"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλιοκριτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλιοκριτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 22 Μαΐου 2010

Τό κατά Γιανναρᾶ εὐαγγέλιον...


Κριτική στό βιβλίο του: «᾿Ενάντια στή θρησκεία»
Πρεσβυτέρου Σταύρου Τρικαλιώτη, ἐφημερίου ῾Ιεροῦ ῾Αγ. Παρασκευῆς ᾿Αττικῆς.

 (Τό κείμενο πού ἀκολουθεῖ δημοσιεύθηκε στήν ἐφημερίδα «᾿Ορθόδοξος Τύπος» ἀπό 6-4-07  ἕως 4- 5-07)


῎Εκπληξη καί θλίψη ἔνιωσα καθώς διάβαζα τό τελευταῖο βιβλίο  τοῦ κ. Χρήστου Γιανναρᾶ «᾿Ενάντια στή θρησκεία» (ἐκδ. ῎Ικαρος, Δεκέμβριος 2006). ῾Ο κ. Χρῆστος Γιανναρᾶς (ἀπό ἐδῶ καί στό ἑξῆς κ. Γ.) εἶναι γνωστός ἀπό τό παρελθόν γιά τίς θέσεις του περί προγαμιαίων σχέσεων -θέσεις ἀντίθετες μέ τή διδασκαλία τῆς ᾿Εκκλησίας μας-, καθώς καί μέ τίς μειωτικές θέσεις του γιά τό πρόσωπο καί τό ἔργο τοῦ ἁγ. Νικοδήμου τοῦ ῾Αγιορείτου, θέσεις οἱ ὁποῖες ἔχουν ἀντικρουσθεῖ δημοσίως ἀπό ἔγκριτα πρόσωπα.
Στό ὡς ἄνω βιβλίο ὁ κ. Γ. θέτει ὑπό ἀμφισβήτηση τούς πάντες καί τά πάντα. Τά βάζει μέ τούς ῾Ιερούς Κανόνες τῆς ᾿Εκκλησίας μας, τήν ῾Ιερά της Παράδοση, τούς Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας καί τά πατερικά κείμενα, τούς ὀρθόδοξους κληρικούς, τήν ῾Αγία Γραφή, τό πλήρωμα τῆς ᾿Εκκλησίας γιά δῆθεν δαιμονοποίηση τῆς σεξουαλικότητας, ἀκόμα καί μέ τή Φιλοκαλία.
῾Ο κ. Γ. δέν διστάζει ἀκόμα νά ἐκφέρει καί θέσεις πού ἀγγίζουν τά ὅρια τῆς βλασφημίας. Βλέπει ὅτι τά ῾Ιερά Μυστήρια καταντοῦν  ἱεροπραξίες πού ἀντί γιά χάρη μεταδίδουν ἕνα εἶδος μαγικῆς ἐνέργειας(!). Στρέφεται κατά τοῦ ᾿Αειπαρθένου τῆς Θεοτόκου, ὁμιλεῖ ὑποτιμητικά γιά τή λαϊκή εὐσέβεια, τή θεολογική γλῶσσα τῆς ᾿Εκκλησίας. Χρησιμοποιεῖ τήν Ψυχολογία καί τούς ἐπιμέρους κλάδους της γιά νά καυτηριάσει διάφορα «θρησκευτικά ψυχοπαθολογικά φαινόμενα» καί ἄλλες «ἐξωφρενικές» θέσεις δίνοντάς τους «ἐπιστημονικό γιανναρικό μανδύα» (!)
῾Ο κ. Γ. κινεῖται στό διπολικό σχῆμα θρησκευτικότητα καί ἐκκλησιαστικό γεγονός τά ὁποῖα καί ἀντιδιαστέλλει. ῾Ορίζει ὡς θρησκευτικότητα «καταγωγικά ἔμφυτη ὁρμή, ἀνάγκη ἐνστικτώδη, γι᾿ αὐτό καί ἐξ ὁρισμοῦ ἀτομοκεντρική». ῾Η θρησκευτικότητα «ἀποτελεῖ γνώρισμα τῆς φύσης τοῦ ἀνθρώπου (χαρακτηρίζει τήν ἀνθρώπινη φύση καθόλου)»  καί «ὡς ἔκφανση τοῦ ἐνστίκτου τῆς αὐτοσυντήρησης, ἡ θρησκευτικότητα  ἀποβλέπει νά θωρακίσει τό ἄτομο ἀπέναντι στήν ἀνασφάλεια καί στίς φοβίες πού γεννάει ἡ ἄγνοια, στόν τρόμο καί στόν πανικό γιά τόν θάνατο. Θωρακίζει ἡ θρησκεία τό ἄτομο μέ μεταφυσικές  "πεποιθήσεις", μέ "ἠθικές" ἀρχές, , μέ σιγουριά γιά αἰώνια παράταση τῆς ὕπαρξής του. Τρέφει τό ὑπερεγώ, προσφέρει αὐτοπεποίθηση, ἡδονική αὐταρέσκεια, ἱεροποιημένο ναρκισσισμό». Καί καταλήγει: «Τό θρησκευτικό ἄτομο εἰδωλοποιεῖ τήν νοητική του ἱκανότητα, λατρεύει τίς δυνατότητες τῆς λογικής».
Στό ἀντίποδα τῆς θρησκευτικότητας βρίσκεται τό "ἐκκλησιαστικό γεγονός", «῾Η πρόσκληση "ἔρχου καὶ ἴδε" (᾿Ιω. α΄, 48). Δηλαδή ἕνα κάλεσμα νά μετάσχει ὁ ἄνθρωπος σέ συγκεκριμένες σχέσεις, σχέσεις κοινωνίας τῆς ζωῆς, σέ κοινό ἄθλημα  ἀτομικῆς τοῦ καθενός αὐθυπέρβασης καί αὐτοπροσφορᾶς. Μέ στόχο ἐκείνη τή γνώση πού προκύπτει ὅταν ἀγαπάει κανείς» (σ. 64). Σέ κάποιο ἄλλο σημεῖο θά ἀποφανθεῖ: «Γιά τόν μέτοχο τοῦ ἐκκλησιαστικού γεγονότος δέν ὑπάρχουν a priori ἀλήθειες, δοξασίες νοητικά ὑποχρεωτικές, δέν ὑπάρχουν προϋποθετικές ἀρχές (ἐπίσης νοητικά ἐπιβαλλόμενες), κωδικές μέθοδοι ἑρμηνείας, νομικά προκαθορισμένες διατάξεις συμπεριφορᾶς» (σ. 68).
῞Οπως καταλαβαίνουμε, μιά τέτοιου εἴδους "γιανναρική ἑρμηνεία" τοῦ ἐκκλησιαστικού γεγονότος ἀνοίγει τίς πύλες γιά τήν κατάργηση κάθε εἴδους φραγμῶν, εἴτε "δόγματα" εἶναι αὐτά, εἴτε "ἀποφάσεις Οἰκουμενικῶν Συνόδων", εἴτε "ἐντολές τῆς  "Αγίας Γραφῆς", εἴτε "πατερικές παρακαταθῆκες", εἴτε "ἐπιταγές τῆς ᾿Ιερᾶς Παραδόσεως". ῞Ολα αὐτά ἔχουν ἕνα χαρακτῆρα νομικισμοῦ, "θωρακίζουν τό ἐγώ μέ  βεβαιότητες" καί ὁδηγοῦν σέ "δογματική νοησιαρχία"  (σ. 99)(!) Κατά τον κ.Γ. εἶναι κάποιος "χριστιανός" ἐπειδή «μετέχει στό ἐκκλησιαστικό γεγονός ὡς μέλος συγκεκριμένου εὐχαριστιακοῦ σώματος» καί ὄχι «ἐπειδή ἀτομικά "πιστεύει" στά δόγματα τοῦ "Χριστιανισμοῦ" καί στίς ἠθικές ἐντολές του –οἱ "χριστιανικές ἀρχές" εἶναι ἀτομικές του πεποιθήσεις» (σ. 100). ῞Ολο τό βιβλίο τοῦ κ. Γ. οἰκοδομεῖται στό αὐθαίρετο σχῆμα θρησκευτικότητα-ἐκκλησιαστικό γεγονός, σχῆμα πού τοῦ δίνει τήν δυνατότητα νά ἐκφέρει ἕνα πρωτοφανές σύστημα ἰδεῶν, ἐντελῶς ξένων ἀπό τήν καινοδιαθηκική καί πατερική θεολογία καί ἀπό τή ζωή τῆς ᾿Εκκλησίας.
῾Ο κ. Γ. εἶναι κάτι μεταξύ θεολογοῦντος φιλοσόφου καί φιλοσοφοῦντος θεολόγου.  Χρησιμοποιεῖ ἕναν θελκτικό λόγο, σέ πολλά σημεῖα κρυπτογραφικό καί δίσημο καί  ἔχει καταφέρει γιά ἀρκετές δεκαετίες νά θαυμάζεται ἀπό πολλούς ἀνθρώπους πού ἀνήκουν σέ "ἐκκλησιαστικά περιβάλλοντα" ἀρεσκόμενα σέ τέτοιου εἴδους κουλτουριάρικες διατυπώσεις τοῦ "ἐκκλησιαστικού γεγονότος". Στόν κύκλο του ἀνήκουν νεωτερίζοντες κληρικοί, φιλοσοφοῦντες θεολόγοι, μορφωμένοι ἄνθρωποι μέ ὑπερβατικές ἀναζητήσεις καί "ἀνοικτό πνεῦμα", ἀκόμη  καί νέοι, πού δυστυχῶς ἐπηρεάζονται ἀπό τίς περί ἠθικῆς ἀπόψεις του. Στό κύκλο του δέν ἀνήκουν ἁπλοί ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ, πού εὐτυχῶς γι᾿  αὐτούς, δέν τόν καταλαβαίνουν.
Γιά νά ποῦμε καί τοῦ στραβοῦ τό δίκιο, κατά καιρούς ἔχει ἐκφράσει καί πολύ σωστές θέσεις-ὅπως π.χ. στό θέμα τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας-, πού ὅμως ἀκυρώνονται καί χάνονται μέσα ἀπό τίς ἀπαράδεκτες θέσεις πού ἐκφράζει στό συγγραφικό του ἔργο. Στή συνέχεια θά δοῦμε καί θά σχολιάσουμε ὁρισμένες  ἀπαράδεκτες θέσεις πού ἀναφέρονται στο βιβλίο του Κατά τῆς θρησκείας.
Οἱ ῾Ι. Κανόνες τῆς ᾿Εκκλησίας στό στόχαστρο.  ᾿Ενοχλεῖ τόν κ. Γ. ἡ "ραγδαία αὔξηση τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Κανόνων πού ἀναφέρονται σέ γενικές  περιπτώσεις ἀτομικῶν ἁμαρτημάτων» (σ. 114). Κατηγορεῖ τούς Κανόνες ὡς "ἄσχετους μέ τό εὐ-αγγέλιο τῆς ᾿Εκκλησίας, σχετικούς μᾶλλον μέ ἀκρότητες θρησκευτικοῦ πουριτανισμοῦ".
᾿Αφοῦ ἀναφερθεῖ εἰρωνικά σέ ὁρισμένους ἄσχετους κατ᾿ αὐτόν Κανόνες, κριτικάρει ἀφ᾿ ὑψηλοῦ τούς ῾Ιερούς Κανόνες καί ἀποφθέγγεται σαρκαστικά: «Βρίθουν οἱ Κανόνες ἀπό τίς πιό ἀπίθανες διαστροφές, ἐξιδιασμένες ἐπινοήσεις ἀσελγημάτων-ποικιλότροπα ἐφευρήματα κτηνοβασίας, αἱμομιξίας, ὁμοφυλοφιλίας, αὐνανισμοῦ. ᾿Επεκτείνονται καί σέ εὐρύτατο πεδίο κοινωνικῶν ἐγκλημάτων:τοκογλυφίας, ἐπιορκίας, τυμβωρυχίας, κλοπῆς. Θεσμοποιοῦν ἀπαιτήσεις ἄμεμπτης κοινωνικῆς διαγωγῆς, κυρίως τῶν κληρικῶν, ἀντικειμενοποιοῦν καί ἐκνομίζουν προϋποθέσεις ἐγκυρότητας μυστηρίων, ἰδιαίτερα τοῦ γάμου, ἐπιμένουν σέ λεπτομερῆ προγραμματισμό τῶν σεξουαλικῶν σχέσεων τῶν συζύγων» (σ. 115).
Μᾶς κάνει ἰδιαίτερη ἐντύπωση ὁ σκανδαλισμός του γιά θέματα σχετικά μέ τή σεξουαλικότητα, ὅπως θά φανεῖ καί παρακάτω, γεγονός πού ὑποδηλώνει ἄτομο μέ ἔντονα καταπιεσμένες τραυματικές ἐμπειρίες-ὅπως ὁ ἴδιος ἔχει γραπτῶς διακηρύξει-, τίς ὁποῖες δέν ξεπέρασε καί τίς βγάζει στά κείμενά του μέ μιά ἀπροκάλυπτη ἐπιθετικότητα. Σκανδαλίζεται ἐπίσης ὁ κ. Γ. μέ Κανόνες «πού ἀπαιτοῦν τήν ἀποχή ἀπό τή συζυγική σχέση πρίν καί μετά τή θεία κοινωνία. ᾿Αρνοῦνται τήν ἱερωσύνη σέ ὅποιον ὑπέστη στή παιδική του ἡλικία βιασμό. Τήν ἀρνοῦνται καί σέ ὅποιον εἶχε σχέση ἐρωτική  ἐξώγαμη, ἔστω κι ἄν ἔζησε μετάνοια πού τόν ὁδήγησε σέ χάρισμα θαυμάτων, ἀκόμα καί ἀνάστασης νεκρῶν» (σ. 116). ῾Ο χαρακτηρισμός μάλιστα ὁρισμένων κανόνων γιά «τόν παράλογα στυγνό ἠθικισμό τους» (σ. 211) μᾶς ἀφήνει ἄναυδους: πῶς μπορεῖ ἕνα,  ὑποτίθεται μέλος τῆς ὀρθόδοξης ᾿Εκκλησίας,  νά ἐκφράζει τόσο ἔντονα τόν ἀποτροπιασμό του γιά τούς ῾Ιερούς Κανόνες, πού ἡ ἴδια ἡ ᾿Εκκλησία θέσπισε κι ἔχουν οἰκουμενικό κῦρος;
Οἱ ῾Ιεροί Κανόνες «βοηθοῦν τόν ἄνθρωπο τῆς πτώσεως νά μένει σέ ἑνότητα καί ἁρμονική σχέση μέ τούς ἀδελφούς του στήν ᾿Εκκλησία, δέν τόν στεροῦν ἀπό τήν ἐλευθερία του, ἀλλά τόν βοηθοῦν νά τήν βιώσει. ῾Υποδεικνύουν στόν πιστό τά ὅρια τῆς ᾿Εκκλησίας, ἐκτός τῶν ὁποίων ὑπάρχει τό χάος. Ρυθμίζουν τίς  μεταξύ τῶν διαφόρων χαρισματούχων λειτουργῶν καί τάξεων αὐτῆς σχέσεις, ὥστε πάντες νά ἐργάζονται ἁρμονικά  διά τήν αὔξηση τοῦ ἑνός σώματος τοῦ Χριστοῦ» ( ᾿Αρχ. Γεωργ. Καψάνη, ῾Η ποιμαντική διακονία κατά τούς ῾Ιερούς Κανόνας, ἐκδ. ῎Αθως, Πειραιεύς 1976, σελ. 74, 75, σέ ἐλεύθερη ἀπόδοση). Τά διάφορα ἐπιτίμια ἔχουν θεραπευτικό χαρακτῆρα γιά τόν πληγωμένο ἀπό τήν ἁμαρτία ἄνθρωπο, ὅπως τά ὑποστηρίγματα πού τίθενται στά νεαρά φυτά γιά ἕνα χρονικό διάστημα, ὥσπου νά δέσει τό δένδρο καί νά μπορεῖ νά σταθεῖ ὄρθιο ἀπό μόνο του. ᾿Εναπόκειται στούς διακριτικούς πνευματικούς τό πῶς θά τά χρησιμοποιήσουν, λαμβάνοντας σέ κάθε περίπτωση ὑπ᾿ ὄψη τους τά ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά τῶν διαφόρων προσώπων (ἐξατομικευμένη ποιμαντική). ᾿Ακραῖες περιπτώσεις ἐλαχίστων ἀδιάκριτων πνευματικῶν δέν μπορεῖ νά λαμβάνονται ὡς κανόνας πού χαρακτηρίζει τό σύνολο.
᾿Αμφισβητεῖται ἡ ῾Ιερά Παράδοση. Ο κ. Γ. θεωρεῖ ὅτι ἡ ῾Ι. Παράδοση ἀντικειμενοποιεῖται «σάν δεύτερη (μαζί μέ τήν ῾Αγία Γραφή) πηγή "ἀλαθήτου" (σ. 90). Θεωρεῖ ὅτι «ἡ εἰδωλοποιήση τοῦ παρελθόντος ὁρίζει τή μόνη "ὀρθή δόξα", τήν ὀρθοδοξία. Οἱ γνήσιοι ᾿Ορθόδοξοι εἶναι ἀξιόμισθοι "ὑπερασπιστές", "φύλακες", "φρουροί" τῆς Παράδοσης». Καί καταλήγει: «῎Ετσι, ὅσο θρησκειοποιεῖται βαθμιαῖα τό ἐκκλησιαστικό γεγονός, ἐπιβάλλεται καί θεσμικά ἡ Παράδοση σάν πηγή τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας καί πίστης» (σ. 172). ῾Η προτροπή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «στήκετε καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις, ἃς ἐδιδάχθητε εἴτε διὰ λόγου εἴτε δι᾿ ἐπιστολῆς ἡμῶν» (Β΄ Θεσ. β΄, 15) μέ τήν ὁποία ἡ ῾Ι. Παράδοση χαρακτηρίζεται ὡς ἰσόκυρος καί ἰσοστάσιος πρός τήν ῾Αγ. Γραφή πηγή τῆς χριστιανικῆς πίστεως δέν φαίνεται νά συγκινεῖ τόν κ. Γ.
῾Ο Καθηγητής κ. Νικ. Μητσόπουλος θέτει τά πράγματα στή σωστή τους βάση: «῾Η ῾Ιερά παράδοσις ἑρμηνεύει καί συμπληρώνει τήν ῾Αγίαν Γραφήν. ῾Ο ἑρμηνευτικός χαρακτήρ τῆς ῾Ιερᾶς Παραδόσεως συνίσταται εἰς τήν ἐπεξήγησιν τῶν δυσχερῶν χωρίων τῆς ῾Αγίας Γραφῆς καί γενικῶς τήν προσφοράν εἰς τούς πιστούς-μέλη τῆς  ᾿Εκκλησίας τοῦ ἀναγκαίου φωτός πρός διακρίβωσιν καί κατανόησιν τοῦ περιεχομένου τῆς Ἁγίας Γραφῆς» (Θέματα ᾿Ορθοδόξου Δογματικῆς Θεολογίας, σελ. 30, Ἀθήνα 1984).
῾Ο κ. Γ. χαρακτηρίζει -ὅπως καί ἄλλοι- τήν ἀγάπη καί ἐμμονή τῶν πιστῶν στήν παράδοση ὡς φονταμενταλισμό, προσδίδοντας μειωτικούς χαρακτηρισμούς σέ κληρικούς καί λαϊκούς. ᾿Επιτέλους, μέσα στήν ᾿Εκκλησία μας δέν κάνουμε ὅ, τι μᾶς κατέβη. ῾Υπάρχουν ὅρια τά ὁποῖα ἔθεσαν οἱ Πατέρες μας, ὅρια σεβαστά καί ἀπαρασάλευτα. ῾Η περίεργη ἐμμονή μερικῶν στόν ἀρχέγονο χριστιανισμό καί ἡ παράλληλη ἀκύρωση τῆς πατερικῆς παραδόσεως θυμίζει Προτεσταντισμό. Γιά ἐμᾶς πρότυπα βίου καί διδαχῆς εἶναι οἱ θεοφόροι Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας μας, ὄχι οἱ «οἱ μεγάλοι ἐπιστήμονες τοῦ προτεσταντικοῦ χώρου» (!) τούς ὁποίους ἐκθειάζει ὁ κ. Γ. (σ. 137). Σύμφωνα μέ τόν πατρολόγο καθηγητή κ. Στυλ. Παπαδόπουλο: «Οἱ Πατέρες δημιούργησαν ὡς ἐμπνευσμένοι διαμορφωτές τή θεολογία, τό φρόνημα καί τό ἦθος τῆς ᾿Εκκλησίας καί τοῦ Χριστιανισμοῦ» (Πατρολογία Α, σελ. 69, ἔκδ. Β΄, ᾿Αθήνα 1982).
Οἱ Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας βρίσκονται διαρκῶς στό στόχαστρο τοῦ κ. Γ. :  «Τό "κριτήριον ἀληθείας" εἶναι ἀντικειμενοποιημένο: εἶναι τά κείμενα τῶν Πατέρων, κάθε παραμικρή φράση  ἀπό αὐτά τά κείμενα, ἔστω καί ἀποσπασμένη ἀπό τό νοηματικό της πλαίσιο. Εἶναι τό λειτουργικό τυπικό ἀκριβῶς ὅπως τό συγκρότησαν οἱ Πατέρες. Εἶναι οἱ Κανόνες πού συνέταξαν οἱ Πατέρες....» (σ. 267). Παντοῦ χύνεται τό δηλητήριο, ἡ ρετσινιά, ἡ ἀμφισβήτηση. Σάν τήν σουπιά πού χύνει τό μελάνι καί θολώνει τό νερό. ῞Ολα μιά θολούρα, ἕνα μπέρδεμα. ῎Αρα τό μόνο κριτήριο ἀληθείας πού ἀπομένει -ἀφοῦ ἔχουμε γκρεμίσει ὅλα τά ἄλλα- εἶναι τό κριτήριο τοῦ κ. Γ.
Τά πατερικά κείμενα ἔχουν γιά μᾶς μεγίστη ἀξία καί δέν τά ἀπομονώνουμε ἀπό τούς δημιουργούς τους, τούς Πατέρες καί Διδασκάλους τῆς ᾿Εκκλησίας μας. ᾿Εν προκειμένω εἶναι πολύ διαφωτιστικά καί ὅσα μᾶς λέγει ὁ καθηγητής κ. Στυλ. Παπαδόπουλος: «Πατήρ καί Διδάσκαλος τῆς ᾿Εκκλησίας εἶναι ὁ φορέας τῆς Παραδόσεως καί τοῦ ἤθους τῆς ᾿Εκκλησίας, πού ἐξ ἀφορμῆς μεγάλης θεολογικῆς κρίσεως φωτίζεται ἀπό τό ἅγιο Πνεῦμα καί ἐκφράζει θεολογικά εὐρύτερη ἐμπειρία τῆς ἀληθείας, μέ ἀποτέλεσμα νά συμβάλει ἀποφασιστικά στήν ἀντιμετώπιση τῆς κρίσεως, ἡ ὁποία ἀφορᾶ στήν ἀλήθεια καί ἄρα στή σωτηρία» (ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 77).
᾿Αντικληρικό πνεῦμα. ᾿Από τήν "κρισάρα" τοῦ κ. Γ. περνοῦν ὅλοι οἱ κληρικοί, ἐπίσκοποι καί πρεσβύτεροι, πνευματικοί καί μοναχοί. Οἱ ἐπίσκοποι στήν πρώτη γραμμή: «῾Η  "ἀρχιερατική" συμπεριφορά τοῦ ἐπισκόπου διαστρέφει τήν εὐχαριστιακή πραγματικότητα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ γεγονότος σέ θρησκευτικό θέαμα καί ἀκρόαμα, συναισθηματικά καταναλώσιμη ἀτομική ἱκανοποίηση  ἄσχετη μέ τήν ἀλλαγή τοῦ τρόπου τῆς ὑπάρξεως» (σ. 166).  Πάλι τό ἴδιο μοτίβο. ᾿Απολυτοποιοῦνται μεμονωμένα παραδείγματα καί τακτικές καί κατηγοροῦνται συλλήβδην ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι. ῾Ορισμένες φορές φτάνει σέ ἐξωφρενικές παρερμηνεῖες: (ὁ ἐπίσκοπος) «πολυχρονίζεται κατά κόρον ἀπό τούς χορούς τῶν ψαλτῶν (μέ τήν αὐτοκρατορική ἐπευφημία: "εἰς πολλὰ ἔτη δέσποτα") καί θυμιάζεται ὡς εἰδωλικό ξόανο ἀπό τούς διακόνους» (σ. 164, 165). ῞Οπως ξέρουμε, ὁ ἐπίσκοπος εἶναι "εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ", ἑπομένως,  κάθε τιμή πού ἀποδίδεται εἰς αὐτόν δέν ἀναφέρεται στό συγκεκριμένο  πρόσωπο, ἀλλά "ἐπί τό πρωτότυπον διαβαίνει", δηλαδή στόν Δεσπότη Χριστό. ῎Αρα ἡ ἔκφραση "εἰδωλικό ξόανο" εἶναι, τό λιγότερο, πού μποροῦμε νά ποῦμε,  ἀτυχής .
Τόν ἐνοχλοῦν οἱ βαρύτιμες στολές τῶν ἀρχιερέων πού μοιάζουν μέ αὐτές «βυζαντινῶν αὐτοκρατόρων ἤ μεσαιωνικῶν βασιλέων». Παρατηρεῖ (στούς ἐπισκόπους): «χρυσά σκῆπτρα, πεποικιλμένες μέ πολύτιμους λίθους μῆτρες καί τιάρες, χρυσοσμάλτινα ἐγκόλπια καί ἐπίστήθιους σταυρούς, ἡγεμονικούς μανδύες μέ μακρά σερνάμενη οὐραία κατάληξη, μεταβάλλουν τούς λειτουργούς σέ ἐξωπραγματικές φιγοῦρες ἄλλοτε πανσθενῶν ἡγεμόνων...» (σ.136). ῾Η περιγραφή γαργαλιστική. ῾Ο στόχος στά ἐξωτερικά σχήματα. Προσωπικά, λίγο μέ ἀπασχολεῖ ἡ μακριά οὐρά τοῦ ἀρχιερατικοῦ μανδύα. ᾿Εκεῖνο πού ἀπαιτῶ καί περιμένω  ἀπό τόν κάθε ἐπίσκοπο εἶναι νά ὀρθοτομεῖ τόν λόγο τῆς ἀληθείας, νά μήν κάνει ἐκπτώσεις στήν ὀρθόδοξη πίστη,  νά μήν συμπλέει μέ τούς ἰσχυρούς τῆς γῆς, νά εἶναι στό πλευρό τῶν ἀδικημένων, νά μήν κάνει ἐπιλεκτική κριτική τῶν κακῶς κειμένων, νά εἶναι ταπεινός ἐσωτερικά.
῎Ας μήν μᾶς διαφεύγει ὅτι οἱ ἐπίσκοποί μας, ὅπως μᾶς διδάσκει ὁ ἱερός Χρυσόστομος,  βρίσκονται στήν πρώτη γραμμή τῆς μάχης καί φροντίζουν γιά τίς ὑποθέσεις ὅλων μας. «῾Ο διάβολος ἐξοπλίζεται ἐναντίον τους σφοδρότερα. Γιατί καί στούς πολέμους πρίν ἀπ᾿ ὅλους τούς ἄλλους ἐπιχειρεῖ ὁ ἐχθρός νά καταβάλει τόν στρατηγό» (Ε.Π.Ε. 23, 80).  ῞Ολοι θυμόμαστε τούς τηλεοπτικούς εἰσαγγελεῖς, πού πρίν λίγο καιρό ἔβαλαν κατά τῶν ἐπισκόπων μέ δῆθεν σκοπό τους τήν κάθαρση. Ἡ ζημιά πού προξένησαν στίς ψυχές τῶν πιστῶν ἦταν τεράστια, ὅπως ὅλοι μας τό ἔχουμε διαπιστώσει. Οἱ δημοσιογράφοι συνειδητά ἤ ἀσυνείδητα χτύπησαν ὄχι τά πρόσωπα, ἀλλά τόν θεσμό. ῾Επομένως, ὁποιαδήποτε  κριτική πού δέν τήν χαρακτηρίζει ἡ ἀγωνία καί ὁ πόνος γιά τήν ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ, καταντᾶ ἐπιζήμια καί δίνει εὔκολη τροφή στά στόματα τῶν πάσης φύσεως αἱρετικῶν πού καραδοκοῦν. 
Τόν ἐνοχλεῖ τόν κ. Γ. καί ἡ ἐξωτερική περιβολή τοῦ κληρικοῦ, ἡ "ἄθικτη τριχοφυΐα", "τό περσικό ἀντερί", "ὁ φαρδομάνικος τουρκικός τσουμπές", πού τά βλέπει νά «λειτουργοῦν ὡς στολή ἐξουσιαστικοῦ λειτουργήματος», ὅτι ἔχουν χάσει τόν ἀρχετυπικό τους συμβολισμό τῆς ἀφιέρωσης καί ἀποτελοῦν συντήρηση ἑνός νεκροῦ τύπου «πού καλύπτει ἀνάγκες ἄλλες, ψυχολογικές, ὁρμέμφυτες» (σ. 180, 181). ᾿Ακολουθεῖ προφανῶς ὁ κ. Γ. τή γραμμή νεωτεριστῶν κληρικῶν, πού θά ἤθελαν τόν κληρικό "γαμπρό εὐρωπαϊκοῦ τύπου", πού θά παντρεύεται γιά δεύτερη φορά, ἄν χηρέψει ἤ πάρει διαζύγιο, μέ ὅλα "τά ἀξεσουάρ" ἑνός ὑποψήφιου γαμπροῦ.
Τό δογματικό ὑπόβαθρο μᾶς τό παρέχει ὁ κ. Γ. : «Ἡ ἀπαγόρευση δευτέρου γάμου σέ κληρικούς πού χήρεψαν ἀποτελεῖ προκλητικό δεῖγμα δαιμονοποίησης τῆς σεξουαλικότητας μέσα στίς "ὀρθόδοξες" ἐκκλησίες». (σ. 201, 202). Τήν πλέον ἀποστομωτική  ἀπάντηση στόν κ. Γ. τήν δίνει ὁ ᾿Αρχ. π. Σαράντης Σαράντος, τόσο μέ τήν ἀρθρογραφία του ἐπί τοῦ θέματος,  ὅσο καί μέ τή μαρτυρική ζωή του. 
῞Οσον ἀφορᾶ στό θέμα τῆς ἐνδυμασίας τῶν κληρικῶν, θέμα πού κατά καιρούς ἀνακινοῦν ὁρισμένοι "γνωστοί ἄγνωστοι",  οἱ ὁποῖοι  θέλουν μέ τό στανιό νά μᾶς ἀπογυμνώσουν ἀπό τό ὀρθόδοξο μαρτυρικό  ράσο μας, θά ἤθελα νά ὑπενθυμίσω στόν κ. Γ. τά λόγια τοῦ ἁγ. Νεκταρίου στόν νεαρό τότε ῎Αγγελο Νησιώτη, ὅταν προσῆλθε νά φοιτήσει στήν Ριζάρειο Σχολή: «Σέ ἐξορκίζω εἰς τόν Ριζάρην, τά ράσα πού θά φορέσῃς ἐδῶ, δέν θά τά βγάλῃς  εἰς ὅλην σου τήν ζωήν».  ᾿Ακόμα καί ὁ Φώτης Κόντογλου, πού τόν ἀναφέρει ὁ κ. Γ. μέ θαυμασμό στό βιβλίο του, εἶχε γράψει χαρακτηριστικά: ῾Οπότε τυχαίνει νά συναπαντήσω κανένα παπᾶ...στέκουμαι καί τόν θαυμάζω γιά τή μεγαλοπρέπειά του, γιά τό ἐπιβάλλον καί μαζί γιά τή σεμνότητα πού ἔχει ἡ ὄψη του, καί γιά τήν ἐμπιστοσύνη πού δίνει τό παρουσιαστικό καί ἡ ἀμφίεσή του. ῾Ιερό πρόσωπο!... Ἄς ρωτήσουνε τούς ξενητεμένους ῞Ελληνες τί χαρά καί τί κατάνυξη νιώθουνε ὅταν ἀντικρύσουν, στίς χῶρες πού ζοῦν, κάποιο ἱερέα μας μέ γένεια καί  μέ ράσο». ᾿Από προσωπική μου ἐμπειρία θά ἤθελα νά ἀναφέρω τόν θαυμασμό πού δείχνουν τά μικρά παιδιά ὅταν ἀντικρύσουν κάποιον ἱερέα μέ γένεια, ράσο καί καλυμαύχι: «Μαμά, ὁ Χριστούλης», ἀναφωνοῦν μέ τήν παιδική τους ἁπλότητα. "᾿Εκ στόματος νηπίων" διδασκόμαστε τόν ἀναγωγικό χαρακτῆρα τῶν συμβόλων: ὁ ἱερέας μέ τήν ὅλη του περιβολή καί διαγωγή ἀνάγει τούς πιστούς ἐπί τό πρωτότυπον, τόν ἴδιο τόν Χριστό.
Γι΄ αὐτό καί  δέκα ὀκτώ πρεσβυτέρες, ἀποφασισμένες γιά ὅλα, δηλώνουν ἐπιγραμματικά: «᾿Εμεῖς, συστοιχοῦσες στούς ἱερεῖς συζύγους μας, ἐπ᾿ οὐδενί θά θέλαμε νά ἀφαιρέσουν ἔστω καί ἕνα ἀπό ὅσα συναποτελοῦν τήν ἱερατική τους ἀμφίεση, ἀκόμη κι ἄν ὑποστοῦμε διώξεις καί ταλαιπωρίες» ( Γιά περισσότερα δές: «Τό ράσο τοῦ ἱερέως καί ἡ σημασία του», κείμενο ὑπογεγραμμένο ἀπό δέκα ὀκτώ πρεσβυτέρες,  Περ. Θεοδρομία, ᾿Ιανουάριος- Σεπτέμβριος 2002, τεύχη 1-3,  σελ. -308-313). 
Τόν ἐνοχλεῖ τόν κ. Γ. πού  ὁρισμένοι «εἰδωλοποιοῦν» -πάντα κατ᾿  αὐτόν-τήν  Παράδοση, πού βασανίζονται (κλῆρος καί λαός) ἀπό τήν ἐμμονή τους σέ λεπτομέρειες, πού σέ "ὀρθόδοξα περιβάλλοντα" οἱ λεπτομέρειες αὐτές «λειτουργοῦν ὡς κανονιστική ἀπαίτηση "γνησιότητας", ἀφορμή γιά τήν ἄσκηση ἐλέγχου ἤ τρομοκρατίας τῶν πολλῶν ἀπό κάποιους σαβοναρολικούς ὑπερασπιστές τῆς "παράδοσης"» (σ. 180). Δέν ξέρω ποιούς ὑπονοεῖ μέ αὐτούς τούς κολακευτικούς χαρακτηρισμούς ὁ κ.  Γ., ἀλλά μοῦ κάνει ἐντύπωση πῶς αὐτός ὁ ὑπερασπιστής τῆς σκέψεως καί τοῦ κριτικοῦ λόγου, δέν ἀναγνωρίζει τό δικαίωμα ἔκφρασης καί ἀσκήσεως ἐλέγχου σέ μιά δημοκρατική ᾿Εκκλησία, ὅπως εἶναι ἡ ᾿Ορθόδοξη. Εὐτυχῶς, ἡ στυγνή ἀπολυταρχία χαρακτηρίζει ἄλλα θρησκευτικά περιβάλλοντα, ὄχι ὅμως καί τόν ὀρθόδοξο χῶρο.
῞Οσο γιά αὐτό τό :"τρομοκρατία τῶν πολλῶν" μοῦ θυμίζει ὁρολογία ἀπό τόν χῶρο τῆς πολιτικῆς καί καλό θά ἦταν νά μᾶς πεῖ ποιοί τρομοκρατοῦν καί  ποιούς. ῎Αν ἐννοεῖ ὅτι ὁποιοσδήποτε μπορεῖ νά λέει ὁτιδήποτε,  χωρίς  δημόσιο ἔλεγχο,  τότε θά πρέπει νά ἀλλάξει τόν τίτλο τῆς ραδιοφωνικῆς ἐκπομπῆς του ἀπό: «᾿Ασκήσεις κριτικῆς σκέψης» σέ: «᾿Ασκήσεις ἐλεγχόμενης σκέψης».
᾿Εμμονή στή σεξουαλικότητα. Τό θέμα "σεξουαλικότητα"  καλύπτει ἕνα μεγάλο μέρος τοῦ βιβλίου τοῦ κ. Γ. Τό ἀνάγει σέ θέμα ὕψιστης σημασίας. Μᾶς ὁμιλεῖ γιά «γενιές ὁλόκληρες παγιδευμένες ἀθέλητα στόν βασανισμό τοῦ νομικισμοῦ, , στήν ἀναπηρία τοῦ ἀνέραστου βίου», γιά «γενιές πού ταύτισαν τόν ἔρωτα μέ τόν τρόμο τῆς ἁμαρτίας, τήν ἀρετή μέ τήν ἀπέχθεια γιά τό ἴδιο τους τό σῶμα,...» (σ. 117, 118). ᾿Αφιερώνει ὁλόκληρο κεφάλαιο μέ τίτλο: "Δαιμονοποίηση τῆς σεξουαλικότητας". Κάνει στατιστικές καί οἱ μετρήσεις του δείχνουν: «μεγάλο ἀριθμό ἐγγάμων ὀρθόδόξων Χριστιανῶν πού, ἐνῶ θέλουν καί ἀγωνίζονται νά ζήσουν μέ τόν τρόπο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἄθλησης, βασανίζονται σαδιστικά καί ἀπάνθρωπα ἀπό "ποιμένες" ἐξομολόγους συνεπεῖς στή δαιμονοποιήση τῆς σεξουαλικότητας» (σ. 197, 198). Στή συνέχεια,  μᾶς λέει ὅτι αὐτοί οἱ ποιμένες-ἐξομολόγοι, πού φορτώνουν ἐκβιαστικά τόν ψυχισμό τῶν ἐξομολογουμένων μέ "τρομακτικές ἐνοχές",  ἐπιδίδονται σέ ἐρωτήσεις τοῦ τύπου: «Πόσα χρόνια διαρκεῖ ὁ γάμος σας καί πόσα παιδιά ἔχει ἀποφέρει» (!). Καί καταλήγει: «οἱ "ἔνοχοι" ἀποκλείονται ἀπό τήν ἐκκλησιαστική μετοχή στό ἐκκλησιαστικό σῶμα» (σ. 198). Φαίνεται ὅτι ὁ κ. Γ. διαθέτει ἐκπληκτικές ἱκανότητες ἐκκλησιαστικοῦ ντεντέκτιβ, πού παρακολουθεῖ καί καταγράφει τίς "ἀπόρρητες ἐξομολογήσεις" μεγάλου ἀριθμοῦ ἐγγάμων ὀρθοδόξων χριστιανῶν. Δηλαδή ἔχουμε νά κάνουμε μέ ἕναν σύγχρονο Καλβίνο,  πού ἐνδιαφέρεται γιά τήν ἀπενεχοποίηση μεγάλου ἀριθμοῦ ἐγγάμων ἀπό "σεξουαλικές δαιμονοποιήσεις".
῾Η σεξουαλικότητα πού τόσο "ἀπολυτοποεῖ" ὁ κ. Γ. εἶναι φαινόμενο, σύμφωνα μέ τόν ἱερό Χρυσόστομο, μεταπτωτικό. «῾Ο ᾿Αδάμ καί ἡ Εὔα, ἐάν ἀπό τή ἀρχή ὑπήκουον, ἐάν ἔδειχναν ἐγκράτεια διά τήν ἡδονήν τοῦ ξύλου, δέν θά ἀδυνατοῦσε ὁ Θεός νά εὕρῃ ὁδόν διά τῆς ὁποίας θά ηὔξανε τό ἀνθρώπινον γένος» (Ε.Π.Ε. 29, 494-495). Δέν θά ἀναφερθοῦμε ἄλλο στίς περί "σεξουαλικότητας" θεωρίες τού κ. Γ. γιατί τό θέμα ἀγγίζει τά ὅρια τοῦ κωμικοῦ.
᾿Αμφισβητεῖ ἀκόμα καί τήν θεοπνευστία τῆς ῾Αγίας Γραφῆς. Γράφει σχετικά: «(Τό ἄτομο πού θρησκειοποεῖ τό ἐκκλησιαστικό γεγονός) ἐπινοεῖ μιά ἀντικειμενικά ἀλάθητη πηγή, τῆς ἀλήθειας, δηλαδή τῆς ἐγκυρότητας τῶν διατυπώσεων: ῾Η ἐγκυρότητα ἀντικειμενοποιεῖται στήν "πηγή", δηλαδή σέ συγκεκριμένο εἴδωλο, σέ ἱερό ταμπού ,  ὅπως σέ ὅλες τίς πρωτόγονες θρησκεῖες. "Πηγή" τῆς ἀλήθειας ἀναδείχνεται ἕνα γραπτό κείμενο, ἡ ῾Αγία Γραφή: Παλαιά καί Καινή Διαθήκη. ῾Η ἐγκυρότητά της θεωρεῖται ἀναμφισβήτητη (πρόκειται γιά "ἀλάθητο" κείμενο), ἐπειδή συντάχθηκε μέ ὅρους θεοπνευστίας. (σ. 87, 88). Τί νά ποῦμε; Μένουμε ἄναυδοι σέ μιά τέτοια ἀντορθόδοξη θεώρηση. ῾Απλῶς ὑπενθυμίζουμε τά αὐτονόητα. ῾Η ἴδια ἡ ῾Αγία Γραφή μᾶς  διδάσκει τήν θεοπνευστία ὡς οὐσιαστικό γνώρισμά της μέ δύο κλασικά χωρία: α) «Πᾶσα γραφὴ θεόπνευστος καὶ ὠφέλιμος πρὸς διδασκαλίαν... (Β΄ Τιμ. γ΄, 16)  &  β) «Οὐ γὰρ θελήματι  ἀνθρώπου ἠνήχθη ποτε προφητεία, ἀλλ᾿ ὑπὸ Πνεύματος ἁγίου φερόμενοι ἐλάλησαν ἅγιοι ἀπὸ Θεοῦ ἄνθρωποι» (Β΄ Πέτρ.  α΄, 21).
῾Ο ἀείμνηστος καινοδιαθηκολόγος καθηγητής ᾿Ιω. Παναγόπουλος, ὁ ὁποῖος διακρινόταν γιά τή σοβαρότητα, τό ἦθος καί τήν ἐπιστημονική του κατάρτιση,  μᾶς λέει χαρακτηριστικά: «῾Ο ὅρος θεοπνευστία διακρίνει συνεπῶς ριζικά τήν ῾Αγία Γραφή ἀπό κάθε ἄλλο γραπτό κείμενο τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας». ῾Ο ἴδιος μᾶς ὁριοθετεῖ τήν πατερική παράδοση ἐπί τοῦ θέματος: «Κατά κανόνα τόν θεῖο λόγο τῶν ἱ. συγγραφέων τόν ἀποδίδουν (οἱ Πατέρες) στήν ἔλλαμψη ἤ τήν "ἁφή" τοῦ ἁγ. Πνεύματος, τό ὁποῖο ἐπιδημεῖ σ᾿ αὐτούς, στό βαθμό πού ἦταν γι᾿ αὐτούς χρήσιμο, καθιστᾶ τόν νοῦ τους διορατικώτερο καθώς ἐπίσης τήν ψυχή καί τό σῶμα τους λαμπρότερα. ῾Η θεοπνευστία δηλ.  δέν ἀφορᾶ μόνο τήν νοητική λειτουργία τοῦ ἱεροῦ συγγραφέα, ἀλλά ὁλόκληρη τήν ὕπαρξή του. Εἶναι γεγονός "ἐπισκοπῆς Θεοῦ", χριστοφάνειας ἤ ἐπιδημίας τοῦ Πνεύματος, ἡ ὁποία ἀνυψώνει  τίς ἀνθρώπινες βιολογικές λειτουργίες σέ ἀνώτερο ἐπίπεδο καί ἁγιάζει ὁλόκληρο τόν ἄνθρωπο. Συνεπῶς ἡ θεοπνευστία δέν εἶναι πρόσκαιρη κατάσταση, ἀλλά μόνιμη, ζωτική σχέση μέ τόν προσωπικό τριαδικό Θεό» (Εἰσαγωγή στήν Καινή Διαθήκη,  σελ. 440, 441, ᾿Αθήνα 1995). 
Δέν τήν γλιτώνει οὔτε ἡ Φιλοκαλία τῶν ῾Ιερῶν Νηπτικῶν Πατέρων. Θεωρεῖ ὁ κ. Γ. ὅτι τά κείμενα  τῆς  Φιλοκαλίας «ἀνταποκρίνονται στόν θρησκευτικό ἀτομοκεντρισμό τοῦ ᾿Ορθοδοξισμοῦ». Βρίσκει ὅτι ἡ ἄνθολόγηση τῶν κειμένων αὐτῶν στόχευε σέ μιά ἀτομοκεντρική προοπτική. Σέ ἄλλο σημεῖο φτάνει στή "φωτισμένη" διαπίστωση: «῾Η μετοχή στό ἐκκλησιαστικό γεγονός (στό εὐχαριστιακό σῶμα πού πραγματοποιεῖ δυναμικά τόν Τριαδικό τρόπο τῆς ὑπάρξεως)  ἀγνοεῖται ἐντελῶς στίς σελίδες τῆς Φιλοκαλίας-δέν ὑπάρχει οὔτε ὑπαινιγμός ὅτι εἶναι αὐτή ἡ μετοχή πού συνιστᾶ τήν εὐαγγελική σωτηρία». Προχωρεῖ μάλιστα καί σέ τολμηρότερες διαπιστώσεις: «῾Ο στόχος-τρόπος τῆς φιλοκαλικῆς θεωρίας καί πρακτικῆς ἐμφανίζεται καθαρά ἀτομοκεντρικός: «῎Αν ὁ νοῦς κατέλθει στήν καρδία, μέ τήν ἐπίμονη ἀτομική  (ψυχοσωματική) γυμναστική τῆς ἄσκησης, ὁ ἄνθρωπος ἔχει σωθεῖ-δέν χρειάζεται τίποτε ἄλλο» (σ. 299, 300). ῾Η ἄσκηση στήν ὀρθόδοξη παράδοση δέν εἶναι αὐτοσκοπός. Κέντρο καί σκοπός  ὅλων τῶν ἐνεργειῶν τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ κοινωνία μετά τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ἡ εἴσοδος τοῦ ἀνθρώπου εἰς τήν Εὐλογημένη Βασιλεία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος.
῾Η εἴσοδος ὅμως αὐτή δέν γίνεται ἄνευ κόπου καί ἔντονης προσπάθειας. ῾Ο Κύριός μας μᾶς τό ἔχει πεῖ: «῾Η βασιλεία τοῦ Θεοῦ βιάζεται καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν»  (ἀπόδοση ὑπό Παν Τρεμπέλα: κερδίζεται διά τῆς βίας καί ἐκεῖνοι πού μεταχειρίζονται σπουδήν καί βίαν ἐπί τοῦ ἑαυτοῦ των  τήν ἁρπάζουν γρήγορα...) (Ματθ. ια΄, 12). ῾Επομένως,  καί ἡ κατ᾿ ἰδίαν προσευχή καί ἡ νηστεία, ἡ συγχώρηση τῶν ἀδελφῶν μας καί ἡ ἀμνησικακία καθώς  καί ἡ σωματική ἄσκηση ἀποβλέπουν σ᾿ αὐτήν τήν "βία", πού ἀφορᾶ, ὅπως καί νά τό κάνουμε, στόν καθένα ἄνθρωπο χωριστά, δίχως κατ᾿ ἀνάγκη αὐτό νά δηλώνει ἀτομοκεντρισμό.
῾Η συμμετοχή τοῦ σώματος δέν ἀποτελεῖ "γυμναστική τῆς ἄσκησης", ὅπως ἀφ᾿ ὑψηλοῦ τήν κριτικάρει ὁ  κ. Γ. Οἱ μετάνοιες π.χ. κρύβουν ἕνα βαθύτερο νόημα. Λέγονται μέ ταυτόχρονη ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, ὅπως μᾶς διδάσκει ὁ ὅσιος Θεόληπτος Φιλαδελφείας στή Φιλοκαλία: «Κλίσεις γονάτων μὴ παραιτοῦ· ἐκ μὲν γὰρ τοῦ  γόνυ κλίνειν ἡ πτῶσις τῆς ἁμαρτίας εἰκονίζεται, ἔμφασιν ἐξαγορεύσεως παρεχομένη· (=καί γίνεται ἕνα εἶδος ἐξομολογήσεως) ἐκ δὲ τοῦ ἀνίστασθαι ἡ μετάνοια ὑποσημαίνεται, (=ἐνῶ μέ τήν ἀνόρθωση ὑποδηλώνεται ἡ μετάνοια), ἐπαγγελίαν βίου τοῦ κατ᾿ ἀρετὴν αἰνιττομένη· (=καί συμβολίζεται ἡ ὑπόσχεση γιά ἐνάρετο βίο) ἑκάστη δὲ γονυκλισία τελείσθω μετὰ τῆς νοερᾶς τοῦ Χριστοῦ ἐπικλήσεως· ἵνα ψυχῇ καί σώματι προσπίπτων τῷ Κυρίῳ, τὸν τῶν ψυχῶν καὶ σωμάτων Θεόν εὐδιάλλακτον ἀπεργάσῃ» (Φιλοκαλία, τ. Δ΄, σ. 11, ἔκδ. ᾿Αστέρος).
῾Ο μακαριστός Γέροντας Σωφρόνιος, ὁ σύγχρονος αὐτός ἱερός πατήρ, - ὁ ὁποῖος μᾶς ἄφησε ἐκπληκτικές ἐμπειρίες, ἀπόρροια τῆς συμμετοχῆς του  στό "εὐχαριστιακό γεγονός"- συνδέει τήν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ -τήν ἀτομοκεντρικοῦ χαρακτῆρος κατά τόν κ. Γ. -  μετά τῆς Θείας Λειτουργίας σέ μιά ἀδιάρρηκτη σχέση: «᾿Ενθυμοῦμαι ὅτι ἡ ἐπίκλησις τοῦ Ὀνόματος τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ συνωδεύετο μετά τῆς ἀοράτου ἐλεύσεως Αὐτοῦ τοῦ ᾿Ιδίου· ἀπό τῆς στιγμῆς δέ ἐκείνης τό θαυμαστόν τοῦτο ῎Ονομα, ἀλλά καί τά ἄλλα ὀνόματα τοῦ Θεοῦ, ἔτι πλεῖον ἤ πρότερον ἀπέβησαν δι᾿ ἐμέ ἀγωγοί ἑνώσεως μετ᾿ Αὐτοῦ. Κατ᾿ ἐκεῖνον τόν καιρόν ἤμην ἤδη ἱερεύς. ῾Η τέλεσις τῆς Θείας Λειτουργίας ἔλαβεν ὡσαύτως ἄλλον χαρακτῆρα: ῏Ητο οὐχί μόνον πρᾶξις εὐλαβείας, καθαρᾶς ἐξ ἀμφιβολιῶν πίστεως, ἀλλά δι᾿ ὅλου τοῦ εἶναι μου αἴσθησις τοῦ Γεγονότος τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, ῞Οστις τελεῖ τό μυστήριον. Τότε ᾐσθάνθην βαθέως τό νόημα καί τήν πραγματικότητα, ἅτινα περικλείονται εἰς τούς λόγους τοῦ Μεγάλου Βασιλείου: "Σὺ εἶ ὁ χαρισάμενος ἡμῖν οὐρανίων μυστηρίων ἀποκάλυψιν" (εὐχή προσκομιδῆς). Ὄντως ὁ Κύριος καί εἰς ἡμᾶς, τούς ἐσχάτους πάντων τῶν ἀνθρώπων, ἀποκαλύπτει τό μυστήριον τῆς ἱερουργίας.» (Περί Προσευχῆς, σελ. 170, ἔκδ. ῾Ι. Μ. Τίμίου Προδρόμου, ῎Εσσεξ ᾿Αγγλίας, 1993). 
᾿Ακολουθία Θείας Μεταλήψεως: ὑπηρετεῖ ἐγωτικές ἐπιδιώξεις ! ῾Η ἐφευρητικότητα τοῦ κ. Γ. δέν ἔχει ὅρια. ᾿Εγκλωβισμένος στό διπολικό, ὅπως εἴπαμε,  σχῆμα: θρησκευτικότητα-ἐκκλησιαστικό γεγονός, προχωρεῖ σέ "διανοητικά ἀτοπήματα". Γράφει: «Τά κείμενα (ὕμνοι καί εὐχές) πού συγκροτοῦν τήν ᾿Ακολουθία τῆς Θείας Μεταλήψεως, ἔχουν ὅλα ὅσα  στοιχεῖα ἀπαιτοῦνται γιά νά τά χαρακτηρίσουμε ὅτι σκοπεύουν μόνο στήν ἐξασφάλιση ἀτομικῶν ὠφελημάτων καὶ ἐγγυήσεων. Εἶναι κείμενα πού ὑπηρετοῦν ἐγωτικές ἀποκλειστικά ἐπιδιώξεις, ἀμνήστευσεις σφαλμάτων, ἐξιλασμοῦ, κάθαρσης, "ἁγιασμοῦ". Δέν ὑπάρχει ἡ παραμικρή νύξη πού νά μᾶς ἐπιτρέπει  νά συμπεράνουμε ὅτι τά αἰτούμενα δέν ἐξαντλοῦνται στή δικαίωση ἤ θωράκιση τοῦ ἐγώ» ( σ. 133).
῾Η ᾿Ακολουθία τῆς Θείας Μεταλήψεως ἐντάσσεται στήν προετοιμασία-προπαρασκευή τοῦ πιστοῦ γιά τή συμμετοχή του στό Ποτήριο τῆς Ζωῆς. Τήν ἀναγκαιότητα αὐτῆς τῆς προετοιμασίας τοῦ πιστοῦ  μᾶς τονίζει ὁ κ. ὁ κ. ᾿Ανδρ. Θεοδώρου, ὁ ὁποῖος σέ σχετική ἐργασία του σχολίασε καί ἑρμήνευσε τήν ᾿Ακολουθία τῆς Θείας Μεταληψεως: «῾Ο πιστός, ἔχοντας συναίσθηση τῆς σοβαρότητας τοῦ πράγματος (τῆς προσελεύσεως στό φοβερό μυστήριο τοῦ Θεοῦ), πρέπει νά προσέλθει ὅσο γίνεται πιό καθαρός στά ῞Αγια, γιά νά δεχτεῖ  μέσα του τόν ἄνθρακα τῆς φύσης τοῦ Θεοῦ.  Μέ ταπείνωση καί μετάνοια, μέ φόβο Θεοῦ καί ἀγάπη καί μέ πίστη ζωντανή στήν ἀλήθεια τοῦ μυστηρίου, κυρίως ὅμως μέ ἀνεξικακία καί εἰρήνευση στή σχέση του μέ τούς ἄλλους ἀνθρώπους, πρέπει νά προσέρχεται στή μετάληψη τῶν θείων μυστηρίων, γιά νά ἔχει "ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ ζωὴν αἰώνιον". ᾿Αλλιώτικα, ὅταν προσέρχεται ἀνέτοιμος καί ἀπαράσκευος ἀντί ζωῆς κοινωνεῖ τόν θάνατο καί τήν αἰώνια καταδίκη του» ("Γεύσασθε καὶ ἴδετε", σελ. 7, ἔκδ. Α΄ 1998, ᾿Αποστ. Διακονία).  ᾿Ασφαλῶς ὁ κ. ᾿Ανδρ. Θεοδώρου πού ἀσχολήθηκε μέ τό τήν ἑρμηνεία τῆς Θ. Μεταλήψεως δέν διεῖδε ὅτι "ὑπηρετεῖ ἐγωτικές ἐπιδιώξεις". Αἰῶνες τώρα ἑκατομμύρια πιστῶν προετοιμάζονται γιά τή συμμετοχή τους στή Θεία Εὐχαριστία διαβάζοντας τήν ᾿Ακολουθία τῆς Θ. Μεταλήψεως, χωρίς νά ἔχουν τούς δισταγμούς καί προβληματισμούς πού ἐξέφρασε ὁ κ. Γ. Γιατί κ.  Γ. τόσος σκεπτικισμός; ῾Ο π. Πορφύριος, ὁ χαρισματικός αὐτός  γέροντας τῶν ἡμερῶν μας, τονίζει τό ρόλο τῶν εὐχῶν τῆς Θείας Μεταλήψεως στόν ἁγιασμό τῶν πιστῶν: «Οἱ λειτουργικές προσευχές, οἱ ὁποῖες φαίνονται τυπικές, ὅταν λέγονται μέ νόημα καί προσοχή, γίνονται δικές σας. Τήν ᾿Ακολουθία τῆς Θείας Μεταλήψεως , ὅταν τή διαβάσει καί ὁ πιό ἁμαρτωλός, ἁγιάζεται πολύ». Καί καταλήγει:  «῎Ετσι γίνεται ἡ καλλιέργεια, χωρίς νά τό καταλαβαίνουμε. "᾿Αναίμακτα". Δηλαδή ἀχρηστεύει ὁ ἄνθρωπος τόν παλαιό ἑαυτό του. Τόν ἀχρηστεύει χωρίς πόλεμο. Δέν τόν ἐξοργίζει, ἀλλά τόν ἀχρηστεύει καί ἀναπτύσσει τόν καινό ἄνθρωπο μέσα του». ( Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλιβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 341, ἔκδ. ῾Ι. Μ. Χρυσοπηγῆς Χανίων Κρήτης, 2003).   Χιλιάδες χιλιάδων ἀνθρώπων διαβάζουν τόσους αἰῶνες τώρα τίς Εὐχές τῆς Θείας Μεταλήψεως καί δέν τίς ἀμφισβήτησε κανείς. Μόνο ὁ κ. Γ.  ἀμφιταλαντεύεται γιά τήν ἀξία καί τό περιεχόμενό τους. 
᾿Αμφισβητεῖ τούς φημισμένους χαρισματικούς γέροντες.  Μέ μαεστρία ρίχνει τό δηλητήριό του: «Στόν ἰδεολογικοποιημένο ὀρθοδοξισμό, ἀντίθετα, παραθεωροῦνται ἤ περιφρονοῦνται οἱ θεσμοί,  καί μετατίθεται ἡ ἐμπιστοσύνη στήν ἀξιοπιστία καί αὐθεντία ἀτόμων. Ἄν ἐμφανιστεῖ, λ.χ.,  μιά καινοφανής διδασκαλία, οἱ πιστοί τοῦ ὀρθοδοξισμοῦ δέν θά προσφύγουν σέ συνοδικό θεσμό πού θά κρίνει, μέ βάση τήν ἐμπειρία κάθε εὐχαριστιακοῦ σώματος, ἄν πρόκειται γιά αἵρεση. Θά προστρέξουν σέ κάποιο φημισμένο "γέροντα", καί στό ἀτομικό του χάρισμα-αὐτός θά τούς προσφέρει "ἀντικειμενικές" βεβαιότητες  ἰδεολογικά (δηλαδή ψυχολογικά) ἐγγυημένες» (σ. 288). (Σημείωση: Κατά  τόν κ. Γ. ᾿Ορθοδοξισμός εἶναι ἡ μετατροπή τοῦ ἐκκλησιαστκοῦ γεγονότος σέ ἰδεολογία).
῾Ο κ. Γ. χρησιμοποιεῖ μιά εὐλογοφανῆ μέθοδο. ᾿Οχυρώνεται πίσω ἀπό τόν "συνοδικό θεσμό"-καί  "τήν ἐμπειρία τοῦ εὐχαριστιακοῦ σώματος", λές καί οἱ χαρισματικοί γέροντες εἶναι ἐκτός ᾿Εκκλησίας. Μιλάει δῆθεν μέ σεβασμό γιά τούς ἐκκλησιαστικούς θεσμούς,  τή στιγμή πού σέ ἄλλα σημεῖα τοῦ βιβλίου του τούς ἀμφισβητεῖ καί τούς ρίχνει τή ρετσινιά τῆς θρησκειοποίησης. Τί σεβασμό μπορεῖ νά ἔχει πρός τούς ἐπισκόπους,  πού συγκροτοῦν μία , ἔστω, τοπική σύνοδο, ὅταν γιά  τούς ἴδιους τούς ἐπισκόπους λέει συλλήβδην ὅτι: «προέρχονται ἀπό χαμηλό κοινωνικό καί μορφωτικό περιβάλλον»   καί ὅτι τούς χαρακτηρίζει "ἡ σεξουαλική στέρηση". «Στέρηση πού  (συχνά ἤ κατά κανόνα) δέν τήν ἐπέλεξαν ἐπειδή εἶχαν κλίση γιά βίο μοναχοῦ καί ἀσκητῆ, οὔτε ἀπό πόθο γιά ἔνταξη σέ κοινό ἄθλημα κοινωνίας:σέ μοναστικό κοινόβιο. ᾿Αλλά δέχτηκαν τή σεξουαλική στέρηση προγραμματικά ὡς προϋπόθεση καριέρας: ἀνόδου σέ ἐξουσιαστικά θρησκευτικά ἀξιώματα» (σ. 165, 166).    Μπαίνει στά μύχια τῶν καρδιῶν τῶν ἐπισκόπων καί ἀποφθέγγεται ὡς "χαρισματικός γέροντας".
Τολμάει νά τά βάλει μέ ἁγιασμένες στή συνείδηση "τοῦ εὐχαριστικοῦ σώματος" μορφές. Εἰρωνεύεται τούς σύγχρονους ἁγίους  γέροντες καί  «χείλεσιν ἀμφιλάλοις» ἐπιχειρεῖ νά πλήξει τά «φωτόμορφα τέκνα τῆς ᾿Εκκλησίας» ὡς δῆθεν παρέχοντες "βεβαιότητες ψυχολογικῆς φύσεως". ῾Ο "πολύφθογγος αὐτός ρήτωρ" θά ἔπρεπε νά σιγᾶ ἐνώπιον τούς σεβαστῶν αὐτῶν μορφῶν, οἱ ὁποῖοι στή συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς ᾿Εκκλησίας εἶναι ἅγιοι ἐν οὐρανοῖς. ῾Η ἐπίδρασή τους στόν σύγχρονο ἐκκλησιαστικό βίο εἶναι πλέον ἐμφανής καί ἀδιαμφισβήτητη. 
Στά ὅρια τῆς Βλασφημίας: Τό ἀειπάρθενον τῆς Θεοτόκου ὑποδηλώνει ὅτι ἡ λειτουργία τῆς μητρότητας συνιστᾶ ἀκαθαρσία. Γράφει σχετικά: «῞Οτι ἡ λειτουργία τῆς μητρότητας συνιστᾶ ἀκαθαρσία βεβαιώνεται ὄχι μόνο μέ τίς εὐχές πού διαβάζονται στή λεχώ, ὄχι μόνο μέ τήν ἀπαγόρευση μετοχῆς στήν Εὐχαριστία (ἤ καί εἰσόδου στό ναό) τῶν γυναικῶν κατά τήν περίοδο τῶν ἐμμήνων. Βεβαιώνεται καί στίς ἐπίμονες ἐπαναλήψεις τῆς ἐκλησιαστικῆς ὑμνολογίας ὅτι ἡ Παναγία Θεοτόκος ἔμεινε καί μετὰ τόκον Παρθένος, ὅτι εἶναι ἀειπάρθενος, ὅτι ὁ τόκος (τοκετός) οὐκ ἐλυμήνατο τὰς κλεῖς τῆς Παρθένου, δέν κατέλυσε τή σωματική (ἀνατομική) της παρθενία» (σ. 200, 2001). ῾Η Θεοτόκος ἐγέννησε τόν Κύριο ὄντας Παρθένος, ἀσπόρως, χωρίς τήν συμβολή ἀνδρός, ὅπως προφητεύθηκε στήν Παλαιά Διαθήκη: «Ἰδοὺ ἡ Παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει, καὶ τέξεται υἱόν» (῾Ησ. ζ΄, 14) καί ὅπως τῆς προεμήνυσε ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ: «Πνεῦμα ῞Αγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι». (Λουκ. ι΄, 35).  ῞Οπως εὔστοχα ἑρμηνεύει ὁ ἅγιος ᾿Ιωάννης ὁ Δαμασκηνός: Αὐτό τό πνεῦμα τήν καθάρισε καί τῆς «παρέσχε δύναμιν δεκτικὴν τῆς τοῦ Λόγου θεότητος, ἅμα δὲ καὶ καὶ γεννητικήν».  (᾿Ιω. Δαμασκηνοῦ , ῎Εκδ. ᾿Ακριβής τῆς ᾿Ορθοδόξου Πίστεως, Ε.Π.Ε. 1, 284).  «῾Ο Υἱός τοῦ Θεοῦ, Υἱός τῆς Παρθένου γίνεται», ὁ Κύριος σαρκώνεται διά τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος στά σπλάγχνα τῆς Παρθένου Μαρίας "ἀδιαφθόρως".
῞Οπως μᾶς διδάσκει καί ὁ μακαριστός π. ᾿Αντώνιος ᾿Αλεβιζόπουλος: «῾Ο Χριστός ἔλαβε τήν ἀνθρωπίνην φύσιν καί τήν ἐθεράπευσε καί ἔγινε διά τόν ἄνθρωπον ὁ "νέος ᾿Αδάμ", ἡ "νέα ῥίζα". ῞Ομως ἡ νέα αὐτή ρίζα ἐβλάστησεν εἰς τά σπλάγχνα τῆς Παρθένου Μαρίας». Καί συνεχίζει: «(῾Ο Χριστός), μόνος δέν ἐκληρονόμησε τήν ἁμαρτωλήν φύσιν τοῦ ᾿Αδάμ. Τοῦτο, διότι δέν κατήγετο ἀπό ἐκεῖνον. ᾿Εγεννήθη ἀπό τήν Παρθένον Μαρίαν ἐκ Πνεύματος ῾Αγίου. Δι᾿ αὐτόν τόν λόγον πιστεύομεν ὅτι ἡ Παρθένος Μαρία ἔμεινε καί κατά τήν γέννησιν καί μετά ἀπό αὐτήν Παρθένος, ὑπῆρξε δηλαδή ἀειπάρθενος. Τοῦτο δέν ἀποτελεῖ λεπτομέρειαν, ἀλλά βασική διδασκαλία τῆς ᾿Εκκλησίας ἡ ὁποία ἐξασφαλίζει τήν σωτηρίαν. ῾Ο Χριστός εἶναι "ἡ νέα ρίζα", δέν εἶναι δυνατόν νά κατάγεται ἀπό τήν "παλαιά ρίζαν" τοῦ ᾿Αδάμ. Δι᾿ αὐτόν τόν λόγον ἡ Μαρία, διά νά εἶναι Θεοτόκος, πρέπει νά εἶναι Παρθένος». (᾿Εφόδιον ᾿Ορθοδοξίας, σελ. 124, 126, ἔκδ. ᾿Αποστ. Διακονίας, 1974).  Αὐτή εἶναι ἡ ἀπάντηση στό ἐρώτημα τοῦ κ. Γ. «τί μεγαλειωδέστερο ἐξασφαλίζει ἡ διατήρηση τῆς ἀνατομικῆς παρθενίας τῆς Θεοτόκου καί μετά τόν τόκετο» (σ. 201).
Κατά τήν Γ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο «ὁμολογοῦμεν τὴν ἁγίαν Παρθένον Θεοτόκον διὰ τὸ τὸν Θεὸν Λόγον σαρκωθῆναι καὶ ἐνανθρωπῆσαι καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς συλλήψεως ἑνῶσαι ἑαυτῷ τὸν ἐξ αὐτῆς ληφθέντα ναόν». ῾Ο καθηγητής κ. Νικ. Μητσόπουλος θά παρατηρήσει: «῾Ομοῦ μετὰ τοῦ ὅρου "Θεοτόκος" ἀποδίδομεν εἰς τήν Μητέρα τοῦ Κυρίου καί τό ἀειπάρθενον, ὡς ἐμμέσως συναγόμενον ἐκ τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως (τῶν δύο ἐν Χριστῷ φύσεων, δηλ. τῆς θείας καί τῆς ἀνθρωπίνης)». ῾Ο ἴδιος καθηγητής μᾶς ἀναφέρει ὅτι «ἀρχαῖοι αἱρετικοί καί σύγχρονοι ἑτερόδοξοι ὄχι μόνον ἠρνήθησαν καί ἀρνοῦνται τήν ἀειπαρθενίαν τῆς Θεοτόκου, ἀλλά καί ἐπιχειροῦν  νά στηρίξουν τήν κακοδοξίαν των ἐπί χωρίων τινῶν τῆς «῾Αγίας Γραφῆς» (ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 151, 152). ῾Ο ἴδιος καθηγητής ἀναφέρει τά χωρία αὐτά καί τά ἀντικρούει σύμφωνα μέ τήν ὀρθόδοξη ἑρμηνευτική παράδοση (ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 153, 154). Θά ὁλοκληρώσουμε τό θέμα μας μέ τά σοφά καί ἀποκαλυπτικά λόγια τοῦ ἁγίου ᾿Ιωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ πού μᾶς τονίζει ὅτι ἡ παρθενία τῆς Θεοτόκου πρέπει νά νοεῖται ὡς ἀειπαρθενία: «Μένει τοίνυν καὶ μετὰ τόκον παρθένος ἡ Ἀειπάρθενος οὐδαμῶς ἀνδρὶ  μέχρι θανάτου προσομιλήσασα... πῶς γὰρ ἄν Θεὸν γεννήσασα καὶ ἐκ τῆς τῶν παρακολουθημάτων πείρας τὸ θαῦμα γνωρίσασα ἀνδρὸς συνάφειαν κατεδέξατο· ἄπαγε οὐ σωφρονοῦντος λογισμοῦ τὰ τοιαῦτα νοεῖν μὴ ὅτι καὶ πράττειν» (μετάφραση: Πῶς δηλαδή θά κατεδέχετο τήν συνένωσιν  μέ ἄνδρα ἐνῷ ἐγέννησε τόν Θεόν καί ἐγνώρισε τό θαῦμα μέ τήν πεῖραν τῶν σημείων πού ἔχουν ἀκολουθήσει; Μή βλασφημῇς· ὄχι μόνον δέν εἶναι γνώρισμα συνετῆς σκέψεως νά σκέπτεται τέτοια, ἀλλά οὔτε νά τά κάνει) (ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 484-487). 

᾿Αμφισβητεῖ τόν ᾿Αδάμ ὡς ἱστορικό πρόσωπο, ὅπως τόν ἐμφανίζει ἡ βίβλος καί ὑποστηρίζουν οἱ Πατέρες. ῾Επομένως, ἄν κατά τόν κ. Γ. δέν ὑπῆρξε ὁ ᾿Αδάμ ὡς ἱστορικό πρόσωπο,  τότε τά περί πτώσεως τῶν πρωτοπλάστων, προπατορικοῦ ἁμαρτήματος καί συνεπειῶν του στήν ἀνθρώπινη φύση ἀνάγονται στό χῶρο τοῦ μυθικοῦ. ῎Ετσι ἀνατρέπεται ὅλη ἡ ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία καί σωτηριολογία, ἐφ᾿ ὅσον δέν ὑπῆρξε γενάρχης τοῦ ἀνθρώπινου γένους! Τά συμπεράσματα εἶναι δικά σας.
Κρύβεται ἐπιμελῶς σέ ἐκκλησιαστικά περιβάλλοντα. Εἴχα ἀκούσει τόν κ. Γ. σέ ραδιοφωνική ἐκπομπή τῆς Πειραϊκῆς ᾿Εκκλησίας (Κυριακή 4-2-07 καί ὥρα   12 μεσημβρινή), ὅπου ὁ παρουσιαστής, προφανῶς καταγοητευμένος ἀπό τό βιβλίο του, ἔκανε στόν κ. Γ. ἐρωτήσεις μέ σκοπό νά τό κάνει γνωστό στό εὐρύτερο ἐκκλησιαστικό κοινό. ῾Ομολογώ ὅτι ὁ λόγος τοῦ κ. Γιανναρᾶ ἦταν καταπληκτικός καί  δέν ἀνέφερε ἐπιμελῶς (;) κανένα ἀπό τά ἐπίμαχα σημεῖα πού ἀναπτύξαμε πιό πάνω. Τότε δέν εἶχα διαβάσει τό βιβλίο του καί δέν μποροῦσα νά ὑποψιαστῶ αὐτά πού ἔγραφε. ῎Αν τολμοῦσε καί τά ἔλεγε αὐτά σέ ἐκκλησιαστικό ραδιοφωνικό σταθμό, θά ἔσπαζε προφανῶς τό τηλεφωνικό κέντρο!
Εἶναι ἀρκετά τά σημεῖα πού δέν ἀναφέραμε ἀπό τό βιβλίο τοῦ κ. Γ. καί τά ὁποῖα μᾶς βρίσκουν κάθετα ἀντίθετους.
Θά κλείσω μέ ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τόν γέροντα Σωφρόνιο,  πολύ ἀποκαλυπτικό γιά τήν περίπτωσή μας: «῾Η ἀνθρωπίνη ἐπιστήμη παρέχει τό μέσον διά τήν ἔκφρασιν τῆς ἐμπειρίας, ἀλλά εἶναι ἀδύνατον νά μεταδώσῃ τήν γνῶσιν, ἥτις ἀληθῶς σώζῃ, ἄνευ τῆς συνεργίας τῆς χάριτος. ῾Η γνῶσις τοῦ Θεοῦ εἶναι γνῶσις ὀντολογική καί οὐχί ἀφῃρημένη-θεωρητική. Χιλιάδες καί χιλιάδες ἐπαγγελματιῶν θεολόγων λαμβάνουν τά ἀνώτατα πτυχία, ἐνῷ ἐν τῇ σφαίρᾳ τοῦ Πνεύματος παραμένουν κατ᾿ οὐσίαν εἰς βαθεῖαν ἄγνοιαν. Καί τοῦτο, διότι δέν ζοῦν συμφώνως πρός τάς ἐντολάς τοῦ Χριστοῦ· ἕνεκα δέ τούτου στεροῦνται τοῦ φωτός τῆς θεογνωσίας. ῾Ο Θεός εἶναι ἀγάπη. Καί ἡ ἀγάπη αὕτη ἀποκτᾶται διά τῆς ὁδοῦ τῆς μετανοίας...»  (Περί Προσευχῆς, ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 229, 230).

Πηγή:orthros.org

Πέμπτη 22 Απριλίου 2010

Η ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΙΚΗ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΚΛΑΟΥΣ ΚΕΝΕΘ ΚΑΙ ΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΕΙ



Σχόλιο klision: ᾿Επειδή πολύς ΝΤΟΡΟΣ γίνεται τώρα τελευταία περί τοῦ Κλάους Κένεθ, ἀναδημοσιεύουμε σήμερα παλαιότερή μας ἀνάρτηση, γιά νά  μποροῦμε νά ἔχουμε μιά κριτική ἄποψη καί μιά ὀρθόδοξη ματιά στά πράγματα. ῾Ο ντόρος αὐτός πιστεύουμε ὅτι εἶναι φτιαχτός καί ἀποσκοπεῖ σέ καθαρά κερδοσκοπικούς σκοπούς.





Βιβλιοκριτική
Πρεσβυτέρου π. Σταύρου Τρικαλιώτη


   ῞Οταν διαβάζεις κάποιο βιβλίο, στό τέλος ἀναρωτιέσαι: καί τώρα τί μοῦ ἔμεινε, τί ἀποκόμισα; Τό ἴδιο ἐρώτημα ἔθεσα στόν ἑαυτό μου, ὅταν τό φετινό καλοκαίρι τέλειωσα τό πολυδιαφημιζόμενο βιβλίο τοῦ Κλάους Κένεθ: «Χιλιάδες μίλια πρός τόν δρόμο τῆς καρδιᾶς. ᾿Από τό σκοτάδι τοῦ μίσους στόν Γέροντα Σωφρόνιο» (ἐκδ. ᾿Εν πλῷ, ᾿Αθήνα 2009). ῾Η ἀλήθεια εἶναι ὅτι αὐτό τό βιβλίο μέ προβλημάτισε πολύ καί μοῦ γέννησε ὁρισμένα ἐρωτηματικά, τά ὁποῖα θεώρησα σκόπιμο νά θέσω στήν κρίση τοῦ ὀρθόδοξου ἀναγνωστικοῦ κοινοῦ, μιά καί σέ αὐτό κυρίως ἀπευθύνεται ἡ μετάφρασή του στά ἑλληνικά.
    ῾Ο συγγραφέας τοῦ βιβλίου Κλάους Κένεθ γράφει χαρακτηριστικά ὁλοκληρώνοντας τό βιβλίο του: «Σκοπός τοῦ παρόντος βιβλίου εἶναι νά ἀποτελέσει μιά μαρτυρία γιά τό ὅτι ἡ συγχώρηση τῶν ἁμαρτημάτων μας καί ἡ ἐσωτερική μας ἀναγέννηση θά εἶναι πράγματα ἐφικτά, παντοῦ καί πάντα, ὅσο ἡ ἀγάπη τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ἁγίου Πνεύματος θά συγκινεῖ τήν καρδιά μας (...)» (σ. 412) . Δέν εἶμαι σίγουρος ἄν τό βιβλίο αὐτό ἐπιτυγχάνει τό σκοπό του. ῾Υπάρχουν πολλά σημεῖα στά ὁποῖα «μπάζει» νερά, σημεῖα τά ὁποῖα χρήζουν μεγάλης προσοχῆς, διασαφηνίσεως καί ἑρμηνείας.  ῾Υπάρχουν ὅμως καί πολύ καλές καί δυνατές σελίδες, πού ἀποπνέουν τό ἄρωμα τῆς εἰλικρινοῦς ἐξομολογήσεως τοῦ συγγραφέα, καθώς καί ἀξιόλογες πληροφορίες πού θά μποροῦσαν νά χρησιμοποιηθοῦν στόν ἀπολογητικό τομέα τῆς ᾿Εκκλησίας μας. ῞Ομως,  ὅταν ἕνα ὄμορφο πλοῖο ἀρχίζει νά «μπάζει νερά», δέν θά κοιτάζουμε τήν πολυτέλεια καί τίς ἀνέσεις πού ἔχει, ἀλλά τό πῶς θά κλείσουμε τίς τρύπες εἰσόδου τῶν θαλασσίων ὑδάτων, εἰδάλλως ὑπάρχει ὁ κίνδυνος νά καταποντιστοῦμε κι ἐμεῖς μαζί μέ τό ὄμορφο πλοῖο.  Καί ὑπάρχουν, δυστυχῶς, ὁρισμένες τρύπες σ᾿ αὐτό τό βιβλίο πού πρέπει νά τίς ἐξετάσουμε μέ τή δέουσα προσοχή. Πρoτοῦ ὅμως ξεκινήσουμε, θεωρήσαμε σκόπιμο νά δώσουμε ὁρισμένες πληροφορίες γιά τόν συγγραφέα καί τή ζωή του.
    ῾Η ζωή τοῦ Κλάους Κένεθ (ἀπό ἐδῶ καί στό ἑξῆς:Κλ. Κ.) εἶναι ὄντως  περιπετειώδης. ᾿Από τή γέννησή του (1945) ἕως τό 1983 πού γνώρισε τόν  μακαριστό Γέροντα Σωφρόνιο, ἡ ζωή του χαρακτηρίζεται ἀπό ἔντονες πνευματικές διακυμάνσεις.
   ᾿Από τήν παιδική του ἡλικία τόν στιγματίζουν οἱ κακουχίες καί ἠ γονεϊκή ἐγκατάλειψη. Σέ νεαρή ἡλικία κακοποιεῖται σεξουαλικά ἀπό ἕναν καθολικό ἱερέα, γεγονός πού τόν κάνει νά ἀποστραφεῖ τόν Χριστιανισμό. Στά ἐφηβικά του χρόνια ἐξωθεῖται σέ ἀντικοινωνικές καί ἀναρχικές συμπεριφορές πού ἔχουν ὡς  συνέπεια τίς συχνές καταδίκες καί φυλακίσεις του. ᾿Αργότερα ὡς νέος ἐγκαταλείπει τίς Πανεπιστημιακές του σπουδές καί γιά ἑπτά χρόνια (1967-1973)  βυθίζεται στόν κόσμο τῶν ναρκωτικῶν .
   ᾿Αργότερα, τόν βρίσκουμε νά περιπλανιέται σ᾿ ὁλόκληρο τόν ἀνατολικό κόσμο ἀναζητώντας τήν ἀλήθεια καί –κυρίως- τή δύναμη νά ἐξουσιάζει τούς ἀνθρώπους, τούς ὁποίους μισεῖ ὁλοένα καί περισσότερο.  Στήν ἀναζήτησή του αὐτή περνάει ἀπό ὅλες τίς μεγάλες θρησκεῖες (᾿Ισλαμισμό, ᾿Ινδουϊσμό, Βουδισμό). ᾿Αργότερα τόν βρίσκουμε μπλεγμένο στά γρανάζια τοῦ λατινοαμερικάνικου ἀποκρυφισμοῦ καί τή μαγεία. Στήν Κολομβία γλιτώνει ἀπό βέβαιο θάνατο.
   Στά τριάντα ἕξι του χρόνια ἐπιστρέφει στήν Εὐρώπη, ὁλοκληρώνει τίς σπουδές του καί διορίζεται ὡς καθηγητής σέ σχολεῖο. ῎Ερχεται σέ ἐπαφή μέ τόν Προτεσταντικό χῶρο καί τίς ποικίλες παραφυάδες του καί σιγά σιγά μεταστρέφεται στόν Χριστιανισμό.
   ῾Ως ὀρθόδοξος δίνει τή μαρτυρία τοῦ Χριστοῦ μέ ὅποιον τρόπο νομίζει πιό πρόσφορο. Μέ εὐλογία τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Σωφρονίου μεταφράζει στά γερμανικά τό ἔργο του: «῾Η ζωή του ζωή μου». Περιοδεύει τήν Εὐρώπη καί ὁμιλεῖ γιά τήν ᾿Ορθοδοξία μέ βάση τήν προσωπική του πορεία καί μεταστροφή. ᾿Αναπτύσσει ἔντονη φιλανθρωπική δράση στή Σερβία καί τήν ᾿Αφρική. Τό βιβλίο πού ἐξετάζουμε ἔχει μεταφραστεῖ σέ ἑπτά γλῶσσες καί ἀποτελεῖ μιά «μυθιστορηματική βιογραφία» τοῦ Κλ. Κ.
   ῾Ο Κλ. Κ.  γιά ἕνα  μεγάλο διάστημα  τῆς ζωῆς του ἐξ αἰτίας τῶν τραυματικῶν ἐμπειριῶν πού εἶχε ἀποκομίσει ἀπό τόν καθολικισμό, κλείνει ἑρμητικά τήν πόρτα τῆς ψυχῆς του στόν ᾿Ιησοῦ Χριστό: «Δυστυχῶς, ἐξαιτίας τῶν μεγάλων τραυμάτων πού εἶχα ὑποστεῖ, ὅταν ἤμουν παιδί, δέν μποροῦσα νά δῶ  ὅ, τι εἶχε σχέση μέ τόν Χριστιανισμό. Στήν πραγματικότητα, ἐκεῖνο πού μέ ἐμπόδιζε νά πλησιάσω τήν ”κοινότητα„  ἀπό τήν ὁποία εἶχα ξεμακρύνει, ἦταν -ὅπως πάντα- ἡ φανερή ὑποκρισία τῶν κατ᾿ ὄνομα μόνο χριστιανῶν» (σ. 158). ῾Επομένως,  Κλ. Κ. εἶναι ὁ τύπος τοῦ ἀπογοητευμένου ἀπό τά τυπικά σχήματα καί τήν   θρησκευτική ὑποκρισία χριστιανοῦ, ὁ ὁποῖος σάν τό διψασμένο ἐλάφι ἀναζητᾶ νά ξεδιψάσει τήν πνευματική του δίψα σέ χώρους «ἀλλοτρίους», οἱ ὁποῖοι ἀρχικά τοῦ δίνουν τήν ἐντύπωση ὅτι θά τοῦ προσφέρουν τόν «παράδεισο». Δέν θά ἀργήσει ὅμως σιγά σιγά νά συνειδητοποιήσει ὅτι ἡ ξένη χώρα μόνο ξυλοκέρατα θά εἶχε νά τοῦ προσφέρει καί μιά ψευδαίσθηση τοῦ ἀληθινοῦ παραδείσου: «Οἱ περιπετειώδεις σκηνές πού ζοῦσα στή ζούγκλα τῆς Μαλαισίας, παλεύοντας μέ σκορπιούς, πιθήκους καί φίδια, ἐναλλάσσονταν πλέον μέ αὐτές τῆς ἐσωτερικῆς μου ζούγκλας, ὅπου συνωστίζονταν δαίμονες, πνεύματα καί ὀχιές» (σ. 116). ῾Η  πολυπόθητη, ὅμως, ἐσωτερική γαλήνη καί ἐλευθερία ἦταν ἕνα ἄπιαστο ὄνειρο.   
   ῾Ο Κλ. Κ. περιγράφει μιά ἀνεξήγητη προσωπική του ἐμπειρία, πού ἐμπεριέχει πολλά στοιχεῖα ἀντιφάσεως. Καταρχάς μᾶς μιλάει γιά μιά ἐπισκεψη τῆς χάρης, ἐνῶ βρισκόταν σέ μιά κατάσταση ἀφόρητου πόνου ζώντας μέσα σ᾿ ἕνα βουδιστικό μοναστήρι: «...ἦρθε ξαφνικά ἡ χάρη τοῦ Χριστοῦ. ῾Ο ἄγνωστος γιά μένα, ἀλλά φιλεύσπλαγχνος Κύριος, θέλησε νά ἀποκαλύψει τό πρόσωπό Του σέ ἐμένα, τό πολύπαθο παιδί του, γι᾿ αὐτό καί ἐπέτρεψε νά βρεθῶ ἐνώπιον καταστάσεων μέσα ἀπό τίς ὁποῖες μποροῦσε νά μοῦ ἀποκαλυφθεῖ κατά ἕνα ἰδιαίτερο τρόπο» (σ. 138). Παρακάτω ἐξηγεῖ ὅτι αὐτή ἡ ἐπίσκεψη τῆς χάρης ἦταν μία μικρή Καινή Διαθήκη πού βρέθηκε μέσα στήν τσέπη του καί μία περικοπή σχετικά μέ τή μοιχαλίδα πού συγχώρεσε ὁ Κύριος.
   Παρά τῆς ἐπίσκεψη τῆς χάρης τοῦ Χριστοῦ ἀδυνατεῖ, ὅπως ὁμολογεῖ, νά βγεῖ ἀπό τό ἀδιέξοδό του καί τίς τραυματικές του ἐμπειρίες: « ῏Ηταν ἀπίστευτο πού ἡ βοήθεια μοῦ δόθηκε τή στιγμή ἀκριβῶς πού τή χρειαζόμουν. Πάντως συνέχιζα νά εἶμαι παγιδευμένος τόσο στή ζούγκλα τῶν βασάνων μου ὅσο καί σέ αὐτή τῆς Ταϋλάνδης, καί κάτι τέτοιο δέν μέ ἄφηνε νά δῶ τόν ”χριστιανισμό„ ὡς μιά πραγματική ἐναλλακτική ὁδό. Μά πῶς νά ξεχάσω τά ἑπτά χρόνια πού πέρασα κοντά σέ αὐτόν τόν κατ᾿ ὄνομα μόνο ἱερέα...» (σ. 141). Φαίνεται  πώς ἡ ἐπίσκεψη τῆς χάρης τοῦ Χριστοῦ δέν ἦταν τόσο δραστική καί γι᾿ αὐτό ἐπιδόθηκε μέ περισσότερο ζῆλο στόν διαλογισμό καί ἔφτασε μάλιστα σέ ἐπίπεδο τελειότητας μέ ἁπτά ἀποτελέσματα: ἔβγαινε ἀπό τό σῶμα του καί βίωνε παρόμοιες καταστάσεις πού περιγράφουν οἱ κλινικά νεκροί! (σ. 141, 142). Αὐτή τήν ἐμπειρία του τήν χαρακτηρίζει ὡς «φωτεινή πλευρά τοῦ διαλογισμοῦ». Παρακάτω ὅμως μᾶς ἀποκαλύπτει: «ὑπῆρχε ὅμως καί ἡ ἄλλη ὄψη τοῦ νομίσματος: τώρα πιά μοῦ ἐμφανίζονταν δαίμονες, μέ τίς πιό ἀποκρουστικές μορφές, ἀλλά τό πιό τρομακτικό ἦταν ὅτι μποροῦσα νά τούς βλέπω κανονικά, μέ τά ἴδια μου τά μάτια, ὡς εἰκόνες πού σχηματίζονταν ἀπό ἀκτῖνες λέιζερ» (σ. 143).
   Σέ πολλά σημεῖα περιγράφει τήν κόλαση πού βιώνει. Δέν εἶναι σίγουρος γιά τήν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ. ῎Οντας στή Βολιβία καί περνώντας δύσκολες καταστάσεις θά ἀναφωνήσει: «Δέν εἶχα καμία ἐπιθυμία νά συνεχίσω νά ζῶ μέσα στήν ἄγνοια. Μιά δυνατή φωνή βγῆκε ἀπό τά βάθη τῆς χαμένης καρδιᾶς μου: ”Θεέ μου, ἄν ὑπάρχεις, ἔλα καί σῶσε με τώρα„» (σ. 183). ῎Εχει ἀρχίσει νά συνειδητοποιεῖ ὅτι  εἶναι ἐγκλωβισμένος ἀπό ἰσχυρές σκοτεινές δυνάμεις, ἀπό τίς ὁποῖες καί προσπαθεῖ νά ἀπελευθερωθεῖ (σ. 189, 190).
   Κατόπιν γνωρίζει τόν προτεσταντικό χῶρο καί  ἀρχίζει νά ἐξηγεῖ διάφορα περιστατικά πού τοῦ συμβαίνουν στή ζωή του ὡς θαύματα καί νά βλέπει πίσω ἀπό αὐτά τό  προστατευτικό χέρι τοῦ Θεοῦ. ᾿Αργότερα, κατά προτροπή κάποιας φίλης του, θά γνωρίσει ἕναν προτεστάντη πάστορα, τόν Μόρις, ὁ ὁποῖος θά τόν πείσει ὅτι ἔχει δώσει δικαιώματα στόν διάβολο καί θά τοῦ κάνει μάλιστα καί δύο ἐξορκισμούς. ῾Ο πρῶτος δέν ἔπιασε, ὁ δεύτερος ὅμως ἔπιασε γιά τά καλά. ῾Ο προτεστάντης πάστορας ἀποφάνθηκε: «Τώρα πιά πρέπει νά νιώθεις πολύ ἀσφαλής. Εἶσαι πλέον σέ θέση νά ἀκούσεις τόν Κύριο» (σ. 220). ᾿Ενῶ δέχεται νά τόν ἐξορκίσουν, ἀργότερα θά ὁμολογήσει: «Δέν εἶμαι χριστιανός. Δέν ἀνήκω στήν ὁμάδα σας (ἐνν. κάποια προτεσταντική παραφυάδα)» (σ. 221). Παντοῦ τό μπέρδεμα. Φάσκει καί ἀντιφάσκει. Συνεχῶς ἀναζητεῖ καί διαφορετικές θρησκευτικές ἐμπειρίες. Στή συνέχεια τόν βρίσκουμε νά ἔχει χωθεῖ γιά τά καλά στόν Προτεσταντισμό. ῾Ο Μόρις (ὁ προτεστάντης πάστορας) «ὕψωσε τά χέρια του πρός τόν οὐρανό καί φώναξε δυνατά καί μέ θαυμαστή συγκίνηση, ”᾿Αλληλούια! ῾Ο Κλάους τά κατάφερε! Δοξάστε τόν Κύριο!» (σ.243) (!!!). (τά πρόσθετα θαυμαστικά δικά μας).
   Κατόπιν κοινωνεῖ κατά τό προτεσταντικό τυπικό καί στό τέλος διαπιστώνει: «᾿Επιτέλους, πορευόμουν τόν δρόμο πού ὁδηγοῦσε στόν παράδεισο. Καί ναί, διά τοῦ Χριστοῦ καί ἐν Χριστῷ, μπόρεσα καί νίκησα τόν φόβο τοῦ θανάτου! ῾Ο Χριστός εἶχε νικήσει τόν θάνατο. Μιά ζωή αὐτό δέν προσπαθοῦσα νά πετύχω;» (σ.  244). ῾Ο ἀναγνώστης διαβάζοντας αὐτές τίς γραμμές ἔχει τήν αἴσθηση ὅτι ὁ προτεσταντικός χῶρος δέν εἶναι καί τόσο ἀπορριπτέος, ὅσο θέλουν νά τόν παρουσιάζουν μερικοί, ὅτι καί ἐκεῖ ἐνεργεῖ ἡ χάρη τοῦ Χριστοῦ. ῞Οταν μάλιστα ὁ Κλ. Κ. φαίνεται σέ πολλά σημεῖα νά ὁμιλεῖ μέ τόν Χριστό κι ἐκεῖνος πολύ φυσικά νά τοῦ ἀπαντᾶ καί νά τόν καθοδηγεῖ, ἡ παραπάνω διαπίστωση γίνεται πιό πιστευτή. Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι σχεδόν τό μισό βιβλίο ἀναφέρεται στίς περιπλάνησή του σέ ἐξωχριστιανικές θρησκεῖες, τό ἄλλο μισό στήν θητεία του στόν προτεσταντικό χῶρο καί μόλις λίγες σελίδες στό τέλος στήν γνωριμία του μέ τόν Γέροντα Σωφρόνιο καί τή μεταστροφή του στήν ᾿Ορθοδοξία. Κι ἀναρωτιέται κανείς: γιατί νά χυθεῖ τόσο μελάνι στήν περιγραφή μιᾶς περιπέτειας; Πολλές φορές νιώθεις ὅτι ὁ Κλ. Κ. δέν παίρνει θέση περιγράφοντας τίς διάφορες πνευματικές του περιπέτειες. Δέν ἔχει ἐξ ἀρχῆς ἕνα κριτικό πνεῦμα ἔναντι τῶν αἱρέσεων στίς ὁποῖες εἶχε μπλεχτεῖ. Διαφαίνεται μιά συμπάθεια καί ἕνα πνεῦμα ἀνοχῆς, ἰδίως στούς Προτεστάντες. Μόνο πρός τό τέλος κάνει μιά κριτική ἀναθεώρηση καί φαίνεται νά ἀποστασιοποιεῖται.
   ᾿Εδῶ θά ἤθελα νά κάνω μιά παρέκβαση καί νά θυμίσω σέ ὅλους μας τόν μεγάλο κίνδυνο πού διατρέχουμε ὅλοι μας ἀπό τόν ἐπίβουλο τῆς σωτηρίας μας διάβολο, «τόν πλανῶντα τήν οἰκουμένην ὅλην», τοῦ ὁποίου τό τέλος προδιαγράφεται οἰκτρό, διότι  θά βασανισθεῖ « ἡμρας καὶ νυκτὸς εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰνων» (᾿Αποκ. κ΄, 10). Καί δέν μπορεῖ κάποιος νά ἰσχυρισθεῖ ὅτι εἶναι ἀπρόσβλητος ἀπό τίς προσβολές τοῦ Βελίαρ, γιατί σύμφωνα μέ τόν ἀπόστολο Παῦλο: «ὁ δοκῶν ἑστάναι βλεπέτω μὴ πέσῃ» (Α΄ Κορ. ι΄, 12). ᾿Εξ ἄλλου ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας μᾶς ἔχει προειδοποιήσει: «πολλοὶ γὰρ ἐλεύσονται ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου λέγοντες, ἐγώ εἰμι ὁ Χριστός, καὶ πολλοὺς πλανήσουσι» Ματθ. κδ΄, 5).
  Βέβαια, ἔχουμε στήν ᾿Εκκλησία μας τήν κλήση τοῦ ᾿Απόστόλου τῶν ἐθνῶν Παύλου κατά τρόπο παράδοξο («κατ᾿ οἰκονομίαν τύφλωση») καί τό σωτηριῶδες ἐρώτημα πού τοῦ ἀπηύθυνε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός μετά : «Σαούλ, Σαούλ, τί με διώκεις». Καί ἡ κατάληξη τοῦ σωτηριώδους διαλόγου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ-Παύλου: «ἐγώ εἰμι ᾿Ιησοῦς ὁ Ναζωραῖος, ὃν σὺ διώκεις» (Πράξ. θ΄, 4-5· κβ΄, 7-8). ᾿Από ἐκεῖ κι ἔπειτα, ὁ ἀπόστολος Παῦλος βαπτίζεται, γίνεται ναός τοῦ ἁγίου Πνεύματος καί ὅλη του ἡ καρδιά ἐλευθερώνεται ἀπό τό σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας (Ρωμ. α΄, 2).  Οἱ μετέπειτα πνευματικές του ἐμπειρίες εἶναι γνήσιες καί ἡ σχέση του μέ τόν Χριστό γίνεται πάντοτε ἐν ἁγίῳ Πνεύματι: «Οὐδεὶς δύναται εἰπεῖν Κύριος ᾿Ιησοῦς εἰ μὴ ἐν Πνεύματι ἁγίῳ» (Α΄ Κορ. ιβ΄, 3).
   Δέν μποροῦμε νά ἰσχυρισθοῦμε ὅμως ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι πού ἐπιστρέφουν στόν Χριστό ἔχουν ἑκατό τοῖς ἑκατό γνήσιες πνευματικές ἐμπειρίες. ῾Ο κίνδυνος τῆς πλάνης ἐλλοχεύει  πάντοτε. Γι᾿ αὐτό ὁ μέγας διδάσκαλος τῆς νηπτικῆς ἐργασίας Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης ἐπισημαίνει τούς κινδύνους τῆς πλάνης κατά τό ἔργο τῆς προσευχῆς: «Πρόσεχε οὖν ἀκριβῶς, Θεοῦ ἐραστά, ἐν γνώσει (=μέ ἀκρίβεια καί γνώση)· ἐπὰν ἐργαζόμενος τὸ ἔργον (ἐνν. τό δύσκολο πνευματικό ἔργο τῆς προσευχῆς), ἴδῃς φῶς ἤ πῦρ ἔξωθεν ἤ ἔσωθεν, ἤ σχῆμα δῆθεν Χριστοῦ ἤ ῎Αγγέλου ἤ ἑτέρου τινός, μὴ παραδέξῃ αὐτό, ἵνα μὴ βλάβην ὑποστῇς· μηδὲ σὺ ἀφ᾿  ἑαυτοῦ εἰκονικῶς προσέχων (=μῆτε ἐσύ ὁ ἴδιος προσέχοντας τίς εἰκόνες αὐτές), ἐάσῃς τὸν νοῦν ἐκτυποῦν τοιαῦτα (=ἀφήσεις τόν νοῦ σου νά τίς ἀποτυπώνει).  Πάντα γὰρ ταῦτα ἔξωθεν ἀκαίρως μετασχηματιζόμενα, πρὸς τὸ πλανῆσαι τὴν ψυχὴν γίνονται» (Φιλοκαλία, τ. Δ΄, σελ. 76, ἔκδ. ᾿Αστέρος).
   ῎Ας σημειωθεῖ ὅτι οἱ προτροπές αὐτές τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Σιναΐτου γίνονται πρός βαπτισμένους ὀρθοδόξους χριστιανούς, ἀνθρώπους δηλ. πού ἔχουν ἀναγεννηθεῖ μέ τό θεῖο βάπτισμα. Πόσο μᾶλλον ἰσχύουν γιά ἀνθρώπους πού  βυθίζονται στή θάλασσα τοῦ Προτεσταντισμοῦ καί σέ ἀμφισβητούμενες ἐμπειρίες τοῦ χώρου αὐτοῦ. Πῶς, λοιπόν, μποροῦμε νά δεχτοῦμε ἀβασάνιστα ὅσα μᾶς λέει παρακάτω ὁ Κλ.  Κ. ὅταν ἤθελε νά κοινωνήσει ἀπό τούς Προτεστάντες καί δέν ἤξερε ἄν τόν ἤθελε πραγματικά ὁ Χριστός; Μᾶς λέει λοιπόν: «Κι ἐπειδή τό δίλημμα αὐτό μονοπωλοῦσε τίς σκέψεις μου, ἔγειρα αὐθόρμητα τό κεφάλι ἐμπρός καί ἔκλεισα τά μάτια ὥστε τίποτα νά μήν ἀποσπᾶ τήν προσοχή μου. Τότε Τόν ρώτησα: ”Χριστέ, θές νά ᾿ ρθω;„  Μέσα σέ κλάσματα δευτερολέπτου, σάν νά περίμενε ἀπό καιρό τή στιγμή αὐτή, ἔδωσε τό ”παρών„ καί μοῦ μίλησε! ῎Οχι, δέν ἤταν προϊόν τῶν σκέψεών μου, γιατί Τόν ἄκουσα νά λέει δυνατά καί καθαρά: ”Ναί, ἔλα! Σοῦ ἔχω δώσει ἄφεση ἁμαρτιῶν„» (σ. 227, 228).  ᾿Εμεῖς τώρα, πρέπει νά πιστέψουμε τόν Κλ. Κ. ὅτι αὐτά δέν εἶναι προϊόντα τῶν σκέψεών του, γιατί ἄκουσε τόν Χριστό νά τοῦ μιλάει δυνατά καί καθαρά! Θά μπορούσαμε, πράγματι, νά εἴμαστε πιό καλοδιάθετοι καί πιό δεκτικοί στίς «ἀποκαλύψεις» τοῦ Κλ. Κ., ἄν δέν ὑπῆρχε κι αὐτή ἡ μυστηριώδης ὁραματίστρια ἡ κυρία Γκροζάν «πού ἔμενε στή Λωζάνη καί ἦταν πολύ γνωστή γιά τό χάρισμα πού εἶχε νά βλέπει ὁράματα, τά ὁποῖα πάντα ἐπαληθεύονταν» !  (σελ. 245) ῎Ετσι, λοιπόν, ἡ περίφημη αὐτή κυρία Γκροζάν εἶπε τά ἑξῆς ἀποκαλυπτικά στόν Κλ. Κ. : «Τή στιγμή ἀκριβῶς πού μοῦ δίνατε τό δισκοπότηρο μέ τόν οἶνο, εἶδα ἕνα ὅραμα: Οἱ πύλες τοῦ οὐρανοῦ ἄνοιξαν διάπλατα. Ο οὐράνιοι οἰκοδεσπότες ἀνήγγελλαν μιά πολύ μεγάλη νίκη καί οἱ ἄγγελοι ἔψαλλαν ἕνα θεσπέσιο ὕμνο» (σ. 244). ῾Ο Κλ. Κ. κοίταξε τή συγκινημένη καί δακρυσμένη κυρία καί  μέ δάκρυα στά μάτια τῆς ἀπάντησε: «Νομίζω πώς μόλις... ἔγινα χριστιανός...» (σ. 245). Πολλά δάκρυα, πολλή συγκίνηση, πολύς συναισθηματισμός! Ποῦ, ὅμως, βρίσκεται ἡ ἀλήθεια; Θά δεχθοῦμε ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ αὐτές τίς θρησκευτικές ἐμπειρίες ἤ θά ἀκούσουμε τόν ἅγιο ᾿Ιωάννη τόν Χρυσόστομο πού μᾶς διδάσκει: «ποικίλον καί πολυειδὲς καὶ συγκεχυμένον ἡ πλάνη, ἡ δὲ ἀλήθεια μία» (Ε.Π.Ε. 16Β, 386). ᾿Αλλά μήπως καί στόν ὀρθόδοξο χῶρο δέν ἔχουμε τίς λεγόμενες «φωτισμένες», πού βλέπουν μέ πολλή ἄνεση τόν Χριστό, τήν Παναγία, τούς ᾿Αγγέλους, πού φορᾶνε κάτι ὅμοιόμορφες μαντῆλες καί κρατοῦν σφικτά στά χέρια τους ἕναν ξύλινο σταυρό; ῾Η ᾿Εκκλησία μας εἶναι πολύ ἐπιφυλακτική σέ τέτοιου εἴδους καταστάσεις καί μᾶς κρούει τήν κώδωνα τοῦ κινδύνου: Προσοχή! Προσοχή! Προσοχή! ᾿Ιδίως ἄτομα πού ἔχουν περάσει «πολλά στή ζωή τους», γίνονται εὔκολη λεία στά χέρια τοῦ ἀρχεκάκου. ῾Η ῾Αγία Γραφή μᾶς ἐπισημαίνει ὅτι ὁ σατανᾶς «μετασχηματίζεται εἰς ἄγγελον φωτός»! (Β΄ Κορ. ια΄, 14).
    Εἶναι ἀρκετά πράγματα πού μᾶς παραξένεψαν κατά τήν ἀνάγνωση αὐτοῦ τοῦ βιβλίου, τά ὁποῖα καί θά παραλείψω. ῞Ενα τελευταῖο καί ἐνδεικτικό εἶναι ὁ θαυμασμός καί ἀποδοχή πού δείχνει ὁ Κλ. Κ. στό πρόσωπο τῆς Μητέρας Τερέζας, τήν ὁποία καί εἶχε γνωρίσει προσωπικῶς. Γιά ὅσους δέν θυμοῦνται τά περί τῆς Μητέρας Τερέζας νά ποῦμε ὅτι ἦταν καθολική μοναχή, ἱδρύτρια μοναχικοῦ τάγματος καί ὅτι τό 1979 βραβεύτηκε μέ τό Νόμπελ εἰρήνης γιά τή φιλανθρωπική καί  εἰρηνευτική της δραστηριότητα. Πέθανε σέ ἡλικία 87 ἐτῶν τό 1987, ἀλλά ὁ Πάπας ᾿Ιωάννης Παῦλος ὁ Β΄ δέν ἔχασε τήν χρυσή εὐκαιρία γιά προβολή τοῦ Καθολικισμοῦ καί τό 2003 τήν ἀνεκήρυξε σέ ὁσία. ῞Οπως μᾶς πληροφοροῦν τά ΜΜΕ : «Προσκυνητές ἀπό κάθε γωνιά τοῦ κόσμου κατέφθασαν στή Ρώμη  γιά νά τιμήσουν τή μνήμη τῆς μοναχῆς πού ἀφιέρωσε τή ζωή της στούς φτωχούς, τούς ἄστεγους καί τούς ἄρρωστους τῆς Καλκούτας» (πηγή: διαδίκτυο BBC.GREEK.com).
   ῾Ο Κλ. Κ. μᾶς λέγει πώς  ἡ Μητέρα Τερέζα τόση μεγάλη ἐπιρροή εἶχε πάνω του πού τόν ἔκανε νά κλάψει ὕστερα ἀπό εἴκοσι χρόνια. (σ. 29). Μάλιστα στό βιβλίο του τῆς ἀφιερώνει ὁλόκληρο κεφάλαιο (σ. 95-107). ῎Οντας σέ κατάσταση ἔντονου ψυχικοῦ φόρτου καί ἀμετρήτων δακρύων, ὁ Κλ. Κ. θά μᾶς πεῖ περί τῆς Μητέρας Τερέζας: «ἡ ψυχή τῆς Μητέρας Τερέζας ἀνέδιδε τόση ἀγάπη καί ζεστασιά πού οἱ πάγοι τῆς καρδιᾶς μου ἔλιωσαν. Μιά καρδιά πού ἐδῶ καί τόσο καιρό ἦταν ἀπό πέτρα μεταμορφώθηκε ἀμέσως σέ ἀνθρώπινη καρδιά. ῾Η Μητέρα Τερέζα στεκόταν σάν ἀληθινή μητέρα στούς φτωχούς, ἕνας ἀπό τούς ὁποίους ἤμουν κι ἐγώ. ῏Ηταν ἡ μητέρα μου. Ποτέ μου δέν εἶχα ἀληθινή Μητέρα, ἐνῶ αὐτή ἦταν μιά μοναδική γυναίκα, μιά μητέρα γιά μένα, τόν φτωχότερο τῶν φτωχῶν τῆς Καλκούτας» (σ. 102, 103).
   ῞Οσο κι ἄν μᾶς εἶναι συμπαθής ὁ Κλ. Κ. γιά τήν ὁμολογουμένως ἐξομολογητική του διάθεση, δέν μποροῦμε νά μήν παρατηρήσουμε τόν ἐντονότατο συναισθηματισμό πού ἐκπέμπουν τά βιώματά του, ἕναν συναισθηματισμό πού μπορεῖ νά ἀποβεῖ ἀνασταλτικός σέ μιά νηφάλια καί λογική ἐξέταση τῶν ἐσωτερικῶν του καταστάσεων. Πάλι ἡ Μητέρα Τερέζα φαίνεται νά τόν ἔχει θαμπώσει: «Τόσο μεγάλη ἦταν ἡ δύναμη τῶν λόγων της, ἀλλά καί τόσο πολύ ξαφνιάστηκα μέ τήν ἁπλότητά της, πού ἄλλαξε ριζικά ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἔβλεπα τά πράγματα» (σ. 104). Βέβαια, ὁ Κλ. Κ. βρισκόταν τότε σέ μία φάση ἀναζήτησης τῆς ἀλήθειας καί δικαιολογοῦνται  ἴσως κάποιες ὑπερβολικές ἐκφράσεις του, ὅπως οἱ παραπάνω. ῞Ομως, ἄν καί τό βιβλίο γράφτηκε ἐκ τῶν ὑστέρων, δέν βλέπουμε σέ κανένα σημεῖο νά ἀπομυθοποιεῖται -ἀπό ἕνα ὀρθόδοξο πλέον- τό πρότυπο τῆς Μητέρας Τερέζας. Παντοῦ θαυμασμός, θαυμασμός, θαυμασμός!  
   Σέ κάποιο ἄλλο σημεῖο ἡ Μητέρα Τερέζα κάνει στόν Κλ. Κ. μαθήματα θρησκευτικῆς χειρομαντείας!: «῞Ενα πρωΐ μοῦ εἶπε: ”᾿Ελα ἐδῶ„ καί μοῦ ἔπιασε τό χέρι ἀνοίγοντας τήν παλάμη μου. ”Κοίτα ἐδῶ... Στό μέσο τῆς παλάμης κάθε ἀνθρώπου ὑπάρχει ἕνα κεφαλαῖο Μ, πού σχηματίζεται ἀπό τίς γραμμές τοῦ χεριοῦ του· νά λές πώς ἡ Παρθένος Μαρία, ἡ μεγάλη Προστάτισσα, χάραξε αὐτό τό γράμμα, γιά νά μήν ξεχνᾶς πώς εἶναι ἡ Μητέρα τοῦ Χριστοῦ πού μεσιτεύει γιά μᾶς στόν Υἱό της. ῞Αμα ἔχεις δυσκολίες ἤ κάτι δέν πάει καλά, ἄνοιξε τήν παλάμη σου καί ζήτα τή βοήθεια τῆς Παναγίας. Θά τρέξει κοντά σου νά σέ προστατεύσει„» (σ. 105). Δέν νομίζω πώς χρειάζεται νά ἀνοίξουμε τό χέρι μας καί νά δοῦμε τίς γραμμές τῆς παλάμης μας γιά νά σπεύσει ἡ Παναγία μας σέ βοήθεια. Κάτι τέτοιες ἑρμηνεῖες ἀγγίζουν τά ὅρια τοῦ κωμικοῦ. ῾Η Παναγία Μητέρα μας μέ μιά ἁπλῆ ἐκ βάθους καρδίας ἐπίκλησή της εἶναι πραγματικά κοντά μας.
   ῾Ο  μακαριστός Γέροντας Σωφρόνιος τοῦ ῎Εσσεξ, ἄν καί ἀρχικά τοῦ ἔδειξε μιά πατρική συμπάθεια γιά τόν ὁμολογουμένως ἀξιέπαινο ἀγώνα πού ἔκανε νά ἀπεγκλωβιστεῖ ἀπό τά δίκτυα τοῦ μισοκάλου, ἐν τούτοις δέν φάνηκε διατεθειμένος νά τόν δεχθεῖ ἀμέσως στούς κόλπους τῆς ὀρθόδοξης  ᾿Εκκλησίας, προφανῶς γιά νά τόν δοκιμάσει καί νά τόν ὁδηγήσει σταδιακά σέ ἐπίπεδο ὡριμότητας  τέτοιο, ὥστε ἕτοιμος καί «κατηχημένος» νά δεχτεῖ τό ὀρθόδοξο βάπτισμα: «Πάντως, ὅταν βρισκόμουν μαζί του (ἔνν. μέ τόν Γέροντα Σωφρόνιο), ἔνιωθα κάτι τό ἀνείπωτο, ἕνα μυστήριο -ἡ ἴδια ἡ ἀγάπη κρυβόταν πίσω ἀπό τό χιοῦμορ του. Ὅταν γελοῦσε-καί αὐτό συνέβαινε συχνά ὅταν ἤμασταν μαζί- τρανταζόταν ὁλόκληρος καί νόμιζες πώς τόν σήκωνε ψηλά ἕνα σύννεφο. ῾Ωστόσο, ἀκόμα δέν ἦταν πρόθυμος νά μέ δεχτεῖ στούς κόλπους τῆς ᾿Εκκλησίας του. ῎Ετσι, γιά ἄλλη μιά φορά μοῦ εἶπε νά γυρίσω πίσω»  (σ. 397).
    ᾿Αργότερα ἡ πορεία του πρός τήν ᾿Ορθοδοξία εἶναι ὄντως ἐπαινετή. ᾿Εφάρμοσε ὅσα τοῦ εἶπε ὁ Γέροντας σχετικά μέ τή νοερά προσευχή: «Κλάους, σοῦ συνιστῶ νά κάνεις νοερά προσευχή. Τά λόγια εἶναι: ”Κύριε ᾿Ιησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με, τόν ἁμαρτωλό» „ ῎Αν λές τακτικά αὐτήν τήν  ”προσευχή τῆς καρδιᾶς„, θά δεῖς τήν καλή ἀλλοίωση πού θά σοῦ χαρίσει ὁ Κύριος». (σ. 397).   ῾Η κατοπινή του πορεία εἶναι ἀξιοπαρατήρητη: «Χάρη στήν καρδιακή προσευχή  πολλά πράγματα ἄλλαξαν σύν τῷ χρόνῳ. Μπόρεσα νά περάσω  ἀπό τό γάλα στή στερεά τροφή μέσω τῆς συνεχοῦς προσπάθειας καί τῆς πειθαρχίας» (σ. (401). Πράγματι, ἡ φωτεινή προσωπικότητα τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Σωφρονίου φαίνεται ὅτι ἐξάσκησε μιά εὐεργετική  ἐπίδραση στήν πνευματική ζωή τοῦ  Κλ. Κ. Γι᾿  αὐτό κι ὁ ἴδιος θά ὁμολογήσει στόν ἐπίλογο τοῦ βιβλίου: «῾Ο χριστιανικός δρόμος μοιάζει συχνά νά εἶναι ἀδιάβατος, ἀλλά ὅπως ἔδειξα καί στό ἀνά χείρας βιβλίο, δέν ὑπάρχει ἄλλη ἐναλλακτική ὁδός ἀπό αὐτήν τῆς ᾿Ορθοδοξίας» (σ. 418).
   Πάντως, τό βιβλίο αὐτό, ἄν διαβαστεῖ ἀπό κάποιον, θά πρέπει νά διαβαστεῖ μέ ἐπιφύλαξη καί προσοχή, ἰδίως στά σημεῖα ὅπου ἐπικεντρώσαμε τήν κριτική μας. ᾿Ασφαλῶς δέν εἶναι ἕνα βιβλίο πού θά συστήναμε σέ ἐφήβους, στούς ὁποίους δέν ἔχουν κατασταλάξει πολλά στοιχεῖα σχετικά μέ τήν πίστη. ῾Υπάρχει ὁ κίνδυνος νά ὁδηγηθοῦν σέ κόσμους πού δέν θά μποροῦν νά τούς ἐλέγξουν. ᾿Ενθυμοῦμαι,  ὅταν ἤμουν φοιτητής στή Θεολογική Σχολή,  μοῦ εἶχε προταθεῖ νά κάνω κάποια ἐργασία  στά πλαίσια θρησκειολογικοῦ μαθήματος στό βιβλίο: «῾Η αὐτοβιογραφία ἑνός Γιόγκι»,  ὅπου ἀπό ἕνα σύγχρονο γκουροῦ παρουσιαζόταν μέ κάθε λεπτομέρεια ἡ κοσμοαντίληψη τῆς Γιόγκα. ῞Οταν κατόπιν ρώτησα τόν μακαριστό καί πολύ ἀγάπητό μου πατέρα ᾿Αντώνιο ᾿Αλεβιζόπουλο γιά τό ἐγχείρημα αὐτό, ἐκεῖνος μέ ἀπέτρεψε, ἐπισημαίνοντάς μου παράλληλα τούς κινδύνους στούς ὁποίους θά μποροῦσα νά ἐμπλακῶ.   
   ῾Ο ᾿Απόστολος Παῦλος μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι «διὰ πολλῶν θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ»  (Πράξ. ιδ΄, 22). ῎Ας παρακαλέσουμε τόν φιλεύσπλαγχνο Πατέρα ὅλων μας, ὥστε ὅσες θλίψεις περάσουμε στή ζωή μας, νά μεταποιηθοῦν μέ τή χάρη Του σέ ἀληθινά ἐν Χριστῷ βιώματα, βιώματα πού θά μᾶς ὁδηγήσουν μέ ἀσφάλεια στό ἀκύμαντο λιμάνι τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.




     


Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2010

"ΝΑΙ Η ΟΧΙ ΣΤΗΝ "ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ" ΤΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ- ΕΝΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ-τοῦ Πρεσβυτέρου π. ᾿Αθανασίου Λαγουροῦ



᾿Οδυσσεύς τοῦ Klision: Πρίν λίγες '"ημέρες κυκλοφόρησε ἕνα μικρό πόνημα τοῦ Πρεσβυτέρου π. ᾿Αθανασίου Λαγουροῦ, ἐφημερίου τοῦ ᾿Ιεροῦ Ναοῦ ῾Αγίας Παρασκευῆς ᾿Αττικῆς μέ τόν λίαν ἐπίκαιρο γιά τά πρόσφάτως διαδραματισθέντα ἐκκλησιαστικά δρώμενα: "ΝΑΙ Η ΟΧΙ ΣΤΗΝ "ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ" ΤΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ- ΕΝΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ (σελ. 62), ᾿Εκδόσεις ΤΗΝΟΣ. Πρόκειται γιά μιά μικρή καί συγχρόνως περιεκτική μελέτη, ὁ ὁποία παίρνει ἀφορμή ἀπό τό θέμα τῆς εἰσαγωγῆς μεταφράσεων στήν θεια λατρεία μας καί τῆς ἐπιμονῆς ὁρισμένων κληρικῶν νά τίς ὑπερασπίζονται μέ πάθος. ῾Ο π. ᾿Αθανάσιος δίνει μιά ἐμπεριστατωμένη ἀπάντηση, ὁ ὁποία καί θά συζητηθεῖ εὑρέως. ῞Οπως σημειώνεται καί στό προλογικό του σημείωμα: "Σκοπός τοῦ γράφοντος εἶναι ἡ ἔκθεση τοῦ προβληματισμοῦ γύρω ἀπό τήν "ΑΛΛΑΓΗ" τῆς γλώσσης, ἡ ὁποία χρησιμοποιεῖται στή λατρεία τῆς ᾿Εκκλησίας. (...) "Μιά ἀπάντηση "γιά τό γλωσσικό τῆς ᾿Εκκλησίας". Μιά ἀπάντηση ἐκκλησιαστική, ὀρθόδοξη, ἀληθινή, ρεαλιστική, γερά θεμελιωμένη στά πατερικά κριτήρια". Καί ἡ ἀπάντηση, ἀσφαλῶς, εἶναι: ΟΧΙ ΣΤΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ. ᾿Εμεῖς, ἁπλῶς, νά προσυπογράψουμε τά παραπάνω, νά εὐχαριστήσουμε τόν π. ᾿Αθανάσιο γιά τά ἰσχυρά ἐπιχειρήματα πού ἀναπτύσσει στό πόνημά του.Τό συστήνουμε ἀνεπιφύλακτα σέ κάθε κληρικό καί λαϊκό. Τό κόστος του εἶναι μικρό, ἀλλά ἡ ἀξία του μεγάλη! Συγχαρητήρια καί σέ ἄλλα.

Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2009

ΚΛΑΟΥΣ ΚΕΝΕΘ-ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ

Η ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΙΚΗ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΚΛΑΟΥΣ ΚΕΝΕΘ ΚΑΙ ΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΕΙ

Βιβλιοκριτική
Πρεσβυτέρου π. Σταύρου Τρικαλιώτη


῞Οταν διαβάζεις κάποιο βιβλίο, στό τέλος ἀναρωτιέσαι: καί τώρα τί μοῦ ἔμεινε, τί ἀποκόμισα; Τό ἴδιο ἐρώτημα ἔθεσα στόν ἑαυτό μου, ὅταν τό φετινό καλοκαίρι τέλειωσα τό πολυδιαφημιζόμενο βιβλίο τοῦ Κλάους Κένεθ: «Χιλιάδες μίλια πρός τόν δρόμο τῆς καρδιᾶς. ᾿Από τό σκοτάδι τοῦ μίσους στόν Γέροντα Σωφρόνιο» (ἐκδ. ᾿Εν πλῷ, ᾿Αθήνα 2009). ῾Η ἀλήθεια εἶναι ὅτι αὐτό τό βιβλίο μέ προβλημάτισε πολύ καί μοῦ γέννησε ὁρισμένα ἐρωτηματικά, τά ὁποῖα θεώρησα σκόπιμο νά θέσω στήν κρίση τοῦ ὀρθόδοξου ἀναγνωστικοῦ κοινοῦ, μιά καί σέ αὐτό κυρίως ἀπευθύνεται ἡ μετάφρασή του στά ἑλληνικά.
῾Ο συγγραφέας τοῦ βιβλίου Κλάους Κένεθ γράφει χαρακτηριστικά ὁλοκληρώνοντας τό βιβλίο του: «Σκοπός τοῦ παρόντος βιβλίου εἶναι νά ἀποτελέσει μιά μαρτυρία γιά τό ὅτι ἡ συγχώρηση τῶν ἁμαρτημάτων μας καί ἡ ἐσωτερική μας ἀναγέννηση θά εἶναι πράγματα ἐφικτά, παντοῦ καί πάντα, ὅσο ἡ ἀγάπη τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ἁγίου Πνεύματος θά συγκινεῖ τήν καρδιά μας (...)» (σ. 412) . Δέν εἶμαι σίγουρος ἄν τό βιβλίο αὐτό ἐπιτυγχάνει τό σκοπό του. ῾Υπάρχουν πολλά σημεῖα στά ὁποῖα «μπάζει» νερά, σημεῖα τά ὁποῖα χρήζουν μεγάλης προσοχῆς, διασαφηνίσεως καί ἑρμηνείας. ῾Υπάρχουν ὅμως καί πολύ καλές καί δυνατές σελίδες, πού ἀποπνέουν τό ἄρωμα τῆς εἰλικρινοῦς ἐξομολογήσεως τοῦ συγγραφέα, καθώς καί ἀξιόλογες πληροφορίες πού θά μποροῦσαν νά χρησιμοποιηθοῦν στόν ἀπολογητικό τομέα τῆς ᾿Εκκλησίας μας. ῞Ομως, ὅταν ἕνα ὄμορφο πλοῖο ἀρχίζει νά «μπάζει νερά», δέν θά κοιτάζουμε τήν πολυτέλεια καί τίς ἀνέσεις πού ἔχει, ἀλλά τό πῶς θά κλείσουμε τίς τρύπες εἰσόδου τῶν θαλασσίων ὑδάτων, εἰδάλλως ὑπάρχει ὁ κίνδυνος νά καταποντιστοῦμε κι ἐμεῖς μαζί μέ τό ὄμορφο πλοῖο. Καί ὑπάρχουν, δυστυχῶς, ὁρισμένες τρύπες σ᾿ αὐτό τό βιβλίο πού πρέπει νά τίς ἐξετάσουμε μέ τή δέουσα προσοχή. Πρoτοῦ ὅμως ξεκινήσουμε, θεωρήσαμε σκόπιμο νά δώσουμε ὁρισμένες πληροφορίες γιά τόν συγγραφέα καί τή ζωή του.
῾Η ζωή τοῦ Κλάους Κένεθ (ἀπό ἐδῶ καί στό ἑξῆς:Κλ. Κ.) εἶναι ὄντως περιπετειώδης. ᾿Από τή γέννησή του (1945) ἕως τό 1983 πού γνώρισε τόν μακαριστό Γέροντα Σωφρόνιο, ἡ ζωή του χαρακτηρίζεται ἀπό ἔντονες πνευματικές διακυμάνσεις.
᾿Από τήν παιδική του ἡλικία τόν στιγματίζουν οἱ κακουχίες καί ἠ γονεϊκή ἐγκατάλειψη. Σέ νεαρή ἡλικία κακοποιεῖται σεξουαλικά ἀπό ἕναν καθολικό ἱερέα, γεγονός πού τόν κάνει νά ἀποστραφεῖ τόν Χριστιανισμό. Στά ἐφηβικά του χρόνια ἐξωθεῖται σέ ἀντικοινωνικές καί ἀναρχικές συμπεριφορές πού ἔχουν ὡς συνέπεια τίς συχνές καταδίκες καί φυλακίσεις του. ᾿Αργότερα ὡς νέος ἐγκαταλείπει τίς Πανεπιστημιακές του σπουδές καί γιά ἑπτά χρόνια (1967-1973) βυθίζεται στόν κόσμο τῶν ναρκωτικῶν .
᾿Αργότερα, τόν βρίσκουμε νά περιπλανιέται σ᾿ ὁλόκληρο τόν ἀνατολικό κόσμο ἀναζητώντας τήν ἀλήθεια καί –κυρίως- τή δύναμη νά ἐξουσιάζει τούς ἀνθρώπους, τούς ὁποίους μισεῖ ὁλοένα καί περισσότερο. Στήν ἀναζήτησή του αὐτή περνάει ἀπό ὅλες τίς μεγάλες θρησκεῖες (᾿Ισλαμισμό, ᾿Ινδουϊσμό, Βουδισμό). ᾿Αργότερα τόν βρίσκουμε μπλεγμένο στά γρανάζια τοῦ λατινοαμερικάνικου ἀποκρυφισμοῦ καί τή μαγεία. Στήν Κολομβία γλιτώνει ἀπό βέβαιο θάνατο.
Στά τριάντα ἕξι του χρόνια ἐπιστρέφει στήν Εὐρώπη, ὁλοκληρώνει τίς σπουδές του καί διορίζεται ὡς καθηγητής σέ σχολεῖο. ῎Ερχεται σέ ἐπαφή μέ τόν Προτεσταντικό χῶρο καί τίς ποικίλες παραφυάδες του καί σιγά σιγά μεταστρέφεται στόν Χριστιανισμό.
῾Ως ὀρθόδοξος δίνει τή μαρτυρία τοῦ Χριστοῦ μέ ὅποιον τρόπο νομίζει πιό πρόσφορο. Μέ εὐλογία τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Σωφρονίου μεταφράζει στά γερμανικά τό ἔργο του: «῾Η ζωή του ζωή μου». Περιοδεύει τήν Εὐρώπη καί ὁμιλεῖ γιά τήν ᾿Ορθοδοξία μέ βάση τήν προσωπική του πορεία καί μεταστροφή. ᾿Αναπτύσσει ἔντονη φιλανθρωπική δράση στή Σερβία καί τήν ᾿Αφρική. Τό βιβλίο πού ἐξετάζουμε ἔχει μεταφραστεῖ σέ ἑπτά γλῶσσες καί ἀποτελεῖ μιά «μυθιστορηματική βιογραφία» τοῦ Κλ. Κ.
῾Ο Κλ. Κ. γιά ἕνα μεγάλο διάστημα τῆς ζωῆς του ἐξ αἰτίας τῶν τραυματικῶν ἐμπειριῶν πού εἶχε ἀποκομίσει ἀπό τόν καθολικισμό, κλείνει ἑρμητικά τήν πόρτα τῆς ψυχῆς του στόν ᾿Ιησοῦ Χριστό: «Δυστυχῶς, ἐξαιτίας τῶν μεγάλων τραυμάτων πού εἶχα ὑποστεῖ, ὅταν ἤμουν παιδί, δέν μποροῦσα νά δῶ ὅ, τι εἶχε σχέση μέ τόν Χριστιανισμό. Στήν πραγματικότητα, ἐκεῖνο πού μέ ἐμπόδιζε νά πλησιάσω τήν ”κοινότητα„ ἀπό τήν ὁποία εἶχα ξεμακρύνει, ἦταν -ὅπως πάντα- ἡ φανερή ὑποκρισία τῶν κατ᾿ ὄνομα μόνο χριστιανῶν» (σ. 158). ῾Επομένως, Κλ. Κ. εἶναι ὁ τύπος τοῦ ἀπογοητευμένου ἀπό τά τυπικά σχήματα καί τήν θρησκευτική ὑποκρισία χριστιανοῦ, ὁ ὁποῖος σάν τό διψασμένο ἐλάφι ἀναζητᾶ νά ξεδιψάσει τήν πνευματική του δίψα σέ χώρους «ἀλλοτρίους», οἱ ὁποῖοι ἀρχικά τοῦ δίνουν τήν ἐντύπωση ὅτι θά τοῦ προσφέρουν τόν «παράδεισο». Δέν θά ἀργήσει ὅμως σιγά σιγά νά συνειδητοποιήσει ὅτι ἡ ξένη χώρα μόνο ξυλοκέρατα θά εἶχε νά τοῦ προσφέρει καί μιά ψευδαίσθηση τοῦ ἀληθινοῦ παραδείσου: «Οἱ περιπετειώδεις σκηνές πού ζοῦσα στή ζούγκλα τῆς Μαλαισίας, παλεύοντας μέ σκορπιούς, πιθήκους καί φίδια, ἐναλλάσσονταν πλέον μέ αὐτές τῆς ἐσωτερικῆς μου ζούγκλας, ὅπου συνωστίζονταν δαίμονες, πνεύματα καί ὀχιές» (σ. 116). ῾Η πολυπόθητη, ὅμως, ἐσωτερική γαλήνη καί ἐλευθερία ἦταν ἕνα ἄπιαστο ὄνειρο.
῾Ο Κλ. Κ. περιγράφει μιά ἀνεξήγητη προσωπική του ἐμπειρία, πού ἐμπεριέχει πολλά στοιχεῖα ἀντιφάσεως. Καταρχάς μᾶς μιλάει γιά μιά ἐπισκεψη τῆς χάρης, ἐνῶ βρισκόταν σέ μιά κατάσταση ἀφόρητου πόνου ζώντας μέσα σ᾿ ἕνα βουδιστικό μοναστήρι: «...ἦρθε ξαφνικά ἡ χάρη τοῦ Χριστοῦ. ῾Ο ἄγνωστος γιά μένα, ἀλλά φιλεύσπλαγχνος Κύριος, θέλησε νά ἀποκαλύψει τό πρόσωπό Του σέ ἐμένα, τό πολύπαθο παιδί του, γι᾿ αὐτό καί ἐπέτρεψε νά βρεθῶ ἐνώπιον καταστάσεων μέσα ἀπό τίς ὁποῖες μποροῦσε νά μοῦ ἀποκαλυφθεῖ κατά ἕνα ἰδιαίτερο τρόπο» (σ. 138). Παρακάτω ἐξηγεῖ ὅτι αὐτή ἡ ἐπίσκεψη τῆς χάρης ἦταν μία μικρή Καινή Διαθήκη πού βρέθηκε μέσα στήν τσέπη του καί μία περικοπή σχετικά μέ τή μοιχαλίδα πού συγχώρεσε ὁ Κύριος.
Παρά τῆς ἐπίσκεψη τῆς χάρης τοῦ Χριστοῦ ἀδυνατεῖ, ὅπως ὁμολογεῖ, νά βγεῖ ἀπό τό ἀδιέξοδό του καί τίς τραυματικές του ἐμπειρίες: « ῏Ηταν ἀπίστευτο πού ἡ βοήθεια μοῦ δόθηκε τή στιγμή ἀκριβῶς πού τή χρειαζόμουν. Πάντως συνέχιζα νά εἶμαι παγιδευμένος τόσο στή ζούγκλα τῶν βασάνων μου ὅσο καί σέ αὐτή τῆς Ταϋλάνδης, καί κάτι τέτοιο δέν μέ ἄφηνε νά δῶ τόν ”χριστιανισμό„ ὡς μιά πραγματική ἐναλλακτική ὁδό. Μά πῶς νά ξεχάσω τά ἑπτά χρόνια πού πέρασα κοντά σέ αὐτόν τόν κατ᾿ ὄνομα μόνο ἱερέα...» (σ. 141). Φαίνεται πώς ἡ ἐπίσκεψη τῆς χάρης τοῦ Χριστοῦ δέν ἦταν τόσο δραστική καί γι᾿ αὐτό ἐπιδόθηκε μέ περισσότερο ζῆλο στόν διαλογισμό καί ἔφτασε μάλιστα σέ ἐπίπεδο τελειότητας μέ ἁπτά ἀποτελέσματα: ἔβγαινε ἀπό τό σῶμα του καί βίωνε παρόμοιες καταστάσεις πού περιγράφουν οἱ κλινικά νεκροί! (σ. 141, 142). Αὐτή τήν ἐμπειρία του τήν χαρακτηρίζει ὡς «φωτεινή πλευρά τοῦ διαλογισμοῦ». Παρακάτω ὅμως μᾶς ἀποκαλύπτει: «ὑπῆρχε ὅμως καί ἡ ἄλλη ὄψη τοῦ νομίσματος: τώρα πιά μοῦ ἐμφανίζονταν δαίμονες, μέ τίς πιό ἀποκρουστικές μορφές, ἀλλά τό πιό τρομακτικό ἦταν ὅτι μποροῦσα νά τούς βλέπω κανονικά, μέ τά ἴδια μου τά μάτια, ὡς εἰκόνες πού σχηματίζονταν ἀπό ἀκτῖνες λέιζερ» (σ. 143).
Σέ πολλά σημεῖα περιγράφει τήν κόλαση πού βιώνει. Δέν εἶναι σίγουρος γιά τήν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ. ῎Οντας στή Βολιβία καί περνώντας δύσκολες καταστάσεις θά ἀναφωνήσει: «Δέν εἶχα καμία ἐπιθυμία νά συνεχίσω νά ζῶ μέσα στήν ἄγνοια. Μιά δυνατή φωνή βγῆκε ἀπό τά βάθη τῆς χαμένης καρδιᾶς μου: ”Θεέ μου, ἄν ὑπάρχεις, ἔλα καί σῶσε με τώρα„» (σ. 183). ῎Εχει ἀρχίσει νά συνειδητοποιεῖ ὅτι εἶναι ἐγκλωβισμένος ἀπό ἰσχυρές σκοτεινές δυνάμεις, ἀπό τίς ὁποῖες καί προσπαθεῖ νά ἀπελευθερωθεῖ (σ. 189, 190).
Κατόπιν γνωρίζει τόν προτεσταντικό χῶρο καί ἀρχίζει νά ἐξηγεῖ διάφορα περιστατικά πού τοῦ συμβαίνουν στή ζωή του ὡς θαύματα καί νά βλέπει πίσω ἀπό αὐτά τό προστατευτικό χέρι τοῦ Θεοῦ. ᾿Αργότερα, κατά προτροπή κάποιας φίλης του, θά γνωρίσει ἕναν προτεστάντη πάστορα, τόν Μόρις, ὁ ὁποῖος θά τόν πείσει ὅτι ἔχει δώσει δικαιώματα στόν διάβολο καί θά τοῦ κάνει μάλιστα καί δύο ἐξορκισμούς. ῾Ο πρῶτος δέν ἔπιασε, ὁ δεύτερος ὅμως ἔπιασε γιά τά καλά. ῾Ο προτεστάντης πάστορας ἀποφάνθηκε: «Τώρα πιά πρέπει νά νιώθεις πολύ ἀσφαλής. Εἶσαι πλέον σέ θέση νά ἀκούσεις τόν Κύριο» (σ. 220). ᾿Ενῶ δέχεται νά τόν ἐξορκίσουν, ἀργότερα θά ὁμολογήσει: «Δέν εἶμαι χριστιανός. Δέν ἀνήκω στήν ὁμάδα σας (ἐνν. κάποια προτεσταντική παραφυάδα)» (σ. 221). Παντοῦ τό μπέρδεμα. Φάσκει καί ἀντιφάσκει. Συνεχῶς ἀναζητεῖ καί διαφορετικές θρησκευτικές ἐμπειρίες. Στή συνέχεια τόν βρίσκουμε νά ἔχει χωθεῖ γιά τά καλά στόν Προτεσταντισμό. ῾Ο Μόρις (ὁ προτεστάντης πάστορας) «ὕψωσε τά χέρια του πρός τόν οὐρανό καί φώναξε δυνατά καί μέ θαυμαστή συγκίνηση, ”᾿Αλληλούια! ῾Ο Κλάους τά κατάφερε! Δοξάστε τόν Κύριο!» (σ.243) (!!!). (τά πρόσθετα θαυμαστικά δικά μας).
Κατόπιν κοινωνεῖ κατά τό προτεσταντικό τυπικό καί στό τέλος διαπιστώνει: «᾿Επιτέλους, πορευόμουν τόν δρόμο πού ὁδηγοῦσε στόν παράδεισο. Καί ναί, διά τοῦ Χριστοῦ καί ἐν Χριστῷ, μπόρεσα καί νίκησα τόν φόβο τοῦ θανάτου! ῾Ο Χριστός εἶχε νικήσει τόν θάνατο. Μιά ζωή αὐτό δέν προσπαθοῦσα νά πετύχω;» (σ. 244). ῾Ο ἀναγνώστης διαβάζοντας αὐτές τίς γραμμές ἔχει τήν αἴσθηση ὅτι ὁ προτεσταντικός χῶρος δέν εἶναι καί τόσο ἀπορριπτέος, ὅσο θέλουν νά τόν παρουσιάζουν μερικοί, ὅτι καί ἐκεῖ ἐνεργεῖ ἡ χάρη τοῦ Χριστοῦ. ῞Οταν μάλιστα ὁ Κλ. Κ. φαίνεται σέ πολλά σημεῖα νά ὁμιλεῖ μέ τόν Χριστό κι ἐκεῖνος πολύ φυσικά νά τοῦ ἀπαντᾶ καί νά τόν καθοδηγεῖ, ἡ παραπάνω διαπίστωση γίνεται πιό πιστευτή. Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι σχεδόν τό μισό βιβλίο ἀναφέρεται στίς περιπλάνησή του σέ ἐξωχριστιανικές θρησκεῖες, τό ἄλλο μισό στήν θητεία του στόν προτεσταντικό χῶρο καί μόλις λίγες σελίδες στό τέλος στήν γνωριμία του μέ τόν Γέροντα Σωφρόνιο καί τή μεταστροφή του στήν ᾿Ορθοδοξία. Κι ἀναρωτιέται κανείς: γιατί νά χυθεῖ τόσο μελάνι στήν περιγραφή μιᾶς περιπέτειας; Πολλές φορές νιώθεις ὅτι ὁ Κλ. Κ. δέν παίρνει θέση περιγράφοντας τίς διάφορες πνευματικές του περιπέτειες. Δέν ἔχει ἐξ ἀρχῆς ἕνα κριτικό πνεῦμα ἔναντι τῶν αἱρέσεων στίς ὁποῖες εἶχε μπλεχτεῖ. Διαφαίνεται μιά συμπάθεια καί ἕνα πνεῦμα ἀνοχῆς, ἰδίως στούς Προτεστάντες. Μόνο πρός τό τέλος κάνει μιά κριτική ἀναθεώρηση καί φαίνεται νά ἀποστασιοποιεῖται.
᾿Εδῶ θά ἤθελα νά κάνω μιά παρέκβαση καί νά θυμίσω σέ ὅλους μας τόν μεγάλο κίνδυνο πού διατρέχουμε ὅλοι μας ἀπό τόν ἐπίβουλο τῆς σωτηρίας μας διάβολο, «τόν πλανῶντα τήν οἰκουμένην ὅλην», τοῦ ὁποίου τό τέλος προδιαγράφεται οἰκτρό, διότι θά βασανισθεῖ « ἡμέρας καὶ νυκτὸς εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων» (᾿Αποκ. κ΄, 10). Καί δέν μπορεῖ κάποιος νά ἰσχυρισθεῖ ὅτι εἶναι ἀπρόσβλητος ἀπό τίς προσβολές τοῦ Βελίαρ, γιατί σύμφωνα μέ τόν ἀπόστολο Παῦλο: «ὁ δοκῶν ἑστάναι βλεπέτω μὴ πέσῃ» (Α΄ Κορ. ι΄, 12). ᾿Εξ ἄλλου ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας μᾶς ἔχει προειδοποιήσει: «πολλοὶ γὰρ ἐλεύσονται ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου λέγοντες, ἐγώ εἰμι ὁ Χριστός, καὶ πολλοὺς πλανήσουσι» Ματθ. κδ΄, 5).
Βέβαια, ἔχουμε στήν ᾿Εκκλησία μας τήν κλήση τοῦ ᾿Απόστόλου τῶν ἐθνῶν Παύλου κατά τρόπο παράδοξο («κατ᾿ οἰκονομίαν τύφλωση») καί τό σωτηριῶδες ἐρώτημα πού τοῦ ἀπηύθυνε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός μετά : «Σαούλ, Σαούλ, τί με διώκεις». Καί ἡ κατάληξη τοῦ σωτηριώδους διαλόγου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ-Παύλου: «ἐγώ εἰμι ᾿Ιησοῦς ὁ Ναζωραῖος, ὃν σὺ διώκεις» (Πράξ. θ΄, 4-5· κβ΄, 7-8). ᾿Από ἐκεῖ κι ἔπειτα, ὁ ἀπόστολος Παῦλος βαπτίζεται, γίνεται ναός τοῦ ἁγίου Πνεύματος καί ὅλη του ἡ καρδιά ἐλευθερώνεται ἀπό τό σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας (Ρωμ. α΄, 2). Οἱ μετέπειτα πνευματικές του ἐμπειρίες εἶναι γνήσιες καί ἡ σχέση του μέ τόν Χριστό γίνεται πάντοτε ἐν ἁγίῳ Πνεύματι: «Οὐδεὶς δύναται εἰπεῖν Κύριος ᾿Ιησοῦς εἰ μὴ ἐν Πνεύματι ἁγίῳ» (Α΄ Κορ. ιβ΄, 3).
Δέν μποροῦμε νά ἰσχυρισθοῦμε ὅμως ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι πού ἐπιστρέφουν στόν Χριστό ἔχουν ἑκατό τοῖς ἑκατό γνήσιες πνευματικές ἐμπειρίες. ῾Ο κίνδυνος τῆς πλάνης ἐλλοχεύει πάντοτε. Γι᾿ αὐτό ὁ μέγας διδάσκαλος τῆς νηπτικῆς ἐργασίας Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης ἐπισημαίνει τούς κινδύνους τῆς πλάνης κατά τό ἔργο τῆς προσευχῆς: «Πρόσεχε οὖν ἀκριβῶς, Θεοῦ ἐραστά, ἐν γνώσει (=μέ ἀκρίβεια καί γνώση)· ἐπὰν ἐργαζόμενος τὸ ἔργον (ἐνν. τό δύσκολο πνευματικό ἔργο τῆς προσευχῆς), ἴδῃς φῶς ἤ πῦρ ἔξωθεν ἤ ἔσωθεν, ἤ σχῆμα δῆθεν Χριστοῦ ἤ ῎Αγγέλου ἤ ἑτέρου τινός, μὴ παραδέξῃ αὐτό, ἵνα μὴ βλάβην ὑποστῇς· μηδὲ σὺ ἀφ᾿ ἑαυτοῦ εἰκονικῶς προσέχων (=μῆτε ἐσύ ὁ ἴδιος προσέχοντας τίς εἰκόνες αὐτές), ἐάσῃς τὸν νοῦν ἐκτυποῦν τοιαῦτα (=ἀφήσεις τόν νοῦ σου νά τίς ἀποτυπώνει). Πάντα γὰρ ταῦτα ἔξωθεν ἀκαίρως μετασχηματιζόμενα, πρὸς τὸ πλανῆσαι τὴν ψυχὴν γίνονται» (Φιλοκαλία, τ. Δ΄, σελ. 76, ἔκδ. ᾿Αστέρος).
῎Ας σημειωθεῖ ὅτι οἱ προτροπές αὐτές τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Σιναΐτου γίνονται πρός βαπτισμένους ὀρθοδόξους χριστιανούς, ἀνθρώπους δηλ. πού ἔχουν ἀναγεννηθεῖ μέ τό θεῖο βάπτισμα. Πόσο μᾶλλον ἰσχύουν γιά ἀνθρώπους πού βυθίζονται στή θάλασσα τοῦ Προτεσταντισμοῦ καί σέ ἀμφισβητούμενες ἐμπειρίες τοῦ χώρου αὐτοῦ. Πῶς, λοιπόν, μποροῦμε νά δεχτοῦμε ἀβασάνιστα ὅσα μᾶς λέει παρακάτω ὁ Κλ. Κ. ὅταν ἤθελε νά κοινωνήσει ἀπό τούς Προτεστάντες καί δέν ἤξερε ἄν τόν ἤθελε πραγματικά ὁ Χριστός; Μᾶς λέει λοιπόν: «Κι ἐπειδή τό δίλημμα αὐτό μονοπωλοῦσε τίς σκέψεις μου, ἔγειρα αὐθόρμητα τό κεφάλι ἐμπρός καί ἔκλεισα τά μάτια ὥστε τίποτα νά μήν ἀποσπᾶ τήν προσοχή μου. Τότε Τόν ρώτησα: ”Χριστέ, θές νά ᾿ ρθω;„ Μέσα σέ κλάσματα δευτερολέπτου, σάν νά περίμενε ἀπό καιρό τή στιγμή αὐτή, ἔδωσε τό ”παρών„ καί μοῦ μίλησε! ῎Οχι, δέν ἤταν προϊόν τῶν σκέψεών μου, γιατί Τόν ἄκουσα νά λέει δυνατά καί καθαρά: ”Ναί, ἔλα! Σοῦ ἔχω δώσει ἄφεση ἁμαρτιῶν„» (σ. 227, 228). ᾿Εμεῖς τώρα, πρέπει νά πιστέψουμε τόν Κλ. Κ. ὅτι αὐτά δέν εἶναι προϊόντα τῶν σκέψεών του, γιατί ἄκουσε τόν Χριστό νά τοῦ μιλάει δυνατά καί καθαρά! Θά μπορούσαμε, πράγματι, νά εἴμαστε πιό καλοδιάθετοι καί πιό δεκτικοί στίς «ἀποκαλύψεις» τοῦ Κλ. Κ., ἄν δέν ὑπῆρχε κι αὐτή ἡ μυστηριώδης ὁραματίστρια ἡ κυρία Γκροζάν «πού ἔμενε στή Λωζάνη καί ἦταν πολύ γνωστή γιά τό χάρισμα πού εἶχε νά βλέπει ὁράματα, τά ὁποῖα πάντα ἐπαληθεύονταν» ! (σελ. 245) ῎Ετσι, λοιπόν, ἡ περίφημη αὐτή κυρία Γκροζάν εἶπε τά ἑξῆς ἀποκαλυπτικά στόν Κλ. Κ. : «Τή στιγμή ἀκριβῶς πού μοῦ δίνατε τό δισκοπότηρο μέ τόν οἶνο, εἶδα ἕνα ὅραμα: Οἱ πύλες τοῦ οὐρανοῦ ἄνοιξαν διάπλατα. Ο οὐράνιοι οἰκοδεσπότες ἀνήγγελλαν μιά πολύ μεγάλη νίκη καί οἱ ἄγγελοι ἔψαλλαν ἕνα θεσπέσιο ὕμνο» (σ. 244). ῾Ο Κλ. Κ. κοίταξε τή συγκινημένη καί δακρυσμένη κυρία καί μέ δάκρυα στά μάτια τῆς ἀπάντησε: «Νομίζω πώς μόλις... ἔγινα χριστιανός...» (σ. 245). Πολλά δάκρυα, πολλή συγκίνηση, πολύς συναισθηματισμός! Ποῦ, ὅμως, βρίσκεται ἡ ἀλήθεια; Θά δεχθοῦμε ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ αὐτές τίς θρησκευτικές ἐμπειρίες ἤ θά ἀκούσουμε τόν ἅγιο ᾿Ιωάννη τόν Χρυσόστομο πού μᾶς διδάσκει: «ποικίλον καί πολυειδὲς καὶ συγκεχυμένον ἡ πλάνη, ἡ δὲ ἀλήθεια μία» (Ε.Π.Ε. 16Β, 386). ᾿Αλλά μήπως καί στόν ὀρθόδοξο χῶρο δέν ἔχουμε τίς λεγόμενες «φωτισμένες», πού βλέπουν μέ πολλή ἄνεση τόν Χριστό, τήν Παναγία, τούς ᾿Αγγέλους, πού φορᾶνε κάτι ὅμοιόμορφες μαντῆλες καί κρατοῦν σφικτά στά χέρια τους ἕναν ξύλινο σταυρό; ῾Η ᾿Εκκλησία μας εἶναι πολύ ἐπιφυλακτική σέ τέτοιου εἴδους καταστάσεις καί μᾶς κρούει τήν κώδωνα τοῦ κινδύνου: Προσοχή! Προσοχή! Προσοχή! ᾿Ιδίως ἄτομα πού ἔχουν περάσει «πολλά στή ζωή τους», γίνονται εὔκολη λεία στά χέρια τοῦ ἀρχεκάκου. ῾Η ῾Αγία Γραφή μᾶς ἐπισημαίνει ὅτι ὁ σατανᾶς «μετασχηματίζεται εἰς ἄγγελον φωτός»! (Β΄ Κορ. ια΄, 14).
Εἶναι ἀρκετά πράγματα πού μᾶς παραξένεψαν κατά τήν ἀνάγνωση αὐτοῦ τοῦ βιβλίου, τά ὁποῖα καί θά παραλείψω. ῞Ενα τελευταῖο καί ἐνδεικτικό εἶναι ὁ θαυμασμός καί ἀποδοχή πού δείχνει ὁ Κλ. Κ. στό πρόσωπο τῆς Μητέρας Τερέζας, τήν ὁποία καί εἶχε γνωρίσει προσωπικῶς. Γιά ὅσους δέν θυμοῦνται τά περί τῆς Μητέρας Τερέζας νά ποῦμε ὅτι ἦταν καθολική μοναχή, ἱδρύτρια μοναχικοῦ τάγματος καί ὅτι τό 1979 βραβεύτηκε μέ τό Νόμπελ εἰρήνης γιά τή φιλανθρωπική καί εἰρηνευτική της δραστηριότητα. Πέθανε σέ ἡλικία 87 ἐτῶν τό 1987, ἀλλά ὁ Πάπας ᾿Ιωάννης Παῦλος ὁ Β΄ δέν ἔχασε τήν χρυσή εὐκαιρία γιά προβολή τοῦ Καθολικισμοῦ καί τό 2003 τήν ἀνεκήρυξε σέ ὁσία. ῞Οπως μᾶς πληροφοροῦν τά ΜΜΕ : «Προσκυνητές ἀπό κάθε γωνιά τοῦ κόσμου κατέφθασαν στή Ρώμη γιά νά τιμήσουν τή μνήμη τῆς μοναχῆς πού ἀφιέρωσε τή ζωή της στούς φτωχούς, τούς ἄστεγους καί τούς ἄρρωστους τῆς Καλκούτας» (πηγή: διαδίκτυο BBC.GREEK.com).
῾Ο Κλ. Κ. μᾶς λέγει πώς ἡ Μητέρα Τερέζα τόση μεγάλη ἐπιρροή εἶχε πάνω του πού τόν ἔκανε νά κλάψει ὕστερα ἀπό εἴκοσι χρόνια. (σ. 29). Μάλιστα στό βιβλίο του τῆς ἀφιερώνει ὁλόκληρο κεφάλαιο (σ. 95-107). ῎Οντας σέ κατάσταση ἔντονου ψυχικοῦ φόρτου καί ἀμετρήτων δακρύων, ὁ Κλ. Κ. θά μᾶς πεῖ περί τῆς Μητέρας Τερέζας: «ἡ ψυχή τῆς Μητέρας Τερέζας ἀνέδιδε τόση ἀγάπη καί ζεστασιά πού οἱ πάγοι τῆς καρδιᾶς μου ἔλιωσαν. Μιά καρδιά πού ἐδῶ καί τόσο καιρό ἦταν ἀπό πέτρα μεταμορφώθηκε ἀμέσως σέ ἀνθρώπινη καρδιά. ῾Η Μητέρα Τερέζα στεκόταν σάν ἀληθινή μητέρα στούς φτωχούς, ἕνας ἀπό τούς ὁποίους ἤμουν κι ἐγώ. ῏Ηταν ἡ μητέρα μου. Ποτέ μου δέν εἶχα ἀληθινή Μητέρα, ἐνῶ αὐτή ἦταν μιά μοναδική γυναίκα, μιά μητέρα γιά μένα, τόν φτωχότερο τῶν φτωχῶν τῆς Καλκούτας» (σ. 102, 103).
῞Οσο κι ἄν μᾶς εἶναι συμπαθής ὁ Κλ. Κ. γιά τήν ὁμολογουμένως ἐξομολογητική του διάθεση, δέν μποροῦμε νά μήν παρατηρήσουμε τόν ἐντονότατο συναισθηματισμό πού ἐκπέμπουν τά βιώματά του, ἕναν συναισθηματισμό πού μπορεῖ νά ἀποβεῖ ἀνασταλτικός σέ μιά νηφάλια καί λογική ἐξέταση τῶν ἐσωτερικῶν του καταστάσεων. Πάλι ἡ Μητέρα Τερέζα φαίνεται νά τόν ἔχει θαμπώσει: «Τόσο μεγάλη ἦταν ἡ δύναμη τῶν λόγων της, ἀλλά καί τόσο πολύ ξαφνιάστηκα μέ τήν ἁπλότητά της, πού ἄλλαξε ριζικά ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἔβλεπα τά πράγματα» (σ. 104). Βέβαια, ὁ Κλ. Κ. βρισκόταν τότε σέ μία φάση ἀναζήτησης τῆς ἀλήθειας καί δικαιολογοῦνται ἴσως κάποιες ὑπερβολικές ἐκφράσεις του, ὅπως οἱ παραπάνω. ῞Ομως, ἄν καί τό βιβλίο γράφτηκε ἐκ τῶν ὑστέρων, δέν βλέπουμε σέ κανένα σημεῖο νά ἀπομυθοποιεῖται -ἀπό ἕνα ὀρθόδοξο πλέον- τό πρότυπο τῆς Μητέρας Τερέζας. Παντοῦ θαυμασμός, θαυμασμός, θαυμασμός!
Σέ κάποιο ἄλλο σημεῖο ἡ Μητέρα Τερέζα κάνει στόν Κλ. Κ. μαθήματα θρησκευτικῆς χειρομαντείας!: «῞Ενα πρωΐ μοῦ εἶπε: ”᾿Ελα ἐδῶ„ καί μοῦ ἔπιασε τό χέρι ἀνοίγοντας τήν παλάμη μου. ”Κοίτα ἐδῶ... Στό μέσο τῆς παλάμης κάθε ἀνθρώπου ὑπάρχει ἕνα κεφαλαῖο Μ, πού σχηματίζεται ἀπό τίς γραμμές τοῦ χεριοῦ του· νά λές πώς ἡ Παρθένος Μαρία, ἡ μεγάλη Προστάτισσα, χάραξε αὐτό τό γράμμα, γιά νά μήν ξεχνᾶς πώς εἶναι ἡ Μητέρα τοῦ Χριστοῦ πού μεσιτεύει γιά μᾶς στόν Υἱό της. ῞Αμα ἔχεις δυσκολίες ἤ κάτι δέν πάει καλά, ἄνοιξε τήν παλάμη σου καί ζήτα τή βοήθεια τῆς Παναγίας. Θά τρέξει κοντά σου νά σέ προστατεύσει„» (σ. 105). Δέν νομίζω πώς χρειάζεται νά ἀνοίξουμε τό χέρι μας καί νά δοῦμε τίς γραμμές τῆς παλάμης μας γιά νά σπεύσει ἡ Παναγία μας σέ βοήθεια. Κάτι τέτοιες ἑρμηνεῖες ἀγγίζουν τά ὅρια τοῦ κωμικοῦ. ῾Η Παναγία Μητέρα μας μέ μιά ἁπλῆ ἐκ βάθους καρδίας ἐπίκλησή της εἶναι πραγματικά κοντά μας.
῾Ο μακαριστός Γέροντας Σωφρόνιος τοῦ ῎Εσσεξ, ἄν καί ἀρχικά τοῦ ἔδειξε μιά πατρική συμπάθεια γιά τόν ὁμολογουμένως ἀξιέπαινο ἀγώνα πού ἔκανε νά ἀπεγκλωβιστεῖ ἀπό τά δίκτυα τοῦ μισοκάλου, ἐν τούτοις δέν φάνηκε διατεθειμένος νά τόν δεχθεῖ ἀμέσως στούς κόλπους τῆς ὀρθόδοξης ᾿Εκκλησίας, προφανῶς γιά νά τόν δοκιμάσει καί νά τόν ὁδηγήσει σταδιακά σέ ἐπίπεδο ὡριμότητας τέτοιο, ὥστε ἕτοιμος καί «κατηχημένος» νά δεχτεῖ τό ὀρθόδοξο βάπτισμα: «Πάντως, ὅταν βρισκόμουν μαζί του (ἔνν. μέ τόν Γέροντα Σωφρόνιο), ἔνιωθα κάτι τό ἀνείπωτο, ἕνα μυστήριο -ἡ ἴδια ἡ ἀγάπη κρυβόταν πίσω ἀπό τό χιοῦμορ του. Ὅταν γελοῦσε-καί αὐτό συνέβαινε συχνά ὅταν ἤμασταν μαζί- τρανταζόταν ὁλόκληρος καί νόμιζες πώς τόν σήκωνε ψηλά ἕνα σύννεφο. ῾Ωστόσο, ἀκόμα δέν ἦταν πρόθυμος νά μέ δεχτεῖ στούς κόλπους τῆς ᾿Εκκλησίας του. ῎Ετσι, γιά ἄλλη μιά φορά μοῦ εἶπε νά γυρίσω πίσω» (σ. 397).
᾿Αργότερα ἡ πορεία του πρός τήν ᾿Ορθοδοξία εἶναι ὄντως ἐπαινετή. ᾿Εφάρμοσε ὅσα τοῦ εἶπε ὁ Γέροντας σχετικά μέ τή νοερά προσευχή: «Κλάους, σοῦ συνιστῶ νά κάνεις νοερά προσευχή. Τά λόγια εἶναι: ”Κύριε ᾿Ιησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με, τόν ἁμαρτωλό» „ ῎Αν λές τακτικά αὐτήν τήν ”προσευχή τῆς καρδιᾶς„, θά δεῖς τήν καλή ἀλλοίωση πού θά σοῦ χαρίσει ὁ Κύριος». (σ. 397). ῾Η κατοπινή του πορεία εἶναι ἀξιοπαρατήρητη: «Χάρη στήν καρδιακή προσευχή πολλά πράγματα ἄλλαξαν σύν τῷ χρόνῳ. Μπόρεσα νά περάσω ἀπό τό γάλα στή στερεά τροφή μέσω τῆς συνεχοῦς προσπάθειας καί τῆς πειθαρχίας» (σ. (401). Πράγματι, ἡ φωτεινή προσωπικότητα τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Σωφρονίου φαίνεται ὅτι ἐξάσκησε μιά εὐεργετική ἐπίδραση στήν πνευματική ζωή τοῦ Κλ. Κ. Γι᾿ αὐτό κι ὁ ἴδιος θά ὁμολογήσει στόν ἐπίλογο τοῦ βιβλίου: «῾Ο χριστιανικός δρόμος μοιάζει συχνά νά εἶναι ἀδιάβατος, ἀλλά ὅπως ἔδειξα καί στό ἀνά χείρας βιβλίο, δέν ὑπάρχει ἄλλη ἐναλλακτική ὁδός ἀπό αὐτήν τῆς ᾿Ορθοδοξίας» (σ. 418).
Πάντως, τό βιβλίο αὐτό, ἄν διαβαστεῖ ἀπό κάποιον, θά πρέπει νά διαβαστεῖ μέ ἐπιφύλαξη καί προσοχή, ἰδίως στά σημεῖα ὅπου ἐπικεντρώσαμε τήν κριτική μας. ᾿Ασφαλῶς δέν εἶναι ἕνα βιβλίο πού θά συστήναμε σέ ἐφήβους, στούς ὁποίους δέν ἔχουν κατασταλάξει πολλά στοιχεῖα σχετικά μέ τήν πίστη. ῾Υπάρχει ὁ κίνδυνος νά ὁδηγηθοῦν σέ κόσμους πού δέν θά μποροῦν νά τούς ἐλέγξουν. ᾿Ενθυμοῦμαι, ὅταν ἤμουν φοιτητής στή Θεολογική Σχολή, μοῦ εἶχε προταθεῖ νά κάνω κάποια ἐργασία στά πλαίσια θρησκειολογικοῦ μαθήματος στό βιβλίο: «῾Η αὐτοβιογραφία ἑνός Γιόγκι», ὅπου ἀπό ἕνα σύγχρονο γκουροῦ παρουσιαζόταν μέ κάθε λεπτομέρεια ἡ κοσμοαντίληψη τῆς Γιόγκα. ῞Οταν κατόπιν ρώτησα τόν μακαριστό καί πολύ ἀγάπητό μου πατέρα ᾿Αντώνιο ᾿Αλεβιζόπουλο γιά τό ἐγχείρημα αὐτό, ἐκεῖνος μέ ἀπέτρεψε, ἐπισημαίνοντάς μου παράλληλα τούς κινδύνους στούς ὁποίους θά μποροῦσα νά ἐμπλακῶ.
῾Ο ᾿Απόστολος Παῦλος μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι «διὰ πολλῶν θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. ιδ΄, 22). ῎Ας παρακαλέσουμε τόν φιλεύσπλαγχνο Πατέρα ὅλων μας, ὥστε ὅσες θλίψεις περάσουμε στή ζωή μας, νά μεταποιηθοῦν μέ τή χάρη Του σέ ἀληθινά ἐν Χριστῷ βιώματα, βιώματα πού θά μᾶς ὁδηγήσουν μέ ἀσφάλεια στό ἀκύμαντο λιμάνι τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.