"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κεκοιμημένοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κεκοιμημένοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2011

Τί μποροῦμε νὰ κάνουμε γιὰ τοὺς νεκρούς; /Rose Seraphim (Hieromonk (1934- 1982) )




Ὁ καθένας ἀπὸ ἐμᾶς ποὺ ἐπιθυμεῖ νὰ ἐκφράσει τὴν ἀγάπη του γιὰ τοὺς νεκροὺς καὶ νὰ τοὺς βοηθήσει οὐσιαστικά, μπορεῖ νὰ τὸ ἐπιτύχει προσευχόμενος ὑπὲρ τῶν ψυχῶν τους, καὶ εἰδικότερα μνημονεύοντας αὐτοὺς στὴ Θεία Λειτουργία, ὅταν οἱ μερίδες ποὺ ἀποκόπτονται γιὰ ζῶντες καὶ νεκροὺς ἀφήνονται νὰ πέσουν μέσα στὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου μὲ τὶς λέξεις: «Ἀπόπλυνον Κύριε τὰ ἁμαρτήματα τῶν ἐνθάδε μνημονευθέντων δούλων σου τῷ Αἵματί σου τῷ Ἁγίῳ πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου καὶ πάντων σου τῶν Ἁγίων. Ἀμήν.» Δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε τίποτε καλύτερο ἢ σπουδαιότερο γιὰ τοὺς νεκροὺς ἀπὸ τὸ νὰ προσευχόμαστε γι’ αὐτούς, προσφέροντάς τους μνημόσυνο στὴ Θεία Λειτουργία. Τὸ ἔχουν πάντα ἀνάγκη, εἰδικὰ κατὰ τὴ διάρκεια ἐκείνων τῶν σαράντα ἡμερῶν ὅπου ἡ ψυχὴ τοῦ ἀπελθόντος πορεύεται πρὸς τὶς αἰώνιες κατοικίες. Τὸ σῶμα δὲν αἰσθάνεται τίποτε τότε• δὲ βλέπει τοὺς οἰκείους ποὺ ἔχουν συγκεντρωθεῖ, δὲ μυρίζει τὸ εὐωδιαστὸ ἄρωμα τῶν λουλουδιῶν, δὲν ἀκούει τοὺς ἐπικήδειους. Ἡ ψυχὴ ὅμως αἰσθάνεται τὶς προσφερόμενες ὑπὲρ αὐτῆς προσευχὲς καὶ εἶναι εὐγνώμων στοὺς ἀνθρώπους ποὺ τὶς ἀπευθύνουν καὶ βρίσκεται πνευματικῶς κοντά τους.

Ὦ συγγενεῖς καὶ ἀγαπημένοι τοῦ νεκροῦ! Πράξετε γι’ αὐτοὺς ὅτι ἔχουν ἀνάγκη καὶ ὅτι εἶναι ἐντός τῆς δικαιοδοσίας σας. Δῶστε τὰ χρήματά σας ὄχι γιὰ νὰ καλλωπίσετε ἐξωτερικὰ τὸ φέρετρο καὶ τὸ μνῆμα, ἀλλὰ γιὰ νὰ βοηθήσετε ὅσους τὸ χρειάζονται, εἰς μνήμην τῶν ἀγαπημένων σας ποὺ ἔφυγαν ἀπὸ τὴ ζωή, γιὰ νὰ ἐνισχύσετε ἐκκλησίες, στὶς ὁποῖες προσφέρονται προσευχὲς ὑπὲρ αὐτῶν. Ἐλεῆστε τοὺς νεκρούς, φροντίστε γιὰ τὶς ψυχές τους. Μᾶς περιμένει ὅλους ὁ ἴδιος δρόμος, καὶ ὅταν κι ἐμεῖς βρεθοῦμε ἐκεῖ πόσο πολὺ θὰ εὐχόμαστε νὰ μᾶς θυμᾶται κάποιος στὶς προσευχές του! Ἀξίζει λοιπὸν νὰ ἐλεήσουμε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι τοὺς νεκρούς.

Ἀμέσως ἀφοῦ ἀναπαυθεῖ κάποιος, καλέστε ἢ ἐνημερῶστε ἕναν ἱερέα, ὥστε νὰ διαβάσει τὶς «Προσευχὲς γιὰ τὴν Ἀναχώρηση τῆς Ψυχῆς», τὶς ὁποῖες ἡ Ἐκκλησία ἔχει ὁρίσει νὰ διαβάζονται πάνω ἀπὸ ὅλους τοὺς Ὀρθοδόξους Χριστιανοὺς μετὰ τὸ θάνατό τους. Προσπαθῆστε, εἰ δυνατόν, νὰ τελέσετε τὴν κηδεία στὴν ἐκκλησία καὶ νὰ ἀναγνώσετε τὸ Ψαλτήρι πάνω ἀπὸ τὸν ἀπελθόντα μέχρι τὴν κηδεία. Ἡ κηδεία δὲν χρειάζεται νὰ εἶναι περίτεχνη, ἀλλὰ πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ εἶναι πλήρης, χωρὶς συντομεύσεις• τὴν ὥρα ἐκείνη μὴ σκεφτεῖτε τὸν ἑαυτό σας καὶ τὴν ἄνεσή σας, ἀλλὰ τὸν ἀπελθόντα, ἀπὸ τὸν ὁποῖο χωρίζεστε διὰ παντός. Ἐὰν ὑπάρχουν ταυτόχρονα καὶ ἄλλοι ἀπελθόντες ποὺ ἀναμένουν κηδεία στὴν ἐκκλησία, μὴν ἀρνηθεῖτε ἐὰν σᾶς προταθεῖ νὰ τελέσετε τὴν κηδεία γιὰ ὅλους μαζί. Εἶναι καλύτερο νὰ τελεῖται μία κηδεία γιὰ δύο ἢ περισσότερους ἀπελθόντες ταυτόχρονα, ὅταν οἱ προσευχὲς ὅλων τῶν παρευρισκομένων προσφιλῶν προσώπων θὰ εἶναι ἰδιαιτέρως ἔνθερμες, παρὰ νὰ τελοῦνται ξεχωριστές, διαδοχικὲς κηδεῖες, καὶ νὰ συντομεύονται οἱ λειτουργίες ἐξ αἰτίας ἔλλειψης χρόνου καὶ ἐνέργειας• ἀφοῦ κάθε λέξη τῆς προσευχῆς γιὰ τὸν ἀναπαυθέντα εἶναι ὅτι μιὰ σταγόνα νερὸ γιὰ τὸ διψασμένο.

Κανονίστε ὁπωσδήποτε ἐκείνη τὴν ὥρα τὰ σχετικὰ μὲ τὴν τέλεση σαρανταλείτουργου, δηλαδὴ καθημερινὴ μνημόνευση στὴ θεία Λειτουργία σὲ ὅλη τὴ διάρκεια τῶν σαράντα ἡμερῶν. Συνήθως στοὺς ναοὺς ὅπου τελεῖται καθημερινὰ Θεῖα Λειτουργία, οἱ ἀπελθόντες οἱ ὁποῖοι ἔχουν κηδευτεῖ ἐκεῖ μνημονεύονται ἐπὶ σαράντα καὶ πλέον ἡμέρες. Ἐὰν ὅμως ἡ κηδεία γίνει σὲ ναὸ ὅπου δὲν τελεῖται καθημερινὰ Θεία Λειτουργία, τότε οἱ ἴδιοι οἱ συγγενεῖς θὰ πρέπει νὰ φροντίσουν νὰ ζητήσουν τὴν τέλεση τοῦ 40ήμερου μνημοσύνου ὁπουδήποτε τελοῦνται Θεῖες Λειτουργίες. Παρομοίως εἶναι καλὸ νὰ στέλνουμε εἰσφορὲς γιὰ μνημόνευση τῶν νεκρῶν σὲ μοναστήρια, ὅπως καὶ στὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου καθημερινὰ διεξάγεται προσευχὴ στοὺς Ἁγίους Τόπους. Ἀλλὰ ἡ διαδικασία τῆς 40ήμερης δέησης ὑπὲρ τῶν νεκρῶν πρέπει νὰ ξεκινήσει ἀμέσως μετὰ τὸ θάνατο, ὅταν ἡ ψυχὴ ἔχει ἰδιαίτερη ἀνάγκη βοηθείας ἀπὸ τὴν προσευχή• ἑπομένως, θὰ πρέπει νὰ ξεκινοῦμε αὐτὸ τὸ μνημόσυνο στὸν κοντινότερο ναὸ ὅπου τελεῖται καθημερινῶς Θεία Λειτουργία.

Ἀξίζει λοιπὸν νὰ φροντίσουμε γι’ αὐτοὺς ποὺ ἔφυγαν γιὰ τὸν ἄλλο κόσμο πρὶν ἀπὸ ἐμᾶς, προκειμένου νὰ κάνουμε ὅ,τι μποροῦμε γιὰ τὶς ψυχές τους, ἐνθυμούμενοι ὅτι: «Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ θὰ ἐλεηθοῦν».
Έκδοση:Ἡ ψυχὴ μετὰ τὸ θάνατο, ἐκδ. Μυριόβιβλος

Χρ.Έκδοσης:2003



Πηγή:ΑΓΙΑ ΖΩΝΗ

Κυριακή 23 Μαΐου 2010

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΚΟΙΜΗΘΕΝΤΑΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤῼ ΑΔΕΛΦΟΥΣ



ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΣΙΝΑ
Εἰς κοιμηθέντας ἐν Χριστῷ ἀδελφοὺς Λόγος τρίτος,
ἀναγινωσκόμενος τῷ Σαββάτῳ τῶν Ψυχῶν
(ἐκ τοῦ Ἑλληνικοῦ Τυπογραφείου, ἐν Βενετίᾳ 1865)

[Μέρος Α΄]
Τί τοῦτο σήμερον, Ἀγαπητοί, σπουδαίως ὁμοῦ ἐσυνάχθημεν; Διότι ἐκάλεσαν ἡμᾶς οἱ πρὸς Χριστὸν ἀπὸ ἡμᾶς καλεσθέντες Ἀδελφοί· διὸ καὶ προσέλθωμεν προθύμως πρὸς Χριστοῦ ὑμνωδίαν, ὅτι ἀνέστησαν ἡμᾶς, ἵνα ποιήσωμεν δοξολογίαν ἐπὶ τῆς γῆς, οἱ μετὰ Ἀγγέλων δοξολογοῦντες ἐν οὐρανοῖς· καὶ χοροὺς συστησάμενοι, καὶ τράπεζαν ἡμῖν πνευματικὴν παραθέμενοι οἱ τῆς τρυφῆς τοῦ παραδείσου χορταζόμενοι, οἱ τῆς ἐκεῖσε ἐμπεπλησμένοι ἀναπαύσεώς τε καὶ παρακλήσεως· καὶ φῶτα ἀνάψαντες, οἱ τὰς ἑαυτῶν καρδίας φωτίσαντες, καὶ πρὸς τὸ φῶς τὸ ἄδυτον δραμόντες. ῎Ελαβον γὰρ ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς Ὁσίους οἱ πρὸς Χριστὸν Ὅσιοι, καὶ μετέστησαν ἀπὸ ἡμᾶς οἱ ποτὲ εὑρισκόμενοι μεθ᾽ ἡμῶν· μετεστάθησαν ἀπὸ ἡμᾶς οἱ καλῶς πρὸς Θεὸν ἐμπορευσάμενοι· ἀφῆκαν ἡμᾶς ὀρφανοὺς καὶ ἀπῆλθον πρὸς τὴν αὐτῶν Πατρίδα· ἀφῆκαν τὴν φθορὰν καὶ πρὸς τὴν ἀφθαρσίαν ἀνῆλθον· ἔλειψαν ἐκ τοῦ κόσμου καὶ πρὸς Χριστὸν ἀνέτειλαν· ἐξῆλθον ἐκ τῆς καλύβης καὶ ἐκατοίκησαν εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ· ἀφῆκαν τὴν τοῦ βίου ματαιότητα καὶ ἔφθασαν εἰς τὴν ἄνω μακαριότητα· ἀφῆκαν τὰς ματαίας συγχύσεις καὶ ὥδευσαν εἰς τόπους εἰρηνικούς· ἐξῆλθον ἐκ τοῦ χειμῶνος καὶ τῆς φουρτούνας τοῦ κόσμου, καὶ ἄραξαν εἰς τοὺς γαληνοὺς λιμένας· ἀφῆκαν τὴν τοῦ κόσμου ματαίαν σκιάν καὶ πρὸς τὸν ἥλιον τῆς δικαιοσύνης ἀνέδραμον. Καὶ γὰρ ὅταν ἦσαν μεθ᾽ ἡμῶν ὡς οὐκ ὄντες μεθ’ ἡμῶν, τὸν νοῦν εἶχον πάντοτε πρὸς τὸν Θεόν· καὶ εὑρισκόμενοι εἰς τὴν γῆν τὸ πολίτευμα εἶχον εἰς τοὺς οὐρανούς· καὶ ζῶντες ἐν σαρκὶ οὐκ ἦσαν ἐν σαρκί· οὐ γὰρ εἶχον ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ· οὐκ εἶχον ὧδε πρόσκαιρον πλοῦτον, ἀλλὰ τὸν οὐράνιον πλοῦτον. Ξένοι καὶ παρεπίδημοι ἦσαν, καθὼς πάντες οἱ Πατέρες αὐτῶν· ξένοι τοῦ κόσμου καὶ τῶν τοῦ κόσμου πραγμάτων· ὅτι τὴν ψυχὴν αὐτῶν πάντοτε κατεστόλιζαν, τὰ ἄνω φρονοῦντες, τὰ ἄνω σκοπεύοντες· τὰς ἐκεῖ μονάς, τὰς ἐκεῖ κατοικίας, τὰ ἐκεῖ κάλλη ἐπιθυμοῦντες· τὰς ἄνω χοροστασίας, τὰς ἄνω ὑμνωδίας, τὰς ἐκεῖ ἑορτὰς καὶ αἰώνια ἀγαθὰ καὶ Θεοῦ χαρίσματα. Πρὸς ἐκεῖνα ἐσκόπευον, πρὸς ἐκεῖνα ἔτρεχον, διὰ τοῦτο καὶ ἔτυχον· ἐκοπίασαν, διὸ καὶ εἰσῆλθον εἰς τὴν φωτεινὴν τοῦ νυμφῶνος κατοικίαν· ἐπόνεσαν, διὸ καὶ εὐφραίνονται· δὲν ἀμέλησαν, διὰ τοῦτο καὶ ἀναπαύονται· ἐφρόνησαν, ὅτι τῶν τοῦ κόσμου πραγμάτων κατεφρόνησαν. Ἐξῆλθον ἐκ τοῦ κόσμου καὶ ἀπῆλθον εἰς τὴν χώραν τὴν ἁγίαν καὶ αἰώνιον· ἐξῆλθον ἔξαφνα καὶ ἐπετάσθησαν ὡς χελιδόνες καλόφωνοι· ἐπετάσθησαν ὡς τρυγόνες ἐρημικαὶ καὶ καθαρώταται· ἐχωρίσθησαν τῆς ποίμνης ἡμῶν ὡς ἀρνία καθαρά. Μετέστησαν τῆς μάνδρας καὶ στενάζουσι τὰ πρόβατα· ἀφῆκαν τὴν φωλεὰν ἡμῶν καὶ βοῶμεν ὡς μικρὰ αὐτῶν πουλία· ἐχωρίσθη τὸ μέλος καὶ λυποῦνται τὰ λοιπὰ μέλη· δακρύομεν, ὅτι τῆς συνοδείας σας ἐχωρίσθημεν· στενάζομεν, ὅτι τοὺς χαρακτῆρας σας δὲν βλέπομεν· ὀδυνόμεθα, ὅτι οὕτως ἔξαφνα ἁρπαζόμεθα· ὀδυρόμεθα, ὅτι καὶ ἡμεῖς ὀγλίγωρα ἀπερχόμεθα· λυπούμεθα, ὅτι τῆς ἀρετῆς σας ἐνθυμούμεθα. Τοὺς ὀφθαλμοὺς περιστρέφομεν καὶ τὴν ἀγάπην σας δὲν βλέπομεν· δακρύομεν, ὅτι καὶ τὰ ζῶα δακρύουσιν ἐπὶ τῷ χωρισμῷ τῶν ὁμοφύλων αὑτῶν· ὀδυρόμεθα, ὅτι καὶ οἱ βόες μουγγρίζουν ἐκζητοῦντες τοὺς ὁμοζύγους αὑτῶν· καὶ χελιδόνες βοῶσιν, ἁρπαζομένων τῶν πουλίων αὑτῶν· καὶ ἄρνες κράζουσι, χωριζομένων τῶν ἀδελφῶν αὑτῶν. Ὅτι ἐὰν καὶ εἰς ἐσᾶς εἰς συμφέρον ὁ θάνατος ἐγένετο, ἀλλὰ εἰς ἡμᾶς λύπην ἐποιήσατε· τὸ ἐδικόν σας μαρτύριον ἔγινεν εἰς ἐσᾶς ἐπιθυμητόν, ἀλλὰ εἰς ἡμᾶς ἔγινε θλίψις· «Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τῶν ὁσίων αὐτοῦ, τῶν δὲ ἁμαρτωλῶν ὁ θάνατος πονηρός».
Διὸ καὶ ἔλεγεν ὁ Προφήτης· «ἵνα τί φοβοῦμαι ἐν ἡμέρᾳ πονηρᾷ; ἡ ἀνομία τῶν πταισμάτων μου κυκλώσει με». Ὅτι ἔρχεται ἡμέρα καὶ ὥρα, Ἀδελφοί· ἔρχεται, δὲν θέλει λείψῃ· ὅταν ἀφήσῃ ὁ ἄνθρωπος πάντα, καὶ πάντας καὶ ἀπέλθῃ μόνος καὶ μεμονωμένος, γυμνὸς καὶ ἀβοήθητος, ἀσυνόδευτος καὶ ἀνέτοιμος, καὶ ἀπαῤῥησίαστος, ἐὰν εἰς ἀμέλειαν εὑρεθῇ ἐν ἡμέρᾳ, ὁποῦ δὲν γινώσκει, καὶ ἐν ὥρᾳ, ὁποῦ δὲν παντυχαίνει· εἰς ὅσον χαίρεται καὶ θησαυρίζει, εἰς ὅσον εὐημερεῖ καὶ δὲν μεριμνᾷ διὰ τὴν ψυχὴν αὑτοῦ. Ἔρχεται ἔξαφνα μία ὥρα, καὶ ὅλα παύουσι· μικρὸς πυρετὸς καὶ πόνος καὶ ὅλα εἰς οὐδὲν λογισθήσονται· μία νὺξ βαθεῖα καὶ σκοτεινὴ καὶ ὀδυνηρὰ καὶ φέρεται ὡς κατάδικος ἐκεῖ, ὁποὺ τὸν πηγαίνουσι. Πολλῶν σοι, ἄνθρωπε, τῶν ὁδηγῶν χρεία, πολλῶν σοι τῶν βοηθῶν καὶ εὐχῶν ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ τοῦ χωρισμοῦ τῆς ψυχῆς σου. Μέγας τότε ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος, μέγα τὸ Μυστήριον καὶ ἡ περίστασις· μεγάλη ἡ διάβασις πρὸς ἐκεῖνον τὸν κόσμον· διότι, ἐὰν ἀπὸ χώραν ἀπερχόμενοι ὁδηγῶν τινων χρειαζόμεθα, πόσον περισσότερον ὅταν ὑπάγωμεν εἰς τὸν ἀπέραντον αἰῶνα, ὅθεν οὐδεὶς ἐκεῖθεν ἐστράφη; Πολλή σοι, λέγω, τότε τῶν βοηθῶν ἡ χρεία ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ. Ἡ μόνη ὥρα καὶ οὐχὶ ἄλλη ὥρα· ἡ μόνη γέφυρα, καὶ πέραμα ἕτερον μὴ ἔχουσα· τὸ πάντων τέλος καὶ ὁ πάντων φόβος. Σκληρὸν τὸ πέραμα, ἀλλὰ ὅλοι δι᾽ αὐτοῦ ἀπερχόμεθα· στενὴ καὶ τεθλιμμένη ἡ στράτα, ἀλλὰ πάντες δι᾽ αὐτῆς περνῶμεν· πικρὸν καὶ δεινὸν τὸ ποτήριον, ἀλλὰ πάντες αὐτό, καὶ οὐχὶ ἄλλο πίνομεν· μέγα καὶ ἀνεκδιήγητον τὸ τοῦ θανάτου Μυστήριον καὶ οὐδεὶς ἡμῖν δύναται νὰ τὸ διηγηθῇ· ὅτι φρικτὰ καὶ φοβερὰ ἅπερ τότε βλέπει ἡ ψυχὴ ἀλλὰ οὐδεὶς ἀπὸ ἡμᾶς ταῦτα γινώσκει, εἰ μὴ μόνον ἐκεῖνοι οἱ προερχόμενοι. Δὲν βλέπεις, εἰπέ μοι, ὁπόταν πρὸς τοὺς τελευτῶντας Ἀδελφοὺς καὶ ψυχοῤῥαγοῦντας παρακαθήμεθα, ποῖα φοβερὰ βλέπομεν τότε γινόμενα; πῶς ταράσσονται καὶ στενάζουσι, πῶς ἱδρώνουσι ψυχρὸν καὶ πικρὸν ἱδρῶτα, ὥσπερ οἱ θερισταὶ εἰς τὸ χωράφιον; πῶς τοὺς ὀφθαλμοὺς περιστρέφουσιν ἐδῶθεν καὶ ἐκεῖθεν; πῶς μερικοὶ τρίζουσι τοὺς ὀδόντας καὶ τρομάσσουν; πῶς ταράσσονται καὶ τὰς τρίχας αὑτῶν ἀνασπάζουσι; πῶς ἐκ τῆς κλίνης σηκώνονται καὶ φεύγειν βουλόμενοι οὐ δύνανται, διότι βλέπουσιν ἐκεῖνα ὁποὺ οὐδέποτε εἶδαν, καὶ ἀκούουσιν ἐκεῖνα ὁποὺ οὐδέποτε ἤκουσαν καὶ παθαίνουσιν ἐκεῖνο ὁποὺ οὐδέποτε ἔπαθον. Ζητοῦσι τὸν λυτρούμενον καὶ οὐδεὶς λυτρώνει αὐτούς· ζητοῦσι τὸν συνοδεύοντα καὶ οὐδεὶς ὁ συνοδεύων· παρακαλοῦσι καὶ οὐδεὶς ὁ τολμῶν· τοὺς ὁποίους βλέποντες ἡμεῖς τρέχομεν καὶ κλαίομεν καὶ κρατοῦντες τὰς χεῖρας αὐτῶν, ἀσπαζόμενοι τοῖς δάκρυσι βρέχομεν καὶ σφογγίζομεν τὸν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου αὐτῶν καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἀσπαζόμεθα, τὴν δὲ γλῶσσαν φλεγομένην δροσίζομεν ὕδατι· τὰ αὐτία ἡμῶν σιμώνοντες, ἵνα τῶν μικρῶν λογίων αὐτῶν ἀκούσωμεν, εἶτα καὶ ἐρωτῶμεν αὐτοὺς λέγοντες· πῶς βλέπεις σεαυτόν, ἀδελφέ; μὴ οὖν φοβοῦ, ὅτι φιλάνθρωπός ἐστιν ὁ Θεός.
Ταῦτα πρὸς αὐτοὺς λέγοντες καὶ τὰ στήθη τοῖς δάκρυσι βρέχομεν καὶ τὴν καρδίαν κατακαιόμεθα, ὅτε ταῦτα λέγωμεν. Οὐκ ἔστιν εἰς ἡμᾶς τότε ἔρωτας πονηρός, οὐκ ἔστι τότε χρημάτων φροντίδα καὶ φαγητῶν. Ἀλλὰ βλέποντες τὸ μέγα τοῦ θανάτου Μυστήριον τρέμομεν καὶ τὰς κεφαλὰς ἡμῶν κινοῦμεν καὶ τὸ ὄμμα στυγνάζοντες, ἑαυτοὺς ταλανίζομεν, οὐαί, οὐαὶ ἡμῖν λέγοντες, ὁπόταν πρὸς ἡμᾶς ὁ ἐρχόμενος, εἰς ὅλους ἡμᾶς ἀποχαιρετᾷ καὶ λέγει: Ἔῤῥωσθε, Ἀδελφοί μου καλοί, ἔῤῥωσθε καὶ ὑπὲρ ἐμοῦ τῇ ὥρᾳ ταύτῃ ἀναστάντες προσεύξασθε· ὅτι εἰς ὁδὸν μακρὰν ἀπέρχομαι, εἰς τὴν ὁποίαν οὐδέποτε ἐπεριπάτησα· καὶ εἰς χώραν ξένην, ὅπου οὐδεὶς ἐκεῖ μὲ γνωρίζει· καὶ εἰς κόσμον φοβερόν, ὅθεν οὐδεὶς ἐστράφηκε. Λοιπὸν σώζεσθε, Ἀδελφοὶ καὶ φίλοι, ὅτι ἐγὼ πλέον οὐκ εἰμὶ φίλος, ἀλλὰ ξένος. Σώζεσθε πάντες, καὶ δεῦτε καταλάβετε· ἀναμένομέν σας γὰρ ἐκεῖ, ἵνα ἔλθετε, ἐγὼ δὲ πλέον δὲν ἔρχομαι πρὸς ἐσᾶς. Εἴ τι οἴδαμεν, οἴδαμεν, εἴ τι ἐπράξαμεν, ἀπολαμβάνομεν. Φέρομαι καὶ οὐ γινώσκω ποῦ ἀπέρχομαι· νῦν εἴ τι δ᾽ ἂν ἐπὶ τῆς γῆς ἐθησαύρισα, τοῦτο μοι ὄφελος· ἐάν τινα ἠλέησα, αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἐλεηθήσομαι· ἐάν τινα ἐσκέπασα, νῦν σκεπασθήσομαι· ὅτι βαρεῖα καὶ πικρὰ αὕτη ἡ ὥρα τοῦ χωρισμοῦ τῆς ψυχῆς μου ὑπὲρ πᾶσαν ὥραν· ὅτι ἀνέτοιμος ἐπάρθηκα· σκοτεινή μοι ἡ παροῦσα νύξ· ὅτι ἄκαρπος ἐκόπηκα, βαρεῖα μοι ἡ ἀπολογία. Δῶρα οὐκ ἔχω καὶ παρακαλῶ σας, δακρύσατε ἐπ᾽ ἐμοί· συμπαθήσατε καὶ προσεύξασθε πρὸς Κύριον, ἵνα εὕρω ἐκεῖ μικρὰν ἄνεσιν· ἵνα λάβω ἐκεῖ μικρὸν ἔλεος, ὅτι πολλὰ ἥμαρτον. Καὶ τί μοι κηρία ἀνάπτετε, Ἀδελφοί; ὅτι ἐγὼ τὴν λαμπάδα τῆς ψυχῆς μου δὲν ἄναψα. Τί δέ με ἐνδύματα λαμπρὰ ἐνδύετε; ὅτι οὐκ ἔχω ἐμαυτῷ γάμου ἔνδυμα. Τί δέ μου καὶ μὲ ὕδωρ τὸ σῶμα ἐπλύνετε; ὅτι οὐκ ἔπλυνα ἐμαυτὸν τῷ τῶν δακρύων ὕδατι. Τί δέ με καὶ εἰς τάφον μετὰ ὁσίων κατατίθετε, ὧν τὸν βίον καὶ τὸν τρόπον οὐκ ἔπραξα; Οἴμοι πῶς ἐμαυτὸν ἐπλάνεσα καὶ ἐνέπαιξα λέγων ὅσον εἰὶ νέος, ἀπολαύσω τῆς τοῦ κόσμου χαρᾶς, θεραπεύσω μου τὴν σάρκα, καὶ ἐν ὑστέροις μετανοῶ, ὅτι ὁ Θεὸς φιλάνθρωπος ὤν, πάντως ποιήσει μου τὴν συγχώρησιν. Ταῦτα ἐννοῶν καθ᾽ ἡμέραν, τὴν ζωήν μου κακῶς ἐξωδίασα· ἐδιδασκόμην, καὶ οὐ προσεῖχον· ἑρμηνευόμην, καὶ κατεγέλων· ἤκουα τῶν Γραφῶν, καὶ ὡς μὴ ἀκούων ἐποίουν· ἤκουον περὶ κρίσεως καὶ θανάτου, καὶ ὡς ἀθάνατος καὶ αἰώνιος κατεφρόνουν· καὶ ἰδοὺ ἀνέτοιμος ἀπέρχομαι, καὶ οὐδεὶς ὁ βοηθῶν· ἰδοὺ ἀμετανόητος ἐφθάσθηκα, καὶ οὐδεὶς ὁ ἀπαλλάττων· ἰδοὺ δέομαι, καὶ οὐδεὶς ὁ εἰσακούων· ἰδοὺ καταδικάζομαι, καὶ οὐδεὶς ὁ λυτρούμενος. Δικαία ἡ κρίσις τοῦ Θεοῦ· ποσάκις μετανοεῖν συνετασσόμην, καὶ πάλιν χειρότερον ἔπραττον· ποσάκις μὲ ἠλέησεν, ἐγὼ δὲ παρώργιζα.
Ταῦτα πολλάκις τοῦ τελευτῶντος πρὸς ἡμᾶς διαλεγομένου, ἔξαφνα δένεται ἡ γλῶσσα αὐτοῦ, ἀλλοιοῦν οἱ ὀφθαλμοί, χάνεται ὁ νοῦς, σιγᾷ τὸ στόμα, κωλύεται ἡ φωνή. Ὁπόταν αἱ Δεσποτικαὶ Δυνάμεις ἔλθωσιν, ὅταν αἱ φοβεραὶ στρατιαὶ φθάσωσι, καὶ καλοῦσι τὴν ψυχὴν ἐκ τοῦ σώματος, ὅταν οἱ ἀπαρακάλεστοι ὑπηρέται εἰς τὸ Κριτήριον βιαίως ἀποφέρονται, ἐμβλέψας εἰς αὐτοὺς ὁ ταλαίπωρος ἄνθρωπος, κἂν Βασιλεύς εἶναι, κἂν Δυνάστης καὶ Τύραννος, κἂν Κοσμοκράτωρ, ὅλος τρέμει, ὡς φύλλον ὑπὸ ἀνέμου, ὅλος σπαράσσεται καὶ ἐξίσταται βλέπων δυνάμεις φοβερὰς καὶ μορφὰς ξένας καὶ δυνατάς· βλέπων πρόσωπα τρομακτικὰ καὶ αὐστηρά· βλέπων τάξιν, ἣν οὐδέποτε εἶδε καὶ πρὸς ἑαυτὸν ἐννοῶν λέγει· Εὐλογητὸς ὁ μόνος ἀθάνατος καὶ αἰώνιος Βασιλεύς.[…]

Πηγή: http://christianvivliografia.wordpress.com

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2010

Γέροντος Παϊσίου: Περί τῶν κεκοιμημένων καί ποία βοήθεια μποροῦμε νά τούς παράσχουμε οἱ ζῶντες

π. Παΐσιος: «Για να ευχηθούν…ν’ αγιάσουν τα κόκαλά του»





-Γέροντα, οι υπόδικοι νεκροί (πλην των Αγίων) μπορούν να προσεύχονται;
-Έρχονται σε συναίσθηση και ζητούν βοήθεια , αλλά δεν μπορούν να βοηθήσουν τον εαυτό τους. Όσοι βρίσκονται στον Άδη μόνο ένα πράγμα θα ήθελαν από τον Χριστό: να ζήσουν πέντε λεπτά για να μετανοήσουν. Εμείς που ζούμε, έχουμε περιθώρια μετανοίας, ενώ οι καημένοι οι κεκοιμημένοι δεν μπορούν πια μόνοι τους να καλυτερεύσουν την θέση τους, αλλά περιμένουν από εμάς βοήθεια. Γι’ αυτό έχουμε χρέος να τους βοηθούμε με την προσευχή μας.
Μου λέει ο λογισμός ότι μόνο το δέκα τοις εκατό από τους υπόδικους νεκρούς βρίσκονται σε δαιμονική κατάσταση, και, εκεί που είναι, βρίζουν τον Θεό, όπως οι δαίμονες. Δεν ζητούν βοήθεια, αλλά και δεν δέχονται βοήθεια! Γιατί, τι να τους κάνει ο Θεός; Σαν ένα παιδί που απομακρύνεται από τον πατέρα του, σπαταλάει όλη την περιουσία του και από πάνω βρίζει και τον πατέρα του. Ε, τι να το κάνει αυτό ο πατέρας του; Οι άλλοι όμως οι υπόδικοι, που έχουν λίγο φιλότιμο, αισθάνονται την ενοχή τους, μετανοούν και υποφέρουν για τις αμαρτίες. Ζητούν να βοηθηθούν και βοηθιούνται θετικά με τις προσευχές των πιστών. Τους δίνει δηλαδή ο Θεός μία ευκαιρία, τώρα που είναι υπόδικοι, να βοηθηθούν μέχρι να γίνει η Δευτέρα Παρουσία. Και όπως σε αυτή τη ζωή, αν κάποιος είναι φίλος με τον βασιλιά, μπορεί να μεσολαβήσει και να βοηθήσει έναν υπόδικο, έτσι κι αν είναι κανείς φίλος με τον Θεό, μπορεί να μεσολαβήσει στο Θεό με την προσευχή του και να μεταφέρει τους υπόδικους από την μία φυλακή σε άλλη καλύτερη, από το ένα κρατητήριο σε ένα άλλο καλύτερο. Ή ακόμα μπορεί να τους μεταφέρει και σε ένα δωμάτιο ή σε διαμέρισμα.
Όπως ανακουφίζουμε τους φυλακισμένους με αναψυκτικά κλπ που τους πηγαίνουμε, έτσι και τους νεκρούς τους ανακουφίζουμε με τις προσευχές και τις ελεημοσύνες που κάνουμε για τη ψυχή τους. Οι
προσευχές των ζώντων για τους κεκοιμημένους και τα μνημόσυνα είναι η τελευταία ευκαιρία που δίνει ο Θεός στους κεκοιμημένους να βοηθηθούν, μέχρι να γίνει η τελική Κρίση. Μετά την δίκη δεν θα υπάρχει δυνατότητα να βοηθηθούν….
…Ο Θεός θέλει να βοηθήσει τους κεκοιμημένους, γιατί πονάει για τη σωτηρία τους, αλλά δεν το κάνει, γιατί έχει αρχοντιά. Δεν θέλει να δώσει δικαίωμα στο διάβολο να πει: Πώς τον σώζεις αυτόν, ενώ δεν κοπίασε; Όταν εμείς προσευχόμαστε για τους κεκοιμημένους, Του δίνουμε το δικαίωμα να επεμβαίνει. Περισσότερο μάλιστα συγκινείται ο Θεός όταν προσευχόμαστε για τους κεκοιμημένους παρά για τους ζώντες.
Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας έχει τα κόλλυβα, τα μνημόσυνα. Τα μνημόσυνα είναι ο καλύτερος δικηγόρος για τις ψυχές των κεκοιμημένων. Έχουν τη δυνατότητα και από την κόλαση να βγάλουν τη ψυχή. Κι εσείς σε κάθε Θεία Λειτουργία να διαβάζετε κόλλυβα για τους κεκοιμημένους. Έχει νόημα το σιτάρι: «Σπείρεται εν φθορά, εγείρεται εν αφθαρσία» (Α’ Κορ.15, 42)(δηλαδή συμβολίζει το θάνατο
και την ανάσταση του ανθρώπου), λέει η Γραφή…
-Γέροντα, αυτοί που έχουν πεθάνει πρόσφατα έχουν μεγαλύτερη ανάγκη από προσευχή;
-Εμ , όταν μπαίνει κάποιος στη φυλακή, στην αρχή δεν δυσκολεύεται πιο πολύ; Να κάνουμε προσευχή για τους κεκοιμημένους που δεν ευαρέστησαν στον Θεό, για να κάνει κάτι και γι’ αυτούς ο Θεός. Ιδίως, όταν ξέρουμε ότι κάποιος ήταν σκληρός, γιατί μπορεί να νομίζουμε ότι ήταν σκληρός, αλλά στη πραγματικότητα να μην ήταν – και είχε αμαρτωλή ζωή, τότε να κάνουμε πολλή προσευχή, Θείες Λειτουργίες, Σαρανταλείτουργα για τη ψυχή του και να δίνουμε ελεημοσύνη σε φτωχούς για τη σωτηρία της ψυχής του, για να ευχηθούν οι φτωχοί “να αγιάσουν τα κόκαλα του”, ώστε να καμφθεί ο Θεός και να τον ελεήσει. Έτσι ότι δεν έκανε εκείνος, το κάνουμε εμείς γι’ αυτόν. Ενώ ένας άνθρωπος που είχε καλωσύνη, ακόμα και αν η ζωή του δεν ήταν καλή, επειδή είχε καλή διάθεση, με λίγη προσευχή πολύ βοηθιέται.
Έχω υπόψη μου γεγονότα που μαρτυρούν πόσο οι κεκοιμημένοι βοηθιούνται με την προσευχή πνευματικών ανθρώπων. Κάποιος ήρθε στο Καλύβι και μου είπε με κλάματα: Γέροντα, δεν έκανα προσευχή για κάποιο γνωστό μου κεκοιμημένο και μου παρουσιάστηκε στον ύπνο μου. Είκοσι μέρες, μου είπε, έχεις να με βοηθήσεις, με ξέχασες και υποφέρω! Πράγματι, μου λέει (ο προσκυνητής) εδώ και 20 μέρες είχα ξεχαστεί με διάφορες μέριμνες και ούτε για τον εαυτό μου δεν προσευχόμουν.
-Όταν, Γέροντα, πεθάνει κάποιος και μας ζητήσουν να προσευχηθούμε γι’ αυτόν, είναι καλό να κάνουμε κάθε μέρα ένα κομποσκοίνι μέχρι τα σαράντα;
-Άμα κάνεις κομποσκοίνι γι’ αυτόν, βάλε και άλλους κεκοιμημένους. Γιατί να πάει η αμαξοστοιχία στον προορισμό της με έναν μόνο επιβάτη, ενώ χωράει και άλλους; Πόσοι κεκοιμημένοι έχουν ανάγκη οι καημένοι και ζητούν βοήθεια και δεν έχουν κανέναν να προσευχηθεί γι’ αυτούς! Μερικοί , κάθε τόσο, κάνουν μνημόσυνο μόνο για κάποιον δικό τους. Με αυτό το τρόπο δεν βοηθιέται ούτε ο δικός τους, γιατί η προσευχή τους δεν είναι τόσο ευάρεστη στο Θεό. Αφού τόσα μνημόσυνα έκαναν γι’ αυτόν, ας κάνουν συγχρόνως και για τους ξένους.
-Γέροντα, οι νεκροί που δεν έχουν ανθρώπους να προσεύχονται γι’ αυτούς βοηθιούνται από τις προσευχές εκείνων που προσεύχονται γενικά για τους κεκοιμημένους;
-Και βέβαια βοηθιούνται. Εγώ, όταν προσεύχομαι για όλους τους κεκοιμημένους, βλέπω στον ύπνο μου τους γονείς μου, γιατί αναπαύονται από την προσευχή που κάνω. Κάθε φορά που έχω Θεία Λειτουργία, κάνω γενικό μνημόσυνο για όλους τους κεκοιμημένους…Αν καμιά φορά δεν κάνω ευχή για τους κεκοιμημένους, παρουσιάζονται γνωστοί κεκοιμημένοι μπροστά μου. Έναν συγγενή μου, που είχε σκοτωθεί στο πόλεμο, τον είδα μπροστά μου μετά τη Θεία Λειτουργία, την ώρα του μνημόσυνου, γιατί αυτόν δεν τον είχα γραμμένο με τα ονόματα των κεκοιμημένων, επειδή μνημονεύονταν στη Προσκομιδή με τους ηρωικώς πεσόντες. Κι εσείς στην Αγία Πρόθεση να μη δίνετε να μνημονευθούν μόνο ονόματα ασθενών, αλλά και ονόματα κεκοιμημένων, γιατί μεγαλύτερη ανάγκη έχουν οι κεκοιμημένοι!
vatopaidi.wordpress.com

0 σχόλια:

Ανάρτηση Σχολίου

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2010

Διονύσιος Σολωμός - Ὁ θάνατος τῆς ὀρφανῆς


᾿Αδελφοί, ο θέλω μς γνοεν περ τν κεκοιμημένων, καθς κα ο λοιπο ο μ χοντες λπίδα. (...) ρπαγησόμεθα ν νεφέλαις, ες πάντησιν το Κυρίου ες έρα, κα οτω ΠΑΝΤΟΤΕ ΣΥΝ ΚΥΡΙΩ ΕΣΟΜΕΘΑ. (᾿Απ. Παλος)






Πές μου, θυμᾶσαι, ἀγάπη μου, ἐκείνη τὴν παιδούλα,
Ὁποὖχε στὰ ξανθὰ μαλλιὰ νεοθέριστη μυρτούλα;
Ὁποὖχε σὰν παρθενικὸ τραντάφυλλο τὸ στόμα,
Ποὖχε τὰ μάτια γαλανὰ σὰν τ᾿ οὐρανοῦ τὸ χρῶμα;
Ποὺ πρὸς τὸ βράδυ πάντοτε μονάχη ἐπερπατοῦσε,
Κι᾿ εἶχε κοντὰ της ἕν᾿ ἀρνὶ ποὺ τὴν ἀκολουθοῦσε;
Ποὺ καθισμένη ἐβρίσκαμε στὸ ἔρμο περιγιάλι,
Καὶ λυπηρὰ ἐτραγούδαε τῆς ἄνοιξης τὰ κάλλη;
Ἄχ! τὸ τραγούδι ἀκλούθαε, κοιτάζοντας τὸ κύμα
Μὲ τόση λύπη, ποὺ ἔλεγες ὁπὼς ἐκοίταε μνῆμα.
Τὴ μαύρη! τὴν ἀπάντησα τὸ χάραμα στὸ δρόμο,
Ἀλλὰ τὴν κόρη τέσσεροι τὴν εἴχανε στὸν ὦμο·
Χυμένα ἦταν σ᾿ ὅλο της τὸ λείψανο ποὺ εὐώδα
Γιούλια, μοσκοῦλες καὶ γαντσιές, τραντάφυλλα καὶ ρόδα.
Σβημένα ἦταν τὰ μάτια της ποὺ φέγγαν σὰν ἀστέρια,
Καὶ μὲ κορδέλες κόκκινες δεμένα εἶχε τὰ χέρια.
Ἄχ! κατεβάζοντάς τηνε οἱ τέσσεροι ἀπ᾿ τὸ βράχο,
Κανεὶς δὲν τὴν ἀκλούθαε πάρεξ τὸ ἀρνὶ μονάχο,
Καὶ μαραμένα ἤτανε τὰ ἀνθηρὰ στολίδια,
Ποὺ κάθε αὐγὴ τοῦ ἐμάζωνε καὶ τοῦ ἔπλεκεν ἡ ἴδια.
Τ᾿ ἀρνὶ μόνον ἀκλούθαε, μπὲ μπέ, μπὲ μπὲ φωνάζει,
Πάντα μπὲ μπέ, πάντα μπὲ μπέ, καὶ τὴν παιδούλα κράζει.
Μὲ τὸ κουδούνι στὸ λαιμὸ εἰς τοὺς γκρεμοὺς περπάτει·
Ν τ ὶ ν ντὶν κουδούνιζε κοντὰ εἰς τὸ στερνὸ κρεβάτι.
Ἐτούτη εἶναι, κόρη μου, ἡ ὄμορφη παιδούλα,
Ὁποὖχε στὰ ξανθὰ μαλλιὰ νεοθέριστη μυρτούλα.

Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010

«῎Εχυνα κάθε βράδυ δάκρυα γιὰ τοὺς νεκρούς» -Ἀπὸ τὶς Γραφὲς τoῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου





Μοῦ δόθηκε τὸ ἀκόλουθο βίωμα:

Ὅταν ἔχασε ἡ ψυχή μου τὴν ταπείνωση, ἔγινα εὐέξαπτος.
Θυμόμουν ὅμως τὴν ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν διψοῦσα.
Ἄρχισα λοιπὸν μὲ τὸ πένθος τῆς μετανοίας καὶ ἰκέτευα τὸν Θεὸ να μὲ συγχωρέση καὶ να μὲ καθαρίση ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ὑπεροψίας, χαρίζοντάς μου τὴν ἅγια εἰρήνη Του.
Κι ὅταν ἡ ψυχή μου μίσησε τίς ἁμαρτίες, τότε μὲ δίδαξε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ τὴν ἀγάπη.
Καὶ ξέροντας πόσο ἀγαπᾶ ὁ Κύριος τὸ λαὸ Του, ἰδίως τοὺς νεκρούς, ἔχυνα κάθε βραδὺ δάκρυα γι᾿ αὐτούς.
Πονοῦσε ἡ καρδία μου, ποῦ στεροῦνται οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τέτοιο σπλαχνικὸ Θεό.
Καὶ μιὰ φορὰ εἶπα στὸν πνευματικό:
Λυπᾶμαι ὅσους ὑποφέρουν στὸν ᾄδη καὶ κλαίω κάθε νύχτα γι᾿ αὐτοὺς καὶ τόσο καταπονεῖται ἡ ψυχή μου, ὥστε λυπᾶμαι ἄκομα καὶ γιὰ τοὺς δαίμονες.
Καὶ ὁ πνευματικός μοῦ ἀπάντησέ πὼς μιὰ τέτοια προσευχὴ προέρχεται ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ.

(ἀπὸ τὶς γραφὲς τοῦ ἁγίου Σιλουανοὺ τοῦ Ἀθωνίτου, ἀρχιμανδρ. Σωφρονίου Ὁ γέροντας Σιλουανός, Ι.Μ.Τ,Προδρόμου Ἔσσεξ 1978 σελ 506-507)

ΠΗΓΗ: http://agioritikesmnimes.pblogs