"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέροντας Παϊσίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέροντας Παϊσίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 23 Σεπτεμβρίου 2010

῾Ο ᾿Αρσένιος ᾿Εζνεπίδης (μετέπειτα Γέροντας Παΐσιος) στρατιώτης ᾿Ασυρματιστής στήν ᾿Αράχωβα Ναυπακτίας τό ἔτος 1947 / τοῦ Γεωργίου Γαλανόπουλου, δικηγόρου παρ᾿ ᾿Αρείῳ Πάγῳ

Αναφερόμενοι στά πολεμικά καί άλλα γεγονότα τού εμφυλίου αδελφοκτόνου σπαραγμού στόν τόπο μας μετά τό τέλος τής Κατοχής, αξίζει νά σημειώσουμε τήν παρουσία στήν Αράχωβα ενός σημαντικού προσώπου, πού υπηρέτησε μέ θητεία 3,5 ετών στόν κρατικό στρατό, υπερασπίσθηκε μέ σθένος, ανδρεία καί φιλότιμο τό χωριό μας καί παρέμεινε σ' αυτό γιά 2 μήνες περίπου τό έτος 1947, μέ τήν ειδικότητα τού Ασυρματιστή, εκεί πού είχε κατασκηνώσει ο στρατός, βόρεια στό σπίτι τότε τού αείμνηστου θείου μου, Ιωάννη Κ. Γαλανόπουλου.
Είναι, μέ τό λαϊκό όνομα, ο Αρσένιος Εζνεπίδης, γεννημένος τό έτος 1924 στά Φάρασα τής αγιοτόκου Καππαδοκίας (Μικρά Ασία), ο μετέπειτα φημισμένος Γέροντας Αγιορείτης μέ τό μοναχικό όνομα Παΐσιος, πού μάλιστα τόν είχε βαπτίσει ο ίδιος ο σύγχρονος άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης, δίνοντάς του καί τό όνομά του. Ο ιερομόναχος Παΐσιος, πού έζησε γιά πολλά χρόνια στό Περιβόλι τής Παναγίας μας, κοιμήθηκε οσιακά στίς 12-7-1994 στό Ιερό Ησυχαστήριο τού Αγίου Ιωάννου τού Θεολόγου στήν Σουρωτή Θεσσαλονίκης.
Ως στρατιώτης ήταν προσεκτικός, ευλαβής, υπάκουος καί εκτελούσε όλες τίς διαταγές πρόθυμα καί αγόγγυστα. Μέ νοσταλγία θυμόταν τό χωριό μας καί διατηρούσε πολύ ζωηρές εικόνες καί αναμνήσεις σέ όλη του τήν ζωή γιά τήν Αράχωβα τής Ναυπακτίας, όπως τόνιζε, καί τούς Αραχωβίτες εκείνης τής ζοφερής περιόδου τού εμφυλίου πολέμου καί ρωτούσε μέ ενδιαφέρον τί κάνει ο ευλαβής καί καλός Αραχωβίτης Θεόδωρος Δημ. Τζίμας, πού είχε γνωρίσει σ' αυτό καθώς καί τούς χωριανούς μας, πού πολλές φορές τόν επισκέφθηκαν ως προσκυνητές στό Άγιον Όρος, λέγοντάς του τήν καταγωγή τους, Θεόδωρο Τσαρούχη καί Βασίλειο Ν. Μπράνη, πού μπορούν νά επιβεβαιώσουν όλα τά γραφόμενα. Εκκλησιαζόταν, όταν οι συνθήκες τό επέτρεπαν, στόν Αη-Νικόλα καί οι πιστοί χριστιανοί καλωσυνάτοι συγχωριανοί μας, χωρίς νά τό ξέρουν, συμπροσεύχονταν μέ έναν άνθρωπο τού Θεού. Αποτελεί τιμή γιά τό χωριό μας η παρουσία ενός σύγχρονου αγίου, έστω καί κάτω από αυτές τίς αντίξοες περιστάσεις.
Στά κείμενα τών επιστολών του, πού έστελνε σέ μοναχούς, μοναχές καί πνευματικά του παιδιά, συχνά χρησιμοποιούσε παραδείγματα από τίς εμπειρίες τού πολέμου ή μιλούσε μεταφορικά γιά τόν πνευματικό πόλεμο χρησιμοποιώντας ορολογία τού στρατού, τών διαβιβάσεων κλπ.
Ιδού ένα απόσπασμα επιστολής του (διατηρώντας τήν ορθογραφία του), πρός αρχαρίους μοναχούς πού έγραψε καί έστειλε τό έτος 1973 αρχίζοντας μέ τήν δοξολογία τού Τριαδικού Θεού καί ευχαριστώντας Τον γιά όλα πού τόν ωφελήσανε καί πού η αναφορά του, πιστεύω ακράδαντα, θά ωφελήση ψυχικά πολλούς. (Τό πήρα από ένα από τά πολλά βιβλία πού γράφτηκαν γι' αυτόν τόν σύγχρονο Όσιο τού καιρού μας).
«Απορώ πώς δέν μπορούν νά καταλάβουν τήν μεγάλη αποστολή τού Μοναχού. Ο Μοναχός φεύγει μακριά από τόν κόσμο, όχι γιατί μισεί τόν κόσμο, αλλά επειδή αγαπάει τόν κόσμο καί κατ' αυτόν τόν τρόπο θά τόν βοηθήση περισσότερο διά τής προσευχής του σέ πράγματα πού δέν γίνονται ανθρωπίνως παρά μόνο μέ θεϊκή επέμβαση. Έτσι σώζει ο Θεός τόν κόσμο. Ο Μοναχός δέν λέει ποτέ "νά σώσω τόν κόσμο", αλλά προσεύχεται γιά τήν σωτηρία όλου τού κόσμου, παράλληλα μέ τήν δική του. Όταν ο καλός Θεός ακούση τήν προσευχή του καί βοηθήση τόν κόσμο, πάλι δέν λέει "'έσωσα εγώ τόν κόσμο", "αλλά ο Θεός". Οι Μοναχοί, λοιπόν είναι μέ λίγα λόγια οι Ασυρματιστές τής Μητέρας Εκκλησίας, καί επομένως, εάν φεύγουν μακριά από τόν κόσμο, τό κάνουν καί αυτό από αγάπη, διότι φεύγουν από τά παράσιτα τού κόσμου, γιά νά μπορούν νά έχουν καλύτερη επαφή καί νά βοηθούν περισσότερο καί καλύτερα τόν κόσμο. Φυσικά τήν παράλογη αυτή απαίτηση πού έχουν ορισμένοι Κληρικοί, όπως ανέφερα, τό νά κατεβούν δηλαδή οι Μοναχοί στόν κόσμο, τήν έχουν καί μερικοί ανόητοι στρατιώτες. Όταν η Μονάδα τους κινδυνεύη, νά αφήση δηλαδή καί ο Ασυρματιστής τόν ασύρματο καί νά πάρη καί αυτός τό λιανοντούφεκό του, λές καί θά σωθή η κατάσταση, εάν προστεθή ένα ακόμη όπλο στά άλλα διακόσια. Ενώ ο Ασυρματιστής ξελαρυγγίζεται γιά νά πιάση επαφή, φωνάζοντας "εμπρός, εμπρός, ψυχή κλπ", οι άλλοι νομίζουν ότι λέει λόγια πολλά στόν αέρα. Δέν αρκούν όμως οι έξυπνοι Ασυρματιστές, ακόμη καί νά τούς βρίζουν, αλλά αγωνίζονται, ώσπου νά πιάσουν επαφή, καί μετά ζητάνε τήν άμεση βοήθεια από τό Γενικό Επιτελείο (ψυχή) καί καταφθάνουν οι μεγάλες δυνάμεις Αεροπορίας, Τεθωρακισμένων, Στόλου κλπ, καί έτσι σώζεται η κατάσταση καί όχι μέ τό λιανοντούφεκό τους. Τό ίδιο καί οι Μοναχοί κινούνται μέ θείες δυνάμεις, μέ τήν προσευχή τους, καί όχι μέ τίς ατομικές τους μηδαμινές δυνάμεις. Γιά έναν λόγο δέ παραπάνω στήν εποχή μας, πού τό κακό παράγινε, έχουμε ανάγκη τής επεμβάσεως τού Θεού...Δέν μπορώ νά καταλάβω αυτό πού κάνουν μερικοί Κληρικοί καί Λαϊκοί, πού μάχονται τόν Μοναχισμό (αποκαλεί πιό πάνω τούς Μοναχούς Ασυρματιστές τής Εκκλησίας). Ενώ ο Στρατός τίς Διαβιβάσεις τίς θεωρεί αρτηρίες τού Σώματος τού Στρατού, καί η Εκκλησία μας τό ίδιο παραδέχεται γιά τόν Μοναχισμό, αυτοί οι ευλογημένοι άνθρωποι πού μάχονται τόν Μοναχισμό, θά ήθελα νά μάθω, σέ ποιά Εκκλησία ανήκουν».
Όλα αυτά τά έγραψε ο ίδιος 25 χρόνια μετέπειτα έχοντας τίς εμπειρίες καί τήν φρίκη τού πολέμου πρό τών οφθαλμών του καί έχοντας ζήσει, όπως ήθελε ο Θεός, κοντά στήν όμορφη φύση τού χωριού μας, πού τήν ηρεμία καί τήν γαλήνη της τάραζαν εκείνα τά δύσκολα καί φοβερά χρόνια οι ριπές τών όπλων, αλλά ερχόμενος σέ επικοινωνία καί μέ τούς απλοϊκούς καί καλοκάγαθους ανθρώπους του, συμπλήρωνε στό έπακρο τών αρετών όλα τά χαρίσματα πού τού είχε δώσει απλόχερα ο καλός Θεός μας καί μέ τόν προσωπικό του καθημερινό αγώνα γιά ατομικό εξαγιασμό, τούς ασκητικούς ιδρώτες, τά ακατάπαυστα δάκρυά του καί τήν ολόθερμη προσευχή του, επαύξησε τά δοθέντα τάλαντα τού Δημιουργού καί μάς άφησε ωφέλιμη ψυχικά παρακαταθήκη τίς συμβουλές του μέ τίς επιστολές του αυτές καί τίς άγιες ευχές του. Γι' αυτό καί τού οφείλουμε όλοι, πέρα από ένα μεγάλο ευχαριστώ, τήν άπειρη ευγνωμοσύνη μας καί τόν παρακαλούμε νά πρεσβεύη γιά όλους μας, από εκεί πού τώρα βρίσκεται.
Αυτά τά λίγα λόγια τά έγραψα σάν ένα μνημόσυνο καί ελάχιστο φόρο τιμής ως γνήσιος Αραχωβίτης γιά έναν Άγιο άνθρωπο τού Θεού, πού πέρασε από τό χωριό μας, γιά νά πληροφορηθούν όλοι οι ευλαβείς αναγνώστες τής "Παρέμβασης" ένα τέτοιο σημαντικό γεγονός γιά τήν Επαρχία μας.


Πηγή:http://www.parembasis.gr

Πέμπτη 17 Ιουνίου 2010

Γέροντος Παΐσιου τοῦ Αγιορείτου: «Οἱ ἄνθρωποι διψοῦν τήν ἁπλότητα»




Λόγοι Α΄
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
"ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ"
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Κεφάλαιο 5ο Εσωτερική αταξία και εξωτερική εμφάνιση
«Οι άνθρωποι διψούν την απλότητα»
Το καλό είναι ότι διψούν οι άνθρωποι την απλότητα και έφθασαν σε σημείο να κάνουν την απλότητα
μόδα, και ας μη νιώθουν απλά. Έρχονται μερικοί στο Άγιον Όρος με κάτι ξεβαμμένα ρούχα. Λέω: «Αυτοί δεν δουλεύουν στα χωράφια, γιατί είναι έτσι;» Άλλος μιλάει χωριάτικα από φυσικού του και τον χαίρεσαι. Άλλος πάει να μιλήση χωριάτικα και σου έρχεται να κάνης εμετό. Είναι και μερικοί που έρχονται με τις γραβάτες τους… Από το ένα άκρο στο άλλο. Ένας είχε έξι-επτά γραβάτες μαζί του. Ένα πρωί που ετοιμαζόταν, φόρεσε την γραβάτα, το κουστούμι του κ.λπ. «Τι κάνεις εκεί;» του λέει κάποιος. «Θα πάω στον π. Παΐσιο», λέει. «Ε, και τι είναι αυτά που φοράς;» «Τα φορώ, λέει, για να τον τιμήσω». Βρε, τι πάθαμε!

Απλότητα δεν έχουν καθόλου· γι΄ αυτό υπάρχει αυτή η αλητεία. Όταν οι πνευματικοί άνθρωποι δεν ζουν απλά, αλλά είναι κουμπωμένοι, δεν βοηθούν την νεολαία. Έτσι τώρα οι νέοι, μη έχοντας κάποιο πρότυπο, ζουν αλήτικα. Γιατί, όταν βλέπουν κουμπωμένους Χριστιανούς, ανθρώπους σφιγμένους με γραβάτες, καλουπωμένους, δεν βρίσκουν σ΄ αυτούς καμμιά διαφορά από τους κοσμικούς και αντιδρούν. Αν έβλεπαν απλότητα στους πνευματικούς ανθρώπους, δεν θα έφθαναν σ΄ αυτήν την κατάσταση. Αλλά τώρα κοσμικό πνεύμα οι νέοι, κοσμική τάξη αυτοί. «Έτσι πρέπει να περπατάμε οι Χριστιανοί, έτσι πρέπει εκείνο, έτσι το άλλο…» Και δεν είναι ότι το κάνουν από μέσα τους, από ευλάβεια, αλλά γιατί «έτσι πρέπει». Οπότε
και οι νέοι λένε: «Τι πράγματα είναι αυτά; Να πηγαίνουν στην Εκκλησία με σφιγμένο τον λαιμό! Άντε απ΄ εκεί!» και τα πετούν και γυρίζουν γυμνοί. Πιάνουν το άλλο άκρο. Κατάλαβες; Όλα αυτά από αντίδραση τα κάνουν. Ενώ έχουν ιδανικά, δεν έχουν πρότυπα και είναι αξιολύπητοι. Γι΄ αυτό χρειάζεται
κανείς να τους κεντρίση το φιλότιμο και να τους συγκινήση με την απλή του ζωή. Αγανακτούν, όταν και αυτοί οι πνευματικοί άνθρωποι και οι ιερείς προσπαθούν με συστήματα κοσμικά να τους συγκρατήσουν. Όταν όμως βρουν την σεμνότητα, αλλά και την απλότητα και μια ειλικρίνεια, τότε προβληματίζονται. Γιατί, όταν κανείς έχη ειλικρίνεια και δεν υπολογίζη τον εαυτό του, είναι απλός, έχει ταπείνωση. Όλα αυτά δίνουν ανάπαυση και στον ίδιο, αλλά είναι αισθητά και στον άλλον. Καταλαβαίνει ο άλλος αν τον πονάς ή υποκρίνεσαι. Ένας αλήτης είναι καλύτερος από έναν υποκριτή Χριστιανό. Γι΄ αυτό όχι υποκριτικό γέλιο αγάπης αλλά φυσιολογική συμπεριφορά· ούτε κακία ούτε υποκρισία αλλά αγάπη και ειλικρίνεια. Περισσότερο με συγκινεί, όταν εσωτερικά είναι κανείς τοποθετημένος καλά. Να έχη δηλαδή σεβασμό και αγάπη πραγματική, να κινήται απλά, να μην κινήται με τύπους, γιατί τότε μένει κανείς μόνο στα εξωτερικά και γίνεται άνθρωπος εξωτερικός, δηλαδή αποκριάτικος καρνάβαλος.

Η εσωτερική καθαρότητα της όμορφης ψυχής του αληθινού ανθρώπου ομορφαίνει και το εξωτερικό του ανθρώπου και η θεία εκείνη γλυκύτητα της αγάπης του Θεού γλυκαίνει ακόμη και την όψη του. Η εσωτερική ομορφιά της ψυχής, εκτός που ομορφαίνει πνευματικά και αγιάζει τον άνθρωπο, ακόμη και εξωτερικά, και τον προδίδει με την θεία Χάρη, ομορφαίνει και αγιάζει και αυτά τα άσχημα ρούχα που φοράει ο χαριτωμένος άνθρωπος του Θεού. Ο Παπα-Τύχων έρραβε μόνος του σκουφιά με την σακκορράφα από κομμάτια ράσου, τα έκανε σαν σακκούλες, και τα φορούσε, αλλά σκορπούσαν πολλή χάρη. Ό,τι παλιό φορούσε ή ασουλούπωτο, δεν φαινόταν άσχημο, γιατί ομόρφαινε και αυτό από την εσωτερική ομορφιά της ψυχής του. Κάποτε τον φωτογράφισε ένας επισκέπτης όπως ήταν, με την σακκούλα για σκουφί και με μια πιτζάμα, που του είχε ρίξει στις πλάτες του, γιατί είδε τον Γέροντα να κρυώνει. Και τώρα όσοι βλέπουν στην φωτογραφεία τον Παπα-Τύχωνα νομίζουν ότι φορούσε δεσποτικό μανδύα, ενώ ήταν μια παλιά παρδαλή πιτζάμα. Οι άνθρωποι και τα κουρέλια του τα έβλεπαν με ευλάβεια και τα έπαιρναν για ευλογία. Μεγαλύτερη αξία έχει ένας τέτοιος ευλογημένος άνθρωπος, που άλλαξε εσωτερικά και αγίασε και εξωτερικά, παρά όλοι οι άνθρωποι που αλλάζουν συνέχεια μόνον τα εξωτερικά (τα ρούχα τους) και διατηρούν εσωτερικά τον παλαιό τους άνθρωπο με αρχαιολογικές αμαρτίες.

συνεχίζεται ...
Πηγή:http://anavaseis.blogspot.com