"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαδιαμαντης ᾿Αλέξανδρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαδιαμαντης ᾿Αλέξανδρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2010

᾿Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης:᾿Εκκλησιαστική μουσική καί λειτουργική γλῶσσα-᾿Απάντηση στούς μεταρρυθμιστές τῆς λατρείας μας





Σέ κείμενό του γιά τήν ἐθνική μας μουσική, ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης γράφει: «Διὰ τῆς πατροπαραδότου ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς, ὄχι μόνον τά ἱερά ἄσματα ἔγιναν προσφιλῆ καί οἰκεῖα εἰς τήν ἀκοήν, καί ἡ γλῶσσα, εἰς ἥν ταῦτα εἶναι γεγραμμένα καταληπτή, ὡς ἔγγιστα, καί εἰς τούς ἀγραμμάτους, ἄλλα καί αὐτά τῶν θείων Εὐαγγελίων τά ρήματα διά τῆς αὐτῆς μουσικῆς καί τοῦ λογαοιδικοῦ αὐτῆς τρόπου κατέστησαν οἰκειότερα εἰς τήν ἀκοήν καί βαθύτερον πάντοτε εἰσδύουσιν εἰς τῶν ἀκροατῶν τάς καρδίας. (...) Ἄς δοκιμάση τίς νά μεταφράση ἕν τροπάριον εἰς τήν δημώδη, καί τότε θά ἴδη, ὅτι ἡ γλῶσσα, ἥτις εἶναι ζωντανή εἰς τά ἡρωικά καί ἐρωτικά ἄσματα τοῦ λαοῦ, εἶναι ψυχρά μέχρι νεκροφανείας διά τά τροπάρια. Π.χ. "Ἀνοίξω τό στόμα μου καί πληρωθήσεται πνεύματος..." Θ' ἀνοίξω τό στόμα μου καί θά γεμίση πνέμμα (ἤ πλέμμα ἤ πλέγμα) καί λόγο θά βγάλω (διότι πῶς ἄλλως θ' ἀποδοθῆ ἡ μεταφορά ἤ μετωνυμία τοῦ ἐρεύξομαι;). "Ἄξιον ἐστιν ὡς ἀληθῶς μακαρίζειν σε τήν Θεοτόκον...' Ἀξίζει ἀλήθεια νά σέ καλοτυχίζουμε σένα τή Θεοτόκο, ποὺ εἶσαι πάντα καλότυχη, καί καθαρώτατη καί μάνα τοῦ Θεοῦ μας... Πλήν, θά εἴπη τις, ἀντί νά μεταφρασθῶσι τά ὑπάρχοντα, ἄς ποιηθῶσι νέα ἐκκλησιαστικά ἄσματα ὑπό τῶν δοκίμων ποιητῶν μας.

Ναί, βέβαια, λέγομεν ἡμεῖς, καί εἶναι τόσον εὔκολον τό πρᾶγμα!... νά ἐμφυσηθῆ ζωή χωρίς νά ὑπάρχη, νά δοθῆ ἔμπνευσις ἐκεῖ ὅπου λείπει ἡ ψυχή! (...) Ἄλλως, διά νά γίνουν νέα θρησκευτικά ἄσματα, πρέπει νά γίνη πρῶτα καί νέα θρησκεία... Ἄς δοκιμάσουν λοιπόν ἐκεῖνοι πού τά ὀνειροπολοῦν αὐτά νά κάμουν θρησκείαν χειροποίητον, θρησκείαν γιά τά κέφια τους, καί τότε θά καταλάβουν καί οἱ ἴδιοι πόσον εἶναι μωροί καί τυφλοί».

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης - Ἡ ἐπίσκεψις τοῦ Ἁγίου Δεσπότη




«Μὴ οἱ ποιμένες βόσκουσιν ἑαυτούς;
οὐχὶ τὰ πρόβατα βόσκουσιν οἱ ποιμένες;»
(Ἰεζεκιήλ)

Ἀφοῦ τὸ βαποράκι ἐστάθη ὡς μισὴν ὥραν εἰς τὸν μικρὸν ὅρμον, κατέναντι τῆς ἀγορᾶς, ἥτις ἐφαίνετο σχεδὸν γεμάτη ἀπὸ κόσμον, ἔστρεψε τὴν πρῷραν πρὸς ἀνατολᾶς καὶ ἀπέπλευσε. Συγχρόνως οἱ καμπάνες τῶν δυὸ ἐκκλησιῶν, αἵτινες διέπρεπον μὲ τοὺς ὑψηλοὺς πύργους καὶ τοὺς θόλους των, ἡ μία εἰς τὸ ὕψος τῆς παραθαλασσίας ὁδοῦ καὶ τῆς πλατείας, ἡ ἄλλη εἰς τὸ κέντρον τῆς ἐπάνω συνοικίας, ἐκινήθησαν γοργῶς, ἐκχέουσαι μεγάλην καὶ παρατεταμένην κωδωνοκρουσίαν.

Διατὶ αὐτά; Οἱ παπάδες ἤξευραν, ὅτι ὁ Δεσπότης ὁ νεοχειροτόνητος τῆς ἐπαρχίας ἦτο μέσα στὸ βαπόρι, ἀλλ᾿ ὁ πρῶτος μεταξὺ αὐτῶν, ὁ ἐπισκοπικὸς ἐπίτροπος, εἶχε πληροφορηθῆ ὅτι ἡ Σεβασμιότης του δὲν ἐπροτίθετο πρὸς τὸ παρὸν νὰ ἐξέλθῃ εἰς τὴν πολίχνην, ἀλλὰ θὰ μετέβαινε πρῶτον, χάριν τῆς ἰδίας εὐκολίας του, εἰς τὴν ἄλλην νῆσον, τὴν ἀνατολικήν, τὴν ἀπωτέραν εἰς τὸν δρόμον του, καὶ εἶτα θὰ ἐπέστρεφε νὰ ἐπισκεφθῆ καὶ τὸ ἐδῶ ποίμνιόν του. Οὐχ ἧττον ἐπῆραν μίαν βάρκαν καὶ ἀνῆλθον ὅλοι ὁμοῦ, οἱ ἑπτὰ παπάδες, εἰς τὸ βαπόρι, διὰ νὰ χαιρετίσουν ἁπλῶς τὸν ἐπίσκοπον εἰς τὴν διέλευσίν του.

Μόλις ἡ μαύρη τῶν ρασοφόρων πλειὰς ἀνῆλθεν εἰς τὸ πρυμναῖον «κάσαρο» τοῦ ἀτμοπλοίου, ὅπου ἵστατο ἀγναντεύων τὴν μικρὰν πόλιν ὁ περιοδεύων ἱεράρχης, καὶ ὁ διάκος, ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν πρῶτον βαίνοντα ἐκ τῶν ἱερέων, τὸν ὁποῖον ἐκατάλαβεν ὡς ἐπίτροπον τοῦ Δεσπότη, ἂν καὶ πρώτην φορὰν τὸν ἔβλεπε, τοῦ λέγει μὲ τόνον δεσποτικόν.

- Γιατί δὲν ἐσημάνατε τὶς καμπάνες;

Ὁ παπα-Γιαννάκης, 83 ἐτῶν ἄνθρωπος, ἂν καὶ κωφὸς ἦτο, ἐκατάλαβεν τί ἔλεγεν ὁ διάκος. Ἐπειδὴ ὁ Δεσπότης δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐξέλθῃ, δὲν εἶχαν προβλέψει, ἢ τὸ ἐνόμισον περιττόν, νὰ κρούσουν τὶς καμπάνες. Τώρα, ὅμως, εἰς τὸ κέλευσμα τοῦ διάκου, ἐστράφη πρὸς τὴν λέμβον, ἐφώναξεν ἕνα νέον κρατοῦντα τὰς κώπας, καὶ τοῦ λέγει.

- Σταμάτη! Τρέχα γρήγορα, ἔξω! Τὶς καμπάνες! Βαρᾶτε τὶς καμπάνες!

Ὁ Σταμάτης, ἔφηβος ὡς 16 ἐτῶν, κυρίως βαρκάρης δὲν ἦτο, ἀλλ᾿ ὀρφανὸς μάγκας, τρέχων παιδιόθεν κατόπιν εἰς τὰ ράσα τῶν παπάδων. Ὅπως ὑπάρχουν ἐκκλησιαστικὰ δαιμόνια, οὕτω ὑπάρχουν καὶ ἀγυιόπαιδα ἐκκλησιαστικά. Πάραυτα ἐσιόφισεν, ἐκωπηλάτησε, καὶ μετὰ ἓν λεπτὸν ἔφθασεν εἰς τὴν προκυμαίαν. Θὰ ἠμποροῦσε νὰ φωνάξη ἀπὸ τὴν βάρκαν πρὸς τοὺς ἔξω, διὰ νὰ τρέξουν νὰ σημάνουν τὶς καμπάνες, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔκαμε. Ἐπήδησε ἔξω, κι᾿ ἔτρεξε διὰ ν᾿ ἀπολαύση αὐτὸς πρῶτος τὴν ὑπερτάτην ἡδονὴν τῆς κωδωνοκρουσίας.

Καθὼς ἔτρεχεν, ἔκραξε τὸν ἄλλον ἀδελφόν του, τὸν Φώτην, καὶ τὸν ἔστειλεν εἰς τὴν ἐπάνω ἐνορίαν πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν. Εἶτα ἀνῆλθεν ὑψηλὰ εἰς τὸ καμπαναριό, ἐκόλλησεν ὡς τελώνιον εἰς τὴν μεγάλην καμπάναν, ἤρπασε τὸ γλωσσίδι της, μὲ τὴν ἄλλην χεῖρα τὴν λαβὴν τοῦ ἐπικράνου τῆς ἄλλης, κι᾿ ἔρριψε τὸ σχοινίον τῆς τρίτης εἰς ἓν ἄλλο παιδίον παρὰ τὴν βάσιν τοῦ κωδωνοστασίου, τὸ ὁποῖον εἶχε κλειδώσει πεισμόνως ἔξω ἀπὸ τὸ πορτέλλο τοῦ καμπαναριοῦ.

Μετὰ μίαν στιγμὴν μανιώδης κωδωνοκρουσία ἤρχισε, καὶ ἄλλοι ἐναέριοι ἦχοι ἀπήντησαν ἀπὸ τὴν ἄλλην ἐκκλησίαν. Καὶ ὑπὸ τοὺς ἤχους αὐτοὺς τὸ ἀτμόποοιον ἀπέπλεε, καὶ οἱ παπάδες ἐπέστρεψαν εἰς τὴν ξηράν.

Μετὰ δυὸ ἑβδομάδας, ὅταν ἐπέστρεψεν ἀπὸ τὴν γείτονα νῆσον ὁ Σεβασμιώτατος, ἐν μεγάλῃ κλαγγῇ κωδώνων, ὡς πρώτην φορὰν ἐρχόμενος, ἐπῆγε κατ᾿ εὐθεῖαν εἰς τὸν ναόν. Ἐκεῖ, εἰς τὸ τέλος τῆς δοξολογίας - καὶ αὐτὸ ὑπῆρξε μετὰ τὴν περὶ κωδωνοκρουσίας διαταγήν, τὴν διὰ τοῦ διάκου δοθεῖσαν, ἡ πρώτη χαρακτηριστικὴ πρᾶξις τῆς ποιμαντικῆς του - ἐπετίμησεν ἕνα τῶν ἱερέων, διότι ὡς ἐπαρχιώτης καὶ ἀσυνήθιστος ἀπὸ ἀρχιερατικὰς ἱεροπραξίας, εἶπε τὸ σύνηθες «Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν», καὶ δὲν εἶπε: «Δι᾿ εὐχῶν τοῦ ἁγίου Δεσπότου ἡμῶν». Ὁ δυστυχὴς ἱερεὺς πῶς νὰ τὸ ξεύρη, ἀφοῦ πουθενὰ δὲν τὸ εἶχεν εὕρει γραμμένον.

Τὴν Κυριακὴν ὅταν ἐλειτούργησεν ὁ ἐπίσκοπος, εἰς τὸ τέλος τῆς λειτουργίας ἔδωκε νέον δεῖγμα τῆς ποιμαντικῆς του. Εἰς τὸ «Πάντοτε, νῦν καὶ ἀεί», τὸν γεροντότερον, τὸν πλέον πεπειραμένον, ἀλλὰ καὶ ἐγγράμματον ἱερέα, τὸν ἔπιασεν ἀποτόμως ἀπὸ τὸν βραχίονα, βαστάζοντα τὸ Ἅγιον Ποτήριον, καὶ τὸν ἐβίασε νὰ σταθῇ ἐπὶ ἓν λεπτὸν εἰς τὰ βημόθυρα, διὰ νὰ εἴπῃ τὸ «Πάντοτε» - ὡς νὰ ἐπρόκειτο, κατόπιν τοῦ «Μετὰ φόβου Θεοῦ», νὰ γίνῃ καὶ Δευτέρα Μετάληψις. Καὶ ὅμως τὸ Εὐχολόγιον γράφει μόνον, ὅτι «βλέπει ὁ ἱερεὺς πρὸς τὸν λαόν», καὶ ὄχι ἵσταται εἰς τὴν Ἁγίαν Πύλην. Ὅ,τι δὲ περιττὸν γίνεται, μαρτυρεῖ μόνον τάσιν πρὸς τὸ πομπῶδες καὶ θεατρικὸν - ὅπως συνηθίζουν μάλιστα οἱ Ρῶσοι.

Μέγα εὐτύχημα ὑπῆρξε γιὰ τὸν ἄλλον γέροντα, τὸν ἐπίτροπόν του, εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ὁποίου κατέλυσεν ὁ ἱεράρχης, τὸ ὅτι ἦτο πολὺ κωφός. Ὁ Δεσπότης ἠδύνατο νὰ τὸν ἐπιτιμᾶ καὶ νὰ τὸν ὀνειδίζῃ μάλιστα, χωρὶς αὐτὸς ν᾿ ἀντιλαμβάνεται, μηδὲ νὰ πικραίνεται τίποτε. Ὅταν δὲν ἦτο παρὼν ὁ διάκος, διὰ νὰ τοῦ ἐξηγήση, αὐτὸς δὲν ἠδύνατο νὰ ἐννοῇ τίποτε ἀπὸ τοὺς θυμοὺς καὶ τὰς ἐξάψεις τοῦ Σεβασμιωτάτου.

Τέλος κατώρθωσε νὰ δώση λογαριασμὸν ὁ γέρων ἐπίτροπος εἰς μετρητά, δι᾿ ὅλας τὰς ἀδείας γάμου καὶ τὰ λοιπὰ «δικαιώματα» τῆς Ἐπισκοπῆς. Ἀλλὰ διὰ τὰ γαλόπουλα, τοὺς ἀστακοὺς καὶ τ᾿ αὐγοτάραχα, κανεὶς δὲν τοῦ ἐζήτησε λογαριασμὸν πόσα εἶχε ξοδεύσει. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ Δεσπότης ἦτο ἐγκρατέστατος. Ἔπασχε ἀπὸ στομαχικὰ καὶ καρδιακὰ συμπτώματα - ἴσως ἀπὸ ψαμμίασιν ἢ καὶ διαβήτην. Ἀλλ᾿ ὁ διάκος εἶχε τὰ νειάτα του, τὴν ξανθὴν γενειάδα καὶ τὴν κόμην του. Θὰ ἦτο ὑπερβολὴ βεβαίως ἂν ἐλέγαμεν, ὅτι ὠμοίαζε μὲ τὸν ἀρχιποιητὴν ἐκεῖνον τῆς Παπικῆς αὐλῆς, τοῦ Λέοντος τοῦ Ι´, ὅστις εἶχε παραπονεθῆ ποτε, ὅτι ἔκαμνε στίχους διὰ χίλιους ποιητάς, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ὁ περιώνυμος Ποντίφηξ ἔδωκε τὴν ἀπάντησιν: Et pro mille allis archipoeta bibit.

Ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ, εἶναι βέβαιον, ὅτι ἠγάπα πολὺ τὸ ἐντόπιον μοσχᾶτον εἰς δαμιτζάνες προσφερόμενον.

Τέλος ὁ Σεβασμιώτατος, ἀφοῦ ἔδωκε τὸ τελευταῖον καὶ κυριώτερον μάθημα ποιμαντικῆς εἰς τοὺς ἱερεῖς του - τοὺς ἐνουθέτησε νὰ εἶναι καθάριοι, νὰ μὴ καπνίζουν ναργιλὲ δημοσίᾳ καὶ νὰ μὴν κρατοῦν ποτὲ ράβδον - ἐν ἤχῳ κωδώνων καὶ πάλιν, προεπέμφθη, ἐπεβιβάσθη στὸ βαποράκι, κι᾿ ἐπῆγε νὰ ποιμάνῃ καὶ ἄλλα πρόβατα.

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2010

Ο γέροντας Φιλόθεος της Πάρου για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη



"Από τον Παπαδιαμάντη έμαθα να ψάλλω ταπεινά καί με συναίσθηση"

«Είχα γνωριμία καί φιλία με τον αείμνηστο Παπαδιαμάντη. Τον γνώρισα στο εκκλησάκι του Προφήτου Ελισαίου, ένα Σάββατο απόγευμα. Δεν έλειψα ποτέ από κοντά του, έψαλλα δίπλα του ως βοηθός του. Από αυτόν έμαθα να ψάλλω συνετά καί με ευλάβεια, με κατάνυξη, φόβο Θεού καί τρόμο. Πριν τον γνωρίσω έψελνα με υπερηφάνεια, δυνατά, για να ευχαριστούνται οι εκκλησιαζόμενοι καί για να με επαινούν στη συνέχεια. Από τον Παπαδιαμάντη έμαθα να ψάλλω ταπεινά καί με συναίσθηση.

Όταν έψελνε ήταν σαν να βρισκόταν μπροστά στο φοβερό βήμα της δευτέρας παρουσίας του Χριστού. Ο Παπαδιαμάντης αγαπούσε το Θεό, αγρυπνούσε πρόθυμα, έψελνε, υμνούσε, ευλογούσε το Θεό χαρμόσυνα. Ήταν ακτήμων όπως οι Άγιοι Απόστολοι. Μισούσε τον πλούτο, ως επιβλαβή καί μάταιο. Θα μπορούσε να γίνει βαθύπλουτος, αλλά προτίμησε να μένει πάμπτωχος. Ό,τι του έδιναν για τον κόπο του το μοίραζε στους φτωχούς αδελφούς. Πολλές φορές έμενε χωρίς χρήματα. Δεύτερη ενδυμασία δεν είχε. Όταν οι φίλοι, του πρόσφεραν καινούργια ρούχα, δεν τα δεχόταν. Εγύρισα όλα τα μοναστήρια της Ελλάδας, του Αγίου Όρους, της Παλαιστίνης, του Σινά. Ακτήμονες σαν τον Παπαδιαμάντη, βρήκα πολύ λίγους».

Πηγή: http://agiabarbarapatras.blogspot.com/2009/06/blog-post_6781.html

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2010

Ὁ Παπαδιαμάντης ὡς ταπεινὸ μέλος τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ φιλοκαλικὸ του ἦθος




[Σχόλιο ᾿Οδυσσέως: Τακτική τοῦ ἰστολογίου μας εἶναι ἡ ἀνάρτηση κειμένων στό πολυτονικό σύστημα γραφῆς. Κείμενα στό μονοτονικό χρησιμοποιοῦνται κατ᾿ ἀνάγκην. Τό κείμενο πού ἀκολουθεῖ μᾶς δίνει μιά ἀνάσα δροσιᾶς ἀπό τόν "λειτουργικό" Παπαδιαμάντη. Εὐχαριστοῦμε τό ἱστολόγιο: "Φωνή βοῶντος ἁμαρτωλοῦ ἱερέως"ἀπ᾿ ὅπου καί ἀντλήσαμε τό ἄρθρο καθώς καί τόν κόπο τοῦ συντάκτου νά τό μεταφέρει στό πολυτονικό. Τουλάχιστον, κάποιοι νά ἀντιστέκονται ΠΟΛΥΤΟΝΙΚΑ!]

" Παπαδιαμάντης ταν να ταπειν μέλος τς κκλησίας, ασθανόταν κα λειτουργοσε ς μέλος της. Εχε συναίσθηση τι Χριστς εναι Κεφαλ τς κκλησίας, ατο τν Γέννηση κα τν νάσταση μνε κα δοξάζει κα πακούει ταπειν στς ποφάσεις τς....
κκλησίας.
Κατ
᾿ ρχς πρέπει ν πομε τι λη ζω το Παπαδιαμάντη ταν φιλοκαλική, πο σημαίνει τι δν στηριζόταν σ καταφατικς κφράσεις κα διαβεβαιώσεις, λλ κυρίως ζοσε ποφατικά. βλεπε τν δόξα τς κκλησίας χι στν πίγεια κοινωνικ κατάφασή της, λλ στν χάρη το γίου Πνεύματος. Τν ασθανόταν μέσα στς γρυπνίες, μέσα στν θεία Εχαριστία, πο εναι τ κέντρο τς κκλησίας, στς κολουθίες, στ τροπάριά της. Συνελάμβανε τ πνεμα τς θείας λατρείας, πο εναι ταπείνωση, συχία, κένωση κα προσφορά.

Σ
᾿ να κείμενό του γράφει: « κκλησία θριάμβευσεν ν τ κόσμ νευ τς λαχίστης συνδρομς τς πολιτείας, τουναντίον μάλιστα κα διωκομένη κα κατατρυχομένη πολλάκις π ταύτης».

Στ
ν ποχή του Μακρακισμς λλοίωνε τν ταυτότητα κα τν φυσιογνωμία τς κκλησίας. Παπαδιαμάντης γράφει ρθρο γι ν καυτηριάσ τν στάση το Μακράκη, ποος μήνυσε δυ ερες, ο ποοι πενθύμισαν στν κόσμο τι εναι μν λεύθεροι ν κούσουν τν Μακράκη, λλ ν ξεύρουν τι «χει ποκηρυχθ π τς ερς Συνόδου, ς κακόδοξος κα πειθής». Κα στν συνέχεια γράφει:

«
κ. Μακράκης εναι κπτωτος δι᾿ λην τν ρθόδοξον κκλησίαν. Τ ξεύρει κα προσποιεται τι τ γνοε... καινοδοξία δν εναι ν χώρ κα χρόνω, δν ρμται ποκλειστικς ξ μερικς ξ γγλίας, καινοδοξία εναι ν τ γνώμ κα ν τ φρενί... κα κ. Μακράκης, στις περιέρχεται τς πόλεις κα τ χωρία ρμηνεύων κατ τν δίαν ατο φαντασίαν τς ερς Γραφάς, νευ κύρους, νευ δείας κα γκρίσεως κκλησιαστικς.... Τί το ψιθυρίζουν ες τ ος, το κ. Μακράκη, τ ρχοντικ δαιμόνια, τ πονηρότατα κα πεισμονέστατα τν δαιμονίων! Ποος Μητροπολίτης, ποία Σύνοδος δύναται ποτ ν᾿ ναγνωρίσ τν κ. Μακράκην ς ρθόδοξον, ἐὰν οτος δν προσέλθ πλς κα καθαρς, ν ταπεινώσει, νευ σοφισμάτων κα νευ στεροβουλίας, ἐὰν δν προσπέσ ες τν κκλησίαν ν επ τ μαρτον, ν᾿ ποπτύσ τ τρισύνθετον κα πσαν λλην κακοδοξίαν, κα ν επ τι μετανοε ελικρινς; ς σος πρς σην τολμ ν διαπραγματεύηται πρς τν κκλησίαν, τι θρασύτερον, ς θεραπαινίδα θέλει ν τν μεταχειρισθ γχίστροφος διαλεκτικός, πολύπλαγκτος γορητής, ξιν, να κκλησία ατ κα χι Μακράκης μολογήσ τι σφαλε ν τν ποκηρύξη! Οον ξαίσιον πτμα! Οος κρημνός!».

Κα
ταν ο Μακρακιστα ντέδρασαν, Παπαδιαμάντης εναι φοπλιστικς στ πιχειρήματά του, πο δν εναι στοχαστικά, λλ κκλησιολογικά: «Τί μ προκαλετε ες συζήτησιν περ το ν εσθε αρετικο χι; κκλησία σς πεκήρυξεν. π δεδικασμένου συζήτησις δν δύναται ν γίν».


Τ
κυριότερο γνώρισμα το Παπαδιαμάντη, π που ντλεται ποψή του γι τν Θεό, λλ κα ασθηση μ τν ποία πλησίαζε τος νθρώπους, πο σαφς λέγεται συχαστική, φιλοκαλική, εναι τι λη του προσωπικότητα εναι λιβανισμένη, κα ατ τ ρωμα το γιορείτικου λιβανιο βγαίνει κα προχέεται π τν καρδιά του στ σμα, στ δάκτυλα, στ μολύβι κα στ γραπτά του. Τ κείμενά του εναι «λιβανάτα» π τ μοσχοθυμίαμα τς λατρείας, τς προσευχς. χει τ θος τς λατρείας, τς μνδίας. Ατ λατρεία τν κανε ν παραμείνη ρθόδοξος στ φρόνημα, στ θος σ λη του τ ζωή.

Σ
πολλ κείμενά του φαίνεται καθαρ τι συνεχς ψαλε τ «Τραγούδια το Θεο». Εναι πολ χαριτωμένο τ κείμενό του «Τραγούδια το Θεο», πο στν πραγματικότητα περιγράφει μι κοινωνία πο συναντιόταν στν Να το γίου λισσαίου κα πειτα στ σπίτια, μέσα στ ποα μεταφερόταν τ θος τς λατρευτικς κα εχαριστιακς κοινότητας. Παπαδιαμάντης ψελνε στ σπίτια πο μπαινε στε Μαρία τς Ρηνούλας ν π:

«– Α
τ δν εναι τροπάρια πο ψέλνετε κύριε.

λλ τί εναι κορίτσι μου; ρώτησα.

– Α
τ εναι σν γλυκ γλυκ τραγουδάκια».

Κα
ατ τ τραγουδάκια το Θεο ταν τ τροπάριο το Κανόνος το Πάσχα «ναστάσεως μέρα λαμπρυνθμεν λαοί, Πάσχα Κυρίου Πάσχα».

λλ κα γγελικούλα το φίλου του Μπούκη το επε: «σ μπαρμπ᾿ λέξανδρε, ψέλνεις τ τραγούδια το Θεο».

γγελικούλα, γράφει Παπαδιαμάντης, «μ κουε ν ψάλλω συνεχς «Τραγούδια το Θεο», ες τν πενιχρν νυκτερινν ναΐσκον, που σύχναζε τακτικ μ τν μητέρα της. κοιμτο μς στ στασίδι, ες τν γυναικωνίτην, τν ρα τν ποστίχων, ξύπνα μετ δυ ρας ες τν Πολυέλεον, κ᾿ κτοτε δν θελε ν κοιμηθ πλέον. το μία μετ τ μεσάνυχτα».

μικρ γγελικούλα νδεκα τν ταν ρρωστη βαρειά. Τν πισκέφθηκε Παπαδιαμάντης κα κείνη το επε:

«
μπάρμπ᾿ λέξανδρε, ψέλλισεν σθενς. Πότε θ μο πς πάλι τ θεα ... τραγούδια;

ποτε θέλεις, Κούλα μου. μα γίν γρυπνία ες τν γιον λισσαον ν λθς, ν σο τ π.

–Ν
μο τ πς. Μ θ τ᾿ κούσω;

μα προσέχς, θ τ᾿ κούσης...

χ!

στεναξεν, κλεισε τ μματα, κα δν μο μίλησε πλέον. φαίνετο τι εχε πολ κουρασθ (φερεν σθενς τν σχνν χερα πρς τ ος ν ψέλλιζε. Φαίνεται τι εχε πάθει βαρυηκοΐαν νεκα τς νόσου). Τς φεραν χρσμα, λαιον π τν κανδήλαν. Ατ νέλαβε πρς στιγμν τς ασθήσεις της, κ᾿ ψιθύρισε:

–Μοσχοβολ
ψυχή μου. Λάδι, γαλήνη, ρεμία. Θ πλέψω καλά».

Μετ
τν θάνατό της Παπαδιαμάντης ψαλε τ τραγούδια το Θεο στν γν γγελικούλα. Γράφει στ κείμενό του:

«Μετ
τρες μέρας τν προεπέμπομεν ες τν τάφον. Ο παγγελματικο ερες κ᾿ ο ψάλται ψαλλον τ κατ συνθήκην, π τν "μωμον δόν" ως τν "Τελευταον σπασμόν". Μόνος πάπα-Νικόλας π᾿ τν Αϊ-Γιάννη το γρο, Ναξιώτης, φαίνετο τι κανε χωριστν κολουθίαν, μορμύριζε μέσα του, κα τ μματά του φαίνοντο δακρυσμένα.

–Τί μουρμουρίζεις, παπά; το
επα, π τ πισθεν το στασιδίου, που εχεν κουμβήσει.

–Λέγω τ
ν κολουθίαν τν Νηπίων μέσα μου, επεν πάπα-Νικόλας. Ες ατ τ κακον ρμόζει κηδεία τν νηπίων.

Τωόντι κ
᾿ γώ, μ λον τν πόνον κα τ δάκρυά μου, εχα ναλογισθ κείνην τν στιγμν τν κολουθίαν τν Νηπίων. Κα κουσίως λεγα μέσα μου τ τραγούδια το Θεο: "Τν το κόσμου δέων ναρπασθν γευστον" κα "ς καθαρόν, Δέσποτα, στρουθίον πρς καλις πουρανίους σωσας" κα "το βραάμ, ν κόλποις, ν τόπος νέσεως, νθα τ δωρ στ τ ζν, τάξαι σ Χριστς δι᾿ μς νηπιάσας" κα "ος ριθμος τ πλάσμα σου, νήπιον φοιτσαν τανν πρς σέ"».

Παπαδιαμάντης ζοσε τν κκλησία ς θεραπευτικ κοινότητα, κα χι ς χρο κφράσεως τν συναισθημάτων του, τν ζοσε μ τς γρυπνίες, τς προσευχές, μ τν κόσμο γύρω του, πο κοιμόταν μέσα στν να σν ν βρισκόταν στν γκαλι τς μάννας τους, μ τν ψαλμδία κα στ σπίτια. λη ατ πνευματικ κκλησιαστικ οκογένεια λειτουργε θεραπευτικά, εχαριστιακά.

Παπαδιαμάντης θελε τν πλότητα, τν ρεμία, τν συχία, τν ταπείνωση. τσι νιωθε κα τν λατρεία. Γι᾿ ατ γράφει στ κείμενό του μ πιγραφ «φων αρας λεπτς»:

«
λα τατα εναι ς μηδν νώπιον τς θείας μεγαλειότητος, δ Θες ηδόκησε ν φανερωθ κ᾿ φανερώθη ς προς ταπεινς ησος. Τοτο προεσήμαινεν θεοφάνεια γενομένη ες τν Θεσβίτην λίαν π το ρους Χωρήβ. Θες φανερώθη ες τν Προφήτην χι ν τ πνεύματι τ βιαί, χι ν τ συσσεισμ, χι ν πυρί, λλ᾿ ν φων αρας λεπτς. Κα φων τς αρας τς λεπτς εναι φων το πράου ησο, εναι φων το Εαγγελίου.

Δι
τοτο, λέγει μελδός, «ησο τ πρά ψάλλομεν». Κα δι τοτο, θαρρούντως πιφέρομεν μες, φείλομεν ν ψάλλωμεν ν κκλησί μ πραείας φωνάς, μ φωνν αρας λεπτς, κα χι μ πολυφωνίας κα παραφωνίας, ατινες μοιάζουν μ τ πνεμα το νέμου τ βίαιον κα μ τν συσσεισμόν, μέσ τν ποίων δν φανερώθη Θεός.

κ ν τ συσσεισμ, Κύριος ... οκ ν τ πυρ Κύριος· κα μετ τ πρ, φων αρας λεπτς· κα κε Κύριος"».

Τ
θος ατ το Παπαδιαμάντη ταν θος φιλοκαλικό, γιορείτικο. Τν χει πληγώσει βαθει τ γιον ρος σ λη του τν ζωή. Ζοσε μέσα στν θήνα κα γενικ στν κόσμο, λλ σπαζόταν τν θωνα, γι τν ζω πο περικλείει. Γράφει σ να κείμενό του:

«
π τν νεωτέρων θηνν, πόλεως ναγεννηθείσης δι το κηρύγματος το ορανοβάμονος Παύλου, πέμπομεν μυστηριώδη σπασμν ες τς πωρείας κα τς φάραγγας το μεγαλοπρεπος θω, μ τς δροσερς κρήνας, μ τς χιλιετες κυπαρίσσους, μ τ αώνια δάση τν καστανεν, μ τος μινυρισμος τν πειραρίθμων ηδόνων, που λλην ψάλτης, Κουκουζέλης, δων κίνει τς αγας κα τος ρνας, ς μυθολογούμενος ρφεύς, που σκέπη τς Παναγίας πισκιάζει ς λλοτε ν τ βασιλευούσ τν πόλεων, που ζ κα θάλλει ερ παράδοσις το μεσαιωνικο λληνισμο, κα που χει τν κοιτίδα μία ψηλ ποίησις, ποίησις χριστιανική, τις δν παυσε ποτ ν μπνέ κα ν παρηγορ τους θιασώτας ατς, ν τ νθρωπίν βί»"

ΠΗΓΗ:ΦΩΝΗ ΒΟΩΝΤΟΣ ΑΜΑΡΤΩΛΟΥ ΙΕΡΕΩΣ