"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημήτρης Νατσιός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημήτρης Νατσιός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 10 Ιουνίου 2010

῾Ολοήμερες…. μεγαλοστομίες-τοῦ Δημήτρη Νατσιοῦ





«Οι νέοι κάνουν διάλογο, επικοινωνούν, αλλά με λόγια του αέρα. Τους δώσαμε το λόγο, χωρίς να τους δώσουμε τις λέξεις».
Ν. Πολονύ
«Το παιδί διαβάζει μόνο του, εμείς δεν έχουμε χρόνο, εργαζόμαστε και οι δύο. Το μόνο που προσέχουμε είναι ο χαρακτήρας του, κοιτάμε να είναι καλό παιδί. Έτσι δικαιολόγησαν κάποιοι γονείς την χαμηλή σχολική επίδοση του παιδιού τους. Αυτήν την απάντηση ψέλλισαν, για να δικαιολογήσουν την έλλειψη στοργής, την μοναχικότητα στην οποία έχουν καταδικάσει το παιδί τους. Υπάρχει ένα μεγάλο πρόβλημα, «εισαγόμενο» κι αυτό, στην ελληνική κοινωνία σήμερα: Τα παρατεταμένα ωράρια εργασίας των γονέων στερούν τα παιδιά από την πιο τρυφερή και συναισθηματική στιγμή της κοπιαστικής τους ημέρας: το γυρισμό στο σπίτι, την αγκαλιά της μητέρας, το χάδι του πατέρα. Το κράτος φρόντισε με τον θεσμό του ολοήμερου σχολείου και νηπιαγωγείου να επουλώσει το κοινωνικό αυτό πρόβλημα. Η κρατική όμως πρωτοβουλία, όπως και στην περίπτωση των «ΚΑΠΗ», ανακουφίζει τους εργαζόμενους γονείς, αλλά δεν αναπληρώνει την απαραίτητη γι’ αυτήν την ηλικία στοργή και αγάπη των γονέων. (Τι τραγικό! Η αποθέωση της υλικής ανέσεως και ευημερίας από την μια και η εξαντλητική, από την άλλη, προσπάθεια των ζευγαριών να βρουν «μια θέση στον ήλιο», μια θέση «απασχόλησης», άλλαξε ριζικά την όψη και τις παραδοσιακές συνήθειες της ελληνικής οικογένειας. Θύματα αθώα αυτής της νοοτροπίας τα παιδιά και οι γέροι γονείς, οι δυο πιο ευπαθείς συναισθηματικά ομάδες του κοινωνικού συνόλου. Η εγκατάλειψη όμως των γερόντων στην επαγγελματική φροντίδα των γηροκομείων, που ονομάζονται κατ’ ευφημισμόν οίκοι ευγηρίας ή γαλήνης, και η «ολοήμερη» παραμονή των παιδιών στο σχολείο, οδηγούν σε συναισθηματική και πνευματική απομόνωση. Την στοργή και την αγάπη όμως, το «δίδυμο» αυτό λίπασμα της ψυχικής υγείας, τις βρίσκεις μόνον στην ζεστή οικογενειακή εστία). Διάβασα πρόσφατα σ’ ένα ένθετο της εφ. «Ελευθεροτυπία» μια συνέντευξη του υπουργού Παιδείας, όπου τόνιζε πως όραμά του είναι να γίνουν όλα τα σχολεία της Ελλάδος ολοήμερα, διότι... έτσι πράττει η «φωτισμένη» Δύση. (Ολοήμερο σχολείο σημαίνει αυτό που μας λέει η λέξη: σχολείο όλη την ημέρα, τα παιδιά θα φεύγουν από το σπίτι «όρθρου βαθέως» και θα επιστρέφουν στο σπίτι τους «κατά το ηλιοβασίλεμα»). Το μέτρο, όπως είπαμε, «λύνει» τα χέρια των γονέων που εργάζονται ως αργά το απόγευμα, «δένει» όμως τα παιδιά, τα στενοχωρεί, τα απογοητεύει, τα πικραίνει, γιατί στερούνται την λησμονημένη σήμερα «οικογενειακή θαλπωρή». (Ωραία λέξη! Παράγεται από το αρχαιοελληνικό ρήμα θάλλω που σημαίνει ανθίζω. Τα παιδιά είναι άνθη που ανθίζουν και «θάλλουν» μες στην θαλπωρή της οικογένειας). Έχω την εντύπωση πως αν εφαρμοστεί ο θεσμός τού ολοήμερου σχολείου θα οδηγηθούμε στα αποτρόπαια «σουηδικά» πρότυπα. Τα παιδιά των 18 ετών, όταν δηλαδή ενηλικιωθούν, εκπαραθυρώνονται από τους γονείς τους, αναζητούν άλλη στέγη ή -αν είναι δυνατόν- τους πληρώνουν ενοίκιο. Κι αυτή η σχέση, η απρόσωπη και αφύσικη, είναι απόρροια της αποξένωσης, της διάλυσης του οικογενειακού θεσμού, της συναισθηματικής εξαθλίωσης γονέων και παιδιών. Σήμερα με τις ξένες γλώσσες, με τα μπαλέτα, τα ωδεία, τα αθλήματα και την τηλεόραση, ο μόνος χρόνος που συναντιούνται γονείς και παιδιά είναι λίγο πριν από τον ύπνο, για να φιληθούν και να πουν «καληνύχτα». Αν επιστρέφουν από το σχολείο κατά τις πέντε, θα έχουμε συγκατοίκους και όχι οικογένεια. Η έλλειψη όμως του προτύπου που λέγεται πατέρας ή μητέρα θα κατασκευάσει τις εξαμβλωματικές προσωπικότητες που θα αποτελέσουν τις μέλλουσες γενιές. Όπως σημειώνει κάποιος ψυχολόγος: «Τα παιδιά μισούν τις συμβολικές ή τις πραγματικές πόρτες που τα κλείνουν έξω απ’ την ζωή των γονέων τους». (Η συγγραφέας Γαλάτεια Γρηγοριάδου-Σουρέλη, η καλύτερη της παιδικής λογοτεχνίας, σ’ ένα κείμενό της για την οικογενειακή αγωγή λέει τα εξής θαυμάσια. «... ποιο παιδί φεύγει σήμερα για το σχολείο και κάποιος βρίσκεται πίσω του να το σταυρώσει και να του πει «νά ‘χεις την ευχή μου, η Παναγιά μαζί σου»; Ακόμα και από την ευχή μας έχουμε στερήσει τα παιδιά μας»). Έχουμε ως λαός το προνόμιο να είμαστε πίσω από τον λεγόμενο πολιτισμένο κόσμο. Λέω «προνόμιο», διότι έχουμε την δυνατότητα να επωφεληθούμε από τα λάθη του. Η διάλυση του οικογενειακού θεσμού στην Δύση (20% των γερόντων στα γηροκομεία, 50% των παιδιών μεγαλώνουν μ’ έναν γονέα) μας προσφέρει λαμπρή ευκαιρία για να σκεφτούμε με υπευθυνότητα όσα συνδέονται με την αγωγή και ανατροφή των παιδιών. Το να λέμε ότι δεν έχουμε χρόνο για τα παιδιά, πολύ απλά, σημαίνει ότι παραιτούμαστε από την γονική ευθύνη. «Στον κόσμο όμως ερχόμαστε για να δώσουμε και όχι για να πάρουμε». Το μόνο που θέλουν τα παιδιά, εξάλλου, είναι αγάπη, η οποία τα πάντα υπομένει και στέγει και ουδέποτε εκπίπτει».
Αυτά τα έγραφα το Νοέμβριο του 2002 (εφ. «Χρόνος» Κιλκίς), όταν, νομίζω, υπουργός Παιδείας ήταν ο κυρ- Πέτρος Ευθυμίου, ο οποίος ανήκει στο «νηπιαγωγείο» της Νέας Τάξης, σε σύγκριση με την τωρινή διαβιουπουργό που κατέχει διδακτορικό και επαγγέλλεται το Νέο Σχολείο.
Παρένθεση. Ένα από τα παράδοξα έως γελοιότητας, που συμβαίνουν σε τούτο το δύσμοιρο τόπο είναι και το εξής: όταν κάποιος επίδοξος κοσμοδιορθωτής θέλει να αποστασιοποιηθεί από αμαρτωλό παρελθόν, να υποδυθεί τον καινοτόμο, τον ανατροπέα των πάντων, δεν προχωρεί σε ριζικές αλλαγές, αλλά πρωτίστως, για εντυπωσιοθηρία, βαφτίζει τις προθέσεις του με το εύηχο επίθετο «νέος». Επικολλά το «νέος» στο εγχείρημα και αυτό θεωρείται ως περίπου επιτυχία. (π.χ. νέα Νέα Δημοκρατία). Η λέξη υποκαθιστά το έργο. Πώς το έλεγαν οι αρχαίοι; Καταντήσαμε «θεαταί λόγων και ακροαταί έργων». Ο λαός μας όμως λέει κάτι σοφότερο για όλους αυτούς τους σωτήρες και…φωστήρες. Ήθελε η κουκουβάγια να αλλάξει τη φωλιά της, «να μετακομίσει», γιατί γέμισε κουτσουλιές. Την βλέπει ένα άλλο πουλί και της λέει: «όπου και να πας τον κώλο σου θα τον πάρεις μαζί σου».
Διδάσκω σε σχολείο που επιλέχτηκε μεταξύ άλλων 800, για να λειτουργήσει από τη νέα χρονιά ως ολοήμερο. Το υποχρεωτικό πρόγραμμα για όλους τους μαθητές θα είναι από τις 8.00 έως τις 14.00. Τώρα πώς θα αντέχουν τα πρωτάκια σε καθημερινά επτάωρα, αυτό δεν μας εξηγείται, αρκεί που θα φοιτούν στο Νέο Σχολείο. Εισάγονται από την πρώτη δημοτικού τα Αγγλικά και οι, μεσσιανικής υφής, νέες τεχνολογίες. Έξοχα! Πριν ακόμη οι μαθητές ψηλαφήσουν τους μηχανισμούς της μητρικής τους γλώσσας, θα διδάσκονται και τη «δεύτερη επίσημη γλώσσα» του κράτους μας, όπως δήλωσε παλαιότερα η διαβιουπουργός. Να σημειωθεί και τούτο. Στην πέμπτη και έκτη Δημοτικού οι μαθητές θα διδάσκονται 5 ώρες εβδομαδιαίως ξένες γλώσσες και 7 ώρες την ελληνική. (Γιατί όχι μια ώρα αρχαία ελληνικά στην έκτη Δημοτικού, απλά κείμενα, για εξοικείωση; Λησμόνησα όμως ότι το Νέο Σχολείο, σύμφωνα με τις ολοήμερες μεγαλοστομίες, «γκρεμίζει τους τοίχους»… και καταστρέφει αδίστακτα τις εθνικές μας ρίζες.) Δόξη και τιμή εισέρχεται, εισβάλει από την πρώτη και ο υπολογιστής. Σχολείο – ΚΕΠ, μάθημα – ζάπινγκ, αποχαύνωση και αμάθεια.
Επαναλαμβάνω τα λόγια Γάλλου σοφού: «Ίσως το ερώτημα που πρέπει να μας απασχολεί δεν είναι σε τι κόσμο θ’ αφήσουμε τα παιδιά μας, αλλά τι παιδιά θ’ αφήσουμε σ’ αυτόν τον κόσμο».
Νατσιός Δημήτρης ,δάσκαλος-Κιλκίς

Πηγή:antibaro.gr
ἀναδημοσίευση:http://aktines.blogspot.com

Κυριακή 11 Απριλίου 2010

῾Η ἀποχαύνωση ὡς παιδαγωγική μέθοδος (Δημήτρης Νατσιός, Δάσκαλος)




ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ρωτάς τα παιδιά, τους μαθητές: «τι δώρο θέλεις να σου προσφέρουν οι γονείς, οι συγγενείς, τα Χριστούγεννα, το Πάσχα, στη γιορτή σου ή στα γενέθλιά σου;».


Παρένθεση: Η ονομαστική εορτή σχεδόν καταργήθηκε. Σχεδόν κανένα παιδί δεν γιορτάζει, δεν κερνάει, δεν προσκαλεί την ημέρα της χριστιανικής γιορτής. Υπάρχουν μόνο τα γενέθλια.

Η δυτικόφερτη φραγκοσυνήθεια έχει επικρατήσει πλήρως. Και αυτά ακόμη τα γενέθλια δεν εορτάζονται στο γονικό σπίτι, αλλά σε κάτι φανταχτερές, ιδιωτικές παιδοφυλακές.

Το παιδί της πόλης, ως γνωστόν, ευρίσκεται υπό διωγμόν από την ευλογημένη πατρική εστία. Φωνάζουν, λερώνουν, γελούν, κλαίνε, μαλώνουν, πεινούν, πράγματα απαράδεκτα για ένα ψευτοπολιτισμό, που θέλει τα πάντα αποστειρωμένα και αποστεωμένα. Ακόμη και μηνύσεις υποβάλλουν ενοχλημένοι γείτονες και περίοικοι κατά παιδικών φωνών.

Ας κάνουν όλοι υπομονή. Οσονούπω θα καθιερωθεί το λεγόμενο ολοήμερο σχολείο, οπότε θα επιστρέφουν εξουθενωμένα, το απόγευμα τα παιδιά στο σπίτι, για να ξαναρχίσει το φροντιστηριακό λαχάνιασμα. Οι γονείς θα περιορίζονται σε μια «καληνύχτα» και ένα «καλημέρα» και μετά θα αναρωτιούνται, εν φόβω και τρόμω, γιατί έμπλεξε αυτό το παιδί.

Σημείωση ακροτελεύτιος της παρένθεσης: στα βιβλία γλώσσας – περιοδικά ποικίλης ύλης του Δημοτικού, δεν υπάρχει ούτε η ελάχιστη νύξη για ονομαστική εορτή. Υπάρχουν μόνο γενέθλια.

Επανέρχομαι στο προλογικό ερώτημα. Τα παιδιά εν χορώ απαντούν: κινητό τηλέφωνο ή υπολογιστή. Και τα παιχνίδια ακόμη που επιθυμούν «διαπλέκονται» με υπολογιστές. Και πώς αλλιώς; Νυχθημερόν βομβαρδίζονται από ελκυστικότατες συσκευές της επικοινωνίας. Όπου και να στρέψουν το βλέμμα τους, αντικρίζουν το «αντικείμενο του πόθου». Γονείς, δάσκαλοι, φίλοι και συγγενείς όλοι μ’ ένα κινητό στο χέρι. Επικοινωνώ άρα υπάρχω.

Όπως προσφυώς ειπώθηκε για να εξασφαλίσουν την συνοχή τους οι κοινωνίες με μνήμη χρησιμοποιούν την ιστορία και οι κοινωνίες χωρίς μνήμη χρησιμοποιούν την επικοινωνία. Διάβασα πρόσφατα επιστολή μητέρας παιδιού της Α΄ Γυμνασίου. Διαμαρτυρόταν γιατί το παιδί της «εισέρχεται ανεξέλεγκτα όσες ώρες αυτή εργάζεται, σε ιστοσελίδες, χρησιμοποιώντας οποιαδήποτε ασύρματη σύνδεση υπάρχει στην πολυκατοικία». Ο φορητός υπολογιστής, υπενθυμίζω, είναι δώρο του υπουργείου, πρώην εθνικής, Παιδείας στα γυμνασιόπαιδα της πρώτης τάξης. Ως συνήθως κατόπιν εορτής οι ενστάσεις.

Τώρα που το υπουργείο προτίθεται από την πρώτη δημοτικού να καθηλώσει τα ανυπεράσπιστα παιδιά μπροστά σε υπολογιστές, θα αντιδράσει κανείς; Απορώ και εξίσταμαι! Δεν κατανοούν οι γονείς το έγκλημα που σχεδιάζεται εις βάρος των παιδιών τους.

Στο προσχέδιο του «νέου σχολείου» που οραματίζεται η διαβιουπουργός, καταγράφεται σαφέστατα ότι όλα, έμβια και άβια, αποκτούν ψηφιακή υπόσταση.

Ακόμη και ο δάσκαλος, ως φυσική παρουσία, ως πρόσωπο θα καταργηθεί. Θα περιοριστεί σε ρόλο, θα χειρίζεται πλήκτρα, τα οποία θα μεταφέρουν στον εγκέφαλο των παιδιών τις αναχωνευμένες στα εργαστήρια του πολυπολιτισμικού – αποχαυνωτικού υπουργείου παιδομαζώματος, πληροφορίες.

Οι νέες γενιές, θα είναι οι μικροί πειθαρχημένοι στρατιώτες, προετοιμασμένοι από ένα σχολείο πνιγμένο από την εμποροχυδαία πραγματικότητα.

Έχω χαρακτηρίσει τα νέα σχολικά βιβλία της γλώσσας, κακέκτυπο του διαδικτύου. Προφανώς στάλθηκαν ως ένα είδος προπαιδείας σ’ αυτό που έρχεται. Ό, τι αντικρίζει ο μαθητής στην τηλεόραση μεταφέρθηκε στο βιβλίο. Συνταγές μαγειρικής, μικρές αγγελίες, διαφημίσεις, κείμενα ανούσια, ολιγόλογα, κείμενα χρήσιμα για την υποβολή μιας αίτησης ή ενός σύντομου βιογραφικού για μια θέση υποαπασχόλησης. Σε μια γλώσσα παρδαλή, τραυματισμένη, μιξοελληνική. «Πολλές ρήσεις έχουμε δει ν’ ανατρέπονται, ποτέ όμως την αποφθεγματική εκδοχή: όπου γλώσσα πατρίς», θα πει ο Ελύτης στον «κήπο με τις αυταπάτες». Αν έβλεπε τα τωρινά βιβλία ίσως θα δυσκολευόταν να γράψει αυτό το «ποτέ».

Σχολείο ψηφιακό είναι σχολείο της ορθοπεταλιάς, για να παραφράσω τον τίτλο ενός σπουδαίου βιβλίου του Γ. Καλιόρη. («Η κοινωνία της ορθοπεταλιάς»). Ένα σχολείο που ξεθεωμένο τρέχει να προλάβει τις δήθεν εξελίξεις, να ανοίξει, όπως λέει ένα κρανιοκενές ευφυολόγημα, στη ζωή.

Όμως το σχολείο, για να παραμείνει σχόλη και σχολή, οφείλει να είναι συντηρητικό, με την απλή και πρωταρχική σημασία της λέξης. Να συντηρεί τα πολυτίμητα τζιβαϊρικά που παρέλαβε απ’ όσους πέρασαν και να τα παραδίδει στους νεότερους, εμπλουτίζοντας, βέβαια, την παράδοση με τα άξια λόγου και μίμησης (αξιόλογα και αξιομίμητα) νεότερα. «Μου φαίνεται ότι ο συντηρητισμός νοούμενος ως συντήρηση, αποτελεί την ίδια την ουσία της εκπαίδευσης, η οποία έχει πάντοτε ως έργο της να περιβάλλει και να προστατεύει κάποιο πράγμα – το παιδί έναντι του κόσμου, τον κόσμο έναντι του παιδιού, το καινούργιο έναντι του παλαιού, το παλαιό έναντι του καινούργιου», εξηγεί η Χάννα Άρεν, ήδη από το 1958, στο απροσπέλαστο δοκίμιό της «η κρίση της εκπαίδευσης».

Πώς όμως να εξηγήσεις την συντηρητική διάσταση που πρέπει να έχει το σχολείο σήμερα, σε ανθρώπους «ξιπασμένους οψίπλουτους», της μάθησης, που υποστηρίζουν ότι «το Νέο Σχολείο είναι πρώτα απ’ όλα ΕΝΑ ΣΧΟΛΕΙΟ ΧΩΡΙΣ... ΤΟΙΧΟΥΣ! Ένα σχολείο ανοικτό στις ιδέες και στην κοινωνία, στην γνώση και το μέλλον, που αξιοποιεί κάθε σύγχρονο εργαλείο. Ο διαδραστικός πίνακας, το ηλεκτρονικό βιβλίο, το ψηφιακό εκπαιδευτικό υλικό, ο προσωπικός μαθητικός υπολογιστής». (Α. Διαμαντοπούλου. Υποψιάζομαι ότι εκείνο το «τοίχους» γράφτηκε αντί του «τείχη». Από κάτι τέτοιες σαπουνόφουσκες παρασύρονται κάποιοι δάσκαλοι και τριγυρίζουν με τους μαθητές τους ολημερίς και ολονυχτίς, τάχα και εκπαιδευτικές επισκέψεις, αντί να στρωθούν να κάνουν μάθημα μες στην τάξη).

Το κακό είναι πως σ’ αυτόν τον τόπο ό,τι δεν έχει πρόσφατη ημερομηνία έχει ποινικοποιηθεί.

Πάσχουμε από άκρατο και άκριτο, ας μου συγχωρεθεί ο όρος, «νεανισμό». (Θυμήθηκα μια φράση του Χάιντεγκερ: «το δέντρο μεγαλώνει από τα κλαδιά του αλλά και από τις ρίζες του»). Βλέπουμε τις ολέθριες συνέπειες αυτού του καταστρεπτικού δόγματος: ό,τι αρέσει στους νέους. Γι’ αυτό και υπολογιστές και διαδίκτυο από το δημοτικό.

Αντί το σχολείο να είναι θεματοφύλακας των τιμαλφών αξιών του Γένους και κάστρο συντήρησης τους, μεταβάλλεται σε πολλαπλασιαστή της περιρρέουσας αμορφωσιάς. Η αναγωγή της αποχαύνωσης σε καινοτόμο παιδαγωγική μέθοδο. Αν υλοποιηθεί η εξαγγελία της διαβιουπουργού σε μερικά χρόνια δίπλα από κάθε σχολείο θα χτίζεται και ένα κέντρο απεξάρτησης των νέων από τις νέες τεχνολογίες.

Πώς να τα εξηγήσεις όμως αυτά σε ανθρώπους που θεωρούν το σχολείο χώρο πειραματισμών, επικοινωνίας, εξουδετέρωσης των κοινωνικών αδικιών και ταξικών ανισοτήτων, εντάξεως των μεταναστών και άλλων εύηχων πραγμάτων;

Θα κλείσω με κάτι που αυτές τις ημέρες μου προκάλεσε «θλίψιν απαρηγόρητον». Προμηθεύτηκα τα αναγνωστικά που είχαν οι μαθητές του δημοτικού πριν από το 1983, πριν ενσκήψει η λαίλαπα του προοδευτισμού. Έχω ενώπιόν μου της Ε΄ δημοτικού. (Στην οποία φέτος διδάσκω). Διαβάζω ονόματα λογοτεχνών που στολίζουν τις σελίδες του: Σολωμός, Παλαμάς, Δροσίνης, Πολέμης, Καρκαβίτσας, Κονδυλάκης, Νιρβάνας, Ξενόπουλος, Παπαδιαμάντης, ό,τι καλύτερο έχει να επιδείξει η πατρίδα μας.

Πιάνω τα τωρινά με τις συνταγές μαγειρικής και τις οδηγίες χρήσης καφετιέρας και απελπίζομαι. (Περίπου 20 συνταγές στις δύο τελευταίες τάξεις του Δημοτικού. Ένα ή δύο τα δημοτικά τραγούδια. Σαφές το μήνυμα: αποκοπεί από τις ρίζες και εθισμό στην ευτέλεια). Σκέφτομαι ότι αν μορφώσουμε μια γενιά Ελλήνων με τα «συντηρητικά» εκείνα βιβλία, θα βγουν άνθρωποι που θα σώσουν την πατρίδα μας. Πράγμα βέβαια αδύνατον, όσο επιβιώνει η τιποτοκρατία.

Υπό τις σημερινές συνθήκες, καθώς θα ‘λέγε και ο ποιητής, «το πιο φρικτό ναυάγιο θα ήταν να σωθούμε».















(Πηγή: "Ρεσάλτο", 9/4/2010)


Διαδίκτυο:alopsis.gr