"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ὀρθόδοξος κλῆρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ὀρθόδοξος κλῆρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 12 Ιανουαρίου 2011

Έκτακτη σύγκληση της Ιεραρχίας για τη λήψη αποφάσεων «Επί ζητημάτων Εφημεριακού Κλήρου»


Κατά τη σημερινή συνεδρίαση της ΔΙΣ "ο Συνοδικός Σύνεδρος, Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ύδρας, Σπετσών και Αιγίνης κ. Εφραίμ, ενημέρωσε το Σώμα για την συνάντηση, την οποία είχε με τους αρμόδιους Παράγοντες των Υπουργείων Εσωτερικών, Αποκεντρώσεως και Ηλεκτρονικής Διακυβερνήσεως και Οικονομικών, σχετικά με την Εγκύκλιο με θέμα «Προγραμματισμός Προσλήψεων Προσωπικού έτους 2011»
Στη συνέχεια οι Σεβασμιώτατοι Αρχιερείς ετοποθετήθησαν επί του θέματος αυτού και ομοφώνως αποφασίσθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 περίπτ. β καί παραγράφου 2, του άρθρου 6 του Νομου 590/1977 «Περί Καταστατικού Χαρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος», να συγκληθεί εκτάκτως η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, την Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2011 και ώρα 9η πρωινή. Η Συνεδρίαση θα έχει μοναδικό θέμα με τίτλο : «Επί ζητημάτων Εφημεριακού Κλήρου»


Πηγή:Θρησκευτικά

Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2011

Δικαιοῦται ἡ ᾿Εκκλησία νά ἐκφράζει πολιτικό λόγο;

᾿Επιστολή στήν Καθημερινή τῆς Κυριακῆς 09-01-2011
τοῦ Δημήτρη Γ. Μπράνη

῾Η παρέμβαση τῆς ᾿Εκκλησίας
Κύριε διευθυντά
Η Εκκλησία της Ελλάδος με εγκύκλιό της προς τους πιστούς της παρεμβαίνει στο πολιτικό και οικονομικό «γίγνεσθαι» της χώρας. Παρεμβαίνει στα πολιτικά και οικονομικά δρώμενα. Και ορθώς-ορθότατα παρεμβαίνει, κατά την προσωπική ταπεινή μου γνώμη. Και ο ιερός κλήρος ψηφίζει. Αρα, έχει και αυτός πολιτικά δικαιώματα. Αρα, έχει και αυτός λόγο πολιτικό.
Και η Εκκλησία είναι ένα τμήμα της ελληνικής κοινωνίας. Είναι μόριό της αναπόσπαστο. Βλέπει - ακούει, ακούει - βλέπει όλα όσα συμβαίνουν τόσο στο ελληνικό, όσο και στο παγκόσμιο στερέωμα. Και δικαιούται, ως εκ τούτου, να έχει γνώμη. Να έχει άποψη και να την εκφράζει δημόσια. Να τη δημοσιοποιεί.
Τα αίτια της οικονομικής κρίσης είναι πολιτικά. Η πολιτική και οι πολιτικοί και το όλο, εν γένει, πολιτικό σύστημα της Ελλάδος προκάλεσαν την οικονομική κρίση. Αυτοί έφεραν τη χώρα στα πρόθυρα της πτώχευσης. Στο χείλος του γκρεμού. Και έτσι η Ελλάδα βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα. Και ζήτησε δανεικά. Και έγινε έτσι χώρα εξαρτώμενη. Χώρα εξαρτώμενη από τους δανειστές της. Από το ΔΝΤ. Από την τρόικα. Αυτή τη διαφεντεύει. Αυτή έκανε το Μνημόνιο. Και αυτό συνιστά εθνική ταπείνωση.
Πριν από την οικονομική κρίση έλαβε χώρα μια άλλη κρίση. Η κρίση των ηθικών αξιών. Η κρίση των ηθικών αρχών. Η κρίση των ηθικών κανόνων. Ελαβαν χώρα η επιορκία. Η κλοπή. Η διαφθορά. Και αυτή γέννησε και έφερε την οικονομική κρίση.
Ο ελληνικός λαός έχει χορτάσει την υποκρισία και τη δημαγωγία. Υποκρισία και δημαγωγία ήταν το «Αλήστου» μνήμης: «Υπάρχουν χρήματα»! Υποκριτικό και δημαγωγικό ήταν και το «Ολοι μαζί τα φάγαμε τα χρήματα».
Η μνήμη του ελληνικού λαού και η νοημοσύνη του παραμένει ισχυρή. Ο ελληνικός λαός είναι και νοήμων και μνήμων. Και δεν είναι αμνήμων και ανόητος, όπως νομίζουν οι πολιτικοί, για να τον κοροϊδεύουν, για να τον παραπλανούν, για να του στήνουν παγίδες.
Και ο ιερός κλήρος, λοιπόν, δικαιούται να έχει λόγο πολιτικό. Εχει και αυτός το δικαίωμα της ψήφου. Εχει και αυτός πολιτικά δικαιώματα. Και κακώς σχολιάζεται ότι αναμειγνύεται στα πολιτικά δρώμενα. Δεν κάνει τίποτε άλλο παρά αυτό που πρέπει να κάνει, αυτό που κάνει κάθε ενεργός πολίτης.
Δημητρης Γ. Μπρανης


Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2010

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΠΑΓΚΑΛΟΣ Ο…ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΣ τοῦ Μητροπολ. Καλαβρύτων καὶ Αἰγιαλείας Ἀμβροσίου

Σχόλιο ᾿Οδυσσέως: Στή φωτογραφία δύο ἐκ τῶν πλέον παραγωγικῶν κληρικῶν καί μέ ἁγιότητα βίου τῆς ᾿Εκκλησίας μας (ὁ Γέροντας Πορφύριος καί ὁ Γέροντας ᾿Επιφάνιος),   τῶν ὁποίων τό πνευματικό ἔργο φέρει πλουσίους καρπούς ἀκόμη καί σήμερα μετά τήν πρός Κύριον ἐκδημία τους. 


Σύμφωνα μὲ πρόσφατες δηλώσεις τοῦ κ. Θεοδώρου Πάγκαλου, Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, οἱ στρατιωτικοὶ καὶ οἱ ἱερεῖς δὲν ἀνήκουν στὶς παραγωγικὲς τάξεις τῆς Κοινωνίας. Ἔπειτα ἀπὸ τὴν προηγούμενη μεγάλη γκάφα του: “μαζὶ τὰ φάγαμε” ἔρχεται μία νέα ἀπρέπεια, λέγω “ ἀπρέπεια”, γιὰ νὰ χαρακτηρίσω μὲ τὸν πιὸ ἐπιεικῆ ὄρο τὸ ἐγκληματικὸ λάθος τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου, ἐννοῶ τὸ προαναφερθὲν νέο ὀλίσθημα τῆς γλώσσης του! Καὶ τὰ δύο ὀλισθήματα εἶναι ἀ-π-α-ρ-ά-δ-ε-κ-τ-α!
Ἂν ἡ παραγωγικότης ἑνὸς θεσμικοῦ ὀργάνου ἐκρίνετο μὲ κριτήριο τὸν σωματικό του τύπο, τότε ὁ κ. Πάγκαλος θὰ ἔπρεπε νὰ ἐθεωρεῖτο παραγωγικώτατος!
Ἂν ἐπίσης ἡ παραγωγικότης ἑνὸς θεσμικοῦ ὀργάνου ἐκρίνετο μὲ κριτήριο τὰ περιουσιακά του στοιχεῖα, εἴτε δήλ. μὲ τὸ πλῆθος τῶν ἀκινήτων, εἴτε μὲ τὴν ποιότητά τους καὶ τήν χλιδή τους, (βίλλες, πισίνες κλπ) τότε καὶ πάλιν ὁ κ. Πάγκαλος θὰ ἔπρεπε νὰ ἐθεωρεῖτο παραγωγικώτατος!
Ἂν ἐπίσης ἡ παραγωγικότης ἑνὸς θεσμικοῦ ὀργάνου ἐκρίνετο μὲ κριτήριο τὸν τρόπο συμπεριφορᾶς πρὸς τὸν συνάνθρωπο, γιὰ μία ἀκόμη φορά ο κ. Πάγκαλος θὰ ἔπρεπε νὰ ἐθερωρεῖτο παραγωγικωτατος! Συχνὰ πυκνὰ μὲ τὰ λόγια του προσβάλλει ὁμάδες ἐντίμων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι προσφέρουν τὶς ὑπηρεσίες τῶν στὴν Πατρίδα, ὅπως οἱ στρατιωτικοὶ καὶ οἱ κληρικοί, τοὺς ὁποίους ὑβρίζει!
Μοναδικὴ περίπτωση, στὴν ὁποία ὁ κ. Πάγκαλος θὰ μποροῦσε νὰ ὑστερήσει ὡς πρὸς τὴν παραγωγικότητα, θὰ ἦταν ἡ συμμετοχή του σὲ off-shore ἑταιρεῖες. Στὸν τομέα αὐτὸ π-α-ρ-α-γ-ω-γ-ι-κ-ώ-τ-α-τ-ο-ς θεωρεῖται   κάποιος αλλος πρ. συνάδελφός του στὴν Βουλὴ καὶ τὴν Κυβέρνηση, δήλ. πρ.Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος καταγγέλλεται ὅτι ἔχει συμμετοχὴ σὲ 180 off-shore ἑταιρεῖες.
Νὰ ἡ σχετικὴ εἴδηση:  Πρώην ὑπουργὸς μὲ 180 off-shore
Δόκανα ἔχει στήσει τὸ ΣΔΟΕ γιὰ πρώην ὑπουργὸ τοῦ ΠΑΣΟΚ τὴν δεκαετία τοῦ ‘80 καὶ μάλιστα ἀπὸ ἐκείνους ποὺ θεωροῦνταν «ἔντιμοι» ἄνθρωποι καὶ «ἀδιάφθορα» στελέχη, ὅπως ἀναφέρεται σὲ δημοσίευμα τῆς «Ἰσοτιμίας»
Ὁ συγκεκριμένος πρώην ὑπουργὸς ἔχει τεθεῖ ὑπὸ διακριτικὴ παρακολούθηση, ἐλέγχονται οἱ κινήσεις του καὶ ὅλες οἱ δοσοληψίες του, ἐνῶ τὸ ἴδιο θὰ γίνει καὶ μὲ τοὺς λογαριασμούς του.
Σύμφωνα μὲ πληροφορίες, διαθέτει 180 πολυτελῆ ἀκίνητα τὰ ὁποία ἀνήκουν σὲ ἰσάριθμες ἐξωχώριες ἑταιρεῖες real estate. Κάθε ἑταιρεία εἶχε κεφάλαιο 90.000 εὐρώ, ἀλλὰ ὅλες ἐμφανίζονται ζημιογόνες. Παρ’ ὅλα αὐτὰ ποτὲ δὲν στερήθηκε τὴ δανειοδότηση ἀπὸ τὶς τράπεζες, ἔχοντας μία περίεργη εὐχέρεια ὡς πρὸς αὐτό.
Ἡ ἔρευνα ἔχει προχωρήσει ἀρκετὰ καὶ ἤδη, ὅπως ἀναφέρουν πληροφορίες, ἐπίκειται ἡ ἀπαγόρευση ἐξόδου του ἀπὸ τὴ χώρα.
Τὸ ΣΔΟΕ ἐξετάζει ἐπίσης 31 φακέλους μὲ στρατιωτικὲς προμήθειες, καθὼς εἶναι σοβαρὲς οἱ ἐνδείξεις ὅτι ὑπάρχουν καὶ φοροδιαφυγὴ καὶ μαῦρο χρῆμα.
http://www.politis-gr.com/?p=7534 - βλ. καὶ roufianos@stinfora.com
Καλοῦμε λοιπὸν τὸν κ. Πάγκαλο νά βαθμολογήσει τὴν παραγωγικότητα ὄχι μόνον τῶν κ.κ. Ὑπουργῶν τῆς Κυβερνήσεως, ποὺ εἶναι καὶ τὸ ἀντικείμενο τῆς εὐθύνης του, ἀλλὰ καὶ τῶν Μελῶν τῆς Βουλῆς καὶ νὰ μᾶς γνωστοποιήσει τὸ πόρισμά του.
Ἐμεῖς λοιπὸν γιὰ νὰ τὸν βοηθήσουμε παρουσιάζουμε σήμερα ἕνα Ἀφιέρωμα τῆς ἐφημερίδος “ Καθημερινή”  της 26ης Σεπτεμβρίου 2010. Μία ἔρευνα τοῦ δημοσιογράφου κ. Ν. Βαφειάδη, ἡ ὁποία διδει ἀφορμὴ γιὰ βαθυστόχαστες σκέψεις, πιστοποιεῖ δὲ τὸν εὐτελισμὸ τοῦ πολιτικοῦ συστήματος. Βλέπετε “ ἀνθρώπων ἔκαστος δυο πήρας φέρει, τὴν μὲν ἔμπροσθεν, τὴν δὲ ὄπισθεν, γέμει δὲ κακῶν ἑκατέρα. Ἀλλ’ ἡ μὲν ἔμπροσθεν ἀλλοτρίων γέμει, ἡ δὲ ὄπισθεν τῶν αὐτοῦ του φέροντος”, ὅπως ἔχει γράψει καὶ ὁ Αἴσωπος στοὺς Μύθους του.
Ὥστε τὸ ζήτημα τῆς παραγωγικότητος τῶν θεσμικῶν ὀργάνων εἶναι πολὺ σοβαρό. Τόσο σοβαρό, ὥστε πρέπει νὰ ἐρευνηθῆ καὶ τὸ τί ἀκριβῶς παραγει καὶ ὁ κατέχων τὴν θέσιν τοῦ Ἀντιπροέδρου σὲ μία Κυβέρνηση καὶ μὲ πόσο ἱδρώτα κερδίζει τὸν “ ἐπιούσιον ἄρτον” του, δηλ. ἡ σχέση προσφορᾶς καὶ ἀπολαβῶν! Μήπως ὁ κ. Πάγκαλος θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς πληροφορήσει σχετικά, ὥστε νὰ κρίνουμε τελικὰ καὶ τὴν δική του παραγωγικότητα;
+ Ο ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ & ΑΙΓΙΑΛΕΙΑΣ
ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ
Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 201
ΠΗΓΗ: http://mkka.blogspot.com/
Χριστιανική Βιβλιογραφία

Εἶναι οἱ κληρικοί ἀντιπαραγωγικοί; / Τοῦ προέδρου τοῦ ῾Ιεροῦ Συνδέσμου Κληρικῶν ῾Ελλάδος π. Γεωργίου Σέλλη

 
 
Προ ημερών υψηλόβαθμο στέλεχος της κυβέρνησης περιέγραψε τον Ιερό Κλήρο ως αντιπαραγωγικό. Θα τον παρακαλούσαμε να μας διευκρινίσει πως εννοεί τον όρο παραγωγικότητα, γιατί θεωρούμε ότι στην περίπτωση του Κλήρου τελεί εν συγχύσει.  Είναι σε θέση να μας πει ο κύριος αυτός αν υπάρχουν  τρόποι  μέτρησης  της προσφοράς του ταπεινού Λευίτη, ο οποίος αναλώνεται 365 ημέρες το χρόνο, 24 ώρες το εικοσιτετράωρο;     

Υπάρχουν μετρήσιμα μεγέθη που να μπορούν να συλλάβουν  τα επιτεύγματα του ιερού κλήρου σε τούτον εδώ τον τόπο, να μετρήσουν τις προσμονές από την σπορά στις ψυχές των ανθρώπων  που παραμένουν πιστοί  σε όσα γαλουχήθηκαν από τους πατέρες τους;

Πέρα από τους ποσοτικούς δείκτες υπάρχουν και ποιοτικοί, τους οποίους ο ανωτέρω και οι συνοδοιπόροι του αρνούνται να αναγνωρίσουν στο βωμό μιας στείρας ποσοτικοποίησης, η οποία δεν εξέφρασε σε καμιά ιστορική περίοδο τον ελληνικό κόσμο. Οι επιδιώξεις και οι συμβολές  του  Ιερού Κλήρου αναγνωρίζονται από όσους  έχουν ξεφύγει από το ανελέητο κυνηγητό της σύγχρονης υποκουλτούρας, η οποία στοχεύει στην καταρράκωση και δαιμονοποίηση όχι μόνο του κλήρου, αλλά της πνευματικότητας εν γένει. Το παραγωγικό έργο των Κληρικών είναι πολύ πιο φιλόδοξο από αυτό που έχουν  καλλιεργήσει στο μυαλό τους όσοι βαυκαλίζονται να αυτοπροσδιορίζονται ως εκσυγχρονιστές και διαφωτιστές, αυτοί που δίνοντας τα φώτα τους επ’ αδρής αμοιβής «άλλαξαν τα φώτα» στους λαούς και τους ανθρώπους.

Γνωρίζομε ότι δεν είναι εύκολο να πείσεις την κοσμική εξουσία και την δύσπιστη κοινή γνώμη να σεβαστεί, πολύ λιγότερο δε να  χρηματοδοτήσει, θεσμούς που προορισμός τους είναι να αμφισβητούν  τις θεμελιώδεις αρχές της κοινωνίας, ώστε να πρυτανεύσει ο ανθρωπισμός. Πώς να υπολογίσουν τον άνθρωπο οι θιασώτες του απόλυτου υλισμού;
           
Όσο για το καθεστώς της μισθοδοσίας των κληρικών, που έντεχνα αιωρείται τελευταία, είναι γνωστή η διαδικασία της συναλλαγής, αλλά και της εξαπάτησης  των, αφού ουδέποτε ενετάχθησαν  στο ενιαίο δημοσιοϋπαλληλικό καθεστώς αλλά αφέθησαν στην διάκριση του εκάστοτε υπουργού, σχετικά με το αν η πολύτεκνη οικογένεια του Ιερέα θα τύχει των επιδομάτων, την στιγμή που η διασπάθιση του δημόσιου ταμείου είναι καθεστώς.

Ο τόπος τούτος έχει αναδείξει Παπαφλέσσα και Διάκο∙ πάντοτε αναδεικνύει και θα αναδείξει και πάλι, όταν οι ορδές των απολίτιστων ορνέων  υπερβούν τα όρια. Να είστε βέβαιοι γι’ αυτό.

Η ανοχή και αντοχή του κλήρου εξαντλείται.

Η ύπαρξη του ιερού κλήρου δεν είναι επινόηση  της πολιτικής ελίτ του τόπου  τούτου, αλλά σάρκα από την σάρκα του.

Ο ιερός Κλήρος της  πατρίδας μας έχει μάθει στις θυσίες και είναι έτοιμος για τέτοιες. Όμως δεν θα ανεχθεί μέσα στο σπίτι του, από κανέναν και από οιανδήποτε κατεύθυνση, να προσβάλλεται.

Παρασκευή 8 Οκτωβρίου 2010

Θεία Λειτουργία: ἔργον τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ / Γρηγορίου ἱερομονάχου




 
 Ἡ ἀρχαιότερη περιγραφὴ τῆς θείας Λειτουργίας, τὴν ὁποία μᾶς διέσωσε ὁ ἅγιος μάρτυς Ἰουστῖνος, ἀναφέρει: «Ὁ προεστὼς εὐχὰς καὶ εὐχαριστίας, ὅση δύναμις αὐτῷ, ἀναπέμπει καὶ ὁ λαὸς ἐπευφημεῖ λέγων τὸ Ἀμήν». Ἡ λέξη Ἀμὴν εἶναι ἑβραϊκὴ καὶ σημαίνει: πράγματι, γένοιτο. Οἱ πιστοὶ μὲ τὴν λέξη αὐτὴ ἐπισφραγίζουν τοὺς λόγους τοῦ ἱερέως. Γενικά, μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι μὲ τὶς ἀπαντήσεις τους στὶς ἐκφωνήσεις οἱ πιστοὶ συμπληρώνουν τὶς προσευχὲς τοῦ λειτουργοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τοῦ «Παράσχου, Κύριε», «Σοὶ Κύριε», «Κύριε ἐλέησον»
 
 
 
 
 
 



Ὅταν ἕνας ἁπλοῦς χριστιανὸς λέει: Ἐκκλησιάζομαι ἢ πηγαίνω στὴν θεία Λειτουργία, ἐννοεῖ, κατὰ κανόνα, ὅτι πηγαίνει στὸν Ναὸ καὶ παρακολουθεῖ τὸ μυστήριο τῆς θείας Λειτουργίας. Ὅμως ἡ θεία Λειτουργία δὲν εἶναι ἕνα θέαμα ποὺ παρακολουθοῦμε ἁπλῶς, οὔτε μία ἀκρόαση ὕμνων καὶ ἀναγνώσεων ποὺ ἀκοῦμε. Εἶναι ἕνα ἔργο θεϊκὸ τὸ ὁποῖο τελεῖ ὁ ἱερεὺς τοῦ Θεοῦ μαζὶ μὲ τὸν λαὸν τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἴδια ἡ λέξη Λειτουργία σημαίνει: λαοῦ (λεῖτος = λαὸς) ἔργον. Ἑπομένως, πηγαίνω στὸν Ναὸ γιὰ τὴν θεία Λειτουργία σημαίνει : Πηγαίνω στὸν Ναὸ καὶ συμμετέχω στὴν τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας. Πηγαίνω στὸν Ναὸ γιὰ νὰ ἐργασθῶ ἔργον θεῖον. Καὶ αὐτὸ τὸ ἔργον εἶναι ἡ δοξολογία καὶ εὐχαριστία τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν δωρεὰ τῆς ἀπείρου ἀγάπης Του.

Τὰ τελούμενα στὴν θεία Λειτουργία φανερώνουν ὅτι ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ συμμετέχει στὴν τέλεσή της. Ἡ προσφορὰ τῶν δώρων ποὺ πρόκειται νὰ ἁγιασθοῦν, ἡ ψαλμωδία καὶ οἱ κοινὲς δεήσεις, ἡ συμμετοχὴ τῶν πιστῶν στὴν Τράπεζα τοῦ Κυρίου, ὅλα μᾶς διδάσκουν ὅτι ἡ θεία Λειτουργία εἶναι ἔργο ὁλοκλήρου τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Γιὰ τὴν ἁγία μας Ἐκκλησία εἶναι ἀδιανόητη ἡ τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας χωρὶς τὴν συμμετοχὴ ἔστω καὶ ἑνὸς μόνον πιστοῦ ἢ χωρὶς νὰ κοινωνήσει ἔστω καὶ ἕνας μόνον πιστός. Ἂς δοῦμε ὅμως τοὺς τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους ὁ πιστὸς συμμετέχει στὴν τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας.

Πρῶτον συμμετέχει μὲ τὴν προετοιμασία καὶ προσφορὰ τῶν δώρων. Τὸ σιταρένιο πρόσφορο, τὸ ἁγνὸ νάμα, τὸ καθαρὸ κερί, τὸ ἐλαιόλαδο, ὅ,τι δηλαδὴ χρειάζεται γιὰ νὰ τελεσθεῖ ἡ ἀναίμακτη λατρεία, εἶναι προσφορὰ τῶν πιστῶν.

Αὐτὴ τὴν εὐλογημένη συνήθεια τῆς προετοιμασίας τοῦ πρόσφορου πρέπει νὰ τὴν διατηρήσουμε καὶ στὶς μέρες μας. Ἰδιαίτερα μάλιστα ὅταν ἑτοιμαζόμαστε νὰ τελέσουμε θεία Λειτουργία γιὰ τὴν ἀνάπαυση ψυχῆς προσφιλοῦς μας προσώπου, πρέπει νὰ φροντίζουμε γιὰ τὴν προετοιμασία τοῦ προσφόρου. Ἔτσι ὁ προσφερόμενος ἄρτος γίνεται συγκεκριμένος τρόπος συμμετοχῆς μας στὴν τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας.

Ὁ δεύτερος τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο οἱ πιστοὶ συμμετέχουν ἐνεργῶς στὴν τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας εἶναι ἡ ψαλμωδία καὶ οἱ κοινὲς προσευχές. Στοὺς παλαιότερους χρόνους ὅλα τὰ τροπάρια καὶ οἱ ὕμνοι, ποὺ σήμερα ψάλλονται ἀπὸ τοὺς ἱεροψάλτες, ἐψάλλοντο ἀπὸ τὸν λαὸ ὁλόκληρο.

Ἡ ἀρχαιότερη περιγραφὴ τῆς θείας Λειτουργίας, τὴν ὁποία μᾶς διέσωσε ὁ ἅγιος μάρτυς Ἰουστῖνος, ἀναφέρει: «Ὁ προεστὼς εὐχὰς καὶ εὐχαριστίας, ὅση δύναμις αὐτῷ, ἀναπέμπει καὶ ὁ λαὸς ἐπευφημεῖ λέγων τὸ Ἀμήν». Ἡ λέξη Ἀμὴν εἶναι ἑβραϊκὴ καὶ σημαίνει: πράγματι, γένοιτο. Οἱ πιστοὶ μὲ τὴν λέξη αὐτὴ ἐπισφραγίζουν τοὺς λόγους τοῦ ἱερέως. Γενικά, μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι μὲ τὶς ἀπαντήσεις τους στὶς ἐκφωνήσεις οἱ πιστοὶ συμπληρώνουν τὶς προσευχὲς τοῦ λειτουργοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τοῦ «Παράσχου, Κύριε», «Σοὶ Κύριε», «Κύριε ἐλέησον».

Ὅλοι μαζὶ οἱ πιστοὶ ἀποτελοῦν τὸ ἅγιο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ τὸ ὁποῖο ψάλλει καὶ δοξολογεῖ τὸν Κύριο μὲ ἕνα στόμα, ἀγαπᾶ τὸν Κύριο μὲ μιὰ καρδιά, ἐλπίζει στὸν Κύριο μὲ μιὰ κοινὴ ἐλπίδα καὶ χαρά.

Τὸ τρίτο καὶ κυριώτερο σημεῖο ποὺ φανερώνει ὅτι οἱ πιστοὶ συμμετέχουν στὴν τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας εἶναι ἡ ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ ἱερέως προσφορὰ τῆς ἀναιμάκτου ἱερουργίας καὶ ἡ συμμετοχή τους στὴν Τράπεζα τοῦ Κυρίου.

Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος μᾶς ἀναλύει διεξοδικὰ τὴν ἰσότητα τῶν πιστῶν μὲ τὸν λειτουργό τοῦ Κυρίου μπροστὰ στὰ μεγάλα καὶ ἅγια Μυστήρια. Γράφει σχετικά: «Ὑπάρχουν περιπτώσεις ποὺ καθόλου δὲν διαφέρει ὁ ἱερεὺς ἀπὸ τὸν πιστό, ὅπως γιὰ παράδειγμα τὴν ὥρα τῆς θείας Κοινωνίας: Ὅλοι ἀπολαμβάνουμε τὰ ἴδια, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο. Ὄχι ὅπως γινόταν στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ὅπου ἄλλα ἔτρωγε ὁ ἱερεὺς καὶ ἄλλα οἱ ὑπόλοιποι καὶ ἀπαγορευόταν νὰ μετέχει ὁ λαὸς σὲ ὅσα μετεῖχε ὁ ἱερεύς. Αὐτὸ δὲν γίνεται τώρα, στὸν καιρὸ τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἄλλα ἕνα Σῶμα βρίσκεται μπροστὰ σὲ ὅλους καὶ ἕνα Ποτήριον.

 
 


Ἐπίσης καὶ στὶς προσευχὲς βλέπει κανεὶς ὅτι ὁ λαὸς συνεισφέρει πολύ. Γιατί προσεύχονται ἀπὸ κοινοῦ ὁ ἱερεὺς καὶ οἱ πιστοὶ γιὰ ὅσους ἐνεργοῦν τὰ θελήματα τοῦ Διαβόλου καὶ γιὰ ὅσους ἔχουν κανόνα μετανοίας. Καὶ ὅλοι ἀπὸ κοινοῦ λένε τὴν ἴδια προσευχή, προσευχὴ γεμάτη ἀπὸ ἔλεος. Καὶ ὅλοι μαζὶ γονατίζουμε στὸ ἔδαφος καὶ ὅλοι μαζὶ σηκωνόμαστε ὄρθιοι. Ὅταν ἐπίσης πρόκειται νὰ δεχθοῦμε καὶ νὰ ἀνταποδώσουμε τὴν εἰρήνη, ὅλοι ἀνταλλάσσουμε τὸν ἀσπασμὸ τῆς ἀγάπης. Καὶ ὅταν τελεῖται τὸ πιὸ θαυμαστὸ μυστήριο, δηλαδὴ ἡ θεία Εὐχαριστία, εὔχεται ὁ ἱερεὺς στὸ λαὸ καὶ ὁ λαὸς εὔχεται στὸν ἱερέα. Διότι ἡ φράση «Μετὰ τοῦ πνεύματός σου», δὲν σημαίνει τίποτε ἄλλο, παρὰ αὐτὸ ἀκριβῶς.

Καὶ ἡ εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεὸν εἶναι ἐπίσης κοινή. Διότι δὲν εὐχαριστεῖ μόνος του ὁ ἱερεύς, ἀλλὰ καὶ ὅλος ὁ λαός. Ἀφοῦ ἀρχίσει ὁ ἱερεύς, συμφωνοῦν ὅλοι ὅτι αὐτὸ γίνεται ἄξια καὶ κατὰ δίκαιο λόγο: «Ἄξιον καὶ δίκαιον». Στὴν συνέχεια ὁ ἱερεὺς ἀρχίζει τὴν Εὐχαριστία...

Ὅλα αὐτὰ τὰ εἶπα ὥστε ὅλοι οἱ πιστοὶ νὰ προσέχουν, γιὰ νὰ κατανοήσουμε ὅτι ὅλοι εἴμαστε ἕνα σῶμα καὶ τόσο μόνον διαφέρουμε μεταξὺ μας ὅσο τὸ ἕνα μέλος τοῦ σώματος ἀπὸ τὸ ἄλλο». Καὶ ὁ ἱερ. Χρυσόστομος συμπεραίνει ὅτι «ἱερεῖς καὶ πιστοὶ πρέπει νὰ θεωροῦμε τὴν ἁγία μας Ἐκκλησία ὡς τὸ κοινὸ σπίτι ὅλων μας καὶ ἔτσι νὰ παραμένουμε σ’ αὐτήν: Ὡς μίαν οἰκίαν δεῖ τὴν Ἐκκλησίαν οἰκεῖν, ὡς σῶμα ἕν. Διότι καὶ τὸ ἅγιο Βάπτισμα εἶναι ἕνα καὶ ἡ Τράπεζα εἶναι μία καὶ ἡ πηγὴ μία καὶ ἡ δημιουργία μία καὶ ὁ Πατέρας εἶναι ἕνας.

Μέσα στὸν ἱερὸ Ναὸ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς θείας Λειτουργίας προσφέρεται ἀπὸ τὸν λειτουργὸ καὶ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ ἡ ἀναίμακτη προσφορὰ πρὸς τὸν Κύριον. Καὶ στὴν ἱερὰ Τράπεζα, λέει ὁ ἅγ. Ἰωάννης, δὲν συμμετέχω ἐγὼ ὁ λειτουργὸς μὲ περισσότερη ἀφθονία, καὶ σεῖς οἱ πιστοὶ μὲ λιγότερη, ἀλλὰ ὅλοι κοινωνοῦμε ἐξ ἴσου. Ἂν βέβαια ἐγὼ ὁ λειτουργὸς προσέρχομαι στὴν θεία Κοινωνία πρῶτος, αὐτὸ δὲν εἶναι τίποτε σπουδαῖο, ἐπειδὴ καὶ στὴν οἰκογένεια ὁ μεγαλύτερος ἀπὸ τὰ παιδιὰ ἁπλώνει πρῶτος τὸ χέρι στὸ συμπόσιο. Ὅμως τίποτε περισσότερο δὲν γίνεται ἀπὸ αὐτὸ, ἀλλὰ ὅλα εἶναι ἴσα σ’ ἐμᾶς. Ἡ ζωὴ ποὺ συνέχει καὶ σώζει τὶς ψυχές μας (δηλαδὴ τὸ ἅγιο Σῶμα καὶ τὸ πανάχραντο Αἷμα τοῦ Χριστοῦ), δίνεται στὸν καθένα μὲ τὴν ἴδια τιμή. Δὲν μετέχω ἐγὼ ἄλλου ἀμνοῦ καὶ σεῖς ἄλλου, ἀλλὰ ὅλοι κοινωνοῦμε ἀπὸ τὸν ἴδιο Ἀμνό».

Ὅλες οἱ εὐχὲς τῆς θείας Λειτουργίας μᾶς δείχνουν ὅτι ἡ ἁγία Ἀναφορὰ εἶναι ἔργον ὅλων τῶν πιστῶν. Ὁ ἱερεὺς ἀπευθύνεται στὸν Θεὸ ἐξ ὀνόματος τῶν πιστῶν καὶ ὅλοι μαζὶ δέονται: «Ἔτι προσφέρομέν Σοι τὴν λογικὴν ταύτην καὶ ἀναίμακτον λατρείαν καὶ παρακαλοῦμέν Σε καὶ δεόμεθα καὶ ἱκετεύομεν. Κατάπεμψον τὸ Πνεῦμά Σου τὸ Ἅγιον ἐφ’ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὰ προκείμενα δῶρα ταῦτα. Καὶ ὁ λαὸς συμψάλλει καὶ δέεται:
Σὲ ὑμνοῦμεν, Σὲ εὐλογοῦμεν, Σοὶ εὐχαριστοῦμεν, Κύριε, καὶ δεόμεθά Σου ὁ Θεὸς ἡμῶν».

Ὁ λειτουργός, μὲ τὸ μυστήριο τῆς χειροτονίας, δέχθηκε τὴν Χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἔγινε τὸ στόμα τῶν πιστῶν ποὺ ὁμιλεῖ στὸν κοινὸ Πατέρα. Ὅλοι μαζὶ

Πηγή: http://www.agiazoni.gr

Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2010

᾿Εμφανίσθηκε ὁ Γέροντας Παΐσιος;





Φύλαγε τά ροῦχα σου...
   
   Πολύς ντόρος ἔγινε τόν τελευταῖο καιρό περί ἐμφανίσεως τοῦ Γέροντος Παϊσίου τοῦ ῾Αγιορείτου. ᾿Εμφανίσθηκε , λοιπόν, ὁ Γέροντας Παῒσιος ἤ ὄχι. Κι ἐνῶ ἐδῶ καί καιρό ἡ εἴδηση κυκλοφοροῦσε στό διαδίκτυο καί πολλοί τήν διέψευδαν, ξαφνικά ἡ εἴδηση ἄρχισε νά γίνεται πιστευτή γιά κάποιο πρόσθετο λόγο:τό εἶπε καί ἡ τηλεόραση. ῾Οπότε, σκέφτηκαν πολλοί ἀδελφοί μας, ἀφοῦ εἶπε καί ἡ τηλεόραση, τότε μᾶλλον θά εἶναι ἀλήθεια. Βλέπετε, ἀγαπητοί μου, ἡ τηλεόραση ἔχει ταυτιστεῖ στήν συνείδηση τοῦ νεοέλληνα μέ τήν ἐγκυρότητα καί τήν ἀξιοπιστία.
   ῎Ας μήν ξεχνᾶμε πόσες ὧρες καταναλίσκουν οἱ ἀπανταχοῦ τῆς γῆς συνέλληνες καί ὄχι μόνο, γιά νά πληροφοροῦνται τά νέα, νά διασκεδάζουν, νά διώχνουν βρέ ἀδερφέ μου τήν πλήξη τους.
   Οἱ εὐκολόπιστοι ἀδελφοί μας, μᾶς δείχνουν μέ τή στάση τους πόσο βαθιά ἔχει μπεῖ στή ζωή τοῦ νεοέλληνα ἡ ἠλεκτρονική νταντά τῶν παιδιῶν μας. ῾Η τηλεόραση πολλές φορές ἀντικαθιστᾶ τήν σύζυγο ἤ τόν σύζυγο, τόν φίλο ἤ τήν φίλη,  τήν μητέρα ἤ τόν πατέρα καί μερικές φορές τόν ἐξομολόγο, κυρίως σέ περιπτώσεις ὅπου φιλοξενοῦνται διάφοροι ψυχολόγοι ἕτοιμοι νά ἀκούσουν τά προβλήματα τοῦ κοσμάκη καί νά προτείνουν τίς φωτισμένες λύσεις τους.
   Πανταχοῦ παροῦσα ἡ τηλεόραση.Σέ κάθε σπίτι δύο τρεῖς τηλεοράσεις, ἀναμμένες μέρα –νύκτα ἐπιτελοῦν τό «κοινωνικό τους λειτούργημα». Τό μόνο πού δέν ἔχουμε κάνει εἶναι νά τίς παντρευόμαστε κιόλας. ᾿Αλλά ποῦ ξέρεις καμμιά φορά, ὅλα εἶναι πιθανά!
  ῾Η τηλεόραση, λοιπόν, ὁ ἀχώριστος αὐτός σύντροφός μας, μᾶς περιμένει σάν γυρίσουμε ἀπ᾿  τήν δουλειά νά μᾶς σερβίρει ὅ, τι αὐτή νομίζει ὅτι εἶναι γιά τό καλό μας. ῎Εχει τόση καλοσύνη ἡ καημένη πού σέ κατασκλαβώνει. ῎Αραγε μέ τό ἀζημείωτο; ῎Οχι, βέβαια! Ξέρει πολύ καλά τή δουλειά της καί προσπαθεῖ μέ κάθε τρόπο νά εὐχαριστήσει τά ἀφεντικά της, ἀλλά καί τούς θαμῶνες της. Θά μοῦ πεῖτε:καί καλά, ποιά εἶναι , τέλος πάντων, τά ἀφεντικά της; Μά οἱ κάθε λογῆς ἐξουσία καί οἱ ἑκάστοτε ἐκπρόσωποί της. Οἱ δημοσιογράφοι, οἱ δημοσιογραφίσκοι, τά φερέφωνα τῶν κυβερνώντων, οἱ καναλάρχες, τά διαπλεκόμενα συμφέροντα, ὅπως ἔλεγε παλιότερα κι ὁ Μητσοτάκης, καλή του ὧρα!
   Οἱ ἄνθρωποι λοιπόν τῆς κάθε ἐξουσίας κρύβοντα ἀπό πίσω καί μᾶς πασσάρουν ὅ, τι ἐκεῖνοι νομίζουν καλό καί ὠφέλιμο γιά τήν τσέπη τους κυρίως καί γιά ἄλλους σκοπούς φανερούς καί ἄδηλους. ῎Ετσι λοιπόν καί ἡ εἴδηση περί ἐμφανίσεως τοῦ Γέροντος Παϊσίου, πολύ πιθανό, νά ἐντάσσεται σέ ἕνα ὀργανωμένο σχέδιο κατασπιλώσεως τῆς μορφῆς τοῦ Γέροντος μέ ἀπώτερο σκοπό νά ἀχρηστεύσουν ὅσα μέ προφητική ἐνάργεια ἔχει πεῖ γιά τίς δύσκολες μέρες πού περνᾶμε.
   Τό ῞Αγιο ῎Ορος βοᾶ ἀπό ὅλες τίς μεριές:῾Η εἴδηση εἶναι ἀπάτη. ῾Επομένως τό συμπέρασμα πού βγαίνει ἀβίαστα εἶναι ὅτι ὅ, τι λέει ἡ τηλεόραση δέν εἶναι ἑκατό τοῖς ἑκατό ἀξιόπιστο, δέν εἶναι πάντα γιά τό καλό μας, δέν εἶναι πάντα ὑπέρ τῆς σκέψης μας, δέν εἶναι –τίς περισσότερες φορές ὑπέρ τῆς ᾿Εκκλησίας μας.
   Πολλές φορές ἡ τηλεόραση, σοῦ δίνει τήν ἐντύπωση ὅτι μισεῖ τήν ᾿Εκκλησία μας, μισεῖ τόν κλῆρο της, μισεῖ τήν ἀποστολή της. ῾Η τηλεόραση εἶναι σκανδαλοθηρική, ἀρέσκεται στή φιλοσοφία τῆς κλειδαρότρυπας,  εἰσχωρεῖ στήν ἰδιωτική ζωή τῶν ἀνθρώπων καί κυρίως περνάει τό μήνυμά της πού εἶναι πρωτίστως ἀντιπνευματικό, ἀντιεκκλησιαστικό, φανατικά ἀντορθόδοξο καί χριστοκτόνο. Ποῦ εἶναι οἱ παιδαγωγικές ἐκπομπές, οἱ πολιτιστικές εἰδήσεις, ἡ ἀναφορά στό ἔργο καί τήν προσφορά τῆς ᾿Εκκλησίας; Τίποτε. Ξεραῒλα. Μόνο ἄν κάποιος κληρικός ὑποπέσει σέ κάποιο παράπτωμα, εἶναι ἕτοιμη νά τόν διαπομπέυσει, νά τόν κατασπαράξει.
   Τό συμπέρασμα:ὅταν ἀκοῦμε κάποια εἴδηση ἀπό τήν τηλεόραση καί ἀπό τά προσφυῶς χαρακτηρισθέντα «τηλεδικεῖα»,  ἄς εἴμαστε στό ἔπακρον καχύποπτοι κι ἐπιφυλακτικοί. Εἶναι αὐτό πού λέει ὁ λαός μας:φύλαγε τά ροῦχα σου νά ἔχεις τά μισά...
Φιλικά,

᾿Οδυσσεύς

Παρασκευή 23 Ιουλίου 2010

Γέροντος Παΐσιου τοῦ ῾Αγιορείτου: «Κλῆρος καί ᾿Εκκλησία»


Λόγοι Α΄
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
"ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ"
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 
Μέρος 4ο. Κεφάλαιο 2ο.  Η παιδεία
«Κλήρος και Εκκλησία»


- Γέροντα, γιατί δεν γίνεσθε ιερεύς;

- Σκοπός είναι να σωθούμε. Η ιερωσύνη δεν είναι μέσο για να σωθή ο άνθρωπος.

- Δεν σας πρότειναν ποτέ να γίνετε ιερεύς;

- Πολλές φορές με πίεσαν. Όταν ήμουν στο Κοινόβιο, με ζόρισαν και για την ιερωσύνη και για το Μεγάλο Σχήμα. Ο σκοπός είναι να γίνη κανείς από μέσα του καλόγερος. Εμένα αυτό με ενδιέφερε· δεν με απασχολούσε τίποτε άλλο. Επειδή και από νέος, σαν λαϊκός, είχα ζήσει μερικά θεία γεγονότα, όταν πήγα στο Μοναστήρι, έλεγα: «Αρκεί να ζω καλογερικά». Την βαρύτητα σ΄ αυτό την είχα ρίξει και δεν με απασχολούσε πότε θα γίνω μεγαλόσχημος ή αν θα γίνω ιερεύς. Τελευταία ήρθε κάποιος στο Κελλί της Παναγούδας και πάλι επέμενε πολύ να ιερωθώ. Πήγε στο Πατριαρχείο γι΄ αυτόν τον λόγο, μίλησε στην Εξαρχία, όταν ήρθε στο Άγιον Όρος… Του είπαν όμως: -  - «Πες το και στον ίδιο, μην τυχόν εμείς το αποφασίσουμε και αυτός μας φύγη». Έτσι ήρθε και μου το είπε. Όταν το άκουσα, έβαλα τις φωνές, οπότε μου λέει: «Τουλάχιστον γίνε ιερεύς, για να διαβάζης την συγχωρητική ευχή στους ανθρώπους, αφού σου λένε εκτός από τα προβλήματά τους και τις αμαρτίες τους. Εσύ δεν μου έλεγες πόσα μπερδέματα γίνονται, γιατί οι άνθρωποι άλλοτε τα λένε διαφορετικά και άλλοτε λένε τα μισά από όσα τους λες στους Πνευματικούς ή στους μητροπολίτες; Να ακούς τις
αμαρτίες τους, να τους διαβάζης την συγχωρητική ευχή, να παίρνουν την άφεση και να τακτοποιούνται». Ο καημένος με καλό λογισμό το έλεγε, αλλά δεν ήταν αυτό για μένα.

- Δηλαδή, Γέροντα, αν ένας αισθάνεται αδύναμος για την ιερωσύνη, αλλά τον προωθούν άλλοι, τι πρέπει να κάνη;

- Θα πη τον λογισμό του. Κανέναν δεν μπορούν να τον εξαναγκάσουν ούτε για την ιερωσύνη ούτε για το Μεγάλο Σχήμα. Αν όμως το δεχθή από υπακοή και με ταπείνωση και βάλη λίγο φιλότιμο και λίγη αγάπη, τότε όλα θα τα αναπληρώση ο Θεός. Εξάλλου ο κόσμος έχει αλάθητο κριτήριο και διακρίνει ποιοι έγιναν ιερείς από αγάπη προς τον Θεό, για να διακονήσουν την Εκκλησία Του. Είναι μερικοί που θέλουν να γίνουν ιερείς από επιθυμία να δοξασθούν. Αυτοί θα ταλαιπωρηθούν, όταν βρεθούν σε δυσκολία, γιατί ο Χριστός δεν θα τους βοηθήση, εκτός αν ταπεινωθούν και μετανοήσουν. Αν όμως κάποιος θέλη να ιερωθή, χωρίς να έχη επιδιώξεις κοσμικές, τότε, αν κινδυνεύση, ο Χριστός θα τον βοηθήση. Κανονικά πρέπει να σε πιέζουν, να θέλουν οι άλλοι, η Εκκλησία, για να γίνης ιερεύς, ώστε να σε σκεπάζη ο Χριστός και, αν βρεθής σε δύσκολη στιγμή, να σε συμπαρασταθούν οι άλλοι και να βοηθήση και ο Χριστός.

Βέβαια στον κλήρο σπάνια και πολύ λίγοι είναι αυτοί που ξεκινούν με προγράμματα δικά τους. Αυτούς δεν τους βάζω στον λογαριασμό. Οι περισσότεροι ξεκινούν με καλή διάθεση, αλλά μετά αρχίζει ο διάβολος την δουλειά του, και βλέπεις να μπαίνη η δόξα, να μπαίνη η μανία για αξιώματα και να τα ξεχνούν όλα. Μέχρι που φθάνουν σε σημείο να βάζουν και ανθρώπους να μεσολαβήσουν για την εκλογή τους σε προϊστάμενο, σε μητροπολίτη κ.λπ. Ενώ ξεκίνησαν για τον Χριστό, καταλήγουν στον χρυσό… Να έχουν χρυσούς σταυρούς, χρυσές μίτρες, διαμάντια, ποικιλία και όχι τα απαραίτητα. Πώς μας ξεγελάει ο διάβολος, άμα δεν προσέξουμε!

- Γέροντα, τι θέλει ο Θεός και τι θέλουν οι άνθρωποι από τον ιερέα;

- Το τι θέλει ο Θεός είναι πολύ μεγάλο· άφησέ το. Τώρα το τι θέλουν οι άνθρωποι. Παλιά οι ιερείς έκαναν άσκηση, είχαν αρετή, ήταν άγιοι, και οι άνθρωποι τους ευλαβούνταν. Σήεμρα οι άνθρωποι θέλουν δύο πράγματα από τον ιερέα· να είναι αφιλοχρήματος και να έχη αγάπη. Όταν οι άνθρωποι βρουν αυτά σε έναν ιερέα, τον θεωρούν άγιο και τρέχουν στην Εκκλησία· και αφού τρέχουν στην Εκκλησία, σώζονται. Μετά συγκαταβαίνει ο Θεός και σώζει και τον ιερέα. Ο ιερεύς πάντως πρέπει να έχη μεγάλη καθαρότητα.

Τον μοναχό ο διάβολος προσπαθεί να τον αποδυναμώση με τις κακομοιριές , ώστε να τον αχρηστέψη και να μην έχη καμμιά δύναμη πνευματική η προσευχή του. Ο μοναχός, για να έχη την Χάρη του Αγίου Πνεύματος, πρέπει να είναι σωστός μοναχός. Τότε μόνον έχει μια θεϊκή εξουσία και βοηθάει πολύ θετικά με την προσευχή του. Ενώ ένας ιερεύς, και να μην έχη πνευματική κατάσταση, πάλι βοηθάει με την εξουσία που του έχει δοθή με την ιερωσύνη, όταν τελή τα Μυστήρια, διαβάζη τους ανθρώπους κ.λπ. Ακόμη και να σκοτώση άνθρωπο, τα Μυστήρια που τελεί πάλι ενεργούν, μέχρι να καθαιρεθή. Αν όμως έχη και πνευματική κατάσταση, τότε είναι σωστός ιερεύς και βοηθάει περισσότερο.

Όταν με ρωτούν ιερείς πώς θα βοηθήσουν τους ενορίτες, αλλά και σε όλους που έχουν μια ποιμαντική ευθύνη, ένα πράγμα τονίζω· να κοιτάξουν να κάνουν δουλειά στον εαυτό τους, να κάνουν τα απαραίτητα πνευματικά τους καθήκοντα και κάτι παραπάνω, για να έχουν πάντοτε απόθεμα πνευματικό. Η πνευματική εργασία στον εαυτό μας είναι αθόρυβη εργασία στον πλησίον, γιατί μιλάει το παράδειγμα, και τότε μιμούνται οι άνθρωποι το καλό που βλέπουν και διορθώνονται. Εάν δεν αποκτήσουμε εμείς πνευματικό πλούτο, για να μπορούμε να συντηρούμαστε από τους πνευματικούς τόκους, όταν θα εργαζώμαστε δωρεάν για τους άλλους, θα είμαστε οι πιο δυστυχισμένοι και αξιολύπητοι. Γι΄ αυτό να μην το θεωρούμε σπατάλη χρόνου, όταν κάνουμε εργασία στον εαυτό μας, είτε για λίγο χρονικό διάστημα είτε για πολύ είτε για πάντα, σ΄ όλη την ζωή μας, γιατί η μυστική εργασία έχει την ιδιότητα να κηρύττη μυστικά τον λόγο του Θεού μέσα στις ψυχές των ανθρώπων. Ο χαριτωμένος άνθρωπος του Θεού μεταδίδει θεία Χάρη και αλλοιώνει τους σαρκικούς ανθρώπους. Τους ελευθερώνει από την σκλαβιά των παθών και τους πλησιάζει μ΄ αυτόν τον τρόπο στον Θεό και σώζονται.


συνεχίζεται ...

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2010

ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ : ΜΥΘΟΣ Ή ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ;

«Στην διάρκεια της τουρκοκρατίας η Εκκλησία κατόρθωσε να επιβιώσει. Και όσο η Εκκλησία επεβίωνε, το Έθνος δεν μπορούσε να πεθάνει»
(Στήβεν Ράνσιμαν)

Λέγονται και γράφονται κατά καιρούς διάφορα σχετικά με το «Κρυφό Σχολειό» της Τουρκοκρατίας. Ορισμένοι επιχείρησαν και επιχειρούν να αμφισβητήσουν την ύπαρξή του, να κλονίσουν μια πεποίθηση στερεά ριζωμένη στην συνείδηση του λαού μας. Και είναι προφανές ότι οι περισσότεροι από τους αμφισβητίες -αν όχι όλοι- έχουν ως στόχο την βαθύτερη αμφισβήτηση του ρόλου και της προσφοράς της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας κατά την περίοδο της μακραίωνος δουλείας του γένους από τον οθωμανικό ζυγό. Θεωρούμε, λοιπόν χρήσιμο να καταθέσουμε ορισμένα στοιχεία και να ξεκαθαρίσουμε μερικές ασάφειες που ίσως προκαλούν απορίες.
Το σπουδαιότερο επιχείρημα των αρνητών του «Κρυφού Σχολειού» είναι το εξής: «Οι Οθωμανοί Τούρκοι υπήρξαν ανεκτικοί στα θέματα Πίστεως και Παιδείας. Αφού, λοιπόν, δεν καταδίωκαν την εκπαίδευση των Ελλήνων και γενικότερα των Ορθοδόξων υπηκόων τους (Ρούμ μιλλέτ= Το Γένος των Ρωμηών), τότε γιατί χρειάζονταν Κρυφά Σχολεία στους νάρθηκες των Ναών και των Μοναστηριών;». Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι η εξής : Ναι, μεν, για λόγους θρησκευτικούς και διοικητικούς οι Οθωμανοί Σουλτάνοι παρεχώρησαν προνόμια και έδειξαν ένα βαθμό ανοχής προς τους Ρωμηούς υπηκόους τους, όμως υπήρξαν περίοδοι και περιοχές, στις οποίες δεν τηρήθηκαν οι υποσχέσεις αυτές. Δεν μπορούμε να ομιλούμε για μια ενιαία τουρκοκρατία στον χρόνο και τον χώρο. Υπήρχε διαφορετική (πιο καταπιεστική) μεταχείριση των υποδούλων κατά τους πρώτους αιώνες και διαφορετική στο δεύτερο ήμισυ της Τουρκοκρατίας με την επικράτηση μετριοπαθεστέρων απόψεων. Αλλά και κατά τόπους η εφαρμογή των σουλτανικών αποφάσεων και των δικαιωμάτων των υποδούλων υπέκειτο στην βούληση, στις ιδιορρυθμίες, στο βαθμό θρησκευτικού φανατισμού και γενικά στην προσωπικότητα του τοπικού Οθωμανού ηγεμόνος. Σε μια αχανή αυτοκρατορία και μάλιστα υπό τις συνθήκες διοικήσεως και επικοινωνίας της εποχής εκείνης, η αυθαιρεσία των τοπικών μπέηδων και πασάδων ήταν φαινόμενο σύνηθες. Δεν είχαμε, λοιπόν, ομοιόμορφη εφαρμογή των θεμελιωδών αποφάσεων περί θρησκείας και παιδείας των Ορθοδόξων Ελλήνων. Οι αποφάσεις αυτές καταστρατηγήθηκαν ή αλλοιώθηκαν σε διάφορες χρονικές περιόδους και σε διάφορες επαρχίες και τοπικές διοικήσεις (βιλαέτια). Δεν υπήρξε ενιαία τουρκοκρατία, αλλά ποικίλες μορφές της, αναλόγως εποχής και περιοχής.
Οι δύο πρώτοι αιώνες υπήρξαν πολύ δύσκολοι και μέχρι τα μέσα του 17ου αιώνος δεν μπορούμε να ομιλούμε για δυνατότητα ακώλυτης ασκήσεως των θρησκευτικών και εκπαιδευτικών ελευθεριών. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι ο Σουλτάνος Σελήμ Α' στις αρχές του 16ου αιώνος εξεδήλωνε δημοσίως το μίσος του προς τους Χριστιανούς και την άποψή του περί βιαίου εξισλαμισμού όλων των μη μουσουλμάνων. Το 1537 ο Σουλεϊμάν Α' εξέδωσε διαταγή που ζητούσε να εκτελεστεί ως άπιστος οποιοσδήποτε αμφισβητούσε τα λόγια του προφήτη Μωάμεθ. Από τις αρχές του 16ου αιώνος γίνεται φανερή η αυξανόμενη επιρροή των φανατικών μουσουλμάνων στην Αυλή των Σουλτάνων, γεγονός που δυσκόλευε την υλοποίηση των προνομίων των Χριστιανών. Οι ζηλωτές αυτοί του φανατικού Ισλάμ εστράφησαν γενικά εναντίον κάθε μορφής εκπαιδεύσεως, που δεν ακολουθεί το Κοράνι. Υπό την επιρροή τους βρέθηκε ο σουλτάνος Μουράτ Δ' (1623-1640), ενώ οι οπαδοί της ίδιας ιδεολογίας επέτυχαν το 1711 να κατασχεθεί η βιβλιοθήκη του βεζύρη Τσορλουλού πασά και να απαγορευθεί η μελέτη επιστημονικών βιβλίων. Κατανοούμε, λοιπόν, ότι σε μια περίοδο κατά την οποία διώκονταν ακόμη και μουσουλμάνοι εραστές της μορφώσεως, πόσο δύσκολο θα ήταν σε Χριστιανούς να διδάσκουν και να διδάσκονται ελευθέρως την πίστη, την ιστορία και την εθνική ταυτότητά τους. Σε τέτοιες σκοτεινές εποχές δημιουργήθηκε η ανάγκη για Κρυφά Σχολειά. Σε τέτοια δύσκολα χρόνια, για τα οποία ο Γάλλος Ιησουΐτης Richard (Ρισάρ) έγραψε στα μέσα του 17ου αιώνος : «Να σκεφθή κανείς ότι ουδέποτε από την εποχή του Νέρωνος, του Δομητιανού και του Διοκλητιανού έχει υποστή ο Χριστιανισμός διωγμούς σκληρότερους από αυτούς, που αντιμετωπίζει σήμερα η ανατολική Εκκλησία» (ίδε Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ. 10, Αθήνα 1974, σ. 150).
Από τα μέσα του 17ου αιώνος τα πράγματα σαφώς βελτιώνονται στον εκπαιδευτικό τομέα και οι υπόδουλοι Ρωμηοί αρχίζουν να ιδρύουν, υπό την αιγίδα της Εκκλησίας και με την βοήθεια των ξενιτεμένων και των ευεργετών, σημαντικά εκπαιδευτικά ιδρύματα. Σ' αυτά καλλιεργήθηκαν και τα ιερά γράμματα και η «θύραθεν παιδεία», η εγκυκλοπαιδική και επιστημονική κατάρτιση. Όμως δεν ήταν εύκολο κάτω από το σπαθί του δυνάστη να καλλιεργηθεί το εθνικό φρόνημα και η συνείδηση της ιστορικής συνέχεια του Ελληνισμού. Στην περίοδο αυτή, την οποία ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ' σε Υπόμνημά του (17/1/1879) χαρακτηρίζει «ως ανέσεως εποχή, καθ' ην ήρξατο υποφώσκουσα ελπίς βελτιώσεως», η λειτουργία Κρυφών Σχολειών ίσως περιορίσθηκε, δεν έπαυσε όμως τελείως. Διότι η κρυφή εκπαίδευση χρειαζόταν για εκείνα τα ειδικά μαθήματα που φούντωναν τον πόθο για την ελευθερία. Άλλωστε είπαμε ότι υπήρξαν και πολλές αυθαιρεσίες τοπικών Οθωμανών ηγεμονίσκων. Ο ιστορικός συγγραφεύς Αθανάσιος Κομνηνός Υψηλάντης στο έργο του «Τα μετά την άλωσιν 1453-1789» (εγράφη τον 18ο αιώνα και εξεδόθη στην Κωνσταντινούπολη το 1870), αναφέρει ένα περιστατικό, το οποίο ο ίδιος τοποθετεί στον 18ο αιώνα. Στο παζάρι (αγορά) του Καΐρου είδε 30.000 κομμένες γλώσσες Ελλήνων, οι οποίοι επέμεναν να ομιλούν ελληνικά παρά την σχετική απαγόρευση των τοπικών αρχών. Σε μια εποχή που οι Οθωμανοί γενικά είχαν επιτρέψει ή ανεχθεί την δημόσια λειτουργία ελληνικών εκπαιδευτηρίων, ο τοπικός Οθωμανός ηγεμόνας της Αιγύπτου απαγόρευε την χρήση της ελληνικής επί ποινή αποκοπής της γλώσσας. 30.000 ηρωικοί Έλληνες αντέστησαν! Πώς όμως διετηρήθη η ελληνική γλώσσα κάτω από τέτοιες συνθήκες αν δεν υπήρχαν τα Κρυφά Σχολειά με το Ψαλτήρι και την Οκτάηχο και τα άλλα εκκλησιαστικά βιβλία; Πάντως και κατά τον 18ο αιώνα έχουμε περιόδους διωγμών. Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά τα Ορλωφικά και τις αγριότητες των Τουρκαλβανών ο άγιος Κοσμάς διέκοψε τις περιοδίες του και κατέφυγε επί αρκετά έτη στο Άγιον Όρος!
Συμπεραίνουμε, λοιπόν, ότι τα Κρυφά Σχολειά ήταν απαραίτητα στους πρώτους δύο αιώνες της τουρκοκρατίας λόγω του κλίματος φόβου και τρόμου που επικρατούσε, στους δε επόμενους αιώνες, παρά την βελτίωση της οθωμανικής συμπεριφοράς, λειτούργησαν είτε για να δώσουν λύση απέναντι στην ανθελληνική και αντιχριστιανική τακτική ορισμένων Οθωμανών διοικητών, είτε για να διδάσκονται εκεί μαθήματα εθνικού φρονηματισμού με στόχο την εκπλήρωση των πόθων του Γένους.
Αποστομωτικό για τους αρνητές των «Κρυφών Σχολειών» και λίαν εύγλωττο, διότι συνοψίζει τα όσα εκθέσαμε μέχρι τώρα, είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το βιβλίο του Γάλλου δημοσιογράφου Rene Puaux «Δυστυχισμένη Βόρειος Ήπειρος», (ελλην. Έκδοση εκδ. Τροχαλία, Αθήναι α. χρ.). Ο Puaux (Πυώ) περιηγήθηκε την Ήπειρο το 1913, ακριβώς μόλις τα εδάφη αυτά είχαν ελευθερωθεί από τον ελληνικό στρατό. Συνομιλώντας με Έλληνες Ηπειρώτες, οι οποίοι τότε για πρώτη φορά απηλλάγησαν από τον τουρκικό ζυγό, μαθαίνει έκπληκτος και τα εξής : «Κανένα βιβλίο τυπωμένο στην Αθήνα δεν γινόταν δεκτό στα σχολεία της Ηπείρου. Ήταν επιβεβλημένο να τα προμηθεύονται όλα από την Κωνσταντινούπολη. Η Ελληνική Ιστορία ήταν απαγορευμένη. Στην περίπτωση αυτή λειτουργούσαν πρόσθετα κρυφά μαθήματα, όπου χωρίς βιβλία, χωρίς τετράδια, ο νεαρός Ηπειρώτης μάθαινε για τη μητέρα Πατρίδα, διδασκόταν τον Εθνικό της Ύμνο, τα ποιήματά της και τους ήρωές της. Οι μαθητές κρατούσαν στα χέρια τους την ζωή των δασκάλων τους. Μία ακριτομυθία, μια καταγγελία ήταν αρκετή. Δεν είναι συγκινητικό, αυτά τα διακόσια μικρά αγόρια και τα διακόσια πενήντα κοριτσάκια να δέχονται τις επιπλέον ώρες των μαθημάτων (στην ηλικία, που τόσο αγαπούν τα παιχνίδια), να συζητούν για την Ελλάδα και επιστρέφοντας στις οικογένειές τους με τα χείλη ραμμένα να κρατούν τον ενθουσιασμό μυστικό στην καρδιά;» (σελ. 126).
Το ντοκουμέντο αυτό, που προέρχεται από μαρτυρία ξένου περιηγητή, άρα ανεπηρέαστου από τα ιδεολογικά ρεύματα που επεκράτησαν στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωσή της, μας δείχνει ότι ακόμη και 5-6 χρόνια πριν από τη διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, ακόμη και σε εποχή που λειτουργούσαν ελεύθερα τα ελληνικά σχολεία, υπήρχαν παράλληλα κρυφά σχολεία για να μεταδώσουν την αγωνιστικότητα και τον πόθο για ελευθερία. Να μεταφέρουν στα παιδιά το μήνυμα που τους διδάσκει ο Ιερεύς στο συγκινητικό ποίημα του Ιωάννη Πολέμη με τίτλο «Το Κρυφό Σχολειό» :
Μη σκιάζεστε στα σκότη! Της λευτεριάς το φεγγοβόλο αστέρι
της νύχτας το ξημέρωμα θα φέρει!
Μια ενδιαφέρουσα μαρτυρία έχουμε και από ένα εξόχως μαρτυρικό και ταλαιπωρημένο τμήμα του Ελληνισμού, την μεγαλόνησο Κύπρο. Ο Κύπριος Αρχιμανδρίτης Γαβριήλ Σαμπατακάκης γράφει το 1921 για τις εξελίξεις στην ιδιαίτερη πατρίδα του :
«Η θαυμασία αυτή ανάπτυξις του εθνικού αισθήματος οφείλεται, προ παντός, εις τα Σχολεία, τον Τύπον και την Εκκλησίαν. Της ευκαιρίας της Αγγλικής κατοχής δραξάμενος ο Κυπριακός Λαός έσπευσεν, ως η διψασμένη έλαφος τρέχει δρομαία επί τας πηγάς των υδάτων, ούτω και ούτος προς τα νάματα της παιδείας. Και ηδύνατό τις να ίδη φιλοτιμουμένους τους πολίτας και τους χωρικούς να ιδρύωσι δι' ιδίων δαπανών σχολάς, να φροντίζωσι να διορίζωσι δάσκαλον τον καλύτερον μεταξύ αυτών. Ιδρύθη το Παγκύπριον Γυμνάσιον και αι λοιπαί των κεντρικών πόλεων σχολαί, αίτινες ήρξαντο να χαλκεύωσιν Έλληνας χαρακτήρας, να εξαποστέλλωσι διδασκάλους εις τα διάφορα χωρία, διδάσκοντας ουχί πλέον την Οκτώηχον, ουχί το ψαλτήριον, ουχί θρησκέιαν, αν και ταύτα και αύτη ήσαν αναγκαία, αλλά τα ανδραγαθήματα των αρχαίων και νεοτέρων Ελλήνων ηρώων,... τας μαύρας της δουλείας ημέρας, και τέλος την ιδέαν της πατρίδος και της ελευθερίας...» (ίδε Κωστή Κοκκινόφτα, Κυκκώτικα Μελετήματα, τόμος Α', Λευκωσία 1997). Το κείμενο αυτό μας λέγει δυο σημαντικές αλήθειες! Πρώτον ότι οι Έλληνες της Κύπρου έσπευσαν να ανοίξουν σχολεία όλων των βαθμίδων μόνο όταν άρχισε η αγγλική κατοχή (1878 κ.ε.), προφανός διότι εφοβούντο ή δεν εμπιστεύονταν τους Τούρκους. Οργανωμένη Ελληνική παιδεία δεν υπήρξε επί Τουρκοκρατίας στην Κύπρο, με εξαίρεση τη σχολή της Μονής Κύκκου, που και αυτή λειτούργησε στα μέσα του 18ου αιώνος. Τι υπήρξε; Μας το λέγει σαφώς ο Κύπριος Ιερωμένος και αυτή είναι η δεύτερη σπουδαία αλήθεια : Διδασκαλία στοιχειωδών γνώσεων μέσω του Ψαλτηρίου και της Οκτωήχου, άρα που αλλού; Στα Μοναστήρια και στους Ναούς. Όταν, λοιπόν, οι Έλληνες μιας περιοχής φοβούνταν ή παρεμποδίζονταν να ανοίξουν δημοσίως σχολείο κατά την διάρκεια των «μαύρων της δουλείας χρόνων», κατέφευγαν στα «κολλυβογράμματα» του ιερέως ή του μοναχού. Ε, λοιπόν, αυτό ακριβώς ήταν το Κρυφό Σχολειό!
Ορισμένοι αρνητές του Κρυφού Σχολειού ισχυρίζονται ότι πρόκειται για μύθο και ερωτούν, γιατί δεν υπάρχουν κείμενα της εποοχής της Τουρκοκρατίας, που να μαρτυρούν την ύπαρξη τέτοιων μυστικών εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων στους κόλπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Το ερώτημα είναι αφελές. Αφού επρόκειτο για κρυφή δραστηριότητα, η οποία εγκυμονούσε πολλούς κινδύνους και επέσυρε δυσάρεστες συνέπειες, εάν ανεκαλύπτετο από τους Τούρκους, θα ήταν εγκληματική ανοησία για οποιονδήποτε κληρικό να εκδώσει γραπτή (!) απόφαση περί Κρυφού Σχολειού, ή για οποιονδήποτε λόγιο να καταγράψει δημοσίως υπό τα όμματα των κατακτητών μια τέτοια δραστηριότητα. Όμως αμέσως μετά την απελευθέρωση και την ίδρυση του πρώτου Ελλαδικού κρατιδίου (1830 και εξής) πολλοί λόγιοι και ιστορικοί καταγράφουν την προφορική παράδοση που οι ίδιοι είχαν βιώσει ή τους είχε μεταδοθεί από γενεάς σε γενεά περί του Κρυφού Σχολειού. Το 1842 ο πρωτοπρεσβύτερος Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων στον επιμνημόσυνο λόγο, που εκφωνεί στην Αθήνα για τους ευεργέτες Ζωσιμάδες τονίζει : «... Άλλ' η Πανάγαθος Πρόνοια, καθώς εφώτιζε τας μαίας και εζωογόνει κρυφίως τα άρρενα των Εβραίων, ωσαύτως διέταξε και ψυχάς ευσεβείς και φιλοθέους και ταύτας ούτε Αιγυπτίας, αλλ' ομογενείς και ομόφρονας, αίτινες εν ταπειναίς εκκλησίαις και απωκισμένοις μοναστηρίοις, και εν σχολαίς μικραίς και πενιχραίς, δια της Ιεράς διδασκαλίας, εμαίευον εις ζωήν τα πάτρια των αιχμαλώτων Ελλήνων φρονήματα».
Και αν ακόμη θεωρήσει κάποιος ότι ο κληρικός Οικονόμος υπερβάλλει, υπάρχει για τους πλέον δύσπιστους η καταγραφή των ιστορικών γεγονότων από τον Charles Tuckermann, τον πρώτο Αμερικανό Πρόξενο στην Αθήνα (1867-1874). Στο έργο του «Οι Έλληνες της σήμερον» (Ελληνική μετάφραση Αντωνίου Ζυγομαλά. Αθήνα 1877) ο Αμερικανός διπλωμάτης γράφει μεταξύ άλλων :
«Φεγγαράκι μου λαμπρό φέγγε μου να περπατώ,
να πηγαίνω στο σχολειό να μαθαίνω γράμματα του Θεού τα πράγματα.
»Τοιούτον περίπου ήτο το άσμα, όπερ ετραγώδουν οι Ελληνόπαιδες, πορευόμενοι εν καιρώ νυκτός εις το σχολείον επί τουρκοκρατίας. Το άσμα τούτο είναι γνωστόν εις πάντα Έλληνα νυν ως και πρότερον, και οι πατέρες δεικνύοντες εις τα τέκνα των την σελήνην, επαναλαμβάνουσι τους στίχους τούτους, αφηγούμενοι αυτοίς πόσον τοις εχρησίμευσεν αύτη κατά τους σκοτεινούς χρόνους της Οθωμανικής κυριαρχίας. Μη επιθυμούντες, έστω και κατ' ελάχιστον, να ερεθίσωσι τους δεσπότας αυτών δυναμένους να παρακωλύσωσιν τας προς ιδίαν παίδευσιν προσπαθείας των, οι παίδες ουχί δε σπανίως και αυτοί οι πατέρες, εφοίτων δια νυκτός και κρύφα εις την οικίαν του διδασκάλου, όπως εξακολουθήσωσι τας σπουδάς των».
Προφανώς, ο Αμερικανός Πρόξενος καταγράφει την προφορική παράδοση, που είχε ακούσει από πολλούς συνομιλητές του στην ελεύθερη πλέον Ελλάδα, πολλοί εκ των οποίων είχαν πατέρα ή παππού, που εμαθήτευσε σε Κρυφό Σχολειό. Κι όμως τις μαρτυρίες του Tuckermann (Τάκερμαν), του Κωνσταντίνου Οικονόμου, του Νικολάου Δραγούμη και άλλων λογίων του 19ου αιώνος τις απορρίπτει σε πρόσφατο μελέτημά του ο κ. Άλκης Αγγέλου (Το κρυφό Σχολειό, χρονικό ενός μύθου, Βιβλιοπωλείον της «ΕΣΤΙΑΣ», Αθήνα 1997), δογματίζοντας ότι όλοι αυτοί είναι επηρεασμένοι από έναν μύθο που καλλιεργούσε η Εκκλησία και η συντηρητική ιδεολογία! Αλλά η γνώμη των ανθρώπων που έγραψαν τον 19ο αιώνα νε πρόσφταες και ζωντανές μαρτυρίες των γεγονότων της τουρκοκρατίας βαρύνει πολύ περισσότερο από έναν ιδεολογικά και αντιεκκλησιαστικά προκατειλημμένο συγγραφέα της εποχής μας, δηλαδή του τέλους του 20ου αιώνος. Το ενδιαφέρον μάλιστα είναι ότι ο κ. Αγγέλου επικαλείται ως κύριο αμφισβητία του Κρυφού Σχολειού τον γνωστό ιστοριοδίφη του 20ου αιώνος Γιάννη Βλαχογιάννη. Ο Βλαχογιάννης, όμως, είναι αντιφατική πηγή. Διότι σε κείμενό του, που δημοσιεύθηκε στη «Νέα Εστία», τεύχος ΛΔ', 1948, σ. 1110 με τίτλο «Καραϊσκάκης», αναφέρεται στο ποιήμα «Φεγγαράκι μου λαμπρό...» και δέχεται ότι «σ' όσα χωριά το μοναστήρι ήταν πολύ μακριά, έπρεπε το παιδί να κινήσει με άλλα, και να τραβάει αξημέρωτα ανάμεσα σε άγριο λόγγο». Δηλαδή ακόμη και ο Βλαχογιάννης δέχεται την σύνδεση του άσματος με την εκπαίδευση των Ελληνοπαίδων στα μοναστήρια. Ο κ. Αγγέλου και άλλοι αμφισβητίες του «Κρυφού Σχολειού» κάνουν επιλεκτική και κατά βούληση χρήση των κειμένων. Εκεί που τους ταιριάζει ο τάδε συγγραφεύς τον αναφέρουν, εκεί που δεν τους συμφέρει τον αποσιωπούν!
Μια αδιάψευστη μαρτυρία για την ύπαρξη του Κρυφού Σχολειού αποτελούν τα τοπωνύμια. Σε διάφορες γωνιές του Ελληνισμού διατηρείτε άσβεστη η παράδοση και ζωντανή η μνήμη ότι «κάποτε εδώ λειτουργούσε το Κρυφό Σχολειό». Ο ακούραστος ερευνητής Τάσος Γριτσόπουλος στο βιβλίο του «Σχολή Δημητσάνης» (Αθήναι 1962) αναφέρει ότι η λαϊκή παράδοση συνδέει το Κρυφό Σχολειό με την Ι. Μονή Φιλοσόφου της Δημητσάνης, με τη Μονή Στρατηγοπούλου ή Μονή Ντίλιου στο νησί των Ιωαννίνων, ενώ τοπωνύμιο Κρυφό Σχολειό υπάρχει και στην Ίο των Κυκλάδων στην παραλία του λιμένος, και μάλιστα κοντά σε σπήλαιο. Και επισημαίνει ο Γριτσόπουλος : «Ακριβώς τα λανθάνοντα, αλλά πάντοτε παρόντα στοιχεία ταύτα ανεύρεν εις την συνείδησιν του Έθνους ο Γύζης και εδημιούργησε τον περίφημο πίνακά του, το «Κρυφό Σχολειό» (σελ.26). Ο δε φιλόλογος και ιστορικός Σαράντος Καργάκος δηλώνει σχετικά στην εφημερίδα «Εξουσία» της 24/3/1998 : «Ότι είναι θρύλος δεν είναι ψέμα». Υποστηρίζει μάλιστα ότι στο χωριό Βέργοια Λακωνίας υπάρχουν δύο σημεία, που ο λαός ονομάζει «Κρυφά Σχολειά». Και συμπληρώνει : «Δεν είναι δυνατόν ένας ολόκληρος λαός να ψεύδεται». Στην Κρήτη επίσης υπάρχει ζωντανή ανάμνηση του Κρυφού Σχολειού στις Μονές Φανερωμένης, Τοπλού, Κρεμαστών, Καρδαμίτζας, Μεραμπέλλου κ.α.
Ορισμένοι αρνητές του «Κρυφού Σχολειού» προσπαθούν να αρνηθούν γενικότερα τη συμβολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας στη διατήρηση του εθνικού αισθήματος των υποδούλων. Τους διαψεύδουν όμως τα γεγονότα και οι πηγές. Ο Γάλλος περιηγητής και πολιτικός Victor Berard στο βιβλίο του «Τουρκία και Ελληνισμός - Οδοιπορικό στη Μακεδονία» (ελλην. Έκδοση Τροχαλία, Αθήναι 1987) γράφει ότι στην Αττάλεια της Μικράς Ασίας είδε το εξής φαινόμενο περί τα τέλη του 19ου αιώνος : «Μέσα στο Κάστρο οι χριστιανοί μιλούν μόνο τούρκικα και δηλώνουν Έλληνες. Απέξω οι μωαμεθανοί, απόγονοι των Τουρκομοραϊτών που στην διάρκεια της επανάστασης του 1821 έφυγαν από τη Μεθώνη και Κορώνη μιλούν μόνο ελληνικά». Οι χριστιανοί, λοιπόν, οι Ορθόδοξοι δήλωναν Έλληνες αν και είχαν χάσει την μητρική τους γλώσσα. Ακόμη και στη δύσκολη αυτή κατάσταση η Πίστη και η Εκκλησία διατηρούσαν την εθνική συνείδηση.
Ματαίως εξ άλλου προσπαθούν ορισμένοι να αρνηθούν την προσφορά της Εκκλησίας στην προετοιμασία και στην υλοποίηση των εθνικών οραματισμών και του Αγώνος. Τους διαψεύδουν οι πρωταγωνιστές των γεγονότων. Ο αγωνιστής Ιωάννης Μακρυγιάννης γράφει στα «Οράματα και Θάματα» (Αθήναι 1983, εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, σελ. 163-4) : «Τ' άγια τα μοναστήρια, οπού έτρωγαν οι δυστυχισμένοι... από τους κόπους των Πατέρων, των Καλογήρων. Δεν ήταν Καπιτσίνοι Δυτικοί, ήταν υπηρέτες των Μοναστηριών της Ορθοδοξίας. Δεν ήταν τεμπέληδες, δούλευαν και προσκυνούσαν (=λάτρευαν). Και εις τον αγώνα της πατρίδος σ' αυτά τα μοναστήρια γινόταν τα μυστικοσυμβούλια, συναζόταν τα ολίγα αναγκαία του πολέμου και εις τον πόλεμον θυσίαζαν και σκοτωνόταν αυτείνοι, οι ‘περέτες των μοναστηριών και των εκκλησιών. Τριάντα είναι μόνο με μένα οι σκοτωμένοι έξω εις τους πολέμους και εις το Κάστρο, το Νιόκαστρο και εις την Αθήναν».
Ένας άλλος δε σπουδαίος πολεμικός ηγέτης και αυτόπτης μάρτυς των γεγονότων της Παλιγγενεσίας, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, βεβαιώνει με το δικό του τρόπο την συμπαράταξη του Κλήρου και του Λαού στις κρίσιμες για την Ανάσταση του Γένους στιγμές : «Πλησίον εις τον Ιερέα ήτον ο λαϊκός, καθήμενοι εις ένα σκαμνί, Πατριάρχης και τζομπάνης, ναύτης και γραμματισμένος, ιατροί, κλεφτοκαπεταναίοι, προεστοί και έμποροι» (Διήγησις συμβάντων ελληνικής φυλής, εκδ. Πάπυρος, Αθήναι, σελ. 29).
Τέλος αξίζει να τονισθεί ότι η Εκκλησία ήσκησε τα εκπαιδευτικά της καθήκοντα όχι μόνον υπό τον Οθωμανικό ζυγό, αλλά και κάτω από άλλους κατακτητές ελληνικών τόπων. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι στα Επτάνησα επί ενετοκρατίας Ορθόδοξοι κληρικοί και «νοδάροι» (συμβολαιογράφοι) δίδασκαν γράμματα και έπλαθαν τους ελάχιστους γραμματιζούμενους της εποχής.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας φρόντιζε επί τουρκοκρατίας να τονώνει το εθνικό συναίσθημα των ελληνοπαίδων ακόμη και με την προβολή ορισμένων αρχαίων προγόνων μέσω της αγιογραφίας. Ο τεκμηριωμένος και έγκυρος ιστορικός του Νέου Ελληνισμού Απόστολος Βακαλόπουλος γράφει σχετικά : «Οι νάρθηκες - σχολεία, λοιπόν, των εκκλησιών ήταν οι πιο κατάλληλοι τόποι, όπου θα ταίριαζε να ζωγραφηθούν ανάμεσα στους χριστιανούς αγίους οι μορφές των μεγάλων ειδωλολατρικών σοφών, προδρόμων του χριστιανισμού, συνήθεια παλιά βυζαντινή... Άραγε η τόνωση της παλιάς αυτής συνήθειας κατά τους αιώνες της τουρκοκρατίας οφείλεται σε μια λατρεία των ένδοξων προγόνων από τους ξεπεσμένους επιγόνους, σ' ένα ρευστό και αδιαμόρφωτο ακόμη εθνικό κίνητρο;» (Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, έκδοση Β', τόμος Β', Θεσσαλονίκη 1976).
Μόνον όσοι αγνοούν ή διαστρεβλώνουν σκοπίμως τις ιστορικές πηγές και τα γεγονότα του νεοελληνικού βίου αμφισβητούν τον εθνικό, κοινωνικό και εκπαιδευτικό ρόλο της Εκκλησίας μ��ς. Και μέσα σ' αυτήν την γενικότερη αμφισβήτηση εντάσσεται και η άρνηση του Κρυφού Σχολειού. Η Εκκλησία μας, η Ορθόδοξη Εκκλησία, δεν χρειάζεται το ψέμα, διότι έχει δώσει αίμα. Ούτε της χρειάζεται ο ΜΥΘΟΣ, διότι μπορεί και προβάλλει ΗΘΟΣ: Το ελληνορθόδοξο ΗΘΟΣ, το οποίο αποτελεί πνευματικό εξοπλισμό απαραίτητο και για την πορεία του Γένους προς τον 21ο αιώνα.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ
Α. ΗΣΑΝ ΟΙ ΟΘΩΜΑΝΟΙ ΤΟΣΟ ΑΝΕΚΤΙΚΟΙ;
Επειδή αυτοί που ισχυρίζονται ότι το Κρυφό Σχολειό ήταν μύθος παρουσιάζουν συνήθως ρόδινη την εικόνα της Παιδείας και της ζωής γενικότερα κατά την τουρκοκρατία, παραθέτουμε ενδεικτικά αδιάψευτες ιστορικές πηγές που μιλούν για το εντελώς αντίθετο :
«Ορώ δε νυν μετοικήσαντα πάντα τα αγαθά από των ελληνικών τόπων και οικήσαντα εν υμίν, ή τε σοφία και αι των μαθημάτων επιστήμαι, αι τέχναι αι άριστοι, η ευγένεια, ο πλούτος, η παίδευσις και ο λοιπός των χαρίτων χορός. Ελληνικών δε χαρίτων το κλέος βαρύς ώλεσεν αιών» (γράφει ο Θεόδωρος Ζυγομαλάς τον 16ο αιώνα προς τον Γερμανό ελληνιστή Μαρτίνο Κρούσιο. Ίδε το βιβλίο του Κρουσίου Turkograecia, σελ. 94).
«Κάθε μέρα βλέπει κανείς εξισλαμισμούς στην Κόρινθο και οι κάτοικοι της πόλεως ή αν θέλετε του χωριού είναι σήμερα οι μισοί οθωμανοί. Μας διηγήθηκαν ακόμη, ανάμεσα στ' άλλα, πως τρεις παπάδες τον περασμένο χρόνο τούρκεψαν» (J. Spon, Voyage d' Italie et du Levant, Lyon 1688, τομ. Β', σελ. 303).
Οι νάρθηκες των Εκκλησιών εχρησίμευον εις τα σχολεία των παίδων διδασκομένων βαναύσως πως τα κοινά λεγόμενα γράμματα υπό των ιερέων αυτών. Κατά δε τα τέλη του παρελθόντος αιώνος συνεστήθησαν μεν ελληνικά σχολεία εν Κωνσταντινουπόλει, Σμύρνη, Κυδωνίαις, Ιωαννίνοις, Χίω, αλλά ταύτα δεν διήρκεσαν επί πολύ, διότι η τουρκική εξουσία, ραδιουργούμενη υπό των Ιησουιτών, κατάστρεψαν αυτά...» (Χρήστου Βυζαντίου, Ιστορία των κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών ων συμμετέσχεν ο τακτικός στρατός από του 1821 μέχρι του 1833. Απομνημονεύματα Αγωνιστών του 1821, εκδ. Τσουκαλά, σελ. 14).
«Εκ των πολλών της Ανατολής χωρών, αίτινες επέπρωτο να καταπλακώθωσιν υπό την βαρείαν πλάκα της βαρβαρότητος και της αποξενώσεως παντός εθνικού χρήματος, πρωτίστως έλαβε δυστυχίαν να είναι η Μικρά Ασία ως πρωιμότερον απολέσασα την προγονικήν γλώσσαν και τα παρεπόμενα αυτή εθνικά αγαθά. Ακόμη και περί τα μέσα του ΙΗ' αιώνος (1750) ουδαμού της Μικράς Ασίας υπήρχον σχολεία εκτός της Σμύρνης και της Καισαρείας. Πανταχού της Μικράς Ασίας γενική υπήρχεν αμάθεια και άγνοια των εν τοις ναοίς αναγιγνωσκομένων, άπερ κατά πατροπαράδοτον μόνον συνήθεια ήσαν εν χρήσει» (Δανιήλογλου, Πρόδρομοι της Αναγεννήσεως, Κωνσταντινούπολις 1865, σελ. 2-3).
«Εις τέτοιαν κακήν τύχην κατήντησε το παλαί ποτέ μακαριστόν γένος ημών των Γραικών, ότι μόλις ευρίσκεται τώρα διδάσκαλος όπου να' ναι ικανός να διδάσκη τους νέους καν την γραμματικήν τέχνην (Νικόλαος Σοφιανός στον επίλογο της Γραμματικής του - 1544).
«Δεν βλέπετε οπού αγρίεψε το γένος μας από την αμάθειαν και εγίναμε ως Θηρία;».
(Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, Διδαχές).
Β. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚ. ΔΡΑΓΟΥΜΗ
Και σαν αυθεντική μαρτυρία της ιστορικότητος του κρυφού σχολειού φυλάω την μαρτυρία του Νικολάου Δραγούμη, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Πανδώρα» του μηνός Ιανουαρίου 1855 (τόμος Ε', σελ. 450 κ.ε.), όπου γράφει για τον πατέρα Μάρκο (1770-1854) ότι: «ως εάν έφερε μεγαλόσταυρον εις τον λαιμόν και ταινίαν εγκάρσιον εις το στήθος, εκαυχάτο πάντοτε ο πατήρ μου ότι εδάρη υπό του οθωμανού χάριν των ελληνικών γραμμάτων».
Και προσθέτει ο Νικόλαος Δραγούμης : «Ουχί μόνον κοπιώντες, αλλά και κινδυνεύοντες εσπούδαζον οι πατέρες ημών γράμματα. Έκαστος των Τούρκων και ο έσχατος, ως γνωστόν, είχε το δικαίωμα να τυραννεί, να φορολογεί και να φονεύει τους οπαδούς του Χριστού. Επειδή δε τα σχολεία διήγειραν τας υποψίας αυτών και κατέστρεφον παντοιοτρόπως, και διδάσκαλοι και μαθηταί εσοφίζοντο παντοίους επίσης τρόπους δια να αποφεύγωσιν την οργήν των. Και οσάκις συνήρχοντο εις το σχολείον, εις εξ αυτών ιστάμενος πλησίον του παραθύρου ως κατάσκοπος έστρεφεν ανήσυχος πανταχού το βλέμμα και έδιδεν προς τους άλλους την είδησιν ότι έβλεπεν οθωμανόν ερχόμενον μακρόθεν...» (Κωνσταντίνου Γανωτή, φιλολόγου : «Το Κρυφό Σχολειό και ποιους ενοχλεί», περιοδικό ΕΚ ΠΕΤΡΑΣ, Αγ. Νικόλαος Κρήτης, σελ. 1224).
Γ. ΜΑΡΤΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΗΤΗ
  1. «Στον Άγιο Ιωάννη Μυλοποτάμου έζησε κι έδρασε κατά την πρώτη 50ετία της τουρκικής κατάκτησης του νησιού (17ος αιών) ένας ανώτερος αξιωματικός των γενιτσάρων ο Χουσεΐν Μπέης, που ήλθε κι εγκαταστάθηκε εδώ από την Κωνσταντινούπολη. Ο Τούρκος αυτός άρχοντας ήταν ελληνικής καταγωγής και κρυπτοχριστιανός. Παντρεύτηκε μια ελληνίδα σκλάβα του, την οποία εξαγόρασε αντί 100 παράδων. Ο γιος του Μουσταφά Χατζη-Χασάν Ογλού διδάχθηκε τα ελληνικά γράμματα από τους μοναχούς της Μονής Δισκουρίου Μυλοποτάμου. Δεν μπορεί, φαντάζομαι, να ισχυρισθεί κανείς ότι ένα τουρκόπουλο θα πήγαινε φανερά σ' ένα ελεύθερο και δημόσιο ελληνικό σχολείο, για να μάθει ελληνικά γράμματα! Πώς θα το ανέχονταν οι Τούρκοι κάτι τέτοιο;» (Γιάννη Χριστάκη: Το Κρυφό Σχολειό δε θάβεται, περιοδ. Εκπαιδευτικοί Προσανατολισμοί, Φθινόπωρο 1995).
  2. «Αρκούμεθα λοιπόν στην εμπειρία, η οποία αφορά τον παππού μου. Καταγόταν από ένα μικρό ορεινό χωριό απομονωμένο αιώνες από τον υπόλοιπο κόσμο, ήταν παπάς και πέθανε σε πολύ μεγάλη ηλικία (νομίζω περνούσε τα ενενήντα) το 1952. Θα πρέπει δηλαδή να είχε γεννηθεί γύρω στο 1860. Ήξερε να γράφει και να διαβάζει άνετα. Φυσικά δεν είχε φοιτήσει σε κανονικό σχολείο γιατί οι Τούρκοι επέτρεψαν την μεν ίδρυσή τους μόλις το 1858, αλλά η οργάνωση, ευρύτερη διάδοση και λειτουργία των βράδυνε αισθητά, πραγματοποιηθείσα σταδιακά μετά το 1874. Στο δε χωριό του παππού ιδρύθηκε σχολείο το 1903.
Όταν δε (τελειόφοιτος Γυμνασίου εγώ), τον ρώτησα που έμαθε να ��ράφει και να διαβάζει και σε ποιο σχολείο εφοίτησε, μου απάντησε ότι πήγαινε στο «Κρυφό Σχολειό» της Καρδαμούτσας. Καρδαμούτσα για τους μη γνωρίζοντες είναι ένα μοναστήρι στο Βόρειο Μεραμπέλο, το οποίο ιδρύθηκε κατά την ενετοκρατία και πριν το 1617 κοντά στην Μονή Αρετίου. Και ενώ το Αρέτι ήταν ο οικονομικοδιοικητικός παράγοντας της περιοχής, έχοντας ενσωματώσει (δορυφοροποιήσει) όλα τα γύρω μοναστήρια, η Καρδαμούτσα (οι μοναχοί της ήσαν οι πιο μορφωμένοι) που δεν απορροφήθηκε ποτέ από το Αρέτι, αποτελούσε την «πνευματική εστία» όπου μάθαιναν γράμματα...» (Επιστολή του συγγραφέως Γιώργου Πρατσίνη στο περιοδικό «Εκπαιδευτικοί Προσανατολισμοί», Φθινόπωρο 1995).
Δ. Η ΖΩΝΤΑΝΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΗΠΕΙΡΟΥ

«Μετά την κατάκτηση του τόπου μας από τους Τούρκους και μέχρι τις αρχές του 17ου αιώνα, βαθύ πνευματικό σκοτάδι σκέπαζε όλες τις τουρκοκρατούμενες χώρες, φυσιολογικά και τον χώρο μας.
Την εποχή αυτή η παιδεία κατατρεγμένη από τον άγριο και βάρβαρο κατακτητή βρήκε άσυλο στα μοναστήρια και στους νάρθηκες των εκκλησιών. Ταπεινοί μοναχοί δίδασκαν τα ελληνόπουλα τα λίγα, αλλά τόσο απαραίτητα γράμματα, που περιορίζονταν στην ξερή ανάγνωση περικοπών από θρησκευτικά βιβλία, σε λίγη γραφή και αποστήθιση διαφόρων προσευχών. (Μονή Αρνάκου, Πολύτσανης) (Ομιλία του Βορειοηπειρώτη ελληνοδιδασκάλου Βασίλη Κουτσού, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «2000», Αργυρόκαστρο, Ιούνιος 1998).
Ε' ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΣΤΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ ΕΠΙ ΙΤΑΛΟΚΡΑΤΙΑΣ
Στην εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» της 16.6.1998 δημοσιεύθηκε η ακόλουθη επιστολή, η οποία αναφέρεται στην λειτουργία «Κρυφών Σχολειών» στα Δωδεκάνησα και μετά την τουρκοκρατία, δηλαδή επί ιταλοκρατίας. Αξίζει να διαβασθεί, διότι καταδεικνύει ότι ο εθνικός ρόλος της Εκκλησίας μας δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο :
ΤΑ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΑ ΣΤΗΝ ΡΟΔΟ
«Με αφορμή τα όσα γράφονται στην στήλη της εφημερίδας σας για το «Κρυφό Σχολειό» της τουρκοκρατίας, θα μου επιτρέψετε συμπληρωματικά να αναφερθώ με συντομία, στο πότε και κατά ποιον τρόπο λειτούργησε κατά την φασιστική κατοχή η μορφή αυτή του σχολείου, στην επαρχία της Ρόδου. Το 1937, ο πολύς Ντε Βέκκι, τετράρχης του φασισμού και Γενικός Διοικητής Δωδεκανήσου, 1936-1940, έχοντας ελεύθερο το πεδίο και εκμεταλλευόμενος την ισχυροποίηση της Ιταλίας σε διεθνές επίπεδο, στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, επιδίδεται συστηματικότερα στον εξιταλισμό των πάντων στη Δωδεκάνησο, αρχίζοντας από τον ευαίσθητο τομέα της Παιδείας. Και κατά τρόπον απροσχημάτιστο, τον Ιούλιο του έτους εκείνου, καταργεί με κυβερνητικό Διάταγμα το από αιώνων κρατούν εκπαιδευτικό καθεστώς. Όλα ανεξαιρέτως τα ελληνικά σχολεία της Δωδεκανήσου μετατράπηκαν σε ιταλικά και αντί των Δωδεκανησίων που παύθηκαν, ήρθαν φανατικοί Ιταλοί εκπαιδευτικοί, επιλεγμένοι από το φασιστικό καθεστώς.
»Μπροστά σε αυτή τη σκληρή πραγματικότητα έλαμψε η ελληνική επινοητικότητα, σε όλο της το μεγαλείο. Ο Μητροπολίτης Ρόδου Απόστολος Τρύφωνος δραστηριοποιείται ενεργότερα και εκμεταλλεύεται ορισμένες συγκυρίες. Επιδέξια και αθόρυβα αποσπά, το 1938, με νωπή ακόμη τη μελάνη της υπογραφής του Διατάγματος, που καθιέρωνε τη σκληρή φασιστική εκπαιδευτική πολιτική, τη συγκατάθεση του Τοποτηρητή του φασιστικού καθεστώτος στη Δωδεκάνησο, να διδάσκεται και στα παιδιά των χωριών το Θρησκευτικό μάθημα στις εκκλησίες κάθε Κυριακή, με τη διευρυμένη μορφή του Κατηχητικού. Ας σημειωθεί ότι τα Κατηχητικά, μέσα στις εκκλησίες, στην πόλη της Ρόδου, λειτουργούσαν από το 1934, κατά τρόπον όμως υποτυπώδη. Το 1938 επεκτάθηκαν σε όλο το γεωγραφικό χώρο της επαρχίας Ρόδου.
»Η παραπάνω άδεια του Ντε Βέκκι για τα Κατηχητικά, δόθηκε με τον όρο, ότι το μάθημα θα γινόταν μέσα στην εκκλησία και θα χρησιμοποιούνταν ως δάσκαλοι, κληρικοί. Είναι η εποχή, που ο κάθε ιερωμένος στην ύπαιθρο, ή την πρωτεύουσα της Ρόδου, ανεξάρτητα από το βαθμό μόρφωσής του, πρόσφερε στους συγχωριανούς του, αλλά και στη διατήρηση των ιερών και οσίων υπηρεσίες ισάξιες των ιερωμένων του Γένους.
»Στα σκοτεινά εκείνα χρόνια διδάσκονταν τα Ροδιτόπουλα κάθε Κυριακή, μέσα στην εκκλησία, τα ελληνικά γράμματα, κάτω από το πρόσχημα των Θρησκευτικών. Παράλληλα με το Κατηχητικό, ιδρύθηκαν και Χορωδίες Βυζαντινής Μουσικής, που αποτέλεσαν κίνητρο, όχι μόνο για την προσέλκυση μεγάλου αριθμού παιδιών στο Κατηχητικό, αλλά και άλλων ενηλίκων κατοίκων στην εκκλησία. Το Κατηχητικό λειτουργούσε κανονικά κάθε γιορτή και Κυριακή. Μια δυο φορές το χρόνο γινόταν επιθεώρηση από τη Μητρόπολη. Τηρούνταν φύλλα προόδου και μοιράζονταν Συνόψεις, Συνέκδημοι και άλλα θρησκευτικά βιβλία που χρησιμοποιούνταν σαν Αναγνωστικά. Συνοπτικά, μπορούμε να πούμε, ότι τα Κατηχητικά μεταβλήθηκαν πράγματι σε «Κρυφό Σχολειό». Έτσι με τα δεδομένα αυτά, γίνεται φανερό ότι η Εκκλησία στην επαρχία Ρόδου, υπό το πρόσχημα των Κατηχητικών Σχολείων, βρήκε τρόπον εύσχημο, ένα «μονοπάτι», ώστε να επαναρχίσει, έστω και περιορισμένα, η λειτουργία των ελληνικών σχολείων στη Ρόδο, καθώς και σε άλλα νησιά της Δωδεκανήσου.
»Το Πατριαρχείο επιδοκίμασε τη λειτουργία των Κατηχητικών και με απόφαση της Ιεράς Συνόδου, εξέφρασε την ευαρέσκειά του προς τον Μητροπολίτη Τρύφωνος. Και η Πολιτεία μεταπελευθερωτικά αναγνώρισε τους τίτλους σπουδών».
ΚΥΡΙΑΚΟΣ Ι. ΦΙΝΑΣ
Πρόεδρος Κοινότητος Λίνδου-Ρόδου
(Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος)


Πηγή:http://orthodoxi-pisti.blogspot.com