"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λειτουργικὴ γλῶσσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λειτουργικὴ γλῶσσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 18 Αυγούστου 2010

Μητροπολίτης Ηλείας Γερμανός: “ Τὰ θέματα τῆς Λατρείας ρυθμίζονται ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο ἢ ἀπὸ τὴν Σύνοδο;” (Μιά ἀπάντηση στίς "λειτουργικές καινοτομίες καί αὐθαιρεσίες τοῦ ἁγίου Πρεβέζης)

ΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΛΑΤΡΕΙΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΝΟΔΟ


Ὑπεστηρίχθη ἀπὸ τόν Σεβ. Μητροπολίτην Νικοπόλεως καὶ Πρεβέζης κ. Μελέτιον, ὅτι ἡ μεταγλώττισις τῶν κειμένων τῆς Λατρείας μας εἶναι ἀποκλειστικὸ δικαίωμα ἑκάστου Ἐπισκόπου καὶ ὄχι τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.
Ὅμως ὁ ἰσχυρισμός αὐτός δὲν εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν Κανονική τάξι καὶ Παράδοσι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας.
Διότι ἡ λειτουργική τάξις καὶ ἡ τελετουργική πράξις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δέν εἶναι ἕνα ἁπλοῦν ποιμαντικόν δικαίωμα τοῦ Ἐπισκόπου, ἀλλὰ θέμα, καθῆκον καὶ ὑποχρέωσις τῆς συνόλου Ἐκκλησίας .
Ἂν ὁ κάθε Ἐπίσκοπος εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ καθορίζη τὸ περιεχόμενο τῆς Λατρείας καὶ τὸν τρόπον τελέσεως αὐτῆς, τότε ἡ λατρεία μας θὰ εἶχε γίνη χίλια κομμάτια καὶ ἄλλα τόσα οἱ χριστιανοί μας.
Ὁ Ἐπίσκοπος ὄντως εἶναι κυρίαρχος , φρουρός καὶ φύλαξ τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως στὴν Ἐπισκοπή του, ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ ζητήματα ποὺ πρέπει νὰ λυθοῦν σὲ συνεργασία μὲ τὸν Πρῶτον καὶ πάντας τοὺς Ἐπισκόπους ἑνὸς ἔθνους.
Ὁ ΛΔ´ Ἀποστολικὸς Κανὼν ἰδοὺ πῶς καθορίζει τὶς ἁρμοδιότητες τοῦ Ἐπισκόπου, τοῦ Πρώτου καὶ τῆς Συνόδου τῶν Ἐπισκόπων: «Τούς Ἐπισκόπους ἑκάστου ἔθνους, εἰδέναι χρὴ τὸν ἐν αὐτοῖς πρῶτον, καὶ ἡγεῖσθαι αὐτὸν ὡς κεφαλήν, καὶ μηδέν τι πράττειν περιττὸν ἄνευ τῆς ἐκείνου γνώμης· μόνα δὲ πράττειν ἕκαστον, ὅσα τῇ αὐτοῦ παροικίᾳ ἐπιβάλλει, καὶ ταῖς ὑπ’ αὐτὴν χώραις. Ἀλλὰ μηδὲ ἐκεῖνος ἄνευ τῆς πάντων γνώμης ποιείτω τι. Οὕτω γὰρ ὁμόνοια ἔσται, καὶ δοξασθήσεται ὁ Θεός, διὰ Κυρίου ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, ὁ Πατήρ, καὶ ὁ Υἱός, καὶ τὸ ἅγιον Πνεῦμα».
Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ὡς ἑξῆς ἐξηγεῖ τὸν κανόνα τοῦτον: «Καθώς, ὅταν ἡ κεφαλὴ ἀσθενῇ, καὶ δὲν προβάλλῃ ὑγιαίνουσαν τὴν ἰδικήν της ἐνέργειαν, καὶ τὰ ἐπίλοιπα μέλη τοῦ σώματος κακῶς ἔχουσιν, ἢ καὶ ἄχρηστα γίνονται παντελῶς, τέτοιας λογῆς, καὶ ὅταν ὁ τάξιν ἐπέχων κεφαλῆς εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, δὲν ἔχῃ τὴν πρέπουσαν εἰς αὐτὴν τιμήν, καὶ ὅλον τὸ λοιπὸν σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ἀτάκτως βέβαια ἔχει διὰ νὰ κινηθῇ. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ παρὼν Κανὼν διορίζει ὅτι ὅλοι οἱ Ἐπίσκοποι τῆς κάθε Ἐπαρχίας πρέπει νὰ γνωρίζουν ἐκεῖνον, ὁπού εἶναι πρῶτος ἀνάμεσα εἰς αὐτούς, ἤτοι τὸν Μητροπολίτην· καὶ νὰ νομίζωσιν αὐτὸν ὡς κεφαλήν ἰδικήν των, καὶ χωρὶς τὴν αὐτοῦ γνώμην νὰ μὴ κάμνουσι κανένα πράγμα περιττόν, ὁποὺ δὲν ἀνήκει δηλαδή εἰς τὰς ἐνορίας τῶν Ἐπισκοπῶν τους, ἀλλ’ ὑπερβαῖνον αὐτάς, ἀποβλέπει εἰς τὴν κοινὴν ὅλης τῆς Ἐπαρχίας κατάστασιν· καθώς, λόγου χάριν, εἶναι τὰ περὶ δογμάτων ζητήματα, αἱ οἰκονομίαι καὶ διορθώσεις τῶν κοινῶν σφαλμάτων, αἱ καταστάσεις καὶ χειροτονίαι τῶν Ἀρχιερέων, καὶ ἄλλα παρόμοια. Ἀλλά νὰ συνάγωνται εἰς τὸν Μητροπολίτην, καὶ μαζί μὲ αὐτὸν νὰ συμβουλεύωνται διὰ τὰ τοιαῦτα κοινὰ πράγματα, καὶ ἐκεῖνο ὁπού ἤθελε φανῇ περὶ αὐτῶν καλλίτερον, κοινῶς νὰ ἀποφασίζηται. Ὁ καθ’ ένας ἀπὸ τοὺς Ἐπισκόπους, ἐκεῖνα μόνον νὰ πράττη καθ’ ἑαυτόν, χωρὶς τὴν γνώμην τοῦ Μητροπολίτου του, ὅσα ἀνήκουσιν εἰς τὰ ὅρια τῆς Ἐπισκοπῆς του, καὶ εἰς τὰς χώρας, ὀποὺ εἰς τὴν Ἐπισκοπήν του εἶναι ὑποκείμεναι. Καθὼς ὅμως οἱ Ἐπίσκοποι δὲν πρέπει νὰ πράττωσι κανένα πράγμα κοινὸν χωρὶς τὴν γνώμην του Μητροπολίτου, έτσι παρομοίως καὶ ὁ Μητροπολίτης, δεν πρέπει νὰ κάμνη κανένα τοιούτον κοινόν πράγμα μόνος καὶ καθ’ εαυτόν, χωρὶς τὴν γνώμην ὅλων του τῶν Ἐπισκόπων. Διατὶ μὲ τοῦτον τὸν τρόπον θέλει εἶναι ὁμόνοια καὶ ἀγάπη, ἀνάμεσα καὶ εἰς τοὐς Ἐπισκόπους, καὶ Μητροπολίτας, καὶ εἰς Κληρικούς, καὶ εἰς Λαϊκούς. Ἐκ δὲ τῆς ὁμονοίας ταύτης καὶ ἀγάπης θέλει δοξασθῇ ὁ Θεὸς καὶ Πατήρ, διὰ μέσου τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ, Κυρίου δὲ ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅστις ἐφανέρωσεν εἰς τοὺς ἀνθρώπους τὸ τοῦ Πατρός του ὄνομα, καὶ τὴν ἀγάπην ἐνομοθέτησε, λέγων· «Ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταί ἐστέ, ἐὰν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις».
Καὶ θέλει δοξασθῇ ἐν τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς χάριτός του ἥνωσεν ἡμᾶς εἰς μίαν πνευματικὴν συνάφειαν. Ταὐτόν εἰπεῖν, ἐκ τῆς ὁμονοίας ταύτης, θέλει δοξασθῇ ἡ Ἁγία Τριάς, ὁ Πατήρ, ὁ Υἱός, καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, κατὰ τὴν εὐαγγελικἠν φωνήν, τὴν λέγουσαν· «Οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ἡμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα, καὶ δοξάσωσι τὸν Πατέρα ἡμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς». [1]
Ἔτσι τὴν διαφωνίαν Ἀποστόλου Πέτρου καὶ Παύλου περὶ τῆς τηρήσεως ἢ μὴ τῆς περιτομῆς ἀπὸ τοὺς ἐξ Ἐθνικῶν χριστιανοὺς ἔλυσε ἡ Ἀποστολικὴ λεγομένη Σύνοδος. Τὴν δὲ διαφωνίαν μεταξὺ Κλήμεντος Ρώμης καὶ Πολυκάρπου Σμύρνης διὰ τὴν ἡμερομηνίαν τελέσεως τοῦ Πάσχα ἔλυσε ἡ Α´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος.
Ἰδοὺ τί γράφει ὁ Ὁμότιμος Καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν κ. Γεώργιος Γαλίτης, σχετικὰ μὲ τὸ πῶς ἔλυσαν τὴν διαφοράν τους ὁ Ἀπόστολος Πέτρος καὶ ὁ Παῦλος: «Καὶ οἱ μεγάλοι, καὶ οἱ ἅγιοι μπορεῖ νὰ διαφωνοῦν. Ἂν στὴν διαφωνία τους παρεισφρύσει ἡ ἔλλειψη ἀγάπης, τότε μπορεῖ νὰ εἶναι μεγάλοι, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἅγιοι. Οἱ ἅγιοι ἀκοῦνε καὶ τὴν ἀντίθετη πλευρά. Κι ἂν δὲν πεισθοῦν, δὲν καταφεύγουν στὸν καταναγκασμὸ τοῦ τύπου: “ἐγὼ εἶμαι ὁ ὑπεύθυνος ποιμένας, σὲ μένα ἔδωσε ὁ Χριστὸς τὰ κλειδιὰ τοῦ παραδείσου καὶ μοῦ ἀνέθεσε τὴν εὐθύνη γιὰ τὴν ποίμνη του, εἶμαι τὸ ἀφεντικό, ἡ γνώμη μου εἶναι ἡ σωστή, εἶμαι ἀλάθητος, αὐτὸ πιστεύω καὶ αὐτὸ ἀποφασίζω” … Ὄχι!»
Ἡ Ἐκκλησία διοικεῖται συνοδικά, τοὐτέστι δημοκρατικά, αὐτή εἶναι ἡ βασική ἐκκλησιολογικὴ ἀρχὴ τῆς διαποιμάνσεως τῆς Ἐκκλησίας, κανείς δὲν κατέχει μόνος του καὶ ἀλαθήτως τὴν Ἀλήθεια. Ἡ Ἀλήθεια εἶναι ὁ Χριστός, καὶ τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Μόνον ἡ Ἐκκλησία ἐν συνόδῳ οἰκουμενικῇ, συνεχίζοντας τὴν ἀποστολικὴ παράδοση ὡς ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, μπορεῖ νὰ ἀποφανθεῖ ἀλαθήτως καὶ νὰ ὁρίσει τὴν Ἀλήθεια. Γιατὶ τὸ Πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τὸ ἅγιον Πνεῦμα, « τὸ Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας», τὸ ὁποῖο ὁδηγεῖ τὴν Ἐκκλησία «εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν» (Ἰω. ιϛ´, 13)». [2]
Ὄντως τὸ περί τῆς Λατρείας ζήτημα, τῆς γλώσσης καὶ τῆς τάξεως αὐτῆς, εἶναι θέμα ὄχι τοῦ κατὰ τόπον Ἐπισκόπου, ἀλλὰ τῆς Συνόδου τῶν Ἐπισκόπων. Τοῦτο μὲ σαφήνεια ἔχουν λύσει οἱ Ἱεροὶ Κανόνες Τοπικῶν μὲν Συνόδων, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἔχουν ἐπικυρωθῆ ἀπὸ τὸν Β´ Κανόνα τῆς Ϛ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Συγκεκριμένα ὁ ΡΙΔ´ Κανόνας τῆς ἐν Καρθαγένῃ Συνόδου ὁρίζει·«Ἤρεσε καὶ τοῦτο(…) [3]. Ἰδοὺ τί καθορίζει καὶ ὁ ΙΗ´ Κανόνας τῆς Λαοδικείας : «Περί τοῦ τὴν αὐτὴν λειτουργίαν τῶν εὐχῶν πάντοτε καὶ ἐν ταῖς ἐννάταις καὶ ἐν ταῖς ἑσπέραις ὀφείλειν γίνεσθαι» [4].
Ἑπομένως σύμφωνα μὲ τὴν Κανονικὴν τάξιν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας ἡ Λειτουργικὴ ἀλλαγή εἶναι θέμα ὅλης τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὄχι ἑκάστου Ἐπισκόπου. Διὰ τοῦτο τὴν ἀπόφασιν τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος νὰ παραμείνουν τὰ κείμενα τῆς Λατρείας μας ἀμεταγλώττιστα, ἔχουν ὑποχρέωσι νὰ τηρήσουν πάντες οἱ Ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὄχι μόνον διότι ἄλλως ὑπέχουν Κανονικὴν εὐθύνην, ἀλλά κυρίως διότι ἔτσι ἐπικρατεῖ εἰρήνη στὴν Ἐκκλησία, οἰκοδομοῦνται οἱ πιστοὶ καὶ δοξάζεται τὸ ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ἡμῶν.
________________________________________
1. ΠΗΔΑΛΙΟΝ, Ἔκδοσις ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ, 1982, σελ. 36 καὶ ἑξῆς.
2. Περιοδικόν ΑΝΑΠΛΑΣΙΣ, Τεῦχος 447, Μάϊος – Ἰούνιος 2010, σελίς 69.
3. ΠΗΔΑΛΙΟΝ , σελίς 518.
4. ΠΗΔΑΛΙΟΝ , σελίς 427.
ΠΗΓΗ: amen.gr
(ἑλληνικὸς τονισμὸς : «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»)

Σάββατο 7 Αυγούστου 2010

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ ῎Η ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ; -τοῦ Πρωτοπρ. π. Σταύρου Τρικαλιώτη

Φωτό:᾿Οδυσσεύς τοῦ klision



῞Ενα παρήγορο γεγονός εἶναι ὅτι τόν τελευταῖο καιρό ἔχει ἀρχίσει ἕνας διάλογος μέ ἀφορμή τήν ἀπόπειρα ὁρισμένων ἀδελφῶν μας κληρικῶν νά εἰσαγάγουν  νεοελληνικές μεταφράσεις γιά λειτουργική χρήση. Τό μή ἐπιτρεπτό αὐτῆς τῆς «ἐτσιθελικῆς»  ἐνεργείας τό ὑπογράμμισε πρόσφατη ἀπόφαση τῆς Διαρκοῦς ῾Ιερᾶς Συνόδου τῆς ᾿Εκκλησίας  τῆς ῾Ελλάδος, χωρίς ὅμως νά κλείσει τό θέμα καί ὁριστικά, κάτι πού κατά τήν ταπεινή μου γνώμη θά πρέπει νά γίνει σύντομα, γιά νά μήν ἔχουμε καί στό μέλλον παρατράγουδα.Τό μόνο πού ζητεῖ αὐτή τή στιγμή ὁ ἑλληνικός λαός εἶναι συμπαράσταση πνευματική καί ὑλική ἀπό τήν ᾿Εκκλησία μας καί ὄχι λειτουργικές καινοτομίες,  πού θυμίζουν πυροτεχνήματα ἀτάκτως καί ἐπικινδύνως ἐρριμμένα ἐπί τῶν κεφαλῶν τῶν ἀνυποψιάστων ἐκκλησιαζομένων καί οὔτε κἄν ἐρωτηθέντων πιστῶν. ῾Η ᾿Εκκλησία μας σήμερα πρέπει νά σκύψει  πατρικά στά μεγάλα προβλήματα πού ἀπασχολοῦν τόν λαό μας καί νά ἐκφέρει  λόγο παρηγορίας καί συμπαραστάσεως. Οἱ ποιμένες της ὀφείλουν νά ἀρθοῦν στό ὕψος τῶν περιστάσεων καί μέ τή χάρη τῆς Ἱερωσύνης, πού τοὺς χάρισε ὁ δωρεοδότης Κύριος, νά ἀνυψώσουν πνευματικά τόν ἑλληνικό λαό, ἕνα λαό πού τοῦ ἄξιζε καλύτερη μεταχείριση. ῾Η λεγομένη οἰκονομική κρίση ἦταν μιᾶς πρώτης τάξεως εὐκαιρία νά δείξουν τό ἀληθινό τους πρόσωπο οἱ «φίλοι» καί «προστάτες»μας.
Παρακολουθώντας  τόν διάλογο περί τόν λειτουργικῶν μας πραγμάτων, πού διεξάγεται μέσα ἀπό ἄρθρα σέ ἐφημερίδες καί περιοδικά ἐκκλησιαστικοῦ περιεχομένου, ἀλλά καί σέ ἄρθρα πού δημοσιεύονται στό διαδίκτυο  θά ἤθελα νά κάνω ὁρισμένες παρατηρήσεις.
1.     Μέ παρηγόρησε ἀφάνταστα τό γεγονός ὅτι ἀρθρογράφησε τό τελευταῖο διάστημα ὁ λόγιος Μητροπολίτης Σεβασμιώτατος Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. ῾Ιερόθεος Βλάχος, ὁ ὁποῖος μέ τρανταχτά ἐπιχειρήματα ἀπέδειξε τό μή ὀρθόν τῶν λειτουργικῶν καινοτομιῶν πού προαναφέραμε. Δυστυχῶς, οἱ ἀπαντήσεις πού εἴδαμε κυρίως ἀπό τόν αἰδεσιμολογιώτατο πρωτοπρεσβύτερο π. Βασίλειο Θερμό δείχνουν μιά προσωπική πικρία καί δέν μᾶς ἔπεισαν στό ἐπίπεδο τῶν ἐπιχειρημάτων.
2. ῞Οσοι ἔγραψαν ὑπέρ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν μεταφράσεων στή Θεία Λατρεία μας ὁμοιάζουν μέ τούς συντρόφους τοῦ ᾿Οδυσσέα, οἱ ὁποῖοι βούλωσαν κυριολεκτικά τά αὐτιά τους, γιά νά μήν σαγηνευτοῦν ἀπό τούς πειρασμούς. Τήν ἴδια ἐντύπωση μᾶς ἔδωσαν καί οἱ ἀρθρογραφοῦντες ὑπέρ τῶν λειτουργικῶν καινοτομιῶν: Γράφουν καί ἐπιχειρηματολογοῦν χωρίς νά ἀπαντοῦν οὐσιαστικά στόν ἐκπεφρασμένο ἀντίλογο καί μονολογοῦν μέ τήν ψευδαίσθηση ὅτι διαλέγονται. Διακατέχονται ἀπό ἕναν ἄκρατο ἐγκεφαλισμό  καί ἀπό ἕναν νοησιαρχικό στρουθοκαμηλισμό. ῾Η ἐπιτυχία πού σημείωσε κατά κοινή ὁμολογία ἡ ἡμερίδα πού διοργάνωσε ὁ Ἱερός Ναός ῾Αγίας Παρασκευῆς ᾿Αττικῆς φέτος τόν ᾿Απρίλιο μέ θέμα: «Γλῶσσα καί Λατρεία. Νοησιαρχία ἤ μέθεξις», ὅπου ἔγκριτοι ἱεράρχες καί ἐπιστήμονες ἀπεφάνθησαν περί τοῦ μή ἐπιτρεπτοῦ τῆς εἰσαγωγῆς μεταφράσεων στή Θεία Λατρεία μας, φαίνεται ὅτι δέν τούς ἄγγιξε. Νά δοῦμε τί θά μᾶς ἀπαντήσουν, ὅταν σύν Θεῷ κατά τόν ᾿Οκτώβριο θά ἐκδοθοῦν τά πρακτικά τῆς ἐν λόγῳ ἡμερίδας. ᾿Ελπίζουμε καί τότε νά μήν περιορισθοῦν στόν μονόλογο.
3. ῾Ο διάλογος-μονόλογος πού προαναφέραμε κατάντησε πολλές φορές νά γίνεται εἴτε μέ ὅρους καί ἔννοιες δανεισμένους ἀπό τήν Ψυχιατρική καί τήν Ψυχολογία ἤ ἀπό μία νεοπατερική θεολογία «παντός καιροῦ», πού προσαρμόζεται στά δεδομένα καί τίς ἀπαιτήσεις τοῦ «σύγχρονου» ἀνθρώπου. Διαβάσαμε ἕναν θολό, κουλτουριάρικο καί ἀμφιβόλου γνησιότητος «σύγχρονο θεολογικό λόγο» -πάντα κατ’ αὐτούς- πού ὅμως πόρρω ἀπέχει ἀπό τήν πατερική διδασκαλία καί ἐμπειρία. Οἱ Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας μας κατ’ αὐτούς ἀποτελοῦν ἕνα παρελθόν καί κάθε ἀναφορά σέ αὐτούς συνιστᾶ «προσκόλληση στό παρελθόν» ἤ «στεῖρο βυζαντινισμό». Φανταστεῖτε μιά  ὀρθόδοξη ᾿Εκκλησία πού δέν στηρίζεται καί δέν ἐμπνέεται ἀπό τούς Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας. Οἱ ἀξιότιμοι καί σεβαστοί  αὐτοί ἄνθρωποι μᾶς εἰσηγοῦνται ἕνα μόρφωμα ᾿Εκκλησίας, πού θυμίζει κακό ἀντίγραφο τοῦ Προτεσταντισμοῦ ἤ τοῦ Ρωμαιοκαθολικισμοῦ. ᾿Εδῶ βλέπουμε πόσο δίκιο εἶχε ὁ μακαριστός Γέροντας Παῒσιος ὁ ῾Αγιορείτης,  ὁ ὁποῖος τόνιζε ὅτι τόν λόγο τῶν συγχρόνων θεολόγων πρέπει νά τόν περνᾶμε ἀπό τήν πατερική κρισάρα, γιά νά διαπιστώνουμε ἄν εἶναι γνήσιος ἤ κίβδηλος.
Κλείνοντας τήν μικρή αὐτή παρέμβασή μου,  θά ἤθελα νά εὐχηθῶ ὁ «διάλογος» νά κρατηθεῖ σέ ὑψηλό ἐπίπεδο, νά παραμερισθοῦν οἱ ἑκατέρωθεν πικρίες καί προσωπικές ἀντιπαραθέσεις καί κυρίως νά δείξουμε περισσότερο σεβασμό στούς Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας μας…

Τρίτη 6 Ιουλίου 2010

ΗΛΘΑ, ΓΙΑ ΝΑ ΒΡΕΘΩ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΘΕΟ

 
 
 
«Τὴν Κυριακὴ τοῦ Θωµᾶ τοῦ ἔτους 2008, ἐπισκέφτηκε incognito µία ἀπὸ τὶς ἁγιορείτικες µονές, γιὰ τρεῖς µέρες, ὁ τότε πρόεδρος τῆς Ἑλβετίας Pascal Couchepin. Σὲ κάθε Ἀκολουθία πήγαινε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ καὶ στεκόταν ὄρθιος. Οἱ Πατέρες εὐγενικὰ τοῦ πρότειναν, ἀφοῦ οὔτε στὴν Ὀρθόδοξη λειτουργικὴ παράδοση ἦταν ἐκτεθειµένος οὔτε καὶ τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γλώσσα γνώριζε, νὰ νοιώσει ἄνετα νὰ καθυστερεῖ. Τότε τοὺς ἀπάντησε:  “Μπορεῖ νὰ µὴν καταλαβαίνω τὴν γλώσσα τῶν νοηµάτων, αἰσθάνοµαι ὅµως γιὰ πρώτη φορὰ ὅτι ἐδῶ ὅλοι ἀληθινὰ προσεύχονται καὶ ὁ Θεὸς εἶναι παρὼν καὶ τοὺς ἀκούει. Δὲν ἦλθα γιὰ νὰ κάνω µετάφραση οὔτε κάτι νὰ καταλάβει τὸ µυαλό µου· ἦλθα γιὰ νὰ βρεθῶ µπροστὰ στὸν Θεό, µαζὶ µὲ ἀνθρώπους ποὺ καὶ αὐτοὶ τὸ ἴδιο κάνουν. Εἶναι τὸ μόνο μέρος στὸν κόσμο ποὺ αὐτὸ εἶδα νὰ συμβαίνει”». (Νικολάου, Μητροπολ. Μεσογαίας & Λαυρεωτικῆς, Τὸ Ἅγιον Ὄρος πέραν ἀπὸ τὰ σκάνδαλα, ἔκδ. Πανελληνίου Συλλόγου «Οἱ Φίλοι τοῦ Ἁγίου Ὄρους», Ἀθῆναι 2010, σελ. 30.)
Σχόλιον «Χ. Β.»: Ἂς μετακληθεῖ ὁ κ. Pascal Couchepin. Πιθανότατα θὰ προσφέρει καλὲς ὑπηρεσίες ἰδεολογικοῦ ἀπεγκλωβισμοῦ σὲ μερίδα τῆς ἐγχώριας ἐκκλησιαστικῆς διανοήσεως.  «Δὲν ἦλθα γιὰ νὰ κάνω μετάφραση, ἀλλὰ νὰ παραστῶ ἀληθινὰ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ», εἶπε ὁ καλοπροαίρετος Ἑλβετὸς πρώην πρόεδρος, αὐτὸς ὁ “δυτικός”, μὴ ὀρθόδοξος ἄνθρωπος, ποὺ ὅμως πῆρε “μυρωδιά” τῆς ἐκκλησιαστικῆς Λατρείας καὶ μὲ δυὸ λέξεις του ἀπονεύρωσε τὴν ἰδιώνυμη ἰδεολογία περὶ τὴν «μετάφραση» τῆς λειτουργικῆς γλώσσας.
 

Δευτέρα 24 Μαΐου 2010

Η «ΓΛΩΣΣΑ» ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ- π. ᾿Αθανασίου Στ. Λαγουροῦ

Πεντηκοστὴ σήμερα. Καὶ διαπερνώντας πρωτόγνωρες διακεκαυμένες ζῶνες (ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴ κρίση μέχρι τὰ ἐκκλησιαστικὰ μεταφραστικὰ πειράματα) θυμόμαστε τὴν πύρινη γλῶσσα τῆς Πεντηκοστῆς ὡς τὴν συμβολικὴ μορφὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μὲ τὴν ὁποία ἐξαγγέλλονται τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ (Πράξ. β´ 11).
Γιὰ τὴν σημασία καὶ τὸ περιεχόμενο τῆς «γλώσσης» ἑρμηνευτικὸ κλειδὶ παρέχει ἡ μετοχὴ «διαμεριζόμεναι». Στὸ Κοντάκιον τῆς σημερινῆς Ἑορτῆς ξεκινᾶμε ψάλλοντας: «ὅτε καταβὰς τὰς γλῶσσας συνέχεε, διεμέριζεν ἔθνη ὁ Ὕψιστος…». Ἐδῶ ἐπαναλαμβάνουμε ποιητικῶς τὸ «διεμέριζεν ὁ Ὕψιστος ἔθνη» τοῦ Δευτερονομίου (λβ´ 8). Καὶ μὲ τὴν ἀναφορὰ αὐτὴ ἀνατρέχουμε στὴν Βαβέλ, τὸν ἀντίποδα τῆς Πεντηκοστῆς. Καὶ στὰ δύο γεγονότα κομβικὸ στοιχεῖο ἀποτελεῖ ἡ γλῶσσα. Ἂν τότε στὴν Βαβὲλ ὁ Θεὸς διεμέριζε τὰ ἔθνη μὲ τὴν σύγχυση καὶ διαίρεση τῶν γλωσσῶν, τώρα, στὴν Ἱερουσαλὴμ τῆς Πεντηκοστῆς, ἡ πύρινη γλῶσσα τοῦ Πνεύματος διανεμομένη ἐφ᾽ ἔνα ἕκαστον καλεῖ «εἰς ἑνότητα» καὶ ΣΥΜΦΩΝΙΑ (συνέχεια τοῦ Κοντακίου).
Στὴν Γένεση μαθαίνουμε (ια´ 11) πὼς σ᾽ ὅλη τὴν γῆ μιλιόταν μία γλῶσσα, μία «φωνή», παντοῦ «χεῖλος ἕν». Ἡ ἀνθρώπινη ἀλαζονεία ὅμως μὲ τὴν οἰκοδόμηση τοῦ πύργου τῆς Βαβέλ ἐπιφέρει τὴν σύγχυση. «Δεῦτε καὶ καταβάντες συγχέωμεν αὐτῶν ἐκεῖ τὴν γλῶσσαν, ἵνα μὴ ἀκούσωσιν ἕκαστος τὴν φωνὴν τοῦ πλησίον. καὶ διέσπειρεν αὐτοὺς Κύριος…» (Γεν. ια´ 7-8). Ἡ ἀνθρώπινη ὑπεροψία καὶ αὐτοπεποίθηση προξενεῖ τὴν σύγχυση  καὶ διαίρεση τῶν γλωσσῶν καὶ τὴν διασπορὰ τῶν ἐθνῶν.
Ἡ Βαβὲλ δὲν εἶναι μιὰ ἁπλῆ «γλωσσολογικὴ» ἱστορία ἀλλὰ κυρίως μιὰ εἰκόνα τοῦ δράματος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, καθὼς ἡ ἐν γένει σύγχυση ἀναφέρεται στὴν κατάλυση τῆς κοινωνίας τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό. Στὴν Βαβὲλ διαδραματίζεται τελικῶς τὸ μυστήριο τῆς ἁμαρτίας. Ἀπέναντί της ὅμως ὀρθώνεται ἡ Ἱερουσαλήμ, ἡ πόλη τοῦ Θεοῦ, ὅπου κατὰ τὴν Πεντηκοστὴ ὑπερνικᾶται ἡ διαίρεση καὶ ἐγκαινιάζεται ἡ ἐσχατολογικὴ ἑνότητα ἐν Πνεύματι. Ἡ «φωνὴ» (Πράξ. β´ 6) ποὺ ἀκούστηκε στὸ ὑπερῷο τῆς Ἱερουσαλήμ (Πράξ. α´ 13) τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς εἶναι σημεῖο ἐσχατολογικῆς κρίσεως  (Ἰωήλ, δ´ 16). Μάλιστα δὲ κατὰ τὸν προφ. Ἠσαΐα ὁ λαὸς τῶν ἐσχάτων θὰ ὁμιλεῖ μιὰ κοινὴ γλῶσσα καὶ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ θὰ ἀναγγελθεῖ μὲ μία φωνή. (Ἠσ. ξϛ´ 18).
Στὴν ἐξιστόρηση τοῦ θεοφανικοῦ ἐκείνου γεγονότος τῆς Πεντηκοστῆς, ὑπογραμμίζεται ἀπὸ τὸν συγγραφέα, Εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ, πὼς «ἤκουον εἷς  ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτ­ῳ λαλούντων αὐτῶν». Mιὰ ὄχι ἐπιφανειακὴ ἀνάγνωση καθιστᾶ σαφὲς πὼς ἐπρόκειτο γιὰ θαῦμα ΑΚΟΗΣ τῶν ΑΚΡΟΑΤΩΝ καὶ ὄχι γιὰ θαῦμα ὁμιλίας. Mία φωνὴ ἀκουγόταν, ἀλλὰ ἔφθανε μὲ θαυμαστὴ ἐπενέργεια τοῦ Πνεύματος ὡς οἰκεία γλῶσσα στὰ αὐτιὰ ἀνθρώπων διαφόρων ἐθνικῶν προελεύσεων(Πράξ. β´ 8). Ἂς σημειωθεῖ δὲ πὼς λίγο μετά, ὁ ἀπ. Πέτρος θὰ ἀπευθυνθεῖ στὸ συγκεντρωμένο πλῆθος μιλώντας ἀραμαϊκά, κι ὅμως ὅλοι θὰ ΚΑΤΑΝΟΗΣΟΥΝ τὴν ὁμιλία του. Τοὺς μιλάει τὸ Πνεῦμα.
Μετὰ τὰ ἀνωτέρω ἐκτεθέντα ἴσως νὰ ἄξιζε, ἐν εἴδει συμπεράσματος, νὰ ἐπαναληφθεῖ τὸ ὑπ᾽ ἀριθμ 14 ἐρώτημα τοῦ βιβλίου: «Ναὶ ἢ ὄχι στὴν μετάφραση τῆς λειτουργικῆς γλώσσης» (ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», Ἀθῆναι 2010):
«Ἄραγε δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἐκληφθεῖ ἡ παραδεδομένη λειτουργικὴ γλῶσσα ὡς ἕνα αἰσθητὸ στοιχεῖο ἄρσεως καὶ “ἀποκαταστάσεως”, ὡς “φάρμακο ἀναιρετικό” τρόπον τινά, τῆς γλωσσικῆς διαιρέσεως στὴν Βαβέλ; Ἡ διαίρεση καὶ σύγχυση τῶν γλωσσῶν δὲν εἶναι ἐπαινετὴ καὶ ζηλευτὴ κατάσταση, ἀντιθέτως μᾶς μαθαίνει πὼς τὶς γλῶσσες δὲν τὶς ἔκτισε ὁ Θεὸς καὶ μᾶς θυμίζει τὴν φθορὰ ποὺ ὑπέστη τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀπὸ τὴν ἀπομάκρυνση καὶ τὴν ἀπώθηση τῆς Xάριτος τοῦ Θεοῦ. Mιὰ γλῶσσα, ἡ βιβλική-ἐκκλησιαστικὴ ἑλληνική καὶ ὑπερεθνική-οἰκουμενική, μήπως θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς ὑπενθυμίζει αὐτὴ τὴν διάσταση τῆς “γλωσσικῆς ἑνότητος καὶ συνεννοήσεως”;
Ἡ βιβλικὴ ἐξιστόρηση τῆς συγχύσεως τῶν γλωσσῶν στὴν Βαβὲλ ἔχει μιὰ θεολογία, ποὺ ὑποχρεώνει σὲ ἀνυπόκριτη ἀποδοχὴ τῶν συνεπειῶν της. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία ἐξ ἀρχῆς ἀνενδοιάστως κήρυξε σὲ ὅλες τὶς γλῶσσες τὸ Eὐαγγέλιο (τὸ ὁποῖο ὅμως κατὰ τὴν προτίμηση καὶ εὐδοκία τοῦ Θεοῦ ἐγράφη καὶ παρεδόθη στὴν Ἐκκλησία στὰ ἑλληνικά) καὶ μετέφρασε τὸ κήρυγμα, τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ ἐν συνεχείᾳ τὴν Λατρεία. Ἀλλὰ δὲν γινόταν ἀλλιῶς. Ὁ παντοδύναμος καὶ τὰ πάντα οἰκονομῶν πρὸς τὸ συμφέρον τῆς σωτηρίας μας Θεὸς ἀναπληρώνει μὲ τὴν Xάρη Tου ὅ,τι καὶ ἂν λείπει στοὺς ἀλλογλώσσους ὀρθοδόξους. Στὴν ἑλληνόφωνη περίπτωση ὅμως φαίνεται πὼς ὑπάρχουν δύο λεπτὲς διαφορές. Πρώτη: ἡ Nέα Ἑλληνικὴ δὲν εἶναι ΑΛΛH γλῶσσα ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστική-λειτουργική. Kαὶ αὐτὸ τὸ βεβαιώνουν καὶ οἱ γλωσσολόγοι. Kαὶ δεύτερη: αὐτὴ ἡ γλῶσσα ἐπελέγη ἀπὸ τὸν Θεό, δοκιμάστηκε καὶ δουλεύτηκε καὶ ἁγιάστηκε στὴν μακραίωνα χρήση της, ὥστε οἱ ἑλληνόφωνοι νὰ εἴμαστε, ὑπὸ μίαν ἔννοια, χρεωμένοι ἔναντι τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος τὴν “ἐσφράγισε” καὶ τὴν “ἐτελείωσε”.
Πῶς λοιπὸν μπορεῖ νὰ εὐσταθήσει ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἴδιοι οἱ ὅροι καὶ τὰ δεδομένα τῆς μεταφράσεως στὶς ἄλλες γλῶσσες καὶ τῆς “μεταφράσεως” στὴν Nέα Ἑλληνική;»
Μήπως μιά μετάφραση τῆς λειτουργικῆς γλώσσης γιὰ μόνιμη λειτουργικὴ χρήση (καὶ ἀντικατάσταση τῆς παραδεδομένης) φανερώνοντας μιὰ κάποια σύγχυσή μας θὰ μᾶς βυθίσει πάλι, τοὺς ἑλληνοφώνους τῆς Καινῆς Διαθήκης, στὸ δράμα τῆς Βαβέλ;
π. Ἀθ. Σ. Λ.
Πηγή:http://christianvivliografia.wordpress.com/