"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γεώργιος Φλωρόφσκι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γεώργιος Φλωρόφσκι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 5 Ιουνίου 2010

Οἱ κακοδοξίες τοῦ Καλβίνου γιά τόν Μοναχισμό τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκι



Οἱ κακοδοξίες τοῦ Καλβίνου γιά τόν Μοναχισμό
του Γεωργίου Φλωρόφσκι
Επίτιμου καθηγητού της Ιστορίας της Ανατολικής Εκκλησίας του Πανεπιστημίου του Harvard

Πηγή: Απόσπασμα από το βιβλίο: "Οι Βυζαντινοί Ασκητικοί και Πνευματικοί Πατέρες". (Μετάφραση Παναγιώτη Κ. Πάλλη. Εκδόσεις Πουρναρά. Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 145-158).
(Τίτλος πρωτοτύπου: The Byzantine Ascetic and Spiritual Fathers. © BUCHERVERTRIEBSANSTALT. © 1992 Για την ελληνική γλώσσα Πουρναράς Παναγιώτης Καστριτσίου 12 Θεσσαλονίκη ISBN: 960-242-031-6).
Σε μια προσπάθεια να κατανοηθεί η Προτεσταντική εμμονή κατά του Μοναχισμού, ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκι παρακολουθεί τη σκέψη του αιρεσιάρχη Καλβίνου, καθώς αντιγράφει τις κακοδοξίες του Λούθηρου. Ο αντιμοναχισμός μεταδόθηκε τόσο από αυτόν, όσο και από τον Λούθηρο ως βασικό συστατικό του Προτεσταντισμού σε όλες τις αιρέσεις του, γενικεύοντας τον πτωτικό Παπικό μοναχισμό άκριτα, και προς την Ανατολή.
Σ' ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κείμενα της Μεταρρυθμίσεως, το βιβλίο του Καλβίνου Η Ανάγκη να Μεταρρυθμισθεί η Εκκλησία, ο Καλβίνος μιλά για το χρέος του στο Λούθηρο. Ο Καλβίνος έγραψε αυτό το έργο το 1543. Ήταν, όπως δηλώνει ο υπότιτλός του, «Μια Ταπεινή Προτροπή στον πιο Αήττητο Αυτοκράτορα Κάρολο τον Ε', και στους Ενδοξότατους Πρίγκιπες και άλλους Αξιωματούχους που έχουν τώρα μια Δίαιτα της Αυτοκρατορίας στο Σπάϋερ». Η Δίαιτα επρόκειτο να γίνει το 1544. Ο Καλβίνος συμπλήρωσε το έργο στο τέλος του 1543 για να διαβαζόταν στη Δίαιτα του Σπάϋερ. Στην εισαγωγή κι' όλας ο Καλβίνος γράφει: «Διακηρύσσουμε αρχίζοντας ότι, όταν ο Θεός κάλεσε το Λούθηρο και τους άλλους, οι οποίοι ύψωσαν ένα πυρσό να μας φωτίσουν στο δρόμο της σωτηρίας, και πάνω στη διακονία των οποίων θεμελιώθηκαν και χτίστηκαν οι Εκκλησίες μας…»
Στο τέταρτο βιβλίο της Institutio Religionis Christianae (Διδασκαλία της Χριστιανικής Θρησκείας), κεφ. 12 και 13, ο Καλβίνος συζητεί συστηματικά το θέμα του ασκητισμού και του μοναχισμού. Ο Καλβίνος, αν και είναι αντίθετος προς το μοναχισμό, δεν απορρίπτει, όπως έκανε ο Λούθηρος ασκητικές μορφές πνευματικότητας όπως τη νηστεία που ήταν πάντα ένα στοιχείο του Χριστιανισμού. Ο Καλβίνος κατείχε καλύτερα την ιστορία από όσο ο Λούθηρος. Ο Καλβίνος, αν και πίστευε σταθερά στον προορισμό, στην προπατορική αμαρτία όπως την ερμήνευσε ο Αγ. Αυγουστίνος, και στην ακαταμάχητη χάρη, ποτέ δεν δίδαξε εντελώς φανερά εκείνη την «βεβαιότητα της σωτηρίας» (certitudo salutis), την οποία ο Λούθηρος, τόσο πολύ αγαπούσε. Αυτοί οι δυο παράγοντες συνέβαλαν σε κάποιο βαθμό για να δείξει αυτός λιγότερο ριζοσπαστική στάση σε μερικές ασκητικές μορφές της Χριστιανικής πνευματικότητας.
Ο Καλβίνος είναι πολύ πιο συνετός στην αντιμετώπιση ασκητικών στοιχείων μέσα στην Καινή Διαθήκη από όσο ήταν ο Λούθηρος. Ο Καλβίνος δεν απορρίπτει, π. χ. , τη νηστεία. Αλλά ορίζει αυτό που θεωρεί ότι είναι η «σωστή φύση της νηστείας». Για τον Καλβίνο υπάρχουν «τρεις αντικειμενικοί σκοποί» στην «ιερή και νόμιμη νηστεία». Η νηστεία πρέπει να «εξασθενίζει και υποτάσσει τη σάρκα ώστε αυτή να μην δρα ακόλαστα, ή για να προετοιμάζει καλύτερα για τις προσευχές και τους ευσεβείς διαλογισμούς, ή για να γίνει μια μαρτυρία της εκούσιας ταπείνωσής μας ενώπιον του Θεού όταν θέλουμε να εξομολογηθούμε την ένοχη μας ενώπιόν του». Μια τέτοια δήλωση δεν θα μπορούσε να έχει γραφεί από το Λούθηρο. Σε περιόδους συμφοράς «είναι καθήκον των ποιμένων να παροτρύνουν την Εκκλησία σε νηστεία, ώστε με την ικεσία η οργή του Κυρίου να αποτραπεί». Και ο Καλβίνος προλαβαίνει μια αντίρρηση. «Αλλά, αντιτείνετε, αυτή είναι μια εξωτερική τελετή η οποία, μαζί με άλλες, τερματίστηκαν με το Χριστό. Όχι, αυτή είναι μια εξαιρετική βοήθεια για τους πιστούς σήμερα (όπως ήταν πάντοτε) και μια ωφέλιμη νουθεσία για να τους ξυπνήσει ώστε να μην προκαλούν τον Θεό όλο και περισσότερο με την υπερβολική εμπιστοσύνη και απροσεξία τους, όταν τιμωρούνται με τα μαστιγώματά του. Επομένως, ο Χριστός, όταν λέγει στους μαθητές του να μην νηστεύσουν, δεν λέγει ότι καταργείται η νηστεία, αλλά την ορίζει για περιόδους συμφοράς και τη συνδέει με το πένθος».
Ο Καλβίνος ύστερα προειδοποιεί για τους κινδύνους της νηστείας. Αλλά πρέπει πάντα να παίρνουμε ιδιαίτερη προφύλαξη μήπως εισπηδήσει μέσα στη νηστεία καμιά δεισιδαιμονία, όπως είχε προηγουμένως συμβεί προς μεγάλη ζημιά της Εκκλησίας. Γιατί θα ήταν πολύ πιο ικανοποιητικό αν η νηστεία δεν γίνονταν καθόλου, από το να τηρείται επιμελώς και συγχρόνως να έχει διαφθαρεί από εσφαλμένες και ολέθριες δοξασίες, στις όποιες ο κόσμος συχνά πέφτει, αν οι ποιμένες δεν την αντιμετωπίζουν με την μεγαλύτερη πίστη και σύνεση … Ο Θεός δεν εκτιμά πολύ τη νηστεία καθεαυτήν, παρά μόνο αν συνοδεύεται από ένα εσωτερικό αίσθημα της καρδιάς, και από μια αληθινή δυσαρέσκεια για τις αμαρτίες μας, από μια αληθινή ταπείνωση, και αληθινή λύπη που προέρχεται από το φόβο του Θεού. Πράγματι, η νηστεία δεν είναι χρήσιμη αλλιώς, παρά μόνο όταν συνοδεύεται από αυτά. Γιατί ο Θεός δεν βδελύσσεται τίποτα περισσότερο από το να προσπαθούν οι άνθρωποι να μεταμφιέζονται επιδεικνύοντας εξωτερικές πράξεις και εξωτερικές εκδηλώσεις αντί να έχουν αθωότητα καρδιάς… Ένα άλλο κακό συγγενικό μ' αυτό, που πρέπει επίσης εντελώς να αποφευχθεί, είναι το να νομίζει κανείς τη νηστεία ως έργο αξιομισθίας ή ως μορφή λατρείας του Θεού. Γιατί αφού η νηστεία είναι καθεαυτήν κάτι το αδιάφορο, και δεν θα έπρεπε να έχει καμιά σπουδαιότητα παρά μόνο για εκείνους τους σκοπούς προς τους οποίους αποβλέπει, μια πάρα πολύ επικίνδυνη δεισιδαιμονία εμφανίζεται η οποία την συγχέει με τα έργα που διατάχθηκαν από τον Θεό και είναι καθεαυτό αναγκαία χωρίς κανένα άλλο λόγο … Υπάρχει ένα τρίτο σφάλμα, όχι πράγματι τόσο ασεβές, αλλά ακόμα επικίνδυνο: να απαιτούμε να τηρείται η νηστεία τόσο αυστηρά και απαρέγκλητα σαν να ήταν ένα από τα κύρια καθήκοντα, και να την εκθειάζουμε με τέτοιους υπέρμετρους επαίνους ώστε να νομίζουν οι άνθρωποι ότι έχουν κάνει κάτι το ευγενές όταν έχουν νηστέψει».
Είναι ενδιαφέρον ότι ο Καλβίνος απορρίπτει την ιδέα ότι ο Χριστός, νηστεύοντας, έδωσε ένα υπόδειγμα. «Είναι σαφές ότι ο Χριστός δεν νήστεψε για να δώσει ένα υπόδειγμα σε άλλους, αλλά για να αποδείξει, με το να αρχίσει έτσι το κήρυγμα του ευαγγελίου, ότι αυτό δεν ήταν ανθρώπινη διδασκαλία αλλά πράγματι μια διδασκαλία σταλμένη από τον ουρανό». Ακόμα κι' αν δεχθεί κανείς τη δεύτερη πρόταση του Καλβίνου, η πρώτη δεν αποκλείεται κατανάγκην, γιατί στο ίδιο το γεγονός του «ερχομού του στην έρημο» δημιουργείται κατανάγκην ένα υπόδειγμα, ανεξάρτητα από τους άλλους θεολογικούς λόγους που μπορεί κανείς να αποδώσει στην επί σαράντα ήμερες απόσυρση του Κυρίου μας και στη «δοκιμασία» του.
Ο Καλβίνος χωρίζει τον τρόπο αντιμετωπίσεως των «όρκων» σε διάφορες κατηγορίες. «Είναι φανερό ότι μεγάλη δεισιδαιμονία σχετικά με τους όρκους έπληξε τον κόσμο για αιώνες. Ο ένας ορκιζόταν να είναι εγκρατής, σαν να ήταν αυτή καθεαυτήν η αποχή από το κρασί λατρεία που ευχαριστούσε τον Θεό. Ο άλλος ανάγκαζε με όρκο τον εαυτό του να νηστεύσει• ένας τρίτος, να απέχει από κρέας για μερικές ήμερες, στις οποίες φαντάζονταν ασεβώς ότι υπήρχε μια μοναδική αγνότητα έναντι των άλλων ήμερων. Και για μερικά πράγματα πιο παιδαριώδη δίνονταν όρκοι, αλλά όχι από παιδιά. Γιατί οι άνθρωποι το θεωρούσαν μεγάλη σοφία να αναλάβουν αφιερωτικά ταξίδια σε ιερώτερους τόπους, και μερικές φορές να κάνουν το ταξίδι τους με τα πόδια ή μισόγυμνοι, για να αποκτήσουν περισσότερη αξιομισθία με την ταλαιπωρία τους … (αυτά) θα κριθούν όχι μόνο ως κενά και παροδικά αλλά και ως πλήρη από ολοφάνερη ασέβεια. Γιατί οπωσδήποτε κι' αν το κρίνει η σάρκα, ο Θεός τίποτα δεν μισεί περισσότερο όσο το να παραποιεί κανείς τη λατρεία. Εκτός αυτού, υπάρχουν αυτές οι ολέθριες και καταραμένες αντιλήψεις: οι υποκριτές, όταν έχουν κάνει τέτοιες ανοησίες, πιστεύουν ότι έχουν εξασφαλίσει για τους εαυτούς τους εξαιρετική δικαιοσύνη θεωρούν όλη την ευσέβεια ως εξωτερική εμφάνιση, και καταφρονούν όλους τους άλλους που φαίνονται να προσέχουν λιγότερο τέτοια πράγματα».
«Επειδή οι μοναστικοί όρκοι τιμούνται περισσότερο, αφού φαίνονται να έχουν την κοινή εκτίμηση της Εκκλησίας, πρέπει να μιλήσουμε γι' αυτούς για λίγο». Ο Καλβίνος, λοιπόν, διακρίνει το μοναχισμό της εποχής του από το μοναχισμό της αρχαιότητας. Έχει την εντύπωση ότι ο κύριος σκοπός του μοναστηρίου ήταν να εκπαιδεύει άτομα για το αξίωμα του Επισκόπου, ότι τα μοναστήρια ήταν «μοναστικά κολλέγια». «Ευσεβείς άνθρωποι συνήθιζαν να προετοιμάζονται με τη μοναστική πειθαρχία για να κυβερνήσουν την Εκκλησία, για να γίνουν έτσι καταλληλότεροι και καλύτερα εκπαιδευμένοι να αναλάβουν ένα τόσο μεγάλο αξίωμα». Ο Καλβίνος αναγνωρίζει ότι η πλειονότητα των μοναχών ήταν «αγράμματοι», και γι' αυτό ακατάλληλοι για να είναι υποψήφιοι. Αλλά η βασική αποστολή και ο κεντρικός σκοπός ενός μοναστηρίου ήταν να εκπαιδεύει εκείνους που ήταν ικανοί να γίνουν ηγέτες της Εκκλησίας. Αν και πολυάριθμοι Επίσκοποι προήλθαν από την πρώτη μοναστική κίνηση, αυτό δεν αποτελούσε τον κύριο σκοπό της μοναστικής ζωής. Εδώ ο Καλβίνος είναι ιστορικά ανακριβής, αν και μόνο εν μέρει.
Ο Καλβίνος αφιερώνει χρόνο για να συνοψίσει δυο έργα του Αγ. Αυγουστίνου «Περί της Ηθικής της Καθολικής Εκκλησίας και Περί του Έργου των Μοναχών». Στηριζόμενος στην παρουσίαση του μοναχισμού από τον Άγ. Αυγουστίνο, ο Καλβίνος δείχνει ότι αυτός χειροτέρεψε δραστικά από εκείνη την εποχή. «Θέλω απλώς να δείξω σύντομα όχι μόνο τι είδος μοναχών είχε η αρχαία Εκκλησία αλλά τι είδος μοναστικής κλήσεως υπήρχε τότε. Έτσι οι νοήμονες αναγνώστες μπορούν να κρίνουν από τη σύγκριση την αναίδεια αυτών που επικαλούνται την αρχαιότητα για να υποστηρίξουν τον σύγχρονο μοναχισμό. Ο Καλβίνος ύστερα απεικονίζει ό,τι θεωρεί πως είναι ο μοναχισμός των χρόνων του. Σήμερα … το θεωρούν ασυγχώρητο έγκλημα αν κάποιος απομακρυνθεί, και στον ελάχιστο βαθμό, από ό,τι διατάσσεται στο χρώμα ή την εμφάνιση του ενδύματος, στο είδος τροφής, ή σε άλλες μηδαμινές η ψυχρές τελετές. Ο Αυγουστίνος βεβαιώνει με αποφασιστικότητα ότι δεν επιτρέπεται να ζουν οι μοναχοί σε βάρος άλλων χωρίς αυτοί να κάνουν τίποτε… . Οι σημερινοί μας μοναχοί βρίσκουν στην αργία το κύριο μέρος της αγιότητάς τους. Γιατί αν απομακρύνεις από αυτούς την αργία, που μπορεί να υπάρχει εκείνη η θεωρητική ζωή, με την οποία, όπως καυχώνται, ξεπερνούν όλους τους άλλους και πλησιάζουν τους αγγέλους;… Οι μοναχοί μας δεν είναι ικανοποιημένοι με εκείνη την ευσέβεια την οποία ο Χριστός διέταξε τους οπαδούς του να ακολουθούν με αδιάλειπτο ζήλο. Αντί αυτής, ονειρεύονται κάποια νέα μορφή ευσέβειας και διαλογισμού για να γίνουν πιο τέλειοι από όλους τους άλλους ανθρώπους… Δεν αγνοώ τη σοφιστική τους λύση: αυτός ο μοναχισμός δεν καλείται τέλειος γιατί περιέχει τελειότητα μέσα του, αλλά γιατί είναι ο καλύτερος δρόμος από όλους για να αποκτήσει κανείς τελειότητα». Εδώ ειδικά ο Καλβίνος έχει κατά νουν ένα κείμενο του Θωμά Ακινάτη. «Όταν αυτοί περιφέρονται ανάμεσα στους κοινούς ανθρώπους, όταν στήνουν παγίδες για τους αδίδακτους και αμαθείς νέους, όταν βεβαιώνουν τα πλεονεκτήματά τους, και όταν υπερυψώνουν το αξίωμά τους και κατακρίνουν τους άλλους καυχώνται ότι βρίσκονται στην κατάσταση της τελειότητας. Όταν πιεστούν τόσο πολύ ώστε να μην μπορούν να κρατήσουν τέτοια κενή αλαζονεία, καταφεύγουν σ' αυτήν την υπεκφυγή ότι δεν έχουν ακόμα φθάσει στην τελειότητα, αλλά ότι είναι σε τέτοια κατάσταση ώστε να ευελπιστούν γι' αυτήν περισσότερο από όλους τους ανθρώπους. Εν τω μεταξύ, τέτοιος θαυμασμός του μοναχισμού παραμένει ανάμεσα στο λαό ώστε αυτοί νομίζουν τη μοναστική ζωή μόνο αγγελική, τέλεια, και απαλλαγμένη από κάθε σφάλμα. Με αυτό το πρόσχημα αυτοί ασχολούνται με το επικερδές εμπόριο… Αλλά ας ασχοληθούμε μαζί τους υποθέτοντας ότι δεν αποδίδουν τίποτε περισσότερο στη μοναστική τους ιδιότητα αλλά την αποκαλούν μόνο κατάσταση απόκτησης τελειότητας. Πράγματι, δίνοντάς της αυτό το όνομα την διακρίνουν από άλλους τρόπους ζωής σαν με κάποια ειδική ένδειξη. Και ποιος μπορεί να ανεχθεί να δίνεται μια τόσο μεγάλη τιμή σε ένα θεσμό που δεν επιδοκιμάζεται πουθενά ούτε με μια συλλαβή, και κατά τον οποίο όλες οι άλλες κλήσεις του Θεού θεωρούνται συγκριτικά ανάξιες, αν και έχουν όχι μόνο διαταχθεί από τα άγια χείλη Του, αλλά διακοσμούνται με ευγενικούς τίτλους; Και πόσο μεγάλη ζημιά, σας παρακαλώ, γίνεται στον Θεό όταν μια τέτοια πλαστογραφία προτιμάται έναντι όλων των ειδών ζωής που ορίστηκαν από αυτόν και επαινούνται από τα ίδια του τα λόγια;»
Αναλύοντας το χωρίο Ματθαίος 19:21 («ει θέλεις τέλειος είναι, ύπαγε πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς») ο Καλβίνος γράφει: «Παραδέχομαι ότι αυτό το χωρίο παρερμηνεύθηκε από μερικούς πατέρες, και από εδώ ξεκίνησε η επιτήδευση της εθελοντικής πτώχειας, κατά την οποία μόνο εκείνοι που εγκατέλειψαν όλα τα γήινα πράγματα και αφιερώθηκαν γυμνοί στο Χριστό Θεωρήθηκαν ευλογημένοι… Εντούτοις τίποτα δεν ήταν πιο μακριά από τη σκέψη των Πατέρων από το να καθιερώσουν αυτού του είδους την τελειότητα που κατασκευάστηκε από αυτούς τους κουκουλωμένους Σοφιστές και είχε ως αποτέλεσμα να καθιερωθεί ένας διπλός Χριστιανισμός. Γιατί δεν είχε ακόμα αναφανεί εκείνο το ιερόσυλο δόγμα που συγκρίνει την ομολογία του μοναχισμού με το βάπτισμα, και ακόμα την ανακηρύσσει φανερά ως μια μορφή δευτέρου βαπτίσματος. Ποιος μπορεί να αμφιβάλλει ότι οι πατέρες θα είχαν αποστραφεί αυτή τη βλασφημία με όλη τους την καρδιά;… Για κάθε μοναστήρι που υπάρχει σήμερα, λέγω, ότι είναι μια παρασυναγωγή σχισματικών, που διασαλεύουν την τάξη της Εκκλησίας και αποκόπτονται από τη νόμιμη κοινωνία των πιστών… Και δεν είναι αδικία στο Χριστό όταν μερικοί καλούν τους εαυτούς τους Βενεδικτίνους αντί Χριστιανούς, μερικοί Φραγκισκανούς, μερικοί Δομινικανούς και όταν αυτοί αλαζονικά παίρνουν για τους εαυτούς των αυτούς τους τίτλους ως θρησκευτική ομολογία τους, ενώ προσποιούνται ότι είναι διαφορετικοί από τους απλούς Χριστιανούς!».
«Αυτές οι διαφορές που ως εδώ ανέφερα μεταξύ των αρχαίων μοναχών και των μοναχών της εποχής μας δεν αναφέρονται στην ηθική αλλά στην ίδια την ομολογία. Επομένως, ας θυμούνται οι αναγνώστες μου ότι μίλησα μάλλον για τον μοναχισμό παρά για τους μοναχούς, και ότι σημείωσα όχι τα σφάλματα εκείνα που ενυπάρχουν στη ζωή μερικών, αλλά εκείνα που δεν μπορούν να ξεχωριστούν από το ίδιο το σύστημα της μοναστικής τους ζωής. Αλλά ποια χρησιμότητα θα υπήρχε να εξηγήσουμε με λεπτομέρειες πόσο μεγάλη αντίφαση υπάρχει στην ηθική τους; Αυτό είναι φανερό: ότι καμιά τάξη ανθρώπων δεν μολύνθηκε περισσότερο από βρωμερές φαυλότητες, πουθενά δεν φουντώνουν περισσότερο μανιασμένες φατρίες, μίση, ομαδικοί φανατισμοί, και ραδιουργίες.
Πράγματι σε λίγα μοναστήρια οι άνθρωποι ζουν αγνά, αν κανείς πρέπει να ονομάσει αγνεία το να έχει κατασταλεί η λαγνεία σε σημείο που να μην είναι φανερά κακόφημη. Εντούτοις, δύσκολα θα βρείτε ένα στα δέκα που να μην είναι πορνείο μάλλον παρά ναός αγνότητας. Αλλά τι είδους λιτότητα υπάρχει στη δίαιτά τους; Παχύνονται όπως ακριβώς οι χοίροι σ' ενα χοιροστάσιο. Αλλά για να μην παραπονούνται ότι τους μεταχειρίζομαι πολύ σκληρά, δεν θα προχωρήσω άλλο».
Ο Καλβίνος ύστερα συνοψίζει τη «σύγκριση του» ανάμεσα στον «αρχαίο και το σημερινό μοναχισμό», μια σύγκριση που βασίστηκε όχι πλήρως σ' ολόκληρη τη μοναστική ζωή της αρχαίας Εκκλησίας αλλά μόνο σε δυο έργα του Αγ. Αυγουστίνου. Θα πρέπει να τονιστεί ότι ο ίδιος ο Αγ. Αυγουστίνος έγραψε ότι δεν είδε καλύτερους ανθρώπους από εκείνους που βελτιώθηκαν σε μοναστήρια, καθώς και ότι δεν είδε χειρότερους ανθρώπους από εκείνους που χειροτέρεψαν σε μοναστήρια. Αυτό αναφέρθηκε από τον Καλβίνο. Κι' όμως ο Καλβίνος φαίνεται να ξεχνά το γεγονός ότι υπήρχαν πάντα και οι δυο τύποι μοναχών, και από αυτή την άποψη ο αρχαίος μοναχισμός δεν ήταν ουσιαστικά διαφορετικός από το μοναχισμό των ήμερων του. Αλλά ο Καλβίνος συμπεραίνει: «Πιστεύω πως έχω πετύχει το σκοπό μου: να δείξω ότι οι κουκουλοφόροι φίλοι μας εσφαλμένα ισχυρίζονται ότι είναι το υπόδειγμα της πρώτης Εκκλησίας υπερασπιζόμενοι την ομολογία τους -αφού διαφέρουν από αυτούς τόσο πολύ όσο οι πίθηκοι από τους ανθρώπους».
Οπωσδήποτε, η πιο σοβαρή θέση του Καλβίνου είναι ότι αυτός αντιτίθεται κατ' ουσίαν στο μοναχισμό γενικά. «Ειλικρινά δέχομαι ότι ακόμα και σε εκείνη την αρχαία μορφή (μοναχισμού) που επαινεί ο Αυγουστίνος υπάρχει κάτι που δεν μου αρέσει πάρα πολύ … αυτοί δεν ήταν χωρίς άμετρη προσποίηση και διεστραμμένο ζήλο». Και συνεχίζει: «Είναι ωραίο πράγμα να φιλοσοφείς σε απομόνωση, μακριά από την επικοινωνία με ανθρώπους. Αλλά αυτό, δηλαδή το να φεύγει κανείς στην έρημο και την ερημία, σαν να μισεί το ανθρώπινο γένος, και την ίδια στιγμή να εγκαταλείπει εκείνα τα καθήκοντα που ο Κύριος είχε επιβάλει, δεν είναι ο ρόλος της Χριστιανικής ηρεμότητας… αυτό ήταν ασφαλώς ένα όχι ασήμαντο κακό, που έφερε μέσα στην Εκκλησία ένα άχρηστο και επικίνδυνο υπόδειγμα».
Εξετάζοντας ο Καλβίνος τους μοναστικούς όρκους, γίνεται πιο αρνητικός. «Επειδή πρόθεση τους είναι να ιδρύσουν μια νέα και πλαστή λατρεία για να είναι άξιοι της εύνοιας του Θεού, συμπεραίνω από την πιο πάνω μαρτυρία ότι ο,τιδήποτε αυτοί ορκίζονται είναι βδελυρό στα μάτια του Θεού… επειδή επινοούν κάθε τρόπο ζωής που τους αρέσει χωρίς να λαμβάνουν υπόψη την κλήση του Θεού, και χωρίς την έγκριση του Θεού, λέγω ότι αυτό είναι ένα απερίσκεπτο και γι' αυτό παράνομο εγχείρημα. Γιατί η συνείδησή τους δεν έχει τίποτα να το υποστηρίξει ενώπιον του Θεού και 'ο,τιδήποτε δεν είναι εκ πίστεως είναι αμαρτία'. Επιπλέον, όταν αυτοί δεσμεύονται με πολλές πράξεις λατρείας εξίσου διεστραμμένες και ασεβείς, τις οποίες ο σύγχρονος μοναχισμός περιλαμβάνει μέσα του, υποστηρίζω ότι αυτοί αφιερώνονται όχι στον Θεό αλλά σ' ένα κακό πνεύμα… (οι μοναχοί) τυλίγονται μέσα σε μια κουκούλα και σε χίλιες ασεβείς δεισιδαιμονίες».
Ο Καλβίνος αντιτίθεται στον «όρκο προς τον Θεό για διαρκή παρθενία», γιατί ο Θεός δεν την απαιτεί αυτήν από κανένα, αφού αυτή «δίδεται» μόνο σε μερικούς ανθρώπους. Αυτό που θέλει να πει είναι ότι αποτελεί αλαζονεία το να νομίζει κάποιος ή κάποια ότι σ' αυτόν ή σ' αυτήν δόθηκε η δωρεά — αφού η δωρεά δεν έχει «δοθεί» σε όλους εκείνους που μπαίνουν σε μοναστήρι, είναι ασύστολη υπερηφάνεια και αλαζονεία από μέρους εκείνων που χωρίς να έχουν τη δωρεά μπαίνουν σε μοναστήρι. Αρνείται ακόμη το γεγονός ότι ο όρκος δεν μπορεί να αθετηθεί. «Αυτή η συνήθεια, λένε, τηρείται προ αμνημονεύτων ετών: ότι εκείνοι που ήθελαν να αφιερώσουν πλήρως τον εαυτό τους στον Θεό θα όφειλαν να δεσμευθούν με όρκο αγνότητας. Δέχομαι, φυσικά, ότι αυτό το έθιμο επιτρεπόταν στους αρχαίους χρόνους, αλλά δεν συμφωνώ ότι εκεί ή η εποχή ήταν τόσο απαλλαγμένη από όλα τα ελαττώματα, ώστε ο,τιδήποτε γινόταν τότε θα πρέπει να λαμβάνεται ως κανόνας. Ύστερα υπεισήλθε σταδιακά εκείνη η αδυσώπητη αυστηρότητα, κατά την οποία, μετά τον όρκο, δεν υπήρχε καμία δυνατότητα μεταμέλειας». Αυτό που θέλει να πει ο Καλβίνος είναι ότι θα έπρεπε να υπήρχε κάποιος τρόπος απαλλαγής κάποιου από έναν όρκο, αν αυτός έβρισκε ότι δεν μπορούσε να υπομείνει την άγαμη ζωή. Η θεραπεία θα ήταν να νυμφευθεί. Αλλά είναι ακριβώς εκείνη η θεραπεία, αναφωνεί ο Καλβίνος, που την απέκρουαν.
Αυτό που θέλει να πει κυρίως ο Καλβίνος είναι το έξης: «Αλλά για να διώξουμε κάθε αίσθημα φόβου αμέσως, λέγω ότι όλοι οι παράνομοι και κακώς δοθέντες όρκοι, καθώς δεν έχουν καμιά αξία ενώπιον του Θεού, θα έπρεπε να είναι άκυροι για μας. Είναι παράλογο να συνεχίζουμε να κάνουμε ό,τι ο Θεός δεν απαιτεί από μας• ιδίως αφού τα έργα μας είναι δίκαια μόνο όταν ευχαριστούν τον Θεό και έχουν τη μαρτυρία της συνειδήσεως ότι τον ευχαριστούν. Γιατί αυτή η αρχή ισχύει: 'Ο,τιδήποτε δεν είναι εκ πίστεως είναι αμαρτία'… Αφού οι βιαστικά δοσμένοι όρκοι είναι αυτού του είδους, όχι μόνο δεν αποτελούν καμιά δέσμευση αλλά πρέπει κατανάγκην να ακυρωθούν. Αλλά τι γίνεται με το γεγονός ότι αυτοί θεωρούνται όχι μόνο τιποτένιοι στα μάτια του Θεού αλλά και μια βδελυγμία γι' αυτόν;… όλα τα έργα που δεν πηγάζουν από μια καθαρή πηγή και δεν αποβλέπουν σ' έναν νόμιμο σκοπό αποκηρύσσονται από τον Θεό, και τα αποκηρύσσει έτσι, ώστε να μας απαγορεύει τόσο να τα συνεχίσουμε όσο και να τα αρχίσουμε. Από αυτό έπεται ότι εκείνοι οι όρκοι που προέρχονται από λάθος και δεισιδαιμονία δεν έχουν καμιά αξία ενώπιον του Θεού και πρέπει επίσης να εγκαταλειφθούν από μας».
«Και ενώ θα έπρεπε να σωπάσω, η εμπειρία μίλα. Γιατί δεν είναι άγνωστο με πόσο μεγάλη ακαθαρσία είναι γεμάτα σχεδόν όλα τα μοναστήρια. Και αν μερικά φαίνονται πιο κόσμια και πιο σεμνά από τα υπόλοιπα, δεν είναι γι' αυτόν το λόγο αγνά, γιατί το κακό της ασέλγειας, αν και καταπιεσμένο και περιορισμένο, παραμένει μέσα τους».
Η θεολογική έμφαση του Καλβίνου είναι διαφορετική από εκείνην του Λουθήρου. Δεν είναι εδώ ο χώρος για να εξετάσουμε εξαντλητικά τη θεολογία του Καλβίνου και του Λουθήρου. Είναι αρκετό να προσέξουμε την έμφαση του Λουθήρου στη βεβαιότητα της σωτηρίας (certitudo salutis) και την έμφαση του Καλβίνου στο φόβο του Θεού. Και οι δυο, οπωσδήποτε, πιστεύουν στον προορισμό στη σωτηρία και στην καταδίκη, στην ακαταγώνιστη χάρη, και στην ολοκληρωτική διαφθορά του ανθρώπου στην ερμηνεία της προπατορικής αμαρτίας του Αγ. Αυγουστίνου. Και οι δυο κατ' ουσίαν αντιτίθενται στις ασκητικές και μοναστικές μορφές πνευματικότητας. Ο Λούθηρος τις απορρίπτει πλήρως ο Καλβίνος είναι πιο συνετός. Εν τούτοις, στην όλη θεολογική όραση του Καλβίνου η αποδοχή ορισμένων κατάλληλων μορφών νηστείας και η διάκρισή του μεταξύ νόμιμων και παράνομων όρκων είναι θεολογικά και τελικά χωρίς νόημα. Είναι απλώς υποχρεωμένος να ασχοληθεί με την πραγματική πνευματική ζωή των προσώπων και γι’ αυτό καταλαβαίνει ότι στην ανθρώπινη οντολογία ορισμένες ασκητικές πρακτικές μπορεί να είναι χρήσιμες. Αλλά αν αυτό μεταφερθεί στη θεολογική όραση του Καλβίνου, είναι χωρίς νόημα, γιατί ο άνθρωπος προορίζεται από την αυθαίρετη και αιώνια βουλή του Θεού. Η γνώση που είχε ο Καλβίνος για την Ιστορία της πρώτης Εκκλησίας ήταν καλύτερη από του Λουθήρου. Ο Καλβίνος είχε κάποιο σεβασμό για τους Πατέρες της Εκκλησίας, αν και η γνώση του ήταν το ίδιο πολύ περιορισμένη, όπως αποδείχθηκε στη συζήτησή του με τον Sadoleto. Και όπως ήταν με το Λούθηρο, έτσι ήταν επίσης και με τον Καλβίνο — ο Αγ. Αυγουστίνος είναι η κεντρική αυθεντία από τους Εκκλησιαστικούς Πατέρες. Ένας συγγραφέας μέτρησε στ' αλήθεια τις φορές που ο Καλβίνος παραθέτει τον Άγ. Αυγουστίνο, και ο αριθμός είναι συγκλονιστικός.
Χωρίς το Λούθηρο δεν θα μπορούσε να υπάρξει ένας Καλβίνος, όπως αναγνωρίζει ο ίδιος ο Καλβίνος. Και οι δυο συμμερίζονται το δόγμα της δικαιώσεως «μόνον» εκ πίστεως. Και οι δυο συμμερίζονται το δόγμα της απόλυτης κυριαρχίας του Θεού, όπως ειδικά ορίστηκε από αυτούς -ότι ο Θεός μόνος χειρίζεται ένα σύστημα σωτηρίας που είναι μόνο ενεργισμός, όχι συνεργισμός. Και οι δυο σταθερά πιστεύουν ότι ο άνθρωπος καθεαυτόν δεν έχει καμιά αξία για τον Θεό. Κάθε αξία που έχει ο άνθρωπος «αποδίδεται» σ’ αυτόν από τον Θεό με τη μορφή θεϊκού μύθου, κατά τον οποίον ο Θεός κοιτάζει τον άνθρωπο δια μέσου του Ιησού Χριστού και, αντί να βλέπει το πραγματικό ανθρώπινο πρόσωπο, βλέπει τον Ιησού Χριστό, τον οποίον εκείνος ο άνθρωπος έχει αναγνωρίσει ως φορέα της σωτηρίας του εκ πίστεως, με το να πιστεύει στο Χριστό. Η «νέα κατανόηση» του Λουθήρου, που μεταβιβάστηκε στον Καλβίνο και τους άλλους Μεταρρυθμιστές, ήταν μια κατανόηση η οποία με τη βαθύτερη θεολογική έννοια δημιούργησε ένα μύθο ολόκληρης της λυτρωτικής μεθόδου. [Βλέπε το άρθρο του πατρός Φλορόφσκυ πάνω εις το Οικουμενικό Πρόβλημα της Θεολογίας της Μεταρρυθμίσεως, το οποίο ασχολείται με το θέμα κάπως λεπτομερειακά• παράμεινε αδημοσίευτο και πρόκειται να συμπεριληφθεί στη Συλλογή των Έργων του].
Από τις θεολογικές προϋποθέσεις της, οι ασκητικές και μοναστικές μορφές της πνευματικότητας έπρεπε να απορριφθούν. Δεν ταίριαζαν με την αντίληψη που αυτές είχαν μιας αυθεντικής συνεργιστικής μεθόδου λυτρώσεως, μιας μεθόδου που είναι της Καινής Διαθήκης, μιας μεθόδου που υποστηρίχθηκε από την Εκκλησία από την αρχή. Απορρίπτοντας ο Λούθηρος το μοναχισμό, απέρριψε ολόκληρο το σύστημα της Ρωμαιοκαθολικής θεολογίας που υπήρχε στην εποχή του. Ούτε  ο Λούθηρος ούτε ο Καλβίνος είχαν κάποια γνώση εκείνου του Χριστιανισμού που υφίστατο στην Ελληνική Ανατολή και είχε αναπτυχθεί πάνω σε μια εντελώς διαφορετική κατεύθυνση από τη θεολογία της Δύσεως. Εκείνη η Ελληνική Πατερική και Βυζαντινή θεολογία, που αγνοούσε ο Λούθηρος και ο Καλβίνος, θα μπορούσε να έδινε τα βασικά χαρακτηριστικά της στη μεγάλη συζήτηση κατά τα πρώτα στάδια τής Μεταρρυθμίσεως. Ίσως το αποτέλεσμα να ήταν διαφορετικό. Αλλά αυτό δεν συνέβη. Η θεολογία της Μεταρρυθμίσεως είχε ήδη «χαραχθεί» πριν από την εποχή των συζητήσεων μεταξύ του Πατριάρχου Ιερεμίου και των Λουθηρανών Θεολόγων. Και αυτή η συζήτηση μαρτυρεί ότι υπήρχε όχι απλώς μια διαφορετική θεολογική γλώσσα που μιλιόταν από κάθε πλευρά, αλλά μια κατά βάση διαφορετική θεολογία περί Θεού, ανθρώπου, και σωτηρίας.
Στην παρουσίαση της αναπτύξεως των ασκητικών και μοναστικών μορφών πνευματικότητας που ακολουθεί δεν υπάρχει κανένας ανεδαφικός ισχυρισμός ότι όλα ήταν αγνά, ότι η Βυζαντινή Ανατολή δεν είχε προβλήματα δικά της, ότι δεν υπήρχαν υπερβολές, ότι συχνά η γλώσσα δεν έδινε την εντύπωση ότι οι ασκητές και οι μοναχοί προσπαθούσαν να κερδίσουν την εύνοια του Θεού. Αλλά αυτό το κέρδισμα τής εύνοιας του Θεού δεν είναι καθόλου διαφορετικό από τη γλώσσα που χρησιμοποιούσε ο Κύριός μας, οι Απόστολοι, η πρώτη Εκκλησία, και ο Λούθηρος και ο Καλβίνος όταν υποχρεώνονταν να αντιμετωπίσουν τον άνθρωπο ρεαλιστικά. Σε ολόκληρη τη θεολογία του Ανατολικού και Βυζαντινού μοναχισμού προϋποτίθετο ότι τα πάντα ήταν δώρο του Θεού.

Πηγή:http://www.oodegr.com

Παρασκευή 4 Ιουνίου 2010

Ἡ θεολογική διαθήκη τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκι (Fr. George Florovsky)





 

«
«Πρέπει νά θεολογομε χι γιά νά κανοποιομε τή διανοητική μας περιέργεια, θεμιτό καί ν εναι ατό, λλά γιά νά ζομε, νά χουμε ζωή περισσή ν τ ληθεί, ποία, τελικά, δέν εναι να σύστημα δεν, λλά να Πρόσωπο, διος ησος Χριστός. Στό ζήτημα ατό μόνο ο Πατέρες μπορον νά εναι σίγουροι καί σφαλες δηγοί».



Ἀξίζει νά διαβάσουμε τό παρακάτω κείμενο τοῦ μακαριστοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκι (1893-1979) πού τό τιτλοφορεῖ ὁ ἴδιος ὡς τήν «θεολογική του διαθήκη». Πρόκειται γιά ἕνα χειρόγραφο πού δέν πρόλαβε νά ὁλοκληρώσει καί βρέθηκε μετά τόν θάνατο τοῦ μεγάλου αὐτοῦ θεολόγου ἀπό τόν Andrew Blane, ὁ ὁποῖος καί τό δημοσιεύει.

«Σέ μιὰ τόσο ἐπίσημη περίσταση ὅπως αὐτή, μόνο λόγια εὐχαριστίας κι εὐγνωμοσύνης ἁρμόζουν. Πράγματι, εἶμαι βαθιά συγκινημένος ἀπό αὐτό τό γενναιόδωρο δεῖγμα ἀναγνώρισης ποὺ ἡ Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου θέλησε νά μοῦ ἀπονείμει. Ὅμως, ξέρω, προφανῶς καλύτερα ἀπό ὁποιονδήποτε ἄλλο, καί τίς ἀποτυχίες μου καί τά μειονεκτήματά μου. Ξέρω πράγματι ὅτι ἤμουν ἕνας ὀκνηρός δοῦλος ἀπό τήν ἀρχή μέχρι τό τέλος. Καί μάλιστα ξέρω πολύ καλά πόσα πράγματα δέν ἔχω κάνει, πράγματα ποὺ ἔπρεπε νά ἔχω κάνει, καί πόσα πολλά πράγματα ἔκανα ποὺ δέν ἔπρεπε νά κάνω.

Δέν ἔλαβα κανονική θεολογική ἐκπαίδευση (παρόλο ποὺ τό φταίξιμο δέν εἶναι δικό μου). Εἶμαι αὐτοδίδακτος στήν θεολογία, κάτι σάν ἐρασιτέχνης, αὐτοδημιούργητος – γιά νά χρησιμοποιήσω μιὰν ἀμερικανική ἔκφραση. Ἐκπαιδεύτηκα γιά νά γίνω καθηγητής ἱστορίας καί φιλοσοφίας.

Ὄντως, τήν ἀκαδημαϊκή σταδιοδρομία μου τήν ἄρχισα ὅταν ἤμουν ἀκόμη στή Ρωσία, πρίν ἀπό πολλά χρόνια, ὡς Ἐπισκέπτης Καθηγητής τῆς Φιλοσοφίας, καί τό μόνο μάθημα ποὺ δίδαξα μ΄ αὐτή τήν ἰδιότητα στό Πανεπιστήμιο τῆς Ὀδησσοῦ ἦταν Φιλοσοφία τῶν Φυσικῶν Ἐπιστημῶν. Τή θεολογία μου δέν τήν ἔμαθα στό σχολεῖο, ἀλλά στήν Ἐκκλησία, μετέχοντας στή λατρεία της. Τήν ἄντλησα πρῶτα ἀπό τά λειτουργικά βιβλία καί, πολύ ἀργότερα, ἀπό τά γραπτά τῶν ἁγίων Πατέρων.

Ὅταν τό 1926 μοῦ προτάθηκε νά διδάξω Πατρολογία στό νεοσύστατο Ὀρθόδοξο Θεολογικό Σεμινάριο τοῦ Παρισιοῦ, ἤμουν ἐντελῶς ἀπροετοίμαστος γιά κάτι τέτοιο. Ἔπρεπε πρῶτα νά μάθω αὐτό ποὺ ἔπρεπε νά διδάξω. Δέν ντρέπομαι γι΄ αὐτό. Πολλοί ἔχουν βρεθεῖ σ΄ αὐτὴ τή θέση. Ἡ φράση αὐτή ἀνήκει, παρεμπιπτόντως, στόν σπουδαιότερο θεολόγο καί ἱεράρχη τοῦ περασμένου αἰώνα, στόν ἀείμνηστο Μητροπολίτη Φιλάρετο τῆς Μόσχας. Καί αὐτός μάθαινε τά ἀντικείμενά του ἐνῶ τά δίδασκε στήν Ἀκαδημία τῆς Ἁγίας Πετρούπολης.

Ἡ δική μου μέθοδος μελέτης ἦταν πολύ ἁπλή. Τά δύο πρῶτα χρόνια τῆς δουλειᾶς μου ὡς καθηγητὴς στό Παρίσι διάβαζα συστηματικά τά ἔργα τῶν πιό σημαντικῶν Πατέρων, κάποια στό πρωτότυπο, κάποια σέ μετάφραση. Μελέτησα κατά κύριο λόγο πηγές πρίν στραφῶ στή λόγια γραμματεία. Πιθανόν νά εἶναι αὐτός ὁ λόγος ποὺ φαίνομαι τόσο «παλιομοδίτης». Δέν ξεκίνησα μέ τίς «καλύτερες κριτικές», καί γι΄ αὐτό ἡ κριτική οὔτε μέ ζάλισε οὔτε μέ διέφθειρε. Ἀντίθετα, ἐξαιτίας αὐτοῦ ἀπέκτησα ἀνοσία γιά πάντα ἔναντι τῆς ρουτίνας, ἔναντι ἐκείνης τῆς «θεολογίας τῆς ἐπανάληψης» ἡ ὁποία βρίθει ἀπό ἀρχαϊκούς τύπους καί φράσεις, ἀλλά τόσο συχνά τῆς λείπει τελείως τό πνεῦμα ζωντάνιας.

Οἱ Πατέρες μέ δίδαξαν τή χριστιανική ἐλευθερία. Ὑπῆρξαν παραπάνω ἀπό ἁπλοί νομοθέτες• ἦταν ἀληθινοί προφῆτες μέ τήν ἀληθινή σημασία τῆς λέξης – ἀντικρυζαν τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ. (Ἦταν πρωτίστως ἄνθρωποι μέ ἐνόραση καί πίστη). Ἦταν ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, ὁραματιστές. Αὐτός εἶναι ὁ δρόμος ποὺ μέ ὁδήγησε ἀρκετά νωρίς στήν ἰδέα αὐτοῦ ποὺ τώρα ὀνομάζω «νεοπατερική σύνθεση». Ὀφείλει νά εἶναι κάτι πολύ περισσότερο ἀπό συλλογή Πατερικῶν ρητῶν καί διατυπώσεων. Πρέπει νά εἶναι μία σύνθεση, μία δημιουργική ἐπανεπιβεβαίωση ὅλων ἐκείνων τῶν ἐνοράσεων ποὺ χορηγήθηκαν στούς ἁγίους τοῦ παρελθόντος. Πρέπει νά εἶναι Πατερική, πίστη στό πνεῦμα καί τό δράμα τῶν Πατέρων – ad mentem Patrum. Ἀλλά ταυτόχρονα, πρέπει νά εἶναι καί νεοπατερική, καθώς ἀπευθύνεται στή νέα ἐποχή, μέ τά δικά της προβλήματα καί ἐρωτηματικά. Μ΄ αὐτό τό πνεῦμα καί μ΄ αὐτόν τόν τρόπο ἔγραψα, ἤδη τριάντα χρόνια πρίν, τίς δύο θεολογικές μου ἐργασίες, γιά τό Δόγμα τῆς Δημιουργίας καί τό Δόγμα τῆς Ἀπολύτρωσης, τίς ὁποῖες ἀκόμη θεωρῶ τά μεγαλύτερα ἐπιτεύγματά μου, καί ἴσως τά μοναδικά.

Δυστυχῶς, λίγο ἀργότερα περισπάστηκα. Δέν μπόρεσα νά ἀντισταθῶ στούς πειρασμούς. Ἄφησα τή δουλειά μου πάνω στούς Πατέρες ἡμιτελῆ: ἀπό τούς πέντε προγραμματισμένους τόμους, μόνο δύο ὁλοκληρώθηκαν, κι αὐτοί στίς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ ΄30. Ἀντί νά ὁλοκληρώσω αὐτή τή δουλειά, στράφηκα στή ρωσική θεολογία καί αὐτή ἡ μελέτη ὁλοκληρώθηκε τήν παραμονή ἀκριβῶς τοῦ πρόσφατου πολέμου. Αὐτή ἡ μελέτη, ὅμως, ἀποδείχθηκε ἔργο μᾶλλον ἀποδόμησης παρά οἰκοδόμησης. Τήν ἴδια ἐποχή ἐμπλεκόμουν σέ διάφορες οἰκουμενικές δραστηριότητες, στήν ἀρχή σέ περιορισμένη κλίμακα. Γιά πολλά χρόνια περνοῦσα τίς καλοκαιρινές μου διακοπές στήν Ἀγγλία, ἐξηγώντας τήν Ὀρθοδοξία σέ Ἀγγλικανούς φοιτητές καί λαϊκούς, καί ταξιδεύοντας ἀπό κολλέγιο σέ κολλέγιο καί ἀπό πόλη σέ πόλη. Ἀργότερα ἀναμίχθηκα στή μείζονα οἰκουμενική κίνηση τῆς «Πίστης καί Τάξης».

Δέν μετανιώνω γιά ὅλα αὐτά, γιά αὐτοῦ τοῦ εἴδους τίς «παρακάμψεις». Ἐπίσης ἀπήλαυσα πάρα πολύ τή διδασκαλία, στά χρόνια του πολέμου, στά ρωσικά σχολεῖα δευτεροβάθμιας ἐκπαίδευσης, στήν Bela Crkva καί στό Βελιγράδι. Ἔμαθα πολλά διδάσκοντας. Καί ἀνακάλυψα ὅτι ἡ διδασκαλία εἶναι, καί πρέπει νά εἶναι, κάτι παραπάνω ἀπό παροχή γνώσης. Ὁ δάσκαλος ἔχει νά διδάξει ζωντανά πρόσωπα, ἀδελφούς καί ἀδελφές του ἐν Χριστῷ, καί νά τούς διδάξει γιά τή ζωή, γιά τήν αἰώνια ζωή ἐν τέλει. Ἀκόμη καί ὡς δάσκαλος, πρέπει κανείς νά παραμένει μαθητής, κάτι ποὺ πράγματι εἶναι ἀναπόφευκτο.

Μοῦ ἀρέσει νά μαθαίνω. Μοῦ ἀρέσει νά παραμένω in statu pupilari [σέ κατάσταση μαθητείας]. Δέν εἶναι μήπως ἡ ἀνώτερη βαθμίδα τό νά εἶσαι μαθητής, μαθητής τοῦ ἑνός καί μόνου Κυρίου, τοῦ μόνου στόν ὁποῖο ἀνήκει δικαιωματικά ὁ τίτλος τοῦ Διδασκάλου; Κανένας μέσα στήν Ἐκκλησία δέν πρέπει νά θεωρεῖ τόν ἑαυτό του δάσκαλο. Ὁ μόνος Διδάσκαλος εἶναι ὁ Χριστός. Ὅμως, καί πόσα ἔχουν μείνει ἀπραγματοποίητα! Ἔγραψα λιγότερα ἀπό ὅσα ὄφειλα ἤ μποροῦσα πιθανόν νά γράψω. Καί τώρα προφανῶς εἶναι πιά πολύ ἀργά. Ἐλπίζω, ὅμως, ὅτι θά μοῦ δοθεῖ ὁ χρόνος νά συντάξω τή «θεολογική διαθήκη» μου καί νά μεταφέρω τή βαθειά μου ἔγνοια γιά τίς μέλλουσες γενιές.





Αὐτή ἡ διαθήκη περιλαμβάνει τρία κύρια σημεῖα.

Πρῶτον, ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία πρέπει νά εἶναι μία ἱστορική θεολογία. Ἕνας διακεκριμένος Βρετανός ἱστορικός εἶπε πρόσφατα: «Ὁ Χριστιανισμός εἶναι μία καθημερινή πρόσκληση στή μελέτη τῆς ἱστορίας» (F. Μ. Powicke). Κι ἕνας ἄλλος σύγχρονος ἐρευνητής ὑποστήριξε, πολύ σωστά, ὅτι «ἐμεῖς οἱ χριστιανοί δέν πιστεύουμε σέ ἰδέες, ἀλλά σέ ἕνα Πρόσωπο» (Dom Ansgar Venier) καί αὐτό τό πρόσωπο εἶναι ὁ ἀγαπημένος μας Κύριος καί Σωτήρας, Ἰησοῦς Χριστός. Ἡ Θεολογία δέν εἶναι διαλεκτική ἐννοιῶν, ἀλλά ὁμολογία πίστης. Ὁ Θεός μας εἶναι Θεός δρῶν, ὁ ὁποῖος δρᾶ στήν ἱστορία, ἀπό τή δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου, συνεχίζει νά δρᾶ στίς ζωές μας καί θά συνεχίζει νά δρᾶ μέχρι ὁ Κριτής νά ἔρθει γιά νά ἐλέγξει ζώντας καί νεκρούς. Ἡ Θεολογία εἶναι ἑπομένως ἡ μελέτη τῶν θείων πράξεων.

Δεύτερον, καθώς μελετᾶμε αὐτές τίς πράξεις τοῦ Θεοῦ ἐρχόμαστε ἀντιμέτωποι μέ αὐτό ποὺ ἔχει εὔστοχα περιγραφεῖ ἀπό τόν Gerhardt Kittel ὡς «τό σκάνδαλο τῆς ἰδιαιτερότητας». Ἡ σωτηρία «ἐκ τῶν ἑβραίων ἐστιν» καί κηρύχτηκε στόν κόσμο στήν ἑλληνική γλώσσα. Πράγματι, τό νά εἶσαι Χριστιανός σημαίνει νά εἶσαι Ἕλληνας, ἐφόσον ἡ βασική μας αὐθεντία θά εἶναι γιά πάντα ἕνα ἑλληνικό βιβλίο, ἡ Καινή Διαθήκη. Τό χριστιανικό μήνυμα ἔχει διά παντός διατυπωθεῖ σέ ἑλληνικές κατηγορίες. Αὐτό μέ καμιά ἔννοια δέν σήμανε συνολική πρόσληψη τοῦ Ἑλληνισμοῦ καθαυτοῦ, ἀλλά ἀνατομία τοῦ ἑλληνισμοῦ. Τό παλιό ἔπρεπε νά πεθάνει, τό νέο ὅμως παρέμενε ἑλληνικό: ὁ χριστιανικός Ἑλληνισμός τῆς δογματικῆς μας, ἀπό τήν Καινή Διαθήκη μέχρι τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ἤ μᾶλλον μέχρι σήμερα. Προσωπικά εἶμαι ἀποφασισμένος νά ὑπερασπιστῶ αὐτή τή θέση, καί μάλιστα σέ δύο διαφορετικά μέτωπα: καί κατά τῆς ὄψιμης ἀναβίωσης τοῦ ἑβραϊσμοῦ, καί κατά ὅλων τῶν προσπαθειῶν ἐπαναδιατύπωσης δογμάτων σέ κατηγορίες σύγχρονων φιλοσοφιῶν, εἴτε γερμανικῶν, εἴτε δανέζικων, εἴτε γαλλικῶν (Χέγκελ, Χάϊντεγκερ, Κίρκεργκωρ, Μπέργκσον, Teilhard de Chardin), καί σέ κατηγορίες τοῦ ὑποτιθέμενου Σλαβικοῦ πνεύματος. Ἡ θέση μου, ὁμολογουμένως, χρειάζεται ἀκριβολογία καί ἀνάλυση, ἀλλά αὐτό δέν εἶναι τοῦ παρόντος.

Τρίτο καί τελευταῖο, πρέπει νά θεολογοῦμε ὄχι γιά νά ἱκανοποιοῦμε τή διανοητική μας περιέργεια, θεμιτό καί ἄν εἶναι αὐτό, ἀλλά γιά νά ζοῦμε, νά ἔχουμε ζωή περισσή ἐν τῇ Ἀληθείᾳ, ἡ ὁποία, τελικά, δέν εἶναι ἕνα σύστημα ἰδεῶν, ἀλλά ἕνα Πρόσωπο, ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Στό ζήτημα αὐτό μόνο οἱ Πατέρες μποροῦν νά εἶναι σίγουροι καί ἀσφαλεῖς ὁδηγοί.

Ὅλα αὐτά ἀποτελοῦν ἕνα πρόγραμμα. Εἶναι τό πρόγραμμα βάσει τοῦ ὁποίου ἐγώ πορεύτηκα στό λογικό μου ἐγχείρημα. Τώρα, μόνη μου ἐλπίδα εἶναι ὅτι ὁ Κύριός μας ἀγκαλιάζει ἀκόμη καί τίς προθέσεις μας.

Πηγή: http://www.agiazoni.gr