"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γεώργιος Μπαμπινιώτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γεώργιος Μπαμπινιώτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 5 Οκτωβρίου 2010

Ἡ Τελειότητα τῆς Κυριακῆς Προσευχῆς Μπαμπινιώτης Γεώργιος (Καθηγητής Γλωσσολογίας Πανεπιστημίου 'Αθηνῶν).


Ἡ ἀνάγκη ἐπικοινωνίας τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό (ὅποιον θεό πιστεύει), ἡ ἀνάγκη τῆς προσευχῆς, εἶναι ἀπό πολύ παλιά γνωστή στόν ἄνθρωπο καί ἐμφανίζεται στίς γλῶσσες τῶν περισσοτέρων λαῶν.

Στήν Ἑλληνική ἡ λέξη προσεύχομαι (ἀπευθύνω εὐχή, αἴτημα ἡ παράκληση πρός τούς θεούς) πρωτοαπαντᾶ στόν Αἰσχύλο, ἐνῶ ὡς τεχνικός ὅρος ἡ λέξη προσευχή μαρτυρεῖται πολύ ἀργότερα στήν Ἁγία Γραφή, στό κείμενο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί - μέ ἰδιαίτερο βάρος καί βάθος - στό κείμενο τῆς Καινῆς Διαθήκης. Δέν ἔχω, δυστυχῶς, τόν ἐπιστημονικό θεολογικό ὁπλισμό, γιά νά ἑρμηνεύσω τό βαθύτερο περιεχόμενο, τό δογματικό νόημα καί τή σημασία πού ἔχει στήν ὀρθόδοξη, ἰδίως, παράδοση ἡ ἔννοια τῆς προσευχῆς. Αὐτό πού ἀκροθιγῶς ἐπιχειρῶ νά δείξω ἐδῶ, στό θεωρητικό πλαίσιο μίας κειμενογλωσσικῆς ἀνάλυσης πού ἀνάγεται στόν Roman Jakobson, εἶναι ἡ γλωσσική δομή τῆς κυριακῆς προσευχῆς, ὅπως μᾶς παραδίδεται ἀπό τό Εὐαγγέλιο (Μάτθ. 6, 9-13 καί Λούκ. 11, 2-4), τήν ὁποία θεωρῶ ὡς ἰδανικό κείμενο.

Κατά τό κείμενο τοῦ Εὐαγγελίου, τήν παραδίδει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στούς ἀνθρώπους (ἐξ' οὐ καί "κυριακή" προσευχή), λέγοντας οὕτως οὔν προσεύχεσθε ὑμεῖς" καί συνοδεύοντας τήν μ' ἕνα πολύ διδακτικό ἠθικό ἀλλά καί γλωσσικό σχόλιο: "Προσευχόμενοι δέ μή βαττολογήσητε, ὥσπερ οἱ ἐθνικοί, δοκούσι γάρ ὅτι ἐν τή πολυλογία αὐτῶν εἰσακουσθήσονται• μή οὔν ὁμοιωθῆτε αὐτοῖς• οἶδε γάρ ὁ πατήρ ὑμῶν ὧν χρείαν ἔχετε πρό τοῦ ὑμᾶς αἰτῆσαι αὐτόν" (Μάτθ. 6, 7-9).

Ἐξ ὁρισμοῦ ὡς προσευχή, ὡς κείμενο εὐχῶν καί αἰτημάτων / παρακλήσεων, τό κείμενο τῆς κυριακῆς προσευχῆς (γνωστό καί ὡς "Πάτερ ἠμῶν") λειτουργεῖ μ ἕναν κεντρικό μηχανισμό τῆς γλώσσας, τήν τροπικότητα. Εἶναι ὁ μηχανισμός τῆς γλώσσας πού, ἄλλοτε γραμματικοποιημένος (μέ τή μορφή τῶν ἐγκλίσεων τῆς Προστακτικῆς, τῆς Ὑποτακτικῆς καί τῆς Εὐκτικῆς, ὅπως συμβαίνει στήν ἀρχαία ἑλληνική γλώσσα) καί ἄλλοτε λεξικοποιημένος (μέ "δεῖκτες τροπικότητας", ὅπως τά ἄς, νά καί θά στή Νέα Ἑλληνική), χρησιμοποιεῖται ἀπό τόν ὁμιλητή της Ἑλληνικῆς γιά ἐπικοινωνιακές ἀνάγκες ὅπως ἡ ἔκφραση ἐπιθυμίας, εὐχῆς, παράκλησης, προτροπῆς, προσταγῆς, ἀπαγόρευσης, ἀπειλῆς κ.τ.ο.

Τό κείμενο τῆς κυριακῆς προσευχῆς εἶναι ὑπόδειγμα λιτότητας, περιεκτικότητας καί εὐθυβολίας.

 


Περιλαμβάνει:
α) μία ἐπίκληση πρός τόν Θεό, ἐκφρασμένη μέ τήν πτώση τῆς ἐπίκλησης, τήν κλητική, μέ τήν ὁποία καί ἀρχίζει: Πάτερ ἠμῶν...

β) τρεῖς εὐχές - ἐπιθυμίες, ἐκφρασμένες μέ τριτοπρόσωπους μονολεκτικούς τύπους τῆς κατεξοχήν τροπικῆς ἔγκλισης, τῆς Προστακτικῆς: ἁγιασθήτω - ἐλθέτω - γενηθήτω... καί

γ) τρία αἰτήματα / παρακλήσεις, ἐκφρασμένα μέ τούς κατεξοχήν τύπους Προστακτικῆς, τούς τύπους τοῦ β' προσώπου: δός - ἅφες - μή εἰσενέγκης ἀλλά ρύσαι...

Κάθε εὐχή καί κάθε αἴτημα ἐξειδικεύεται (ἡ ἐξειδίκευση ἀποτελεῖ ἕναν ἄλλο κεντρικό μηχανισμό τῆς γλώσσας) μέ τά πιό ἄμεσα καί ἀπαραίτητα στοιχεῖα.

Οἱ τρεῖς εὐχές μ' ἕνα ὁμοιόμορφο ὀνοματικό ὑποκείμενο: ἁγιασθήτω - τό ὄνομά σου, ἐλθέτω - ἡ βασιλεία σου, γενηθήτω - τό θέλημά σου.

Τά τρία αἰτήματα μέ δύο συμπληρώματα (προσώπου καί πράγματος) στό κάθε ρῆμα τους: δός - ἠμίν τόν ἄρτον, ἅφες - ἠμίν τά ὀφειλήματα ἠμῶν, μή εἰσενέγκης - ἠμᾶς εἰς πειρασμόν καί ρύσαι - ἠμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ (εἰς πειρασμόν καί ἀπό τοῦ πονηροῦ εἶναι ἐμπρόθετα συμπληρώματα / ἀντικείμενα).

Περαιτέρω, λιτή πάντοτε, ἐξειδίκευση γίνεται μέ ἐλάχιστες ἀναφορές τόπου, χρόνου καί τρόπου: πάτερ ἠμῶν - ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς ἐξειδίκευση τόπου) γενηθήτω τό θέλημά σου - ὡς ἐν οὐρανῶ καί ἐπί τῆς γής (ἐξειδίκευση τόπου), δός ἠμίν σήμερον τόν ἄρτον ἠμῶν τόν ἐπιούσιον (ἐξειδίκευση χρόνου), ἅφες ἠμίν τά ὀφειλήματα ἠμῶν - ὡς καί ἠμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἠμῶν (ἐξειδίκευση τρόπου).

Τό περιεχόμενο τοῦ κειμένου κλιμακώνεται νοηματικά: προηγοῦνται οἱ εὐχές καί ἀκολουθοῦν τά αἰτήματα. Ξεκινᾶμε μέ ὅ,τι ἀναφέρεται στόν ἴδιο τόν Θεό, γιά νά περάσει μετά στά αἰτήματα.

Κι ἐδῶ κλιμάκωση, ἀπό τά ὑλικά στά πνευματικά αἰτήματα: τά πρός τό ζῆν - ἄφεση ἁμαρτιῶν - προστασία ἀπό τόν πειρασμό.

Γλωσσικά σέ ὅλο τό κείμενο κυριαρχεῖ καί προβάλλεται τό ρῆμα: ἁγιασθήτω - ἐλθέτω - γενηθήτω, δός - ἅφες - μή εἰσενέγκης - ρύσαι. Κυριαρχοῦν καί προτάσσονται οἱ εὐχές καί τά αἰτήματα. Ἡ ἐξειδίκευσή τους ἐπιτάσσεται, τά ὑποκείμενα δηλαδή καί τά ἀντικείμενά τους (μέ ἐξαίρεση τό ἀντικείμενο τοῦ δός).

Συμπέρασμα. Τό κείμενο τῆς κυριακῆς προσευχῆς εἶναι ἕνα κείμενο πού θά μποροῦσε, μέ ἐπικοινωνιακά - γλωσσικά κριτήρια, νά χαρακτηρισθεῖ ὡς "ἰδανικό".

Εἶναι λιτό, γιατί περιορίζεται σέ βασικές πληροφοριακές δομές (ἐπίκληση - εὐχές - αἰτήματα), σέ ἐξίσου βασικές ἐξειδικευτικές πληροφορίες (ὀνοματικά ὑποκείμενα στίς εὐχές - διπλά ὀνοματικά συμπληρώματα στά αἰτήματα) καί σέ ἐλάχιστες ἐξειδικεύσεις χρόνου, τόπου καί τρόπου.

Μέ μία ἐντυπωσιακή οἰκονομία γλωσσικῶν μέσων - στό κείμενο χρησιμοποιεῖται μόνο Προστατική, μέ ἐξαίρεση τή μοναδική διαπιστωτική ρηματική δήλωση, τήν Ὁριστική ἀφίεμεν - ἐπιτυγχάνεται μία οὐσιαστική, καίρια καί γνήσια μορφή ἐπικοινωνίας, χωρίς ρητορεῖες, ἐπιτηδεύσεις καί περιττό λεκτικό φόρτο.

Ἡ συμμετρία καί ἡ ἔντονα αἰσθητή ἐπανάληψη τῶν ἴδιων συντακτικῶν καί μορφολογικῶν δομῶν (τό γνωστό φαινόμενο τοῦ "παραλληλισμοῦ"), πού φάνηκε ἐλπίζω ἔστω καί ἀμυδρά στή σύντομη ἀνάλυσή μας, ἐξασφαλίζει στό κείμενο τῆς κυριακῆς προσευχῆς αἴσθηση ρυθμοῦ καί μέτρου (πού δέν θίξαμε ἐδῶ), γεγονός πού ὁδηγεῖ στήν εὔκολη πρόσληψη καί μνημονική ἀνάκληση τοῦ κειμένου.

Πρόκειται γιά ἕνα θαυμαστό, τέλειο στήν ἁπλότητα καί τή βαθύτητά του κείμενο, πού δείχνει ἀνάγλυφα τήν ἐκφραστική δύναμη στήν ὁποία μπορεῖ νά φθάσει ἡ γλώσσα τοῦ ἀνθρώπου, ἀπόρροια τῆς ἰδιότητας πού μοιράζεται "κατά χάριν" ὁ ἄνθρωπος μέ τόν Θεό, ἀπόρροια τοῦ πνεύματος.

  Πηγή: ῾Αγία Ζώνη

Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2010

9 πικρές αλήθειες για την Παιδεία μας /Γ. Μπαμπινιώτης





Με τα αποτελέσματα των εισαγωγικών εξετάσεων στα Πανεπιστήμια, με το προβοκατόρικο 0,9, με τις 22.000 κενά στα σχολεία μας (από συνταξιοδοτούμενους εκπαιδευτικούς κ.ά.), με τις άδειες των Κολεγίων ιδιόχρησης, με..., με..., ξαναθυμηθήκαμε αυτές τις μέρες την Εκπαίδευση. Και αρχίσαμε ξανά τις αναλύσεις και τις ερμηνείες. Περισπούδαστοι εκπαιδευτικοί «αναλυτές», εκφραστές συχνά διαφόρων κομματικών ιδεολογιών και ιδεοληψιών, προβαίνουν σε κοινότοπες αναλύσεις, χωρίς να μπαίνουν στην ουσία των προβλημάτων τής Παιδείας μας ή να προτείνουν λύσεις. Και όλα αυτά γιατί δεν μπορούμε (δεν θέλουμε;) σε αυτόν τον τόπο να αντιμετωπίσουμε, με σοβαρό και αποτελεσματικό τρόπο, μείζονα προβλήματα τής Παιδείας μας που «σέρνονται» επί χρόνια και γιατί δεν τολμούμε πολιτικοί και πολίτες, εκπαιδευτικοί και γονείς, η ελληνική κοινωνία γενικότερα, να αναλάβουμε τις ευθύνες που μάς αναλογούν, να πιέσουμε, να απαιτήσουμε, να φωνάξουμε να αλλάξει ριζικά το εκπαιδευτικό μας σύστημα και να αποκτήσουμε επί τέλους κι εμείς μια παιδεία ουσίας και ποιότητας. Δεν τολμούμε να δούμε και να πούμε μερικές πικρές αλήθειες. Ετσι έχουμε, τελικά, την παιδεία που μάς αξίζει, που αξίζει στην αδιαφορία, την ολιγωρία και την ακηδία μας.

Αλήθεια πρώτη: Δεν καταλαβαίνουμε ότι έχουμε ένα σύστημα εισαγωγής στα πανεπιστήμια που έχει τινάξει στον αέρα την καίρια βαθμίδα τής Μέσης Εκπαίδευσης, το Λύκειο; Κι αν το καταλαβαίνουμε- που τώρα φαίνεται ότι έστω και αργά άρχισαν να το καταλαβαίνουν όλοι-, τι κάνουμε; Με αχρηστευμένο το Λύκειο πού πάμε;

Αλήθεια δεύτερη: Το υπαρκτό γνωστό πρόβλημα τού (λειτουργικού) αναλφαβητισμού, με αποφοίτους Μέσης Εκπαίδευσης που δεν μπορούν να εκφραστούν προφορικά και γραπτά, δεν το γνωρίζουμε; Μάλλιασε η γλώσσα των εκπαιδευτικών να το επισημαίνουν. Τώρα το καταλάβαμε με το προβοκατόρικο 0,9 (από κάποιον πλακατζή υποψήφιο...) που ανοήτως γενικεύθηκε κι έγινε σημαία απαιδευσίας, παραβλέποντας τις χιλιάδες των πραγματικά αναλφάβητων που συναντάμε γύρω μας;

Αλήθεια τρίτη: Οτι οι μαθητές των σχολείων μας απεχθάνονται το σχολείο, ότι δεν το αγαπούν, δεν τους τραβάει τίποτε στο σχολείο που τους έχουμε φτιάξει, δεν μάς λέει τίποτε;

Αλήθεια τέταρτη: Οτι έχουμε καθιερώσει ένα σύστημα που φορτώνει τους μαθητές με όγκους αναφομοίωτων πληροφοριών, προορισμένων εξ υπαρχής να περάσουν στα τάρταρα τής λήθης και τής απώθησης διά τής οδού τής αποστήθισης, πληροφοριών συχνά εξεζητημένων έως άχρηστων που ποτέ δεν θα γίνουν χρήσιμες επεξεργασμένες γνώσεις οι οποίες θα μείνουν, αυτό δεν μάς γεμίζει με οδύνη και τύψεις για τις ευθύνες μας;

Αλήθεια πέμπτη: Μπορούμε να αισθανόμαστε ήσυχοι, όταν οι ηγεσίες και βασικά στελέχη των πολιτικών κομμάτων και τού πολιτικού μας κόσμου γενικότερα (με πολύ λίγες εξαιρέσεις) ιεραρχούν την Εκπαίδευση, την Παιδεία και τον Πολιτισμό, το τρίπτυχο τής ουσιαστικής ύπαρξης και τής προοπτικής ανάπτυξης κάθε ορθοφρονούντος λαού, στο χαμηλότερο σκαλί τής έμπρακτης μέριμνας και τής πολιτικής τους; Αλήθεια έκτη: Είναι δυνατόν να έχεις ποιότητα διδασκαλίας στα σχολεία σου με εκπαιδευτικούς ανεπαρκώς καταρτισμένους για την Εκπαίδευση, σκανδαλωδώς ανεπιμόρφωτους και προκλητικά αναξιολόγητους, αλλά και με εκπαιδευτικούς κακοπληρωμένους σε σχέση με το δύσκολο έργο που καλούνται να επιτελέσουν και κοινωνικά υποβαθμισμένους; Μπορείς να έχεις μεγάλες απαιτήσεις χωρίς τις απαραίτητες προϋποθέσεις;

Αλήθεια έβδομη: Θα μπορέσουν ποτέ οι εκάστοτε υπουργοί Παιδείας να περάσουν από τις εξαγγελίες στην πράξη, να λάβουν γενναίες αποφάσεις, να ξεπεράσουν αυτό που- εσφαλμένα συνήθως- εκτιμούν ως πολιτικό κόστος (κυρίως για την προσωπική τους πολιτική καριέρα), να πείσουν με σωστά επιχειρήματα την κυβέρνησή τους και την κοινή γνώμη για ριζικές αλλαγές, να πολεμήσουν τα οργανωμένα συμφέροντα που αντιμάχονται τις αλλαγές και, τέλος, να αποτολμήσουν για μια φορά να παραιτηθούν, διαμαρτυρόμενοι όταν γίνονται όχημα και συνένοχοι για την παιδευτική υστέρηση ενός ολόκληρου λαού;

Αλήθεια όγδοη: Θα αντιληφθούν την ευθύνη τους
οι ηγεσίες και τα στελέχη των συνδικαλιστικών οργάνων των εκπαιδευτικών όλων των βαθμίδων, ώστε - ξεπερνώντας τις κομματικές ιδεολογίες και στάσεις τους και τις προσωπικές πολιτικές φιλοδοξίες τους που προκαλούν την αγανάκτηση των ίδιων των εκπαιδευτικών (ιδίως των νέων) και τής κοινής γνώμης- να μπορέσουν να αρθρώσουν ουσιαστικό, πειστικό, ακομμάτιστο εκπαιδευτικό λόγο; Μπορούν ποτέ να πείσουν κανέναν για τις προθέσεις τους, όταν μονίμως στηρίζουν την ήσσονα προσπάθεια και βρίσκονται συνεχώς στην άρνηση για κάθε ουσιαστική αλλαγή στην Παιδεία μας από όπου και αν προέρχεται; Δεν καταλαβαίνουν ότι έτσι αυτοκαταργούνται στη συνείδηση τού κόσμου και απαξιώνουν εκ προοιμίου τον θεσμικό ρόλο τους;

Αλήθεια ένατη: Κι εμείς στα Πανεπιστήμια που μορφώνουμε τους εκπαιδευτικούς θα αντιληφθούμε τον ρόλο και τις ευθύνες μας για το πόσο καλά ετοιμάζουμε τους αυριανούς εκπαιδευτικούς, όταν αρνούμαστε ή αποφεύγουμε επί χρόνια να εφαρμόσουμε την ψυχοπαιδαγωγική κατάρτιση και ένα ειδικό πρόγραμμα επιστημονικής προετοιμασίας όσων θέλουν να εργαστούν στην Εκπαίδευση; Μήπως πιστεύουμε ότι λύθηκε το πρόβλημα με το ΑΣΕΠ και με τους ειδικούς φροντιστές που έχουν πλέον αναλάβει- με το αζημίωτο- τον ρόλο τής προετοιμασίας των υποψηφίων για τις εξετάσεις τού ΑΣΕΠ, υποκαθιστώντας τα Πανεπιστήμια;

* * * Γνωστές πικρές αλήθειες που ενοχλούν, που απωθούνται, που καταπνίγονται, ενώ «ενός έστι χρεία...», να τις συνειδητοποιήσουμε όλοι και να τις υπερβούμε με πράξεις.

Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr (
Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2010)

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2010

Γεώργιος Μπαμπινιώτης, Λόγος γιά τή χαμένη μας παρρησία


Στην πλειονότητά μας στην Ελλάδα είμαστε, νομίζω, μια κοινωνία φοβισμένη, «σκιαγμένη». Είμαστε μια κοινωνία "εν αμύνη"!. Μια κοινωνία στη γωνία. Φοβόμαστε να μιλήσουμε δημόσια, φωναχτά και με παρρησία γι’ αυτό που πιστεύουμε ως χριστιανική ορθόδοξη πίστη, γι’ αυτό που πρεσβεύουμε ως κοινωνικές ηθικές παναθρώπινες αξίες, γι’ αυτό που αισθανόμαστε βαθύτερα ως Έλληνες, ως λαός σ’ αυτή τη γωνιά τής γης. Έχουμε καταντήσει «σάκος πυγμαχίας», που πάνω του ασκούνται με γροθιές –δοκιμάζοντας τις αντοχές μας– θρασείς, απαίδευτοι, ρηχοί, προκλητικοί, υλόφρονες, ανελλήνιστοι "Συνέλληνες", εκμεταλλευόμενοι ακριβώς την ατολμία, την έλλειψη παρρησίας, τη φοβικότητα και την εσωστρέφειά μας.
Θα έλεγε κανείς αφοριστικά «είμαστε άξιοι τής τύχης μας!». Ωστόσο, υποστηρίζω προσωπικά –μιλώντας και γράφοντας δημόσια– ότι μάλλον είμαστε ανάξιοι και ανίκανοι υποστηρικτές των ιδεών, των αξιών, των ιδανικών στα οποία πιστεύουμε. Ανάξιοι υποστηρικτές τής πίστης μας –δειλοί, αποτραβηγμένοι. Ανάξιοι υποστηρικτές τής ιστορίας και τού πολιτισμού αυτής τής χώρας– άπραγοι, βουβοί, αξιολύπητοι. Είμαστε βολεμένοι και συμβιβασμένοι με ό,τι έχει επιβληθεί και επικρατήσει ως νοοτροπία εν ονόματι ενός ψευτοπροοδευτισμού, μιας στρεβλής σύλληψης για τα το τι είναι πραγματικά πρόοδος, προοδευτισμός, δημοκρατία, πνεύμα ελευθερίας, αξιοπρέπεια, σεβασμός τού άλλου, κατανόηση τού διαφορετικού, αλληλοπεριχώρηση ιδεών, απόψεων, βιωμάτων και συναισθημάτων.
Αποτέλεσμα: Περιοριζόμαστε στον χώρο μας, κλεινόμαστε στον εαυτό μας, περιχαρακώνουμε τη σκέψη μας, προφυλάσσουμε τις ιδέες μας, μάς κυριεύει η εσωστρέφεια
. Μια εσωστρέφεια που παίρνει τη μορφή μιας μόνιμης απολογητικότητας, που συχνά εμφανίζεται ως ένα κρυφό πλέγμα ενοχής, ως στάση αμύνης. Πρόκειται –ας μού επιτραπεί η έκφραση– για μια αρρωστημένη εσωστρέφεια, σχεδόν για ένα ιδεολογικό ή πνευματικό σύμπλεγμα, που φαίνεται να το έχουμε αποδεχθεί σιωπηρά και περίπου να το εφαρμόζουμε ως κανόνα. Στην πραγματικότητα, πρόκειται –θα το πω– για μια «πνευματική τρομοκρατία», που απαγορεύει να έχεις άποψη για την πίστη –τη δική σου πίστη!–, για αξίες –τις δικές σου αξίες!–, για πατρίδα –τη δική σου πατρίδα!–, για παράδοση, για ιστορία, για πολιτισμό. Έτσι, περάσαμε από το ένα άκρο στο άλλο…Από μια κατάσταση όπου όλα ήταν δεδομένα, αδιαμφισβήτητα και υποχρεωτικά για όλους, είτε επρόκειτο για θρησκεία είτε για πατρίδα είτε για οικογένεια είτε για επιστήμη είτε για κοινωνία κ.λπ. (που ελεγχόσουν για την πίστη σου, κινδυνεύοντας να θεωρηθείς "αιρετικός" σε κάθε κλυδωνισμό ή ερώτημα, που ελεγχόσουν για κάθε αμφισβήτηση σε κατεστημένες επιστημονικές, κοινωνικές, πολιτικές ή άλλες απόψεις), περάσαμε στην πλήρη αμφισβήτηση των πάντων για τα πάντα. Περάσαμε στο άλλο άκρο τού εκκρεμούς, που σε υποχρεώνει να σιωπάς ή να απολογείσαι ακόμη και για τα αυτονόητα. Ακόμη και για θέματα (αξίες, αντιλήψεις, στάσεις) ευρείας ή ευρύτερης αποδοχής.
Δεν έχει νόημα εδώ να αναλύσει κανείς πώς φθάσαμε σ’ αυτή την κατάσταση μιας έξωθεν επιβαλλόμενης εσωστρέφειας. Οι ακρότητες προκάλεσαν αντιδράσεις και οι αντιδράσεις γέννησαν νέες ακρότητες –προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ένα είναι βέβαιο: Αφήσαμε να μάς κυριεύσει η εσωστρέφεια χωρίς να αγωνιστούμε όταν και όπως έπρεπε. Έτσι βρεθήκαμε από τη σιγουριά τής ιδεολογικοπνευματικής μας δύναμης, μιας προκλητικής και συχνά ανερμάτιστης εξωστρέφειας, στην αβεβαιότητα τής απολογητικής στάσης και στην αμηχανία μιας εσωστρέφειας, που δεν οδηγεί πουθενά.
Τώρα, αντί να θρηνούμε πώς δεν αντιληφθήκαμε εγκαίρως ότι «ασυναισθήτως» γύρω μας έκτισαν τείχη, ας προσπαθήσουμε να γκρεμίσουμε αυτά τα τείχη, ας περάσουμε σε μια πνευματική υπέρβαση, ας περάσουμε σε μια ελεγχόμενη εξωστρέφεια, με μέτρο αλλά και με δυναμισμό και αποφασιστικότητα. Αυτή η εξωστρέφεια, ας δούμε ποια μορφή θα μπορούσε να πάρει.
Θα επισημάνω δύο χώρους επιβαλλόμενης εξωστρέφειας: α) την Εκπαίδευση για τους εκπαιδευτικούς, ιδίως τους θεολόγους, και β) τον δημόσιο λόγο.Ας ξεκινήσουμε με την Εκπαίδευση, εκεί όπου «χτίζονται» συνειδήσεις και πλάσσονται οι νεανικές ψυχές. Εκεί «η ομολογία πίστεως» κάθε εκπαιδευτικού μπορεί να λειτουργήσει ως σπόρος που θα καρπίσει, καμιά φορά και ως «βόμβα» που θα προκαλέσει έκρηξη. Ο δάσκαλος που θαρραλέα θα ομολογήσει μπροστά στους μαθητές του την πίστη του, την επίδραση που είχε και έχει στη ζωή του η πίστη του και πόσο μπορεί να βοηθήσει τον καθένα, ιδίως έναν νέο αυτή η πίστη, όταν είναι βαθιά, ουσιαστική και ειλικρινής, αυτός ο δάσκαλος θα έχει φυτέψει –συχνά χωρίς να έχει άμεση συνείδηση– «σπόρους ζωής» στις ψυχές μερικών, τουλάχιστον, μαθητών του. Αυτό ισχύει για τον εκπαιδευτικό κάθε βαθμίδας και ειδικότητας. Είναι σημαντικό –λόγω και τού κύρους που έχει, κατά κανόνα, ο δάσκαλος– να ακούσει ο μαθητής από τον φιλόλογο λ.χ. ή τον μαθηματικό ή τον καθηγητή τής ξένης γλώσσας ή τον γυμναστή κ.ά. ότι ο ίδιος πιστεύει και ότι χωρίς την πίστη ο άνθρωπος δεν έχει «σημείο αναφοράς» στη ζωή του, ιδίως στις δύσκολες στιγμές.
Κι ερχόμαστε στον θεολόγο. Ο εσωστρεφής θεολόγος με τo απολογητικό (συχνά και «κακόμοιρο») ύφος, αντί να εμπνεύσει και να ανεβάσει ψυχικά τους μαθητές του με τον λόγο τής πίστης κατάλληλα ειπωμένο (με αναφορές στην αγάπη ως βάση κάθε μορφής κοινωνίας και ανθρωπιάς, στην αξιοπρέπεια, στις ηθικές αξίες, στον αγώνα τού ανθρώπου για βελτίωση δική του και τού άλλου, στην ανεκτικότητα τού άλλου και τού διαφορετικού κ.ο.κ.), τις περισσότερες φορές τους μεταδίδει, άθελά του, τη δική του ατολμία, τη δική του απολογητικότητα, τη δική του έλλειψη παρρησίας. Κι όλα αυτά, ενώ μπορεί να κεντρίσει το ενδιαφέρον, να ξυπνήσει ψυχές που υπνώττουν και, το κυριότερο, να αναπαύσει ψυχές που αγωνιούν. Μπορεί να δώσει φτερά, να δείξει δρόμους, να αποκαλύψει πτυχές τού κόσμου τού πνεύματος άγνωστες στους νέους, μπορεί να τους συνδέσει με "κείμενα ζωής" που είναι λ.χ. το Ευαγγέλιο τού Ιωάννη ή οι Επιστολές τού Παύλου, μπορεί, μπορεί, μπορρεί…Φτάνει να ξέρει πώς να μιλήσει για τα μεγάλα αυτά θέματα, πώς θα συγκινήσει, πώς θα ελκύσει με τα λόγια τής αλήθειας πάντοτε, μ’ ένα βιβλίο, με μια ταινία, με κομμάτια μουσικής κ.λπ. Και βεβαίως με τη σύνδεση των παιδιών με την Εκκλησία, με τη Θεία Λειτουργία που πρέπει απλά και ουσιαστικά να δείξει τι σημαίνει, με τους Ύμνους τής Μ. Εβδομάδος που είναι καθαρή ποίηση, με κάποια πατερικά αποσπάσματα, αλλά και με αναφορά σε λόγια σοφίας σύγχρονων ορθόδοξων μορφών, όπως ο Γέροντας Πορφύριος. Και μόνο να συνδέσει μερικά παιδιά με την Εκκλησία θα έχει προσφέρει έργο ζωής.Με άλλα λόγια, ο θεολόγος αντί να είναι «ο τελευταίος τροχός τής αμάξης» στο σχολείο, εφόσον νιώσει τον ρόλο του και πιστέψει στην αποστολή του, μπορεί να είναι το σημείο αναφοράς για πολύ ουσιαστικές δράσεις στο σχολείο. Μπορεί να είναι το πρόσωπο που πλησιάζει και μιλάει με τα παιδιά, που ακούει τα προβλήματά τους, που αμβλύνει αντιθέσεις. Σημείο αναφοράς αλλά και καταφυγής μαθητών, γονέων και εκπαιδευτικών ακόμη που χρειάζονται στήριξη. Ο εμπνευσμένος και εμπνευστικός, ο μαχητικός, ο ρέκτης, ο γνήσιος σύγχρονος ορθόδοξος θεολόγος.Και κάτι ακόμη. Συχνά νομίζουμε πως ό,τι λέμε στους μαθητές μας, εφόσον δεν οδηγεί σε άμεσα ορατές πράξεις (μορφές συμπεριφοράς και σκέψης), πάει χαμένο. Ωστόσο, δεν συνειδητοποιούμε και οι ίδιοι ότι η λειτουργία τού πνεύματος λειτουργεί μυστικά και μακροπρόθεσμα. Τα πάντα εγγράφονται στις συνειδήσεις των παιδιών και έρχονται στιγμές που ανακαλούνται αυτόματα και επενεργούν χωρίς να γνωρίζει κανείς πού βρέθηκε αυτή ή εκείνη η σκέψη, η ιδέα, το κέντρισμα ή η συγκράτηση, η έμπνευση ενίοτε ή το πέταγμα τής ψυχής σε κατευθύνσεις που δεν είχαν προσχεδιασθεί.
Αν είναι όσο σημαντική προσπάθησα να δείξω η ομολογία πίστεως στον εκπαιδευτικό χώρο, εξίσου σημαντική είναι η μαρτυρία πίστεως στον δημόσιο χώρο και στον δημόσιο λόγο. Εννοώ στον χώρο δουλειάς, σε δημόσιες συναντήσεις και συγκεντρώσεις, σε ομιλίες ενώπιον κοινού, σε συζητήσεις, οπουδήποτε και οποτεδήποτε. Εκεί ο καθένας με την εξωστρέφειά του μπορεί –χωρίς κραυγές ή φαρισαϊκές φανφάρες, που άλλωστε δεν ταιριάζουν στην ορθόδοξη πίστη– να ρίξει τον δικό του σπόρο: να προβληματίσει, να φωτίσει, να αφήσει να διαφανεί, να σχολιάσει, να ομολογήσει, να διαφωνήσει αν χρειαστεί, πάντοτε με διάκριση χριστιανική, με ήθος, χωρίς πρόκληση ή μονοπώληση τής ορθής γνώσης, υπαινικτικά, διαλεκτικά, καλοπροαίρετα και καλόκαρδα, όχι κηρυγματικά ή δογματικά. Διδάσκει κανείς –και εμπνέει και επηρεάζει– και με το ήθος του, με όλη την προσωπικότητά του που πρέπει να λειτουργεί ως η άλως κάθε ομολογίας πίστεως.
Θα τελειώσω αισιόδοξα. Επειδή ανήκω σ’ αυτούς που πιστεύουν ότι σ’ αυτόν τον τόπο δεν είναι λίγοι αυτοί που αγωνίζονται –έστω και μοναχικά– για καλύτερες συνθήκες ζωής, για μια ποιότητα στη ζωή και στη σκέψη μας, κι επειδή η χώρα μας όσα προβλήματα κι αν έχει –μερικά από άστοχους χειρισμούς ή από έλλειψη ουσιαστικής παιδείας– πορεύεται μπροστά και εξελίσσεται (έστω με αργούς ρυθμούς), πιστεύω ότι πρέπει όλοι να υψώσουμε τη φωνή μας, όπου ο καθένας μπορεί, δείχνοντας ότι η μιζέρια, η μαυρίλα, η οδός τής απωλείας δεν έχει κυριεύσει όλη την Ελλάδα, όλους τους Έλληνες. Υπάρχει ελπίδα. Υπάρχει φως. Ας μιλήσουμε μόνο με θάρρος, με αγάπη, με ειλικρίνεια, με παρρησία και ας μετουσιώσουμε την εξωστρέφειά μας σε εσωστρέφεια.


http://aktines.blogspot.com