"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σεβ. ῾Ιερόθεος Βλάχος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σεβ. ῾Ιερόθεος Βλάχος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 2010

«Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ» τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί ῾Αγίου Βλασίου ῾Ιεροθέου



Σχόλιο ᾿Οδυσσέως: Πολύ σημαντικό τό κείμενο πού ἀκολουθεῖ. Περιγράφονται ἐμπειρίες τοῦ Γέροντος Σωφρονίου, πού δέν συλλαμβάνονται εὔκολα ἀπό ἐμᾶς τούς ἀμυήτους περί τά πνευματικά. Τουλάχιστον, ἄς ψελλίζουμε κατά τήν παρότρυνση τοῦ Γέροντος: "Κύριε ᾿Ιησοῦ Χριστέ, ἴασαι τήν ψυχήν μου ὅτι ἥμαρτόν σοι ".  Διαβᾶστε μέχρι τέλους τό κείμενο, ἀξίζει!




Εν Εδέσση τη 18-7-1978
Σεβαστέ π. Σωφρόνιε
ευλογείτε

… κάθε Μοναχός, ο οποίος έχει νεκρωθή κατά κόσμον και έχει δεχθή την ζωήν του παρελθόντος (την ζωήν της αμιάντου Παραδόσεως) είναι μία μεγίστη διαμαρτυρία προς το πνεύμα της εκκοσμικεύσεως της Εκκλησίας και μάλιστα της θεσμοποιημένης εκκοσμικεύσεως. …

… ο σημερικός κόσμος δεν έχει ανάγκη ανθρώπων που θα γνωρίζουν τους Πατέρας, αλλά ανθρώπων που θα έχουν πατερικόν φρόνημα.

Εύχεσθε να νεκρωθή ο παλαιός άνθρωπος και να ζη εν εμοί ο Χριστός.
Από τον Σεβασμιώτατον έχετε ευχάς και σέβη.

Μετά βαθυτάτου σεβασμού
Αρχιμ. Ιερόθεος Βλάχος



Εν Εδέσση τη 18-7-1978
Αγαπητέ εν Χριστώ αδελφέ π. Κύριλλε
Ευλογείτε

… ώστε κάποτε να αξιωθώ να μορφωθή εν εμοί εν Αγίω Πνεύματι ο Χριστός. …



Εν Εδέσση τη 18-7-1978
Αγαπητέ εν Χριστώ Αδελφέ π. Ζωσιμά,
ευλόγησον

… Δεν θέλω να γίνω ένας καλός άνθρωπος, χωρίς ιδιοτροπίες κλπ. αλλά άνθρωπος του  Θεού. Να παύσω να ζω ατομικά και να ζω προσωπικά. Να εξαφανίσω το ίδιον θέλημα χάριν του θελήματος του Θεανθρώπου Ιησού.

Το έτος αυτό στο Μοναστήρι συνάντησα μια φιλόλογο που μόλις είχε τελειώσει την μεταπτυχιακή της εργασία και θα αναχωρούσε για την Ελλάδα. Μου περιέγραψε πώς γνώρισε τον Γέροντα, πώς ωφελήθηκε από την διδασκαλία του, την προσωπικότητά του και τις συμβουλές του, και πώς άρχισε να βλέπη την Εκκλησία με άλλη προοπτική.
Από όσα μου διηγήθηκε καταγράφω μερικά για να φανή το πώς εργαζόταν ο Γέροντας ποιμαντικά με τους προσκυνητές της Ιεράς Μονής.

Σε μια επίσκεψη ανέφερα στον Γέροντα ότι μερικές φορές αισθανόμουν ένα φοβερό πλάκωμα, όλη την γη να με πιέζη. Ο Γέροντας μου εξήγησε ότι αυτό συνέβαινε, επειδή η Αγγλία δεν είναι ορθόδοξη χώρα και κανείς γύρω μου στην πόλη που βρισκόμουν δεν προσευχόταν, αλλά γινόταν  το αντίθετο. Αντίθετα στην Ελλάδα κτυπάνε οι καμπάνες, γίνονται Λειτουργίες, προσεύχονται οι άνθρωποι κι αυτό βοηθάει πολύ στην προσευχή, δηλαδή το περιβάλλον. Η προσευχή ξεσηκώνει πόλεμο και πειρασμούς από τον διάβολο.

Μια άλλη φορά ήμουν κάπως πεσμένη, μου έκανε την πνευματική μου ακτινογραφία, κοίταξε ψηλά στα καλώδια της ΔΕΗ και μου είπε: «Βλέπεις αυτό το πουλί; Κάθεται επάνω στο καλώδιο. Ξέρεις τί τάση ρεύματος έχει; Κι όμως αυτό δεν παθαίνει τίποτε. Έτσι είναι και ο μοναχός. Μέσα του έχει μεγάλο αγώνα και εξωτερικά φαίνεται πολύ ήρεμος».

Κάθε φορά που πλησίαζαν οι ημέρες να φύγω από το Μοναστήρι με έπιανε πολύ κλάμα. Ο Γέροντας βλέποντάς με έτσι μου είπε: «Κλάμα νάναι κι απ’ όπου νάναι. Κάνε το προσευχή. Να το μεταστρέφης σε μετάνοια και προσευχή».
Όταν κάποτε του είπα ότι δεν μπορούσα να συγκρατήσω πολλά από αυτά που διάβαζα (Κλίμακα, Γεροντικό, Γέροντα Σιλουανό)
μου είπε: «Δεν χρειάζεται να τα συγκρατήσης· η καρδιά τα καταλαβαίνει κι αυτό γίνεται πνευματική τροφή χωρίς να το καταλάβης».




Έτος 1979

Κάποια στιγμή, όμως, κάνοντας την ευχή, αισθάνθηκα κάτι ιδιαίτερο. Φοβήθηκα μήπως αυτό ήταν κάποια κατάσταση πλάνης. Έγραψα αμέσως στον Γέροντα και του ανέφερα ακριβώς την κατάσταση αυτή που περνούσα και ζητούσα προσωπική καθοδήγηση.
Ύστερα από μερικές μέρες, εντελώς απρόσμενα, έλαβα επιστολή του Γέροντος, την μοναδική που έχω στο αρχείο μου.


Η επιστολή έχει ως εξής:

«Monastery of St. John the Baptist
Tolleshunt Knights,
by Maldon, Essex
30 Σεπτ. 1978

Αγαπητέ μοι εν Χριστώ Αδελφέ και Συλλειτουργέ  π. Ιερόθεε,

Σήμερον έλαβον την επιστολήν Σας από της 24ης Σεπτ. Αμέσως Σας απαντώ, δεόμενος του Κυρίου να ελεήση αμφοτέρους. Απαντώ ουχί ως Γέρων, αλλά ως αδελφός και συλλειτουργός παρά τω Θρόνω του Πανυψίστου Θεού και Σωτήρος ημών.
Το βαθύ σέβας μου προς τον Πατέρα Παΐσιον μου υποβάλλει να Σας προτείνω να ακολουθήσετε τον λόγον του. Αλλά όταν εγώ ίσταμαι προ του προβλήματός Σας, αναλόγου προς εκείνο, το οποίον προ πλέον ημίσεος αιώνος ίστατο ενώπιόν μου, τότε επιτρέπω εις τον εαυτόν μου να εκθέση τας σκέψεις μου. Σας ομιλώ βάσει της ιδικής μου πείρας. Δεν έχω καθόλου απαίτησιν ότι ο λόγος μου είναι άμεσος εκ του Θεού, επομένως δεν είναι υποχρεωτικός δια Σας.

 Ό,τι συμβαίνει μαζί Σας κατά τον καιρόν της προσευχής και μετά από αυτήν – δεχθήτε μετά φόβου, ως ευλογίαν Θεού. Όλοι, εις όσους εδόθη τοιαύτη προσευχή, ζουν παρόμοιόν τι ως και Σεις. Η ιδία η προσευχή διδάσκει εις Σας – το τί δέον ποιήσαι. Εγώ λαμβάνω μόνον την θέσιν μάρτυρος αδελφού … Ιδού δεν έρχεται προθυμία δια την ετοιμασίαν κηρυγμάτων· δεν έχετε διάθεσιν επικοινωνίας μετά του κόσμου· εγεννήθη επιθυμία να απέλθητε εις μοναστήριον και τα ό.(μοια). Πάντα ταύτα “φυσικά” ενεργούνται εντός της ψυχής δια της ιδίας της προσευχής, και η ψυχή γνωρίζει τούτο φυσικώ τω τρόπω άνευ καθοδηγήσεως εκ των έξω. Αλλά Σεις καλώς ποιείτε, ότι ερωτάτε άλλον άνθρωπον δια να λάβητε μαρτυρίαν ότι εις την παρούσαν περίπτωσιν πρόκειται περί ελέους Θεού και όχι εξάψεως φαντασίας. Ούτως εγένετο απ’ αρχής: Η Παρθένος – Θεομήτωρ επορεύθη εις την Ελισάβετ· ο Απ. Παύλος εις Ιερουσαλήμ· και οι Πατέρες ημών συνιστούν να ερωτώμεν εκείνους που εμπνέουν εμπιστοσύνην.

Θα Σας είπω: να συνδυάση κανείς τοιαύτην προσευχήν με την εν τω κόσμω δράσιν ΔΕΝ είναι δυνατόν. Ίσως έχετε ακούσει περί του επισκ.(όπου) Θεοφάνους του Εγκλείστου, συγγραφέως πλήθους ασκητικών έργων, ότι τον παρελθόντα αιώνα άφησε την επισκ.(οπικήν) καθέδραν, κατά την ευλογίαν της αγίας Συνόδου, της Ρωσικής Εκκλησίας, και απήλθεν εις ένα μοναστήριον. Ο νους, όπως γράφω και εις το βιβλίον περί του Γέροντος και εις το άρθρον μου “περί των βάσεων της ορθοδόξου ασκήσεως”, ο οποίος εύχεται εν τη καρδία, δεν δύναται, δεν πρέπει να αφήση την “προσοχήν” του δια να στραφή προς ό,τιδήποτε άλλο. Δεν υπάρχει τίποτε άλλο σπουδαιότερον και αναγκαιότερον της προσευχής. Εγκαταλείπεται η επιστημονική εργασία, ήτις δεν δίδει γνησίαν ΓΝΩΣΙΝ του Θεού, αλλά μόνον γνωριμίαν των λόγων περί του Θεού. Δεν συμβιβάζονται η εσωτερική προσευχή με την εν κόσμω δράσιν, οσονδήποτε και αν είναι αυτή ωφέλιμος. Ένεκα τούτου δεν έρχεται έμπνευσις δια τα κηρύγματα. Η καρδία και ο νους αποφεύγουν και αυτού του είδους ποιμαντικήν διακονίαν. Και τί είπω Υμίν προσέτι; Η αναχώρησις εκ του κόσμου καθίσταται το “μόνον, ού εστι χρεία”.

Ώστε το ενεργούμενον εντός Υμών δεν είναι φαντασία πλανώντος εν τύφω νοός … Όχι … Είναι κλήσις Θεού. Κλήσις δια μίαν δυσκολωτέραν και πλήρη πόνου ζωήν λόγω βαθείας μετανοίας, αναγκαίας δια την σωτηρίαν ημών. Ας μη ταράξη την καρδίαν Σας ο λόγος μου, – μήπως είναι τούτο αμαρτωλός “πνευματικός εγωϊσμός”; Όχι, δεν είναι. Μάλλον να διαλογίζηται κανείς: Εάν εγώ ο ίδιος είμαι εις το σκότος της αγνοίας των οδών της σωτηρίας, τότε πώς θα δυνηθώ να συμβάλω εις την σωτηρίαν του πλησίον; Ο Κύριος είπε: “Ιατρέ, θεράπευσον πρώτον σεαυτόν …”. Εάν ο ίδιος είμαι δούλος των παθών, πώς θα καθαρίσω άλλους από τα πάθη; Και τα ό.(μοια).
Εάν ο Θεός θα ευδοκήση, τότε αργότερον, μετά από αρκετά χρόνια, όταν Σεις θα μάθετε πόσον ελεήμων είναι ο Κύριος, τότε δυνατόν να φανήτε ωφέλιμος εις τους αδελφούς. Αλλά περί τούτου δεν πρέπει να σκεπτώμεθα εις την αρχήν της οδού. Τώρα ενώπιόν Σας δεν ευρίσκεται παρά μόνον ΜΕΤΑΝΟΙΑ. Μετάνοια, της οποίας δεν υπάρχει τέλος επί της Γης, διότι το τέλος τούτο θα εσήμαινε τελείαν ομοίωσιν προς τον Χριστόν.

Λοιπόν, εάν είναι δεκτός ο λόγος μου, τότε εγείρεται το πρακτικόν θέμα της πραγματοποιήσεως του σκοπού. Ελπίζω, ότι δύνασθε να εκλιπαρήσητε τον Δεσπότην και ευεργέτην Σας να Σας δώση την αρχιερατικήν αυτού ευλογίαν εις το προκείμενον έργον της μετανοίας, εν ακτημοσύνη και ταπεινώσει. Μη κτίζητε τώρα κελλία και μη αναλάβητε μερίμνας περί ιδρύσεως μοναχικής ομάδος, δια να μη απολέσητε πολύτιμον χρόνον επισκέψεως Θεού.
“Ζητείτε (από τον Δεσπότην) και δοθήσεται υμίν”. Κατά το δυνατόν – μη αργοπορήτε· ούτω συμβουλεύει ο της Κλίμακος άγιος Ιωάννης. Να ξεύρητε μετά βεβαιότητος, ότι εν τω κόσμω δεν θα δυνηθήτε να διαφυλάξητε την εσωτερικήν προσευχήν, ήτις εδόθη νυν εις Σας.
Συγχώρησόν μοι. Εύχου υπέρ εμού.
Δέομαι του Θεού όπως ελεήση Υμάς πλουσίως.
Μετά αδελφικής αγάπης,
 Α. Σωφρόνιος

Υ.Γ. Δεν θα ήτο δι’ Υμάς κάλλιστον μέρος το Άγιον Όρος, όπως δι’ εμέ άλλοτε; Είη βοηθός Υμίν ο Κύριος και η Παναγία Δέσποινα.
Και πάλιν – ο λόγος μου είναι θεωρητικός, εκ προσωπικής μου πείρας – Επομένως δεν είναι δεσμευτικός. Ειρήνη σοι από του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

Α.Σ.».



Ενήργησα όπως με συμβούλευσε ο Γέροντας, αλλά ο αείμνηστος Καλλίνικος δεν ήθελε να με αφήση να φύγω από κοντά του. Μου είπε: «Σε παρακαλώ πολύ μην το κάνεις αυτό. Σε αφήνω ελεύθερο να κάνης ό,τι θέλεις, ζώντας εδώ κοντά μου». Επομένως, δεν είχα ευλογία, όπως μου σύστησε ο Γέροντας. Το ανέφερα στον Γέροντα και εκείνος δεν είχε αντίρρηση, άλλωστε ο λόγος του δεν ήταν «δεσμευτικός».
Έκτισα ένα μικρό σπιτάκι έξω από την Έδεσσα, στον Ιερό Ναό – Εξωκκλήσιο του Προφήτου Ηλία, και μοιραζόμουν την καθημερινή ζωή μεταξύ του ησυχαστηρίου αυτού και της Ιεράς Μητροπόλεως, ζώντας κατά το δυνατόν ησυχαστικά.
Όμως, οι προσευχές του Γέροντα μου «άναβαν φωτιές» ως προς την εσωτερική προσευχή. Του έγραφα σχετικά με τα θέματα αυτά.

Έτσι, το καλοκαίρι του 1979 που πήγα στην Ιερά Μονή του Essex, η επικοινωνία με τον Γέροντα βάθαινε ακόμη περισσότερο.

Εκείνο το καλοκαίρι έγραφε το βιβλίο που εκδόθηκε αργότερα με τίτλο Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι. Κάποιος μου είπε: «Πριν γράψη ο Γέροντας στην γραφομηχανή, κλείνει τα μάτια του, υψώνει τα χέρια του στον Θεό, προσεύχεται και ύστερα γράφει».

Την άλλη ημέρα στην θεία Λειτουργία της Πεντηκοστής ο π. Σωφρόνιος μου έδειξε τον Ναό στον οποίο είχαν ανοίξει, με εντολή του, παράθυρα στην στέγη, και μου είπε: «Αυτό δείχνει τον άνωθεν φωτισμό». Ήθελε να υπάρχη στον Ναό άνωθεν φωτισμός, που δεν αφήνει σκιές. Οι άγιοι ρυθμίζουν την καθημερινή τους ζωή και την αρχιτεκτονική του Ναού, ανάλογα με την εμπειρία τους.

Είχαμε μια ουσιαστική συνάντηση. Μεταξύ άλλων μου είπε:
«- Πολλοί Πατέρες λένε ότι ο Χριστιανός πρέπει να μελετά τον εαυτό του, να κάνη καθημερινά αυτοεξέταση, να βλέπη τα καλά και τα άσχημα. Όμως, εμένα δεν με βοήθησε αυτό, αλλά κάτι άλλο. Έλεγα: “Τί θέλει ο Θεός να κάνω σήμερα;”. Έβαζα μπροστά μου τις εντολές του Χριστού και προχωρούσα στην εφαρμογή τους, κατά τον λόγο του Αποστόλου Παύλου: “Τα μεν οπίσω επιλανθανόμενος τοις δε έμπροσθεν επεκτεινόμενος κατά σκοπόν διώκω επί το βραβείον της άνω κλήσεως του Θεού εν Χριστώ Ιησού” (Φιλ. γ’, 13-14). Έτσι, εκτός από τα χονδρά παραπτώματα, για τα οποία χρειάζεται πλήρης και ολοκληρωτική μετάνοια και εξομολόγηση, ο άνθρωπος δεν πρέπει να αυτοαναλύεται, ούτε να εξετάζη τους λογισμούς του, για να βρη από πού προερχονται, ούτε αν έχη χάρη και πόση.

Ο άνθρωπος δεν πρέπει να είναι κατάσκοπος του εαυτού του, αλλά να έχη βαθειά μετάνοια. Βέβαια, η βαθειά μετάνοια για τον Κληρικό που εργάζεται στον κόσμο δεν είναι δυνατή, ίσως και δεν τον ωφελεί, γιατί τότε δεν μπορεί να ασχοληθή με τους άλλους και έτσι δεν ωφελεί πολύ τον κόσμο.
Η βαθειά μετάνοια έρχεται με την ταπείνωση και με την ενέργεια της θείας Χάριτος. Όταν χάνεται η ταπείνωση, τότε χάνονται τα πάντα. Όλη η πνευματική ζωή φαίνεται στους Μακαρισμούς του Χριστού, οι οποίοι αρχίζουν από την ταπείνωση. Ακόμη και οι θεολογικές γνώσεις μπορούν να δημιουργήσουν μια εγωϊστική ικανοποίηση, οπότε διαλύονται τα πάντα.
 Πώς φθάνουμε στην ταπείνωση και την μετάνοια; Έχουμε μπροστά μας τις εντολές του Χριστού και προσπαθούμε να τις εφαρμόσουμε. Καταλαβαίνουμε, όμως, ότι δεν μπορούμε να φθάσουμε στο ύψος των εντολών Του. Τότε καταλαβαίνουμε ότι είμαστε αμαρτωλοί, έχουμε πάθη, αρχίζουμε να μετανοούμε, έρχεται και το κλάμα. Ζητάμε με πόνο το έλεος του Θεού. Έτσι η ζωή του Χριστιανού είναι πολύ απλή.

Όταν ο Θεός δώση μερικές καταστάσεις Χάριτος, τότε ο άνθρωπος δεν πρέπει να τις αναλογίζεται, πολύ περισσότερο δεν πρέπει να τις καταγράφη, καθώς επίσης η γνώση της αμαρτωλότητος δεν πρέπει να κοινολογήται στους άλλους. Πολλά χρόνια μετά από την επίσκεψη της θείας Χάριτος, όταν μάλιστα ο άνθρωπος δεν το περιεργάζεται και δεν γίνεται κατάσκοπος του εαυτού του, τότε παραμένει μια προσωπική γνώση, που είναι γεύση θεολογίας.
- Δεν πέφτει στην πλάνη ο άνθρωπος, όταν πιστεύη ότι βρίσκεται στην πλάνη. Δηλαδή, κάθε αμαρτία είναι πλάνη, αφού η πειρασμική κατάσταση πλανά τον νου και φεύγει από τον Θεό. Έτσι, όταν αμαρτάνουμε, αισθανόμαστε ότι είμαστε πλανεμένοι. Τότε ζητάμε ακατάπαυστα το έλεος του Θεού και αυτό μας λυτρώνει από την πλάνη.

- Θα πρέπη κανείς να βρη μέτρο σε όλα τα πράγματα. Να ενεργή ανάλογα με τις δυνατότητες του σώματος και την πνευματική κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάθε φορά.
- Να μη προσέχη κανείς τον εαυτό του κατά την πορεία και την ενέργεια της προσευχής. Μερικές φορές η ενέργεια της προσευχής σταματά από διάφορα αίτια, κυρίως από άπρεπες ενέργειες. Τότε χρειάζεται προσευχή με κατάνυξη και μετάνοια.
Γενικά, θα πρέπη να ζούμε με την αίσθηση της αμαρτωλότητος. Αυτό αναπτύσσει βαθειά μετάνοια και έτσι ενεργείται η προσευχή. Δεν πρέπει κανείς να αυτοκατασκοπεύεται και να παρακολουθή τις καταστάσεις της προσευχής που έχει μέσα του.
- Όταν προσευχόμαστε εντατικά, μεταμορφώνεται και το  σώμα. Ενώ ένας μοναχός είναι φυσιολογικός άνθρωπος, όταν προσεύχεται με μετάνοια και πένθος, ζη την μεταμόρφωση του σώματός του. Τότε έρχονται πολλά αγαθά, όπως η διάκριση, η ειρήνη κλπ. Έτσι ερμηνεύουμε την μεταμόρφωση του σώματος με την θεωρία του Θεού.
- Το “κράτει τον νου σου εις τον Άδη και μη απελπίζου” δόθηκε από τον Θεό στον Γέροντα Σιλουανό την εποχή που ο Αϊνστάιν έδωσε στον κόσμο την ατομική βόμβα (την θεωρία που οδήγησε στην ατομική βόμβα). Αυτό σημαίνει ότι ο παρηγορητικός λόγος “μη απελπίζου” έχει απήχηση στην εποχή μας, γιατί όλοι οι άνθρωποι είναι απηλπισμένοι.
- Δεν υπάρχει καλύτερη περίπτωση για ταπείνωση από το να μας περιφρονούν οι άλλοι. Στην περίπτωση αυτή να μη ζητούμε ούτε τον λόγο γιατί μας περιφρονούν. Η περιφρόνηση των άλλων μας βοηθάει στην ταπείνωση.
- Όταν γεννηθή μια υπερηφάνεια από κάποιο λογισμό, τότε να λέμε: “Θάνατος επέπεσεν επ’ εμέ. Ήλθαν οι φονείς μου”. Έτσι δημιουργείται μετάνοια.
- Όταν προσεύχεται κανείς, δεν πρέπει να προσέχη τίποτε, ούτε την θέρμη που θα δημιουργήται στην καρδιά του. Μόνον να βρίσκεται σε βαθειά μετάνοια, να αισθάνεται ότι είναι μακρυά από τον Θεό. Να ομοιάζη σαν ένα τραίνο που συνεχώς τρέχει προς τον προορισμό του με μεγάλη ταχύτητα.
- Πρέπει να βρούμε το μέτρο της ασκήσεως.

- Τα δάκρυα είναι απαραίτητα στην προσευχή και γενικά στην πνευματική ζωή. Δεν χρειάζονται πολλά δάκρυα, αλλά έστω και μια σταγόνα με εσωτερικό καρδιακό πένθος. Αυτό το πένθος έχει μεγάλη σημασία. Είναι αδύνατη η κατάνυξη χωρίς δάκρυα. Τα δάκρυα είναι ένδειξη ότι ο νους ενώθηκε με την καρδιά εν Αγίω Πνεύματι, γι’ αυτό οι Πατέρες δίδουν μεγάλη σημασία στα δάκρυα κατά την προσευχή.



- Όταν αισθάνεται κανείς την καρδιά να λέγη την ευχή και ο νους του (η προσοχή του) βρίσκεται αλλού, σημαίνει ότι δεν ενώθηκαν ακόμη ο νους με την καρδιά. Η ένωση νου και καρδιάς γίνεται εν Αγίω Πνεύματι και είναι το πρώτο στάδιο της θεωρίας. Από εκεί, σε στιγμές που ο προσευχόμενος δεν αναμένει και ο νους του είναι καθαρός, θα έλθη η θεωρία του ακτίστου Φωτός, όπως έρχεται απαλά ο ύπνος.
- Όταν προσεύχεται κανείς και προσπαθή να συγκεντρώση την προσοχή του, αισθάνεται μερικές φορές πόνο στο κεφάλι, και άλλες φορές πόνο στον αυχένα. Αυτός ο πόνος στον αυχένα πρέπει να αποφεύγεται, γιατί δημιουργεί ταραχή στον ύπνο, διάφορα όνειρα κλπ. Όταν βλέπη κανείς εφιαλτικά όνειρα και έχη ενοχλήσεις, τότε θα πρέπη να σηκώνεται από το κρεββάτι και να προσεύχεται. Μετά το κλάμα καθαρίζεται η ψυχή από τις εικόνες αυτές. Μια δυνατή προσευχή είναι: «Ίασαι την ψυχήν μου ότι ήμαρτόν σοι».
- Αυτός που έχει νοερά προσευχή πρέπει να αποφεύγη να κάνη κηρύγματα, για να μη προδώση την προσευχή που ενεργείται μέσα του, αφού τότε θα θέλη να μιλά γι’ αυτά που ζη. Εγώ μιλάω γενικά και όσοι καταλαβαίνουν, καταλαβαίνουν.

- Η προσευχή είναι και θέμα περιβάλλοντος –το περιβάλλον βοηθά ή αποτρέπει από την προσευχή– αλλά είναι και θέμα αίματος, δηλαδή παραδόσεως οικογενειακής. Είναι σημαντικό εάν κανείς έχη αίμα προσευχομένων γονέων, αν η μητέρα του προσευχόταν όταν ήταν έγκυος σε αυτόν.
- Λίγοι άνθρωποι σήμερα, λόγω των συνθηκών, μπορούν να κάνουν νοερά προσευχή κατά την διάρκεια της εργασίας τους, όπως παλιά οι άνθρωποι έκαναν προσευχή και μέσα στα ανάκτορα.
- Οι Πατέρες λένε να μη επαινούμε αυτόν που προσεύχεται και στον δρόμο. Αυτό είναι Χάρις Θεού, άνωθεν δωρεά και πρέπει να το αποδίδουμε στον Θεό. Η θερμότητα και η χαρά που αισθανόμαστε κατά την προσευχή είναι μια ανάπαυση για την δύσκολη  πορεία της προσευχής. Θα είναι μια παρηγοριά στις δύσκολες ημέρες που θα έλθουν.
- Μερικοί θεολόγοι δίνουν σημασία στις ιστορικές γνώσεις. Όμως, έχοντας ενδιαφέρον για τις γνώσεις αυτές, δεν βρίσκουν ώρα για προσευχή. Αλλά η γνώση του Θεού έρχεται δια της προσευχής. Με τις λογικές γνώσεις γνωρίζουμε τί είπαν οι Πατέρες για τον Θεό, αλλά με την προσευχή γνωρίζουμε τί λέγει ο Ίδιος ο Θεός, ακούμε την ίδια την φωνή του Θεού.
- Θα πρέπη να προσαρμόζη κανείς την προσευχή ανάλογα με την εργασία που κάνει. Είναι δυνατόν να χάση ο άνθρωπος την προσευχή στην έρημο και να την βρη μέσα στην πόλη.
- Η μετάβαση ενός ανθρώπου στο Άγιον Όρος δεν είναι εύκολη υπόθεση. Μπορεί ακόμη να καταλήξη στην κενοδοξία, όταν ο άνθρωπος κατείχε μια μεγάλη θέση στην κοινωνία και τον τιμήσουν οι άλλοι μοναχοί. Η μετάνοια είναι προσωπική υπόθεση και ώρα Χάριτος. Ο άνθρωπος πρέπει μόνος του εν Χάριτι να μετανοή, ζώντας την μακαρία ταπείνωση.

Όταν τον ταπεινώνουν οι άλλοι να λέγη: “Καλά μου κάνουν, δόξα σοι ο Θεός”. Όταν τον δοξάζουν οι άλλοι να λέγη: “Δόξα σοι ο Θεός που ωφελούνται οι άνθρωποι”. Ώστε και στις δύο περιπτώσεις ο άνθρωπος ωφελείται.
- Όταν η καρδιά, με την κίνησή της και την θερμότητά της, δεν απαντά στην προσευχή, τότε χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Δεν πρέπει κανείς να βιάζη την καρδιά του στην κατάσταση αυτή. Τότε να λέγη την προσευχή με το στόμα, διότι διαφορετικά μπορεί να αδυνατίση η καρδιά με την πίεση και να υπάρξουν σωματικές ανωμαλίες.
Το ότι δεν απαντά η καρδιά στην προσευχή οφείλεται σε διάφορα αμαρτήματα, που γίνονται ακόμη και με τους λογισμούς. Στην περίπτωση αυτή, αν δεν θυμάται κάτι, δεν πρέπει να ψάχνη να βρη την αιτία, αλλά να ταπεινώνεται λέγοντας: “ίασαι την ψυχή μου ότι ήμαρτόν σοι”.
 Όμως, ενώ τότε φαίνεται ότι δεν απαντά η καρδιά στην προσευχή, αργότερα θα απαντήση. Εμείς οφείλουμε να διατηρούμε το πνεύμα της κατανύξεως, που προέρχεται από την ταπείνωση.
- Όταν γνώρισα την αλήθεια, τον Χριστό, ως αληθινό Θεό, λυπήθηκα πολύ για τον χρόνο εκείνο που ασχολούμην με τον βουδισμό. Παρεκτράπηκα πολύ.
- Τώρα καταλαβαίνω περισσότερο από κάθε άλλη φορά ότι όλα τα πράγματα εκτός του Χριστού είναι μια πλάνη, μια κουταμάρα.
- Υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ Ανατολής και Δύσεως. Ένας Δυτικός που βαπτίζεται ορθόδοξος, θα περάση πολλά χρόνια μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, με καθοδήγηση εμπείρου Πνευματικού οδηγού για να αποκτήση καθαρό ορθόδοξο φρόνημα και ήθος. Μέχρι τότε δεν μπορεί και δεν πρέπει να κάνη τον διδάσκαλο σε ανθρώπους που έχουν κόκκαλο ορθόδοξο, που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν ως Ορθόδοξοι.

Αυτός είναι ο λόγος που δεν μπορεί να γίνη “ένωση των Εκκλησιών”. Με τις συζητήσεις μπορεί να επέλθη μια γνωριμία, που μπορεί να βοηθήση “πολιτικά”, χωρίς όμως να βλάψη την Ορθοδοξία. Αλλά η “ένωση Εκκλησιών” είναι δύσκολη, έως αδύνατη. Όσοι ομιλούν για “ένωση Εκκλησιών” δεν γνωρίζουν ούτε την νοοτροπία των ετεροδόξων ούτε το ύψος της Ορθοδοξίας.
Μερικοί από τους ετεροδόξους μισούν τους Ορθοδόξους. Απόδειξη είναι ότι, αν κάποιος Δυτικός γίνη βουδιστής ή μαρξιστής, οι οικείοι του δεν τον αποβάλλουν από την οικογένειά τους, αν όμως γίνη Ορθόδοξος, τότε τον αποβάλλουν. Εάν δεν υπήρχε αυτή η νοοτροπία, τότε πολλοί Δυτικοί θα γίνονταν Ορθόδοξοι.
- Όταν κηρύττη κανείς να λέγη ό,τι του δίνει η καρδιά του και όχι ό,τι του λέγει η διάνοια. Ο απλούς λόγος που βγαίνει από την καρδιά έχει ενέργεια και σώζει τους άλλους.
- Τα κηρύγματα που γίνονται πρέπει να είναι πληροφορίες καρδίας. Μόνον τότε και ο απλός λόγος ενεργεί στην καρδιά  των ακροατών. Όταν αισθανόμαστε κενότητα στην καρδιά και η καρδιά δεν δίνη λόγο, τότε σημαίνει ότι χάσαμε την Χάρη.
- Οι φιλόσοφοι εξετάζουν τα πάντα με το μυαλό τους – την διάνοια, γι’ αυτό και ο καθένας τους έχει διαφορετική γνώμη από τους άλλους. Το ίδιο κάνουν και οι θεολόγοι που εργάζονται εγκεφαλικά. Όμως οι μοναχοί ζουν με την μετάνοια, γι’ αυτό έχουν κοινωνία μεταξύ τους στα βασικά θέματα. Έτσι καταλαβαίνουν πολλές από τις πνευματικές καταστάσεις των ανθρώπων.
Για την διατύπωση της πνευματικής ζωής χρειάζεται και η εμπειρία και η διανοητική γνώση. Οι Πατέρες της Εκκλησίας είχαν και τα δύο: και πείρα και γνώση.
Η Εκκλησία από την αρχή ζούσε την Χάρη που έφερε στον κόσμο ο Χριστός. Χρειάσθηκαν τρεις αιώνες για να αποκτήση και την ορολογία. Βραδέως η Εκκλησία σχημάτιζε την ορολογία, ανάλογα με τα προβλήματα που αναφύονταν. Την ζωή, όμως, της αιωνιότητος την ζούσε η Εκκλησία από την πρώτη ημέρα, από την Πεντηκοστή.

- Ο Γέρων Σιλουανός είναι μεγάλος άγιος. Ο λόγος του ήταν ήρεμος, ομιλούσε σιγά, χωρίς χειρονομίες, ήρεμα.
- Όταν συνομιλούσα με τον Γέροντα Σιλουανό, τον άφηνα να μιλάη εκείνος. Μόνον αν δεν καταλάβαινα κάτι τον ρωτούσα, αλλά αυτό γινόταν μερικές φορές. Τον κατάλαβα πλήρως μετά, και κυρίως μετά την κοίμησή του, όταν πήγα στην έρημο. Έτσι συνήθως γίνεται με όλους που έχουν επικοινωνία με αγίους.
- Όταν ήμουν στην Ιερά Μονή Παντελεήμονος στο Άγιον Όρος και ζούσε ο Γέρων Σιλουανός, φιλούσα νοερώς ακόμη και το χώμα που πατούσε. Τέτοια βαθειά ευλάβεια είχα για το πρόσωπό του.
- Όταν θέλουμε να βοηθήσουμε κάποιον, τότε ο Θεός θα μας δίνη έναν λόγο για να του τον προσφέρουμε.
Γενικά να προσευχόμαστε στον Θεό να μας δίδη λόγο τί θα πούμε κάθε φορά.
 Ο άγιος Σιλουανός έτσι βοήθησε ένα νεαρό μοναχό. Τον είχε φέρει ο πατέρας του στο Μοναστήρι στην εφηβική ηλικία. Αυτός ο μοναχός έφθασε σε ηλικία 19-20 ετών, είχε αμφιβολίες για το αν υπάρχη Θεός και γι’ αυτό ήθελε να αποβάλη την μοναχική του ιδιότητα και να φύγη στον κόσμο. Ο κατά σάρκα πατέρας του παρεκάλεσε τον άγιο Σιλουανό να του μιλήση. Ο Σιλουανός πήγε πρώτα στο κελλί του να προσευχηθή να τον φωτίση ο Θεός τί να πη. Ύστερα από προσευχή, πήρε από τον Θεό ένα λόγο και πήγε στον μοναχό και του είπε: “Και σε μένα μερικές φορές έρχονται λογισμοί αμφιβολίας”. Ο μοναχός, που εκτιμούσε τον άγιο Σιλουανό, πήρε θάρρος και ρώτησε: “Και τί κάνεις, Γέροντα, τότε;”. Ο άγιος Σιλουανός απήντησε: ”Τους διώχνω”. Έτσι ο μοναχός, που σεβόταν τον Γέροντα, άκουσε τον λόγο, έδιωχνε τους λογισμούς, έγινε καλός μοναχός και πέθανε ως μοναχός.
Σε κάποιον άλλο χρειάζεται άλλος λόγος. Γιατί αν του πη κανείς αυτόν τον λόγο, τότε ενδεχομένως να πη: ”Αφού και στον Γέροντα Σιλουανό, τον άγιο άνθρωπο, έρχονται τέτοιοι λογισμοί, άρα δεν υπάρχει Θεός”.



Γι’ αυτό οι Πνευματικοί Πατέρες πρέπει να προσεύχωνται στον Θεό και να λαμβάνουν τον λόγο που ο Θεός θα δώση και που θα είναι ιδιαίτερος για κάθε άνθρωπο. Αυτό σημαίνει να βοηθούμε τους άλλους υποστατικά.
- Ο λόγος του Γέροντος Σιλουανού είναι για όλες τις κατηγορίες των ανθρώπων, ακόμη και για τους αλλοθρήσκους. Σε όλους έχουμε να πούμε ένα λόγο του Γέροντος Σιλουανού.
- Όταν ένας Κληρικός έχη βαθειά μετάνοια, δεν μπορεί να εργασθή πολύ ποιμαντικά στον κόσμο. Γιατί η ποιμαντική διακονία απαιτεί διαρκή δραστηριότητα, που δεν μπορεί να έχη αυτός που διακρίνεται από βαθειά μετάνοια.
- Να υπηρετής τον Επίσκοπό σου. Για να λάβης την Χάρη και να είναι η υπηρεσία αυτή εν Θεώ θα πρέπη να λέγης: “Κύριε Ιησού Χριστέ, δια του Επισκόπου μου, ελέησόν με τον αμαρτωλόν”.

- Αν ένα παιδί είναι ευτράπελο και κάνη “χαζά” πράγματα, τότε να προσευχόμαστε να το συνετίση ο Θεός, χωρίς να το αποφεύγουμε. Αυτή η απλότητα βοηθάει πολύ.
- Η απώλεια της θείας Χάριτος προκαλεί μεγάλο πόνο, όμοιο με τον πόνο του θανάτου του σώματος, αλλά και τον φόβο του θανάτου. Τότε χρειάζεται μεγάλη υπομονή».

… στο Μοναστήρι συζήτησα με τον Μπάλφουρ που μου είπε: «Ο π. Σωφρόνιος στην Μονή του Αγίου Παντελεήμονος είχε κλάμα με αναστεναγμούς. Δεχόταν και επιθέσεις δαιμόνων. Έβλεπε το άκτιστο Φως. Εγώ δεν μπορούσα να δω τον Γέροντα Σιλουανό, διότι το πρόσωπό του ακτινοβολούσε. Ο π. Σωφρόνιος ήθελε να πάη στην έρημο όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά γιατί δεν μπορούσε, λόγω του κλάματος και του πένθους, να μείνη στο Μοναστήρι».
Ο Γέροντας Σωφρόνιος συνήθιζε να αναλύη στους προσκυνητές μετά την Τράπεζα τις αγιογραφίες που υπήρχαν στον χώρο εκείνο. Θυμάμαι ότι εξηγώντας την τοιχογραφία του Μυστικού Δείπνου και ερμηνεύοντας το αγιογραφικό χωρίο «νυν εδοξάσθη ο υιός του ανθρώπου», είπε: «αυτόν τον λόγο τον είπε ο Χριστός  μετά την απομάκρυνση του Ιούδα. Έτσι και εμείς αισθανόμαστε να σταματάη ο λόγος μας με την παρουσία ενός ανθρώπου που δεν μπορεί να τον καταλάβη».

… Ένας μοναχός μου είπε: «Ο Γέροντας δεν έχει ούτε τα παράξενα των Ρώσων ούτε των Ελλήνων. Σου μιλά και ο νους του βρίσκεται αγκυροβολημένος στον ουρανό».

Μια φορά σε μια συνάντηση του είπα ένα πρόβλημα που είχα με έναν Μητροπολίτη, όχι τον Καλλίνικο, και αμέσως έδειξε μια ανησυχία. Όπως είπε, φοβήθηκε για μένα για το πώς θα αντιδράσω στην νοοτροπία του Μητροπολίτου αυτού, μήπως, δηλαδή, αντιμιλήσω και χάσω την Χάρη, διότι είναι επικίνδυνο πράγμα να αντιδρά κανείς σε Επίσκοπο που έχει την αρχιερατική Χάρη.
Πριν φύγω από την Ιερά Μονή, σε άλλη προσωπική μας συζήτηση μου είπε τα ακόλουθα:
«- Η βίωση του δόγματος φαίνεται στην ασκητική και θεολογική έννοια του προσώπου.
- Το Φως του Θεού είναι ομοιόμορφο, ενώ του διαβόλου είναι ανόμοιο.
- Όσοι πέρασαν από τον βουδισμό θα πρέπη να μετανοήσουν ολοκληρωτικά, γιατί διαφορετικά η ανατολική αυτή εμπειρία κάτι θα αφήση μέσα στην ψυχή τους.
- Πολλοί ομιλούν και κάνουν λόγο για τον έρωτα. Τα κηρύγματα περί θείου έρωτος είναι επικίνδυνα. Γιατί, όσοι δεν έχουν προσωπική πείρα του θείου έρωτος, ομιλούν για τον θείο έρωτα μέσα από τον ανθρώπινο έρωτα. Οι Πατέρες ομιλούσαν διαφορετικά, δηλαδή είχαν προσωπική εμπειρία του θείου έρωτος και απλώς λάμβαναν εικόνες από τον φυσικό έρωτα για να τον εκφράσουν, γιατί δεν είχαν άλλες εικόνες να χρησιμοποιήσουν για την περίπτωση αυτή. Έτσι ομιλούσαν σε άλλη προοπτική και σε άλλη ατμόσφαιρα.
- Η Ρωσική Εκκλησία βιώνει την αγωνία του Χριστού στην Γεθσημανή και τον Σταυρό του Χριστού στον Γολγοθά. Όσοι κατηγορούν την στάση της “επίσημης” Εκκλησίας κατά την διάρκεια αυτής της δοκιμασίας των διωγμών, που προσπαθεί να διασώση ό,τι είναι δυνατόν, δεν έχουν ορθόδοξο ήθος. Το ορθόδοξο ήθος δεν ζητά να επιβάλλεται με βίαια μέσα. Η Εκκλησία δεν αρνείται τον Σταυρό.
- Στους χρόνους των αρχαίων διωγμών μια ομάδα Χριστιανών οδηγούνταν στο μαρτύριο. Ένας από αυτούς καθ’ οδόν έσχισε το διάταγμα του αυτοκράτορος με το οποίο συνελήφθησαν. Η Εκκλησία δεν κανόνισε αυτόν ως άγιο, καίτοι μαρτύρησε, επειδή η πράξη που έκανε ήταν πολιτική. Γι’ αυτό οι ενέργειές μας δεν πρέπει να έχουν καθόλου πολιτική σκοπιμότητα. Η πολιτική δεν χωράει στο Ευαγγέλιο, αφού η πολιτική ζητά εξουσία, ενώ το Ευαγγέλιο κηρύττει αγάπη, θυσία, κένωση, σταυρό.
- Δεν επιθυμώ να γίνη τουλάχιστον τώρα η “Ένωση των Εκκλησιών”, διότι οι Ρωμαίοι (Λατίνοι) δεν θα αλλάξουν, αλλά και οι Ορθόδοξοι θα διαφθαρούν.

- Αφού έχεις κατανόηση από τον Δεσπότη σου στο θέμα της προσευχής, δεν υπάρχει λόγος να φύγης για το Άγιον Όρος. Θα πρέπη να τον ακούς και να κάνης ό,τι σου λέγει για να έχης συνθήκες προσευχής και να αισθάνεσαι την Χάρη της προσευχής. Αν στενοχωρηθή ο Δεσπότης από κάτι, τότε θα χάσης τις προϋποθέσεις της προσευχής.
- Οι δύο Απόστολοι, ο Ευαγγελιστής Ιωάννης και ο Απόστολος Παύλος, ομιλούν κατά έναν διαφορετικό τρόπο, αλλά είναι και οι δύο μεγάλοι. Το ίδιο συμβαίνει με τον άγιο Σιλουανό και τον Γέροντα Ιωσήφ τον Σπηλαιώτη. Ήταν και οι δύο μεγάλοι μοναχοί, αλλά ζούσαν με διαφορετικό τρόπο, ο ένας στο κοινόβιο, ο άλλος στην έρημο. Ο Γέροντας Ιωσήφ ήταν σπάνιος άνθρωπος.
- Όταν ο Θεός εν Πνεύματι Αγίω εμπνέη ένα πνευματικό νόημα σε κάποιον, αυτό ανήκει στην Εκκλησία και σε όλα τα μέλη της. Για παράδειγμα η θεία Λειτουργία του ιερού Χρυσοστόμου δεν είναι μόνον δική του, αλλά ανήκει στην Εκκλησία, είναι και δική μας.
- Η δυτική θρησκευτική κουλτούρα δίνει μεγάλη σημασία στην εξωτερική σωματική άσκηση. Γι’ αυτό οι Δυτικοί κουράζονται πολύ, ιδίως στον εγκέφαλο και στα νεύρα και έτσι ακόμη ρυτιδώνεται και το μέτωπό τους. Ο καλός ορθόδοξος μοναχός ζη με την καρδιά του, χωρίς να αποδεσμεύεται και από την άσκηση και έτσι έχει το μέτωπό του καθαρό, δεν έχει συσπάσεις.



- Η πικρία που αισθάνεται κανείς για κάποιον, έστω κι αν είναι δίκαιη, αρρωσταίνει την καρδιά και συντελεί στο να χάνη την Χάρη του Θεού.
- Η πίστη γεννά τον φόβο και όχι ο φόβος την πίστη, αφού από την πίστη στον Θεό γεννάται ο φόβος του Θεού. Το πρώτο το βιώνουν οι Ορθόδοξοι, ενώ το δεύτερο είναι γνώρισμα των Δυτικών.
- Ο Απόστολος Παύλος γράφει: “Και πνεύματα προφητών προφήταις υποτάσσεται” (Α’ Κορ. ιδ’, 32). Αυτό σημαίνει ότι η Χάρη του Θεού στους Προφήτες δεν καταργεί την ελευθερία τους. Το αντίθετο συμβαίνει με το πονηρό πνεύμα, που καταργεί την ελευθερία αυτών στους οποίους ενεργεί. Ο Προφήτης δεν λυπείται όταν διακόπτεται η προσευχή για να δείξη αγάπη, διότι τότε δεν χάνει την Χάρη του Θεού.
- Η προς Εβραίους Επιστολή του Αποστόλου Παύλου εκφράζει την προσωπική του ζωή, και κυρίως την προσευχή της μετανοίας που έκανε στην έρημο της Αραβίας. Είναι μια αυτοβιογραφία του Αποστόλου Παύλου.
- Η προσευχή για τους άλλους πρέπει να γίνεται σωστά, όχι φανταστικά. Να μη προσπαθούμε με το μυαλό μας να φανταζόμαστε τους άλλους και να προσευχόμαστε γι’ αυτούς. Όταν, όμως, πιέζεται η καρδιά από πόνο για κάποιον άνθρωπο, τότε αυτός ο άνθρωπος είναι επιδεκτικός προσευχής και πρέπει να προσευχόμαστε γι’ αυτόν. Αν έχουμε έναν κατάλογο ονομάτων μπορούμε να τον διαβάσουμε μια φορά και στην συνέχεια να προσευχόμαστε: “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον τους δούλους σου”. Έτσι δεν εξάπτεται η φαντασία.

- Ό,τιδήποτε γίνεται με την βία, χωρίς αγάπη και ελευθερία, αυτό δεν εισέρχεται στην αιωνιότητα του Θεού.
- Δεν είναι αλήθεια ότι ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ έλεγε σε όποιον συναντούσε “Χριστός ανέστη, χαρά μου”. Αυτό το είπε κάποτε σε κάποιον άνθρωπο που είχε ανάγκη. Ο άγιος Σεραφείμ αισθανόταν τέτοια μετάνοια μέσα του, που δεν μπορούσε να καθίση κανείς κοντά του. Ήταν φλεγόμενος.
- Δεν θέλω κανείς να δη αυτήν την στιγμή τα κείμενα που γράφω. Και αυτό γιατί αφ’ ενός μεν γράφω ανοικτά, δεν θέλω, όταν γράφω για την πνευματική ζωή, να γράφω αφηρημένα – φιλοσοφικά, αφ’ ετέρου δε γράφοντας ανοικτά και ελεύθερα για τα θέματα αυτά και τα διαβάσουν άλλοι, δεν θέλω να χάσω την Χάρη του Θεού ούτε να έλθουν για να συναντήσουν έναν άγιο.
- Με τον τρόπο που προσεύχονται οι Δυτικοί δεν μπορούν να καταλάβουν τις πολύωρες προσευχές των ορθοδόξων μοναχών. Αυτοί με μισή ώρα προσευχή κουράζονται, γιατί προσεύχονται με το μυαλό, διανοητικά. Οι Ορθόδοξοι προσευχόμαστε με τον νου.
- Μερικές φορές ο άνθρωπος που προσεύχεται γίνεται ενορατικός και προορατικός. Πολλές φορές δεν το καταλαβαίνει ο ίδιος, αφού είναι φυσική κατάσταση, κάποτε ακούει και την φωνή του Θεού μέσα στην καρδιά. Αυτό έπρεπε συνεχώς να γίνεται στον άνθρωπο. Άρα, όταν μια φορά ακούμε την φωνή του Θεού μέσα μας ή αποκαλύπτεται κάτι, πρέπει να ταπεινωνόμαστε και να σκεπτόμαστε ότι έπρεπε συνεχώς να είμαστε στην κατάσταση αυτή, όπως ήταν ο Αδάμ προ της πτώσεως.
- Μερικές φορές βλέπω ότι είμαι αυτοκίνητος ή μάλλον ετεροκίνητος (ενεργείτο από την Χάρη του Θεού).

- Μερικές φορές, όταν ο άνθρωπος ο οποίος προσεύχεται θυμώνη, αισθάνεται σαν να σαλεύεται η καρδιά, να αλλάζη στάση και θέση.
- Όταν λέγης την ευχή “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με”, να στέκεσαι στο ”Ιησού μου”, όταν έχης ενέργεια. Είναι φυσικό να αισθάνεται κανείς αγάπη προς τον Χριστό. Δείχνει ενέργεια μετρίας Χάριτος. Αυτό να το λέμε μερικές φορές. Να επιμένουμε όμως τις περισσότερες φορές στο ”ελέησόν με τον αμαρτωλόν”. Είναι απαραίτητο αυτό το αίσθημα της μετανοίας. Κατά την διάρκεια της προσευχής δύο πράγματα είναι σημαντικά. Το ένα η ορμή προς τον Χριστό· να μη εξετάζουμε άλλα πράγματα, οράματα, φωνές, φως, αλλά να έχουμε την προσοχή μας μόνο στο πρόσωπο του Χριστού. Το άλλο είναι το αδιάλειπτο πένθος και η βαθειά μετάνοια.
- Να μην δίνουμε σημασία σε τίποτε που γίνεται κατά την διάρκεια της προσευχής, ούτε σε φωνές. Όταν ακούγεται μια φωνή μέσα μας κατά την προσευχή και δεν δημιουργή κατάνυξη, τότε να μη την προσέχουμε. Ο νους πρέπει να είναι προσκολλημένος στον Χριστό.
- Όταν προσευχόμαστε πολύ, τότε καταλαβαίνουμε την διάκριση μεταξύ αποκτήσεως γνώσεως από βιβλία και αποκτήσεως γνώσεως από την προσωπική πείρα.
- Αν σε μια πράξη εμείς έχουμε άδικο 5% και οι άλλοι άδικο 95% και διορθώσουμε εμείς το δικό μας 5% άδικο, τότε δεν αντιλαμβανόμαστε το άδικο των άλλων και δεν μένει τίποτε γι’ αυτούς.
- Να αγαπούμε την περιφρόνηση που μας δείχνουν οι άλλοι. Όμως, να μη καυχόμαστε για την υπομονή που κάνουμε. Να θεωρούκε τους συκοφάντες μας ως ευεργέτες μας.
- Από την αιχμαλωσία των λογισμών ελευθερωνόμαστε με την μετάνοια που είναι ενέργεια της Χάριτος του Θεού και δεν επιβάλλεται. Άλλος τρόπος είναι να μη δεχόμαστε τους κακούς λογισμούς.
- Σκοπός του εν Χριστώ γάμου είναι να φθάσουν οι άνθρωποι στην ανιδιοτελή αγάπη, να κόψουν τα θελήματά τους και από εκεί να φθάσουν στον Θεό.

- Όσοι ξεκινούν την πνευματική τους ζωή με περιφρόνηση στον νόμο του Θεού, τελικά ναυαγούν περί την πίστη.
- Στην αρχή δεν μπορεί να γίνη συνδυασμός νοεράς προσευχής και ιεραποστολικής δράσεως. Αργότερα μετά από 20-30 χρόνια, είναι δυνατόν να γίνεται η νοερά προσευχή χωρίς να διασπάται ο άνθρωπος από την ιεραποστολική δράση.
- Στον Παράδεισο ο Αδάμ έχασε τον διάλογο με τον Θεό, λόγω της αμαρτίας. Ο Χριστός με την ενσάρκωσή Του προσπάθησε να τον πείση, με την μετάνοια, να συνεχίση την συνομιλία που είχε μαζί του στον Παράδεισο. Φωνάζει: “μετανοείτε”. Όμως ο Θεός άλλαξε τους όρους της επικοινωνίας. Στον Παράδεισο του είπε: “κατακυριεύσατε της γης”. Τώρα του λέγει: ”Οι άρχοντες των εθνών κατακυριεύουσιν αυτών και οι μεγάλοι κατεξουσιάζουσιν αυτών, ουχ ούτως έσται εν υμίν, αλλ’ ός εάν θέλη εν υμίν μέγας γενέσθαι, έσται υμών διάκονος, και ός εάν θέλη εν υμίν είναι πρώτος, έσται υμών δούλος” (Ματθ. κ’, 25-27). Πρώτα ο άνθρωπος έπρεπε να γίνη κύριος της γης. Τώρα της γης κατακυριεύουν οι άρχοντες. Οπότε, όποιος θέλει να σωθή πρέπει να γίνη διάκονος και δούλος όλων, κατά το πρότυπο του Χριστού. Ανετράπησαν οι όροι και έτσι εκφράζεται η μετάνοια.
- Όταν η ψυχή είναι άρρωστη και αυτό φαίνεται από το ότι συνεχώς ψάχνει ένα αντικείμενο, νομίζει ότι ξεχνά κάτι να κάνη κλπ. ή όταν δεν μπορή να κοιμηθή από υπερκόπωση και είναι ταραγμένος όλος ο οργανισμός, τότε θα πρέπη να προσεύχεται με την φράση: “Κύριε Ιησού Χριστέ, ίασαι την ψυχή μου ότι ήμαρτόν σοι”. Αυτή η προσευχή έχει μεγάλη δύναμη. Τότε έρχεται μεγάλη γαλήνη.
- Χάνει κανείς τον ύπνο του ή από την επίσκεψη της Χάριτος ή από κόπωση. Έτσι αυτό είναι και ψυχολογικό φαινόμενο και πνευματική κατάσταση.
- Όταν δεν υπάρχη ώρα για ευχή με το κομποσχοίνι, τότε αυτή αντικαθίσταται με το πένθος και το κλάμα.

- Όταν κανείς προσεύχεται και αισθάνεται μια πνευματική παράλυση, τότε αυτό φανερώνει την ενέργεια της Χάριτος.
- Όταν κατά την διάρκεια της προσευχής πονάη το κεφάλι, θα πρέπη να συνεχίζουμε να προσευχόμαστε. Είναι καλύτερα να προσευχόμαστε με πόνο, παρά με άνεση.
- Όταν κλαίη ο άνθρωπος και προσεύχεται, τότε το όνομα του Χριστού μπαίνει μέσα στην καρδιά σαν άγκυρα. Τότε ο άνθρωπος κινείται παραμένοντας σταθερή η άγκυρα, δηλαδή κινείται με σταθερότητα. Πολλές φορές αυτή η Χάρη τραυματίζει και τσακίζει και αυτά τα κόκκαλα. Η Χάρη του Θεού μπαίνει στην ψυχή και το σώμα.
- Όταν λέγεται η ευχή εσωτερικά και ακούγεται ένας θόρυβος απ’ έξω, είναι φυσικό να εξασθενή η ευχή. Όμως μερικές φορές η ευχή είναι ισχυρότερη από εξωτερικούς θορύβους.
- Όταν μας εγκαταλείπη η Χάρη, να κάνουμε ό,τι κάναμε προηγουμένως, που πριν την έλευσή της δεν αισθανόμασταν την ενέργειά της, δηλαδή να ζούμε με μετάνοια, φόβο Θεού και τήρηση των εντολών Του.



- Όταν πονάη κανείς σωματικά, συγκεντρώνεται όλη η προσοχή στο μέρος του σώματος που πονάει και τρόπον τινά εξίσταται ο νους μας. Έτσι συμβαίνει και με την μετάνοια. Όταν κανείς μετανοή, ο νους του εξίσταται στον Θεό.
- Όταν προσπαθή κανείς να προσευχηθή και συγκεντρώνη τον νου του, στην αρχή συμβαίνει να ερεθίζωνται τα μάτια. Όταν, όμως, ο νους εν Αγίω Πνεύματι βρη την καρδιά, τότε επικρατεί ηρεμία στο σώμα.
- Όταν έχουμε αιχμαλωσία λογισμών –όταν είμαστε αιχμάλωτοι σε λογισμούς– τότε η ευχή δεν θρονιάζεται στην καρδιά, έστω κι αν κάνουμε πολλή ώρα προσευχή.
- Το να μην ακούη κανείς και να μη βλέπη όσα γίνονται γύρω του, ενώ προσεύχεται με την ευχή, χωρίς να χάνη την αίσθηση της πραγματικότητος, είναι φυσικό, διότι αυτό είναι ένα είδος εκστάσεως.
- Η μοναχική ζωή δεν είναι μόνον αίσθηση Χάριτος. Αυτήν μπορεί να την έχη και ένας που ζη στον κόσμο, μια γιαγιά. Η μοναχική ζωή είναι και μετάδοση της παραδόσεως από Γέροντα, στον οποίο κανείς θα κάνη υπακοή για να παραλάβη την παράδοση που εκείνος διαφυλάσσει, την πνευματική ζωή.
- Ο Μονοχισμός βρίσκεται στην γνώση του Χριστού. Στον Θεάνθρωπο Χριστό υπάρχει σωτηρία.
- Ο Μοναχισμός δεν είναι μόνον απομάκρυνση από τους ανθρώπους, αλλά αποχή από όλους τους λογισμούς. Συνήθως οι Επίσκοποι δεν καταλαβαίνουν τον Μοναχισμό, γιατί δεν πέρασαν από αυτόν. Η θεολογία βρίσκεται στην ουσία της ασκητικής.

- Ο Μοναχός χρειάζεται να έχη αυτοπειθαρχία.
- Η υπακοή που κάνει κανείς στον Γέροντά του του δημιουργεί σκέψεις κατανύξεως ή και δάκρυα, έστω κι αν προσευχήθηκε μερικά λεπτά της ώρας.
- Η πειθαρχία που επιβάλλουν οι άλλοι δεν βοηθάει στην μετάνοια και δεν βοηθάει την ψυχή να αναπτυχθή και να γίνη πρόσωπο. Άλλο είναι η πειθαρχία, άλλο η αυτοπειθαρχία και άλλο η υπακοή. Όσα Μοναστήρια στην Δύση άρχισαν με την πειθαρχία διαλύθηκαν.
- Όλοι μας μισούν. Όμως, χρειάζεται «περιφρόνηση» στους περιφρονούντας ημάς. Να μη στρεφόμαστε εναντίον τους.
- Ελπίζω στην ύπαρξη της Μονής αυτής όχι μόνον στις προσευχές μας, αλλά στην ευχή του Γέροντος Σιλουανού.
- Μοναχική ζωή είναι η πνευματική κοινωνία Γέροντος και υποτακτικού και ας βρίσκεται ο μοναχός σε οποιαδήποτε δύσκολη κατάσταση.

- Δεν πρέπει να χάσουμε την ευχή του Γέροντος όσο ζη και μετά δεν υπάρχει πρόβλημα.
- Αν μας βλέπουν οι άνθρωποι σε ακηδία θέλουν να φύγουν, αν είμαστε καλά θέλουν να μείνουν.
- Σε κάποιο μοναχό που εστενοχωρείτο για το μέλλον του του είπα: “Ο Θεός που έκανε το μεγάλο θαύμα και σε έφερε μέχρις εδώ, θα φροντίση για την υπόλοιπη ζωή σου”.
- Όταν ο άνθρωπος προετοιμάζεται να πάη σε Μοναστήρι, για να γίνη μοναχός, συνήθως περνάει μέσα από φωτιά. Όλοι πέρασαν απ’ αυτήν την φωτιά. Γι’ αυτό χρειάζεται να κατανοούμε και να αγαπούμε αυτούς που επιθυμούν και προετοιμάζονται να γίνουν μοναχοί.
- Όταν πάη κανείς σε Μοναστήρι για να γίνη μοναχός, δεν θα πρέπη να εκδηλώνει όλες τις ικανότητές του, γιατί θα είναι διαρκώς τεντωμένος. Αν του αναθέση μια εργασία ο Γέροντας, να την κάνη πρόθυμα με υπακοή.
- Δεν μπορεί να κάνη κανείς Μοναστήρι με γυναίκες, αν είναι σκληρός και ανυπόμονος. Ένα τέτοιο έργο θέλει υπομονή, ώστε το ψυχολογικό των γυναικών να μετατραπή σε πνευματικό χάρισμα. Πολλές γυναίκες θέλουν να έχουν αποκλειστικά δικό τους τον Πνευματικό, και κάνουν τα πάντα για να προσελκύσουν την προσοχή του. Χρειάζεται μεγάλη σύνεση και διάκριση εκ μέρους του Πνευματικού Πατρός.

- Οι γυναίκες θέλουν μια προστασία. Να τους την δίνουμε, αλλά συγχρόνως να τις βοηθούμε να ανεβαίνουν πνευματικά.
- Οι γυναίκες πολλές φορές θέλουν ψυχολογικές παρηγοριές. Απαιτείται διάκριση.
- Η διαφορά μεταξύ πνευματικής και ψυχολογικής αγάπης έγκειται στο εξής: Αυτός που έχει πραγματική επικοινωνία με τον Πνευματικό Πατέρα, έχει την ανάγκη του, αλλά δεν πλήττει με την απουσία του. Η απουσία αναπληρώνεται με την προσευχή. Όταν πλήττη ο άνθρωπος, τότε αυτό φανερώνει ύπαρξη προβλήματος. Στις περιπτώσεις αυτές εμείς οι Πνευματικοί Πατέρες δεν πρέπει να περιφρονούμε το συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά να αργούμε να το βλέπουμε, να διαθέτουμε λίγο χρόνο και να ασχολούμαστε μαζί του με πνευματικά θέματα.
- Μερικοί Πνευματικοί Πατέρες χρησιμοποιούν πολλή ψυχολογία. Φαίνεται ότι αυτό είναι ανάλογο με την κατάσταση του λαού. Γιατί, αν μιλήση κανείς όπως μιλούσε ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, τότε θα τους κάψη όλους, δεν θα τον αντέξουν. Ο λόγος του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου είναι φωτιά.

- Δεν πρέπει να συστηματοποιήται η πνευματική καθοδήγηση που θα κάνουμε στους Χριστιανούς, ανάλογα με τα προσωπικά μας βιώματα. Ο Πνευματικός Πατέρας θα πρέπη να ελευθερώνη με την Χάρη του Θεού τα πνευματικά του παιδιά από την αιχμαλωσία τους στα πάθη και να τους βοηθά να ανυψώνουν το πρόσωπό τους στον Θεό.
- Πολλές φορές για να απαντήσω σε κάποιον άνθρωπο δεν προσεύχομαι στον Θεό, αλλά του λέγω κάτι από τον νου μου. Διότι, αν προσευχηθώ και λάβω πληροφορία από τον Θεό και δεν υπακούση, τότε θα παρακούση στον Θεό, δηλαδή θα έλθη σε αντίθεση μαζί Του. Έτσι ομιλώ από τον νου μου, ώστε οι άνθρωποι τουλάχιστον να μη υπακούσουν σε μένα και να μην αντιστέκωνται στον Θεό.
- Πολλές φορές το μαρτύριο του Πνευματικού Πατέρα είναι ή να καταστραφή ο ίδιος ριψοκινδυνεύοντας ή να καταστραφή το έργο του μένοντας σε εξωτερικούς νόμους και κανονισμούς.
- Στα μικρά παιδιά να μιλάμε σαν να είναι μεγάλοι, αλλά προσαρμόζοντας τον λόγο στο νοητικό τους επίπεδο και να φροντίζουμε να αναπτύσσωνται ως μεγάλοι. Δηλαδή, να μη τα αντιμετωπίζουμε ως μικρά παιδιά.

- Στην Βασιλεία των Ουρανών δεν θα πάμε ούτε με τα παιδιά, ούτε με τα σπίτια. Επομένως, πρέπει να φροντίζουμε την σωτηρία μας και ας αφήνουμε τα παιδιά στην Πρόνοια του Θεού, όταν κάναμε ό,τι ήταν δυνατόν γι’ αυτά και δεν μας ακούνε.
- Στον άνθρωπο υπάρχει το σωματικό, το ψυχολογικό, το πνευματικό. Ο άνθρωπος είναι δισύνθετος, έχει ψυχή και σώμα. Όταν ομιλούμε για πνευματικό, εννοούμε την Χάρη του Θεού που είναι απαραίτητο γνώρισμα του αναγεννημένου ανθρώπου. Στις γυναίκες το ψυχολογικό προσεγγίζει με το πνευματικό, γι’ αυτό και συγχέουν τα ψυχολογικά με τα πνευματικά, δηλαδή, εκλαμβάνουν τα ψυχολογικά ως πνευματικές καταστάσεις. Επίσης, η σαρκική επιθυμία διοχετεύεται στην γέννηση και την ανατροφή των παιδιών. Στους άνδρες προσεγγίζει το ψυχολογικό με το σωματικό, και γι’ αυτό συνήθως είναι επιθετικοί.
- Όταν εξομολογούμε γυναίκες, θα πρέπη να βλέπουμε την υπόστασή τους σε τέτοιο σημείο που να μη ξέρουμε τι ενδύματα φορούσαν, ούτε καν να έχουμε την αίσθηση της ανατομίας του σώματός τους. Το ίδιο πρέπει να κάνουμε και με τους άνδρες. Πρέπει να είμαστε ελεύθεροι και να τους αντιμετωπίζουμε ως κατ’ εικόνα Θεού, ως υιούς και θυγατέρες του Θεού.
- Όταν μιλάη κανείς με την καρδιά του, συνήθως η καρδιά εξαντλείται, γιατί και αυτή συμμαρτυρεί τον λόγο. Αν δεν εξαντλούμαστε και δεν πονάμε, τότε δεν θεραπεύουμε τους άλλους. Πρέπει να παίρνουμε επάνω μας τον θάνατο του άλλου για να του δίδουμε την ζωή. Αδειάζει τότε η καρδιά μας.
- Το έργο του Πνευματικού Πατέρα είναι δύσκολο, γιατί δεν πρέπει να λέη τα ευχάριστα, αλλά να υποδεικνύη τα λάθη, τα πάθη και να θεραπεύη. Σε αυτό βρίσκεται η ορθόδοξη αγωγή. Συνήθως αυτό δημιουργεί λύπη στον άνθρωπο και τον ωθεί στην δυσανασχέτηση.
- Χαίρομαι γιατί πολλοί δεν μου κάνουν υπακοή και έτσι δεν έχω ευθύνη.
- Για να κάνη κανείς τον σαλό, πρέπει να ταιριάζει λίγο και στην φυσική του κατάσταση, να συνδέεται με τον χαρακτήρα του.

- Δεν ασχολούμαι με αυτούς που με περιφρονούν ούτε ασχολούμαι με το τί λένε.
- Οι ψυχολογικές ασθένειες προέρχονται από δύο αίτια, ή από υπερηφάνεια ή από ανεκπλήρωτες σαρκικές επιθυμίες, τις οποίες ο άνθρωπος κρατά μέσα στην ψυχή του».

… Ο Γέροντας βγήκε ανήσυχος κάποια στιγμή της ημέρας από το σπιτάκι του και κατευθύνθηκε σε ένα τροχόσπιτο που ήταν στην Μονή και εκεί φιλοξενείτο κάποιος επισκέπτης. Μπήκε μέσα και τον είδε σε απόγνωση, έτοιμο να κάνη κακό στο σώμα του και τον απέτρεψε. Όπως έμαθα, κατά την διάρκεια της προσευχής συνέλαβε την κατάσταση του ανθρώπου εκείνου.

Έτος 1980

… κατά την 22α Σεπτεμβρίου λειτούργησε ο Γέροντας την ημέρα των γενεθλίων του. Ο Γέροντας είχε την άποψη ότι, όταν βρισκόμαστε σε έναν τόπο, πρέπει να σεβόμαστε τις παραδόσεις του τόπου εκείνου, τις οποίες θα πρέπη να εκκλησιοποιούμε. Έτσι, στην πανηγυρική Τράπεζα της Ιεράς Μονής έκανε λόγο για την μεγάλη αξία της γεννήσεώς μας, αφού γεννιόμαστε για να κληρονομήσουμε, ως πρόσωπα, τον Παράδεισο και να ενωθούμε με τον Θεό. Συγχρόνως, έκανε λόγο για την μεγάλη δωρεά της αναγεννήσεώς μας που γίνεται με το Μυστήριο του αγίου Βαπτίσματος και το Μυστήριο του αγίου Χρίσματος. …

Ακόμη βρήκε την ευκαιρία να τονίση ότι, μετά την κοίμησή του, θα πρέπη να κρατήσουν το «πνεύμα» που έχει εμπνεύσει στην Ιερά Μονή. Δηλαδή, εκτός από το γενικό Τυπικό, να μην υπάρχη λεπτομερής προγραμματισμός στο Μοναστήρι, γιατί το πολύ πρόγραμμα ενώ βοηθά, συγχρόνως, δημιουργεί μια πνευματική αυτάρκεια και καταστρατηγεί την ελευθερία, και χωρίς ελευθερία δεν μπορεί να αναπτυχθή η βαθειά μετάνοια. Απ’ ό,τι κατάλαβα ο Γέροντας ήθελε να συνδυάση την ζωή του κοινοβιάτου μοναχού με την πνευματική ελευθερία και την ησυχαστική ζωή του ερημίτου. Υπογράμμισε ότι το βαθύ πένθος είναι το γνήσιο «πνεύμα» του Ορθοδόξου Μοναχισμού, το οποίο γνώρισε στην έρημο του Αγίου Όρους.

Την 23η Σεπτεμβρίου, παραμονή της κοιμήσεως του αγίου Σιλουανού, έγινε κουρά μιας μοναχής από την Ελλάδα. Ο Γέροντας είχε την άποψη ότι οι ακολουθίες της μοναχικής κουράς δεν είναι πανηγυρικές ακολουθίες και γι’ αυτό θα πρέπη να γίνωνται μέσα στην κατανυκτική ατμόσφαιρα της μετανοίας και της προσευχής. Η μοναχική ζωή είναι σταυρός και πνευματικός ενταφιασμός. Οπότε, η πανηγυρική λαμπρή ατμόσφαιρα εξάγει τον  μοναχό από την ουσία της μοναχικής ζωής. Έτσι, η ακολουθία της κουράς μεγαλόσχημης μοναχής έγινε βραδινή ώρα, με την παρουσία μόνον των μοναχών, αφού όλοι οι προσκυνητές είχαν αποσυρθή στα δωμάτιά τους και δεν γνώριζαν τίποτε. Η στάση του Γέροντος, ο τρόπος της αναγνώσεως των ευχών έδιναν την εντύπωση ότι όχι απλώς γινόταν κάποια ακολουθία, αλλά ότι είχε μια ζωή την οποία μετάδιδε. Στο τέλος της ακολουθίας δεν έκανε κήρυγμα ή ανάλυση, αλλ’ απλώς καθόρισε την ουσία της μοναχικής ζωής και έδωσε μια ευχή. Είπε:
«Ιδού, αδελφή Θ., έγινες μοναχή. Από την αρχή της δομής της Εκκλησίας άχρις σήμερον, όπως διαδίδεται η Ιερωσύνη, ούτω μεταδίδεται και η μοναχική ζωή, ως αποστολική ζωή. Αυτή η χάρις έφθασε μέχρις εμού, καίτοι είμαι ανάξιος.
Μοναχική ζωή είναι θυσία, κένωσις, αλλά δι’ αυτόν τον λόγον και δόξα. Οπόταν ημείς αισθανόμεθα στέρησιν δια τον Χριστόν, απολαμβάνουμε μετοχήν εν τω ακτίστω Φωτί του Τριαδικού Θεού.
Ούτω να διάγης και θα απολαύσης το αιώνιον από την ζωήν αυτήν, πριν από τον θάνατον. Αμήν».



… Είχε πει ο Γέροντας ότι η προς Εβραίους επιστολή στην πραγματικότητα είναι μια αυτοβιογραφία του Αποστόλου Παύλου, που παρουσιάζει τον Χριστό ως μέγα Αρχιερέα τον οποίο γνώρισε προ της Δαμασκού, καθώς επίσης κάνει λόγο για την μετάνοια και το κλάμα του Αποστόλου στην έρημο της Αραβίας, που ήταν βίωση της προσευχής του Χριστού στην Γεθσημανή, την παιδεία του Θεού και το βάθος της πίστεως.

Του ζήτησα να έχουμε μια προσωπική συνάντηση. Η συνάντηση αυτή έγινε καθ’ οδόν.
«- Πρέπει κατά την διάρκεια της ευχής να ανοίξη η καρδιά. Το άνοιγμα αυτό της καρδιάς εκφράζεται με τα δάκρυα, το πένθος. Τότε, ο άνθρωπος αισθάνεται ένα μεγάλο βάθος στην καρδιά και ο νους του εισέρχεται σε αυτό το εσωτερικό βάθος και βρίσκει την βαθεία καρδία.
- Είναι δυνατόν η ενέργεια της νοεράς ευχής να αρχίση στον άνθρωπο, όταν είναι ξαπλωμένος στο κρεββάτι. Τότε θα πρέπη να μείνη εκεί και να προσεύχεται.
- Δεν είναι απαραίτητο να αρχίση κανείς την προσευχή, αφού  προηγηθή το κλάμα. Η προσευχή ενεργεί σε οποιαδήποτε ώρα και σε οποιονδήποτε τόπο. “Το Πνεύμα όπου θέλει πνει” (Ιω. γ’, 8).
- Μερικές φορές, όταν ενταθούν τα δάκρυα και η ευχή, τότε δημιουργείται μεγάλος πόνος στην καρδιά και στο κεφάλι και μια σκέψη ότι “θα πεθάνης τώρα”. Χρειάζεται διάκριση. Δεν πρέπει να σταματήση εντελώς την ευχή, αλλά να την λιγοστεύση λίγο, γιατί, αν την σταματήση εντελώς, είναι πιθανόν να την χάση.

- Μερικές φορές, ενώ κάνουμε τον καθημερινό κανόνα, δεν έχουμε προσοχή. Ενώ, όταν εργαζόμαστε και κάνουμε συγχρόνως προσευχή, έχουμε πολλή προσοχή. Αυτό γίνεται γιατί η πνευματική ζωή συνδέεται πολλάκις με την ψυχολογική κατάσταση του προσευχομένου. Αν ψυχολογικά αισθάνεται κανείς καλά και εργάζεται, τότε κάνει και προσευχή. Ή, όταν έχη πένθος στην καρδιά, τότε προσεύχεται.
- Μπορεί ο άνθρωπος να έχη μνήμη Θεού, χωρίς να λέγη τα λόγια της ευχής.
- Αν θέλουμε να κάνουμε κάτι, θα πρέπη να περιμένουμε να λάβουμε από τον Θεό και την δύναμη να το πραγματοποιήσουμε. Για παράδειγμα, θέλουμε να πάμε στο Άγιον Όρος. Εάν δεν έχουμε την δύναμη να πάμε, τότε και αν πάμε δεν θα ωφεληθούμε.
- Πολλές φορές από διάφορα αίτια κλείνει η καρδιά και δεν ανοίγει για την προσευχή. Στον καθένα συμβαίνει από διαφορετικά αίτια. Στον ένα από παρρησία, στον άλλο από φλυαρία, στον τρίτο από κενοδοξία κλπ. Χρειάζεται αυτομεμψία και κλάμα.
- Όταν ζη κανείς σε ένταση εσωτερική, δηλαδή προσεύχεται εσωτερικά, τότε μερικές φορές γίνεται ευαίσθητος και ευερέθιστος. Υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να θυμώση από ένα μικρό γεγονός και μάλιστα να θυμώση πολύ. Χρειάζεται πολλή προσοχή.
- Ο μοναχός ζη με το κλάμα. Αυτή είναι η φυσική του κατάσταση. Δεν υπάρχει καμιά παραξενιά σε αυτό, διότι υπάρχει πληθωρισμός θείου έρωτος.

- Σε κάποιον που τον επισκέπτεται η Χάρη του Χριστού, η προσευχή γίνεται αυτενεργούσα, μιλάει η καρδιά. Θα την αισθάνεται μέρα και νύκτα. Αυτό είναι ιδιαίτερη ευλογία. Τότε πρέπει να φύγη από τον κόσμο για το Μοναστήρι. Αν δεν φύγη, θα χάση γρήγορα αυτήν την Χάρη. Συνήθως, ο άνθρωπος αναβάλλει να φύγη για το Μοναστήρι, γιατί νομίζει ότι στον κόσμο μπορεί να διατηρήση την αυτενεργούσα προσευχή. Όμως, γρήγορα θα του φύγη.
- Στον κόσμο είναι εύκολο να γίνουν πολλές αμαρτίες, γιατί υπάρχουν πολλά γεγονότα, που δίνουν ενέργεια και κίνηση στον άνθρωπο. Οι έπαινοι των ανθρώπων εξάπτουν την υπερηφάνεια, αλλά είναι και μια παρηγοριά. Στο Μοναστήρι, όμως, δεν υπάρχουν έπαινοι και άλλες παρηγοριές, γι’ αυτό εκείνο που δίνει ενέργεια προσευχής στον μοναχό είναι μόνον η υπακοή. Έτσι, αυτός που δεν υπακούει χάνεται, σβήνει, δεν έχει προσευχή, δεν έχει ζωή.
- Όταν έρχεται η ώρα να φύγη κανείς από το Μοναστήρι για την έρημο, λαμβάνει από τον Θεό μεγάλη ενέργεια Χάριτος που δεν τον συγκρατεί τίποτα. Τότε φεύγει και από τα παράθυρα της Μονής.
- Το Άγιον Όρος για τους κάπως προχωρημένους στην πνευματική ζωή μπορεί να είναι πρόβλημα. Μπορεί να συμβούν δύο πράγματα. Ή να σχηματοποιηθούν σε μια συνηθισμένη κατάσταση τυπικότητας και αμέλειας, ή, αν θέλουν να συνεχίσουν το πρόγραμμα της εσωτερικής ζωής, θα δεχθούν τον φθόνο των άλλων μοναχών, οπότε δημιουργούνται πειρασμοί.
- Σε περίπτωση που κάποιος έχει πνευματικές εμπειρίες δεν χρειάζεται να ρωτάη πολλούς, γιατί θα επέλθη σύγχυση. Να υπακούη στον Γέροντά του».

… Για τον Γέροντα η θεία Λειτουργία δεν ήταν μια τυπική διαδικασία, ούτε μια απλή προσευχή και μάλιστα ατομική, αλλά διακονία του λαού. Ο λειτουργός είναι ικέτης στον Θεό για όλον τον κόσμο και ζη την αγωνία του Χριστού στην Γεθσημανή.
Μέσα στην προοπτική αυτή συνέταξε μια προσευχή την οποία έδωσε στους Ιερείς να την διαβάζουν πριν την έναρξη της θείας Λειτουργίας:
«Κύριε και Θεέ μου Ιησού Χριστέ, ιδού εγώ ο ανάξιος Ιερεύς τολμώ προσελθείν τω φοβερώ Σου Θυσιαστηρίω του επιτελέσαι την διακονίαν μου.
Δέομαι ούν σου, Βασιλεύ άναρχε, ο Ών προ πάντων των αιώνων μη αποστρέψης το πρόσωπόν Σου, μηδέ κλείσης τα ώτα Σου εις τας πενιχράς μου δεήσεις.
Την μεσιτείαν μου υπέρ των λελυτρωμένων δια του αίματος Σου μη παρίδης, την δε παρρησίαν μου μη λογίση εις αμαρτίαν. Ο Θεός μου εις την βοήθειάν μου πρόσχες. Κύριε εις το βοηθήσαί μοι σπεύσον».

Πριν φύγω από την Ιερά Μονή σε μια συζήτηση βρήκα ευκαιρία να τον ρωτήσω για την θεία Λειτουργία και εκείνος μου παρουσίασε την βασική διδασκαλία του γι’ αυτήν.
«- Η Ιερωσύνη δεν δίνεται σε κάποιον άνθρωπο ως επιβράβευση των αρετών του, αλλά ως δώρο για την οικοδομή της Εκκλησίας. Γίνεται κάποιος Ιερεύς για να μπορή να τελή την θεία Λειτουργία και να αγιάζη τους ανθρώπους. Επίσης, η Ιερωσύνη έχει και μια κοινωνική σημασία, αφού ο Ιερεύς θα ασχοληθή με την ανοικοδόμηση του Ναού και με τους πάσχοντας Χριστιανούς. Γι’ αυτό και πρέπει να έχη και τέτοια προσόντα, εκτός από τα πνευματικά.
- Η θεία Λειτουργία έγινε μια φορά και για πάντα. Έχει αιωνιότητα. Κάθε φορά που τελείται η θεία Λειτουργία, εμείς ανεβαίνουμε στο ύψος της. Αν βιώσουμε μερικές πτυχές της θείας Λειτουργίας, τότε καταλαβαίνουμε το μεγαλείο της, όπως συνέβη με τον άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ που είδε αγγέλους να εισέρχωνται στον Ναό κατά την Μικρά Είσοδο. Παρακολουθούμε την θεία Λειτουργία, γιατί δεν την βιώνουμε, ή μέχρι να την βιώσουμε.
 - Η θεία Λειτουργία μας μαθαίνει να ζούμε με την καρδιά. Τελώντας την θεία Λειτουργία τηρούμε την εντολή του Χριστού “τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν” (Λουκ. κβ’, 19 και Α’ Κορ. ια’, 24). Γι’ αυτό και εμείς λέμε: “Μεμνημένοι τοίνυν της σωτηρίου ταύτης εντολής …”. Αυτό δεν είναι ψυχολογικό γεγονός, αλλά πνευματικό. Έτσι, κάθε φορά που τελούμε την θεία Λειτουργία, κάνουμε υπακοή στον λόγο του Χριστού, εισδύουμε στην θεία Μυσταγωγία, στην Λειτουργία του Χριστού.
Ό,τι έκανε ο Θεός μια φορά, αυτό μένει στον αιώνα. Αυτό γίνεται με την θεία Λειτουργία. Μια φορά την τέλεσε ο Χριστός στο Υπερώο με τον Μυστικό Δείπνο και αυτή μένει στον αιώνα. Ο Χριστιανός, ανάλογα με την θυσία που κάνει και την εν Χάριτι είσδυση σε αυτό το “πνεύμα” της θείας Λειτουργίας, λαμβάνει Χάρη από τον Θεό, καθαρίζεται από τα πάθη. Η θεία Λειτουργία στην τελείωσή της είναι ικεσία και προσευχή για όλον τον κόσμο. Αυτή είναι η λεγομένη βασιλική ιερουργία-ιερωσύνη. Έτσι, ο άνθρωπος φθάνει στα τέλη των αιώνων. Δεν περιμένει την ημέρα του Κυρίου, αλλά αυτή η ημέρα του Κυρίου έρχεται προς αυτόν. Έτσι κατά Χάριν γίνεται άναρχος».


Πηγή:http://ahdoni.blogspot.com/

Τετάρτη 13 Οκτωβρίου 2010

᾿Ανοικτή ἐπιστολή πρός τόν Σεβασμιώτατο Ναυπάκτου κ. ῾Ιερόθεο (ἀπό τόν διαχειριστή τοῦ ἱστολογίου oimos-athina)

Σχόλιο ᾿Οδυσσεύς: Παραθέτουμε χωρίς σχολιασμό τήν ἀνοικτή ἐπιστολή τοῦ Ρωμανοῦ ἀπό τόν  διαχειριστή τοῦ ἱστολογίου  oimos-athina καί ἀναμένουμε μιά ἀπάντηση-τοποθέτηση ἀπό τόν λόγιο ἱεράρχη τῆς Ναυπάκτου. Στήν ᾿Εκκλησία μας ὑπάρχουν πολλές ἀπόψεις καί καλό εἶναι νά ἀκούγονται γιά νά προάγεται ὁ διάλογος. ῾Ο ἅγιος Ναυπάκτου, ἱεράρχης μέ κῦρος καί ἦθος μᾶς ἔχει δώσει ἀρκετά δείγματα προσωπικῆς μαρτυρίας, ἰδίως γιά τά θέματα τῆς λειτουργικῆς γλώσσης καί τοῦ παπισμοῦ. ᾿Αναμένουμε λοιπόν τήν ἀπάντησή του...


ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΠΕΡΙ "ΑΠΟΔΟΤΙΚΗΣ ΣΙΩΠΗΣ" ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ


Απαντά ο διαχειριστής του ιστολογίου  oimos-athina
Επειδή είμαι εκ των πρώτων που ζήτησαν από την Ιεραρχία να πάρει θέση στα ζέοντα και αμέσως απτόμενα της σωτηριολογικής αποστολής της Εκκλησίας ζητήματα δια της προς την Ι. Σύνοδο ανοικτής επιστολής μου (12/7/10) οφείλω υικώς μίαν απάντηση στον σεβ. Μητροπολίτη Ναυπάκτου κ. Ιερόθεον και συγκεκριμένα στο άρθρο του με τίτλο  
" Η «σιωπή» του Αρχιεπισκόπου " που δημοσιεύεται  στην εφημερίδα «Κόσμος του Επενδυτή»

Ολόκληρο το άρθρο εδώ



Σεβασμιώτατε πάτερ και δέσποτα, εκτός από τον προσήκοντα σεβασμό, πρέπει να πω πως τρέφω μίαν ιδιαιτέραν εκτίμηση στο πρόσωπό σας, ιδίως για την πνευματική και θεολογική σας συγγένεια με τον μακαριστό πατέρα Ιωάννη Ρωμανίδη. Φαντασθείτε λοιπόν την έκπληξή μου, όταν διάβασα το περί  «σιωπής» του   Αρχιεπισκόπου άρθρο σας. Το γεγονός δε ότι είναι  δημοσιευμένο σε μια εφημερίδα του χρήματος, ιδιαιτέρως όταν η πρώτη απόφαση της Ι. Συνόδου ήταν να συμμετάσχει στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Εθνικής Τραπέζης! ....
(πράξη ασφαλώς απαραίτητη αλλά ήταν ανάγκη να είναι η πρώτη σε προτεραιότητα απόφαση;) με ελύπησε διότι μπορεί να προβληματίσει τους μη γνωρίζοντες και να σκανδαλίσει τους μακράν της Εκκλησίας διάγοντας, να δώσει δε αφορμή πληγμάτων στους επιθυμούντες την εξουδένωση της Εκκλησίας.

Είμαι βέβαιος πως  το άρθρο σας χρησιμοποιήθηκε ερήμην σας από τους τραπεζοπιστωτικούς κύκλους,  τους οποίους  βολεύει η "αποδοτική σιωπή" του μακαριωτάτου και της Ι. Συνόδου.Και έρχομαι σε πολύ λίγα επι μέρους που θίγετε για να εξηγήσω την θέση όλων ημών που ζητούμε από τους ποιμένες μας να πάρουν θέση σε όσα καταιγιστικά η "πολιτεία" δολίως εισάγει και να μας  δείξουν το δρόμο...
Λέτε ότι: "...ακούσθηκε η άποψη ότι ο Αρχιεπίσκοπος, και κατ' επέκταση η Ιεραρχία, δεν ομιλεί στην κρίσιμη αυτή περίοδο και περισσότερο σιωπά ή εφησυχάζει, και ότι θα πρέπει να κάνη κοινωνικές επαναστάσεις, να ηγηθή αγώνων, να κρίνη πολιτικούς..."

Εκτός από το "σιωπά" τίποτε άλλο δεν έχει ειπωθεί από όσους τουλάχιστον μπορούν να ομιλούν εκ μέρους του ποιμνίου και όχι κάποιας εφημερίδας ή πολιτικής ομάδας με σκοτεινές ή φανερές σκοπιμότητες. Συνεπώς κατεύθυνση ζητούμε κι όχι επανάσταση!

Σε άλλο σημείο του άρθρου σας διερωτάστε: "...από ποιους διατυπώνομαι τέτοιες αιτιάσεις και ποιες είναι οι ιδεολογικές και «εκκλησιολογικές» προϋποθέσεις που συγκροτούν την προσωπικότητα τους και την εν γένει συμπεριφορά τους."

Νομίζω και ο πλέον κακόπιστος θα έχει αντιληφθεί ότι η ένστασή μας συνίσταται στην αυτονόητη θέση πως οι ποιμένες είναι αδύνατον να  σιωπούν  καθόν χρόνον ο νοητός λύκος έχει εισέλθει και κατασπαράζει τα πρόβατα!!!

Κι αν θέλετε την ταυτότητα των πρωτοστατών  στην ένστασή μας προς την Ι. Σύνοδο  θα σας την αποκαλύψουν

  




καθώς και η πρώτη επιστολή προς την Ι.Σ. του π. Σαράντου



Μαζί με αυτούς αγωνιά πλήθος μοναχών του Αγ. Όρους και πολλών Ι. Μονών και φυσικά η πλειονότης του ποιμνίου.

Σε άλλο σημείο του άρθρου σας αναφέρετε ότι:
"Η μεγαλύτερη, πάντως, δόξα της Εκκλησίας είναι η περίοδος του διωγμού και των κατακομβών, γιατί τότε βιώνει εντονώτερα το μυστήριο του Σταυρού του Χριστού και οπωσδήποτέ τότε αποβάλλει την εκκοσμικευμένη ζωή, τα αλλότρια έργα της και αναδεικνύει τους μάρτυρες."


 
Ουδεν αληθέστερον αυτού, ποιός μπορεί να διαφωνήσει;
Όμως φαντάζεστε σεβασμιώτατε πάτερ, τους μάρτυρας λ.χ. τον Μεγαλομάρτυρα Γεώργιο να ασκεί την μέθοδο της "αποδοτικής σιωπής" ενώπιον του διώκτου της Εκκλησίας Διοκλητιανού;
Άν δεν είχε ελέγξει τον Διοκλητιανό με παρρησία μπροστά στο συμβούλιο, θα ήταν ο  αγαπημένος του Χριστού Μεγαλομάρτυς;

Διότι περί Διοκλητιανού πρόκειται και τώρα, περί διωγμού της Εκκλησίας και μάλιστα επικινδυνοτέρου διότι προβατοσχήμως υποδύεται την ευσέβεια και παντοιοτρόπως περιποιείται την ασέβεια και ο "έπαρχος" και η χρηματοπιστωτική εξουσία που του δίνει τις εντολές.

Τέλος άφησα δύο σημεία που δεν αντελήφθην διότι δεν μπόρεσα να παρακολουθήσω την σκέψη σας.

Λέτε στο πρώτο:
"...οι άνθρωποι της κοινωνίας μας, στους δύσκολους καιρούς που ζούμε, χρειάζονται το ιλαρό πρόσωπο της Εκκλησίας, την διάφανη και ευαγγελική ζωή, την «ζώσα παραίνεση», τον παρακλητικό λόγο. Δεν επιθυμούν την παρουσία του «μεγάλου ιεροεξεταστή» του Ντοστογιέφκαι, αλλά τον άνθρωπο της θυσίας, της κένωσης, της προσφοράς, της σταυρικής αγάπης, που θεραπεύει χωρίς να προκαλεί."

Συγνώμη πάτερ μου αλλά αυτό λέμε και εμείς μόνο που ο
" μεγάλος ιεροεξεταστής" είναι για μας ο νοητός λύκος, είναι αυτός που βασανίζει τον λαό και θέλει να τον εξουδενώσει κι εσείς, αν κατάλαβα καλα, λέτε πως αν ελέγξει η Ιεραρχία τον δήμιο, θα κατηγορηθεί για ιεροεξεταστικό μένος;

Ειλικρινά δεν περίμενα από Ορθόδοξο ιεράρχη να μπαίνει στην νεοεποχίτικη επιχειρηματολογία, έστω και για να αποφύγει ενδεχόμενη κατηγορία από τους αντιθέους.

Επίσης δεν κατάλαβα το  "χωρίς να προκαλεί" διότι δεν είμαστε εμείς που προκαλούμε αλλά η νεοεποχίτικη δικτατορία που μας επιβάλλεται με το "έτσι θέλω" και προκαλεί και αυτήν την νοημοσύνη μας με τις "απόρθητες" ανοησίες των ΜΜΕ περί "αναποφεύκτου" και περί "σωτηρίας της Ελλάδος" και άλλα που θα ήσαν κωμικά αν δεν έσερναν τον τραγικό χορό της προδοσίας.

Και στο δεύτερο:

"Όσοι έχουν συνηθίσει να ζουν με ιδιαίτερες «εξαρτησιογόνες ουσίες», δεν μπορούν εύκολα να απεξαρτητοποϊηθούν και γι' αυτό και αναζητούν την «ουσία» που αφιονίζει."

Προσωπικά διαφωνούσα με όλες τις κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης, ουδέποτε όμως στο παρελθόν έχασα τον ύπνο μου όπως τώρα, θεωρώντας ότι κινδυνεύει η πατρίδα μου, τα ιερά και τα όσια του Έθνους.


Αυτό που συντελείται σήμερα είναι η δοκιμή συντριβής των λαών της οικουμένης, των θεσμών, των αξιών, της πίστης και της ελευθερίας που ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο, από τους κατεξουσιαστές του χρήματος και της απληστείας!!!
Και η δοκιμή γίνεται στην΄Ορθόδοξη Ελλάδα!
Το έχουν αντιληφθεί οι άλλοι λαοί και μας συμπαρίστανται λέγοντας "Τώρα είμαστε όλοι Έλληνες"
Η ιεραρχία πάτερ και δέσποτα πότε θα το αντιληφθεί;


Με πόνο και πολλήν αγάπη

ασπάζομαι την δεξιάν σας

Romanos






Υ.Γ. Το ονοματεπώνυμό μου είναι στην διάθεσήν σας εάν μου αποστείλετε στην  ηλεκτρ. διεύθυνση
κάποιο τηλέφωνο επικοινωνίας.

Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2010


 Πηγή: http://orthodox-watch.blogspot.com

Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2010

῾Η ᾿Ορθόδοξη ἀγωγή (Σεβ. Ναυπάκτου & Αγ. Βλασίου Ιερόθεος)



ΘΕΟΛΟΓΙΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ Γ' ΛΟΥΚΑ

«Νεανίσκε σοι λέγω, εγέρθητι. Και ανεκάθισεν ο νεκρός και ήρξατο λαλείν» (Λουκ. Ζ’14-15)
Ο Χριστός, σύμφωνα με την σημερινή ευαγγελική περικοπή, ανέστησε τον νεκρό νέο και τον έδωσε στην μητέρα του. Αυτό το θαύμα, όπως όλα τα θαύματα του Χριστού, δείχνει το μεσσιανικό του έργο, την ουσιαστική και τελική κατάργηση του θανάτου και την ζωοποίηση του ανθρώπου. Αυτό βασικά είναι και το έργο της Εκκλησίας, αφού η αγιότης και η δύναμη της Κεφαλής (του Χριστού) μεταβιβάζεται στην Εκκλησία. Έτσι η Εκκλησία έχει σκοπό να καταργεί τον θάνατο, να ανασταίνει τον άνθρωπο και να τον αφθαρτίζει. Αυτό λέγεται παιδεία και αγωγή. Γι’ αυτό η Ορθόδοξη παιδεία – αγωγή προς όλους και ειδικά προς τους νέους έχει αναστάσιμο χαρακτήρα.
Στην συνέχεια θα δούμε μερικές πτυχές του θέματος, όπως το ότι η Ορθόδοξη παιδεία και αγωγή δεν νοείται έξω από την Εκκλησία, έξω από την θεία Λειτουργία και έξω από την Κοινότητα.


Ορθόδοξη αγωγή και Εκκλησία

Η Ορθόδοξη πορεία δεν είναι ανθρώπινη, που σημαίνει ότι δεν έχει κέντρον της τον άνθρωπο, αλλά Θεανθρώπινη, που σημαίνει ότι κέντρον της έχει τον Θεάνθρωπο Χριστό, και δι’ Αυτού επιδιώκει την λύση όλων των προβλημάτων. Ο σκοπός ης Θεανθρώπινης παιδείας – αγωγής ταυτίζεται με τον σκοπό της Εκκλησίας, που είναι η συνεχής μεταμόρφωση της κτίσεως και του ανθρώπου.

Η Ορθόδοξη παιδεία σαν κύριο μέλημά της έχει την θέωση του ανθρώπου. Συνεπώς το ενδιαφέρον της στρέφεται στην καρδιά και όχι στην ξηρά λογική. Δεν επιδιώκει την αύξηση των νοησιαρχικών γνώσεων, αλλά προτάσσει την πραγμάτωση της προσευχής του Δαβίδ «καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί ο Θεός» και ζει τον μακαρισμό του Χριστού «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθ. ε’, 8). Φροντίζει πρώτα για την κάθαρση της καρδιάς από τις φθοροποιές ενέργειες των παθών, οπότε ακολουθεί ο φωτισμός του νου, ο οποίος φωτιζόμενος «θεωρεί» την δόξα του Θεού.

Βασικές αρετές είναι η ταπείνωση και η αγάπη. Οι άγιοι, που είναι εραστές και εφαρμοστές αυτής της παιδείας, είναι ταπεινοί και αγαπούν όλο τον κόσμο, θυσιαζόμενοι καθημερινώς, ενώ οι κάτοχοι της ανθρώπινης παιδείας διακατέχονται από τον εωσφορικό εγωισμό της γνώσεως της κατά κόσμον σοφίας, που κυριολεκτικά σκοτώνει, καθώς επίσης διακρίνονται για το ατομικό συμφέρον.

Ακόμη σκοπός της Θεανθρώπινης παιδείας δεν είναι να κάνει τον άνθρωπο καλόν καγαθόν, αλλά να τον οδηγήσει στον όντως Αγαθόν δηλ. τον Χριστό και έτσι να γίνει κατά χάριν θεός. Δεν ξεκινάει από την νοοτροπία ότι ο άνθρωπος έχει μέσα του μερικά καλά στοιχεία που πρέπει να αξιοποιηθούν, αλλά από την αλήθεια ότι απομακρύνθηκε από τον Θεό ζει στην μεταπτωτική κατάσταση, κυριαρχείται από την τυραννία του διαβόλου, ζει την παρά φύση ζωή, είναι νεκρός, ζει την ανούσιο ανυπαρξία. Γι’ αυτό επιζητεί την ζωοποίηση του νεκρού από την αμαρτία ανθρώπου, την ελευθέρωσή του από την τυραννία του διαβόλου και την ένωσή του με τον άγιο Τριαδικό Θεό. Έτσι η Ορθόδοξη παιδεία δεν νοείται ανεξάρτητα από την Εκκλησία, δεν μπορεί να αναπτυχθεί έξω από τον λυτρωτικό της χώρο.

Ορθόδοξη αγωγή και θεία Λειτουργία

Αυτή η συνεχής μεταμόρφωση του ανθρώπου και της φύσεως, που είναι βασικός σκοπός της παιδείας και της Εκκλησίας γίνεται δια των αγίων μυστηρίων και ιδίως δια της θείας Ευχαριστίας, που αποτελεί το κέντρον της πνευματικής ζωής, το κέντρον όλων των μυστηρίων και το μυστήριο, που ταυτίζεται με την Εκκλησία, αφού την εκφράζει πραγματικά.

Αυτό σημαίνει, πως η Ορθόδοξη αγωγή δεν είναι η ξηρά διδασκαλία μερικών έστω ορθοδόξων γνώσεων, ούτε η διδασκαλία για μια καλή κοινωνική ανατροφή και στους καλούς τρόπους συμπεριφοράς, αλλά στη βίωση του Θεού, στην απόκτηση της μακαρίας Θεώσεως, στο να «πάθει» τα θεία. Και επειδή η θέωση, που είναι η στενοτάτη ένωση με τον Θεό, στην επίγεια ζωή του ανθρώπου κορυφώνεται στην θεία Ευχαριστία, και επειδή η θεία Ευχαριστία έχει θεοποιητική ενέργεια, γι’ αυτό δεν νοείται εκκλησιαστική αγωγή έξω από αυτήν.

Με αυτό που λέμε θέλουμε να τονίσουμε την αλήθεια ότι η αγωγή της Εκκλησίας προς τους νέους δεν πρέπει να έχει σαν σκοπό τη δημιουργία μιας καλής συντροφιάς ή την προφύλαξή τους από το «κοσμικό πνεύμα», αλλά να τους οδηγήσει στην Εκκλησία και στην θεία Ευχαριστία. Κάθε έργο της Εκκλησίας πρέπει να ξεκινά από το Θυσιαστήριο και να οδηγεί τον άνθρωπο σ’ αυτό.

Έτσι με την Ορθόδοξη αγωγή χαράσσονται βαθειά στην ψυχή του νέου οι θόλοι του ιερού ναού. Εισχωρεί στην ψυχή του και νοτίζει όλες τις ενέργειές της η λατρευτική ατμόσφαιρα και κυρίως η ευχαριστιακή ζωή. Ο νέος, που δέχεται την Ορθόδοξη αγωγή, ζυμώνεται με το αναλόγι, το Ιερό Βήμα την υπηρεσία μέσα στον Ναό, την αγιογραφία κλπ. Αισθάνεται σαν πατέρα του τον Επίσκοπο και τον Εφημέριό του.

Επαναλαμβάνουμε πως η Ορθόδοξη αγωγή δεν μπορεί να νοηθεί ανεξάρτητα από το λατρευτικό και ευχαριστιακό χώρο, δεν μπορεί να νοηθεί έξω από το μυστηριακό πνεύμα της Εκκλησίας, που είναι η συνεχής μετάληψη της θείας ζωής. Η θεία Ευχαριστία και η αναστροφή μέσα στον Ιερό Ναό δεν είναι μερικές Κυριακάτικες ευκαιρίες, σαν ένα παράρτημα στην όλη εβδομαδιαία εργασία, αλλά ο πραγματικός χώρος της Ορθόδοξης αγωγής. Τα εντευκτήρια, όπως και τα γραφεία, πρέπει να νοηθούν σαν δευτερεύοντες βοηθητικοί χώροι, που συνδέονται στενά με τον Ναό, εμπνέονται απ’ αυτόν και οδηγούν σ’ αυτόν.

Ορθόδοξη αγωγή και κοινότητα

Η Ορθόδοξη αγωγή δεν νοείται και έξω από την Εκκλησιαστική – λατρευτική κοινότητα. Η Εκκλησία είναι οικογένεια και ο νέος πρέπει να ζει αυτήν την οικογενειακή ζωή και να δέχεται από κοινού την διδασκαλία και την τροφή. Το πνεύμα της κοινότητος, της οικογένειας, πρέπει να βιώνεται και να αναπτύσσεται, γιατί είναι το μόνο που μπορεί να προσφέρει ζεστασιά και παρηγοριά στον νέο και δεν του αφήνει περιθώρια αναζητήσεως αυτού του κλίματος σε άλλες κοινωνίες.

Στην θεία Λειτουργία ο νέος μαθαίνει την οικογένειά του στην οποία ανήκει ο παππούς του, ο πατέρας του, τα μικρότερα αδέλφια του και τα νήπια. Ανήκουν όλοι οι άνθρωποι κάθε ηλικίας και κοινωνικής στάθμης. Ανήκουν ακόμη όλοι οι Ορθόδοξοι που ζουν σε διαφορετικά έθνη και που τυχόν θα τους συναντήσει στον Ναό. Η παρουσία του γέροντος και το κλάμα του νηπίου μέσα στη θεία Λειτουργία αφήνει βαθειά βιώματα στον νέο.

Γι’ αυτό, όπως έχει σημειωθεί από Ορθόδοξο μελετητή, οι μεμονωμένες ευχαριστιακές συνάξεις (μόνον για παιδιά κλπ) διασπούν αυτήν την κοινωνία, την αδελφότητα, και την οικογενειακή ζωή και είναι μια αίρεση «εν μέση Ορθοδοξία». Είναι το ίδιο σαν να ετοιμάζονται στο σπίτι δυο τραπέζια, ένα για τα παιδιά και ένα για τους μεγάλους, πράγμα που διασπά την ενότητα της οικογένειας. Η Ορθόδοξη αγωγή πρέπει να βοηθά τον νέο να αναζητά και να βρίσκει την ζωή, τον Θεό, την διδασκαλία όχι στις ιδιαίτερες γι’ αυτόν συγκεντρώσεις, αλλά μέσα στην Κοινότητα, μέσα στο σώμα του Χριστού.

Το θέμα έχει πολλές διαστάσεις. Μερικές μόνο πτυχές τονίσαμε και μάλιστα επιγραμματικά. Τελειώνοντας λέμε ότι, όπως ο Χριστός ανέστησε τον νέο και τον έδωσε στην μητέρα του, έτσι και η Ορθόδοξη αγωγή, με την Χάρη του Χριστού, ανασταίνει τον νέο και τον προσφέρει στην Μητέρα του, την Εκκλησία, για να ζει στην μητρική της αγάπη.
                   
                                   
(Απόσπασμα από το βιβλίο του Σεβασμιωτάτου «Όσοι Πιστοί»)

Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2010

Μητροπολίτη Ναυπάκτου κ. ΙΕΡΟΘΕΟΥ περί παραιτήση ᾿Αρχιερέως ἀπό τόν θρόνο του ἤ ὅριον ἡλικίας


image"Προσωπικά είμαι εναντίον κάθε αντικανονικής παρεμβάσεως στα εσωτερικά της Εκκλησίας, κάθε επιβολής ορίου ηλικίας και εξασκήσεως εκβιασμών εναντίον ηλικιωμένων Αρχιερέων, όπως και δεν συμφωνώ με ενέργειες κάθε Κληρικού που εισβαίνει απαράδεκτα και άκριτα στην κανονική δομή της Εκκλησίας και εν ονόματι του εκσυγχρονισμού την εκκοσμικεύει. Επίσης, δεν μπορώ να αποδεχθώ την συνθηματολογία σε τέτοια σοβαρά θεολογικά και εκκλησιαστικά ζητήματα"

Κατά καιρούς αναφύεται το θέμα της θεσπίσεως ορίου ηλικίας για τους ηλικιωμένους Αρχιερείς η ακόμη γίνεται λόγος για παραίτηση Αρχιερέως από την Μητρόπολη την οποία διαποιμαίνει. Τελευταία, μάλιστα, το θέμα αυτό ετέθη κατά οξύτερο τρόπο, που προκάλεσε ποικίλες συζητήσεις. Η θέσπιση ορίου ηλικίας κατά τρόπο έμμεσο συνδέεται και με την παραίτηση των ηλικιωμένων Αρχιερέων από τον μητροπολιτικό θρόνο.
Μια τέτοια ενέργεια, δυστυχώς, γίνεται με επιπόλαιο και συνθηματολογικό τρόπο. Δυστυχώς είδαμε στο πρόσφατο παρελθόν διάφορους εκβιασμούς και πιέσεις για παραιτήσεις Μητροπολιτών, καθώς επίσης Αρχιερείς που τελείωσαν την ζωή τους τελούντες σε αγανάκτηση για όσα εκβιαστικά υπέστησαν. Μερικοί θα αντιτάξουν το επιχείρημα ότι δεν είναι δυνατόν στην σύγχρονη εποχή με τόσες προκλήσεις και τα έντονα ποιμαντικά ενδιαφέροντα, να παραμένουν Μητροπόλεις αποίμαντες από υπέργηρους Αρχιερείς.
Πρόκειται για έναν έντονο προβληματισμό, αλλά δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η Εκκλησία διευθύνεται από το Κανονικό της Δίκαιο και είμαστε υποχρεωμένοι να σεβόμαστε τους ιερούς Κανόνας της, για τους οποίους δώσαμε ιερή υπόσχεση προ της χειροτονίας μας ότι θα τους διαφυλάσσουμε, καθώς επίσης δεν πρέπει να παραβλέπουμε την προσφορά των πρεσβυτέρων αδελφών μας στην Εκκλησία. Επί πλέον όσοι υποστηρίζουν τέτοιες θέσεις, αγνοούν την ουσία της ορθοδόξου ποιμαντικής ενός Επισκόπου και την ταυτίζουν με έναν ακτιβισμό, για τον οποίον χρειάζονται τα γνωρίσματα των νέων ανθρώπων.
Επειδή το θέμα της απομακρύνσεως ενός Αρχιερέως από τον θρόνο του αντιμετωπίσθηκε στο παρελθόν από τους ιερούς Κανόνας της Εκκλησίας, που αποτελούν το κανονικό πλαίσιο διακυβερνήσεώς της, γι' αυτό μελέτησα το θέμα. Περίληψη όλου του προβλήματος από θεολογικής και εκκλησιολογικής πλευράς συναντά κανείς στον κανονολόγο Ματθαίο Βλάσταρη. Σχετικό υλικό βρίσκει στον 10ο Κανόνα του Πέτρου Αλεξανδρείας, στην επιστολή του αγίου Κυρίλλου στον Δόμνο, στην επιστολή της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου προς την Εκκλησία της Παμφυλίας και στον 16ο Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου. Συνεκτιμώντας κανείς τα κείμενα αυτά, με τις σχετικές ερμηνείες των Κανονολόγων, μπορεί να καταλήξη στα εξής βασικά σημεία:
1.Υπάρχει στενή σχέση του Επισκόπου-Μητροπολίτου με την Επισκοπή-Μητρόπολή του και δεν νοείται Επίσκοπος άνευ Επισκοπής. Οι ιεροί Κανόνες προϋποθέτουν για μεν τον Επίσκοπο συγκεκριμένο ποίμνιο, για δε τον Πρεσβύτερο θυσιαστήριο. Εκείνος δε που παραιτείται από το ποίμνιο της πόλεως στο οποίο «επεκηρύχθη», «πως επίσκοπος κληθήσεται του λοιπού, τίνας επισκοπών;». Έτσι, ο Επίσκοπος ποιμαίνει λαό και δεν νοείται να έχη τίτλο, χωρίς ποίμνιο: «Πως δε και ιεράρχης κληθήσεται ο κλήρον μη κεκτημένος υφ' εαυτού, μήτε μην άρχων ιερωμένων;».
2.Ο Μητροπολίτης είναι ισόβιος και δεν παραιτείται η δεν απομακρύνεται από τον θρόνο του, χωρίς καταδικαστική κανονική απόφαση. «Το παραιτείσθαι τους ιερουργούντας τας εαυτών Εκκλησίας ουκ αρέσκει θεσμοίς», διότι όσοι είναι άξιοι να λειτουργούν «ουδείς ποιείσθαι παραίτησιν». Εάν είναι ανάξιοι να λειτουργούν, τότε δεν απομακρύνονται δια της παραιτήσεως, «αλλ' εκ των αποδειχθέντων κατ' αυτών εγκλημάτων», διότι εάν κανείς δεν είναι άξιος να προΐσταται του θυσιαστηρίου, τότε «μηδέ επίσκοπον λέγεσθαι». Και, φυσικά, δεν εκλέγεται νέος Μητροπολίτης σε μια Μητρόπολη, ζώντος του προηγουμένου Μητροπολίτου, ο οποίος δεν έχει καταδικασθή κανονικώς. Δεν επιτρέπεται να καθίσταται Επίσκοπος στην Εκκλησία «ης έτι ο προεστώς ζη», εκτός και εάν «αυτός εκών την επισκοπήν παραιτήσεται».
3.Ο Επίσκοπος δέχεται την αρχιερωσύνη, αλλά συγχρόνως αναλαμβάνει και το επίμοχθο έργο της επισκοπικής διακονίας και δεν νοείται να αποποιήται την διακονία αυτή. Αυτό είναι «άγνωμον» και «ουκ αν είη δίκαιον». Θεωρείται δε «άνοια» το να μπορούν οι Αρχιερείς «τας μεν επισκοπάς παραιτείσθαι, την δε ιερωσύνην και αύθις παρακατέχειν». Μάλιστα χαρακτηρίζονται «αναίσθητοι» «οι ζητούντες την λειτουργίαν, ης εθελοντί εκπεπτώκασι». Διότι «το της επισκοπής όνομα, πράγματός εστι και ενεργείας δηλωτικόν, ο δ' αποσεισάμενος εκοντί την ενέργειαν, εκπέπτωκε δηλαδή και της κλήσεως».
4.Δικαιολογείται για διαφόρους λόγους, λόγω «νόσου χαλεπής» η πατριαρχικής διακονίας, να απέχη από την Επαρχία του και πέραν των έξι μηνών. Όταν όμως ένας Επίσκοπος παραμένη μακράν της Επισκοπής του «και υπέρ του εξαμηνιαίου χρόνου» χωρίς να υπάρχουν οι λόγοι που προαναφέρθησαν, τότε «της του επισκόπου τιμής τε και αξίας αλλοτριωθήσεται παντελώς». Επομένως, ο Κανόνας επιτρέπει στους Αρχιερείς και «πλέον του ενιαυτού αποδημείν, παρά βασιλέων η πατριαρχών κατεχομένοις η δια νόσον βαρείαν κωλυομένοις».
5.Επίσκοπος που παραιτείται της προεδρίας της Επισκοπής για το μοχθηρόν και επίπονον της επισκοπικής διακονίας και κρατά την ιερωσύνη, δηλαδή την «τιμήν» και το «σέβας», δεν μπορεί να δικαιολογηθή κανονικώς. Αυτό σημαίνει ότι παραίτηση Επισκόπου από τον θρόνο του γίνεται για κανονικούς λόγους, αλλά συνδέεται απαραιτήτως και με την εγκατάλειψη της Αρχιερωσύνης. Παραιτείται, δηλαδή, από τον θρόνο, λόγω κανονικών παραπτωμάτων, και συγχρόνως στερείται και της Αρχιερωσύνης. «Ου δεκτέον απλώς την παραίτησιν, ει μη ανάξιόν τις εαυτόν της ιερωσύνης ομολογήσει• τούτου δε αποδεδειγμένου, άμα τη παραιτήσει, και πάσης ιερατικής αξίας ο παραιτούμενος εκπεσείται». Εκείνος που παραιτείται του θρόνου, αλλά επιθυμεί να λειτουργή, το κάνει από κενοδοξία. «Το γαρ την λειτουργίαν δια κενοδοξίαν γίνεται».
6. Ο παραιτούμενος του αρχιερατικού θρόνου, χωρίς κανονικούς λόγους, επιτιμάται από την Σύνοδο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση του Ευσταθίου Παμφυλίας, ο οποίος όταν παραιτήθηκε «από μικροψυχίας και απραγμοσύνης» από την Επισκοπή του, η τοπική Σύνοδος του επέβαλε την έκπτωση και των δύο, και της Επισκοπής και της Ιερωσύνης. Αυτή ήταν αρχαία συνήθεια, διότι όσοι παραιτούνταν από τις Επισκοπές τους «πάντων εξέπιπτον, και ούτε αρχιερατικόν τι δίκαιον μετά την παραίτησιν είχον, ούτε επίσκοποι ωνομάζοντο». Έτσι, στην θέση του Ευσταθίου εξελέγη άλλος Επίσκοπος, διότι δεν ήταν δυνατόν να διατελούν «του Σωτήρος τα ποίμνια» «επιστάτου δίχα».
Όμως, ο Ευστάθιος προσήλθε στους Πατέρας που συγκροτούσαν την Γ΄Οικουμενική Σύνοδο κλαίγοντας και ζήτησε «τέως την του επισκόπου τιμήν και κλήσιν». Οι Πατέρες συνήλγησαν για την περίπτωση αυτή, πληροφορήθηκαν ότι παραιτήθηκε από αμέλεια και από επιπολαιότητα και αγάπη στην ησυχία και όχι από κάποιο κανονικό παράπτωμα, και απεφάσισαν κατ' οικονομίαν να έχη το όνομα της επισκοπής, την τιμή και την κοινωνία, αλλά να μη χειροτονή ούτε να ιερουργή με δική του αυθεντία, χωρίς την άδεια του οικείου Επισκόπου. Και η απόφαση αυτή «ου κανονικώς είρηται τοις αγίοις, αλλ' οικονομία χρησαμένοις και ασυνήθει συγκαταβάσει». Του έδωσαν την δυνατότητα να ιερουργή, κατά ασυνήθιστη συγκατάβαση.
7.Επειδή προβάλλεται η άποψη ότι επιτρέπεται η παραίτηση ενός Επισκόπου-Μητροπολίτου για λόγους υγείας, χωρίς να καθαιρήται της Αρχιερωσύνης του, διότι αυτό έχει καθιερωθή από την μετέπειτα επικρατήσασα παράδοση, πρέπει να σημειωθή μια κανονική αρχή, σύμφωνα με την οποία «μακρά συνήθεια άγραφος, ου κρατεί ένθα αγράφως νόμω η κανόνι εναντιούται».Επομένως, επιτρέπεται κανονικώς η παραίτηση του Επισκόπου-Μητροπολίτου από τον θρόνο του η μπορεί να δικαιολογηθή και η θέσπιση ορίου ηλικίας, με την απαραίτητη όμως προϋπόθεση ότι ο παραιτηθείς η εκδιωχθείς θα στερήται συγχρόνως κανονικώς και της Αρχιερωσύνης και δεν θα μπορή να ιερουργή και να ιεροπράττη.
Επειδή η κανονική αυτή ακρίβεια μπορεί να φανή αυστηρή, αν και είναι συνεπής με τους ιερούς Κανόνας, θα μπορούσε να εφαρμοσθή από την Διαρκή Ιερά Σύνοδο με διάκριση και σύνεση κατ' οικονομίαν η παράγραφος 2 του άρθρου 34 του Νόμου 590/1977 «Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος», που διαλαμβάνει: «Μητροπολίτης μη δυνάμενος να εκτελή τα καθήκοντα αυτού δια νόσον η γήρας δικαιούται να υποβάλη κανονικήν παραίτησιν.
Η παραίτησις υποβάλλεται εγγράφως εις την Δ.Ι.Σ. ήτις, αποδεχομένη την παραίτησιν, ανακοινεί ταύτην τω Υπουργείω Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων δια την έκδοσιν του σχετικού Προεδρικού Διατάγματος. Μητροπολίτης δύναται να παραιτηθή και δια πάντα άλλον σοβαρόν λόγον, περί του οποίου αποφαίνεται η Δ.Ι.Σ. δι' απολύτου πλειονοψηφίας των παρόντων μελών αυτής».Στην περίπτωση αυτή η Διαρκής Ιερά Σύνοδος αποφασίζει σχετικώς και ως προς το κατά πόσον θα του επιτραπή να ιερουργή.
Προσωπικά είμαι εναντίον κάθε αντικανονικής παρεμβάσεως στα εσωτερικά της Εκκλησίας, κάθε επιβολής ορίου ηλικίας και εξασκήσεως εκβιασμών εναντίον ηλικιωμένων Αρχιερέων, όπως και δεν συμφωνώ με ενέργειες κάθε Κληρικού που εισβαίνει απαράδεκτα και άκριτα στην κανονική δομή της Εκκλησίας και εν ονόματι του εκσυγχρονισμού την εκκοσμικεύει. Επίσης, δεν μπορώ να αποδεχθώ την συνθηματολογία σε τέτοια σοβαρά θεολογικά και εκκλησιαστικά ζητήματα.


http://voiotosp.blogspot.com