"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γ. Μπαμπινώτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γ. Μπαμπινώτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 21 Μαρτίου 2010

Ἡ Τελειότητα τῆς Κυριακῆς Προσευχῆς Μπαμπινιώτης Γεώργιος (Καθηγητής Γλωσσολογίας Πανεπιστημίου 'Αθηνῶν).



Ἡ ἀνάγκη ἐπικοινωνίας τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό (ὅποιον θεό πιστεύει), ἡ ἀνάγκη τῆς προσευχῆς, εἶναι ἀπό πολύ παλιά γνωστή στόν ἄνθρωπο καί ἐμφανίζεται στίς γλῶσσες τῶν περισσοτέρων λαῶν.

Στήν Ἑλληνική ἡ λέξη προσεύχομαι (ἀπευθύνω εὐχή, αἴτημα ἡ παράκληση πρός τούς θεούς) πρωτοαπαντᾶ στόν Αἰσχύλο, ἐνῶ ὡς τεχνικός ὅρος ἡ λέξη προσευχή μαρτυρεῖται πολύ ἀργότερα στήν Ἁγία Γραφή, στό κείμενο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί - μέ ἰδιαίτερο βάρος καί βάθος - στό κείμενο τῆς Καινῆς Διαθήκης. Δέν ἔχω, δυστυχῶς, τόν ἐπιστημονικό θεολογικό ὁπλισμό, γιά νά ἑρμηνεύσω τό βαθύτερο περιεχόμενο, τό δογματικό νόημα καί τή σημασία πού ἔχει στήν ὀρθόδοξη, ἰδίως, παράδοση ἡ ἔννοια τῆς προσευχῆς. Αὐτό πού ἀκροθιγῶς ἐπιχειρῶ νά δείξω ἐδῶ, στό θεωρητικό πλαίσιο μίας κειμενογλωσσικῆς ἀνάλυσης πού ἀνάγεται στόν Roman Jakobson, εἶναι ἡ γλωσσική δομή τῆς κυριακῆς προσευχῆς, ὅπως μᾶς παραδίδεται ἀπό τό Εὐαγγέλιο (Μάτθ. 6, 9-13 καί Λούκ. 11, 2-4), τήν ὁποία θεωρῶ ὡς ἰδανικό κείμενο.

Κατά τό κείμενο τοῦ Εὐαγγελίου, τήν παραδίδει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στούς ἀνθρώπους (ἐξ' οὐ καί "κυριακή" προσευχή), λέγοντας οὕτως οὔν προσεύχεσθε ὑμεῖς" καί συνοδεύοντας τήν μ' ἕνα πολύ διδακτικό ἠθικό ἀλλά καί γλωσσικό σχόλιο: "Προσευχόμενοι δέ μή βαττολογήσητε, ὥσπερ οἱ ἐθνικοί, δοκούσι γάρ ὅτι ἐν τή πολυλογία αὐτῶν εἰσακουσθήσονται• μή οὔν ὁμοιωθῆτε αὐτοῖς• οἶδε γάρ ὁ πατήρ ὑμῶν ὧν χρείαν ἔχετε πρό τοῦ ὑμᾶς αἰτῆσαι αὐτόν" (Μάτθ. 6, 7-9).

Ἐξ ὁρισμοῦ ὡς προσευχή, ὡς κείμενο εὐχῶν καί αἰτημάτων / παρακλήσεων, τό κείμενο τῆς κυριακῆς προσευχῆς (γνωστό καί ὡς "Πάτερ ἠμῶν") λειτουργεῖ μ ἕναν κεντρικό μηχανισμό τῆς γλώσσας, τήν τροπικότητα. Εἶναι ὁ μηχανισμός τῆς γλώσσας πού, ἄλλοτε γραμματικοποιημένος (μέ τή μορφή τῶν ἐγκλίσεων τῆς Προστακτικῆς, τῆς Ὑποτακτικῆς καί τῆς Εὐκτικῆς, ὅπως συμβαίνει στήν ἀρχαία ἑλληνική γλώσσα) καί ἄλλοτε λεξικοποιημένος (μέ "δεῖκτες τροπικότητας", ὅπως τά ἄς, νά καί θά στή Νέα Ἑλληνική), χρησιμοποιεῖται ἀπό τόν ὁμιλητή της Ἑλληνικῆς γιά ἐπικοινωνιακές ἀνάγκες ὅπως ἡ ἔκφραση ἐπιθυμίας, εὐχῆς, παράκλησης, προτροπῆς, προσταγῆς, ἀπαγόρευσης, ἀπειλῆς κ.τ.ο.

Τό κείμενο τῆς κυριακῆς προσευχῆς εἶναι ὑπόδειγμα λιτότητας, περιεκτικότητας καί εὐθυβολίας.

 


Περιλαμβάνει:
α) μία ἐπίκληση πρός τόν Θεό, ἐκφρασμένη μέ τήν πτώση τῆς ἐπίκλησης, τήν κλητική, μέ τήν ὁποία καί ἀρχίζει: Πάτερ ἠμῶν...

β) τρεῖς εὐχές - ἐπιθυμίες, ἐκφρασμένες μέ τριτοπρόσωπους μονολεκτικούς τύπους τῆς κατεξοχήν τροπικῆς ἔγκλισης, τῆς Προστακτικῆς: ἁγιασθήτω - ἐλθέτω - γενηθήτω... καί

γ) τρία αἰτήματα / παρακλήσεις, ἐκφρασμένα μέ τούς κατεξοχήν τύπους Προστακτικῆς, τούς τύπους τοῦ β' προσώπου: δός - ἅφες - μή εἰσενέγκης ἀλλά ρύσαι...

Κάθε εὐχή καί κάθε αἴτημα ἐξειδικεύεται (ἡ ἐξειδίκευση ἀποτελεῖ ἕναν ἄλλο κεντρικό μηχανισμό τῆς γλώσσας) μέ τά πιό ἄμεσα καί ἀπαραίτητα στοιχεῖα.

Οἱ τρεῖς εὐχές μ' ἕνα ὁμοιόμορφο ὀνοματικό ὑποκείμενο: ἁγιασθήτω - τό ὄνομά σου, ἐλθέτω - ἡ βασιλεία σου, γενηθήτω - τό θέλημά σου.

Τά τρία αἰτήματα μέ δύο συμπληρώματα (προσώπου καί πράγματος) στό κάθε ρῆμα τους: δός - ἠμίν τόν ἄρτον, ἅφες - ἠμίν τά ὀφειλήματα ἠμῶν, μή εἰσενέγκης - ἠμᾶς εἰς πειρασμόν καί ρύσαι - ἠμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ (εἰς πειρασμόν καί ἀπό τοῦ πονηροῦ εἶναι ἐμπρόθετα συμπληρώματα / ἀντικείμενα).

Περαιτέρω, λιτή πάντοτε, ἐξειδίκευση γίνεται μέ ἐλάχιστες ἀναφορές τόπου, χρόνου καί τρόπου: πάτερ ἠμῶν - ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς ἐξειδίκευση τόπου) γενηθήτω τό θέλημά σου - ὡς ἐν οὐρανῶ καί ἐπί τῆς γής (ἐξειδίκευση τόπου), δός ἠμίν σήμερον τόν ἄρτον ἠμῶν τόν ἐπιούσιον (ἐξειδίκευση χρόνου), ἅφες ἠμίν τά ὀφειλήματα ἠμῶν - ὡς καί ἠμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἠμῶν (ἐξειδίκευση τρόπου).

Τό περιεχόμενο τοῦ κειμένου κλιμακώνεται νοηματικά: προηγοῦνται οἱ εὐχές καί ἀκολουθοῦν τά αἰτήματα. Ξεκινᾶμε μέ ὅ,τι ἀναφέρεται στόν ἴδιο τόν Θεό, γιά νά περάσει μετά στά αἰτήματα.

Κι ἐδῶ κλιμάκωση, ἀπό τά ὑλικά στά πνευματικά αἰτήματα: τά πρός τό ζῆν - ἄφεση ἁμαρτιῶν - προστασία ἀπό τόν πειρασμό.

Γλωσσικά σέ ὅλο τό κείμενο κυριαρχεῖ καί προβάλλεται τό ρῆμα: ἁγιασθήτω - ἐλθέτω - γενηθήτω, δός - ἅφες - μή εἰσενέγκης - ρύσαι. Κυριαρχοῦν καί προτάσσονται οἱ εὐχές καί τά αἰτήματα. Ἡ ἐξειδίκευσή τους ἐπιτάσσεται, τά ὑποκείμενα δηλαδή καί τά ἀντικείμενά τους (μέ ἐξαίρεση τό ἀντικείμενο τοῦ δός).

Συμπέρασμα. Τό κείμενο τῆς κυριακῆς προσευχῆς εἶναι ἕνα κείμενο πού θά μποροῦσε, μέ ἐπικοινωνιακά - γλωσσικά κριτήρια, νά χαρακτηρισθεῖ ὡς "ἰδανικό".

Εἶναι λιτό, γιατί περιορίζεται σέ βασικές πληροφοριακές δομές (ἐπίκληση - εὐχές - αἰτήματα), σέ ἐξίσου βασικές ἐξειδικευτικές πληροφορίες (ὀνοματικά ὑποκείμενα στίς εὐχές - διπλά ὀνοματικά συμπληρώματα στά αἰτήματα) καί σέ ἐλάχιστες ἐξειδικεύσεις χρόνου, τόπου καί τρόπου.

Μέ μία ἐντυπωσιακή οἰκονομία γλωσσικῶν μέσων - στό κείμενο χρησιμοποιεῖται μόνο Προστατική, μέ ἐξαίρεση τή μοναδική διαπιστωτική ρηματική δήλωση, τήν Ὁριστική ἀφίεμεν - ἐπιτυγχάνεται μία οὐσιαστική, καίρια καί γνήσια μορφή ἐπικοινωνίας, χωρίς ρητορεῖες, ἐπιτηδεύσεις καί περιττό λεκτικό φόρτο.

Ἡ συμμετρία καί ἡ ἔντονα αἰσθητή ἐπανάληψη τῶν ἴδιων συντακτικῶν καί μορφολογικῶν δομῶν (τό γνωστό φαινόμενο τοῦ "παραλληλισμοῦ"), πού φάνηκε ἐλπίζω ἔστω καί ἀμυδρά στή σύντομη ἀνάλυσή μας, ἐξασφαλίζει στό κείμενο τῆς κυριακῆς προσευχῆς αἴσθηση ρυθμοῦ καί μέτρου (πού δέν θίξαμε ἐδῶ), γεγονός πού ὁδηγεῖ στήν εὔκολη πρόσληψη καί μνημονική ἀνάκληση τοῦ κειμένου.

Πρόκειται γιά ἕνα θαυμαστό, τέλειο στήν ἁπλότητα καί τή βαθύτητά του κείμενο, πού δείχνει ἀνάγλυφα τήν ἐκφραστική δύναμη στήν ὁποία μπορεῖ νά φθάσει ἡ γλώσσα τοῦ ἀνθρώπου, ἀπόρροια τῆς ἰδιότητας πού μοιράζεται "κατά χάριν" ὁ ἄνθρωπος μέ τόν Θεό, ἀπόρροια τοῦ πνεύματος.

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2010

Η ετυμολογία στην εκμάθηση τής γλώσσας Γράφει ο Γεώργιος Μπαμπινιώτης



Γεώργιος Μπαμπινιώτης
(καθηγητής Γλωσσολογίας, πρόεδρος του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού, τέως πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών)

Το ότι το ετυμολογικό μου λεξικό ( «Ετυμολογικό Λεξικό τής Νέας Ελληνικής. Ιστορία των λέξεων» ) εξαντλήθηκε μέσα σε τρεις εβδομάδες (!) και επανακυκλοφορείται σε ανατύπωση αποτελεί, νομίζω, ένα γλωσσικό γεγονός που- όχι ως επίτευγμα τού συγγραφέα, αλλά ως γεγονός καθ΄ εαυτό- αξίζει να σημειωθεί. Δείχνει ότι ένας κόσμος- διαφόρων ηλικιών, φύλου, μορφώσεως, επαγγέλματος κ.λπ.- ενδιαφέρεται για την καταγωγή των λέξεων που χρησιμοποιούμε: τι σήμαιναν αρχικά, πώς, πότε και από ποιον πλάστηκε αυτή ή εκείνη η λέξη, αν είναι αρχαία ή νέα κ.λπ. Χωρίς πάντοτε να το συνειδητοποιεί αυτός ο κόσμος ενδιαφέρεται για ό,τι ονομάζουμε ετυμολογία των λέξεων ή με ό,τι συνδέεται άμεσα μ΄ αυτήν, με την ιστορία των λέξεων. Στις γραμμές που ακολουθούν θα προσπαθήσω να θίξω τι σημαίνει γλωσσολογικά αυτό το ενδιαφέρον και πώς μπορεί να αξιοποιηθεί για μια καλύτερη επαφή με τον γλωσσικό μας πολιτισμό.

Κάθε ανθρώπινη γλώσσα μπορεί να προσεγγισθεί από δύο πλευρές, τη διαχρονική και τη συγχρονική.

Στην πρώτη- και σε σχέση πάντοτε με το θέμα μας- ενδιαφέρουν η δημιουργία των λέξεων, η εξέλιξή τους και η σχέση τους με άλλες λέξεις γλωσσών τής ίδιας κυρίως ή και άλλης οικογένειας.

Στη δεύτερη ενδιαφέρει η σύγχρονη, και εν προκειμένω η σημερινή, υπόσταση των λέξεων σε σχέση με άλλες λέξεις τής ίδιας γλώσσας, με τις οποίες συναπαρτίζουν γλωσσικά σύνολα ή υποσύνολα διά των γλωσσικών μηχανισμών τής παραγωγής και τής σύνθεσης («ετυμολογικά πεδία»).

Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με ομάδες ομορρίζων λέξεων, ομορρίζων κοινής καταγωγής με λέξεις συγγενών γλωσσών και ομόρριζων κατά τον σχηματισμό τους ως παράγωγα και σύνθετα μιας λέξης.

Παραδείγματα διαχρονικής και συγχρονικής ετυμολογικής συγγένειας (όπως την ορίσαμε εδώ). Από μια αρχική ρίζα *legh- (ελλην. λεχ- ) με βασική σημασία «κείμαι, ξαπλώνω» έχουμε στην Ελληνική τις λέξεις λεχώνα, λοχεία, λόχος («τόπος όπου πλαγιάζει κανείς»- «τόπος αναμονής- ενέδρα»- «στρατιωτικό σώμα για ενέδρα»- «στρατιωτικό σώμα»), ελλοχεύω,λέσχη («κοιτώνας»- «δημόσιος τόπος συναντήσεων»- «εντευκτήριο»). Από την ίδια ρίζα έχουμε τα ξένα: λατ. lectus «κρεβάτι» (απ΄ όπου και το γαλλ. lit ), αγγλ. lie «κείμαι» και γερμ. liegen, αρχ. σκανδιναβ. lag(u)-, απ΄ όπου το αγγλ. law «νόμος» (αρχική σημ. «αυτό που έχει τεθεί και αποτελεί κείμενο», ανάλογο προς το γερμ. Gesetz «νόμος», από το ρήμα setzen «θέτω»). Ενα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα, η αρχική ρίζα (s)ker- (ελλην. κερ ) με βασική σημασία «κόβω- δρέπω». Από αυτήν τα ελλην. κέρμα, κορμός και κορμί, κουρά,κουρεύω,κουράζω (αρχ. σημασία «τιμωρώ με κούρεμα»), καρπός,εγκάρσιος,κρίνω (αρχική σημασία «κόβω σε κομμάτια και τα διαχωρίζω») και πολλά ξένα όπως λ.χ. λατ. curtus (απ΄ όπου γαλλ. court), αγγλ. short «κοντός», shear «κόβω- κουρεύω», share «μοιράζω», shirt «πουκάμισο», skirt «φούστα»,sharp «αιχμηρός», ακόμη και score «εγκοπές σε ξύλο για μέτρηση» (απ΄ όπου το ελλην. σκορ).

Και ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ετυμολογικού πεδίου: τα παράγωγα και τα σύνθετα τού φίλος. Μερικά παράγωγα: φιλία, φιλώ, φιλικός, φιλαράκος, φίλτρο (μητρικό), φιλαινάδα, φιλεύω, φίλτατος. Μερικά σύνθετα: φιλ(ο)- φίλαθλος, φιλαλήθης, φιλάνθρωπος, φιλάργυρος, φιλάσθενος,φιλειρηνικός,φιλελεύθερος,φι- λέλληνας,φιλεύσπλαχνος,φιλήσυχος, Φίλιππος - φιλόδοξος,φιλόζωος,φιλοδωρώ, φιλόλογος, φιλονικώ, φιλόξενος, φιλόσοφος, φιλοτελισμός, φιλόμουσος, φιλοτεχνώ, φιλότιμος, φιλοχρήματος--φιλος άφιλος, βιβλιόφιλος, ομοφυλόφιλος, υδρόφιλος, θεατρόφιλος.

Αυτή η ετυμολογική πλευρά προσέγγισης, αίσθησης και διδασκαλίας τής γλώσσας δίνει νέες δυνατότητες στην κατανόηση αλλά και στην εμβάθυνση και την απόλαυση, θα έλεγα, τής γλώσσας. Μέσα απ΄ αυτή καταλαβαίνει κανείς (χωρίς πολλές θεωρητικές αναλύσεις) τον συστημικό χαρακτήρα τής γλώσσας: ότι σε κάθε ανθρώπινη γλώσσα δεν υπάρχουν αποκομμένες λέξεις ή γλωσσικά σοιχεία. Ολα συνέχονται σε σύνολα και υποσύνολα ώστε να είναι δυνατή η εκμάθηση και η ταχύτατη ανάκλησή τους στην επικοινωνία.
Η λέξη κλίνω λ.χ. εντάσσεται σ΄ ένα πεδίο ομορρίζων με σημείο εκκίνησης τη βασική τους σημασία: κλίση, επικλινής, κεκλιμένος,κλιτύς,κλίτος,κλίμα («κλίση, κατωφέρεια εδάφους»- «ζώνη γης, περιοχή»- «οι καιρικές συνθήκες που χαρακτηρίζουν μια περιοχή»), κλίμακα, κλιμάκιο,κλιματισμός,κλιμακτήριος, κλίνη, κλινικός, κλινήρης, αποκλίνω (απόκλιση), συγκλίνω, παρεκκλίνω, υποκλίνομαι,εγκλίσεις,κατάκλιση κ.ά.

Αν αξιοποιούσαμε με συστηματικό τρόπο στο σχολείο (βιβλία, λεξικά, κείμενα) την ετυμολογία, πόσα πράγματα δεν θα φωτίζονταν στη γλώσσα, πόσο βάθος και εύρος θα αποκτούσαν οι λέξεις και πόσο ενδιαφέρον για τους μαθητές. Τότε θα ένιωθε ο μαθητής- με ευχάριστη, αποκαλυπτική και δημιουργική έκπληξη- ότι το εξέχω έδωσε τα εξοχή,έξοχος και κατ΄ εξοχήν· το προβάλλω το πρόβλημα (ό,τι μπαίνει μπροστά ως εμπόδιο και πρέπει να ξεπεραστεί) και την προβλήτα (ακτή)· το προβαίνω την πρόβαση και τα πρόβατα (που σήμαιναν ακόμη και «την κινητή περιουσία» σε αντίθεση με τα κειμήλια - από το κείμαι- που ήταν «η ακίνητη περιουσία» )· ότιτο χάος (μέσω τού λατ. chaos και τού γαλλ. gaz ) έδωσε το γκάζι· η γραμματική (μέσω των αγγλ. grammar, glammar και glamour ) επέστρεψε ως γκλάμουρ και γκλαμουριά · ότι το ύπνος έδωσε το έξ-υπνος και το ξύπνιος, ενώ το εγείρομαι («σηκώνομαι από τον ύπνο») έδωσε μέσω τού παρακειμένου εγρήγορα το (ε)γρήγορος και το εγρήγορση.

Τελικά πιστεύω ότι μια τέτοια θεώρηση τής γλώσσας από τη σκοπιά τής ετυμολογίας μάς αποκαλύπτει τον κόσμο μας, τη σκέψη μας, την ιστορία μας και, πάνω απ΄ όλα, τον πολιτισμό μας.

ΠΗΓΗ ΤΟ ΒΗΜΑ (7-2-2010)

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2010

῾Ο γλωσσικός μας πολιτισμός-τοῦ Γ. Μπαμπινιώτη





Κάθε πολιτισμός είναι, από τη φύση του, πολυσχιδής. Δεν είναι μόνο ότι περιλαμβάνει δύο άξονες - τον υλικοτεχνικό και τον πνευματικό - αλλά και γύρω από αυτούς αναπτύσσει ποικίλες μορφές. Έτσι, εντός και παράλληλα προς τον υλικοτεχνικό πολιτισμό (Civilization) και τον πνευματικό (Culture) αναπτύσσονται ομόκεντροι κύκλοι που, ως προς τον πνευματικό πολιτισμό, περιλαμβάνουν γλώσσα, ιστορία, θρησκεία, παιδεία, τέχνες και επιστήμες. Αυτό επιτρέπει να μιλάμε για τον χριστιανικό πολιτισμό και τον πολιτισμό τού Ισλάμ, λ.χ., για τον πολιτισμό σε έργα αρχιτεκτονικής, για τον εικαστικό πολιτισμό μιας χώρας, για τον νομικό ή τον πολιτικό μας πολιτισμό κ.ο.κ. Επομένως, κατ' εξοχήν δικαιούται κανείς να μιλάει και για γλωσσικό πολιτισμό: την ιστορία, τις επιδράσεις, τις μορφές που πήρε η γλώσσα μας και το μέγεθος της συμβολής της στην παιδεία και στην όλη καλλιέργεια τής χώρας.

Ο γλωσσικός πολιτισμός της Ελλάδας ειδικότερα ευτύχησε σε τρία πεδία: α) Γεννήθηκαν στον τόπο μας μεγάλα πνεύματα που μαζί με τον δυνατό στοχασμό τους ανέπτυξαν και μια καλλιεργημένη γλώσσα που να τον εκφράζει, β) Επινοήθηκε και αναπτύχθηκε ένα εξαιρετικά οικονομικό και λειτουργικό σύστημα γραφής (ελληνικό αλφάβητο) με το οποίο καταγράφηκε και διασώθηκε σε γραπτά κείμενα μεγάλο μέρος τής ελληνικής πνευματικής παραγωγής, γ) Γνώρισε σπουδαία (αν όχι μοναδική) συνέχεια αφού η ίδια η γλώσσα, η Ελληνική, στον ίδιο (για μερικούς αιώνες και σε πολύ ευρύτερο) χώρο, την Ελλάδα, από τον ίδιο λαό, τους Έλληνες, μιλήθηκε χωρίς διακοπή επί 40 αιώνες και γράφτηκε επί 32 αιώνες (με μοναδικό χάσμα την περίοδο 12ο-8ο αι. π.Χ.). Και τα τρία αυτά χαρακτηριστικά (ποιότητα σκέψης - γραπτή παράδοση - συνέχεια) εξασφάλισαν για τον γλωσσικό πολιτισμό μας μια ξεχωριστή θέση που είναι μαζί η δύναμη και η αδυναμία μας. Δύναμη λόγω τού γλωσσικού πλούτου που μας προσπορίζει, αδυναμία λόγω τής υποχρέωσής μας να κατακτήσουμε και να αξιοποιήσουμε αυτόν τον πολιτισμό.

Πόσο γνωρίζουμε, λοιπόν, πόσο αξιοποιούμε και πόσο προάγουμε αυτή τη διάσταση τού πολιτισμού μας; Διδάσκουμε σωστά - που θα πει δημιουργικά - στο σχολείο τον γλωσσικό μας πολιτισμό; Έχουν μια εξοικείωση οι μαθητές μας με τον αρχαίο λόγο (πεζογραφία), με την «παγκοσμιοποιημένη» (για την εποχή της) Αλεξανδρινή Κοινή, με τη γλώσσα τού Ευαγγελίου, τα κείμενα των Βυζαντινών (χρονογράφων, υμνογράφων κ.λπ.) και τη νεότερη λόγια παράδοσή μας και, βεβαίως, με τα δημώδη κείμενά μας (τραγούδια, λογοτεχνία); Γενικότερα, βιώνουν μέσα από τα κείμενα - και όχι πληροφοριακά - τη γλωσσική διαχρονία τής Ελληνικής; Κατανοούν την εξέλιξή της και τη σχέση των παλιότερων και των σύγχρονων Ελληνικών και σε δομικό (φωνολογικό, γραμματικό και συντακτικό) επίπεδο; Έχουν από μόνοι τους, ανευρετικά και ανακαλυπτικά, την ευκαιρία να βιώσουν τις ομοιότητες και τις διαφορές στα διάφορα χρονικά επίπεδα τής γλώσσας μας; Και μια που μαθαίνουν (ευτυχώς) τόσες ξένες γλώσσες και μάλιστα Αγγλικά τούς δίνουμε την ευκαιρία να νιώσουν ποια είναι, λ.χ., η παρουσία τής Ελληνικής στη γλώσσα αυτή;

Γιατί, θα το πω και μ' αυτή την ευκαιρία, η ενασχόληση (ιδίως των νέων) με τις λέξεις δεν είναι ένα παιχνίδι με τις λέξεις για τις λέξεις, αλλά μια συνάντηση και γνωριμία με τις έννοιες τής γλώσσας, αυτές που συνιστούν τα νοήματα και συγκροτούν, τελικά, τη σκέψη μας και την όλη νοητική μας λειτουργία. Οσο καλύτερα, δηλαδή ευρύτερα, βαθύτερα και πληρέστερα, γνωρίζουμε τον γλωσσικό πολιτισμό μας, τον κόσμο τής γλώσσας μας ανά τους αιώνες στις πολλαπλές δηλώσεις και σχέσεις του (κοινωνικές, πολιτικές, πνευματικές, επιστημονικές, παιδευτικές) τόσο περισσότερο ακονίζουμε το μυαλό μας, καλλιεργούμε τη γλωσσική μας ικανότητα και ευαισθητοποιούμαστε απέναντι στην αξιακή λειτουργία τής γλώσσας. Με άλλα λόγια, δεν μελετούμε τη γλώσσα για τη γλώσσα, αλλά για ν' ανακαλύπτουμε με αυτή και μέσα απ' αυτήν έναν άλλο, πολύ ευρύτερο κόσμο, τον πνευματικό πολιτισμό ενός λαού στην ιστορική του διαδρομή που μέσα από τη γλώσσα - τις λέξεις, τις φράσεις, τις λεκτικές δυνατότητες από την ποικιλία των γραμματικοσυντακτικών δομών - και συγχρόνως μέσα από την πραγμάτωσή της σε κείμενα πάσης μορφής μάς αποκαλύπτεται με τον πιο ουσιαστικό, άμεσο και ανάγλυφο τρόπο.

Τέλος, η οικείωση τού γλωσσικού πολιτισμού, όπως κάθε γνώση των μορφών ενός πολιτισμού - και περισσότερο ίσως από τη γνώση άλλων μορφών πολιτισμού λόγω τού ιδιάζοντος χαρακτήρα τής γλώσσας -, οδηγεί σε αυτογνωσία και συνείδηση πολιτισμικής καταγωγής, αφού η γλώσσα είναι κύριο συστατικό ταυτότητας, χωρίς να είναι και το μόνο. Έτσι η γνώση και η συνείδηση τού γλωσσικού πολιτισμού γίνεται ισχυρή εσωτερική δύναμη για να αντιπαλέψει κανείς όψεις αλλοτρίωσης, όπως είναι λ.χ. η γλωσσική παγκοσμιοποίηση με την κυριαρχία μιας και μόνης ξένης επικοινωνιακής γλώσσας. Γιατί αυτομάτως η γνώση και ο σεβασμός κάθε γλωσσικού πολιτισμού οδηγούν και ενισχύουν τη γλωσσική πολυμορφία, τη γλωσσική διαφορετικότητα και διαφοροποίηση, σέβονται δηλαδή την οικολογία τής γλώσσας, εξίσου σεβαστή και σημαντική όπως η οικολογία τής φύσης ή η οικολογία τού ανθρώπου. Η γλώσσα ήταν και είναι όχημα αλλά συγχρόνως και φορέας και δημιουργός πολιτισμού.

ΠΗΓΗ:εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 1-4-2007
Reblog this post [with Zemanta]

Από georgkod στις Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2010 @ Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2010 11:23 πμ
Permalink
Tags: πολιτιστική ταυτότητα , εφημ το βημα , ελληνικόςπολιτισμός , νεοελληνική γλώσσα , μπαμπινιωτης , παράδοση , ελληνική γλώσσα , αναδημοσιεύσεις , πολιτισμός , αλλοτρίωση , παγκοσμιοποίηση

Read more: http://spoudasterion.pblogs.gr/2010/02/575541.html#ixzz0eIMSAKVT
Under Creative Commons License: Attribution
Κάθε πολιτισμός είναι, από τη φύση του, πολυσχιδής. Δεν είναι μόνο ότι περιλαμβάνει δύο άξονες - τον υλικοτεχνικό και τον πνευματικό - αλλά και γύρω από αυτούς αναπτύσσει ποικίλες μορφές. Έτσι, εντός και παράλληλα προς τον υλικοτεχνικό πολιτισμό (Civilization) και τον πνευματικό (Culture) αναπτύσσονται ομόκεντροι κύκλοι που, ως προς τον πνευματικό πολιτισμό, περιλαμβάνουν γλώσσα, ιστορία, θρησκεία, παιδεία, τέχνες και επιστήμες. Αυτό επιτρέπει να μιλάμε για τον χριστιανικό πολιτισμό και τον πολιτισμό τού Ισλάμ, λ.χ., για τον πολιτισμό σε έργα αρχιτεκτονικής, για τον εικαστικό πολιτισμό μιας χώρας, για τον νομικό ή τον πολιτικό μας πολιτισμό κ.ο.κ. Επομένως, κατ' εξοχήν δικαιούται κανείς να μιλάει και για γλωσσικό πολιτισμό: την ιστορία, τις επιδράσεις, τις μορφές που πήρε η γλώσσα μας και το μέγεθος της συμβολής της στην παιδεία και στην όλη καλλιέργεια τής χώρας.

Ο γλωσσικός πολιτισμός της Ελλάδας ειδικότερα ευτύχησε σε τρία πεδία: α) Γεννήθηκαν στον τόπο μας μεγάλα πνεύματα που μαζί με τον δυνατό στοχασμό τους ανέπτυξαν και μια καλλιεργημένη γλώσσα που να τον εκφράζει, β) Επινοήθηκε και αναπτύχθηκε ένα εξαιρετικά οικονομικό και λειτουργικό σύστημα γραφής (ελληνικό αλφάβητο) με το οποίο καταγράφηκε και διασώθηκε σε γραπτά κείμενα μεγάλο μέρος τής ελληνικής πνευματικής παραγωγής, γ) Γνώρισε σπουδαία (αν όχι μοναδική) συνέχεια αφού η ίδια η γλώσσα, η Ελληνική, στον ίδιο (για μερικούς αιώνες και σε πολύ ευρύτερο) χώρο, την Ελλάδα, από τον ίδιο λαό, τους Έλληνες, μιλήθηκε χωρίς διακοπή επί 40 αιώνες και γράφτηκε επί 32 αιώνες (με μοναδικό χάσμα την περίοδο 12ο-8ο αι. π.Χ.). Και τα τρία αυτά χαρακτηριστικά (ποιότητα σκέψης - γραπτή παράδοση - συνέχεια) εξασφάλισαν για τον γλωσσικό πολιτισμό μας μια ξεχωριστή θέση που είναι μαζί η δύναμη και η αδυναμία μας. Δύναμη λόγω τού γλωσσικού πλούτου που μας προσπορίζει, αδυναμία λόγω τής υποχρέωσής μας να κατακτήσουμε και να αξιοποιήσουμε αυτόν τον πολιτισμό.

Πόσο γνωρίζουμε, λοιπόν, πόσο αξιοποιούμε και πόσο προάγουμε αυτή τη διάσταση τού πολιτισμού μας; Διδάσκουμε σωστά - που θα πει δημιουργικά - στο σχολείο τον γλωσσικό μας πολιτισμό; Έχουν μια εξοικείωση οι μαθητές μας με τον αρχαίο λόγο (πεζογραφία), με την «παγκοσμιοποιημένη» (για την εποχή της) Αλεξανδρινή Κοινή, με τη γλώσσα τού Ευαγγελίου, τα κείμενα των Βυζαντινών (χρονογράφων, υμνογράφων κ.λπ.) και τη νεότερη λόγια παράδοσή μας και, βεβαίως, με τα δημώδη κείμενά μας (τραγούδια, λογοτεχνία); Γενικότερα, βιώνουν μέσα από τα κείμενα - και όχι πληροφοριακά - τη γλωσσική διαχρονία τής Ελληνικής; Κατανοούν την εξέλιξή της και τη σχέση των παλιότερων και των σύγχρονων Ελληνικών και σε δομικό (φωνολογικό, γραμματικό και συντακτικό) επίπεδο; Έχουν από μόνοι τους, ανευρετικά και ανακαλυπτικά, την ευκαιρία να βιώσουν τις ομοιότητες και τις διαφορές στα διάφορα χρονικά επίπεδα τής γλώσσας μας; Και μια που μαθαίνουν (ευτυχώς) τόσες ξένες γλώσσες και μάλιστα Αγγλικά τούς δίνουμε την ευκαιρία να νιώσουν ποια είναι, λ.χ., η παρουσία τής Ελληνικής στη γλώσσα αυτή;

Γιατί, θα το πω και μ' αυτή την ευκαιρία, η ενασχόληση (ιδίως των νέων) με τις λέξεις δεν είναι ένα παιχνίδι με τις λέξεις για τις λέξεις, αλλά μια συνάντηση και γνωριμία με τις έννοιες τής γλώσσας, αυτές που συνιστούν τα νοήματα και συγκροτούν, τελικά, τη σκέψη μας και την όλη νοητική μας λειτουργία. Οσο καλύτερα, δηλαδή ευρύτερα, βαθύτερα και πληρέστερα, γνωρίζουμε τον γλωσσικό πολιτισμό μας, τον κόσμο τής γλώσσας μας ανά τους αιώνες στις πολλαπλές δηλώσεις και σχέσεις του (κοινωνικές, πολιτικές, πνευματικές, επιστημονικές, παιδευτικές) τόσο περισσότερο ακονίζουμε το μυαλό μας, καλλιεργούμε τη γλωσσική μας ικανότητα και ευαισθητοποιούμαστε απέναντι στην αξιακή λειτουργία τής γλώσσας. Με άλλα λόγια, δεν μελετούμε τη γλώσσα για τη γλώσσα, αλλά για ν' ανακαλύπτουμε με αυτή και μέσα απ' αυτήν έναν άλλο, πολύ ευρύτερο κόσμο, τον πνευματικό πολιτισμό ενός λαού στην ιστορική του διαδρομή που μέσα από τη γλώσσα - τις λέξεις, τις φράσεις, τις λεκτικές δυνατότητες από την ποικιλία των γραμματικοσυντακτικών δομών - και συγχρόνως μέσα από την πραγμάτωσή της σε κείμενα πάσης μορφής μάς αποκαλύπτεται με τον πιο ουσιαστικό, άμεσο και ανάγλυφο τρόπο.

Τέλος, η οικείωση τού γλωσσικού πολιτισμού, όπως κάθε γνώση των μορφών ενός πολιτισμού - και περισσότερο ίσως από τη γνώση άλλων μορφών πολιτισμού λόγω τού ιδιάζοντος χαρακτήρα τής γλώσσας -, οδηγεί σε αυτογνωσία και συνείδηση πολιτισμικής καταγωγής, αφού η γλώσσα είναι κύριο συστατικό ταυτότητας, χωρίς να είναι και το μόνο. Έτσι η γνώση και η συνείδηση τού γλωσσικού πολιτισμού γίνεται ισχυρή εσωτερική δύναμη για να αντιπαλέψει κανείς όψεις αλλοτρίωσης, όπως είναι λ.χ. η γλωσσική παγκοσμιοποίηση με την κυριαρχία μιας και μόνης ξένης επικοινωνιακής γλώσσας. Γιατί αυτομάτως η γνώση και ο σεβασμός κάθε γλωσσικού πολιτισμού οδηγούν και ενισχύουν τη γλωσσική πολυμορφία, τη γλωσσική διαφορετικότητα και διαφοροποίηση, σέβονται δηλαδή την οικολογία τής γλώσσας, εξίσου σεβαστή και σημαντική όπως η οικολογία τής φύσης ή η οικολογία τού ανθρώπου. Η γλώσσα ήταν και είναι όχημα αλλά συγχρόνως και φορέας και δημιουργός πολιτισμού.

ΠΗΓΗ:εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 1-4-2007
Reblog this post [with Zemanta]

Από georgkod στις Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2010 @ Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2010 11:23 πμ
Permalink
Tags: ηπολιτιστική ταυτότητα , εφημ το βημα , ελληνικός πολιτισμός , νεοελληνική γλώσσα , μπαμπινιωτης , παράδοση , ελληνική γλώσσα , αναδημοσιεύσεις , πολιτισμός , αλλοτρίωση , παγκοσμιοποίησ

Read more: http://spoudasterion.pblogs.gr/2010/02/575541.html#ixzz0eIMSAKVT
Under Creative Commons License: Attribution
Διδίκτυο:http://spoudasterion.pblogs.g

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2010

ΕΝΑ ΛΕΞΙΚΟ ΠΟΥ ΔΕΙΧΝΕΙ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ -ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ-Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ



"Για το τεράστιο πλήθος των λέξεων της γλώσσας μας, που ανάγονται στην Αρχαιότητα η στο Βυζάντιο η ακόμη και σε νεώτερους χρόνους, το Λεξικό δεν περιορίζεται, όπως συνήθως συμβαίνει, στο να δηλώνεται μία λέξη ως «αρχαία» η «μεσαιωνική», αλλά δίνει πλήρεις ετυμολογικές πληροφορίες και γι’ αυτές τις λέξεις, δηλαδή για όλες της λέξεις της σημερινής γλώσσας."









Είναι η Ιστορία των λέξεων. Είναι το ταξίδι τους . Είναι το μυθιστόρημα των εννοιών τους. Είναι η νέα προσφορά του καθηγητή Μπαμπινιώτη στο ελληνικό έθνος:
Το Ετυμολογικό Λεξικό Της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (έκδοση Κέντρου Λεξικολογίας, Νοέμβριος 2009) .
Χίλιες επτακόσιες είκοσι σελίδες για την προέλευση των λέξεων. Την εξέλιξη της σημασίας τους. Τα δάνεια και αντιδάνεια της Ελληνικής. Τα ομόρριζα. Τα παράγωγα. Τα σύνθετα.
Ποιος δεν αναρωτήθηκε από πού «βγαίνει» αυτή η εκείνη η λέξη στο πλαίσιο μιας δημιουργικής περιέργειας, έμφυτης στον άνθρωπο, σημειώνει ο πρώην Πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών, καθηγητής Γλωσσολογίας Γιώργος Μπαμπινιώτης.

Η περιπλάνηση-συνεχίζει ο καθηγητής- σ’ ένα έγκυρο επιστημονικό ετυμολογικό λεξικό, που διαθέτει πληρότητα, δείχνει αβίαστα ότι οι ρίζες των λέξεων συνδέονται τόσο με συγγενείς λέξεις άλλων γλωσσών της ίδιας οικογένειας όσο και με ένα σύνολο λέξεων που ανήκουν στην ίδια γλώσσα.
Για το τεράστιο πλήθος των λέξεων της γλώσσας μας, που ανάγονται στην Αρχαιότητα η στο Βυζάντιο η ακόμη και σε νεώτερους χρόνους, το Λεξικό δεν περιορίζεται, όπως συνήθως συμβαίνει, στο να δηλώνεται μία λέξη ως «αρχαία» η «μεσαιωνική», αλλά δίνει πλήρεις ετυμολογικές πληροφορίες και γι’ αυτές τις λέξεις, δηλαδή για όλες της λέξεις της σημερινής γλώσσας.
Πρόκειται για ένα ογκώδες έργο που όχι μόνο δεν φοβίζει , αλλά , αντιθέτως είναι ελκυστικό .Όπως ένα μεγάλο πεζογράφημα! Ιδιαίτερα στα σημεία όπου εμπλουτίζεται με σχόλια για την περιπέτεια των λέξεων. Παράδειγμα στο λήμμα «πατάτα», διαβάζουμε τα εξής:
«Η πατάτα προέρχεται από τη Νότιο Αμερική. Οι Ισπανοί κατακτητές έφεραν στην Ευρώπη το φυτό του οποίου οι καρποί αποτελούσαν βασική τροφή των Ίνκας και μαζί με αυτό την ονομασία patata ,με την οποία τη γνωρίζουμε σήμερα. Ωστόσο, πριν καθιερωθεί η λέξη πατάτα στα Ελληνικά, το φυτό και ο καρπός του είχε ονομαστεί από τους λογίους ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα «γεώμηλο», δηλαδή «μήλο της γης», αποδίδοντας έτσι στα Ελληνικά τη γαλλική ονομασία του φυτού «pomme de terre».
Απολαυστικός είναι ο πίνακας με τα αντιδάνεια της Ελληνικής γλώσσας, δηλαδή τις λέξεις της καθημερινής γλώσσας (μη λόγιες) , οι οποίες προέρχονται μεν από ξένη γλώσσα, αλλά που η ξένη γλώσσα τις είχε δανειστεί από παλαιότερη φάση της Ελληνικής.
Συγκεκριμένα, η λέξη που δίνει και παίρνει στα τηλεοπτικά-και όχι μόνο-πράγματα: το «γκλάμουρ»… Έχει άμεση προέλευση από το αγγλικό «glamour», που σημαίνει «αίγλη-λάμψη», αλλά η απώτερη καταγωγή της είναι από την αρχαία λέξη «γραμματική» και αφορούσε αυτόν οποίος είναι εγγράμματος και, εξ΄ αυτού του λόγου, είχε αίγλη και έλαμπε στην παρέα…
Το ένθετο παράρτημα περιλαμβάνει :
Λέξεις της Ελληνικής που προέρχονται από την Αγγλική, την Γαλλική , την Ιταλική, την Τουρκική, την Αλβανική και από τις σλαβικές γλώσσες.
Άλλα περιεχόμενα που διδάσκουν και συναρπάζουν :
Ελληνογενείς ξένοι όροι.
Ινδοευρωπαϊκές γλώσσες.
Δασυνόμενες λέξεις.
Επιλεκτικός πίνακας εξελληνισμένων ξένων λέξεων.
Πίνακας λέξεων που προέρχονται από κύρια ονόματα.
Πίνακας ομόηχων λέξεων.
Κανόνες τονισμού.
Περιόδοι ιστορίας της ελληνικής γλώσσας.
Ενδεικτικός πίνακας των μορφών αντιπροσώπευσης των ινδοευρωπαϊκών φθόγγων στην Ελληνική.
Γλωσσάρι όρων.
Μιλάμε δηλαδή για ένα έργο ζωής. Ένα έργο και μάθησης και ψυχαγωγίας. Ψυχαγωγίας με την αρχική έννοια που δίνει ο Πλάτωνας : «προσέλκυση της ψυχής-πειθώ».
«Έργο του ετυμολογικού λεξικού είναι να συγκεντρώσει σε βιβλίο ό, τι παρήγαγε η επιστημονική έρευνα και να χωρίσει τα σκύβαλα από τον καρπό» έγραψε ο Albert Thumb. O καθηγητής Μπαμπινιώτης, με το επιστημονικό του πάθος υπέρ των λέξεων και δια της όλης του παρουσίας, σε αμφιθέατρα και στο δημόσιο λόγο, τίμησε τις λέξεις του ελληνικού πολιτισμού.
Άλλωστε , σε μια Ελλάδα διαχωρισμών, κατόρθωσε να αποτελεί εθνικό σημείο αναφοράς, αναδεικνύοντας το όνομά του σε συνώνυμο του λήμματος «Γράμματα».
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ (Κώστας Μαρδάς)