Μεταξύ των υπαρχόντων ιερέων υπάρχουσιν ακόμη πολλοί ενάρετοι και αγαθοί, εις τας πόλεις και εις τα χωρία.
Είναι τύποι λαϊκοί, ωφέλιμοι, σεβάσμιοι. Ας μην εκφωνούσι λόγους. Ηξεύρουσιν αυτοί άλλον τρόπον πώς να διδάσκωσι το ποίμνιον.
Γνωρίζω ένα ιερέα εις τας Αθήνας. Είναι ο ταπεινότερος των ιερέων και ο απλοϊκώτερος των ανθρώπων. Διά πάσαν ιεροπραξίαν αν τού δώσης μίαν δραχμήν, ή πενήντα λεπτά, ή μίαν δεκάραν, τα παίρνει. Αν δεν τού δώσης τίποτε, δεν ζητεί. Διά τρεις δραχμάς εκτελεί παννύχιον Ακολουθίαν, Λειτουργίαν, Απόδειπνον, Εσπερινόν, Όρθρον, Ώρας, το όλον διαρκεί εννέα ώρας. Αν τού δώσης μόνο δύο δραχμάς, δεν παραπονείται. Κάθε ψυχοχάρτι, φέρον τα μνημονευτέα ονόματα των τεθνεώτων, αφού άπαξ τού το δώσης, το κρατεί διά πάντοτε. Επί δύο, τρία έτη εξακολουθεί να μνημονεύη τα ονόματα. Εις κάθε προσκομιδήν μνημονεύει δύο ή τρεις χιλιάδας ονόματα. Δεν βαρύνεται ποτέ. Η προσκομιδή παρ' αυτώ διαρκεί δύο ώρας. Η Λειτουργία αλλάς δύο. Εις την απόλυσιν της Λειτουργίας, όσα κομμάτια έχει εντός τού ιερού, από πρόσφορα ή αρτοκλασίαν, τα μοιράζει όλα εις όσους τύχουν. Δεν κρατεί σχεδόν τίποτε.
Μίαν φοράν έτυχε να χρωστή μικρόν χρηματικόν ποσόν, και ήθελε να το πλήρωση. Είχε δέκα ή δεκαπέντε δραχμάς. Όλα εις χαλκόν. Επί δύο ώρας εμετρούσεν, εμετρούσεν, εμετρούσεν και δεν ημπορούοε να τα εύρη πόσα ήσαν. Τέλος εις άλλος χριστιανός έλαβε τον κόπον και τού τα εμέτρησεν. Είναι ολίγον τι βραδύγλωσσος και περισσότερον αγράμματος. Εις τας ευχάς, τας περισσότερας λέξεις τας λέγει ορθάς, εις το Ευαγγέλιον, τας περισσότερας εσφαλμένας. Θα ειπείτε, διατί η αντίθεσις αύτη; Αλλά τας ευχάς τας ιδίας απαγγέλλει καθ' εκάστην, ενώ την δείνα περικοπήν τού Ευαγγελίου θα την αναγνώση άπαξ ή δις ή, το πολύ, τρις τού έτους, εξαιρέσει ωρισμένων περικοπών συχνά, άλλ' ατάκτως επανερχομένων, ως εις τούς Αγιασμούς, εις τας Παρακλήσεις. Τα λάθη όσα κάμνει εις την ανάγνωσιν, είναι πολλάκις κωμικά και όμως εξ όλων των ακροατών του, εξ όλου τού εκκλησιάσματος, κανείς μας δεν γελά. Διατί; Τον εσυνηθήσαμεν και μας αρέσει. Είναι αξιαγάπητος• Είναι απλοϊκός και ενάρετος. Είναι άξιος τού πρώτου Μακαρισμού τού Σωτήρος.
Τώρα υποθέσατε ότι αυτός ο ίδιος ιερεύς είχε εξέλθει από ιεροδιδασκαλείον, παλαιόν ή νέον,θα είχε διαφοράν επί το βέλτιον; Θα ήτο πασαλειμμένος με ολίγα ατελή, κακοχώνευτα και συγκεχυμένα γράμματα, με περισσοτέραν οίησιν και αξιώσεις; Θα ήτο δια τούτο καλύτερος;
(από το βιβλίο Ο παπα Νικόλας Πλανάς Εκδόσεις «ΑΣΤΗΡ» Αθήνα 1979. )
Ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης απαντά στην πρόταση του Μένη Κουμανταρέα για τη μετάφραση του έργου του σκιαθίτη συγγραφέα. Και υποστηρίζει ότι ο «γυμνός και τετραχηλισμένος» Παπαδιαμάντης θα λάμπει αμετάφραστος
ΓΙΩΡΓΗΣ ΓΙΑΤΡΟΜΑΝΩΛΑΚΗΣ
«Ο Μένης Κουμανταρέας δεν μεταφράζει τον Παπαδιαμάντη. Δεν μπορεί να τον μεταφράσει. Ο Μ.Κ. κάνει κάτι πρωτοφανές για τα γράμματά μας: τολμά να διορθώσει, να μαντάρει δηλαδή και να μπαλώσει γλωσσικά και υφολογικά τον Παπαδιαμάντη, τολμά ανεπιγνώστως να βάλει χέρι σε ένα τόσο παρθενικά και αθώα (μαστορικά ωστόσο) αρθρωμένο κείμενο και το βιάζει»
«εκείνος που θα εξακολουθεί να λάμπει, γεμάτος φως, στην πεζογραφία μας θα είναι, για πολλά χρόνια ακόμη, ο «γυμνός και τετραχηλισμένος» Παπαδιαμάντης. Ως έχει, φυσικά».
Στα «Βιβλία» της 27ης Ιουλίου 1997 ο πεζογράφος Μένης Κουμανταρέας (Μ.Κ.) υπακούοντας, όπως γράφει, σε μια παλιότερη επιθυμία του να μεταφράσει «στα δικά μας σύγχρονα ελληνικά» τον Παπαδιαμάντη (Π.), προς χάριν των φιλομαθών νέων, μας προσφέρει, ως δείγμα της μεταφραστικής του προσπάθειας, το διήγημα «Ο έρωτας στα χιόνια». Ο Μ.Κ. ομολογεί ότι ως νεαρός διάβαζε τον Π. και είχε κάποιες δυσκολίες γλωσσικές, όμως, τελικά, η μουσική της γλώσσας τον αποκοίμιζε και μπορούσε να κάνει και χωρίς τις άγνωστες λέξεις. Σήμερα όμως, καθώς προφανώς τα πράγματα έχουν αλλάξει και οι νέοι μας έχουν γίνει κομμάτι αδιάφοροι και ίσως απέκτησαν λειψό μυαλό, εμείς, και μάλιστα εμείς οι πεζογράφοι, οφείλουμε να τους βοηθήσουμε να απολαύσουν τον Π. μεταφράζοντάς τον. «Επιστρέφω σε αυτό το ίδιο κείμενο» γράφει ο Μ.Κ. «με τη φροντίδα να το γυρίσω μέσα έξω, όπως ένα παλιό αρχοντικό ρούχο που τρίφτηκε μα που αντέχει πάντα να φορεθεί. Οι δυσκολίες εδώ, οφείλω να ομολογήσω, δεν είναι τόσο μεγάλες όσο σε άλλα κείμενα. Και αυτό από μια άποψη με κάνει να λυπάμαι (sic). Οπως και να 'χει, για μένα παραμένει μια πρόκληση και μια απάντηση στους καθαρολόγους και γλωσσαμύντορες, σε όλους όσοι μένουν προσκολλημένοι στους τύπους και στο παρελθόν, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι αργά ή γρήγορα θα υπάρξουν παρόμοια κρούσματα (sic). Στον Π., στον Βιζυηνό αλλά και για άλλους λόγους στον Καζαντζάκη και όλους όσους σκεπάζει η ομίχλη της γλώσσας» (η υπογράμμιση δική μου).
Δεν θα σχολιάσουμε τη συλλογιστική τού Μ.Κ., αφού άλλωστε λέει τα πράγματα τόσο καθαρά. Να σημειώσουμε πάντως ότι ο Μ.Κ. «λυπήθηκε» που, μεταφράζοντας τον Π., βρήκε πως η δουλειά ήταν πιο εύκολη από όσο περίμενε. Ο Παπαδιαμάντης δηλαδή δεν του έφερε καμία αντίσταση.
Κατά καιρούς, ιδίως τα τελευταία χρόνια, πολλοί οψιμαθείς, επαγγελλόμενοι τους διδασκάλους του Γένους, επιμένουν ότι προκειμένου να μπορέσουν να μάθουν γράμματα οι νέοι μας πρέπει να κάνουμε τα πράγματα πιο εύκολα, πιο απλά, πιο καλομασημένα. Και όντως έχουν κάνει πολλά, ώστε να εφαρμοσθεί με ποικίλους τρόπους αυτή η δημοκρατική, δήθεν, ιδεολογία της διευκόλυνσης. Μέρος αυτής της «λαϊκής» εκστρατείας αποτελεί και η προσπάθεια κάποιων να μεταγλωττισθεί ο Π., ο Βιζυηνός, ο Κάλβος και φυσικά ο ακατανόητος Καβάφης. Σύμφωνα μάλιστα με αυτό το πνεύμα καθηγητές Φιλοσοφικών Σχολών ζητούν από τους φοιτητές τους, στις εξετάσεις, να «μεταφράσουν» (σε ποια άραγε γλώσσα;) στίχους από τον Ερωτόκριτο. Ολοι αυτοί οι ριζοσπάστες, όπως προκύπτει από το κείμενο του Μ.Κ., αντιπροσωπεύουν το προοδευτικό, το φωτεινό κλπ. Οι άλλοι, οι καθαρολόγοι και οι γλωσσαμύντορες, όσοι δηλαδή δεν θεωρούν αυτές τις μεταφράσεις απαραίτητες, είναι καταδικασμένοι να σαπίσουν στο σκότος, σκεπασμένοι και οι ίδιοι με την παχιά ομίχλη των παλιών ελληνικών. Το χειρότερο, αυτοί δεν αγαπούν τους νέους!
Δεν γνωρίζω σε ποιους νέους αναφέρεται ο Μ.Κ., και όσοι άλλοι αναλαμβάνουν κατά καιρούς, γεμάτοι έρωτα γι' αυτούς, να τους ποδηγετήσουν. Δεν γνωρίζω λ.χ. σε ποια σχολεία έχει διδάξει ο Μ.Κ., σε ποια λαϊκά μαγαζιά πήγε να διαβάσει Παπαδιαμάντη σε παιδιά εργατικά, κι εκείνα δεν κατάλαβαν γρυ. Γιατί οι σημερινοί νέοι, δηλαδή τα παιδιά του ελληνικού λαού που κατά χιλιάδες τελειώνουν το Γυμνάσιο και το Λύκειο (ελάχιστοι είναι όσοι μένουν έξω από τα σχολεία αυτά) παρά τα πολλά προβλήματά τους, δεν νομίζω ότι αδυνατούν να κατανοήσουν ένα κείμενο τόσο απλό γλωσσικά όπως «Ο έρωτας στα χιόνια». Μπορεί να χάσουν μία ή δύο λέξεις, όχι περισσότερες, αλλά το όλο κείμενο θα το απολαύσουν ως έχει. Πιστεύω δηλαδή ότι, αν κάποιοι νέοι, τους οποίους έχει κατά νουν ο Μ.Κ. και θέλει να βοηθήσει, δεν καταλαβαίνουν το διήγημα του Π., τότε πρέπει να μιλάμε για παθολογικώς καθυστερημένα άτομα, που δεν παίρνουν γιατρειά.
Να δούμε όμως τι βοήθεια πράγματι προσφέρει ο Μ.Κ. στους νέους «μεταφράζοντας» τον Π. και τι φως ρίχνει πάνω σε αυτό το ομιχλώδες κείμενο. Δεν θα κάνω λόγο για τη μουσική της γλώσσας, τον πολυεπίπεδο λόγο του Σκιαθίτη, τη σχέση ήχων και νοημάτων κ.ά. Θα μείνουμε στην εικόνα όπου ένας καλός ράφτης παίρνει το παλιό, τριμμένο, αρχοντικό ρούχο, το γυρνά ανάποδα και το καρικώνει με φροντίδα, όπου χρειάζεται, για να ξαναφορεθεί. Λίγα μόνο παραδείγματα. Η «πατατούκα» του μπαρμπα-Γιαννιού γίνεται «ναυτικός επενδύτης, πανωφόρι» και αλλού «πανωφοράκι»(!), η φράση «Σεβντάς είν' αυτός, δεν είναι τσορβάς» γίνεται «καημός είν' αυτός, δεν είναι χυλός»(!), τα «άσπρα» αλλάζουν σε «λεφτουδάκια», τα «μερδικά» γίνονται «μιστά»(!), η δύσκολη φράση «είχε κρεμάσει καδένες χρυσές με ωρολόγια» εξηγείται ως «είχε κρεμάσει ρολόγια με χρυσές καδένες», «εκχύνων εις τραγούδια τον πόνον του» = «ποτίζοντας με τον πόνο του καθετί που τραγουδούσε» (sic), «παραπονούμενος ευθύμως» = «παραπονιόταν εύθυμα», «είχε μάτια μεγάλα» = «είχε κάτι ματάρες». Τα ομιχλώδη «κοσσυβάκια τα λάλα με το αμαυρόν πτέρωμα» παίρνουν φως και γίνονται «κελαϊδιστά κοτσυφάκια με μαυριδερό χνούδι», η «γλώσσα» του Ησύχιου τετραχηλισμένα = πεφανερωμένα, στις φράσεις «όλα γυμνά και τετραχηλισμένα» και «γυμνός και τετραχηλισμένος» γίνεται «ξετραχηλισμένα» και «ξετραχηλισμένος», προφανώς διότι ο μη καθαρολόγος «μεταφραστής» πιστεύει ότι δεν υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσα στο «τραχηλίχω» και στο «εκτραχηλίζω» ή «ξετραχηλίχω». Το δύσκολο να κατανοηθεί ρήμα «αγνίζω» γίνεται «καθαγιάζω» και οι ξεφτισμένες φράσεις «εις το πνεύμα το υποβρύχιον» και «εύρισκε φρικώδη ζέστην εις την χιόνα» καρικώνονται και γίνονται «στο βυθισμένο μυαλό του» και «ένιωθε μια (sic) θέρμη φρικιαστική πάνω στο χιόνι».
Αν αυτά (και όχι μόνο αυτά) αποτελούν για τον πεζογράφο και μεταφραστή Μ.Κ. μετάφραση, τότε οι λέξεις έχουν χάσει το νόημά τους. Ο Μένης Κουμανταρέας δεν μεταφράζει τον Παπαδιαμάντη. Δεν μπορεί να τον μεταφράσει. Ο Μ.Κ. κάνει κάτι πρωτοφανές για τα γράμματά μας: τολμά να διορθώσει, να μαντάρει δηλαδή και να μπαλώσει γλωσσικά και υφολογικά τον Παπαδιαμάντη, τολμά ανεπιγνώστως να βάλει χέρι σε ένα τόσο παρθενικά και αθώα (μαστορικά ωστόσο) αρθρωμένο κείμενο και το βιάζει. Διατείνεται ότι διώχνει την ομίχλη πάνω από τη γλώσσα του Π. και δημιουργεί ρύπο, λεκτικό και λογοτεχνικό. Τολμά να αρνηθεί τη γλωσσική και υφολογική ιδιαιτερότητα του Π., πράγμα που θα μπορούσε να σημαίνει πως όποιο κείμενο δεν πληροί τα δικά του λεκτικά και αισθητικά γούστα πρέπει να «γυρίσει ανάποδα», να μανταριστεί και να καρικωθεί. Αλλά αυτό θα μπορούσε να το πει κάποιος και για τα δικά του κείμενα. Και το ερώτημα μένει: Γιατί άραγε ο καλλιεργημένος και ευαίσθητος Μ.Κ. διέπραξε αυτό το μείζον σφάλμα; Σε τι μπορεί το κειμενάκι αυτό να βοηθήσει τους νέους να καταλάβουν τον Π.; Ποιο το τελικό κέρδος αυτής της ακατανόητης ενέργειας που, πιστεύω, εκθέτει στα γράμματά μας τον πεζογράφο Μένη Κουμανταρέα; Δεν γνωρίζω. Γνωρίζω όμως, και δεν είναι δύσκολο να το καταλάβουμε, προοδευτικοί και μη, φιλοπρόοδοι και όχι, ότι εκείνος που θα εξακολουθεί να λάμπει, γεμάτος φως, στην πεζογραφία μας θα είναι, για πολλά χρόνια ακόμη, ο «γυμνός και τετραχηλισμένος» Παπαδιαμάντης. Ως έχει, φυσικά.
Ο κ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης είναι αναπληρωτής καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.