"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νεκτάριος Πενταπόλεως. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νεκτάριος Πενταπόλεως. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 23 Μαΐου 2011

ΠΕΡΙ ΚΑΤΑΚΡΙΣΕΩΣ, ΛΟΙΔΟΡΙΑΣ, ΚΑΤΑΛΑΛΙΑΣ, ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑΣ / ῞Αγιος Νεκτάριος ἐπίσκοπος Πενταπόλεως,

Κατάκριση, λοιδορία, καταλαλιά, συκοφαντία. Αγίου Νεκταρίου

ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ
ΤΟ ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ

ΠΕΡΙ ΚΑΤΑΚΡΙΣΕΩΣ, ΛΟΙΔΟΡΙΑΣ, ΚΑΤΑΛΑΛΙΑΣ, ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑΣ

Περί κατακρίσεως.
Κατάκριση σημαίνει να κρίνεις και να καταδικάζεις κάποιον για ένα αμάρτημα.

Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος λέει ότι « τίποτα δεν είναι τόσο ευχάριστο για τους ανθρώπους, όσο το να κατακρίνουν τις πράξεις των άλλων». Και ο Χρυσόστομος λέει ότι «με την κατάκριση ανατράπηκαν και βυθίστηκαν ψυχές».
Ο Απόστολος Παύλος διδάσκει σε όλους ότι αυτός που κατακρίνει δεν μπορεί να απολογηθεί. Διότι για το κρίμα που κατακρίνει τον άλλον, κατακρίνει τον εαυτό του. Γιατί τα ίδια κάνει και αυτός που κρίνει.
Και συ άνθρωπε που κρίνεις αυτούς που κάνουν τέτοιες πράξεις και κάνεις αυτά, νομίζεις ότι θα γλυτώσεις την κρίση του Θεού; Ο καθένας κουβαλάει το δικό του φορτίο. Για αυτό και ο Χρυσόστομος παραινεί λέγοντας: «ας μη γινόμαστε λοιπόν πικροί δικαστές των άλλων, για να μη ζητηθούν και από μας ευθύνες. Γιατί έχουμε αμαρτήματα μεγαλύτερα από κάθε συγγνώμη. Επομένως, καλύτερα να ελεούμε εκείνους που έκαναν ασυγχώρητα αμαρτήματα, για να εξασφαλίσουμε κι εμείς οι ίδιοι από πριν για τον εαυτό μας τέτοιο έλεος.
Κι όμως, όσο κι αν φιλοτιμηθούμε, ποτέ δεν θα μπορέσουμε να προσφέρουμε τέτοια φιλανθρωπία, την οποία χρειαζόμαστε εμείς από τον φιλάνθρωπο Θεό…γιατί όποιος μιλάει με φροντίδα και ακρίβεια για τον συνάνθρωπό του, πολύ περισσότερο θα έχει τον Θεό να κάνει το ίδιο για αυτόν. Ας μη μιλάμε λοιπόν ο ένας εναντίον του άλλου.


Και ο Κύριος μας δίνει εντολές λέγοντας: «Μην κρίνετε για να μην κριθείτε. Για το κρίμα που κρίνετε θα κριθείτε και με το μέτρο που μετράτε θα μετρηθείτε. Τι βλέπεις το ξυλαράκι στο μάτι του αδελφού σου, ενώ το δοκάρι στο δικό σου μάτι δεν την καταλαβαίνεις;»

Περί λοιδορίας.

Λοιδορία είναι η κακολογία, η ύβρη, η καταλαλιά.

Ο λοίδορος είναι μοχθηρός, επιρρεπής στο να κατηγορεί και στις ύβρεις. Έχει ακάθαρτη καρδιά. Το πνεύμα του είναι διεστραμμένο και η ψυχή του μοχθηρή. Το στόμα του είναι διεστραμμένο, η γλώσσα του πονηρή, τα χείλη του βέβηλα, οι λόγοι του άδικοι. Γίνεται πικρός δικαστής του αδελφού του, τον κατακρίνει χωρίς απολογία, ανηλεής και αδυσώπητος του επιτίθεται και του απαγγέλει την καταδίκη του. Ο λοίδορος καθόλου δεν διαφέρει από τον δολοφόνο, διότι ο μεν αφαιρεί την ζωή, ενώ ο δε την τιμή, δηλαδή το βάθρο πάνω στο οποίο στηρίζεται η ζωή.

Περί καταλαλιάς και καταλάλου.
Καταλαλιά είναι η κατηγόρια, η κακολογία. Κατάλαλος είναι αυτός που κακολογεί και κατηγορεί τον πλησίον του. Ο Μέγας Βασίλειος λέει «καταλαλιά είναι να μιλάς  εναντίον ενός αδελφού που δεν είναι παρών, με σκοπό να τον συκοφαντήσεις, ακόμα και αν είναι αλήθεια αυτό που λες».

Ο Ιάκωβος ο αδελφόθεος συμβουλεύει λέγοντας: «Αδελφοί, μην καταλαλείτε ο ένας εναντίον του άλλου. Αυτός που καταλαλεί εναντίον του αδελφού του, ή κρίνει τον αδελφό του, καταλαλεί ενάντια στον νόμο, κρίνει τον νόμο.
Αν όμως κρίνεις τον νόμο, δεν τηρείς τον νόμο, αλλά είσαι κριτής του. Ένα είναι ο νομοθέτης που μπορεί να σώσει και να καταστρέψει. Εσύ ποιος είσαι, που κρίνεις τον άλλον»; Ο κατάλαλος με την καταλαλιά τρώει τις σάρκες των αδελφών του (Πατερικόν).
Ο Μέγας Βασίλειος θεωρεί άξιους αφορισμού τον κατάλαλο και αυτόν που τον ακούει, λέγοντας «αν κάποιος βρεθεί να καταλαλεί εναντίον κάποιου ή να ακούει κάποιον να καταλαλεί και να μην τον επιτιμά, να αφορίζεται μαζί του».

Ο κατάλαλος αφαιρεί την τιμή του ανθρώπου, όπως ο φονιάς την ζωή. Και οι δυο είναι εξίσου ανθρωποκτόνοι.

Περί συκοφαντίας και συκοφάντη.

Συκοφαντία είναι η ψεύτικη κατηγορία. Συκοφάντης είναι ο ψεύτης. Και κάποιος σοφός λέει «κανέναν άλλον να μη θεωρείς ψεύτη, παρά τον συκοφάντη. Γιατί μεταξύ ψεύδους και συκοφαντίας δεν υπάρχει καμία διαφορά». Συκοφάντη οι παλιότεροι και οι τωρινοί ονομάζουν τον διαβολέα και τον προσαγωγέα.

Είναι βέβαιο ότι ο διάβολος έχει εφεύρει την συκοφαντία. Δηλητήριο σκορπιού η γλώσσα του συκοφάντη. Δεν παρατάει το έργο του ο συκοφάντης, όταν επιπλέον αντιληφθεί ότι και οι άρχοντες επιθυμούν τη συκοφαντία. Μηχανεύεται ψέματα και διαβάλλει με κάθε τρόπο. Ο Κύριος θα εξολοθρεύσει όλα τα πονηρά χείλη. Η γλώσσα του συκοφάντη μισεί την αλήθεια. Η συκοφαντία γκρέμισε νέους και γέροντες, άρχοντες και δυνάστες. Ο συκοφάντης χαίρεται πολύ περισσότερο, όσο με τις πράξεις του γίνεται δημοφιλής.

Απόδοση στα νέα Ελληνικά
Γεώργιος Τέζας - Φιλόλογος



ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ
ΤΟ ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ
ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ

impantokratoros.gr  / http://anavaseis.blogspot.com

Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2010

Τί συκοφαντίες ἔλεγαν για τόν ῞Αγιο Νεκτάριο

Βρωμερές συκοφαντίες
Πολλά όμως διεσπείροντο από τους κακούς ανθρώπους στην Αθήνα περί του Πενταπόλεως και της ανέγερσης της Μονής [δηλαδή της γυναικείας Μονής της Αγίας Τριάδος στην Αίγινα, της οποίας κατόπιν διετέλεσε εφημέριος και πνευματικός]. Πολύ εδοκιμάσθη από τους διεστραμμένους, τους μοχθηρούς και τους συκοφάντες. Διέδιδαν συκοφαντίες ανηθικότητος ανηκούστους. Ησχολήθη με αυτές και η Ιερά Σύνοδος. Ο δέ τότε Πρόεδρος αυτής, ο Αθηνών Θεόκλητος μετέβη αυτοπροσώπως επιτοπίως το 1908, διά να εξετάση. Φεύγοντας όμως από εκεί αναγκάσθηκε να ομολογήση ότι «ήτο όντως Θείον έργον».
Πολύ τον κατέτρεξε και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Μελέτιος Μεταξάκης. Αυτός διετέλεσε και Οικουμενικός Πατριάρχης και Πατριάρχης Αλεξανδρείας. Αυτός ο δυστυχής ήτανε μασώνος μοντέρνος, νεωτεριστής και έκαμε πολύ κακό στην Εκκλησία.
Αυτός ήταν και κατά του μοναχισμού. Όταν ο Άγιος αγωνιζόταν με τόσες δυσκολίες να κτίση το Μοναστήρι, επήγε και τον απέτρεπε…
- Τί κάνεις εδώ; Μοναστήρι κτίζεις τώρα; Δεν βλέπεις ότι τόσα εξωκκλήσια γύρω εδώ ερήμωσαν; Δεν είναι για Μοναστήρια στη σημερινή εποχή.
Ο Πενταπόλεως όμως εξηκολούθησε και έγινε το Μοναστήρι και άλλα πολλά κατόπιν, ώστε η Αίγινα σήμερον να έχη τα περισσότερα Μοναστήρια. Το προείπεν ο Άγιος: «Θα γίνη, είπεν, η Αίγινα το Άγιον Όρος των Μοναζουσών». Και ήδη έχει εννέα Μοναστήρια γυναικών.
Αλλά και ποία διαφορά στο τέλος των δύο Ιεραρχών. Ο Μεταξάκης, που έκαμε τόσε εις βάρος της Ορθοδοξίας, είχεν οικτρόν τέλος. Τον βρήκαν ένα πρωί κάτω από το κρεββάτι του νεκρόν και με την γλώσσαν του έξω. Αυτήν ακριβώς την γλώσσαν, που έλεγε αυτά στον Άγιο και τόσα εις βάρος της Ιεράς Παραδόσεως και της Ορθοδόξου Εκκλησίας!
Εξ αντιθέτου, ο Πενταπόλεως, που έμεινε πιστός εις την Ι. Παράδοσιν και υπέμεινε τους πειρασμούς και διώξεις, είχεν άγιον τέλος και σήμερον τιμάται, όχι μόνον από το Πανελλήνιον, αλλά και από όλην την Υδρόγειον.
Είναι αληθές, ότι ο Θεός παρεχώρησε να περάση και εκεί πολλές θλίψεις και πίκρες. Παρ’ όλην την εκεί εργασίαν του, πολλοί κακοί άνθρωποι, όργανα του διαβόλου έλεγαν, ότι ο Άγιος είναι υποκριτής και, ότι όλα αυτά που κάνει, είναι υποκριτικά. Έφθασαν μάλιστα στο σημείον να τον κατηγορούν για ανηθικότητες και, ότι το Μοναστήρι το κατάντησε άντρον ακολασίας! Διέδιδαν, ότι οι μοναχές γεννούσαν νόθα παιδιά και τα πετούσε στο πηγάδι.
Κάποια μητέρα, μάλιστα, που την έλεγαν στην Αίγινα «Κερού» είχε μια κόρη 16 ετών χαριτωμένη, συνετή, φρόνιμη και θεοφοβούμενη. Η μητέρα αυτή είχε μανία καταδιώξεως προς την κόρην της και πολλές φορές επιχείρησε να την σκοτώση. Το δυστυχισμένο αυτό πλάσμα βρήκε καταφύγιο στο Μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου. Ο Άγιος, πονόψυχος καθώς ήταν, το δέχτηκε και το προστάτεψε.
Η Κερού δεν μπορούσε να το χωνέψη και άρχισε να συκοφαντή τον Άγιο. Τα λόγια της ήταν πολύ φαρμακερά και πειστικά. Ο Σεβασμιώτατος ανέφερε το περιστατικό στο Μητροπολίτη Αθηνών, Θεόκλητο, ζητώντας οδηγίες. Εκείνος τού είπε να την προστατεύση την κοπέλλα. Η κοπέλλα έφθασε στα 18 της χρόνια. Η Κερού όμως το πήρε πείσμα. Είχε το σατανά μέσα της. Επήγε στον Πειραιά και άρχισε τα κλάματα μπροστά στον Ανακριτή να διηγήται την τραγωδίαν της. «Ένας Καλόγηρος, που τάχα ασκητεύει, μού την πήρε στο γυναικομονάστηρο. Αυτός έχει όλες τις καλόγρηες ερωμένες. Σώστε το παιδί μου…».
Ο Εισαγγελεύς πήρε την κατάθεσιν και την επομένην πήγε αγριεμένος στην Αίγινα με δυό χωροφύλακες. Παρεβίασε την πόρτα, παρά τους κανονισμούς του Μοναστηριού, και μπήκε κατ’ ευθείαν στο διαμέρισμα του Αγίου. Οι Μοναχές αναστατώθηκαν και άρχισαν να κλαίνε. Ο Δεσπότης σηκώθηκε με το συνηθισμένο Χριστιανικό του χαμόγελο να τους υποδεχθή. Ο Ανακριτής έξω φρενών, είπε εις τον εβδομηκονταετή τότε γέροντα:
- Βρε παληοκαλόγηρε!… πού είναι τα παιδιά που κάνεις; (Επηκολούθησε αισχροτάτη φράσις). Αυτά κάνεις εδώ πέρα; Κατόπιν τον έπιασε από το ράσο και τον απειλούσε, λέγοντας:
- Θα σου ξεριζώσω τα γένια τρίχα-τρίχα.
Ο Άγιος δεν έβγαλε λέξι. Μόνον με το χέρι του έδειχνε ψηλά και έλεγε:- Βλέπει ο Θεός. Ξέρει ο Θεός!!
Και πράγματι! «έστι δίκης οφθαλμός, Ός τα πάνθ’ ορά». Ο ασεβέστατος Εισαγγελεύς σε μια εβδομάδα αρρώστησε βαρειά. Είχε τρομερούς πόνους από την αρρώστειά του. Το χέρι εκείνο, που έπιασε και κουνούσε τον Άγιο, ξεράθηκε. Τότε το συναισθάνθηκε και ζήτησε να τον πάνε μπροστά στον Άγιον, να τον συγχωρέση. Πράγματι τον πήγαν. Έπεσε στα πόδια τουΑγίου, μαζί με την γυναίκα του και ζητούσε να τον λυπηθή. Ο Άγιος προσευχήθηκε στο Θεό πολύ. Ήταν ο μακάριος ανεξίκακος και μακρόθυμος. Τον συνεχώρησε με την καρδιά του. Του Εισαγγελέως [,ωστόσο,] έπειτα από δύο χρόνια τού κόψανε το χέρι. Εκείνο το χέρι που κουνούσε, από το γιακά του ράσου, τον Άγιο.
Το Μοναστήρι του όμως, παρ’ όλα αυτά, επρόκοψε. Εν τω μεταξύ η Αδελφότης εμεγάλωσε, γιατί προσετέθησαν και άλλες Αδελφές και μάλιστα μορφωμένες.
Έγινε ένα πνευματικόν κέντρον, που ξεκούραζε ψυχικά και φώτιζε τους ανθρώπους.»(σελ. 101-106)Είναι παλιό και χιλιοειπωμένο το παραμύθι των κομπλεξικών εχθρών των ανθρώπων του Θεού…
Από το βιβλίο του μακαριστού αρχιμανδρίτου Χαραλάμπους Δ. Βασιλόπουλου «Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ» (εκδ. «Ορθόδοξου Τύπου», Κάνιγγος 10, Αθήναι 2001)

Απόψεις για τη Μονή Βατοπαιδίου & kantonopou/

ΑΚΤΙΝΕΣ

Τετάρτη 10 Νοεμβρίου 2010

῾Ο Μεντβέντεφ ἀπέστειλε λουλούδια στόν ῞Αγ. Νεκτάριο μέ τόν Μητροπολίτη Βεροίας


Αποκλειστικό - Ένα μπουκέτο λουλούδια απέστειλε χθες Δευτέρα, 8 Νοεμβρίου 2010 προς τιμήν του Αγίου Νεκταρίου Επισκόπου Πενταπόλεως ο Πρόεδρος της Ρωσικής Ομοσπονδίας κ. Ντιμίτρι Μεντβέντεφ.
Σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες της «Romfea.gr» ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Βεροίας κ. Παντελεήμων, μετέβη χθες στη Μόσχα αυθημερόν μετά από πρόσκληση του κ. Μεντβέντεφ.
Ο Πρόεδρος της Ρωσίας ζήτησε από τον Μητροπολίτη Βεροίας λόγω της ονομαστικής του εορτής (παλαιό εορτολόγιο) να προσκυνήσει τμήμα λειψάνου του Αγίου Δημητρίου, το οποίο ο κ. Παντελεήμονας είχε μεταφέρει το 2009 στην Ρωσία.
Κατά την αναχώρηση του ο Μητροπολίτης Βεροίας ενημέρωσε τον Πρόεδρο της Ρωσίας, ότι σήμερα θα παραστεί στους εορτασμούς του Αγίου Νεκταρίου στην Αίγινα.
Αμέσως ο κ. Μεντβέντεφ έδωσε εντολή να δώσουν στον Μητροπολίτη ένα μπουκέτο λουλούδια για να τα προσφέρει προς τιμήν του Αγίου, έναν άγιο τον οποίο ευλαβείτε πολύ ο Ρωσικός λαός.
Τέλος, ο Μητροπολίτης Βεροίας κ. Παντελεήμων κατά την διάρκεια του εσπερινού χθες στην Αίγινα παρέδωσε στον οικείο μητροπολίτη Ύδρας κ. Εφραίμ τα λουλούδια του κ. Μεντβέντεφ μεταφέροντας και τα χαιρετίσματα του.
Νεότερη ενημέρωση από την Ι.Μ. Βεροίας - Eπιβεβαίωση Romfea.gr
Κατόπιν προσκλήσεως του Ρώσου Πρόεδρου κ. Ντμίτρι Μεντβέντεφ ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας κ. Παντελεήμων τον επισκέφθηκε τη Δευτέρα 8 Νοεμβρίου ημέρας της εορτής του με το παλαιό ημερολόγιο- στην πρεδρική κατοικία στη Μόσχα. Στην συνάντηση ήταν παρόν και ο Πατριάρχης Μόσχας και πασών των Ρωσιών κ. Κύριλλος.
Αρχικά εψάλη παράκληση του Αγίου Δημητρίου στο παρεκκλήσιο του Αγ. Δημητρίου που βρίσκεται στην προεδρική κατοικία και ο Πρόεδρος μαζί με τη σύζυγό του και τα μέλη της οικογενείας του προσκύνησαν τεμάχιο ιερού λειψάνου που μετέφερε ο Σεβασμιώτατος. Στη συνέχεια παρετέθη γεύμα από το Ρώσο Πρόεδρο ο οποίος στην προσφώνησή του ευχαρίστησε θερμά τον Σεβασμιώτατο που γιά δεύτερη φορά βρίσκεται κοντά του την ημέρα της εορτής του και του προσφέρει τη δυνατότητα να προσκυνήσει το ιερό λείψανο του προστάτη Αγίου του.
Ακόμη είπε ότι όταν επισκεφθεί την Ελλάδα θα προσπαθήσει να έρθει και εκείνος στη Βέροια και να προσκυνήσει το Βήμα του Αποστόλου Παύλου.
Ο Σεβασμιώτατος στην αντιφώνησή του ευχαρίστησε τον Πρόεδρο για την τιμητική πρόσκληση να τον δεχτεί στην προεδρική κατοικία και του ευχήθηκε κάθε επιτυχία στο δύσκολο έργο του, ενώ δεν παρέλειψε να του υπενθυμίσει τις δύσκολες στιγμές που περνάει η Ελλάδα και να τον παρακαλέσει να βοηθήσει, με τον τρόπο που εκείνος γνωρίζει,  να ξεπεραστούν το γρηγορότερο τα προβλήματα.
Ακόμη ο Σεβασμιώτατος ευχαρίστησε ιδιαίτερα τον Αγιώτατο Πατριάρχη κ. Κύριλλος για την αποστολή κάθε χρόνο εκπροσώπου Αρχιερέα στα ΠΑΥΛΕΙΑ.
Μετά το τέλος της συνάντησης ο Σεβασμιώτατος αναχώρησε για Αθήνα και από εκεί για την Αίγινα προκειμένου να λάβει μέρος στις εορταστικές εκδηλώσεις προς τιμήν του Αγίου Νεκταρίου, προσκεκλημένος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ύδρας κ. Εφραίμ
 
Romfea.gr

Πέμπτη 23 Σεπτεμβρίου 2010

Μή παραδίδεσαι εἰς ρέμβην θλίψεως- ῾Αγίου Νεκταρίου




Σε συμβουλεύω να μη παραδίδεσαι εις ρέμβην θλίψεως (μελαγχολίαν) διότι τούτο πλήττει μεγάλως τας καρδίας των αδελφών. Ο μισθός σου θα είναι μέγας εάν γίνεσαι ταίς αδελφαίς ευφροσύνης πρόξενος. Τούτο σοι το συμβουλεύω διότι και εγώ τούτο έχω ως αρχήν εν τω βίω μου. Τούτο θέλω να έχωσιν ως αρχήν και αι μαθήτριαί μου. Όταν ευφραίνεις την καρδίαν του πλησίον σου, πολλώ μάλλον της αδελφής, της στερηθείσης των πάντων και απεκδεχομένης παρά σου μόνης πνευματικήν ευφροσύνην, τότε έσο βεβαία ότι ευαρεσκείς τω Θεώ πολλώ μάλλον ή εάν μακράς ποιείς προσευχάς και μεγάλας νηστείας.

Άγιος Νεκτάριος
από Επιστολή προς την πνευματική του θυγατέρα Ξένη Μοναχή


Πηγή:http://epistrofiann.blogspot.com

Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου 2010

Ἁγίου Νεκταρίου, Ἐπισκόπου Πενταπόλεως: Ὁμιλία περί τῆς ἀληθοῦς ἐλευθερίας






Ὁ ἄνθρωπος, πλασμένος γιά νά εἰκονίζη μικρογραφικῶς ἐπί τῆς γῆς τήν ἀπειρομεγέθη εἰκόνα τοῦ θείου Δημιουργοῦ, ἦταν ἀπαραίτητο νά εἶναι προικισμένος μέ τίς ἰδιότητες τοῦ Θεοῦ, ὥστε νά ἔχη τήν ἀναφορά του σ΄ Αὐτόν. Ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος ἔπρεπε νά εἶναι ὄν αὐτοσυνείδητον, ἐλεύθερον, καί αὐτεξούσιον, διότι ὄν χωρίς συνείδησι τῆς ὑπάρξεώς του, χωρίς ἐλευθερία, χωρίς ἐξουσίαν ἐπί τοῦ ἑαυτοῦ του εἶναι ἀνάξιο τῆς ὑψηλῆς αὐτῆς κλήσεως, τοῦ ὑψηλοῦ αὐτοῦ προορισμοῦ πού τοῦ ἐπεφύλαξε ἡ μεγάλη βουλή τοῦ Θείου Δημιουργοῦ. Ἡ ἐλευθερία ἄρα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀναγκαία συνέπεια τῆς μεγάλης ἀποστολῆς του, τῆς διαπλάσεώς του καί τῆς παρουσίας του μέσα στόν κόσμο, καί ἑπομένως προσόν ἀναγκαῖον καί σεβαστόν. Χωρίς τήν ἐλευθερίαν ὁ ἄνθρωπος θά ἦταν ἰσότιμος μέ τά λοιπά ζῶα· ἡ δουλεία θά ὑπέτασσε τίς ἐνέργειές του καί θά ὡδηγοῦσε τίς σκέψεις του μέσα σέ ἕνα περιωρισμένο κύκλο, ὅπου θά περιεστρέφετο· οἱ ἰδέες τοῦ καλοῦ, τοῦ ἀγαθοῦ, θά ἦσαν ἄγνωστοι σ΄ αὐτόν· θά ἀγνοοῦσε τί εἶναι αἰσχρόν, τί κακόν, τί ψευδές καί δέν θά εἶχε ἐξουσία αὐτενεργείας, δυνατότητα νά ἐξέλθη ἀπό τόν περιωρισμένο κύκλο τῶν ἐμφύτων ὁρμῶν. Ἡ ἄγνοια τοῦ καλοῦ, τοῦ ἀγαθοῦ, τοῦ ἀληθινοῦ θά καταστοῦσε τόν ἄνθρωπον ἕνα ὄν ἀνήθικον, θά διέγραφε τήν ἠθικήν ὡς λέξιν ἐστερημένην νοήματος, ἀφοῦ οἱ πράξεις του θά ἦσαν ἠθικῶς ἀδιάφοροι καί γι΄ αὐτό ἀχαρακτήριστοι. Ἡ ἀδιαφορία αὐτή καί ὁμοιότης τοῦ χαρακτῆρος τῶν πράξεων δέν θά διήγειρε καμμίαν αἴσθησιν ἤ ἐντύπωσι στόν νοῦ καί στήν καρδία τοῦ ἀνθρώπου· ἡ ἔλλειψις αὐτή θά καθιστοῦσε τήν μέν καρδίαν ἀσυνείδητον, τόν δέ νοῦ νωθρό καί ἀδρανῆ· ἡ ἀσυνειδησία καί ἡ νωθρότης θά ἐπέπιπταν ὡς σκιερά νέφη καί θά ἐκάλυπταν τήν θαυμαστήν εἰκόνα τοῦ θείου Δημιουργοῦ, πού τόσο λαμπρῶς καί θαυμασίως ἐκαλλιτεχνήθη ἀπό τό δημιουργικόν του χέρι, στήν ὁποία διαλάμπει ἡ ἀγαθότης, ἡ σοφία καί ἡ δύναμίς του καί θά ἠμπόδιζαν νά ἰδῆ καί νά γνωρίση τόν Πλάστην του καί Δημιουργόν τοῦ σύμπαντος. Θά ἀγνοοῦσε τόν Θεόν καί τά θεῖα ἰδιώματά του καί ἔτσι ἡ δημιουργία οὐδέποτε θά ἐδόξαζε, θά ὑμνοῦσε, θά ἔψαλλε καί θά εὐχαριστοῦσε μέ ἐπίγνωσι καί συνείδησι τόν Θεόν.
Ὁ ἄνθρωπος ἐπλάσθη γιά νά εἰκονίζη τόν Θεόν ἐπί τῆς γῆς· ὁ Θεός τόν ἔκαμεν ὄν νοερόν καί αὐτεξούσιον γιά νά πράττη τό θέλημα αὐτοῦ, τό ὁποῖον ἔγραψε μέσα στήν καρδία του καί τό κατέστησε καί ἰδικόν του θέλημα. Σκοπός τῆς διαπλάσεώς του ἦταν νά γνωρίση ἡ δημιουργία τόν Θεόν· ἐπλάσθη λοιπόν γιά νά γνωρίση τόν Πλάστην καί Δημιουργόν του· ἐπλάσθη γιά νά ὑψοῦται πρός τόν Θεόν· ἐπλάσθη γιά νά δοξάζη τόν Θεόν· ἐπλάσθη μέ σκοπόν ἡ δημιουργηθεῖσα κτίσις νά αἰνῆ ἐνσυνειδήτως τόν θεῖον Δημιουργόν της. Τό αὐτεξούσιον λοιπόν αὐτοῦ, τό νοερόν καί τό ἠθικῶς ἐλεύθερόν τοῦ ἐδόθησαν γιά νά ἐκπληρώνη τόν μέγα προορισμόν του, τήν μεγάλην ἀποστολή του, νά συνδέη τήν γῆ μέ τόν Οὐρανό καί νά μή ἀποκλίνη δεξιά ἤ ἀριστερά· ἀλλά νά βαδίζη τήν εὐθεῖαν ὁδό, πράττοντας μόνο τό ἀγαθόν, τό ἐγγεγραμμένον στήν καρδία του, τό ὁποῖον καί αὐτός ὀρμεμφύτως ἀγαπᾶ· διότι ἀλλιῶς, ἐάν ἀποκλίνη ἀπό τόν προορισμό του, γίνεται ἀνελεύθερος καί «ἐξομοιοῦται τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις». Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀληθῶς ἐλεύθερος πρίν ἀπομακρυνθῆ ἀπό τό ἀγαθόν καί ἐνόσῳ συνταυτίζει τήν θέλησί του πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ· ὅμως εὐθύς ὡς ἀποκλίνη ἀπό τήν εὐθεῖαν, ἀποβαίνει ὄντως ἀνελεύθερος, ἡ ἐλευθερία του πλέον εἶναι ψευδής ἐπίδειξις ψευδοῦς ἐλευθερίας.
Ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν ὑποτάσσεται στόν νόμο τοῦ Θεοῦ, δέν περιορίζεται, διότι αὐτός ὡς θεῖος εἶναι ἄπειρος, τό δέ ἄπειρον ὄχι μόνον δέν περιορίζει τήν ἐλευθερία, ἀλλά τήν συνεκτείνει καί τήν συναυξάνει, ὅταν ὁ ἄνθρωπος τόν ἀκολουθῆ. Αἰτιολογῶντας τό καθῆκον πού ἔχει ὁ ἄνθρωπος νά ἀκολουθῆ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὁ φιλόσοφος καί μάρτυς Ἰουστῖνος μᾶς συμβουλεύει· «Ὁ Θεός ἐποίησε τόν ἄνθρωπον ἐλεύθερον καί αὐτεξούσιον, ὥστε αὐτό πού ἀπό ἰδικήν του ὑπαιτιότητα ἔχασε μέ τήν ἀμέλεια καί τήν παρακοήν του, νά τοῦ τό δωρήση πάλιν ὁ Θεός διά φιλανθρωπίας καί ἐλεημοσύνης, ἐάν ὁ ἄνθρωπος ὑπακούση σ΄ αὐτόν. Ὅπως δηλαδή ὁ ἄνθρωπος παρήκουσε καί ἐπέφερε στόν ἑαυτόν του τόν θάνατον, ἔτσι καί ἐάν ὑπακούση στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἠμπορεῖ νά κερδίση τήν αἰώνιο ζωή. Διότι ὁ Θεός μᾶς ἔδωσε ἐντολές ἅγιες τίς ὁποῖες ὅποιος τηρήση ἠμπορεῖ νά σωθῆ καί ἐπιτυγχάνοντας τήν ἀνάστασι νά κληρονομίση τήν ἀφθαρσίαν». Γι΄ αὐτόν λοιπόν τόν λόγον ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει νά φυλάττη μέ εὐλάβεια τόν νόμο τοῦ Θεοῦ καί νά πράττη τό θέλημα αὐτοῦ, διότι ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ εἶναι ὑποχρεωμένος νά ἐκπληρώνη τόν σκοπόν τῆς ἐπί γῆς ἀποστολῆς του· ἀλλιῶς μέλλει νά κατακριθῆ ὡς παραβάτης τῶν καθηκόντων του, ἐπειδή ἐλησμόνησε τήν ἀποστολήν του καί ἐξ αἰτίας τῆς ἀμελείας του ἔκαμε κακήν χρῆσιν τοῦ αὐτεξουσίου καί παρεδόθη στά πάθη καί στίς ἐπιθυμίες.
Τό αὐτεξούσιον τοῦ ἀνθρώπου εἶναι βεβαίως ἀνεπηρέαστον· ὁ βαθμός τῆς ἐλευθερίας αὐτοῦ καταδεικνύεται ἀπό τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖον ὁ Κύριος τόν προσκαλεῖ: «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν...». Ὁ Σωτήρ καλεῖ τόν ἄνθρωπον ὀπίσω του καί τόν ἀφήνει ἐλεύθερον νά ἀποφασίση περί τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος, νά τόν ἀκολουθήση ἤ νά πάρη τόν ἰδικόν του δρόμο. Ἦλθε γιά νά σώση τόν ἄνθρωπο καί ὅμως δέν παραβιάζει τό αὐτεξούσιον αὐτοῦ. Τόν προσκαλεῖ νά λάβη ἐνεργόν μέρος στήν σωτηρίαν του καί ὅμως δέν ἐπηρεάζει καθόλου τό αὐτεξούσιον αὐτοῦ.
Ἀπό τήν μελέτη τῆς ἱστορίας τῆς ἀπολυτρώσεως βλέπουμε τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ γινόμενον ἄνθρωπον ὑπέρ τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, πορευόμενον πρός τό ἑκούσιον Πάθος μέ σκοπόν νά «ἄρη τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου», νά βαστάση τούς μώλωπες τούς ἰδικούς μας, νά ἐκπληρώσει τό μέγα μυστήριον τῆς Οἰκονομίας καί νά συμφιλιώση τόν ἄνθρωπον μέ τόν Θεόν, καί ἐν τούτοις δέν παραβιάζει καθόλου τό αὐτεξούσιον τοῦ ἀνθρώπου. Ἰδού ἡ κεκλεισμένη πύλη τοῦ Παραδείσου ἀνοίγεται καί ἡ πυρίνη ρομφαία, ἡ ὁποία φυλάττει τήν εἴσοδον αὐτοῦ, ἀπομακρύνεται καί ἡ φωνή τοῦ Δεσπότου προσκαλεῖ τόν ἄνθρωπο, πού ἦταν πρίν ἀποκλεισμένος, νά εἰσέλθη διά μέσου αὐτῆς στόν τόπο τῆς καταπαύσεως· αὐτός ὅμως ἀφήνεται ἐλεύθερος, ἄν θέλη νά εἰσέλθη ἤ ὄχι.
Ἡ ἐπίσημος ἀναγνώρισις τῆς ἐλευθερίας μας ἐκ μέρους τοῦ Σωτῆρος μᾶς διδάσκει ὅτι ἡ σωτηρία μας δέν πραγματοῦται μόνον ἀπό τήν ἀπόλυτον ἐνέργεια τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί ἀπό τήν συγκατάθεσι καί τήν σύγχρονον ἐνέργεια τοῦ ἀνθρώπου. Περί τῆς ἀναγκαιότητος αὐτῆς ἰδού τί λέγουν οἱ σοφοί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας· ὁ θεῖος Χρυσόστομος λέγει· «ἡ χάρις μολονότι εἶναι χάρις, σώζει ὅσους τό θέλουν» καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος λέγει· «Ἡ σωτηρία πρέπει νά προέλθη ἀπό τήν συνεργασία τήν ἰδική μας μέ τόν Θεόν». Ὁ δέ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς λέγει· «Ὅταν οἱ ψυχές τό θέλουν ἀποστέλλει καί ὁ Θεός τό Πνεῦμα, ἄν ὅμως λείψη ἡ προθυμία, συστέλλεται καί τό ἐκ Θεοῦ Πνεῦμα». Ἀλλά καί ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος λέγει· «Ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος ἔπλασε τόν ἄνθρωπο χωρίς τόν ἄνθρωπον, ἀδυνατεῖ νά σώση τόν ἄνθρωπο χωρίς αὐτός νά τό θέληση». Ἄρα διδασκόμεθα ρητῶς καί σαφῶς ὅτι οἱ παράγοντες τῆς σωτηρίας εἶναι δύο· πρῶτον ἡ ἐλευθέρα θέλησις τοῦ ἀνθρώπου καί δεύτερον ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ.
Ἐπειδή ὅμως ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὄν ὑλοπνευματικόν, μέσα του ἐμφανίζονται δύο θελήσεις μέ τήν ἰδίαν μορφήν, ὡς ἐνδόμυχος ἔκφρασις τοῦ ἑνιαίου προσώπου τό ὁποῖον θέλει νά ἀπολαύση κάποιο πρᾶγμα. Καί μολονότι ὡς πρός τήν μορφήν οἱ δύο θελήσεις του δέν διακρίνονται μεταξύ τους, διαφέρουν ὅμως πολύ ἐξ αἰτίας τῆς διαφορᾶς τῶν ὑποστάσεων ἀπό τίς ὁποῖες λαμβάνουν τήν ἀρχή· διότι τό πνεῦμα ἐπιθυμεῖ τά τοῦ πνεύματος, ἡ δέ σάρξ τά τῆς σαρκός. Γι΄ αὐτό ἡ μία θέλησις ἐκφράζει τό φρόνημα τοῦ πνεύματος, ἐνῶ ἡ ἄλλη τό φρόνημα τῆς σαρκός. Ἡ ἀντίθεσις τῶν φρονημάτων γεννᾶ ἀμοιβαίαν ἀντίστασι καί σφοδράν διαπάλη, κατά τήν ὁποίαν ἡ κάθε μία ζητεῖ νά ὑπερισχύση καί νά ἐπιβάλη τήν ἰδικήν της ἐξουσία. Στόν ἀγώνα αὐτόν ὁ μέν ἔσω ἄνθρωπος ἐπιθυμεῖ τήν νίκη τοῦ πνεύματος, διότι ἐκ φύσεως συμπαθεῖ τό φρόνημα τοῦ πνεύματος· καί τό φρόνημα τοῦ πνεύματος εἶναι ζωή καί εἰρήνη. Ὁ δέ ἔξω ἄνθρωπος ἐπιθυμεῖ τήν νίκη τοῦ φρονήματος τῆς σαρκός, τό ὁποῖον εἶναι θάνατος· γι΄ αὐτό καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει· «τό μέν φρόνημα τῆς σαρκός θάνατος, τό δέ φρόνημα τοῦ πνεύματος ζωή καί εἰρήνη». Ὅθεν σάρξ καί πνεῦμα πολεμοῦν μεταξύ τους· γι΄ αὐτό καί ὁ Παῦλος λέγει· «ἡ γάρ σάρξ ἐπιθυμεῖ κατά τοῦ πνεύματος καί τό πνεῦμα κατά τῆς σαρκός»· καί «τό μέν φρόνημα τῆς σαρκός» εἶναι «ἔχθρα πρός τόν Θεόν· τῷ γάρ νόμῳ τοῦ Θεοῦ οὐχ ὑποτάσσεται· οὐδέ γάρ δύναται... τό δέ φρόνημα τοῦ Πνεύματος κατά Θεόν ἐντυγχάνει ὑπέρ ἁγίων (μεσιτεύει ὑπέρ τῶν χριστιανῶν)».
Γιά τήν συνύπαρξιν αὐτή τῶν δύο φρονημάτων καί τήν φυσικήν συμπάθεια τοῦ ἀνθρώπου πρός τό φρόνημα τοῦ πνεύματος, ἰδού τί λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος· «συνήδομαι γάρ τῷ νόμῳ τοῦ Θεοῦ κατά τόν ἔσω ἄνθρωπον (μέ εὐχαριστεῖ πάρα πολύ)· βλέπω δέ ἕτερον νόμον ἐν τοῖς μέλεσί μου, ἀντιστρατευόμενον τῷ νόμῳ τοῦ νοός μου καί αἰχμαλωτίζοντά με τῷ νόμῳ τῆς ἁμαρτίας τῷ ὄντι ἐν τοῖς μέλεσί μου». Ἄρα ὁ ἄνθρωπος ἐκ φύσεως δέχεται τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, διότι μέ αὐτόν τόν νόμον εὐχαριστεῖται ὁ ἔσω ἄνθρωπος, ἐπειδή εἶναι ὁ νόμος ὁ ἰδικός του, ὁ νόμος τοῦ νοός του· ἡ δέ θέλησις πού ἐκφράζει τό φρόνημα τοῦ πνεύματος, εἶναι ἡ ἀληθής θέλησις τοῦ ἀνθρώπου, ἐπειδή αὐτή εἶναι σύμφωνος μέ τόν νόμο τοῦ νοός του, τόν σύμμορφον πρός τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος εὐχαριστεῖ τόν ἔσω ἄνθρωπον. Γι΄ αὐτό καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός λέγει: «τό ἀγαθόν εἶναι ἐκ φύσεως ἐραστόν καί ἐπιθυμητόν, φυσικῶς πάντοτε αὐτό ἐπιθυμοῦμε· κακόν δέ εἶναι ἡ παρά φύσιν ἐπιθυμία, ὅταν ἐπιθυμοῦμε κάτι διαφορετικόν ἀπό τό ἐκ φύσεως ἐπιθυμητόν».
Ἀλλά μολονότι ἡ ἀληθής θέλησις εἶναι ἡ θέλησις τοῦ πνεύματος, ἡ ἐπιθυμία δηλαδή τοῦ ἀγαθοῦ, πού εἶναι τό φύσει ἐπιθυμητόν, παραταῦτα πολλές φορές ἀδυνατεῖ νά ὑπερισχύση τῆς ἀντιστάσεως τῆς θελήσεως τῆς σαρκός γιά τόν λόγο πού ἀναφέρει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος· διά «τόν νόμον τῆς σαρκός, τόν αἰχμαλωτίζοντα τῷ νόμῳ τῆς ἁμαρτίας». Γιά τήν ἐπίδρασιν αὐτήν τοῦ νόμου τῆς σαρκός ὁ Ἀπόστολος λέγει· «τό θέλειν παράκειταί μοι (εἶναι στό χέρι μου), τό δέ κατεργάζεσθαι τό καλόν οὐχ εὑρίσκω· οὐ γάρ ὅ θέλω ποιῶ ἀγαθόν, ἄλλ΄ ὅ οὐ θέλω κακόν τοῦτο πράσσω». Διότι ὁ ἔσω ἄνθρωπος θέλει μέν καί ἐπιθυμεῖ τό ἀγαθόν ὡς οἰκεῖον, ἐπιθυμητόν, ὡς συμφυές ἀγαθόν, ὡς ἰδικόν του νόμον, ἀλλ΄ ὁ νόμος τῆς σαρκός, ὁ νόμος τῆς ἁμαρτίας ἀντιστρατεύεται πρός τίς ἐνέργειες τῆς ἀληθοῦς ἐλευθερίας μας καί παρεμποδίζει τήν ἐμφάνισι τοῦ ἀγαθοῦ καί μᾶς ὑπαγορεύει τήν ἐργασία τοῦ κακοῦ· γι΄ αὐτό στήν συνέχεια λέγει ὁ Ἀπόστολος· «εἰ δέ ὅ οὐ θέλω ἐγώ τοῦτο ποιῶ, οὐκ ἔτι ἐγώ κατεργάζομαι αὐτό, ἀλλ΄ ἡ οἰκοῦσα ἐν ἐμοί ἁμαρτία». Ὥστε ὄντως τό μέν ἀγαθόν εἶναι νόμος συμφυής καί ἀληθής θέλησις τοῦ ἀνθρώπου, τό δέ κακόν εἶναι νόμος ἐτεροφυής, εἶναι κάτι τό ὁποῖον δέν ἔχει δημιουργηθῆ καί εἶναι ἀντίθετο πρός τήν ἀληθῆ θέλησι τοῦ ἀνθρώπου. Ἑπομένως ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐργάζεται τό ἀγαθόν, ἐργάζεται ἐλευθέρως καί συμφώνως πρός τήν θέλησι τοῦ ἔσω ἀνθρώπου καί εἶναι ἀληθῶς ἐλεύθερος· ὅταν ὅμως ἐργάζεται τό κακόν, ἐργάζεται ἀνελευθέρως, διότι ἔχει ὑποταγῆ στόν νόμο τῆς ἁμαρτίας καί εἶναι ἀνελεύθερος καί δοῦλος τῆς ἁμαρτίας. Συμφώνως πρός τά ἀνωτέρω ἐλεύθερος εἶναι ὅποιος πράττει τό ἀγαθόν, δοῦλος δέ ὅποιος πράττει τό κακόν· καί ἀληθής μέν ἐλευθερία εἶναι ἡ κυριαρχία τοῦ φρονήματος τοῦ πνεύματος ἡ ἐργαζομένη τό ἀγαθόν, ψευδής δέ ἐλευθερία εἶναι ἡ ἐπικράτησις τοῦ φρονήματος τῆς σαρκός, τῆς κατεργαζομένης τά πονηρά.
Χαρακτηριστικόν τῆς ἀληθοῦς ἐλευθερίας, δηλαδή τῆς ἀληθοῦς ἐλευθέρας θελήσεώς μας, εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ ἀγαθοῦ, τοῦ καλοῦ, τοῦ ἀληθοῦς, καί ἡ ἐπίμονος παραμονή σ΄ αὐτήν τήν ἀγάπη. Ὁ ἔρως πρός τό ἀγαθόν εἶναι ἡ ἔκφρασις τοῦ ἔσω ἀνθρώπου, τοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου καί ἡ ἐξωτερίκευσις τοῦ αἰσθήματος πού τόν πλημμυρίζει. Ὁ ἔρως αὐτός γεννᾶται ἀπό τήν ταυτότητα τῶν ὑπαγορεύσεων τῆς καρδίας μέ τίς ὑπαγορεύσεις τοῦ θείου νόμου ὁ ὁποῖος ἔχει ἐγγραφῆ μέσα στίς καρδιές μας· αὐτό ὑπαινίσσεται καί ἡ Ἁγία Γραφή, ὅταν λέγη ὅτι ὁ θεῖος νόμος ἐδόθη γραπτός μέσα στήν καρδία τοῦ ἀνθρώπου. Διότι ὁ Θεός διέπλασε τήν καρδίαν ὡς ἕδραν τῆς ἀγάπης τοῦ ἀγαθοῦ· γι΄ αὐτό καί ἐκ φύσεως ἀγαπᾶ, ποθεῖ καί ζητεῖ τό ἀγαθόν· καί πῶς ἦταν δυνατόν νά γίνη διαφορετικά, ἀφοῦ ἡ πρώτη ἐντύπωσις τήν ὁποίαν ἔλαβεν, ἦταν ἡ ὄψις τοῦ ἀγαθοῦ, τοῦ ἄκρου ἀγαθοῦ; Ναί· ἦταν ἀδύνατον νά γίνη διαφορετικά, διότι τό ἀγαθόν ἄφησε στήν καρδία τίς πρῶτες ἐντυπώσεις, τίς ὁποῖες ἐχάραξε βαθύτατα μέσα της καί γι΄ αὐτό θά εἶναι αἰώνιοι. Ἡ ἀγάπη αὐτή, ἡ ἐπιπόθησις καί ἡ ἐπιζήτησις τοῦ θείου νόμου εἶναι πού κάνει τόν Ἀπόστολο Παῦλο νά ὀνομάζη τόν νόμο πού εἶναι γραμμένος μέσα στήν καρδία νόμο τοῦ νοός του καί νά τόν ταυτίζει μέ τόν νόμο τοῦ Θεοῦ.
Ἡ γνῶσις αὐτή τοῦ χαρακτῆρος τῆς ἀληθοῦς μας θελήσεως μᾶς καθιστᾶ ἱκανούς νά διαφυλάξωμε ἀνεπηρέαστον τήν ἐσωτερικήν μας ἐλευθερία καί νά ζήσωμε ἀληθῶς ἐλεύθεροι· καί ἀληθῶς ἐλεύθερος εἶναι ὅποιος διανοεῖται, θέλει καί πράττει ἐλευθέρως. Χαρακτηριστικά τῆς ἐσωτερικῆς ἐλευθερίας εἶναι ἡ ἠθική ἀνεξαρτησία, ἡ ἀγαθότης, ἡ ἁγνεία, ἡ σεμνοπρέπεια, ἡ ἀνδρεία, ἡ ἰσχύς, τό ἀήττητον, τό ἀνένδοτον, τό αὐτοκρατορικόν καί τό αὐτεξούσιον. Ὁ ἐσωτερικῶς ἐλεύθερος ἄνθρωπος κοσμεῖται μέ ὅλες τίς ἀρετές· ἡ εὐσέβεια, ἡ δικαιοσύνη, ἡ ἀλήθεια καί ἡ σύνεσις τόν καταστέφουν μέ στεφάνους πλεγμένους μέ ἄνθη ἀμάραντα· ζῶντας ἐπάνω στήν γῆν εἰκονίζει τήν εἰκόνα τοῦ θείου Δημιουργοῦ του, τό κάλλος τῆς ὁποίας φέρει μέσα του· ἡ πορεία του εἶναι εὐθεῖα, τό πολίτευμά του στόν οὐρανό· ἀνυψώνεται ἀπό τά γήινα καί γίνεται αἰθέριος καί οὐρανοβάμων καί, συνενούμενος μέ τόν χορόν τῶν ἀγγέλων ὑμνεῖ τόν Θεόν, τόν ποιητήν καί πλάστην του. Ὁ ἐσωτερικῶς ἀνελεύθερος ὅμως ἄνθρωπος εἶναι πράγματι ἀνελεύθερος· διότι ἐάν ἡ ἠθική ἐξάρτησις εἶναι ἠθική δουλεία, ἡ δέ ἠθική δουλεία εἶναι ἀνελευθερία, ἕπεται ὅτι ὁ ἠθικά, ὁ ἐσωτερικά δηλαδή ἀνελεύθερος ἄνθρωπος εἶναι πράγματι ἀνελεύθερος καί δοῦλος τοῦ νόμου τῆς ἁμαρτίας, ἀδύνατος νά δραστηριοποιηθῆ πρός κάποιο ἀγαθόν, ὑπαγορευόμενον ἀπό τήν ἀληθῆ ἐσωτερικήν του θέλησι. Αὐτό πού πράττει εἶναι σύμφωνο μέ τήν θέλησι καί τό φρόνημα τῆς σαρκός καί ὄχι πρός τήν ἀληθῆ, ἐσωτερικήν του θέλησι. Ἡ ψευδής αὐτή ἐλευθέρα θέλησις ἠμπορεῖ νά ἐξαπατήση καί νά παραπλανήση πολλούς ἐπιπολαίους ἐρευνητάς καί νά τούς φέρη στήν ἀπώλεια. Τούς πείθει πολλές φορές νά δέχωνται τίς προσταγές της, οἱ ὁποῖες ἀπορρέουν ἀπό τά ποικίλα πάθη καί τίς ἐπιθυμίες της, ὡς ὑπαγορεύσεις τῆς ἀληθοῦς ἐλευθέρας θελήσεώς των καί ὡς ἐκφράσσεις τοῦ ἔσω ἀνθρώπου, τῆς πνευματικῆς δηλαδή φύσεως. Ὁ ἀνελεύθερος ἐσωτερικά ἄνθρωπος μολύνει τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καί «ἄνθρωπος ὤν ἐν τιμῇ, ἐξομοιοῦται τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις», ἀτιμάζεται, ταπεινώνεται καί διαφθείρεται.
Χαρακτηριστικόν τῆς ψευδοῦς ἐλευθερίας εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ νόμου τῆς ἁμαρτίας, ἡ ἠθική ἐξάρτησις, ἡ ἠθική αἰχμαλωσία, ἡ κακία, ἡ ἐνοχή, ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ ἀλαζονεία, ἡ ἀναίδεια, ἡ δειλία, τό θράσος, ἡ ἀνανδρία, ἡ ἧττα, ἡ ἐξαχρείωσις, ἡ ἀσέβεια, ἡ ἀδικία, τό ψεῦδος, ἡ ἀσυνεσία καί οἱ λοιπές κακίες, οἱ ὁποῖες κατακηλιδώνουν καί ἐξευτελίζουν τόν ἄνθρωπον.
Τόν τρόπο κατά τόν ὁποῖον ἠμποροῦμε νά διατηρήσωμε τούς ἑαυτούς μας ἀληθῶς ἐλευθέρους μᾶς τόν ὑπέδειξεν ὁ ἴδιος ὁ Σωτήρ ἡμῶν, ὅταν εἶπε: «ὅς γάρ ἄν θέλη τήν ψυχήν αὐτοῦ σῶσαι ἀπολέσει αὐτήν· ὅς δ΄ ἄν ἀπολέση τήν ψυχήν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ, εὐρήσει αὐτήν». Δηλαδή ἐδίδαξε ὅτι μόνο μέ τήν αὐταπάρνησιν ἠμποροῦμε νά σωθοῦμε· καί ἀληθῶς, γιά νά γίνωμε ἀληθῶς ἐλεύθεροι εἶναι ἀνάγκη νά ἀπαρνηθοῦμε τούς ἑαυτούς μας καί νά σηκώσουμε στούς ὤμους τόν σταυρόν καί νά ἀκολουθήσωμε τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς καλεῖ γιά νά μᾶς ἐλευθερώση· «Ἐάν οὖν ὁ υἱός ἐλευθερώσῃ ὑμᾶς, ὄντως ἐλεύθεροι ἔσεσθε» λέγει ὁ Σωτήρ καί ἐλευθερωτής μας, καί πάλιν· «ἐάν ὑμεῖς μείνητε ἐν τῷ λόγῳ τῷ ἐμῷ ἀληθῶς μαθηταί μου ἐστέ, καί γνώσεσθε τήν ἀλήθειαν καί ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς». Ἄρα ἀποβαίνουμε ἐλεύθεροι ὅταν ἀκοῦμε μέ προσοχήν τό κήρυγμα τοῦ Σωτῆρος, μένουμε σ΄ αὐτό, σηκώνουμε στούς ὤμους τόν σταυρόν καί τόν ἀκολουθοῦμε· καί ἀπαρνούμεθα τούς ἑαυτούς μας ὅταν ἀποτασσόμεθα τόν νόμον τῆς σαρκός μαζί μέ τά πάθη καί τίς ἐπιθυμίες καί σηκώνουμε τόν σταυρόν, ὑπομένοντας κάθε κακοπάθεια ὑπέρ τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ. Ὁ τρόπος, δηλαδή, νά διαμείνωμε ἐλεύθεροι εἶναι: κατάπαυσις τοῦ θελήματος τῆς σαρκός, ἐνέργεια τοῦ θελήματος τοῦ πνεύματος καί ὑποταγή τοῦ κατωτέρου στό ἀνώτερον.
Κατά ταῦτα ὀφείλει ὁ ἄνθρωπος νά φροντίση καί νά ἐργασθῆ γιά τήν σωτηρία του· διότι διαφορετικά διατρέχει τόν ἔσχατον κίνδυνον τῆς ἀπωλείας· ἐπειδή τίποτε κοινόν δέν ὑπάρχει μεταξύ φωτός καί σκότους, μεταξύ ἀγαθοῦ καί κακοῦ. Ἡ ἁμαρτία, ἡ ὁποία ἔχει διαφθείρει τόν ἄνθρωπον, εἶναι σκότος καί κακόν μέγιστον, ὡς ἀντιστρατευομένη πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐσωτερική ἐλευθερία τοῦ καταλογίζει κάθε παρεκτροπήν ὡς ἁμαρτία, ἡ δέ ἁμαρτία ἀπομακρύνει τόν ἄνθρωπον ἀπό τόν Θεόν. Ἡ ἐλευθερία ὅσο μέγα ἀγαθόν εἶναι, τόσο μεγάλες ἐπιβάλλει καί τίς εὐθῦνες. Ὁ ἐσωτερικῶς ἐλεύθερος ὀφείλει νά ἀποβῆ ἅγιος· γι΄ αὐτό ὁ Θεός καί στήν Παλαιά καί στήν Νέα Διαθήκη ἐντέλλεται λέγοντας: «Ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγώ ἅγιος εἰμι»· διότι πῶς ἠμπορεῖ ὁ ἀνόσιος νά κοινωνήση πρός τό Θεῖον; Καί ὁ Σωτήρ ἐπίσης ἐντέλλεται λέγοντας: «ἔσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι ὥσπερ ὁ Πατήρ ὑμῶν ὁ ἐν οὐρανοῖς τέλειός ἐστι»· διότι ὅπως εἶναι ὁ Πατήρ, τόν ὁποῖον ἐπικαλούμεθα, τοιαῦτα κατ΄ ἀνάγκην πρέπει νά εἶναι καί τά τέκνα. Ἁγίους λοιπόν καί τελείους μᾶς θέλει ὁ Θεός, διότι μόνον οἱ ἅγιοι καί τέλειοι εἶναι υἱοί τοῦ Πατρός τοῦ ἐν οὐρανοῖς, καί μόνον αὐτοί δικαιοῦνται νά ἐπικαλοῦνται μέ υἱϊκήν στοργή τίς χάριτες αὐτοῦ καί αὐτοί μόνοι κληρονομοῦν τήν οὐράνιον Βασιλείαν. Γι΄ αὐτό καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔγραφε πρός τούς Κορινθίους· «ἤ οὐκ οἴδατε (δέν γνωρίζετε) ὅτι ἄδικοι βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι; Μή πλανᾶσθε· οὔτε πόρνοι, οὔτε εἰδωλολάτραι, οὔτε μοιχοί, οὔτε μαλακοί, οὔτε ἀρσενοκοῖται, οὔτε κλέπται, οὔτε πλεονέκται, οὔτε μέθυσοι, οὔτε λοίδοροι, οὐχ ἅρπαγες, βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι». Γι΄ αὐτό ὁ Σωτήρ μᾶς προσκαλεῖ νά ἀπαρνηθοῦμε τούς ἑαυτούς μας καί νά σηκώσουμε στόν ὦμο τόν σταυρόν καί νά τόν ἀκολουθήσωμε· «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθήτω μοι·» ἀναγνωρίζει μέν τήν ἐλευθερία μας καί τό αὐτεξούσιον, ἀλλά καί ἀφήνει σ΄ αὐτά τήν σωτηρία μας. Ὥστε, ὅποιος θέλει τήν σωτηρία του, ὀφείλει νά ἐργασθῆ πρός ἀπόκτησιν αὐτῆς, ἀλλιῶς καί αὐτήν θά στερηθῆ καί τήν ἀπώλεια τῆς αἰωνίου ζωῆς διά τῆς ἀμελείας καί τῆς ἀκηδίας θά παρασκευάση γιά τόν ἑαυτόν του καί τήν αἰώνιον κόλασι θά κληρονομήση, ἀπό τήν ὁποίαν εὔχομαι ὁ Θεός νά μᾶς λυτρώση ὅλους.
Εἶναι ἄρα ἀναπόδραστος ἀνάγκη νά ἀκολουθήσωμε τόν Κύριον· διότι ἄν ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ μᾶς ἐλευθερώση, τότε θά εἴμεθα ἀληθῶς ἐλεύθεροι. Ναί, ἀληθῶς, μόνον ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ ἠμπορεῖ νά μᾶς ἐλευθερώση· διότι αὐτός εἶναι ἡ ἐλευθερία. «Ὁ δέ Κύριος τό Πνεῦμά ἐστιν· οὗ δέ τό Πνεῦμα Κυρίου, ἐκεῖ ἐλευθερία», λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος· μόνον ἐάν ἀκολουθοῦμε τόν Σωτῆρα ἠμποροῦμε νά μείνωμε ἐλεύθεροι καί νά ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τήν δουλεία τῆς ἁμαρτίας· «πᾶς ὁ ποιῶν τήν ἁμαρτίαν δοῦλός ἐστι τῆς ἁμαρτίας». Ἐάν λοιπόν θέλωμε νά εἴμεθα ἐλεύθεροι, ὀφείλουμε νά ἀκολουθοῦμε τόν Σωτῆρα Χριστόν.


Ἁγίου Νεκταρίου, Ἐπισκόπου Πενταπόλεως
 
 
Πηγή:http://www.imsamou.gr/omilies.php?id=2

Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2010

᾿Αρχιμανδρίτου Σαράντη Σαράντου: Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ


 

(Ἀπό ὁμιλία τοῦ π. Σαράντη Σαράντου στούς Ἱεροσπουδαστές τῆς Ριζαρείου)


Πραγματικά ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ἐβίωσε σέ ὅλα καί μέ ὅλα τά μέρη τῆς ὑπάρξεώς του τήν Ὀρθοδοξία μας ,τήν ὁποία καί ἑρμήνευσε καί ἐξέφρασε προσωπικά καί δυναμικά στό καθολικό πλήρωμα τῶν Ὀρθοδόξων ἀδελφῶν καί γενικότερα στήν Οἰκουμένη.
Εἶναι τόσο πλούσια ἡ προσωπικότητά του , τόσο βαθειά , τόσο μεγαλειώδης, συνδυασμένη μέ θεϊκή πραγματικά ἁπλότητα , πού θά ’πρεπε ὁ φτωχός δικός μας ἀνθρώπινος λόγος νά ἀργήσει. Καί μάλιστα λόγος πού προέρχεται ἀπό χείλη ἀδέξια, ἰσχνόφωνα καί κακόηχα σάν τά δικά μου. Συγχωρῆστε μου λοιπόν τήν θρασύτητα καί ἐπιτρέψτε μου νά χρησιμοποιήσω τόν συμβατικό λόγο γιά ὠφέλεια ὅλων μας καί γιά τήν κατά δύναμιν τιμή  πρός τόν Ἅγιο τοῦ αἰώνα μας.
Θεμέλιο σ’αὐτήν τήν προσλαλιά ἄς εἶναι τό παρακάτω ὑπαρκτό περιστατικό ἀπό τή ζωή τοῦ Ἁγίου.
Μετά ἀπό κάποιες περιπέτειες πού μεθόδευσε στή ζωή του ὁ μισόκαλλος, βρίσκεται ὁ Ἅγιος ,σάν ἱεροκήρυκας Χαλκίδος ,ἐπίσκοπος ὄντας, στό μικρό νησί τῆς Σκιάθου, γιά νά λειτουργήσει καί νά κηρύξει. Φιλοξενεῖται ἀπό βραδύς σ’ἕνα ἁπλό δωματιάκι τοῦ νησιοῦ. Περνᾶνε οἱ ὧρες τῆς νύχτας καί τό φῶς τοῦ δωματίου του δέν σβήνει. Κάποιοι περίεργοι βρίσκουν τόν τρόπο νά κρυφοκοιτάξουν. Βλέπουν τόν Ἅγιο Ἐπίσκοπο νά κάνει ἐδαφιαῖες μετάνοιες καί κάτι νά ψελίζει.Τό φῶς ἔσβησε , ὅταν ξεκίνησε γιά τήν πρωϊνή ἀκολουθία καί τήν Θεία Λειτουργία.
Τό γεγονός αὐτό ἀδελφοί ,λέει πάρα πολλά. Βάση στή ζωή του ὁ Ἅγιος ἀπό τά νεανικά του χρόνια εἶχε αὐτό πού ὅλοι οἱ πατέρες καί ἅγιοι εἶχαν ,τή νηπτική ἐργασία , τήν προσεκτική φροντίδα τοῦ ἐσωτερικοῦ κόσμου τοῦ ἀνθρώπου, τῆς ἀθανάτου καί θεοεικέλου ψυχῆς. Μολονότι ἐπίσκοπος , πεπειραμένος στά πνευματικά , κάποιας ἡλικίας ,ὅμως δέν ἀντικαθιστᾶ μέ τίποτα τήν ἀγαπημένη του πνευματική ἐργασία γιά τήν προσωπική του ἕνωση μέ τόν ἐν Τριάδι Θεό. Δόξα τῶ ἐν Τριάδι Θεῶ γιά τέτοιους ἀνθρώπους πού ἀναδεικνύει σέ ὅλες τίς ἐποχές καί τούς ἔχει μαζί ἴσως καί μέ ἄλλους ἀφανεστέρους , δείγματα τῆς Ὀρθοδόξου πνευματικότητος , πού ἀληθινά ὄζει (μυρίζει) ἀγάπη Χριστοῦ.
Ὅ Ἅγ. Νεκτάριος γεννήθηκε τήν 1η Ὀκτωβρίου τοῦ 1846 στή Συληβρία τῆς Θράκης. Σάν παιδί καί σά νέος ἦταν πολύ φιλομαθής καί ἰδιαίτερα ὅπως οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες , ἀγάπησε τήν ἀρχαία ἑλληνική γλῶσσα καί τά Πατερικά κείμενα. Τό βιβλίο πού ὁ ἴδιος ἐξέδωσε «Λογίων θησαύρισμα» εἶναι ἀκριβές ἀπόσταγμα τῶν Πατερικῶν Μελετῶν στίς ὁποῖες ἀπό μικρός ἀφιερωνόταν. Ἀπ’αὐτό τό ἀνθολόγιο τῶν πολυτίμων μελετῶν του φαίνεται ἡ νηπτική ἐργασία καί ἡ δυνατή ἔφεση πού εἶχε στά βάθη του γιά τόν Θεό καί ἡ δίψα του γιά τήν τελειότητα τῆς ἐν Χριστῶ ζωῆς.
Ἀπό πολύ νωρίς συγκεκριμενοποίησε τόν οὐράνιο πόθο του καί τόν ταύτισε μέ τή μοναχική ζωή. Τό 1876 ἐκάρη μοναχός στή Νέα Μονή τῆς Χίου μέ τό ὄνομα Λάζαρος ἀπό Ἀναστάσιος Κεφαλᾶς. Ἀπό τά στοιχεῖα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς φαίνεται καθαρά ὅτι ἔμεινε τρία χρόνια πραγματικά, ἀσκούμενος στή μοναχική καί μοναδική ,ὅπως ἀναφέρεται ἀπό τούς Ἁγίους Πατέρες μας ,πολιτεία. Ἡ ἄσκηση τοῦ παρθενικοῦ βίου τόν ἔκανε προσηνῆ ἐπειδή συνδύασε τήν τραχύτητα τῆς ἀσκήσεως μέ τήν ἄκρα ταπείνωση. Γι’αὐτό ἔγινε ἀγαπητός ἀπό τή λοιπή μοναστικἠ ἀδελφότητα , προτάθηκε γιά χειροτονία καί προχειρίσθηκε διάκονος τό 1877 σέ ἡλικία ὥριμη καί σύμφωνη μέ τούς Θεοπνεύστους ἱερούς κανόνες,τριάντα ἑνός δηλαδή ἐτῶν, μέ τό ὄνομα Νεκτάριος. Μέ ἄδεια καί εὐλογία τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τῆς μετανοίας του συμπληρώνει τίς γυμνασιακές του σπουδές στήν Ἀθήνα , κατόπιν στήν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου , κοντά στόν Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Σωφρόνιο καί πάλι στήν Ἀθήνα, ὅπου μετά ἀπό εὐδόκιμες θεολογικές σπουδές τό 1885 ἐκατατάχθηκε στούς πτυχιούχους τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς «ὁποίας ὑπῆρξε καί ὑπότροφος . Τό ἑπόμενο ἔτος 1886 χειροτονεῖται πρεσβύτερος καί Ἀρχιμανδρίτης στήν Ἀλεξάνδρεια ἀπό τόν ἴδιο Πατριάρχη Σωφρόνιο , κοντά στόν ὁποῖο ὑπηρέτησε σάν ἱεροκήρυκας καί γραμματέας τοῦ Πατριαρχείου καί Πατριαρχικός ἐπίτροπος στό Κάϊρο. Ἕνα χρόνο ἀργότερα τό 1889 χειροτονεῖται Μητροπολίτης τῆς πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Μητροπόλεως Πενταπόλεως ἀπό τόν ἴδιο Πατριάρχη Σωφρόνιο.
Αὐτή τήν ἐπέτειο τῶν ἑκατό χρόνων ἀπό τῆς χειροτονίας του σέ ἐπίσκοπο τιμᾶμε καί γιορτάζουμε σήμερα.
Γιατί ἰδιαίτερα αὐτήν τήν ἐπέτειο ἐξαίρουμε;
Γιατί καί ὁ ἅγ.Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος καί ὁ μεγάλος Θεολόγος Νικόλαος Καβάσιλας ὑποστηρίζουν ὅτι ὁ ἐπίσκοπος εἶναι ζωντανή εἰκόνα τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ καί ζωντανός φορέας ὅλης τῆς Χριστιανικῆς Παραδόσεως.Ἴσως σέ μερικές περιπτώσεις ἀμφιβάλλουμε γιά τά ὑποστηριζόμενα ἀπό τούς ἁγίους , γιατί δέν βλέπουμε πάντοτε σαρκωμένες αὐτές τίς ἀρετές στά Ἐπισκοπικά πρόσωπα. Στήν περίπτωση ὅμως τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου ταυτίσθηκε ἡ ἀληθινή χριστιανική ζωή καί τό ποιμαντικό ἀρχέτυπο μέ τό πρόσωπό του.Οἱ λειτουργίες του , τά κηρύγματά του , ἡ φροντίδα του γιά τήν εὐπρέπεια καί διακόσμηση τῶν Ἱερῶν Ναῶν , τό προσωπικό , ποιμαντικό καί ἀνθρωπιστικό ἐνδιαφέρον , ἡ συμπάθεια στούς καχεκτικούς στήν πίστη καί στήν ἠθική , οἱ διοικητικές του ἱκανότητες καί ἰδιαίτατα ὁ ἄμεμπτος βίος κατάφερναν νά συγκρατοῦν τό θεσμό τῆς Ἐκκλησίας καί τά λογικά πρόβατα στή μάνδρα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ποιότητα τῆς Χριστιανικῆς ψυχῆς του καί ἡ Χριστιανική διαύγεια τῶν φρονημάτων του φαίνεται ὁλοκάθαρα στούς ἄδικους διωγμούς του. «Εἰ ἐμέ ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσιν» δέν εἶπε ὁ Κύριος; Ἀφανεῖς ἀντίχριστες δυνάμεις κατάφεραν νά μεθοδεύσουν ἔτσι κάποιες συκοφαντίες , ὥστε νά ἀπολυθεῖ ἀπό τίς Ἐκκλησιαστικές ἀρχές τῆς Ἀλεξανδρείας καί νά παυθεῖ ἀπό τή θέση του. Καμιά σαφής κατηγορία ἀλλά καί καμιά ἀκύρωση τῶν συκοφαντιῶν. Σάν ἐλεύθερος ἄνθρωπος καί ἀθῶος διαμαρτύρεται γιά τήν ἀδικία ἀλλά καί οἱ ἐπιστολές –διαμαρτυρίες πρός τόν Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Σωφρόνιο, λίγο ἀργότερα πρός τόν Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Φώτιο καί πρός τόν Πατριάρχη Ἰωακείμ τόν Γ` εἶναι γεμᾶτες ἐκκλησιαστικό ἦθος πού σπάνια συναντᾶμε.
Ἄνθρωπος ψημένος στή μοναχική ἄσκηση καί στούς κανόνες ταπεινοφροσύνης , δέν μποροῦσε παρά αὐτό τό ἦθος νά ἀποκτήσει τῶν Μεγάλων Πατέρων, πού εἴτε τούς ἔβριζαν εἴτε τούς ἐγκωμίαζαν, τό ἴδιο αἰσθάνονταν καί ἀνεξίκακα ἀντιδροῦσαν.
Οὐδείς ἀδοκίμαστος εὐδόκιμος.
Ἀξίζει κανείς νά διαβάσει καί μόνο αὐτές τίς ἐπιστολές γιά νά προσεγγίσει αὐτόν τόν πολύτιμο ἀδάμαντα τῆς Ὀρθοδοξίας. Μικρές ἐπιστολές γραμμένες μέ σαφήνεια , γλωσσική ἀρτιότητα , τέλεια νοήματα , λέξεις ἱεροπρεπεῖς καί κατάμεστες ἀπό σεβασμό στό πρόσωπο πού ἀπευθύνεται καί τό ὁποῖο τόν ἀδίκησε. Δέν βρίσκεις ἴχνος δηκτικότητας νά ὑπολανθάνει. Κρατᾶ τόν πόνο του σέ καθαρά πνευματικό ἐπίπεδο. Αὐτές οἱ ἐπιστολές ἀποπνέουν τό ἄρωμα τῆς ἀπαθοῦς καί χαριτωμένης ψυχῆς του , πού προετοιμάζεται ἔκδηλα ἀπό τόν Ἐσταυρωμένο Κύριο γιά τή μέλλουσα τιμή καί παγκόσμια δόξα πού τοῦ χάρισε. Ἡ ποιότητα τῆς ψυχικῆς καλλιεργείας του ἐπιβεβαιώνεται καί ἀπό τό  ποιμαντικό ἔργο του στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων καί τήν ἀνάλογη ποιμαντική ἐν Χριστῶ ἀγωγή, πού τούς προσέφερε.
Πάνω ἀπό ἐννιακόσιοι πιστοί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Καῒρου συνέταξαν μιά διαμαρτυρία καί συνάμα ἀποχαιρετιστήριο γράμμα πρός τόν Ἅγιο Πενταπόλεως πού δημοσιεύθηκε στήν ἐφημερίδα «Μεταρρύθμισις» τῆς Ἀλεξάνδρειας. Μέσα σ’αὐτό τό γράμμα φαίνεται γιά ἄλλη μιά φορά ἀπό ἄλλη σκοπιά , ἀπό τή σκοπιά τῶν λαϊκῶν, ὁ πραότατος καί εἰρηνικός χαρακτήρας τοῦ Ἁγίου. Στό δημοσίευμα αὐτό δέν ὑποφώσκει ἴχνος ἐμπαθείας ἤ φανατισμοῦ κατά τῶν ἀδικησάντων ἐκκλησιαστικῶν ἀνδρῶν τόν Ἅγιο Πενταπόλεως.
Πόσο ταπεινά καί χριστοκεντρικά θά εἶχε ἐργασθεῖ ὁ Ἅγιος στήν Ἄμπελο τοῦ Κυρίου ,ὥστε νά μεταφυτεύει καί στούς ἄλλους τόν ἀληθινό τρόπο Χριστιανικῆς ζωῆς , τῆς Θεανθρώπινης ζωῆς πού ὁ ἴδιος βίωνε.
Ἀπό τήν ἐπιστολή αὐτή τῶν λαϊκῶν τοῦ Καῒρου φαίνεται ἡ μεγάλη ἐν Χριστῶ ἀγάπη πού τοῦ εἶχαν, φαίνεται διάφανα ἡ ἐν Χριστῶ ἡγετική φυσιογνωμία τοῦ Ἁγίου , ἀλλά τελικά ἡ ὑπακοή (αὐτό εἶναι τό γνήσιο ἐκκλησιαστικό χριστιανικό φρόνημα) καί τοῦ Ἁγίου καί τῶν πνευματικῶν του τέκνων στίς ἀποφάσεις τῆς Μητέρας Ἐκκλησίας. Ἦταν βαθύς καί ὄχι ἐπιπόλαιος καί ὑποπτευόταν ὅτι πίσω ἀπό τήν ἀνθρώπινη ἀδικία κρύβονται μεγαλεπίβολα, μά ἀνεξιχνίαστα θεϊκά σχέδια. Καί κατάφερε αὐτήν του τή νοοτροπία νά μεταβιβάσει ζωντανά στό λαό τοῦ Καῒρου, πρᾶγμα πού διακρίνεται μέ ἐνάργεια πρός τό τέλος τῆς ἐπιστολῆς–διαμαρτυρίας.
Ἴσως οἱ βουλές τοῦ Θεοῦ ἔχουν διαφορετικές προοπτικές.
Ἐπιτρέψτε μου νά ἐπιμείνω λίγο ἀκόμη σ’αὐτήν τήν κρίσιμη καμπή τῆς ζωῆς του. Ἄν ὁ Ἅγιος ἔπαιρνε κάποια ἄλλη διαφορετική στάση, καταλάβαινε μέ τόν σώφρονα λογισμό πού τοῦ εἶχε χαρίσει ἡ Ὀρθόδοξη μοναχική νηπτική ἄσκηση , καταλάβαινε ὅτι κατάστρεφε ὅ, τι ὡραιότερο,  ὅ, τι πιό θεανθρώπινο εἶχε μεταγγίσει στίς ψυχές τῶν πνευματικῶν του τέκνων.
Σάν ἀληθινός Λειτουργός τοῦ ‘Υψίστου προτιμᾶ νά ἀδικεῖται παρά νά καταστρέψει στά μάτια καί στίς ψυχές τῶν πιστῶν τήν εἰκόνα τῆς Ἀρχιερωσύνης, χτυπώντας τούς ἄλλους ἀρχιερεῖς πού τόν ἀδίκησαν.
Παρακαλῶ πολύ ὅλους μας νά ἐγκύψουμε μέ πολλή εὐλάβεια σ’αὐτήν τήν πτυχή τῆς ζωῆς τοῦ Ἁγίου Πενταπόλεως καί στήν θεανδρική στάση του γιατί καθένας μας ἔχει ἤ ἐνδέχεται νά ἔχει πικρίες συκοφαντικές στό μετερίζι ἀπό τό ὁποῖο μάχεται.
Στή συνέχεια γιά ἕνα ἔτος ταλαιπωρήθηκε «φυτοζωῶν», λέει ὁ βιογράφος του ἅγιος πρ. Παραμυθίας Τῖτος Ματθαιάκης, ζητώντας στήν Ἀθήνα ἐργασία καί μή βρίσκοντας. Ἐπί τέλους στίς 15 Φεβρουαρόυ 1891 διορίσθηκε ἱεροκήρυκας τοῦ Νομοῦ Εὐβοίας , σπάνιο φαινόμενο στά χρονικά τῆς Ἐκκλησίας. Δηλ. Ἐπίσκοπος νά διορίζεται ἁπλός ἱεροκήρυκας. Ὅμως δέχθηκε καί ἐργάσθηκε διόμιση χρόνια ἀκάματα πνευματικά , ἀγάπησε τό λαό τοῦ Θεοῦ καί ἀγαπήθηκε. Πάλι δυσκολίες καί μετάθεση στό Νομό Φθιώτιδος καί Φωκίδος. Ἀξίζει καί πάλι νά τονισθεῖ ἡ κρυστάλλινη ποιότητα τοῦ ποιμαντικοῦ του λειτουργήματος πού ἐκφράζει τό ἀποχαιρετιστήριο γράμμα τοῦ Δημάρχου Κυμαίων Καρυστίας πρός τόν Ἅγιο.
Ὁ Κύριος ὅμως ἀφοῦ τόν προετοίμασε μέ τήν θλίψη καί τόν διωγμό , ἀφοῦ τοῦ ἔκλεισε τίς ἄλλες πόρτες , τοῦ ἄνοιξε τήν ὑψηλή καί μεγάλη προοπτική τοῦ Διευθυντῆ τῆς Ριζαρείου Ἐκκλησιαστικῆς Σχολῆς. Μέ Β. Διάταγμα διορίσθηκε τήν 1η Μαρτίου τοῦ 1894 καί ἔμεινε σ’αὐτήν τήν περίοπτη θέση μέχρι τό 1908 , ἀπό τήν ὁποία παραιτήθηκε , ὅπως ὁ ἴδιος γράφει στήν αἴτησή του πρός τό Δ. Σ. γιά λόγους ὑγείας.
Δεκατέσσερα ὁλόκληρα χρόνια ἐργάσθηκε συστηματικά ὁ Ἅγιος στό θερμοκήπιο τῶν Ἱερατικῶν κλήσεων . Ὅ, τι ἱερότερο , ὅ, τι θεανθρωπινότερο , ὅ, τι χριστοευγενέστερο , ὅ, τι οὐράνιο εἶχε κατακτήσει μέ τήν ἄσκησή του καί μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ , μέ πολύ ζῆλο τό ἀποτύπωσε στίς ψυχές τῶν Ἱεροσπουδαστῶν του. Πίστευε ὅτι τό νεοσύστατο μετά τόν τουρκικό ζυγό ἔθνος θά μπορέσει νά ὀρθοποδήσει καί πνευματικά νά μεγαλουργήσει , ἄν οἱ ποιμένες αὐτοῦ τοῦ τόπου τραφοῦν μέ τόν ἐπιούσιο Ἄρτο τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας καί ποτισθοῦν μέ τά ἀστείρευτα νάματα τῆς Ὀρθοδόξου Εὐσεβείας. Πετύχαινε πραγματικά νά μεταλαμπαδεύσει στίς ψυχές τῶν Ἱεροσπουδαστῶν ὅλη τήν χριστοφλόγα τῆς ψυχῆς του ,μέ τόν πιό ἐκλεκτό τρόπο , τήν ἐν Χριστῶ ἀγάπη, πού εἶναι τό πιό δυνατό φίλτρο. Αὐτό μπορεῖ νά συγκινήσει τό νέο καί νά βάλει σέ συναγερμό καί κινητοποίηση ὅλα τά ψυχοδυναμικά του γιά ἐγκόσμια καί ὑπερκόσμια δημιουργία.
Ὁ πρωτοπρεσβύτερος παπαΝικόλας Μυλωνᾶς καί ὁ Οἰκονόμος Θεμιστοκλῆς Παπακωνσταντίνου πού τόν εἶχαν δάσκαλο ἐπαληθεύουν τήν ἄριστα παιδαγωγική συμπεριφορά του πρός τά νεαρά βλαστάρια.Ποτέ δέν εἴχαμε δεῖ τό εἰρηνικό καί χαρίεν πρόσωπό του νά ἀλλοιώνεται ἀπό τίς νεανικές ἀταξίες.
Εἶχε μιά ἀπεριόριστη ἐσωτερική ἀνεκτικότητα καί μεγαλοψυχιά λέγουν, μέ τήν ὁποία κατόρθωσε νά διορθώσει τίς ἀνωριμότητες τῶν νέων χωρίς νά τραυματίσει τό ψυχολογικό πεδίο. Καί κάποιος ἄλλος μαθητής του ἔλεγε μέ θαυμασμό γιά τόν Ἅγιο , ὅτι ἀνεχόταν ἀκόμη καί νά κοροϊδεύεταιμερικές φορές καί μολονότι διαισθανόταν πώς τοῦ λένε ψέμματα δέν ἐπενέβαινε βίαια, αὐταρχικά, πιεστικά, γιά νά διορθώσει τόν ἁμαρτάνοντα. Αὐτή ἡ ἀγάπη καί ἡ ἐκτίμηση πρός τά ἀνώριμα ἀκόμα παιδιά , τά ἔφερνε λίγο ἀργότερα σέ αὐτοσυναίσθηση τοῦ σφάλματος , σέ μετάνοια καί ὁριστική καί εἰλικρινῆ διόρθωση. Ἤδη ἀπό τόν καιρό τῆς τριετοῦς μοναστικῆς ἀσκήσεώς του στήν Ἱερά Μονή τῆς χώρας τῆς Χίου , ἀλλά καί ἀπό τήν περισσή ἐμπειρία του ἀπό τήν διακονία του στό λεπτό καί εὐαίσθητο ἔργο τοῦ πνευματικοῦ εἶχε διαπιστώσει πόσο εὔθραυστος εἶναι ὁ ψυχολογικός παράγοντας σέ κάθε ἄνθρωπο καί πόσο ἀποφασιστικό ρόλο παίζει στήν ὁλοκλήρωση τῆς προσωπικότητας καί στόν ἁγιασμό της. Εἶχε κατέβει , ὅπως λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναῒτης , ὁ συγγραφέας τῆς Κλίμακος , εἶχε κατέβει στά βάθη τῆς ψυχῆς , γνώριζε πολύ καλά τίς ἀντιδράσεις της καί ἰδιαίτερα τήν καταστροφή πού προξενοῦν τά πάθη καί οἱ κακίες τῶν μεγαλυτέρων στήν ἀνέλιξη καί ἀνάπτυξη τῶν νεωτέρων.Καί ἤθελε αὐτός ὁ μακάριος ἄνδρας , νά μήν πληγώσει ,νά μήν τσαλαπατήσει, νά μήν σταυρώσει μέ τιμωρίες τά παιδιά του ἀλλά νά τά ἀνυψώσει, νά τά ἀναπτερώσει , νά τά ἐμψυχώσει μέ τή μέθη τῆς δικῆς του ἐν Χριστῶ ἀγάπης. Εἶχε βιώσει βέβαια αὐτό πού  λέγει ὁ πρύτανις τῶν ἀσκητῶν πατέρων ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σῦρος , ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι μέθη ψυχῆς καί ἔχει τήν δύναμη νά μεθύσει καί τούς γύρω.
Κάποιος ἄλλος μαθητής του, ὁ Ν. Λούβαρης ,θυμᾶται ὅτι προτιμοῦσε ὁ ἴδιος νά ὑποβάλλεται σέ ἀσκήσεις, γιά παράδειγμα σέ νηστεία ,γιά νά μήν τιμωρήσει τό ἀνώριμο εὔθραυστο βλαστάρι, τόν ἱερό σπουδαστῆ του , ὅταν ἡ διάκριση, πού ἄφθονη εἶχε , τόν πληροφοροῦσε, ὅτι ἡ τιμωρία θά δημιουργήσει ἀπωθημένη ἐμπάθεια ἤ ψυχολογικά τραύματα. Καί δέν πρέπει ἕνας ποιμένας, ἕνας ταγός νά κατατρύχεται ἀπό ψυχολογικά προβλήματα, πού μπερδεύουν τούς γύρω του , καί ἐξουθενώνουν τίς ψυχές καί δέν τίς ὁδηγοῦν στήν ἐλευθερία «ἧ Χριστός ἡμᾶς ἠλευθέρωσε». Ἀναλάμβανε ὁ ἅγιος τοῦ Θεοῦ ,ὁ θεόπνευστος αὐτός παιδαγωγός πάνω του τό βάρος τῆς ἁμαρτίας τῶν παιδῶν του , γιά νά ἀνοίγει μπροστά τους ὁ δρόμος τῆς προκοπῆς καί τῆς δημιουργίας καί ὄχι τῆς μιζέριας κα΄ς τῆς μικροψυχίας.
Πιθανῶς νά ὑπῆρξαν καί περιπτώσεις πού ὁ ἅγιος νά μεταχειρίσθηκε καί τήν παιδαγωγική μέθοδο τῆς αὐστηρότητας , ὅταν οἱ περιστάσεις τό ἀπαιτοῦσαν. Κυριαρχοῦσε πάνω ἀπό ὅλα ἡ Ποιμαντική τῆς ἀγάπης , τῆς καλωσύνης καί τῆς πατρικῆς ἐπισκοπῆς , θά λέγαμε γενναιοψυχίας.
Ὁ Ἰ. Φ. Κωνστανταράκης , μαθητής τοῦ ἁγίου Νεκταρίου ,ἀναφέρει ὅτι οἱ ἱεροσπουδαστές εἶχαν νύχτα καί μέρα ἐνώπιόν τους ἕνα ἀρχέτυπο τελείου καί ὁλοκληρωμένου ἀνθρώπου.
Ἦταν φίλεργος καί πολυγραφότατος .
Ἔγραφε θεολογικές μελέτες.
Συνέθετε ὕμνους στήν Κυρία Θεοτόκο πού ὅταν τούς ἔψαλε, μεταρσιωνόταν καί μετέφερε πνευματικό ἐνθουσιασμό στούς μαθητές του.
Τό κήρυγμά του ἦταν πολύ ἐποικοδομητικό καί στό ναό τῆς Σχολῆς καί σέ πολλούς ἄλλους πού τόν καλοῦσαν.
Ἡ Λειτουργία του ἦταν μυσταγωγία καί συναγερμός ὅλου τοῦ ἐκκλησιάσματος πρός τόν ἐν Τριάδι Κύριο .
Πρός τούς ἑτερόδοξους συμπεριφερόταν μέ εὐγένεια καί καλωσύνη χωρίς νά κρύβει κανένα σημεῖο τῆς Ὀρθοδόξου ὁμολογίας του.
Παράλληλα σημειώνει ὁ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος «ὁ μετέπειτα ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶ» πού τόν δέχθηκε στήν Διεύθυνση τῆς Σχολῆς, ἐνδιαφέρθηκε ὁ ἅγιος Νεκτάριος γιά τόν κῆπο τῆς Σχολῆς , γιά τήν εὔρυθμη λειτουργία ὅλων τῶν συνεργείων της, γιά τήν ἀπρόσκοπτη Διεύθυνση καί τό ὅλο πολιτιστικό κλῖμα της. Δέν ἦταν δυνατό ὁ ἄνθρωπος πού εἶχε ταξινομήσει παραδεισιακά τά ἐσωτερικά πνευματικά του ζητήματα , δέν ἦταν δυνατόν νά μήν ἐκφράσει αὐτήν του τήν ἐσωτερική του χριστοαρμονία καί νά μήν  τήν ἀπεικονίσει ταπεινά ἀπό ὅλα του τά ἀγαπημένα πρόσωπα , σ’ὅλα τά πράγματα γύρω του καί σ’ὅ,τι ἄγγιζε.
Ἀποκορύφωμα καί ἀποκρυστάλλωμα τῆς ὅλης του ποιμαντικῆς δραστηριότητας ὑπῆρξε ἡ ἀνασύσταση τῆς Γυναικείας Ἱ. Μονῆς τῆς Ἁγίας Τριάδος, στήν Αἴγινα. Ὅλο του τόν μισθό πού ἔπαιρνε ἀπό τήν Ριζάρειο τόν διέθετε γιά νά κτισθεῖ ἡ ἐρειπωμένη Ἱερά Μονή καί γιά νά συντηροῦνται οἱ μοναχές τῆς ἀδελφότητας.
Ἐνδιαφερόταν να γίνει ἕνα ὡραῖο ἐκκλησιαστικό οἰκοδόμημα , ὅπως καί ἔγινε, γιά νά στεγάσει ἕνα ἱερό ἡσυχαστήριο καί φροντιστήριο Ὀρθοδόξου μοναστικῆς εὐσεβείας . Εἶχε ἀγαπήσει μέ πάθος ἀπαθές , ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης ,τήν φιλανθρωπία καί χαιρόταν νά ξοδεύει τόν μισθό του τόσο γι’αὐτό τόν σκοπό ὅσο καί γιά περιπτώσεις φτωχῶν ἀνθρώπων ,πού τοῦ ζητοῦσαν βοήθεια. .Ἦταν ἀχόρταγος στό  νά δίνει ,τόσο πού μερικές φορές δέν εἶχε τά ναῦλα του ,γιά νά ἐπισκεφθεῖ τή μοναστική ἀδελφότητα τῆς Ἁγίας Τριάδος πού παρακολουθοῦσε πνευματικά καί τήν καθοδηγοῦσε , ἐνῶ παράλληλα ἦταν διευθυντής στή Ριζάρειο.
Τίς ἡμέρες τῶν διακοπῶν τοῦ Πάσχα ,τῶν Χριστουγέννων καί τοῦ καλοκαιριοῦ ἔμενε στήν ἱερά Μονή τῆς Ἁγίας Τριάδος καί προσπαθοῦσε ἐφαρμόζοντας τούς αὐστηρούς ἀσκητικούς ὅρους τοῦ Μ. Βασιλείου , νά ὀργανώσει φιλόθεα και φιλάνθρωπα τήν ἐσωτερική ζωή τῆς ἀδελφότητας.
Εὐτυχῶς πού μᾶς ἔχουν διασωθεῖ 136 ἐπιστολές τοῦ Ἁγίου ,πού ἔστελνε ἀπό τήν Ριζάρειο στή μοναστική ἀδελφότητα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Μέσα σέ αὐτή διακρίνεται ἡ λαμπρότητα και ἡ ὡραιότητα τοῦ παρθενικοῦ του χαρίσματος πού αὔξησε ὁ Χριστός ἑκατονταπλάσια μέσα του μέ σύμφωνη τήν ἀγαθή προαίρεσή του.
Ἐπίσης διακρίνεται ἡ πνευματική ,ἡ ἐν Χριστῶ ἀγάπη τοῦ ἁγίου πρός τά πνευματικά του τέκνα , τίς μοναχές , μέσα στίς ψυχές τῶν ὁποίων , ὅπως ὁ θεῖος Παῦλος , θέλησε νά μορφώσει τόν Χριστό καί τή ζωή τοῦ Χριστοῦ. Πρότυπό του στή φιλανθρωπία εἶχε τόν ἅγιο Νικόλαο πού ἀπό μικρός εἶχε ἀγαπήσει καί τόν εἶχε προστάτη του.
Ὁ π. Θεόκλητος Διονυσιάτης τονίζει στό «ὡραιότατο βιβλίο του «ὁ ἅγιος Νεκτάριος ὁ θαυματουργός» ὅτι μέσα στίς ἐπιστολές αὐτές φαίνεται ἡ μεγάλη διάκριση πού εἶχε ὁ ἅγιος . Σέ κάθε μιά μοναχή δίνει τίς κατάλληλες γι’αὐτήν ὁδηγίες , σεβόμενος τά προσωπικά ὅρια ἀντοχῆς της και ἀνοίγοντάς της τον κατάλληλο δρόμο πού θά ὁδηγήσει αὐτήν πρός τόν Σωτήρα Χριστό , χωρίς νά ἰσοπεδώνει τό πρόσωπο.
Ἤξερε πολύ καλά αὐτός ὁ βαθυνούστατος ἐπίσκοπος πόσο σημαντικός εἶναι ὁ ρόλος τῆς γυναίκας μέσα στη ζωή τῆς Ἐκκλησίας . Γι’αὐτό χωρίς νά ὑποτιμᾶ τό Μέγα Μυστήριο τοῦ γάμου, λέγει ὁ π. Θεόκλητος , ὅμως προσπαθεῖ νά καταρτίσει ἄριστα τή  γυναικεία προσωπικότητα στήν εὐσέβεια και στήν ἐν Χριστῶ ζωή , γιά νά ἔχει ἡ κοινωνία , τά δείγματα ἔστω , τῆς ἀληθινῆς χριστιανικῆς ζωῆς ,σαρκωμένης στά πρόσωπα τῶν μοναζουσῶν. Μέσα σέ αὐτές τίς ἐπιστολές μποροῦν καί οἱ σημερινές Χριστιανές νά σπουδάσουν τό γνήσιο χριστιανικό φεμινιστικό κίνημα , πού συνοψίζεται στήν ἐν Χριστῶ ὑπακοή ,στο ὑπάκουο κλῖμα της καί στήν ἀτμόσφαιρά της.
Καί στ’ἀλήθεια πέτυχε ὁ ἅγιος τοῦ Θεοῦ νά φυτεύσει καί μετά τήν παραίτησή του ἀπό τήν Ριζάρειο , μένοντας κοντά τους , νά καταρτίσει τη μοναστική αὐτή ἄμπελο τῆς ἱερᾶς Μονῆς τῆς Ἁγίας Τριάδος, πού ἡ ζωή καί ἡ ἀκτινοβολία της συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Τό καλοκαίρι τοῡ 1898 ἔκανε περιοδεία προσκυνηματική στό Ἅγιο Ὄρος. Πῆρε εὐλογίες ἀπό τό Περιβόλι τῆς Παναγίας , ἔδωσε ὅμως καί ἀπό τό ταμεῖο τῶν δικῶν του θησαυρῶν στούς μοναχούς πού μέ πολλή χαρά τόν καλοδέχθηκαν καί ξεχωριστά τίμησαν ἐπίσημα τόν ταπεινόφρονα ἱεράρχη. Ἡ ἐπικοινωνία του μέ ἁγίους μοναχούς , ὅπως τόν π. Δανιήλ Κατουνακιώτη , τόν συνέδεσε πνευματικά μέ τό Ἅγιο Ὄρος, ἔτσι ὥστε ἐπιστρέφοντας στόν κόσμο , νά εἶναι ἕνας ἁγιορείτης ἐκτός Ἁγίου Ὄρους καί μέσα στήν ὑπακοή τῆς δικῆς του , ἄς ποῦμε δικῆς του , μονῆς.
Ἀφήσαμε μιά πτυχή τῆς ζωῆς του τελευταία . Σκόπιμα. Γιά νά τήν τονίσουμε. Βέβαια ἀπό ὅσα μέχρι τώρα ἔχουμε ἀναφέρει διαφαίνεται ὁλοκάθαρα.
Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ἦταν ἕνας χαρισματοῦχος πνευματικός.
Αὐτόπτης μάρτυς μοῦ ἀνέφερε ὅτι τόν εἶδε νά εἰσέρχεται στό ἱερό βῆμα , νά φορᾶ τό πετραχήλι του καί νά πηγαίνει νά κατασπάζεται τόν ἐσταυρωμένο καί νά κλαίει. Μετά ἀπό αὐτήν τή μυσταγωγική καί κατανυκτική προετοιμασία προσφερόταν νά βοηθήσει στό Μυστήριο τῆς ἱ. ἐξομολογήσεως ὄχι μόνο τίς μοναχές πού πρωτύτερα ἀναφέραμε , ὄχι μόνο τούς ἱεροσπουδαστές του , ἀλλά καί τόν κοσμάκι πού συνέρρεε γιά νά ἀποθέσει τόν βαρύ κλοιό καί φόρτο τῆς ἁμαρτίας.
Ἱκανότατος στόν ποιμαντικό διάλογο , ἀμέσως ἀποσποῦσε τήν ἐμπιστοσύνη τοῦ ἐξομολογουμένου. Πρόσωπο μέ πρόσωπο ὁ πνευματικός πατέρας μέ τόν πνευματικό υἱό /τήν πνευματική θυγατέρα, μποροῦσε μέ τήν δύναμη τοῦ Τελεταρχικοῦ καί ζωοποιοῦ Πνεύματος καί μέ τήν ἀπάθεια τῆς ἄσπιλης και ἀμόλυντης ψυχῆς του , νά ἀνασπᾶ ἀπό τήν ἄβυσσο τό ναυαγημένο καράβι, ὅπως σοφότατα περιγράφει ὅ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναῒτης. Μέσα στό κλῖμα τῆς ἐν Χριστῶ θερμῆς καί ἁπλῆς ἀγάπης , μποροῦσε μοναδικά νά ἐκφρασθεῖ καί εἰλικρινά νά ἐξαγορευθεῖ ὁ ἁμαρτωλός καί φιλόστοργα νά ἐμφυσήσει τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τήν ἄφεση ὁ χαρισματοῦχος πνευματικός Πατήρ.
Τέλος ἡ ἀγαθή Πρόνοια τοῦ Θεοῦ οἰκονόμησε ἔτσι τή ζωή τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου , ὥστε παραιτούμενος ἀπό τήν Ριζάρειο νά ἀποσυρθεῖ στήν Ἱερά Μονή τῆς Ἁγίας Τριάδος, νά βοηθήσει ἀποφασιστικά στήν ὀργάνωση τοῦ Κοινοβίου της μέχρι τό 1920 ὁπότε καί παρέδωσε νικηφόρα τήν ἁγία ψυχή του στόν Κύριο.
Μέ μία τόσο πλούσια και ἐκλεκτή ποιμαντική προσφορά μάνιασε ὁ δαίμονας τῆς συκοφαντίας . Ἄνθρωποι μικρόψυχοι , ἐξ ἰδίων κρίνοντες τά ἀλλότρια , κολλημένοι σά στρείδια στά πάθη τῆς ἀνηθικότητας , πρόβαλαν τον ἀβυσσαλέο ψυχικό ρύπο τους στό πρόσωπο τοῦ ἁγίου .Τούς ἦταν ἀδιανόητος ὁ παρθενικός τρόπος ζωῆς, ὁ τρόπος πού ὁ νέος Ἀδάμ, ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, ἐγκαινίασε μέ τό παρθενικό πρόσωπό του στή νέα δική του δημιουργία, στήν Ἐκκλησία του. Ἔπλασαν λοιπόν μύθους , ἀπό το βορβορῶδες ὑλικό πού τούς χορήγησε ὁ μισόκαλλος καί προσπάθησαν νά σπιλώσουν , τόν ἄσπιλο. Μαζί τους μπλέχθηκαν καί κάποιοι ἄλλοι «ἐκκλησιαστικοί ταγοί»πού σάν ἀφελεῖς και ἀδόκιμοι στήν κατά Χριστό ζωή , παρασύρθηκαν στίς δεινές συκοφαντίες .
Ἀρνητικό ἦταν καί τό κοινωνικό-πολιτικό κλῖμα τῆς ἐποχῆς πού μισοῦσε τά μοναστήρια, ἐπηρεασμένο ἀπό βαυαρικό ἐπιτελεῖο πού εἶχε ἐγκατασταθεῖ στήν Ἑλλάδα καί προσπαθοῦσε νά τήν ἐκπολιτίσει. Δέν μποροῦσαν μέ κανένα τρόπο νά χωνέψουν πῶς ὁ Διευθυντής τῆς Ριζαρείου καταντᾶ στόν καλογερικό τρόπο ζωῆς. Ἑβδομήντα δύο χρονῶν ἄνθρωπος πλέον ὁ Ἅγιος καί συκοφαντεῖται ἄσχημα.  «Οὗτος τάς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καί περί ἡμῶν ὀδυνᾶται», λέγει ὁ προφήτης Ἡσαῒας.,γιά τόν Κύριό μας. Τά ἴδια συμβαίνουν καί στόν Ἅγιο.
Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας , ὑποστηρίζουν ὅτι τό ἀφορητότερο μαρτύριο γιά ἕναν ἀθῶο εἶναι ἡ συκοφαντία. Καί τήν ἐπιτρέπει ὁ Κύριος στούς δικούς του γιά μείζονα τελείωση καί οὐράνια δόξα.
«Ὡστόσο ἡ χάρη πληθαίνει πάνω του και ἐπαληθεύεται με τά ποικίλα θαύματα πού τελοῦνται μέ τά ἁγιασμένα χέρια του καί τίς διάπυρες εὐχές του . Ὁ ἴδιος ὅμως σωματικά κάμπτεται. Μία χρόνια προστατίτιδα πού εἶχε, ἐπιδεινώνεται , γιά λίγο θεραπεύεται ἀπό τήν Παναγία τήν Χρυσολεόντισσα στήν Αἴγινα πού προσκύνησε, ἀλλά και πάλι βάρυνε. Μεταφέρθηκε στήν Ἀθήνα, στό νοσοκομεῖο Ἀρεταίειο , σάν ἁπλός ἱερομόναχος , ἔμεινε δυό μῆνες καί ἐνῶ τόν ἑτοίμαζαν οἱ γιατροί γιά ἐγχείρηση , παρέδωσε το πνεῦμα του τή νύχτα στίς 8 Νοεμβρίου 1920.
Ὁ Ἅγιος τοῦ αἰώνα μας ὅπως πετυχημένα τόν ἀπεκάλεσε ὁ λογοτέχνης Σῶτος Χονδρόπουλος, στά τελευταῖα του, ρίζωσε στήν Ἱερά Μονή τῆς Ἁγίας Τριάδος σάν  Ἐλαία κατάκαρπος καί σάν τό δένδρο τό πεφυτευμένον παρά τάς διεξόδους τῶν ὑδάτων ὁ τόν καρπόν αὐτοῦ δώσει.
Καί ἔδωσε ἀναρρίθμητους καρπούς στήν Ἐκκλησία καί στό ἔθνος μας. Καί ἀπό ἐκεῖ μεταπήδησε στή ζωή αῆς Ἁγίας Τριάδος πού τόσο εἶχε λαχταρήσει.
Κάποιοι ὀνομάζουν τόν Ἅγιο Νεκτάριο, Χρυσόστομο τοῦ αἰώνα μας, τόσο γιά τήν πολυσχιδῆ προσωπικότητά του, ὅσο καί γιά τό πλούσιο και πολύμορφο ἔργο του.
Δέν εἶναι καθόλου ὑπερβολικό νά συμφωνήσουμε μέ αὐτόν τόν ὑψηλό χαρακτηρισμό καί τήν ἐκλεκτή παρομοίωση, γιατί πράγματι ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ὁλοκληρώθηκε σέ μιά καθολική προσωπικότητα. Μολονότι μοναχός ἀρχικά καί ἀσκητής , μέ αὐστηρούς περιορισμούς καί μοναστικούς κανόνες, ὅμως τόσο πολύ διευθύνθηκε ἡ προσωπικότητά του, ὥστε νά φθάσει στά μέτρα τῶν Μεγάλων Ἁγίων καί μάλιστα τά Χρυσοστομικά.
Ὁ Ἅγιος ἀφοῦ ἔλυσε ὁριστικά τό ὑπαρξιακὀ του πρόβλημα ἀνοίχθηκε μέ τήν σώζουσα χάρη τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ στόν μεγάλο γάμο τῆς ΄’Εκκλησίας. Ξεκινώντας ἀπό τόν Μοναχισμό ἔφθασε στόν τελικό προορισμό, Θεανθρώπινο προορισμό πού εἶναι ἡ ἕνωση μέ τόν Θεό καί τήν ἐν Χριστῶ ἀδελφότητα.
Κατάκτησε χαρακτηριστικά καί βίωσε τόν μυστικό Γάμο τῆς ψυχῆς του  μέ τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, στήν ὁποία καί ὁλόψυχα καί ἀφιερώθηκε.
Λειτουργός μέ φλόγα πύρινη, φιλοστοργικότατος καί διακριτικότατος πνευματικός Πατήρ , ὑψιπέτης Θεολόγος , συγγραφέας ὄχι κοινός , Θεόπνευστος,ἱεροκήρυκας , παιδαγωγός ἄριστος, θαυματουργός καί ἐν ζωῆ και μετά θάνατον , κοινωνικός ἐργάτης καί βαθύς καί ἀκαταπόνητος . Καλλιεργητής ἱερατικῶν κλήσεων καί τό κυριώτερο, θεόπτης τοῦ ἀκτίστου θαβωρίου φωτός, προσέφερε ἄπειρες εὐεργεσίες στό Ὀρθόδοξο Νεοελληνικό ἔθνος μας. Δυνατό πρότυπο γιά ὅλους μας, κληρικούς καί λαϊκούς καθηγητές και ἱεροσπουδαστές , τόν τιμᾶμε , Αὐτόν τόν ἔνθεο θεράποντα τοῦ Χριστοῦ καί ἐξαιτούμεθα τίς διάπυρες εὐχές του πρός τόν Κύριο.
Γιά νά δώσει προφητική καί Τριαδική Ἱερωσύνη κατ’εἰκόνα καί ὁμοίωσιν τοῦ Ἁγίου Ἰεράρχου,
Λαό μέ φωτόμορφα καί θεοφώτιστα τέκνα τῆς ζωντανῆς Ἑλληνορθοδόξου Ἐκκλησίας.
Καί τό κυριώτερο, τή νέα γενιά παραλαμβάνουσα μετά φόβου Θεοῦ καί ἀγάπης ,τήν ὁλοζώντανή μας Θεανθρώπινη παράδοση, μέ τίς πανάγιες εὐχές τοῦ ἐν ἁγίοις ἐνδόξου πατρός ἡμῶν Νεκταρίου ἐπισκόπου Πενταπόλεως τοῦ θαυματουργοῦ. 

orthros.org

Παρασκευή 2 Απριλίου 2010

Διδαχές ῾Αγίου Νεκταρίου



Ὁ ΑΓΙΟΣ Νεκτάριος Πενταπόλεως, ὁ θαυματουργός, ἀποτελεῖ, στὶς πενιχρὲς μέρες τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα, ἕνα δῶρο τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο. Στὸ πρόσωπό του ἀνακαλύπτει κανεὶς ἕναν μεγάλο Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπου ἡ ἁγιότητα τοῦ βίου συνδυάζεται μὲ τὴ χάρη τῆς θαυματουργίας καὶ τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία.
Γεννήθηκε στὴ Σηλυβρία τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης τὸ 1846. Παρακολουθώντας τὴν ἱστορικὴ διαδρομὴ τοῦ βίου του, τὸν συναντοῦμε στὴν Κωνσταντινούπολη, δεκατετράχρονο παιδί, νὰ ἐργάζεται καὶ νὰ σπουδάζει· στὴ Νέα Μονὴ τῆς Χίου, νὰ κείρεται μοναχὸς (1876) καὶ νὰ χειροτονεῖται διάκονος (1877)· στὴν Ἀθήνα, νὰ ὁλοκληρώνει τὶς θεολογικές του σπουδὲς (1885)· στὴν Αἴγυπτο, νὰ διακονεῖ γιὰ μία πενταετία στὸ Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας. Ἐκεῖ χειροτονεῖται πρεσβύτερος (1886) καὶ ἐπίσκοπος - μητροπολίτης Πενταπόλεως (1889). Ἐξαιτίας τοῦ φθόνου ποὺ προκαλεῖ τὸ πολυδιάστατο ἔργο του, συκοφαντεῖται καὶ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο. Ἐπιστρέφει στὴν Ἑλλάδα τὸ 1890, καὶ περιφέρεται ὡς ἁπλὸς ἱεροκήρυκας μέχρι τὸ 1894, ὁπότε ἀναλαμβάνει τὴ διεύθυνση τῆς Ριζαρείου Σχολῆς. Τὸ 1908, γιὰ λόγους ὑγείας, παραιτεῖται καὶ ἀποσύρεται στὴν Αἴγινα, στὴ γυναικεία Μονὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος, ποὺ ὁ ἴδιος ἔχει ἱδρύσει ἀπὸ τὸ 1904. Ἐκεῖ παραμένει, ὡς πνευματικὸς τῆς Μονῆς, μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του (1920).
Μιὰ ἱερὴ πορεία ἑβδομήντα τεσσάρων χρόνων, κατάφορτη ἀπὸ καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἶναι ὅλη ἡ ζωή του. Νηστεύει, ἀγρυπνεῖ, προσεύχεται. Ταυτίζει τὸ θέλημά του μὲ τὸ θεῖο θέλημα καὶ γίνεται ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὁ "παθὼν καὶ μαθὼν τὰ θεῖα". Λειτουργεῖ σὰν ἄγγελος, προσεύχεται χωρὶς νὰ πατάει στὴ γῆ. Ἀναδεικνύεται ἔνθερμος ἐραστὴς τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ ἐγκάρδιος ὑμνητὴς τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Θεολόγος θεόπνευστος καὶ συγγραφέας ἀκούραστος. Κηρύσσει, ἐξομολογεῖ, νουθετεῖ, θυσιάζεται γιὰ τὸν πλησίον. Οἱ ἐλεημοσύνες του εἶναι ἄπειρες καὶ οἱ θαυματουργίες του ἀνεξάντλητες. Ἡ παρουσία του γαληνεύει, εἰρηνεύει, ἐμπνέει τοὺς πάντες. Εἶναι ἀληθινὰ μεγάλος, γι᾿ αὐτὸ καὶ βαθιὰ ταπεινός. Εἶναι ἀρχιερέας τοῦ Ὑψίστου, ἀλλὰ γίνεται καὶ καθαριστής, κηπουρός, τσαγκάρης καὶ χτίστης, μέχρι τὰ γεράματά του. Συκοφαντεῖται βαριὰ καὶ ὑπομένει εἰρηνικά, προσεύχεται, συγχωρεῖ, εὐχαριστεῖ γιὰ ὅλα. Ἕνας πιστὸς μιμητὴς τοῦ πράου καὶ ταπεινοῦ Ἰησοῦ, ποὺ ἡ Ἐκκλησία μας ἀνακηρύσσει ἐπίσημα ἅγιο τὸ 1961.
Ἀπαύγασμα τῆς ὁσιακῆς τοῦ βιοτῆς ἀποτελοῦν τὰ γραπτά του κείμενα. Παρουσιάζουμε ἕνα μικρὸ ἀπάνθισμα τῶν ἐπιστολῶν του, διασκευασμένο στὴ σημερινή μας γλωσσικὴ μορφή. Εἶναι μία συλλογὴ ἀπὸ σύντομες καὶ περιεκτικὲς διδαχὲς τοῦ ἁγίου, ποὺ ἀναφέρονται στὴν πνευματικὴ ζωὴ καὶ τὸν ἀγώνα τοῦ χριστιανοῦ.
Τίποτα δὲν εἶναι μεγαλύτερο ἀπὸ τὴν καθαρὴ καρδιά, γιατὶ μία τέτοια καρδιὰ γίνεται θρόνος τοῦ Θεοῦ. Καὶ τί εἶναι ἐνδοξότερο ἀπὸ τὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ; Ἀσφαλῶς τίποτα. Λέει ὁ Θεὸς γι᾿ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν καθαρὴ καρδιά: «Θὰ κατοικήσω ἀνάμεσά τους καὶ θὰ πορεύομαι μαζί τους. Θὰ εἶμαι Θεός τους, κι αὐτοὶ θὰ εἶναι λαός μου». (Β´ Κορ. 6, 16).
Ποιοὶ λοιπὸν εἶναι εὐτυχέστεροι ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους; Καὶ ἀπὸ ποιὸ ἀγαθὸ μπορεῖ νὰ μείνουν στερημένοι; Δὲν βρίσκονται ὅλα τ᾿ ἀγαθὰ καὶ τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὶς μακάριες ψυχές τους; Τί περισσότερο χρειάζονται; Τίποτα, στ᾿ ἀλήθεια, τίποτα! Γιατὶ ἔχουν στὴν καρδιά τους τὸ μεγαλύτερο ἀγαθό: τὸν ἴδιο τὸ Θεό!
Πόσο πλανιοῦνται οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀναζητοῦν τὴν εὐτυχία μακριὰ ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους, στὶς ξένες χῶρες καὶ στὰ ταξίδια, στὸν πλοῦτο καὶ στὴ δόξα, στὶς μεγάλες περιουσίες καὶ στὶς ἀπολαύσεις, στὶς ἡδονὲς καὶ σ᾿ ὅλες τὶς χλιδὲς καὶ ματαιότητες, ποὺ κατάληξή τους ἔχουν τὴν πίκρα! Ἡ ἀνέγερση τοῦ πύργου τῆς εὐτυχίας ἔξω ἀπὸ τὴν καρδιά μας, μοιάζει μὲ οἰκοδόμηση κτιρίου σὲ ἔδαφος ποὺ σαλεύεται ἀπὸ συνεχεῖς σεισμούς. Σύντομα ἕνα τέτοιο οἰκοδόμημα θὰ σωριαστεῖ στὴ γῆ...
Ἀδελφοί μου! Ἡ εὐτυχία βρίσκεται μέσα στὸν ἴδιο σας τὸν ἑαυτό, καὶ μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ τὸ κατάλαβε αὐτό. Ἐξετάστε τὴν καρδιά σας καὶ δεῖτε τὴν πνευματική της κατάσταση. Μήπως ἔχασε τὴν παρρησία της πρὸς τὸ Θεό; Μήπως ἡ συνείδηση διαμαρτύρεται γιὰ παράβαση τῶν ἐντολῶν Του; Μήπως σᾶς κατηγορεῖ γιὰ ἀδικίες, γιὰ ψέματα, γιὰ παραμέληση τῶν καθηκόντων πρὸς τὸ Θεὸ καὶ τὸν πλησίον; Ἐρευνῆστε μήπως κακίες καὶ πάθη γέμισαν τὴν καρδιά σας, μήπως γλίστρησε αὐτὴ σὲ δρόμους στραβοὺς καὶ δύσβατους...
Δυστυχῶς, ἐκεῖνος ποὺ παραμέλησε τὴν καρδιά του, στερήθηκε ὅλα τ᾿ ἀγαθὰ κι ἔπεσε σὲ πλῆθος κακῶν. Ἔδιωξε τὴ χαρὰ καὶ γέμισε μὲ πίκρα, θλίψη καὶ στενοχώρια. Ἔδιωξε τὴν εἰρήνη καὶ ἀπόκτησε ἄγχος, ταραχὴ καὶ τρόμο. Ἔδιωξε τὴν ἀγάπη καὶ δέχτηκε τὸ μίσος. Ἔδιωξε, τέλος, ὅλα τὰ χαρίσματα καὶ τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ δέχτηκε μὲ τὸ βάπτισμα, καὶ οἰκειώθηκε ὅλες τὶς κακίες ἐκεῖνες, ποὺ κάνουν τὸν ἄνθρωπο ἐλεεινὸ καὶ τρισάθλιο.
Ἀδελφοί μου! Ὁ Πολυέλεος Θεὸς θέλει τὴν εὐτυχία ὅλων μας καὶ σ᾿ αὐτὴ καὶ στὴν ἄλλη ζωή. Γι᾿ αὐτὸ ἵδρυσε τὴν ἁγία Του Ἐκκλησία. Γιὰ νὰ μᾶς καθαρίζει αὐτὴ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, νὰ μᾶς ἁγιάζει, νὰ μᾶς συμφιλιώνει μαζί Του, νὰ μᾶς χαρίζει τὶς εὐλογίες τοῦ οὐρανοῦ.
Ἡ Ἐκκλησία ἔχει ἀνοιχτὴ τὴν ἀγκαλιά της, γιὰ νὰ μᾶς ὑποδεχθεῖ. Ἂς τρέξουμε γρήγορα ὅσοι ἔχουμε βαριὰ τὴ συνείδηση. Ἂς τρέξουμε καὶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕτοιμη νὰ σηκώσει τὸ βαρὺ φορτίο μας, νὰ μᾶς χαρίσει τὴν παρρησία πρὸς τὸ Θεό, νὰ γεμίσει τὴν καρδιά μας μὲ εὐτυχία καὶ μακαριότητα...
«Ὅσοι βαπτιστήκατε στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ντυθήκατε τὸ Χριστό» (Γαλ. 3:27).
Πόσο μεγάλη ἀλήθεια μᾶς ἐπισημαίνει μ᾿ αὐτὰ τὰ λόγια ὁ ἀπόστολος Παῦλος!
Οἱ βαπτισμένοι χριστιανοὶ δὲν φοροῦν τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο μὲ τὰ πάθη καὶ τὶς ἁμαρτωλὲς ἐπιθυμίες του, ἀλλὰ εἶναι ντυμένοι τὸν καινούριο ἄνθρωπο. Ντύθηκαν τὸν ἴδιο τὸ Χριστό, ποὺ ζεῖ τώρα μέσα στὶς καρδιές τους. Καὶ ἡ λέξη "ντύθηκαν" δὲν ἀναφέρεται σὲ κάποια ἁπλὴ καὶ ἐξωτερικὴ στολή, ἀλλὰ σὲ κάτι βαθύτερο, σὲ κάτι οὐσιαστικὸ καὶ ἀναφαίρετο.
Μὲ τὴν πίστη μας στὸ Χριστὸ καὶ μὲ τὴ βάπτισή μας ντυνόμαστε τὸν ἴδιο τὸ Χριστὸ καὶ γινόμαστε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, οἰκητήρια τοῦ Παναγίου Πνεύματος, ναοὶ τοῦ Θεοῦ, ἅγιοι καὶ τέλειοι, Θεοὶ κατὰ χάριν.
Ὥστε λοιπὸν ρίξαμε ἀπὸ πάνω μας τὴ φθορὰ καὶ ντυθήκαμε τὴν ἀφθαρσία. Ξεντυθήκαμε τὸν ἄνθρωπο τῆς ἁμαρτίας καὶ ντυθήκαμε τὸν ἄνθρωπο τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς χάριτος. Διώξαμε τὸ θάνατο καὶ ντυθήκαμε τὴν ἀθανασία...
Συλλογιστήκαμε ὅμως καὶ τὶς μεγάλες ὑποχρεώσεις, πού, μὲ τὸ βάπτισμά μας, ἀναλάβαμε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ; Συνειδητοποιήσαμε ὅτι ὀφείλουμε νὰ συμπεριφερόμαστε σὰν παιδιὰ τοῦ Θεοῦ καὶ σὰν ἀδελφοὶ τοῦ Κυρίου μας; Ὅτι ἔχουμε χρέος νὰ συνταυτίσουμε τὸ δικό μας θέλημα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ; Ὅτι πρέπει, σὰν παιδιὰ δικά Του, νὰ μένουμε ἐλεύθεροι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία; Ὅτι ὀφείλουμε νὰ Τὸν ἀγαπᾶμε μ᾿ ὅλη μας τὴ δύναμη, ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς καὶ τῆς καρδιᾶς μας; Ὅτι ὀφείλουμε νὰ Τὸν λατρεύουμε καὶ νὰ λαχταροῦμε τὴν ἕνωση μαζί Του γιὰ πάντα; Σκεφτήκαμε, ἄραγε, ὅτι ἡ καρδιά μας πρέπει νά᾿ ναι πλημμυρισμένη ἀπὸ τὴν ἀγάπη, ὥστε αὐτὴ νὰ ξεχύνεται καὶ στὸν πλησίον μας; Ἔχουμε τὴ συναίσθηση ὅτι ὀφείλουμε νὰ γίνουμε ἅγιοι καὶ τέλειοι καὶ εἰκόνες τοῦ Θεοῦ καὶ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ καὶ κληρονόμοι τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν;
Γιὰ ὅλ᾿ αὐτὰ ἔχουμε χρέος ν᾿ ἀγωνιστοῦμε, ὥστε νὰ μὴ φανοῦμε ἀνάξιοι στὸ κάλεσμα ποὺ μᾶς ἔκανε ὁ Θεὸς καὶ ἀποδοκιμαστοῦμε... Ναί, ἀδελφοί μου, ἂς παλέψουμε μὲ ζῆλο καὶ αὐταπάρνηση γιὰ νὰ νικήσουμε. Κανείς μας ἂς μὴ χάσει τὸ θάρρος του, ἂς μὴν ἀμελήσει, ἂς μὴ δειλιάσει, ἂς μὴν πτοηθεῖ μπροστὰ στὰ σκάμματα τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα. Γιατὶ ἔχουμε βοηθὸ τὸ Θεό, ποὺ μᾶς δυναμώνει στὸν δύσκολο δρόμο τῆς ἀρετῆς.
Σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι νὰ γίνουμε τέλειοι καὶ ἅγιοι. Νὰ ἀναδειχθοῦμε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ καὶ κληρονόμοι τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ἂς προσέξουμε μήπως, γιὰ χάρη τῆς παρούσας ζωῆς, στερηθοῦμε τὴ μέλλουσα, μήπως, ἀπὸ τὶς βιοτικὲς φροντίδες καὶ μέριμνες, ἀμελήσουμε τὸ σκοπὸ τῆς ζωῆς μας.
Ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία καὶ ἡ προσευχὴ ἀπὸ μόνες τους δὲν φέρνουν τοὺς ἐπιθυμητοὺς καρπούς, γιατὶ αὐτὲς δὲν εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς μας, ἀποτελοῦν τὰ μέσα γιὰ νὰ πετύχουμε τὸ σκοπό.
Στολίστε τὶς λαμπάδες σας μὲ ἀρετές. Ἀγωνιστεῖτε ν᾿ ἀποβάλετε τὰ πάθη τῆς ψυχῆς. Καθαρίστε τὴν καρδιά σας ἀπὸ κάθε ρύπο καὶ διατηρῆστε την ἁγνή, γιὰ νὰ ἔρθει καὶ νὰ κατοικήσει μέσα σας ὁ Κύριος, γιὰ νὰ σᾶς πλημμυρίσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μὲ τὶς θεῖες δωρεές.
Παιδιά μου ἀγαπητά, ὅλη σας ἡ ἀσχολία καὶ ἡ φροντίδα σ᾿ αὐτὰ νὰ εἶναι. Αὐτὰ ν᾿ ἀποτελοῦν σκοπὸ καὶ πόθο σας ἀσταμάτητο. Γι᾿ αὐτὰ νὰ προσεύχεστε στὸ Θεό.
Νὰ ζητᾶτε καθημερινὰ τὸν Κύριο, ἀλλὰ μέσα στὴν καρδιά σας καὶ ὄχι ἔξω ἀπὸ αὐτήν. Καὶ ὅταν Τὸν βρεῖτε, σταθεῖτε μὲ φόβο καὶ τρόμο, ὅπως τὰ Χερουβεὶμ καὶ τὰ Σεραφείμ, γιατὶ ἡ καρδιά σας ἔγινε θρόνος τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ γιὰ νὰ βρεῖτε τὸν Κύριο, ταπεινωθεῖτε μέχρι τὸ χῶμα, γιατὶ ὁ Κύριος βδελύσσεται τοὺς ὑπερήφανους, ἐνῶ ἀγαπάει καὶ ἐπισκέπτεται τοὺς ταπεινοὺς στὴν καρδιά.
Ἂν ἀγωνίζεσαι τὸν ἀγώνα τὸν καλό, ὁ Θεὸς θὰ σὲ ἐνισχύσει. Στὸν ἀγώνα ἐντοπίζουμε τὶς ἀδυναμίες, τὶς ἐλλείψεις καὶ τὰ ἐλαττώματά μας. Εἶναι ὁ καθρέφτης τῆς πνευματικῆς μας καταστάσεως. Ὅποιος δὲν ἀγωνίστηκε, δὲν γνώρισε τὸν ἑαυτό του.
Προσέχετε καὶ τὰ μικρὰ ἀκόμα παραπτώματα. Ἂν σᾶς συμβεῖ ἀπὸ ἀπροσεξία κάποια ἁμαρτία, μὴν ἀπελπιστεῖτε, ἀλλὰ σηκωθεῖτε γρήγορα καὶ προσπέστε στὸ Θεό, ποὺ ἔχει τὴ δύναμη νὰ σᾶς ἀνορθώσει.
Μέσα μας ἔχουμε ἀδυναμίες καὶ πάθη καὶ ἐλαττώματα βαθιὰ ριζωμένα, πολλὰ εἶναι καὶ κληρονομικά. Ὅλα αὐτὰ δὲν κόβονται μὲ μία σπασμωδικὴ κίνηση οὔτε μὲ τὴν ἀδημονία καὶ τὴ βαρειὰ θλίψη, ἀλλὰ μὲ ὑπομονὴ καὶ ἐπιμονή, μὲ καρτερία, μὲ φροντίδα καὶ προσοχή.
Ἡ ὑπερβολικὴ λύπη κρύβει μέσα της ὑπερηφάνεια. Γι᾿ αὐτὸ εἶναι βλαβερὴ καὶ ἐπικίνδυνη, καὶ πολλὲς φορὲς παροξύνεται ἀπὸ τὸ διάβολο, γιὰ ν᾿ ἀνακόψει τὴν πορεία τοῦ ἀγωνιστῆ.
Ὁ δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ στὴν τελειότητα εἶναι μακρύς. Εὔχεστε στὸ Θεὸ νὰ σᾶς δυναμώνει. Νὰ ἀντιμετωπίζετε μὲ ὑπομονὴ τὶς πτώσεις σας καί, ἀφοῦ γρήγορα σηκωθεῖτε, νὰ τρέχετε καὶ νὰ μὴ στέκεστε, σὰν τὰ παιδιά, στὸν τόπο ποὺ πέσατε, κλαίγοντας καὶ θρηνώντας ἀπαρηγόρητα.
Ἀγρυπνεῖτε καὶ προσεύχεστε, γιὰ νὰ μὴν μπεῖτε σὲ πειρασμό. Μὴν ἀπελπίζεστε, ἂν πέφτετε συνέχεια σὲ παλιὲς ἁμαρτίες. Πολλὲς ἀπ᾿ αὐτὲς εἶναι καὶ ἀπὸ τὴ φύση τους ἰσχυρὲς καὶ ἀπὸ τὴ συνήθεια. Μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου, ὅμως, καὶ μὲ τὴν ἐπιμέλεια νικιοῦνται. Τίποτα νὰ μὴ σᾶς ἀπελπίζει.
Οἱ πειρασμοὶ παραχωροῦνται γιὰ νὰ φανερωθοῦν τὰ κρυμμένα πάθη, νὰ καταπολεμηθοῦν κι ἔτσι νὰ θεραπευθεῖ ἡ ψυχή. Εἶναι καὶ αὐτοὶ δεῖγμα τοῦ θείου ἐλέους. Γι᾿ αὐτὸ ἄφησε μὲ ἐμπιστοσύνη τὸν ἑαυτό σου στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ καὶ ζήτησε τὴ βοήθειά Του, ὥστε νὰ σὲ δυναμώσει στὸν ἀγώνα σου. Ἡ ἐλπίδα στὸ Θεὸ δὲν ὁδηγεῖ ποτὲ στὴν ἀπελπισία. Οἱ πειρασμοὶ φέρνουν ταπεινοφροσύνη. Ὁ Θεὸς ξέρει τὴν ἀντοχὴ τοῦ καθενός μας καὶ παραχωρεῖ τοὺς πειρασμοὺς κατὰ τὸ μέτρο τῶν δυνάμεών μας. Νὰ φροντίζουμε ὅμως κι ἐμεῖς νὰ εἴμαστε ἄγρυπνοι καὶ προσεκτικοί, γιὰ νὰ μὴ βάλουμε μόνοι μας τὸν ἑαυτό μας σὲ πειρασμό.
Ἐμπιστευτεῖτε στὸ Θεὸ τὸν Ἀγαθό, τὸν Ἰσχυρό, τὸν Ζῶντα, καὶ Αὐτὸς θὰ σᾶς ὁδηγήσει στὴν ἀνάπαυση. Μετὰ τὶς δοκιμασίες ἀκολουθεῖ ἡ πνευματικὴ χαρά. Ὁ Κύριος παρακολουθεῖ ὅσους ὑπομένουν τὶς δοκιμασίες καὶ τὶς θλίψεις γιὰ τὴ δική Του ἀγάπη. Μὴ λιποψυχεῖτε λοιπὸν καὶ μὴ δειλιάζετε.
Δὲν θέλω νὰ θλίβεστε καὶ νὰ συγχύζεστε γιὰ ὅσα συμβαίνουν ἀντίθετα στὴ θέλησή σας, ὅσο δίκαιη κι ἂν εἶναι αὐτή. Μιὰ τέτοια θλίψη μαρτυρεῖ τὴν ὕπαρξη ἐγωισμοῦ. Προσέχετε τὸν ἐγωισμό, ποὺ κρύβεται κάτω ἀπὸ τὴ μορφὴ τοῦ δικαιώματος. Προσέχετε καὶ τὴν ἄκαιρη λύπη, δημιουργεῖται ὕστερ᾿ ἀπὸ ἕναν δίκαιο ἔλεγχο. Ἡ ὑπερβολικὴ θλίψη γιὰ ὅλα αὐτὰ εἶναι τοῦ πειρασμοῦ. Μία εἶναι ἡ ἀληθινὴ θλίψη. Αὐτὴ ποὺ δημιουργεῖται, ὅταν γνωρίσουμε καλὰ τὴν ἄθλια κατάσταση τῆς ψυχῆς μας. Ὅλες οἱ ἄλλες θλίψεις δὲν ἔχουν καμιὰ σχέση μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ.
Φροντίζετε νὰ περιφρουρεῖτε στὴν καρδιά σας τὴ χαρὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ νὰ μὴν ἐπιτρέπετε στὸν πονηρὸ νὰ χύνει τὸ φαρμάκι του. Προσέχετε! Προσέχετε, μήπως ὁ παράδεισος, ποὺ ὑπάρχει μέσα σας, μετατραπεῖ σὲ κόλαση.
Τὸ κύριο ἔργο τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ προσευχή. Ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε γιὰ νὰ ὑμνεῖ τὸ Θεό. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔργο ποὺ τοῦ ἁρμόζει. Αὐτὸ μόνο ἐξηγεῖ τὴν πνευματική του ὑπόσταση. Αὐτὸ μόνο δικαιώνει τὴν ἐξέχουσα θέση του μέσα στὴ δημιουργία. Ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε γιὰ νὰ λατρεύει τὸ Θεὸ καὶ νὰ μετέχει στὴ θεία Του ἀγαθότητα καὶ μακαριότητα.
Ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι, λαχταράει γιὰ τὸ Θεὸ καὶ τρέχει μὲ πόθο νὰ ἀνυψωθεῖ πρὸς Αὐτόν. Μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ὑμνωδία εὐφραίνεται. Τὸ πνεῦμα του ἀγάλλεται καὶ ἡ καρδιά τοῦ σκιρτάει. Ὅσο περισσότερο προσεύχεται, τόσο ἡ ψυχή του ἀπογυμνώνεται ἀπὸ τὶς κοσμικὲς ἐπιθυμίες καὶ γεμίζει ἀπὸ τὰ οὐράνια ἀγαθά. Καὶ ὅσο ἀποχωρίζεται τὰ γήινα καὶ τὶς ἡδονὲς τοῦ βίου, τόσο περισσότερο ἀπολαμβάνει τὴν οὐράνια εὐφροσύνη. Ἡ δοκιμὴ καὶ ἡ πείρα μᾶς ἐπιβεβαιώνουν τὴν ἀλήθεια αὐτή.
Ὁ Θεὸς εὐαρεστεῖται στὶς προσευχὲς ἐκεῖνες ποὺ προσφέρονται μὲ τὸν πρέποντα τρόπο, δηλαδὴ μὲ συναίσθηση τῆς ἀτέλειας καὶ τῆς ἀναξιότητός μας. Γιὰ νὰ ὑπάρξει ὅμως τέτοια συναίσθηση, ἀπαιτεῖται τέλεια αὐταπάρνηση τοῦ κακοῦ μας ἑαυτοῦ καὶ ὑποταγὴ στὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, ἀπαιτεῖται ταπείνωση καὶ ἀδιάλειπτη πνευματικὴ ἐργασία.
Ἀναθέστε ὅλες τὶς φροντίδες σας στὸ Θεό. Ἐκεῖνος προνοεῖ γιὰ σᾶς. Μὴ γίνεστε ὀλιγόψυχοι καὶ μὴν ταράζεστε. Αὐτὸς ποὺ ἐξετάζει τὰ ἀπόκρυφα βάθη τῆς ψυχῆς τῶν ἀνθρώπων, γνωρίζει καὶ τὶς δικές σας ἐπιθυμίες καὶ ἔχει τὴ δύναμη νὰ τὶς ἐκπληρώσει ὅπως Αὐτὸς γνωρίζει. Ἐσεῖς νὰ ζητᾶτε ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ νὰ μὴ χάνετε τὸ θάρρος σάς. Μὴ νομίζετε ὅτι, ἐπειδὴ ὁ πόθος σας εἶναι ἅγιος, ἔχετε δικαίωμα νὰ παραπονιέστε, ὅταν οἱ προσευχές σας δὲν εἰσακούονται. Ὁ Θεὸς ἐκπληρώνει τοὺς πόθους σας μὲ τρόπο ποὺ ἐσεῖς δὲν γνωρίζετε. Νὰ εἰρηνεύετε λοιπὸν καὶ νὰ ἐπικαλεῖστε τὸ Θεό.
Οἱ προσευχὲς καὶ οἱ δεήσεις ἀπὸ μόνες τους δὲν μᾶς ὁδηγοῦν στὴν τελειότητα. Στὴν τελείωση ὁδηγεῖ ὁ Κύριος, ποὺ ἔρχεται καὶ κατοικεῖ μέσα μας, ὅταν ἐμεῖς ἐκτελοῦμε τὶς ἐντολές Του. Καὶ μία ἀπὸ τὶς πρῶτες ἐντολὲς εἶναι νὰ γίνεται στὴ ζωή μας τὸ θέλημα ὄχι τὸ δικό μας, ἀλλὰ τοῦ Θεοῦ. Καὶ νὰ γίνεται μὲ τὴν ἀκρίβεια ποὺ γίνεται στὸν οὐρανὸ ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους. Γιὰ νὰ μποροῦμε κι ἐμεῖς νὰ λέμε: «Κύριε, ὄχι ὅπως ἐγὼ θέλω, ἀλλ᾿ ὅπως Ἐσύ, «γεννηθήτω τὸ θέλημά Σου, ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς»». Χωρὶς λοιπὸν τὸ Χριστὸ μέσα μας, οἱ προσευχὲς καὶ οἱ δεήσεις ὁδηγοῦν στὴν πλάνη.
Ἡ εἰρήνη εἶναι θεῖο δῶρο, ποὺ χορηγεῖται πλουσιοπάροχα σ᾿ ὅσους συμφιλιώνονται μὲ τὸ Θεὸ καὶ ἐκτελοῦν τὰ θεῖα Του προστάγματα.
Ἡ εἰρήνη εἶναι φῶς καὶ φεύγει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ποὺ εἶναι σκοτάδι. Ἕνας ἁμαρτωλὸς ποτὲ δὲν εἰρηνεύει.
Νὰ ἀγωνίζεστε ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ μὴ σᾶς ταράζει ἡ ἐξέγερση τῶν παθῶν μέσα σας. Γιατὶ, ἂν στὴν πάλη μαζί τους νικήσετε, τὸ ξεσήκωμα τῶν παθῶν ἔγινε γιὰ σᾶς ἀφορμὴ νέας χαρᾶς καὶ εἰρήνης.
«Νὰ ἐπιδιώκετε τὴν εἰρήνη μὲ ὅλους, ἐπιδιώκετε καὶ τὴν ἁγιότητα, χωρὶς τὴν ὁποία κανεὶς δὲν θ᾿ ἀντικρύσει τὸν Κύριο» (Ἑβρ.12, 14).
Ἡ εἰρήνη καὶ ὁ ἁγιασμὸς εἶναι δυὸ ἀναγκαῖες προϋποθέσεις γιὰ ὅποιον ζητάει μὲ πόθο νὰ δεῖ τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Ἡ εἰρήνη εἶναι τὸ θεμέλιο στὸ ὁποῖο στηρίζεται ὁ ἁγιασμός.
Ὁ ἁγιασμὸς δὲν παραμένει σὲ ταραγμένη καὶ ὀργισμένη καρδιά. Ἡ ὀργή, ὅταν χρονίζει στὴν ψυχή, δημιουργεῖ τὴν ἔχθρα καὶ τὸ μίσος ἐναντίον τοῦ πλησίον. Γι᾿ αὐτὸ ἐπιβάλλεται ἡ γρήγορη συμφιλίωση μὲ τὸν ἀδελφό μας, ὥστε νὰ μὴ στερηθοῦμε τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ποὺ ἁγιάζει τὴν καρδιά μας.
Ἐκεῖνος ποὺ εἰρηνεύει μὲ τὸν ἑαυτό του, εἰρηνεύει καὶ μὲ τὸν πλησίον του, εἰρηνεύει καὶ μὲ τὸ Θεό. Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος εἶναι ἁγιασμένος, γιατὶ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς κατοικεῖ μέσα του.
Ἐπιδιώκετε τὴν ἀγάπη. Ζητᾶτε καθημερινὰ ἀπὸ τὸ Θεὸ τὴν ἀγάπη. Μαζὶ μὲ τὴν ἀγάπη ἔρχεται καὶ ὅλο τὸ πλῆθος τῶν ἀγαθῶν καὶ τῶν ἀρετῶν. Ἀγαπᾶτε, γιὰ ν᾿ ἀγαπιέστε κι ἐσεῖς ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Δῶστε στὸ Θεὸ ὅλη σας τὴν καρδιά, ὥστε νὰ μένετε στὴν ἀγάπη. «Ὅποιος ζεῖ μέσα στὴν ἀγάπη, ζεῖ μέσα στὸ Θεό, κι ὁ Θεὸς μέσα σ᾿ αὐτόν» (Α´ Ἰω. 4, 16).
Ὀφείλετε νὰ ἔχετε πολλὴ προσοχὴ στὶς μεταξύ σας σχέσεις καὶ νὰ σέβεστε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον ὡς πρόσωπα ἱερά, ὡς εἰκόνες τοῦ Θεοῦ. Νὰ μὴν ἀποβλέπετε ποτὲ στὸ σῶμα ἢ στὴν ὀμορφιά του, ἀλλὰ στὴν ψυχή. Προσέχετε τὸ αἴσθημα τῆς ἀγάπης, γιατὶ, ὅταν ἡ καρδιὰ δὲν θερμαίνεται ἀπὸ τὴν καθαρὴ προσευχή, ἡ ἀγάπη κινδυνεύει νὰ γίνει σαρκικὴ καὶ ἀφύσικη, κινδυνεύει νὰ σκοτίσει τὸ νοῦ καὶ νὰ κατακάψει τὴν καρδιά.
Πρέπει νὰ ἐξετάζουμε καθημερινά, μήπως ἡ ἀγάπη μας δὲν ἀπορρέει ἀπὸ τὸ σύνδεσμο τῆς κοινῆς μας ἀγάπης πρὸς τὸ Χριστό, μήπως δὲν πηγάζει ἀπὸ τὸ πλήρωμα τῆς ἀγάπης μας πρὸς τὸν Κύριο. Αὐτὸς ποὺ ἀγρυπνεῖ νὰ διατηρήσει ἁγνὴ τὴν ἀγάπη, θὰ φυλαχθεῖ ἀπὸ τὶς παγίδες τοῦ πονηροῦ, ποὺ προσπαθεῖ σιγὰ-σιγὰ νὰ μετατρέψει τὴν χριστιανικὴ ἀγάπη σὲ ἀγάπη κοινὴ καὶ συναισθηματική.
Σᾶς συνιστῶ νὰ ἔχετε σὲ ὅλα διάκριση καὶ φρόνηση. Ν᾿ ἀποφεύγετε τὰ ἄκρα. Οἱ αὐστηρότητες συμβαδίζουν μὲ τὰ μέτρα τῆς ἀρετῆς. Αὐτὸς ποὺ δὲν ἔχει μεγάλες ἀρετὲς καὶ συναγωνίζεται μὲ τοὺς τέλειους, θέλοντας νὰ ζεῖ μὲ αὐστηρότητα, ὅπως οἱ ἅγιοι ἀσκητές, αὐτὸς κινδυνεύει νὰ ὑπερηφανευθεῖ καὶ νὰ πέσει. Γι᾿ αὐτὸ νὰ πορεύεσθε μὲ διάκριση καὶ νὰ μὴν ἐξαντλεῖτε τὸ σῶμα μὲ ὑπέρμετρους κόπους. Νὰ θυμάστε πὼς ἡ ἄσκηση τοῦ σώματος ἁπλῶς βοηθάει τὴν ψυχὴ νὰ φτάσει στὴν τελειότητα, ἡ τελειότητα κατορθώνεται κυρίως μὲ τὸν ἀγώνα τῆς ψυχῆς.
Μὴν τεντώνετε περισσότερο ἀπὸ τὸ μέτρο τὴ χορδή. Νὰ ξέρετε ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἐκβιάζεται στὶς δωρεές Του· δίνει, ὅταν αὐτὸς θέλει. Ὅ,τι παίρνουμε, τὸ παίρνουμε δωρεὰν ἀπὸ τὸ θεῖο ἔλεος.
Μὴ ζητᾶτε νὰ φτάσετε ψηλὰ μὲ μεγάλες ἀσκήσεις χωρὶς νὰ ἔχετε ἀρετές, γιατὶ κινδυνεύετε νὰ πέσετε σὲ πλάνη γιὰ τὴν ἔπαρση καὶ τὴν τόλμη σας. Ὅποιος ἐπιζητεῖ θεῖα χαρίσματα καὶ ὑψηλὲς θεωρίες, ἐνῶ εἶναι ἀκόμα φορτωμένος μὲ πάθη, αὐτός, σὰν ἀνόητος καὶ ὑπερήφανος, πλανιέται. Πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα ὀφείλει ν᾿ ἀγωνιστεῖ γιὰ τὴν κάθαρσή του. Ἡ θεία χάρη στέλνει τὰ χαρίσματα σὰν ἀμοιβὴ σ᾿ ὅσους ἔχουν καθαριστεῖ ἀπὸ τὰ πάθη. Τοὺς ἐπισκέπτεται χωρὶς θόρυβο καὶ σὲ ὥρα ποὺ δὲν γνωρίζουν.
Ἡ ὑπερηφάνεια τοῦ νοῦ εἶναι ἡ σατανικὴ ὑπερηφάνεια, ἡ ὁποία ἀρνεῖται τὸ Θεὸ καὶ βλασφημεῖ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, γι᾿ αὐτὸ καὶ πολὺ δύσκολα θεραπεύεται. Εἶναι ἕνα βαθὺ σκοτάδι, τὸ ὁποῖο ἐμποδίζει τὰ μάτια τῆς ψυχῆς νὰ δοῦν τὸ φῶς ποὺ ὑπάρχει μέσα της καὶ ποὺ ὁδηγεῖ στὸ Θεό, στὴν ταπείνωση, στὴν ἐπιθυμία τοῦ ἀγαθοῦ.
Ἀντίθετα, ἡ ὑπερηφάνεια τῆς καρδιᾶς δὲν εἶναι γέννημα τῆς σατανικῆς ὑπερηφάνειας, ἀλλὰ δημιουργεῖται ἀπὸ διάφορες καταστάσεις καὶ γεγονότα: πλοῦτο, δόξα, τιμές, πνευματικὰ ἢ σωματικὰ χαρίσματα (εὐφυΐα, ὀμορφιά, δύναμη, δεξιοτεχνία κ.λπ). Ὅλα αὐτὰ σηκώνουν ψηλὰ τὰ μυαλὰ τῶν ἀνόητων ἀνθρώπων, ποὺ γίνονται ἔτσι ματαιόφρονες, χωρὶς ὅμως νὰ εἶναι καὶ ἄθεοι... Αὐτοὶ πολλὲς φορὲς ἐλεοῦνται ἀπὸ τὸ Θεό, παιδαγωγοῦνται καὶ σωφρονίζονται. Ἡ καρδιά τους συντρίβεται, παύει νὰ ἐπιζητεῖ δόξες καὶ ματαιότητες, κι ἔτσι θεραπεύονται.
Ἡ πνευματική σας ἐργασία νὰ εἶναι ἡ ἐξέταση τῆς καρδιᾶς σας. Μήπως φωλιάζει σ᾿ αὐτὴν σὰν φαρμακερὸ φίδι ἡ ὑπερηφάνεια, τὸ πάθος ποὺ γεννάει πολλὰ κακά, ποὺ ἀπονεκρώνει κάθε ἀρετή, ποὺ δηλητηριάζει τὰ πάντα; Σ᾿ αὐτὴ τὴν ἑωσφορικὴ κακία πρέπει νὰ στραφεῖ ὅλη σας ἡ φροντίδα. Μέρα καὶ νύχτα νὰ σᾶς γίνει ἔργο ἀδιάλειπτο ἡ ἔρευνά της.
Θὰ εἶναι ἀλήθεια, νομίζω, ἂν πῶ ὅτι ὅλη ἡ πνευματική μας φροντίδα συνίσταται στὴν ἀναζήτηση καὶ ἐξόντωση τῆς ὑπερηφάνειας καὶ τῶν παιδιῶν της. Ἂν ἀπαλλαγοῦμε ἀπ᾿ αὐτὴν καὶ θρονιάσουμε στὴν καρδιά μας τὴν ταπεινοφροσύνη, τότε ἔχουμε τὸ πᾶν. Γιατὶ ὅπου βρίσκεται ἡ ἀληθινὴ κατὰ Χριστὸν ταπείνωση, ἐκεῖ βρίσκονται μαζεμένες καὶ ὅλες οἱ ἄλλες ἀρετές, ποὺ μᾶς ὑψώνουν ὡς τὸ Θεό.
Οἱ χριστιανοὶ ἔχουν χρέος, σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου, νὰ γίνουν ἅγιοι καὶ τέλειοι. Ἡ τελειότητα καὶ ἡ ἁγιότητα χαράσσονται πρῶτα βαθιὰ στὴν ψυχὴ τοῦ χριστιανοῦ, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ τυπώνονται καὶ στὶς σκέψεις του, στὶς ἐπιθυμίες του, στὰ λόγια του, στὶς πράξεις του. Ἔτσι, ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ ὑπάρχει στὴν ψυχή, ξεχύνεται καὶ σ᾿ ὅλο τὸν ἐξωτερικὸ χαρακτήρα.
Ὁ χριστιανὸς ὀφείλει νὰ εἶναι εὐγενικός με ὅλους. Τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα του νὰ ἀποπνέουν τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ κατοικεῖ στὴν ψυχή του, ὥστε νὰ μαρτυρεῖται ἡ χριστιανική του πολιτεία καὶ νὰ δοξάζεται τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ.
Ὅποιος εἶναι μετρημένος στὰ λόγια, εἶναι μετρημένος καὶ στὰ ἔργα. Ὅποιος ἐξετάζει τὰ λόγια ποὺ πρόκειται νὰ πεῖ, ἐξετάζει καὶ τὶς πράξεις ποὺ πρόκειται νὰ ἐκτελέσει, καὶ ποτέ του δὲν θὰ ὑπερβεῖ τὰ ὅρια τῆς καλῆς καὶ ἐνάρετης συμπεριφορᾶς.
Τὰ χαριτωμένα λόγια τοῦ χριστιανοῦ χαρακτηρίζονται ἀπὸ λεπτότητα καὶ εὐγένεια. Αὐτὰ εἶναι ποὺ γεννοῦν τὴν ἀγάπη, φέρνουν τὴν εἰρήνη καὶ τὴ χαρά. Ἀντίθετα, ἡ ἀργολογία γεννάει μίση, ἔχθρες, θλίψεις, φιλονικίες, ταραχὲς καὶ πολέμους.
Ἂς εἴμαστε λοιπὸν πάντοτε εὐγενικοί. Ποτὲ ἀπὸ τὰ χείλη μας νὰ μὴ βγεῖ λόγος κακός, λόγος ποὺ δὲν εἶναι ἁλατισμένος μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ πάντοτε λόγοι χαριτωμένοι, λόγοι ἀγαθοί, λόγοι ποὺ μαρτυροῦν τὴν κατὰ Χριστὸν εὐγένεια καὶ τὴν ψυχική μας καλλιέργεια.
Ὁ χριστιανὸς ὀφείλει νὰ δοξάζει τὸ Θεὸ καὶ μὲ τὸ σῶμα του καὶ μὲ τὸ πνεῦμα του. Ἄλλωστε, καὶ τὰ δυὸ ἀνήκουν στὸ Θεὸ καί, ἑπομένως, δὲν ἔχει ἐξουσία νὰ τὰ ἀτιμάζει ἢ νὰ τὰ διαφθείρει, ἀλλὰ ὡς ἅγια καὶ ἱερὰ πρέπει νὰ τὰ χρησιμοποιεῖ μὲ πολλὴ εὐχαριστία.
Ὅποιος θυμᾶται ὅτι τὸ σῶμα του καὶ τὸ πνεῦμα του ἀνήκουν στὸ Θεό, ἔχει μία εὐλάβεια κι ἕνα μυστικὸ φόβο γι᾿ αὐτά, καὶ τοῦτο συντελεῖ στὸ νὰ τὰ διατηρεῖ ἁγνὰ καὶ καθαρὰ ἀπὸ κάθε ρύπο, σὲ ἀδιάλειπτη ἐπικοινωνία μ᾿ Ἐκεῖνον, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἁγιάζονται καὶ ἐνισχύονται.
Ὁ ἄνθρωπος δοξάζει τὸ Θεὸ μὲ τὸ σῶμα του καὶ μὲ τὸ πνεῦμα του, πρῶτα, ὅταν θυμᾶται ὅτι ἁγιάστηκε ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ ἑνώθηκε μαζί του, καὶ ὕστερα, ὅταν ἑνώνει τὴ θέλησή του μὲ τὴ θέληση τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ ἐκτελεῖ πάντοτε τὸ ἀγαθὸ καὶ εὐάρεστο καὶ τέλειο θέλημά Του. Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος δὲν ζεῖ γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ γιὰ τὸ Θεό. Ἐργάζεται γιὰ τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ στὴ γῆ. Δοξάζει σὲ ὅλα τὸ Θεό, μὲ λόγια καὶ μὲ ἔργα. Οἱ πράξεις του, ποὺ γίνονται γιὰ τὸ καλὸ τῶν συνανθρώπων του, δίνουν ἀφορμὴ δοξολογίας τοῦ θείου ὀνόματος. Ἡ ζωή του, καταυγαζόμενη ἀπὸ τὸ θεῖο φῶς, λάμπει σὰν φῶς δυνατό. Ἔτσι ἡ πολιτεία του γίνεται ὁδηγὸς πρὸς τὸ Θεὸ γιὰ ὅσους ἀκόμα δὲν Τὸν γνώρισαν.
(Ἀπὸ τὴ σειρὰ τῶν φυλλαδίων «Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ» τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου Ὠρωποῦ Ἀττικῆς.)