτιζόταν ὁριακά μέ τήν ἐνορία.
    Στήν δουλεία ἡ ἐνορία περιέκλειε σύνολη τήν ζωή τῆς Κοινότητος. Καί οἱ ἐπαγγελματικές συσσωματώσεις, («συντεχνίες», ἐσνάφια, ρουφέτια, συντροφίες, κομπανίες κ.ἂ.) μέ τούς Ἁγίους-προστάτες τους, τόν Ναό εἶχαν ὡς ἀφετηρία καί κέντρο τῆς δραστηριότητός τους. Οἱ ἐκπρόσωποί τους μετεῖχαν στήν διοίκηση τῶν ἐνοριῶν καί τήν διαχείριση τῶν ναῶν (ἐπίτροποι λ.χ.) καί στό φιλανθρωπικό ἒργο. Στήν ἐνορία ἑορταζόταν ἡ μνήμη τοῦ προστάτου Ἁγίου τῶν συντεχνιῶν καί ἐτελοῦντο τά μυστήρια, οἱ πανηγύρεις καί τά μνημόσυνα. Ἡ ἐνορία διακρατοῦσε τήν πνευματική ζωή, κατεύθυνε τόν πνευματικό ἀγώνα, ὁδηγοῦσε στήν μετάνοια καί τήν συναδέλφωση, ἰδιαίτερα τήν Μεγάλη Τεσσαρακοστή (κατανυκτικός ἑσπερινός τῆς Κυριακῆς τῆς Τυροφάγου) καί τό Πάσχα, μέ τήν ἀλληλοσυγχώρηση. Ὃλα τά κοινωνικά γεγονότα εἶχαν ὡς κέντρο καί ἀφετηρία τήν Θεία Εὐχαριστία καί τόν Ναό. Δραστηριότητες τῆς ἀγροτικῆς ζωῆς (σπορά, ὂργωμα, θερισμός, συγκομιδή τῶν καρπῶν) καί κοινωνικά φαινόμενα, ὃπως ἡ «ξέλαση» (συμπαράσταση στίς γεωργικές καί κτηνοτροφικές ἐργασίες ἐκείνων πού ἦσαν ἐμπερίστατοι), ἡ παιδεία, μέ δάσκαλο, κατά κανόνα, τόν Παπά-ἐφημέριο, ἢ ἀτομικά γεγονότα, πού γίνονται καί κοινωνικά (γέννηση, βάπτιση, γάμος, κηδεία), μαζί μέ τίς ἂλλες λαοσυνάξεις (ἐμποροπανηγύρεις, πανηγύρεις στήν μνήμη τῶν Ἁγί­ων καί μάλιστα τοῦ τοπικοῦ Προστάτου-Ἁγίου) διακρατοῦσαν τήν ἑνότητα τῆς τοπικῆς κοινότητος. Καί στό κέντρο ὃλων αὐτῶν τῶν γεγονότων ὁ Ἐφημέριος-Παπᾶς, ὡς πνευματικός πατέρας, φίλος, ἀδελφός, σύμβουλος, συμπαραστάτης. Ὁ Κληρικός-ἐφημέριος πού παρά τήν ἒλλειψη συχνά ὑψηλοτέρας σχολικῆς παιδείας, ἦταν κατά κανόνα φορέας τοῦ πατερικοῦ πνεύματος καί τῶν ἡσυχαστικῶν πρακτικῶν (εὐχή, νηστεία, ἀγρυπνία, θυσιαστική προσφορά στό ποίμνιο-τά πνευματικά του τέκνα) καί πρωτοστατοῦσε σέ θέματα φιλανθρωπίας καί παντοειδοῦς ἀγάπης14. Εἶναι δέ γεγονός, ὃτι οὐδέποτε ὑπῆρξε χάσμα καί ἀποστασιοποίηση μεταξύ τοῦ ταπεινοῦ «Παπᾶ» καί τοῦ Λαοῦ15, ὃπως στήν δυτική φεουδαρχία. Ὁ ἑλληνορθόδοξος ἐφημέριος σήκωνε καί αὐτός τόν σταυρό τῆς δουλείας, συμμετέχοντας στά παθήματα τοῦ ποιμνίου του.
    Βέβαια, αὐτά ὡς πρός τήν ἐνορία ἲσχυαν στίς ὀθωμανοκρατούμενες περιοχές. Στόν χῶρο τῆς ἑνετοκρατίας-λατινοκρατίας (ὡς λ.χ. στά Ἑπτάνησα) «τό ἰσχύον ἐνοριακό σύστημα ... δέν κάλυπτε τό σύνολον τοῦ πληθυσμοῦ16. Παράλληλα μέ τήν ἐνορία λειτουργοῦσε συνήθως καί ἡ «ἀδελφότητα», χωρίς τά δύο αὐτά μεγέθη νά ταυτίζονται17. Στίς περιοχές ὃμως, πού βρίσκονταν στά ὃρια τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, τό σύστημα διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, διεξαγόμενο ὑπό τήν ἂμεση μέριμνα τῆς Ἐθναρχίας, διατηροῦσε, κατά κανόνα, ὁμοιομορφία, διαρθρωμένο σέ μητροπόλεις καί ἐπισκοπές, μέ μικρότερη μονάδα διαποιμάνσεως καί διοικήσεως τήν Ἐνορία18, ἡ ὁποία δέν ἦταν μόνον ἀγροτική, ἀλλά καί ἀστική. Στά ἀστικά σύνολα, ἂν ἦταν ἐκτεταμένα, ἦτο δυνατόν νά ὑπάρχουν περισσότεροι τοῦ ἑνός ἐφημέριοι. Στήν ὓπαιθρο ὃμως συνήθως ὁλόκληρο τό χωριό εἶχε ἓνα μόνο ναό, ἀποτελώντας καί μία ἐνορία, μέ τόν κληρικό-ἐφημέριό της. Σ’ αὐτήν τήν περίπτωση ἲσχυε στήν πράξη ὁ λόγος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ «γινώσκω τά ἐμά καί γινώσκομαι ὑπό τῶν ἐμῶν» (Ἰω. 10,14). Τήν εὐρύτερη λειτουργικότητα τοῦ ναοῦ κατά τίς δυσχείμερες αὐτές ἐποχές, μαρτυρεῖ τό καί σήμερα συχνά σωζόμενο ὑπόστεγο μέ τά πέτρινα ἓδρανα στό προαύλιό του, ἢ καί στόν νάρθηκα, ὃπου οἱ χωρικοί συνέρχονταν διά νά «βουλευθοῦν» διά τά τοπικά ζητήματα καί νά λάβουν τίς ἀναγκαῖες ἀποφάσεις19. Ὁ ναός καθίστατο, ἒτσι, στήν πράξη τό κέντρο τῆς ὃλης ζωῆς, συνεχίζοντας καί ἐκπληρώνοντας τήν ἀποστολική (πρβλ. Πράξ. 2,42 ἑ. ΄4,32 ἑ.) καί πατερική ἀποστολή τοῦ χώρου τῆς συνάξεως.
    Μέσα ἀπό τήν διαμόρφωση τοῦ ἐθνικοῦ βίου στήν διάρκεια τῆς δουλείας προέκυψε κατά τούς τελευταίους αἰῶνες της καί ἡ σήμερα σωζόμενη εἰκόνα τῆς ἐνορίας ὡς αὐτοδιοικουμένης μονάδος ὑπό τόν ἐφημέριο καί τούς ἐπιτρόπους, ὑπό τήν πνευματική καί ποιμαντικο-διοικητική ἐποπτεία τοῦ Ἐπισκόπου-Μητροπολίτου. Ἡ λατρεία, ἀλλά καί ἡ κοινωνική μέριμνα καί προσφορά ἦταν ἡ κύρια φροντίδα τῆς ἐνορίας, ὃταν μάλιστα τό κήρυγμα ἦταν σπανιότερο. Ἡ λατρεία, ἡ μόνη λαοσύναξη πού δέν διεκόπη ποτέ, ἦταν ὁ ἀποφασιστικός παράγων πού συγκρατοῦσε τό ποίμνιο στήν ὀρθόδοξη πίστη, διαφοροποιώντας το, καί μέσω τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, ἀπό τά δύο κατέναντι, τό ὀθωμανικό καί τό λατινικό (φραγκικό), καί συντηρώντας τό ἑλληνορθόδοξο φρόνημα, μέ τήν συνεχή ὑπόμνηση τῆς ἱστορίας μας.
    Ὂχι σπάνια ὁ κλῆρος ἀνελάμβανε καί τήν ὑπεράσπιση τοῦ λαοῦ ἐνώπιον τῶν ὀθωμανικῶν ἀρχῶν20. Ἡ ἐθνική προσφορά ὃμως τοῦ κλήρου κορυφωνόταν στήν σχολική φροντίδα, μέ βάση τά λειτουργικά βιβλία (Ὀκτώηχος, Ψαλτήριον κ.λπ.) καί, συνεπῶς τήν διάσωση καί τῆς γλώσσης, στό λεγόμενο «κρυφό σχολειό», πού ὑπῆρξε ἱστορική πραγματικότητα, μέ τήν ἀνάδειξη τοῦ νάρθηκα ἢ τοῦ μοναστικοῦ κελλιοῦ σέ αἲθουσα διδασκαλίας, στό φῶς τοῦ λυχναριοῦ καί τῆς κανδήλας, ὡς ἀνεπίσημη, καί ὂχι πάντα εὒκολη, μέριμνα τοῦ κλήρου γιά τήν παιδεία τοῦ ποιμνίου21.
    Μόνιμο δομικό πρότυπο, πνευματικά καί κοινωνικά, ἀλλά καί κολυμβήθρα καθολικῆς ἀναβαπτίσεως καί ἀναγεννήσεως διά τήν ἐνορία ἦταν τά μοναστήρια τῆς περιοχῆς. Ὃπως σημειώνει ὁ καλός γνώστης τῆς «βυζαντινῆς» καί «μεταβυζαντινῆς» ἱστορίας τοῦ Γένους μας ἀείμνηστος Στῆβεν Ράνσιμαν: «Τό θρησκευτικό ἐπίπεδο μιᾶς περιοχῆς ἐξαρτιόταν κυρίως ἀπό τά μοναστήρια της, τά ὁποῖα παρεῖχαν τούς πνευματικούς συμβούλους καί ἐξομολόγους, ἀπό τούς ὁποίους κρεμόταν ὁ λαός τῆς ὑπαίθρου καί οἱ ἱερεῖς μαζί του»22.
    Ἡ πολεμική, ὂχι τόσο τῶν Ὀθωμανῶν, ἀλλά καί τῶν Δυτικῶν, ἐναντίον τῶν Μοναστηρίων καί τοῦ Ἀνατολικοῦ Μοναχισμοῦ ἦταν στήν οὐσία πολεμική κατά τῶν προπυργίων τῆς πατερικῆς παραδόσεως καί τοῦ πολιτισμοῦ τῆς Ρωμηοσύνης23. Δεδομένου δέ ὃτι οἱ Μονές διασώζουν τήν δομή τῆς Ἐκκλησίας καί τά συστατικά τοῦ βίου της, ὡς ἢδη ἐτονίσθη ἀπό τόν ἱερό Χρυσόστομο24, ἡ χαλάρωση τῆς σχέσεως τῶν «κοσμικῶν» ἐνοριῶν μέ τά παραδοσιακά μοναστήρια τόν ιθ΄ αἰ. καί ἡ εἰσαγωγή στά ἀστικά κέντρα ἑνός «κοσμικοῦ μοναχισμοῦ» δυτικοῦ τύπου, ὡς καί ἡ ἀνάπτυξη ἑνός κοινωνικοῦ ἀκτιβισμοῦ κατά τά δυτικά πρότυπα, συνέβαλε εἰς τήν προώθηση τοῦ σχεδίου τῶν εὐρωπαϊστῶν μας διά τήν δημιουργία μιᾶς «Νεοελληνικῆς Ἐκκλησίας»25 ἐρήμην τοῦ παραδοσιακοῦ μοναχισμοῦ καί τῶν πνευματικῶν προϋποθέσεών του.
 
3. Νομικὴ θωράκιση τῆς Ἐνορίας στὴν Ἑλλαδικὴ Ἐπικράτεια.
    Μετά τήν ἳδρυση τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους (1830) ἡ τυπική ὀργάνωση τῆς Ἐνορίας ἀπασχόλησε ἐπανειλημμένως τήν Πολιτεία. Τό 1833 λ.χ. ἐπί βασιλέως Ὂθωνος, ἡ εὐθύνη τῶν Ἐνοριῶν ἀνετέθη εἰς τούς Δήμους, ἐξακολούθησαν δέ νά ἰσχύουν προγενέστερες διατάξεις. Σημαντικός ὃμως ὑπῆρξε ὁ Νόμος 3596/1910 «περί ἐνοριακῶν ναῶν καί τῆς περιουσίας αὐτῶν»26. Ὁ Νόμος αὐτός ἐκάλυψε ὑπαρκτά κενά καί ἐθεράπευσε τραυματικές καταστάσεις, ἦταν δέ ἒργο τοῦ πολιτικοῦ καί θεολόγου Ἀθανασίου Εὐταξίου27. Σημαντική ἦταν ἡ διά πρώτη φορά ἀπόδοση κανονικῶν δικαιωμάτων εἰς τούς λαϊκούς διά τήν ἐκλογήν τῶν πρεσβυτέρων-ἐφημερίων καί ἡ ἀναφορά στά προσόντα καί τήν μισθοδοσίαν τους ἀπό τό ταμεῖο τῶν ναῶν. Περαιτέρω, μολονότι ὁ Νόμος «ἒθετε καθόλου τάς βάσεις ὁριστικῆς τακτοποιήσεως τοῦ ἐφημεριακοῦ ζητήματος»28, «δέν ἐγένετο ὃμως ἡ πρέπουσα ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας ἐφαρμογή»29. Ἐπεξεργασία τοῦ νόμου αὐτοῦ ἒγινε τό 1923 (συμμετοχή τοῦ καθηγ. Ἀμίλκα Ἀλιβιζάτου)30, ἀκολούθησαν δέ μεταγενέστερες τροποποιήσεις μέ βασική ἐκείνη τοῦ Α.Ν. 2200 τῆς 1.2.1940 «Περί ἱερῶν ναῶν καί ἐφημερίων»31.
    Τό ἐνδιαφέρον τῆς Ἱεραρχίας διά τά πράγματα τῶν Ἐνοριῶν καί βελτίωση τῆς καταστάσεως τοῦ ἱεροῦ ἐφημεριακοῦ κλήρου δέν ἒλειψε ποτέ32. Σημαντική τομή πραγματοποιεῖ ὁ καί σήμερον ἰσχύων Καταστατικός Χάρτης τῆς Ἐκκλησίας (Ν. 590/1977)33, στά ἂρθρα 36.1-38.2 «Περί τῆς ἐνοριακῆς ὀργανώσεως». Ἡ ἐνορία «μετά τοῦ ἐνοριακοῦ ναοῦ» εἶναι «βασική μονάς ὀργανώσεως τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου» καί «νομικόν πρόσωπον δημοσίου δικαίου, ΝΠΔΔ» (36/1). Περαιτέρω ὁρίζονται τά περί ἐφημερίων καί τῆς μισθοδοσίας τους (ἂρθρα 37-38)34. Τό 1979 ὃμως ἐξεδόθη ὁ Κανονισμός ὑπ’ ἀριθμ. 8 , πού διέπει ἒκτοτε τό ἐνοριακό καθεστώς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μέ τόν τίτλο: «Περί ἱερῶν Ναῶν καί Ἐνοριῶν (ἂρθρα 1-20) καί τήν ἀκόλουθη σπονδύλωση: ἂρ. 1-2: Ναοί, ἂρ. 3-6: Ἐνορίαι, ἂρ. 7-12: Περί ἐκκλησιαστικῶν Συμβουλίων, ἂρ. 13: Ἰδιόκτητοι καί προσκυνηματικοί ἱεροί Ναοί, ἂρ. 14: Ἱεροί Ναοί Κοιμητηρίων, ἂρ.15: Περί ἀνεγέρσεως Ναῶν καί ἐκτελέσεως ἐκκλησιαστικῶν ἒργων, ἂρ.16: Περί ἐκμισθώσεων καί ἐκποιήσεων, ἂρ. 17: Περί ἐρανικῶν ἐπιτροπῶν καί ἂρ. 18-20: Εἰδικαί καί ἀκροτελεύτιοι Διατάξεις35.
 
4. Ἡ Ἐνορία σήμερα: Δεδομένα καὶ προοπτικὲς
    Ὁ λόγος γιά τήν Ἐνορία σήμερα36 καί ἡ μέριμνα γιά τήν πορεία της κρίνεται ἀναγκαιότατη, ἐφόσον ἡ ἀκμή ἢ ἡ παρακμή ( κατ’ ἂνθρωπον) τῆς Ἐκκλησίας συνδέεται ἂμεσα μέ τήν κατάσταση τῆς Ἐνορίας, στά πρόσωπα καί τήν δράση της. Ζωντανή Ἐνορία σημαίνει ζωντανό ἐκκλησιαστικό ὀργανισμό καί ἀνάλογη παρουσία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος στήν συγκεκριμένη ἱστορική πραγματικότητα. Ἡ δόμηση τῆς ζωῆς τῆς ἐνορίας σήμερα δέν μπορεῖ νά διαφοροποιεῖται, κατά τήν οὐσία της, ἀπό ὃ,τι ἐθεμελιώθη ὑπό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί συνεχίσθηκε στήν πορεία τῶν αἰώνων ἀπό τούς Ἁγίους Πατέρες μας, τούς μόνους αὐθεντικούς ἐκφραστές τῆς Ὀρθοδοξίας εἰς ὃλους τούς αἰῶνες. Οἱ Ἃγιοί μας εἶναι τά ἀμετακίνητα πρότυπα τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς ὡς «ὁλοτελοῦς» (Α΄ Θεσσ. 5,23) «ἀποτάξεως» τοῦ «ἐν τῷ πονηρῷ κειμένου κόσμου» (Α΄ Ίω. 5,19), δηλαδή τῆς ἁμαρτίας του καί «συντάξεως» μέ τόν Χριστόν, σύμφωνα μέ τόν γνωστότατο λειτουργικό λόγο: «ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα». Αὐτό σημαίνει «παράθεσιν» ὃλου τοῦ βίου, πνευματικοῦ καί σωματικοῦ, εἰς τήν χάριν τοῦ Θεοῦ. Ἡ Ἐνορία–Ἐκκλησία δέν τεμαχίζει τόν ἂνθρωπο καί γι’ αὐτό ἡ διακονική προσφορά της στόν ἂνθρωπο καί τήν κοινωνία εἶναι πνευματική, ἀλλά καί σωματική-ὑλική, ὡς ἀναφορά στίς δύο ὂψεις τῆς ἲδιας πραγματικότητος. Μέ αὐτήν τήν προϋπόθεση διαμορφώνεται καί ἀναπτύσσεται καί τό φιλανθρωπικό ἒργο τῆς Ἐνορίας.
    Ἡ διαμόρφωση τῆς ἐνοριακῆς-ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς ἢδη κατά τήν ἀποστολική ἐποχή ἒλαβε τόν χαρακτήρα μιᾶς πλήρους Θεοκρατίας, ὡς Χριστοκρατίας, μέ τήν ἀνάθεση δηλαδή ὃλου τοῦ βίου στόν Χριστόν, τόν Θεόν, Σωτῆρα καί μόνον Κύριον καί Δεσπότην τῆς Ἐκκλησίας. Στόν Χριστόν τόν ἐκκλησιαστήν μας, πού συνάγει καί «ἐκκλησιάζει» τούς πιστούς σ’ Αὐτόν, στό Πανάγιο Σῶμά Του, ἀναφέρεται καί προσφέρεται ἀδιαλείπτως ἡ ὃλη ὓπαρξή τους, διά νά ἑνώνονται μαζί Του στήν Θεία Εὐχαριστία, καί νά ἁγιάζονται, συναγιάζοντας καί τήν κοινωνία τους.
    Τήν Χριστοκεντρική αὐτή πραγματικότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας εἰκονίζει καί ἐκφράζει, ἀλλά καί συνεχῶς πραγματώνει, μιά πράξη λειτουργική, πού λαμβάνει χώρα στό τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας. Πρόκειται γιά τήν συστολή τῶν Τιμίων Δώρων στό Ἃγιο Ποτήριο μετά τήν μετάληψη. Μέσα στό Ἃγιο Ποτήριο, τό «ἀτομικό σῶμα» τοῦ Χριστοῦ γίνεται τώρα ἓνα μέ τό «κοινωνικό»Του σῶμα. Ἡ ἐν Χριστῷ κοινωνία τῶν πιστῶν εἶναι ἢδη ὃλη συναγμένη μέσα στό Ἃγιο Ποτήριο. Ὂχι μόνο μιά κατακόρυφη κοινωνία κάθε πιστοῦ (ἀτομικά) μέ τόν Θεό ἐν Χριστῷ, ἀλλά καί ἡ ὁριζόντια ἐν Χριστῷ ἓνωση ὃλων τῶν μελῶν τοῦ σώματος μεταξύ τους. Ἡ Ἐκκλησία–Χριστός, κεφαλή καί σῶμα, γίνεται ἒτσι, ὁρατή πραγματικότητα. Ἒτσι κατανοεῖται ὁ ὁρισμός τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ γιά τήν Ἐκκλησία: «Εἰκών ... ἐστι τοῦ Θεοῦ ... ἡ ἁγία Ἐκκλησία, ὡς τήν αὐτήν τῷ Θεῷ περί τούς πιστούς ἐνεργοῦσα ἓνωσιν»37.
    Ὁ λόγος ὃμως περί θεοκρατίας στήν ἐνοριακή ζωή κατ’ οὐδένα τρόπο σημαίνει κληρικοκρατία καί φεουδαρχική ἀνθρωποκρατία, ἀλλά άναγνώριση καί ὑπαρκτική διακήρυξη, ὃτι «Εἷς ἃγιος, Εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός» στήν ζωή τῆς Ἐνορίας-Ἐκκλησίας. Κληρικοί καί Λαϊκοί συναντώμεθα στό ἓνα σῶμα, ὡς κυβερνῶσα καί κυβερνωμένη τάξη, ἀλλά ὂχι κατά τά κοσμικά πρότυπα. Καί οἱ Λαϊκοί ἒχουν τήν θεόσδοτη δυνατότητα νά ἀναπτύξουν τά χαρίσματά τους στήν διακονία τοῦ ὃλου σώματος. Ἂλλωστε τό «κυβερνᾶν» καί «κυβερνᾶσθαι» στήν Ἐκκλησία δέν εἶναι δικαίωμα, ἀλλά κυρίως καθῆκον38. Στήν ἐκκλησιαστική-ἐνοριακή ζωή δέν ὑπάρχουν ἀξιώματα καί ἐξουσίες, μέ τήν κοσμική ἒννοια τοῦ ὃρου, ἀλλά λειτουργήματα καί διακονίες. Κάθε διακονία ἀπορρέει ἀπό τόν Χριστόν καί εἶναι διακονία τοῦ σώματός Του, μέ πρῶτον διάκονον Αὐτόν τόν Ἲδιον39. Ἒτσι καί στήν Θεία Λειτουργία δέν ὑπάρχουν «τελοῦντες» καί παθητικά «παρακολουθοῦντες», ἀλλά «συνεπιτελοῦντες», ἀφοῦ ἡ Λειτουργία εἶναι «λείτου ἒργον», τοῦ Λαοῦ, ὃλου δηλαδή τοῦ σώματος. Πόσον μάλιστα, πού ὁ λειτουργός, λόγῳ τῆς εἰδικῆς ἱερωσύνης του «τήν ἑαυτοῦ δανείζει γλῶ­τταν καί τήν ἑαυτοῦ παρέχει χεῖρα», κατά τόν ἱερόν Χρυσόστομον40, διά νά τελέσει ὃμως τά πάντα ὁ «ἀοράτως σύν ἡμῖν ὢν» Ἰησοῦς Χριστός. Ἐξ ἂλλου, κατά τόν ἲδιο Πατέρα, «πρόβατα καί ποιμένες» «πρός τήν ἀνθρωπίνην εἰσίν διαίρεσιν΄ πρός δέ τόν Χριστόν πά­ντες πρόβατα. Καί γάρ οἱ ποιμαίνοντες καί οἱ ποιμαινόμενοι ὑφ’ ἑνός, τοῦ ἂνω Ποιμένος, ποιμαίνονται»41.
    Ὁ ἐφημέριος στήν Ἐνορία ἐνεργεῖ σέ κάθε περίπτωση ὡς Πνευματικός Πατέρας καί «θεραπευτής» τῶν ψυχῶν τῶν πνευματικῶν του τέκνων, μέ στόχο τήν κάθαρση τῆς καρδίας, τόν ἁγιοπνευματικό φωτισμό της καί τήν θέωση. Πορεία θεώσεως εἶναι στήν οὐσία της ἡ ζωή τῆς Ἐνορίας, τελικά, μέ τήν ἒνταξη, ὃπως ἐλέχθη, συνόλου τῆς ζωῆς στόν ἐκκλησιαστικό, δηλαδή τόν ἐν Χριστῷ τρόπον ὑπάρξεως. Ἡ ἀντιμετώπιση τῶν συγχρόνων προβλημάτων τῆς ἐνοριακῆς ζωῆς συνδέεται ἂμεσα μέ τήν ἀναβίωση τῆς ἐσχατολογικῆς καί θεολογικῆς μας συνειδήσεως διά τήν ἀναζήτηση τῶν ριζῶν τῶν προβλημάτων καί τήν ἐπανεκτίμηση καί ἐπανερμηνεία τους, πρός ἀναζήτηση καί τῶν ὀρθῶν, στό πνεῦμα δηλ. τῆς πατερικῆς μας παραδόσεως, λύσεων. Προέχει ὃμως ἡ ἐκ νέου ἀνακάλυψη τῆς Ἐνορίας ὡς τόπου φανερώσεως τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς δυνατότητος βιώσεώς του. Πρακτικά καί νομικά μέτρα βοηθοῦν ὣς ἓνα σημεῖο, ὃταν ὃμως δέν ἀναιροῦν τό ἐκκλησιολογικό, λειτουργικό καί ἐσχατολογικό περιεχόμενό της, μεταβάλλοντάς την σέ ἓνα κοσμικό ἢ νομικό θεσμό, ἀναιρετικό τῆς ἀληθινῆς ταυτότητός της. Συχνά «οἱ Ἐνορίες μας εἶναι ἁπλῶς ἐπιβεβαίωση τοῦ ἀπρόσωπου ἢ ἀντιπροσωπικοῦ χαρακτήρα τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς στίς σύγχρονες κοινωνίες» († π. Μ. Καρδαμάκης). Ὁ ἐφημέριος καλεῖται νά ξαναγίνει, ὃπου δέν εἶναι, πνευματικός πατέρας, ἀνταποκρινόμενος στίς οὐσιαστικές ἀνάγκες τῶν πνευματικῶν του τέκνων, μέ τήν ἐν Χριστῷ καί Ἁγίῳ Πνεύματι ἱεράρχησή τους.
    Τό δράμα πολλῶν Ἐνοριῶν σήμερα, ἰδιαίτερα στόν χῶρο τῆς διασπορᾶς, εἶναι ἡ μεταβολή τους ἀπό «ἐν Χριστῷ σύναξιν» σέ «κοινωνική, «ἐθνική», «πολιτιστική» ἢ ὁποιαδήποτε ἂλλη. Ὁ σκοπός ὃμως πού καλεῖται νά πραγματώσει μέ τήν ὓπαρξη καί λειτουργία της ἡ Ἐνορία, δέν μπορεῖ νά κλείνεται στά στεγανά ὁποιωνδήποτε ἐνδοκοσμικῶν συμβατικοτήτων. Ἀρχίζει μέν τήν διακονία της πρός τόν κόσμο καί τίς ἀνάγκες του, ἀλλά δέν χάνει ποτέ τήν προοπτική τῆς αἰωνιότητος. Αὐτό ἐξασφαλίζεται μέ τό νά μένει καί σήμερα ἡ Ἐνορία «ἐργαστήριον ἁγιότητος», ὃπως ἢθελε τήν Ἐκκλησία ὁ ἱερός Χρυσόστομος. Ὃτι δέ αὐτός εἶναι ὁ σκοπός τῆς ἐν τόπῳ Ἐκκλησίας, φαίνεται ἀπό τά λειτουργικά μας βιβλία καί τό περιεχόμενό τους, πού εἶναι κοινό σέ κάθε τοπική φανέρωση τῆς Ἐκκλησίας.
    Ἡ ἐπίγνωση τοῦ λόγου ὑπάρξεως τῆς Ἐνορίας θά ὁδηγήσει στήν ἐπανεύρεση τοῦ ἑαυτοῦ της. Ὁ Ναός, τότε, δέν θά εἶναι τόπος περιπτωσιακῆς συναντήσεως, ἀλλά τό κέντρο τῆς ζωῆς τῶν πιστῶν. Δέν θά εἶναι ἁπλά χῶρος «τελετῶν», ἀλλά θά λειτουργεῖ, ὃπως τό «καθολικόν» στό μοναστήρι. Σ’ αὐτό ἡ λειτουργία τοῦ Ναοῦ (πνευματικότητα) συνεχίζεται στήν λειτουργία τῆς κοινῆς τραπέζης καί τά διακονήματα (ἀδελφικότητα) καί τοῦ κελλιοῦ (προσωπικός ἀγώνας). Τό ἲδιο καί στήν Ἐνορία: ἡ λειτουργία τοῦ ναοῦ ἐπεκτείνεται στίς οἰκίες τῶν ἐνοριτῶν, πού γίνονται «κατ’ οἶκον» ἐκκλησίες. Μέ τήν πρόοδο τῆς πνευματικότητος εἶναι δυνατόν αὐτό ἀρχικά σέ μιά μερίδα τοῦ ποιμνίου, ὑπάρχουν δέ δείγματα πού ἐνισχύουν τήν ἀναστάσιμη ἐλπίδα.
    Ἓνα ἀποφασιστικό βῆμα θά ἦταν ἡ ἐξεύρεση λύσεως διά τόν ἀπεγκλωβισμό τοῦ Κλήρου ἀπό τήν ὑπαλληλοποίηση, ἢ ἀρχικά τοὐλάχιστον τόν περιορισμό της. Διότι μόνο τότε ἡ ἱερωσύνη θά ἐπανεύρει τόν χαρισματικό-πνευματικό της χαρακτήρα καί ἡ Ἐνορία θά ξαναποκτήσει τόν πρός τά μέσα καί πρός τά ἒξω δυναμισμό της.
    Εἶναι, ἐξ ἂλλου, ἀνάγκη νά ὑπερβαθοῦν πραγματικά ἐμπόδια στήν ἀνάπτυξη τοῦ ἐνοριακοῦ ἒργου, ὃπως λ.χ. συμβαίνει μέ τίς «ἐνορίες μαμούθ» τῶν ἀστικῶν κέντρων42 . Ὁ στόχος ὀφείλει νά εἶναι τό πῶς ὁ ναός θά γίνει τό ἀπόλυτο κέντρο ζωῆς τῆς Ἐνορίας. Ὃλα τά ἂλλα «κέντρα», πού παράγουν οἱ ἐκσυγχρονιστικές τάσεις, ἒχουν δευτερεύουσα σημασία. Τό κύριο μέλημα ὀφείλει νά εἶναι πῶς ἡ λειτουργική σύναξη καί εὐχαριστιακή κοινωνία θά ξαναγίνει ὁ σκοπός τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἐνορίας. «Ἡ Λειτουργία εἶναι ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἐμπειρία της, τό μυστήριό της, ἡ ἐλπίδα της, ἡ στιγμή τῆς ἀλήθειάς της καί μόνο μέσα στήν Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας κατανοεῖται ἡ θέση της σ’ αὐτόν τόν κόσμο καί ἡ σχέση της μέ αὐτόν τόν κόσμο καί ἡ ὓπαρξή της «ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καί σωτηρίας» ( π. Ἀλ. Σμέμαν).
Σημειώσεις:
1. Προδρόμου Ι. Ἀκανθοπούλου, Ἡ ἱστορία τῶν Ἐνοριῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου κατά τήν Τουρκοκρατία, Θεσσαλονίκη 1984, σ. 2.
2. Πρώτη ἱστορική ἀναφορά μέ τήν σημερινή ἒννοια σέ ἐπιστολή τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης (δ΄ αἰ.) πρός Φλαβιανόν: «Καί τινος μηνύσαντος κατά τήν ὀρεινήν αὐτοῦ ἐνορίαν διάγειν...» (PG 46,1001 Α). Μέ τήν ἒννοια μικρῆς περιοχῆς, ὃπου κατοικοῦσαν Χριστιανοί, ἀπαντᾶ καί στόν ἃγιο Ἐπιφάνιο Σαλαμῖνος Κύπρου: «... ὃς κατώκει ἐν τῇ τῆς Ἐλευθερουπόλεως Ἱερουσαλήμ ἐνορίᾳ, ἐπέκεινα τῆς Χεβρών...» (PG 41, 677C).
3. Μητροπολίτου Περγάμου Ἰωάννου (Δ. Ζηζιούλα), Ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῇ Θείᾳ Εὐχαριστίᾳ καί τῷ Ἐπισκόπῳ κατά τούς τρεῖς πρώτους αἰῶνας, Ἐν Ἀθήναις 19902, σ.151.
4. Βλασίου Ι. Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, τ. Α΄, Ἀθῆναι 1992, σ. 185.
5. Μητροπολίτου Περγάμου Ἰωάννου, Ἡ ἑνότης ..., ὃπ.π., σ.175.
6. Βλασίου Ι. Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, ὃπ.π., σ.189.
7. Στό ἲδιο, σ.189. Μητροπολίτου Περγάμου Ἰωάννου, ὃπ. π., σ.187.
8. Μητροπολίτου Περγάμου Ἰωάννου, ὃπ.π., σ.187, 151.
9. Βλασίου Ι. Φειδᾶ, ὃπ.π., σ.187.
10. Μητροπολίτου Περγάμου Ἰωάννου, ὃπ. π., σ.179.
11. Στό ἲδιο, σ. 183 ἑ.
12. Στό ἲδιο, σ. 157 (καί σημ. 32)
13. Στό ἲδιο, σ.169 ἑ.ἑ.
14. Βλ. ἐκτενῆ ἀνάλυση στίς εἰδικές μελέτες τῶν Προδρόμου Ἰ. Ἀκανθοπούλου, ὃπ. π., καί Ἰωάννου Ε. Ἀναστασίου, Αἱ Ἐνορίαι τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας κατά τήν διάρκειαν τοῦ ΙΗ΄ αἰῶνος, Ἐπιστ. Ἐπετ. Θεολογικῆς Σχολῆς Παν/μίου Θεσσαλονίκης, τ. 29, σ.9-20. Πρβλ. π. Γ.Δ. Μεταλληνοῦ, Τουρκοκρατία. Οἱ Ἓλληνες στήν Ὀθωμανική Αὐτοκρατορία, Ἀθήνα 2005, σ. 105 ἑ.ἑ. (=ἡ ζωή στήν Ἐκκλησία).
15. π. Γ.Δ. Μεταλληνοῦ, Τουρκοκρατία, ὃπ.π., σ.106
16. Σπ. Χρ. Καρύδη, Ὀρθόδοξες Ἀδελφότητες καί συναδελφικοί Ναοί στήν Κέρκυρα (15ος-19ος αἰ.), ἈΘήνα 2004, σ. 671.
17. Στό ἲδιο, σ. 675.
18. Ἰωάννου Ἀναστασίου, Αἱ Ἐνορίαι..., ὃπ.π., σ.10.
19. Στό ἲδιο, σ. 19.
20. Στό ἲδιο, σ. 19 ἑ.
21. Βλ. Κρυφό Σχολειό, μύθος ἢ πραγματικότητα; Ἒρευνα τοῦ περιοδ. ΑΡΔΗΝ (τεῦχ. 64, Ἀπρ.-Μάϊος 2007, σ. 25 ἑ.ἑ.(μέ βιβλιογραφία)
22. Στῆβεν Ράνσιμαν, Ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία ἐν αἰχμαλωσίᾳ ( μετάφραση Κ. Παπαρρόδου), Ἀθήνα 1979, σ. 662.
23. Βλ. π. Γ.Δ.Μεταλληνοῦ, Ἡ προσφορά τοῦ Μοναχισμοῦ στό Ἒθνος, στόν τόμο τοῦ Ἰδίου, Συναντήσεις..., Ἀθήνα 2005, σ. 11-26.
24. «Οὓτως οἱ ἐν τοῖς μοναστηρίοις ζῶσι νῦν, ὣσπερ ποτέ οἱ πιστοί». Ὁμιλία στίς Πράξεις ΙΑ΄, 3 (PG 60,98).
25. Βλ. π. Γ.Δ. Μεταλληνοῦ, Ὁ Κωνσταντῖνος Οἰκονόμος ὁ ἐξ Οἰκονόμων καί ἡ διένεξη περί «Νεοελληνικῆς Ἐκκλησίας», στό: Στά μονοπάτια τῆς Ρωμηοσύνης..., Ἀθήνα 2008, σ. 245-266.
26. Ἀμίλκα Σ. Ἀλιβιζάτου, Οἱ Ἱεροί Κανόνες καί οἱ Ἐκκλησιαστικοί Νόμοι, Ἐν Ἀθήναις 1949, σ. 641 ἑ.ἑ.
27. (1849-1931) Τά βιογραφικά του βλ. στό Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό (τῆς Ἐκδοτικῆς Ἀθηνῶν), τ. 3 (1990) σ. 392. Προηγήθηκε (1909) ὁ περί γενικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου νόμος (ΓΥΙΔ΄), διά τοῦ ὁποίου «ἐπεδιώκετο ἡ οἰκονομική περισυλλογή καί χειραφέτησις τῆς Ἐκκλησίας, ὣστε νά καταστῇ αὓτη ἱκανή νά λύσῃ τό ζήτημα τοῦ ἐφημεριακοῦ κλήρου», Γερασίμου Ι. Κονιδάρη, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία τῆς Ἑλλάδος, τ. Β΄, Ἐν Ἀθήναις 19702, σ. 265.
28. Γερασίμου Ι. Κονιδάρη, στό ἲδιο, σ. 265.
29. Ἀμίλκα Σ. Ἀλιβιζάτου, ΟἹ ἱεροί Κανόνες ..., ὃπ. π., σ. 642.
30. Τὀ «σπουδαῖο» Ν.Δ. 17/12/1923. Στό ἲδιο. Πρβλ. Γ.Ι. Κονιδάρη, ὃπ. π., σ. 271.
31. Ἀμίλκα Σ. Ἀλιβιζάτου, ΟἹ Ἱεροί Κανόνες..., ὃπ. π., σ. 643 ἑ.ἑ.
32. Χαρακτηριστικοί εἶναι ἐν προκειμένῳ μία σπουδαία συζήτηση στήν Ἱερά Σύνοδο διά τόν ἐφημεριακό κλῆρο στίς 10.11.1958, μέ κύριον εἰσηγητή τόν μακαριστό Μητροπολίτη Κίτρους κυρόν Βαρνάβαν (Βλ. Θεοκλήτου Στράγκα, τ. Ε΄, Ἀθῆναι 1974, σ. 3018 ἑ.ἑ. ἐδῶ: 3074-3088), πού ὁπωσδήποτε προετοίμασε τίς περαιτέρω ἐξελίξεις.
33. Ν. 590/1977 (ΦΕΚ 146 Α΄/31.5.77).
34. Βλ. Μητροπολίτου Κίτρους Βαρνάβα Δ. Τζωρτζάτου, Οἱ βασικοί θεσμοί Διοικήσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Μετά ἱστορικῆς ἀνασκοπήσεως, Ἐν Ἀθήναις 1977, σ. 84-86.
35. Βλ. Βλασίου Ι. Φειδᾶ, Ἱεροί Κανόνες καί Καταστατική Νομοθεσία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 1997, σ. 583-605.
36. Χρήσιμο εἶναι τό συλλογικό ἒργο Ἐνορία. Πρός μία νέα ἀνακάλυψή της, ἐκδ. «Ἀκρίτας», Ἀθήνα χ.χρ.
37. PG 91,668 B.
38. Ἀμίλκα Σ. Ἀλιβιζάτου, Τό Κανονικόν Δίκαιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Ἀθῆναι 1941, σ. 10.
39. Πρβλ. Ματθ. 20,18 Μάρκ. 10,45.
40. PG 62,204.
41. PG 52, 784. Βλ. ἐκτενῶς στό: Ἰωάννου Ν. Καρμίρη, Ἡ θέσις καί ἡ διακονία τῶν Λαϊκῶν ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ, Ἐν Ἀθήναις 1976 καί Τοῦ Ἰδίου, Δογματικῆς Τμῆμα Ε΄, Ὀρθόδοξος Ἐκκλησιολογία, Ἀθῆναι 1973, σ. 430-518, ὃπου καί περαιτέρω βιβλιογραφία.
42. Βλ. Εὐθυμίου Στύλιου (τιτουλάριου Μητροπολίτου Ἀχελώου), Τό σύγχρονον ἀστικόν περιβάλλον ὡς ποιμαντικόν πρόβλημα, Ἀθῆναι 1980.
 
«ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ» ΑΡ. ΦΥΛ. 1817-1820
Διαδίκτυο:http://www.pmeletios.com

Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2010

῎Εχουν μεγάλη δύναμη οἱ προσευχές τοῦ πνευματικοῦ-῞Αγ. Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης




λες ο συμφορές μς ρχονται, γιατί δέν ρωτμε τούς πνευματικούς πατέρες πού εναι ταγμένοι νά μς καθοδηγον, κι ο εράρχες καί πνευματικοί δέν ρωτον τόν Κύριο πώς πρέπει νά νεργήσουν. ν δάμ ρωτοσε τόν Κύριο, ταν Εα το δωσε νά γευτε τόν καρπό, τότε Κύριος θά τόν φώτιζε κι δάμ δέν θ’ μάρτανε. Θά τό π καί γιά τόν αυτό μου: λα τά μαρτήματά μου καί τά λάθη μου γιναν, γιατί τήν ρα το.....
πειρασμο
καί τς νάγκης δέν πικαλέστηκα τόν Κύριο. Τώρα μως μαθα νά κετεύω τήν γαθότητα το Θεο, κι Κύριος μέ τίς εχές το πνευματικο μέ φυλάγει.

Τό
διο καί ο ρχιερες, ν καί χουν τό δρο το γίου Πνεύματος, μως δέν ννοον σωστά τά πάντα, καί γι’ ατό φείλουν τήν ρα τς νάγκης νά ζητον φώτιση πό τόν Θεό. Ατοί μως κολουθον τήν δική τους γνώμη κι τσι προσβάλλουν τήν εσπλαχνία το Θεο καί σκορπίζουν σύγχυση. σιος Σεραφείμ το Σάρωφ λεγε πώς ταν δινε συμβουλές κατά τή γνώμη του, γίνονταν λάθη. τσι λοι μας πρέπει νά μάθουμε τό δρόμο πού δηγε στήν πίγνωση το θελήματος το Θεο. ν μως δέν κοπιάσουμε γιά νά τό μάθουμε ατό, δέν θά γνωρίσουμε ποτέ ατό τόν δρόμο.

Πρέπει νά θυμόμαστε πάντοτε πώς
πνευματικός τελε τό λειτούργημά του μέ τό γιο Πνεμα καί γι’ ατό φείλουμε νά τόν σεβόμαστε. Πιστεύετε, δελφοί, πώς ν τύχει καί πεθάνει κανείς νώπιόν του πνευματικο καί το πε: «γιε πάτερ, ελόγησε μέ, νά δ τόν Κύριο στήν Βασιλεία τν Ορανν», καί το παντήσει πνευματικός: «Πήγαινε, παιδί μου, καί δές τόν Κύριο», θά γίνει ,τι το δώσει μέ τήν ελογία το πνευματικός, γιατί τό γιο Πνεμα εναι τό διο καί στόν ορανό καί στή γ.

χουν μεγάλη δύναμη ο προσευχές το πνευματικο. ξ ατίας τς περηφάνειάς μου παθα πολλά πό τούς δαίμονες, λλά Κύριος μέ ταπείνωσε καί μ’ λέησε μέ τίς προσευχές το πνευματικο, καί τώρα Κύριός μου φανέρωσε πώς σέ ατούς ναπαύεται τό γιο Πνεμα καί γι’ ατό τούς χω βαθύ σεβασμό. Μέ τίς προσευχές τούς παίρνουμε τή χάρη το γίου Πνεύματος καί τήν γαλλίαση γιά τόν Κύριο πού μς γαπ καί μς νοιξε τό δρόμο πρός τή σωτηρία τς ψυχς.

ν νθρωπος δέν τά λέει λα στόν πνευματικό, τότε εναι δρόμος το στραβός καί δέν δηγε στή σωτηρία. ν μως το λέει κανείς τά πάντα, ατός πορεύεται κατ’ εθείαν στή Βασιλεία τν Ορανν. νας μοναχός μέ ρώτησε: «Πές μου, τί πρέπει νά κάνω γιά νά διορθώσω τή ζωή μου;» Το ρεσε νά τρώει πολύ καί καίρως.

Το
επα: «Γράφε κάθε μέρα πόσο φαγες καί τί σκεφτόσουν, καί τό βράδυ διάβαζε τά στόν πνευματικό». Ατός πάντησε: «Δέν μπορ νά τό κάμω ατό». Κι τσι δέν μπόρεσε νά νικήσει τή μικρή ντροπή τς ξομολογήσεως τν δυναμιν του κι μεινε διόρθωτος, καί πέθανε πό ποπληξία.

ποιος θέλει νά προσεύχεται διάλειπτα, φείλει νά εναι νδρεος καί σοφός καί πρέπει νά ρωτ τόν πνευματικό του γιά τό κάθε τί. Κι ν πνευματικός δέν χει διος πείρα πό τήν προσευχή, πωσδήποτε ζήτησε τή συμβουλή καί τήν εχή του, καί Κύριος θά σ’ λεήσει καί θά σέ φυλάξει πό τήν δό τς πλάνης γιά τήν ταπείνωσή σου. ν πάλι σκεφτες πώς πνευματικός εναι πειρος στή νοερά προσευχή, πώς πασχολεται μέ μάταια πράγματα καί πώς πρέπει νά βρ γώ μόνος μου τό δρόμο μέ τή μελέτη τν βιβλίων, τότε βρίσκεσαι κιόλας σ’ πικίνδυνο δρόμο καί κοντά στήν πλάνη. Ξέρω πολλούς πού τούς πάτησαν μ’ ατό τόν τρόπο ο λογισμοί τους κι πό τήν περιφρόνησή τους γιά τόν πνευματικό δέν μπόρεσαν νά προοδεύσουν. Τό γιο Πνεμα δίνει σοφία στήν ψυχή, ταν πακομε στίς συμβουλές τν ποιμένων μας.

ΠΗΓΗ:ΑΠΟΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΝΗ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ