"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ᾿Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ᾿Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 13 Οκτωβρίου 2010

ΑΡΙΘΜΟΣ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ τοῦ ᾿Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου




 "Ο γραφειοκράτης πλάθεται σιγά σιγά, τυποποιεῖται, ἀποτελειώνει, ὡριμάζει ἴσαμε πού νά σαπίσει κι ὅταν – σαπίσει ἤ λίγο πρωτύτερα, παίρνει σύνταξη.  Κ᾿ ἐπειδή ὁλόκληρος δέν εἶναι τίποτε ἄλλλο παρά ἕνα ἀρχεῖο, ἕνα ντουλάπι μέ ἄχρηστα χαρτιά, ἕνα ἀνοιγμένο συρτάρι, ἐξαερώνεται, ἐκμηδενίζεται, ἀκυρώνεται, -καί πεθαίνει."


῾Η μέγγενη τῆς γραφειοκρατίας

 
   Μπορεῖ ν᾿ ἀναρωτηθεῖ ὁ ἀναγνώστης ποιά θέση κατέχει ἡ γραφειοκρατία σέ μιά σειρά συνοπτικά κεφάλαια, πού προσπαθοῦν νά συλλάβουν τό νόημα τῶν καιρῶν. ῎Αλλωστε, ἔχει μέ τόση δριμύτητα στηλιτευθεῖ ἡ γραφειοκρατία κ᾿ ἔχει τόσες φορές ἀναγγελθεῖ ὁ «ὁριστικός ἀφανισμός της μέ αὐστηρά κυβερνητικά μέτρα-καί ὄχι μόνο ἐδῶ σ᾿ ἐμᾶς, σέ ὅλες περίπου τίς χῶρες- ὥστε, μέ κάποιο δίκιο, νά θεωρεῖ ὁ καθένας πώς δέν ὑπάρχει πιά ζήτημα. Κι ὡστόσο, τό ζήτημα ὑπάρχει καί ἀντιπροσωπεύει μιά ζέουσα πάντα ἐπικαιρότητα, ἀκόμη κι ὅπου οἱ μηχανογραφικές ὑπηρεσίες εἶναι ἀρτιότατα ὀργανωμένες καί οἱ ἄφθονοι ἠλεκτρονικοί ἐγκέφαλοι ἐξυπηρετοῦν κατά θαυμάσιο τρόπο ἀνάγκες πολύπλοκες. Εἶναι ἀλήθεια ν᾿ ἀπορεῖ κανείς, ὅσο κι ἄν εἶναι κατατοπισμένος, μέ τήν ταχύτητα, τήν ἀκρίβεια καί τή φαινομενική ἐπινοητικότητα τῶν ἠλεκτρονικῶν ἐγκεφάλων. Μόνο πού δυσκολεύεται, ἄν ἔχει ἴχνος εὐαισθησίας, νά συλλογισθεῖ πώς αὐτά τά ἀκαλαίσθητα κασόνια, τά ἑτεροδίαιτα, μποροῦν ποτέ νά ἀντικαταστήσουν τόν ἄνθρωπο, ἕνα κεφάλι ἀνθρώπινο,  συχνά καλοσχεδιασμένο ἀπό τή φύση καί τή ζωή, ζωντανό, εὐκίνητο, γεμάτο ἀνησυχία, στοχασμό καί θέρμη, ἱκανό γιά τό πιό γοητευτικό ἀπρόοπτο· ν᾿ ἀντικαταστήσουν τό λόγο, αὐτό τό ἀνεξάντλητο θαῦμα, ἀκόμα κι ὅταν τόν κακομεταχειρίζονται οἱ ρυπαροί καί ἀδαεῖς· νά πλάσουν τήν ποίηση, πού κάθε λέξη της τρέμει, τρεμοφεγγίζει, τρεμοσαλεύει στήν κατάψηλη κορυφή τῆς ψυχῆς.
  ῾Η γραφειοκρατία δέν εἶναι, καθώς συχνά συνηθίζουμε γι᾿ ἄλλες ἐκδηλώσεις νά λέμε, τόσο ἀρχαία ὅσο καί ὁ ἄνθρωπος. ῞Οταν ἡ γραφή εἴταν ἄγνωστη, ἀλλά καί ὅταν ἡ γραφή εἴταν δύσκολη, ἡ γραφειοκρατία, μοιραῖα, δέν εἶχε τρόπο νά ὑπάρξει. Καί ὁ ἄνθρωπος τῆς ἐξουσίας ἔβρισκε ἄλλα μέσα γιά νά βασανίζει τόν συνάνθρωπό του· γιατί ἔπρεπε ὁπωσδήποτε νά τόν βασανίζει, γιά νά νιώθει καί ὁ ἴδιος πώς κατέχει τήν ἐξουσία. Στούς καιρούς μας οἱ τρόποι τοῦ βασανισμοῦ εἶναι ἄπειροι κ᾿ ἐπιστημονικά ὀργανωμένοι, ὥστε νά γίνονται πιό ἀποτελεσματικοί. ᾿Αλλ᾿ ἔχει προστεθεῖ καί ἡ γραφειοκρατία. ῞Οπου μοῦ ἔλαχε νά ταξιδέψω, κ᾿ ἔχω ταψιδέψει κάμποσο, δέν ἄκουσα παρά τούτη μόνο τή φράση: «πρέπει νά λυτρωθοῦμε ἀπό τήν γραφειοκρατία». Μόνο στήν ᾿Αγγλία ἤ τήν ᾿Ελβετία δέν τήν ἄκουσα, γιατί ἐκεῖ νομίζω πώς ἀληθινά δέν ὑπάρχει γραφειοκρατία.῎Εμαθα πώς δέν ὑπάρχει καί στήν Αὐστραλία. Δέν μπορῶ νά τό ἐπιβεβαιώσω. Τό αὐτονόητο εἶναι ὅτι ὅπου ὁ κρατικός παρεμβατισμός εἶναι πληρέστερος καί ἡ γραφειοκρατία, κατά φυσική συνέπεια, γίνεται εὐρύτερη καί εἰσχωρεῖ σέ μεγαλύτερο βάθος. Καί δέν εἶναι καθόλου ἁπλή ὑπόθεση. ῾Υπάρχουν, καί σέ ὅλους τούς τόπους τῆς γῆς, μερικοί ἀπό γεννησιμιοῦ τους ἀνόητοι, ὄχι ἀπό προοδευτική μαλάκυνση τοῦ ἐγκεφάλου, πού σχεδόν αἰσθάνονται εὐχαρίστηση νά τρέχουν ἀπό ὑπηρεσία σέ ὑπηρεσία καί νά μαζεύουν πιστοποιητικά, καμαρώνοντας πώς ἔχουν νά κάμουν μέ «ὑποθέσεις», μέ «ἐξουσίες», μέ «τρεχάματα». Οἱ διαστροφές, καθώς ξέρουμε, εἶναι πολλές καί πολύμορφες. ᾿Αποκτοῦν ὀντότητα αὐτοί οἱ ἠλίθιοι μόνο καί μόνο γιατί ἔρχονται σ᾿  ἐπαφή μέ μιά δημόσια ὑπηρεσία. Καθώς ὁ ἥρωας τοῦ Χάμσουν πού φόρεσε τήν καινούργια του γούνα κατακαλόκαιρα καί πῆγε στήν ἐκκλησιά, γιά νά τόν θαυμάσουν οἱ συντοπίτες του. Δέν εἶχε μήτε τήν ὑπομονή ν᾿ ἀφήσει νάρθει ὁ χειμώνας. Οἱ ἄλλοι ὅλοι, οἱ ἄνθρωποι τῆς καθημερινῆς ζωῆς, οἱ ἄνθρωποι πού διεκδικοῦν κάποια δικαιώματα ἤ πού ἐκπληρώνουν κάποιες ὑποχρεώσεις (γιατί καί τίς ὑποχρεώσεις σου, ἄν ἔχεις τήν προαίρεση πρόθυμα νά ἐκπληρώσεις, θά ταλαιπωρηθεῖς), νιώθουν τήν κάθε στιγμή τήν ὕπαρξή τους ὁλόκληρη ἐξουθενωμένη ἀπό τήν γραφειοκρατία. Γιατί, ἄς ποῦμε, ὅταν κάθε λίγο καί λιγάκι σέ ἀναγκάζουν ν᾿  ἀποδείξεις ὅτι ὑπάρχεις, ὅτι δέν ἔχεις πεθάνει, καί δέν τούς ἀρκεῖ μήτε  ἡ φυσική παρουσία σου μήτε ἡ ταυτότητά σου, ἡ ζημιά πού σοῦ γίνεται δέν εἶναι ἀσήμαντη· σοῦ δημιουργεῖ ἕνα ψυχικό περιστατικό πού ἔρχεται νά προστεθεῖ σέ ὅλα τ᾿ ἄλλα καί νά σέ κατακερματίσει. Θυμοῦμαι μιά δική μου περίπτωση: ἐπρόκειτο, φυσικά, γιά μιά ὁλωσδιόλου  τυπική ὑπόθεση· κάτι ἤμουν ὑποχρεωμένος (σημειώνω τό ὑποχρεωμένος) νά ζητήσω καί κάτι  ἡ ὑπηρεσία εἴταν ὑποχρεωμένη (τό σημειώνω καί πάλι) νά μοῦ χορηγήσει. ᾿Αλλ’ ἔπρεπε νά τό ζητήσω αὐτοπρόσωπα, ἐφοδιασμένος μέ δυό τρία πιστοποιητικά. ῎Εγιναν ὅλα, ὅπως  ἀπαιτοῦσε ὁ νόμος. Μόνο πού ὁ νόμος δέν εἶναι γράμμα νεκρό· εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ἕνας ἄνθρωπος, ἕνας ὑπάλληλος. Τήν πρώτη μέρα ἔτυχε ν᾿ ἀπουσιάζει, δικαίωμά του. Τήν δεύτερη μέρα ἔτυχε πάλι ν᾿ ἀπουσιάζει, περίπου δικαίωμά του. Τήν Τρίτη μέρα δέν πῆγα, δικαίωμά μου. Τήν τέταρτη, τέλος, ἔγινε ἡ ἱστορική συνάντηση. ᾿Ακούγοντας τ᾿ ὄνομά μου, μ᾿ ἔβαλε νά καθήσω χαμογελώντας. Φαίνεται πώς τόν ἐνδιέφεραν τά γράμματα (ὅλοι αὐτοί πού τούς ἐνδιαφέρουν τά γράμματα εἶναι κρυπτοποιητές, καί τό πρᾶγμα δέν ἀπομένει χωρίς συνέπειες)· περίμενα μισή ὥρα, μέ ἄκουσε καί μοῦ ζήτησε ἄλλα τρία πιστοποιητικά.
   -῎Ας μήν ἀσχοληθοῦμε πιά μέ τήν ὑπόθεση, τοῦ ἀποκρίθηκα.
   -Μά εἶναι διακαίωμά σας νά τήν πάρετε τήν ἄδεια, μοῦ εἶπε, πάντα χαμογελώντας.
  ῎Ας μένει. ῎Αν πρόκειται νά ἐξοντωθῶ κυνηγώντας πιστοποιητικά (καί ξέρετε, φυσικά, τί σημαίνει ἔκδοση πιστοποιητικοῦ), προτιμῶ νά διατηρήσω τήν ψυχική καί πνευματική ἠρεμία μου.
   Τόν ἀποχαιρέτησα κ᾿ ἔφυγα.
    ᾿Αλλά μποροῦν ὅλοι νά φύγουν; Θυμήθηκα αὐτό τό περιστατικό, γιά νά τονίσω πώς ἡ μέγγενη τῆς γραφειοκρατίας εἶναι ἕνα ὄργανο βασανισμοῦ ὄχι ἀπό τά ἀσημαντότερα. ῎Αν μποροῦσε νά γίνει μιά στατιστική καί νά μᾶς πεῖ πόσες ὧρες χαμένες ἀντιστοιχοῦν στίς γραφειοκρατικές  διατυπώσεις καί πόση ἀνάλωση ψυχικοῦ καί πνευματικοῦ ἀποταμιεύματος, θά βλέπαμε ὁλοκάθαρα τόν ἐκμηδενισμό τοῦ ἀνθρώπου πού προκαλεῖ ἀνελέητα καί μεθοδικά, θυμίζοντάς του τήν κάθε στιγμή πώς εἶναι ἐξαρτημένο πλάσμα. Αὐτή ἡ ἐξάρτηση εἶναι μιά ἀπέραντη τραγωδία. Κατόρθωσε νά τή  συλλάβει ἡ τραγική φαντασία τοῦ Φράνς Κάφκα, ἀποκαθιστώντας την στίς πραγματικές διαστάσεις της. Καί εἶναι πού εἶναι ἐξαρτημένο πλάσμα ὁ ἄνθρωπος. ῾Η γραφειοκρατία τό κάνει τοῦτο αἰσθητότερο, ὀδυνηρότερο, ταπεινοτικότερο.῾Η γραφειοκρατία προσβάλλει τήν προσωπική σου ἀξιοπρέπεια. ῎Αν δέν ἔχεις ἕνα χαρτί ὑπογραμμένο, ἀπό ἕνα ράθυμο ὑπάλληλο, ἐπιβεβαιωμένο ἀπό ἄλλους τρεῖς ὑπαλλήλους,  σφραγισμένο ἀπό τούς ἴδιους ἤ ἀπό ἕνα πέμπτο ὑπάλληλο (κάθε ὑπάλληλος  πρέπει, ἐπιτέλους, νά δικαιολογεῖ σέ τοῦτο τό μάταιο κόσμο τήν ὑπόστασή του), δέν εἶσαι τίποτε. Στό τέλος, πιστεύεις, πώς δέν εἶσαι παρά αὐτό τό χαρτί. Παρακολουθεῖς τόν πρῶτο ὑπάλληλο νά τό συμπληρώνει μέ τήν ὑπηρεσιακή του ἐμβρίθεια καί μέ τίς ἐμβριθέστερες ἀκόμη ἀνορθογραφίες του καί νιώθεις πώς ἐκείνη τήν ὥρα δημιουργεῖσαι, γίνεσαι ὑπαρκτό πρόσωπο, ἔχεις κάποιο δικαίωμα στή ζωή.
   Γιά τοῦτο πρέπει νά εἴμαστε βέβαιοι πώς ἡ γραφειοκρατία ἔχει μεταφυσικές προεκτάσεις. Δέν εἶναι μιά τυπική διαδικασία πού καταπονεῖ τό σῶμα. Εἶναι ἕνας ἀσταμάτητος ἐξευτελισμός τοῦ ἀνθρώπου, πού δέν περιορίζεται σέ μιά σχέση καθαρά ὑπηρεσιακή. ῞Οταν συμβαίνει μάλιστα, καί συμβαίνει τοῦτο πολύ συχνά,  τά ἐρωτήματα πού σοῦ προτείνουν νά συμπληρώσεις εἶναι ὁλωσδιόλου ἄσχετα πρός τήν ὑπόθεσή σου, ὁλωσδιόλου ἀσήμαντα καί βλακώδη. Κι ὅταν ἀναγκάζεσαι ν᾿ ἀνταποκριθεῖς σέ βλακώδη ἐρωτήματα, γίνεσαι κι ἐσύ κατά ἕνα ποσοστό, ὅσο κι ἄν ἀντιστέκεσαι ἀπό μέσα σου, ἠλίθιος. ῾Ωστόσο, δέν πρέπει νά ξεγελιούμαστε. ῾Η γραφειοκρατία, κατά γενική θεώρηση, εἶναι ἔλλειψη ἐμπιστοσύνης. ῾Ο ὑπάλληλος,  δηλαδή τό κράτος, δηλαδή ὁ νόμος, ἀπό τή στιγμή πού θά πέσεις στό ὀπτικό τους πεδίο, θά σέ κοιτάξουν μέ δυσπιστία: εἶσαι ἔνοχος ἴσαμε πού ν᾿ ἀποδειχθεῖ  πώς εἶσαι ἀθῶος. ᾿Ενῶ τό ἀντίθετο, φυσικά, εἶναι τό σωστό:νά εἶσαι ἀθῶος ἴσαμε πού ν᾿ ἀποδειχθεῖ πώς εἶσαι ἔνοχος. Καί νά μή χρειάζεται ν᾿ ἀποδείξεις πώς δέν ἔχεις κάμει καμιά παράβαση· αὐτό πρέπει νά σοῦ τό ἀποδείξει καί μέ ἀκαταμάχητα τεκμήρια ἡ ἐξουσία. Δέν εἶναι, βέβαια, ὁ λόγος ἐδῶ γιά ἐγληματικές πράξεις· ἀλλά γιά τήν καθημερινή ἐπαφή τοῦ πολίτη μέ τό κράτος. Καί δέν εἶναι καμιά νά μεταμορφώνεσαι σέ ἀριθμό πρωτοκόλλου, γιά νά ὑπάρξεις. ᾿Αλλά πίσω ἀπό τόν ἀριθμό πρωτοκόλλου ἐνεδρεύει ὁ γραφειοκράτης. ῾Η γραφειοκρατία, ἀκόμη καί ἡ βασανιστικότερη, ἐξανθρωπίζεται, ὅταν λείπει ὁ γνήσιος γραφειοκράτης.
 Καί τί εἶναι ὁ γραφειοκράτης; Ἕνα ἀνθρώπινο σαπρόφυτο πού εὐδοκιμεῖ σέ ὅλες τίς ζῶνες τῆς γῆς, τίς εὔκρατες (ἐκεῖ μέ περισσότερη κλιματολογική ἄνεση), τίς διακεκαυμένες καί τίς κατεψυγμένες. ῞Οπου κι ἄν λάχει νά βρεθεῖτε, θά τόν συναπαντήσετε πίσω ἀπό μιά τρύπα ταμείου, ἀπό ἕνα τραπέζι γραφείου, δίπλα σ᾿ ἕνα ντουλάπι, μ᾿ ἕνα ἀνοικτό συρτάρι ἀπάνου στήν κοιλιά του- ἡ γραφειοκρατία ἔχει τή δική της κινητική, τήν ἐθυμοτυπία της, μιά «συμπεριφορά», πού κερδίζεται μέ κόπο καί μόχθο μέσα σέ χρόνια καί χρόνια. ῾Ο γραφειοκράτης πλάθεται σιγά σιγά, τυποποιεῖται, ἀποτελειώνει, ὡριμάζει ἴσαμε πού νά σαπίσει κι ὅταν – σαπίσει ἤ λίγο πρωτύτερα, παίρνει σύνταξη.  Κ᾿ ἐπειδή ὁλόκληρος δέν εἶναι τίποτε ἄλλλο παρά ἕνα ἀρχεῖο, ἕνα ντουλάπι μέ ἄχρηστα χαρτιά, ἕνα ἀνοιγμένο συρτάρι, ἐξαερώνεται, ἐκμηδενίζεται, ἀκυρώνεται, -καί πεθαίνει. Πῶς, ἄλλωστε, νά ὑπάρξει, ἀφοῦ δέν ἔχει πιά νά βασανίζει παρά μόνο τούς σπιτικούς του καί τούς γειτόνους; ᾿Αλλά δέν πρέπει νά νομίσει κανείς πώς εἶναι εὔκολο πράμα νά γίνει σωστός γραφειοκράτης. Χρειάζονται προσόντα ἔμφυτα καί ἐπίκτητα-καί ὄχι λίγα. Πρῶτα πρῶτα πρέπει νά εἶναι ἄδειος ἀπό μέσα του· νά ἔχει πολλά ὀνειροπολήσει καί νά μήν τοῦ ἔχει ἀπομείνει τίποτε. Οἱ πεθαμένες φιλοδοξίες, οἱ ἄκαρπες προσπάθειες, ἡ συνείδηση, θολή ἤ καθαρή, τῆς ἀδυναμίας νά ζήσει τή ζωή, ὅλα αὐτά καί πολλά ἄλλα τόν μεταμορφώνουν σιγά σιγά σ᾿ ἕνα πλάσμα οὐσιαστικά ἀνύπαρκτο, πού ξαναζωντανεύει κατά διαλείμματα:τή στιγμή, ἔξαφνα, πού συντάσσει μιά ἐγκύκλιο, τή στιγμή πού ζητεῖ ἕνα βουνό πιστοποιητικά καί τήν ὑπέρτατη στιγμή, ἐκεῖ πιά βρίσκεται ἡ ἀποθέωσή του, πού περιπλέκει τόσο τά πράματα, ὥστε νά μπερδεύεται κ᾿ ἐκεῖνος ἀνάμεσά τους. ῞Οπως οἱ πρόσκοποι ἔχουν γιά σῆμα τους τή φράση «ἔσο ἕτοιμος», ἔχει κι ὁ γραφειοκράτης τό ἔμβλημά του: «τό περάστε αὔριο» ἤ «περάστε σέ καμιά ἑβδομάδα»· καί στίς τυπικότερες περιπτώσεις: «πέρασε  αὔριο» ἤ πέρασε σέ μιά βδομάδα». ῾Ο ἑνικός σημειώνει τήν ἀφετηρία τοῦ προοδευτικοῦ ἐξευτελισμοῦ τοῦ θύματος. Καθώς ἡ ἀράχνη, στήνει καί ἡ γραφειοκρατία μέ φιλόπονη μεθοδικότητα τόν ἱστό της· ἅμα σέ πιάσει, θά προσπαθήσει νά μή σέ ἀφήσει ἴσαμε πού νά σ᾿ ἀφαιμάξει ὁριστικά.
᾿Από ὅλα τοῦτα συμπεραίνεται εὔκολα πώς ὁ γραφειοκράτης εἶναι ἕνας ἀποτυχημένος. Τόν βασανίζουν, εἴτε τό νιώθει εἴτε ὄχι, ἕνα πλήθος ἀπωθήσεις. Οἱ ἐγκύκλιοι, οἱ στατιστικές, τά βιβλία τοῦ πρωτοκόλλου, οἱ φάκελοι μέ τ᾿ ἀναρίθμητα πιστοποιητικά ἕνας διορατικός θά μποροῦσε νά πεῖ πώς ἀποτελοῦν ἱστοριες ζωῆς, ὁλόκληρα μυθιστόρήματα μέ συγκλονιστικό ὑπέδαφος:ἀθλιότητες τῆς παιδικῆς καί τῆς νεανικῆς ἡλικίας, ἀρρώστιες χρόνιες καί ἀνίατες, ἐρωτικές ἀποτυχίες, ἀπουσία οἰκογενειακῆς θαλπωρῆς, ἐπιστημονική ἀνεπάρκεια, ἀγοραφοβία, ἔμφυτη ἤ ἐπίκτητη ἀπαισιοδοξία ἀποτελοῦν κατάλληλα ὑλικά, γιά νά δημιουργηθεῖ ὁ γραφειοκράτης, ἕνας ἄνθρωπος πού πάει νά γίνει ρομπότ καί πού θέλει νά μεταμορφώσει σέ ρομπότ καί τούς ἄλλους. ῾Η ἐμβρίθειά του δέν εἶναι παρά ἕνα προπέτασμα, πού ἀποσκεπάζει τήν κενότητά του.  Στίς χειρότερες περιπτώσεις παρατηροῦμε καί τήν ἐμφάνιση ὅλων τῶν χαρακτηριστικῶν τοῦ σαδισμοῦ. ᾿Εκεῖ πιά  ὁ γραφειοκράτης ἀποκαλύπτεται σέ ὅλο τό μέγεθος τῆς μνησικακίας, τῆς χαιρεκακίας, τῆς κακοπιστίας καί τῆς παντοδαπῆς μοχθηρίας του. ῾Ηδονίζεται πίνοντας μελάνι καί καταβροχθίζοντας ἀριθμούς πρωτοκόλλου, ἀφοῦ πρῶτα, φυσικά, μεταμορφώσει τούς πάντες σέ ἀριθμούς πρωτοκόλλου.
   ῎Ας μοῦ ἐπιτραπεῖ ν᾿ ἀναφερθῶ καί στίς στατιστικές ὑπηρεσίες, δέ μιλῶ γιά τή δική μας μόνο, ὅλου τοῦ κόσμου· ἀκόμη καί γιά τίς μεγαλοπρεπέστατες ἐκεῖνες πού κατοικοεδρεύουν στή Νέα ῾Υόρκη, στόν ᾿Οργανισμό ῾Ενωμένων ᾿Εθνῶν, καί στό παράρτημά του, στήν Γενεύη, στά λαμπρά οἰκοδομήματα τῆς παλιᾶς Κοινωνίας τῶν ᾿Εθνῶν. Καί ἡ Κ.Τ.Ε. καί ὁ Ο.Η.Ε. ἀποτελοῦν, ἀπό τήν ἄποψη τούτη, ἀληθινά μνημεῖα γραφειοκρατικῆς δραστηριότητας πού στοιχίζει πανάκριβα στούς λαούς. Οἱ στατιστικές πού ἔχουν ἴσαμε τώρα καταρτισθεῖ μποροῦν, φύλλο τό φύλλο, νά σκεπάσουν πολλές φορές τόν ᾿Ισημερινό τῆς Γῆς. Δέν ἔχω τή διάθεση νἀ ἰσχυρισθῶ πώς εἶναι ἄχρηστες. ῾Ολωσδιόλου ἀντίθετα, ἐπιθυμῶ νά δηλώσω πώς αἰσθάνομαι πολλή ἐκτίμηση πρός τή χρησιμότητα τῆς στατιστικῆς, πού δέν εἶναι μόνο μιά πολύπλευρη γραφειοκρατία, ἀλλά καί μιά σοφή ἐπιστήμη, μολονότι, καθώς εἶπε ἕνας ἔξυπνος ἄνθρωπος πού δέ θυμοῦμαι πιά τ᾿ ὄνομά του, ἡ στατιστική ἀποκαλύπτει τά πάντα ἔξω ἀπό τά οὐσιώδη.
   ῾Η λεπτολογία πολλῶν στατιστικῶν ἐρωτηματολογίων μπορεῖ νά φέρει ἕνα σωστό ἄνθρωπο σέ ἀπόγνωση· καί ἡ ἐμφανέστατη ἠλιθιότητά τους  σέ δεινή ἀμηχανία. Εἶναι νά θαυμάζει κανείς καμιά φορά τί σοφίζονται οἱ στατιστικοί νά ρωτήσουν. Καί σέ τί ζητήματα φαίνονται ν᾿ ἀποδίδουν τεράστια σημασία –καί μέ τρόπο μάλιστα πού σέ κάνει νά ντρέπεσαι γιά τή σοβαρότητά τους. Δέ νομίζω, ὡστόσο, πώς ὁ προορισμός τοῦ ἀνθρώπου ἐπάνω σέ τούτη τή γής εἶναι ἡ ἀσταμάτητη ἀπόκριση σέ ἀσταμάτητα στατιστικά ἐρωτήματα. Καί τό χειρότερο εἶναι πού τ᾿ ἀποτελέσματα τῶν στατιστικῶν ἐρευνῶν ἀποδείχνονται συχνά ἄσχετα πρός τήν πραγματικότητα. Εἴτε γιατί ὅσοι ρωτιοῦνται ἀποφεύγουν νά γράψουν τήν ἀλήθεια ἀπό βαριεστημάρα ἤ ἀπό ὑπολογισμό, εἴτε γιατί δέν ὑπάρχουν οἱ τρόποι νά διακριβωθεῖ ὁ σωστός ἀριθμός τῶν θυμάτων, ἄς ποῦμε τοῦ τυφώνα, τοῦ ἐμφυλίου σπαραγμοῦ καί τῆς χολέρας στό Πακιστάν. ᾿Αλλ᾿ ἄς μή λησμονοῦμε πώς καί ἡ στατιστική στό τέλος γίνεται μέθοδος προσωπικῆς ἀναψυχῆς, ὅπως καί κάθε ἄλλη μορφή γραφειοκρατίας.  ῾Ο στατιστικός ζεῖ πιά γιά τή στατιστική καί ὄχι γιά τίς ὠφέλειες πού προκύπτουν ἀπό τήν ὀρθή καί διεξαγωγή καί χρησιμοποίησή της. Καί ὁ γραφειοκράτης, εἴτε στατιστικός εἴτε ὁποιοσδήποτε ἄλλος εἶναι, παρασύρεται τόσο ἀπό τή γοητεία τοῦ ἔργου του, ὥστε κατασκευάζει μιά ἐγκύκλιο καθώς θά δημιουργοῦσε ἕνα καλλιτέχνημα. Μόνο πού ἡ ἐγκύκλιος ἐπιβάλλει ὑποχρεώσεις, ταλαιπωρεῖ ἤ καί ἐξοντώνει ἀνθρώπους, ἐνῶ τό καλλιτέχνημα προσφέρει ἀνυστερόβουλα καί ἀνεπικύρωτα στήν κοινή εὐχαρίστηση.
Καί  μή νομίσει κανείς πώς καί ὁ ἴδιος ὁ γραφειοκράτης δέν εἶναι συχνά ἕνας αὐτοτιμωρούμενος. ᾿Εργάζεται περισσότερο ἀπό ὅσο εἶναι ὑποχρεωμένος νά ἐργασθεῖ χωρίς πρόσθετη ἀμοιβή, ξοδεύει τίς νύχτες του ἀκοίμητος καί γεμάτος φροντίδα καί στοχασμό γιά νά  τά διατυπώσει ὅλα σωστά, γιά νά μή παραλείψει τίποτε καί γιά νά κάμει κάποια ἐντύπωση. ῎Ανθρωποι κατά τ᾿ ἄλλα ἀπαράγωγοι, μέ μιά σειρά ἐγκυκλίους ἀναρριχήθηκαν σέ ὑψηλότατες θέσεις κι ἀπόκτησαν ἀκτινοβολία πού θάμπωσε τά μάτια τῶν ἁπλοϊκῶν. ᾿Αλλ᾿ ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα νά καταθέσουν τά σύμβολα τῆς ἐξουσίας καί νά παραχωρήσουν τό ἀξίωμά τους σ᾿ ἄλλους σαδιστές, ἄν εἶχαν τήν ἔμπνευση νά ρίξουν μιά ματιά στό ἐσωτερικό τους κόσμο, δέν βρῆκαν παρά ἀριθμούς πρωτοκόλλου. ῾Η ζωντανή ζωή εἶχε γίνει ἐγκύκλιος. Τά πάντα εἶχαν μεταβληθεῖ σέ «παραγγέλλομεν ὅπως...».  Μιά μάταιη περιπέτεια χωρίς φαντασία. Καί ἡ ἐπαγγελματική του παραμόρφωση σιγά σιγά παίρνει τέτοιες διαστάσεις, ὥστε ἡ ὅλη του ὕπαρξη ν᾿ ἀποτελεῖ «ἡδίστην συζυγίαν» βλακείας, ματαιολογίας καί συχνά ἀθέλητης κακοποΐας.

Ι.Μ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ
ΣΚΛΗΡΟΙ ΚΑΙΡΟΙ
῾Η τραγωδία τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα
ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ,
Σελ. 57-65, ΑΘΗΝΑ 1972
᾿Αντιγραφή:᾿Οδυσσεύς
                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                             

Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2010

᾿Επεισόδιο /τοῦ Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου



Το δρομάκι ήταν ήσυχο, σαν απελπισμένο και ορφανεμένο. Μεγάλες λακκούβες  καταμεσής του, γεμάτες νερό της βροχής, θαμποφέγγιζαν κάτω από το αρρωστεμένο ηλιόφωτο, που πάσκιζε να ξεσκίσει την πηχτή συννεφιά. Στην πέρα γωνιά, εκεί που άρχιζε η άσφαλτος του μεγάλου δρόμου, σωριασμένα σκουπίδια, κουρέλια, χαρτιά κι αποκαΐδια και σάπιες φλούδες, ανάδιναν τη βαριά και ξινή μυρουδιά τους. Το κορίτσι κοντά στο παράθυρο προσπαθούσε να συνεφέρει κάποιο κουρέλι με τη βελόνα του. Ένα χειμωνιάτικο πουλάκι στάθηκε στα σκουπίδια, τσίμπησε μια φλούδα και πήγε να κοιτάξει τον κόσμο πάνω από 'να γερμένο κεραμίδι.
Απελπισμένο κι ορφανεμένο ήταν το δρομάκι. Κι έτυχε τότε να 'ρθει και ν' ανασάνει εκεί δα χάμου ο άνθρωπος που περπατούσε από τα βαθιά χαράματα, φέρνοντας λογής λογής φρύγανα και σαρίδια από το βουνό. Μια παλιοκασόνα με δυο ρόδες στο πλάι ήταν το έχει του· τη ζεύτηκε ο ίδιος και το παιδί ίσαμε δεκατεσσάρω χρονώ, την έσπρωχνε από πίσω. Κι ίδρωναν κι αγκομαχούσαν κι οι δυο.  Το μεγάλο παιδί έρεβε δυο μήνες στη φυλακή – μέρα τη μέρα καρτερούσε την εχτέλεση, που θα το λύτρωνε από τα δεινά του. Τα βάσανά του ήταν αμολόγητα, τι βελόνες στα νύχια και τι αναμμένες εφημερίδες και τι σούρσιμο πάνω στα χαλίκια με την κοιλιά – μα εκείνο δεν άνοιγε το στόμα του, μήτε που παραπονιόταν, μήτε που μετάνιωνε για τίποτε, μόνο καρτερούσε ήσυχα την ώρα που θα ‘παιρναν ένα τέλος όλα τούτα, μ’ ένα βόλι στην καρδιά, μ’ ένα βόλι στο καθάριο μέτωπο της θυσίας. Ο χειμώνας ήταν βαρύς, η ντουλάπα με τις ψαλιδισμένες εφημερίδες άδεια, το τζάκι σβηστό – μια μούχλα και μια υγρασία, κάτι σαν την ανάσα της πείνας, είχε κατακάτσει απάνω σ’ όλα και δεν έλεγε να ξεσηκωθεί από κει. Έτσι ο γέρος τ’ αποφάσισε να πάει να μάσει χόρτα και ξύλα. Τόσοι και τόσοι έκαναν κάθε μέρα το ίδιο. Ξεκινούσαν για το βουνό με τα πόδια γυμνά, μ' ένα τσουβάλι στην πλάτη, με μια κασόνα ξεγοφιασμένη·  σαν τύχαινε και μπορούσαν να βοηθήσουν και τα παιδιά, στον πηγεμό τα βάζανε μέσα και τα σούρνανε -κι ύστερα έσπρωχναν κι εκείνα στο γυρισμό από πίσω. Μα ο δρόμος ήταν μακρύς - Θε μου, τι ατέλειωτους δρόμους έχει η γη σου! Κι εκεί έξω τα χωράφια πρασίνιζαν, τα νεράκια μουρμούριζαν, μα η συννεφιά ήταν πάντα βαριά και πηχτή, σαν μια πίκρα που πλάκωνε την καρδιά. Θρήνος σ' έπιανε να κοιτάς τα σπαραγμένα πεύκα, τ' αποκαΐδια, τους μαύρους λόφους που ξεμάκραιναν ίσαμε τη θάλασσα. Οι λοτόμοι ξεστήθιαζαν τις ανηφοριές, ξεχέρσωναν τις λαγκαδιές. Ήταν άλλης λογής άνθρωποι τούτοι! Γέμιζαν τα κάρα τους με τα χοντρά άλογα από το πράσινο δάσος και φεύγανε, φεύγανε τραγουδώντας. Και την άλλη μέρα ξανά· και δεν άφηναν δέντρο για δέντρο, μονάχα τη γη σακατεμένη -και τη νύχτα να τη δέρνει αλύπητα η βροχή και, σα να μην την καταπίνει, σαν να τη βγάζει από τα σπλάχνα της η ίδια, μια θάλασσα δάκρυα και μια λάσπη γλιστερή που γέμιζε πατημασιές, καθώς ανοιχτές λαβωματιές πάνω σ' ένα καταπληγιασμένο κορμί. Και τότε το πάθος των ανθρώπων έσμιγε με το πάθος της γης- χορτάρι δεν πρόφταινε να φυτρώσει κι ο πεινασμένος το συμμάζευε στο σακούλι του τρέμοντας μην τον ξεκρίνει από πουθενά και τον διώξει σαν το τυραγνισμένο σκυλί ο δυνάστης λοτόμoς. Μα, όσο και να πεις, ήταν μια παρηγοριά αυτή η στέρηση που έδενε τον άνθρωπο με τα πράματα κι η πίστη, πως κάποια μέρα πίσω από εκείνους τους λόφους θ' ανέβαινε ένας ήλιος φλογάτος και θα ξυπνούσαν οι τάφοι κι από στεριές κι από θάλασσες θα ξεχυνόταν το καινούριο τραγούδι, μια μέρα χαρούμενη, που δεν θα 'χε πια τελειωμό.

Το καροτσάκι βρισκόταν παρατημένο σύρριζα στο στενό πεζοδρόμιο. Ο άνθρωπος σφούγγιζε τον ιδρώτα του με το κουρελιασμένο μανίκι και το παιδί ξεκουραζόταν κοντά στο παράθυρο, κάτου από το κορίτσι με την ασταμάτητη βελόνα. Το σακούλι με τα χόρτα ήταν γεμάτο και το καροτσάκι ήταν γεμάτο - θα μπορούσαν όπως όπως να την περάσουν και τη μέρα τούτη και τώρα που ανακάλυψαν το βουνό η ελπίδα δεν ήταν χαμένη.  Το παιδί ξέκρινε κιόλας μια φρέσκια φλούδα πορτοκαλιού στα σκουπίδια και χίμηξε να την αρπάξει, σαν να φοβόταν μην τύχει και βρεθεί περαστικός στο ειρηνεμένο δρομάκι και του την πάρει. Κάθισε κει δα πέρα και ξεσκάλιζε· βρήκε κι ένα κόκαλο, πασαλειμμένο παχιά λάσπη και το 'πλυνε στη λακκούβα καταμεσής, στο νερό της βροχής, και το τραγάνιζε ευτυχισμένο. Σ' ένα ξεκοιλιασμένο κουτί κονσέρβας φέγγιζε κάτι σαν υποψία λαδιού και το συμμάζεψε κι εκείνο και το 'δειχνε στον πατέρα του σαν πλούσιο βρετίκι, χάρισμα μοίρας πονόψυχης. Ήταν μια σοβαρή δουλειά να ψάχνεις, ολοένα να ψάχνεις στο σωρό τα σκουπίδια και ν' απλώνεις το χέρι ολοένα βαθύτερα και να πασπατεύεις ζητώντας το θησαυρό, που δεν τ' αποφάσιζε να βρεθεί -μα κιόλας κάτι του 'λεγε του καθενός πως υπάρχει.

Κι ήταν ολότελα δοσμένο σε τούτη τη δουλειά το παιδί·  και δεν άκουσε τίπoτα. Μήτε ο πατέρας άκουσε τίποτε, προσπαθώντας να ζευτεί πάλι το καροτσάκι και να ξεκινήσει για πάρα πέρα. Έπαιρνε και να μεσημεριάζει και συλλογιόταν πως θα έπρεπε στο σπίτι ν' ανάψουν φωτιά να ζεσταθούνε και μια σταλιά και να βράσουν τα χόρτα. Κάποιος γείτονας του είχε πει τις προάλλες πως έριχνε μέσα στο τσουκάλι πεντέξι ελιές και το χόρτο έπαιρνε τη μυρουδιά του λαδιού  και νοστίμιζε. Σαν δύσκολο πράμα να βρεις τι ελιές!  Μα μπορεί στο τέλος ο γείτονας να 'χε ακόμα καμπόσες. Όλα τυχαίνουν -και τα πιο απίστευτα- σε τούτο τον κόσμο καμιά φορά!  Δε συλλογιόταν άλλο τίποτε από τούτο, καθώς ζευόταν το καροτσάκι σαν έπεσαν μονομιάς στο δρομάκι οι λαστιχένιοι τροχοί κι ένα σούσουρο έκαμε το πουλί, που στεκόταν ακόμα στο κεραμίδι του, να πετάξει αλλοπαρμένο πέρα στην άσφαλτο, μακριά. Πίσω από το κρύσταλλο, στ' αυτοκίνητο, άστραψε ένα φαρδύ κατακόκκινο πρόσωπο, οργισμένο. Καθόταν κι ένα κορίτσι δίπλα του και μασούσε μια σοκολάτα χαμογελώντας. Το καροτσάκι σείστηκε σύγκορμο, μα ήταν κολλημένο γερά στη λάσπη και δεν έλεγε να ξεκινήσει από κει. Κι ο άνθρωπος ζεμένoς αγκομαχούσε και τιναζόταν κι εκείνος σύγκορμος και στέριωνε τα πόδια ολάνοιχτα πίσω και πάσκιζε να τραβήξει μπροστά με το φαγωμένο κορμί τεντωμένο σαν ένα τόξο και τ' αριά άσπρα γένια του ξαναγέμισαν ιδρώτα μονομιάς και τα μάτια του συννέφιασαν και δεν μπορούσαν τίποτε πια να ξεκρίνουν. Το χοντρό πρόσωπο μούγκριζε πίσω από το κρύσταλλο και φοβέριζε και βλαστημούσε σ' άγνωρη γλώσσα. Είχε γίνει πια γαλαζοκόκκινο και γαλάζωνε ολοένα, κι ο κοντός λαιμός ανασηκωνόταν ανυπόμονος μπροστά σε τούτο το εμπόδιο τ' αναπάντεχο. Το κορίτσι μασούσε τη σοκολάτα του και χασκογελούσε. «Τι χαριτωμένος γινόταν αυτός ο Φριτς, όταν θύμωνε!» Μα το πράμα δε βάσταξε πολύ. Ο Φριτς  κατέβηκε από τ' αυτοκίνητο αλαφιασμένος·  οι μπότες του άστραψαν καλογυαλισμένες, άστραψαν τα μάτια του σκοτεινά και τα χείλη του μούγκριζαν, μούγκριζαν. Το 'πιασε το γεροντάκι, λιγνό σαν το φρύγανο, και το ‘στησε στον τοίχο πλάι στο παράθυρο του κοριτσιού που ανατρόμαξε και κρύφτηκε μέσα κι άρχισε να το δέρνει το γεροντάκι, να το χτυπάει όπου έβρισκε με γροθιές και κλοτσιές κι ολοένα να φρενιάζει περισσότερο. Το παιδί σωριάστηκε πάνω στα σκουπίδια και βάλθηκε να κλαίει τρομαγμένο και να κοιτάζει και να μην μπορεί να κουνήσει από τον τόπο του. Το γεροντάκι δεν έβλεπε πάρεξ δυο ασημένιους αϊτούς, ένα περιλαίμιο που ανεβοκατέβαινε μπροστά του -κι ένιωθε δυο χοντρά, ζεστά κομμάτια σάρκας να πέφτουν απάνω του σαν το φλογισμένο σίδερο· μα μήτε βόγκηξε μήτε άρθρωσε λέξη. Τo κορίτσι κατάπιε τη σοκολάτα του και ξεφώνισε: «Ντας ιστ γκενούχ, λίμπλιχε Φριτς, ντας ιστ γκενούχ!» Οι μπότες ξεμάκρυναν. Το χοντρό πρόσωπο είχε ξανάβρει τον εαυτό του, κάτι σαν γαλήνη και σαν ικανοποίηση. Ανέβασε το αυτοκίνητο σύρριζα στον τοίχο, στο αντικρινό πεζοδρόμιο, και πέρασε θριαμβευτικά, γεμίζοντας βαριά μυρουδιά μπενζίνας τ' ορφανεμένο δρομάκι.
Το κορίτσι με τη βελόνα άνοιξε την πόρτα, έπλυνε το πρόσωπο του γέρου με κρύο νερό, το σκούπισε με καθάρια πετσέτα· ήρθανε κι οι άλλες γειτόνισσες κι  έφερε η μια ένα κομμάτι, ένα ελάχιστο κομμάτι ψωμί κι η άλλη το μπουκαλάκι με  το ρούμι και πάσκιζαν να συνεφέρουν τον άνθρωπο που κακοπάθησε. Μα κάτω από τα μάτια το πετσί ήταν γαλαζόμαυρο και φουσκωμένο, λες κι από στιγμή σε στιγμή θα 'σκαζε και θα 'τρεχε από εκεί μέσα όλο το δάκρυ που δεν έβγαινε από την καρδιά. Το παιδί μπόρεσε τότε πια ν' ανασηκωθεί κι έπιασε τα χέρια του πατέρα και τα φιλούσε και του πασπάτευε το κορμί και γλυκά και θαρρετά του μιλούσε, σαν να γεννιόταν την ώρα εκείνη ένας αδάμαστος άντρας μέσα του. Ύστερα στάθηκε ολόρθο και κοίταξε πέρα κι είδε τη λάσπη σημαδεμένη από τα λάστιχα κι έβαλε όλη του την ψυχή στη ματιά· κι ήταν σαν να γέμισε το δρομάκι αχούς αναστάσιμους και ν' άνθισε η γης μονομιάς, μέσα στην καρδιά του χειμώνα, και τα χελιδόνια να σπάθισαν το γαλάζιο του ασυννέφιαστου ουρανού. Γιατί την ώρα εκείνη ένα βασανισμένο κι ανυποψίαστο παιδί έγινε λεύτερος άνθρωπος και κατάλαβε ποιο είναι το χρέος του.


http://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/imp_epeisodio.htm