Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2010
Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2010
῾ Ο νεωτεριστής- ᾿Ιωάννη Κονδυλάκη (διήγημα)

Τα πρώτα γράμματα έμαθα από πολλούς δασκάλους. Ο πρώτος ήτον ένας φραγκοφορεμένος με τ’ όνομα Ηρακλής. Έξω από τ’ όνομά του δε θυμούμαι γι’ αυτόν πολλά πράματα. Η αλήθεια είναι ότι και πολύ γλήγορα τον χάσαμε. Ένα πρωί μάθαμε πως έκλεψε τη Μαγδαληνή και έφυγε. Ήτο δε η Μαγδαληνή κόρη ενός γιατρού Κερκυραίου, που δεν ξέρω πώς είχε ξεπέσει εκεί κάτω σ’ ένα χωριό της Κρήτης απόκεντρο. Και θυμούμαι τους χωριανούς πώς, συναθροισμένοι στα δώματα, κοίταζαν πάνω στη Ρούσα Κεφάλα, στο μέρος που νόμιζαν πως είχαν τραβήξει οι φευγάτοι.
Τον είχαμε δεν τον είχαμε δύο μήνες αυτόν το δάσκαλο. Τίποτε ίσως δεν έμαθα απ’ αυτόν· του διατηρώ όμως μια γλυκιά ανάμνηση. Στο σχολείο του με πήγαν σηκωτό, διότι δεν ήθελα να πάω· κι έκλαιγα και σφάδαζα σ’ όλο το δρόμο. Αλλ’ ο δάσκαλος μ’ ένα κομμάτι καντιοζάχαρη εγλύκανε τη φοβερή ιδέα που ’χα για το σχολείο.
Αντικαταστάτη του Ηρακλή μάς φέραν ένα παλιό δάσκαλο ονομαζόμενο Ράλιο. Η φιλοδοξία των χωριανών ήτο να εισάξουν νέα γράμματα και νέα μέθοδο, αν και γι’ αυτά είχαν πολύ αόριστη ιδέα, αγράμματοι ως ήσαν και μακριά του πολιτισμού. Αλλ’ αφού έφυγεν ο νέος δάσκαλος, αναγκασθήκανε να ξαναφέρουν τον παλιό, που δίδασκε τα λεγόμενα Κοινά ή κολλυβογράμματα. Αυτά τα γράμματα άρχιζαν από τη φυλλάδα που ’τον το αλφαβητάριο τότε· κι από τη φυλλάδα περνούσαν στον Οκτώηχο, στο Ψαλτήρι και σ’ άλλα εκκλησιαστικά βιβλία. Αλλ’ ο Οκτώηχος είχε στην αρχή του το κεφαλαίο και το μικρό αλφάβητο κι έτσι ο μαθητής μπορούσε να περάσει και χωρίς ιδιαίτερη φυλλάδα, με τη βοήθεια του δασκάλου και την παρακίνηση της βίτσας του.
Ο Ράλιος δεν ήτο μόνο παλαιϊκος στη μάθηση, αλλά και παλιός στην ηλικία. Γέρος και λίγο παραλυτικός· και στο περπάτημα έσυρνε τα πόδια του. Κι οι μαθητές εμιμούμεθα το βάδισμά του για περίπαισμα, από μίσος και για το ξύλο που μάς έδιδε, και για την ελευθερία που μάς στερούσε. Από τη διδασκαλία του Ράλιου θυμούμαι τον παράξενο τρόπο που ’χε για να μαθαίνομε το αλφάβητο. Λέγαμε το πρώτο και το τελευταίο γράμμα μαζί, έπειτα το δεύτερο και το προτελευταίο κι έτσι όλα. Άλφα- ω, Βήτα- ψι , Γάμμα- χι.
Αλλά το χωριό μας, αν και μόλις είχαμε βγει από μια επανάσταση μεγάλη και καταστρεπτική, εδίψα πρόοδο· και άμα βρέθηκε άλλος δάσκαλος, ο παλιός ρίχτηκε πάλι στην αχρηστία.
Αυτός που ’ρθε ήτον ένας αρχιμαντρίτης από τη σχολή της Χάλκης, ως λέγανε. Τ’ όνομά του Νικόδημος, 30-35 ετών, καλοκαμωμένος άντρας, με κομψότητα στο ντύσιμό του ασυνήθιστη σε μας για ιερωμένο.
Ο Νικόδημος μάς έφερε την Αλληλοδιδακτική Μέθοδο· και στις μέρες του κτίστηκε και σχολείο, γιατί έως τότε τα μαθήματα γινόντανε στο σπίτι του δασκάλου ή σε άλλο σπίτι που το νοίκιαζε το Κοινό. Το νέο σχολείο στολίστηκε με πίνακες αναγνωστικούς, μαυροπινάκους και χάρτες γεωγραφικούς. Κάμανε και θρανία και μια ψηλή έδρα για το δάσκαλο.
Μαζί με την Αλληλοδιδακτική μάς έφερε ο Νικόδημος και την κανονική εκκλησιαστική μουσική. Κι ο ίδιος ήτο καλόφωνος, κι έψαλλε στην εκκλησία από βιβλίο με παράξενα σημεία, και τους καλόφωνους μαθητές διάλεξε κι άρχισε και δίδασκε την παρασημαντική και τους τέσσερους ήχους. Έτσι το χωριό γέμισε από παβουγά κι αναγνωστάκια, διότι σ’ όλους τους μαθητευόμενους ψάλτες η κοινή γνώμη του χωριού έδωκε αυτόν τον τίτλο.
Αλλά κι ο αρχιμαντρίτης έμεινε μόνο δύο χρόνια. Αφού μας ίδρυσε, εκτός του δημοτικού, κι ελληνικές τάξεις, τον πήραν με πλειοδοσία σ’ ένα πλουσιότερο χωριό, τις Αρχάνες.
Τότε μάς ήρθε ο πραγματικός νεωτεριστής, ως αντικαταστάτης του Νικόδημου. Αλλά την ιστορία του θα διηγηθώ λίγο ανάποδα.
Το 1896 κατέβηκα στα Χανιά από την Αθήνα με δημοσιογραφική αποστολή. Γενικός Διοικητής της Κρήτης ήτο τότε ο Γεωργάκης πασάς Βέροβιτς, Αλβανός, που προηγουμένως είχε χρηματίσει Μουτεσαρίφης ή διοικητής του νομού μας. Πήγα να τον επισκεφθώ στο σεράγιο των Χανιών κι όταν άκουσε ποιος ήμουν, είπε με την αλβανική του προφορά:
― Ώστε είσαι από τη Β.;
― Μάλιστα.
― Και με θυμάσαι μένα; Ήρθα στο χωριό σας. Θα ’ναι είκοσι χρόνοι και πάνω.
― Σας θυμούμαι πολύ καλά, εξοχότατε. Ήμουν μαθητής.
― Στο σχολείο ήσουν; είπε με ζωηρό ξεφώνημα ο πασάς.
Και το ωχρό και μελαγχολικό του πρόσωπο σα να κοκκίνισε.
Έπειτα γέλασε:
― Και τι γίνηκε κείνος ο τρελός δάσκαλος, που είχατε;
― Ο Καπετανάκης; Πέθανε.
― Καπετανάκη το ’λεγαν; Αλλάχ ραμέτ’ εϋλεσί[1]. Μα θυμάσαι τι πήγατε να μου κάνετε; Να μου σπάσετε το κεφάλι εσείς τα σκολιαρούδια. Εσείς οι Κρητικοί και μικροί να ’στε διάολοι είστε. (Τη φράση τη συνόδευσε χαμόγελο καλοκάγαθο, για να δείξει ότι δεν το’ λεγε για να κατηγορήσει). Μα το φταίξιμο ήτονε του δασκάλου σας. Αυτός, τζάνεμ, θεότρελος ήτονε. Βρήκα τον μπελά μου από τους Τούρκους του χωριού. Αναφορές πάνω στσ’ αναφορές μου ’πεμπαν γι’ αυτόν. Έλεγαν πως ήτο ασής[2] και ζητούσαν να τον κάνω σιργούνι[3]. Στην Πόλη έφταξε το πράμα.
― Δεν ήτο τρελός, παρατήρησα. Είχε πολύ ενθουσιασμό.
― Πώς το είπες αυτό; ρώτησε ο πασάς, που λίγο γνώριζε τα Ελληνικά και πολλές φορές σταματούσε για να βρει τη φράση που θα έλεγε ή για να καταλάβει τι του έλεγαν.
― Είχε ενθουσιασμό πατριωτικό.
Το λίγο που κατάλαβε ο πασάς από τη φράση μου τον έκαμε να κοιτάξει με ανησυχία προς τη θύρα της αίθουσας που είμεθα. Και για να σταματήσω στην ελευθερία που πήρα να μιλώ περί κρητικού πατριωτισμού σ’ έναν αντιπρόσωπο του Σουλτάνου, είπε:
― Νε ισά[4].
Και άλλαξε ομιλία.
Ο δάσκαλος, που τέτοια εντύπωση είχε κάμει στον πασά, ήτο κι αυτός νέος άνθρωπος και ζωηρός, με πυρόξανθα γένια, χωρισμένα στη μέση. Γι’ αυτό και ψαλιδογένη τον έλεγαν οι χωρικοί. Φορούσε στενά κι έλεγαν πως είχε κάμει στην Αθήνα.
Έψαλλε κι αυτός· αλλ’ αντί των βυζαντινών αργοφωνιών, αντί των τερερισμών, των ναι – ναι και να – να του Νικόδημου που δεν τα ’ξερε, επιχειρούσε να ψάλει με αρμονία τάχα ευρωπαϊκή, που την ήξερε λιγότερο. Με τα πιο καλόφωνα παιδιά του σχολείου σχημάτισε κι αυτός χορό κι έψαλλαν μαζί μια πολυφωνία, που δεν εγγυούμαι πως είχε τίποτε το αρμονικό. Το μόνο βέβαιον είναι ότι έψαλλαν με νέο και παράξενο τρόπο· και με αυτό πετύχαινε ο δάσκαλος το σκοπό του, δηλαδή να φανεί ότι έφερνε κάτι περισσότερο και νεωτεριστικότερο από τον προκάτοχό του. Η δύναμή του ήτο στο «Άγιος ο Θεός». Εκεί έβαζε κάτι φωνάρες, που έτρεμε ο θόλος της εκκλησίας. Έτρεμαν από την προσπάθεια και τα γένια του δασκάλου, σαν την ουρά της σεισοράδας.
Εις τ’ αντίφωνα ο δάσκαλος άρχιζε με βαθιά φωνή «Και μετά του Πνεύματός σου» και τελείωνεν ο παιδικός χορός «Ο Θεός ημών» με οξύφωνη συνέχεια, η οποία από τους ψηλούς τόνους χαμήλωνε κι απλωνότανε σαν κύμα, πράμα που δεν του ’λειπε μεγαλοπρέπεια και χρωματισμός με υποβολή.
Αλλ’ ο μεγαλύτερος και σπουδαιότερος νεωτερισμός του Καπετανάκη ήταν τα στρατιωτικά γυμνάσια. Ήθελε να μας κάμει στρατιώτες, για να υπηρετήσομεν, ως έλεγε, μια μέρα την πατρίδα, ως τακτικοί πλέον κι όχι άτακτοι κι ασύντακτοι. Αλλ’ ο ταλαίπωρος άνθρωπος είχε μόνο την καλή προαίρεση. Τα εφόδιά του ήταν πολύ λίγα. Ό,τι ήξερε ήτο να βαδίζομε με το εν-δύο και να κάνομε μεταβολή τρίχρονη με τρία παραγγέλματα.
― Πους δεξιός προς αριστερόν! Πους αριστερός προς δεξιόν! Πους δεξιός παρ’ αριστερόν!
Αυτό ήταν όλο. Άρχιζαν δε αυτά τα σπουδαία γυμνάσια με το «μαρς!» κι ετελείωναν με το «αλτ!». Λησμόνησα να πω ότι κι ο χαιρετισμός μας έγινε στρατιωτικός. Αλλ’ ο δάσκαλος αυτόν το χαιρετισμό τον έλεγε σχήμα και το σχετικό παράγγελμα ήτο «Κάμετε σχήμα!». Μας έμαθε και διάφορα πατριωτικά τραγούδια και τα τραγουδούσαμε όταν μια φορά τη βδομάδα μας οδηγούσε κάτω στα λιβάδια και περνούσαμε τ’ απόγεμα με γυμναστικά παιχνίδια.
Όταν ήρθε είδηση ότι ο πασάς του νομού μας, που ’τον ο Βέροβιτς, θα ’ρχοταν να επισκεφθεί την επαρχία μας, ο δάσκαλος σύνθεσε ποίημα να το ψάλομε στην υποδοχή. Κι ενώ θα το λέγαμε στον αντιπρόσωπο του Σουλτάνου, ήτο γεμάτο από Ελλάδα κι ελευθερία. Έλεγαν όμως τον πασά «ένθερμο προστάτη της παιδείας» κι ότι «άπας ο λαός τον υπεδέχετο μετά παλμών καρδίας».
Οι χωριανοί μας Τούρκοι, όταν είδαν τον ψαλιδογένη να διδάσκει τα παιδιά των Ρωμιών «ταλίμια» στρατιωτικά, σκανδαλίστηκαν και ζήλεψαν. Φαίνεται δε ότι έκαμαν παρατηρήσεις στο δικό των το Χόντζα, ένα κακομοίρη που μόλις ήξερε ανάγνωση, κι απαίτησαν να κάνει κι αυτός στρατιωτικά γυμνάσια στα Τουρκάκια. Αλλ’ αν ο δάσκαλος ήξερε πολύ ολίγα, ο Χόντζας δεν σκάμπαζε τίποτε. Θα ’χε δει, φαίνεται, νιζάμηδες να γυμνάζονται, αλλά δεν είχε πάρει τίποτε. Αφού όμως του απαίτησαν να κάμει όπως όπως στρατιωτικά γυμνάσια, έβαλε στη γραμμή τα παιδιά, ξυπόλυτα τα περισσότερα, όπως ήμεθα και μεις, και τους έλεγε «μπιρ ικί» και κάτι παραγγέλματα, για να κάνουν κινήσεις χωρίς ρυθμό και σκοπό. Μόνο που σήκωναν τη σκόνη με τα πόδια των. Από τα παραγγέλματα του μου μένει στη μνήμη ένα «Αλτσάτ!» που δεν ανήκει σε καμία γνωστή γλώσσα.
Ετοιμασίες λοιπόν εμείς, ετοιμασίες κι ο Χόντζας για την υποδοχή του πασά. Τη μέρα που περιμέναμε το Μουτεσαρίφη, ο δάσκαλος μάς πήγε πάνω από το χωριό, σ’ ένα ανώμαλο κι ανηφορικό μέρος και μας παράταξε κι από τα δυο μέρη του δρόμου. Αλλ’ ενώ περιμέναμε, φάνηκε από ψηλά ένας βοσκός χριστιανός και φώναξε:
― Δάσκαλε, ε, δάσκαλε! Είντα καθεσ’ ατουδά κι ο Χόντζας πήγε πλια πάνω με τα Τουρκάκια; Είναι στον Άη Γιάννη.
Τα ψαλιδωτά γένια ανατρίχιασαν. Ο δάσκαλος μουρμούρισε μια βρισιά, έπειτα γύρισε και μας είπεν, ως θα μας έδιδε το παράγγελμα «Γεμίστε»:
― Πάρετε πέτρες!
Αφού κάμαμε καθένας μια προμήθεια από πέτρες κι επανήλθαμε στην παράταξη, ο δάσκαλος μπήκε μπρος και φώναξε «μαρς!». Τον ακολουθήσαμε και σε λίγο είδαμε το Χόντζα και τα Τουρκάκια. Είχαν παραταχθεί δίπλα σ’ ένα εξωκλήσι.
― Τον άτιμο! μουρμούρισε ο δάσκαλος. Εβεβήλωσε και την εκκλησία.
Όταν πλησίασε ο Καπετανάκης, φώναξε στο Χόντζα:
― Είντα πήγες τόσο πάνω, μωρέ μουλά[5]; Τα πρωτεία θες να πάρεις; Και δεν συλλογίστηκες πως δε θα σ’ αφήσω να κάτσεις στην κεφαλή μας πάνω; Γιανιτσαριά δεν είναι μπλιό στην Κρήτη. Έλα κάτω, γιατί θα σε κατεβάσουμε θες και δε θες.
Και μεις τόσο συμφωνούσαμε στην ιδέα του δασκάλου μας, ώστε μόνο το σύνθημα περιμέναμε για να μην αφήσουμε τούρκικο κεφάλι γερό. Ο Χόντζας όμως υποχώρησε αμέσως κι όταν ήρθε κοντά δικαιολογήθηκε:
― Βαλλαή[6], κύριε δάσκαλε, δεν το έκαμα αξαργιτού[7], μόνο δεν το κάτεχα πως είστε χαμηλότερα. Το σωστό βέβαια είναι να πάτε του λόγου σας πλιο ομπρός, γιατί και περισσότεροί ’στε, και είναι δα κι ο παχιάς χριστιανός. Ορίστε παραπάνω του λόγου σας.
Προχωρήσαμε εμείς κι οι Τούρκοι ήρθαν κάτω.
Σε λίγο έφτασε ο πασάς, συντροφευμένος από υπαλλήλους κι έφιππους ζαπτιέδες. Τον βάλαμε στη μέση και αρχίσαμε το άσμα μας. Αλλ’ ενώ το άσμα έλεγεν ότι τον υποδεχόταν «άπας ο λαός», εκτός των μαθητών είχαν έρθει μόνον πέντε δέκα πρόσωπα της τοπικής εξουσίας και οι προύχοντες του χωριού κι άλλοι τόσοι περίεργοι. Όταν η συνοδεία του πασά έφτασε και στο Χόντζα, ακούστηκε το «Αλτσάτ!» κι άρχισαν και τα Τουρκάκια κάτι να ψάλλουν. Έπειτα ανακατευτήκαμε και πηγαίναμε όλοι μαζί. Αλλά σε λίγο κάτι είπαν ένα δικό μας παιδί κι ένα Τουρκάκι κι αρπάχτηκαν· και σε μια στιγμή η συμπλοκή γενικεύτηκε. Βροχή οι πέτρες και στη μέση ο πασάς. Οι έφιπποι χωροφύλακες κινήθηκαν να μας χωρίσουν, αλλά το μέρος ήτο πολύ ανώμαλο κι από τις πέτρες τ’ άλογα αφηνίασαν. Μόνο η φωνή του δασκάλου μας, που διέταξε «Παύσατε πυρ!», έδωκε τέλος στη μάχη. Κι αληθινά ο Βέροβιτς κινδύνεψε ή να πέσει από το άλογο ή να του σπάσουν οι πέτρες το κεφάλι. Ήτον όμως καλοκάγαθος και δεν έδωκε σημασία στο επεισόδιο. Αλλά και μετά τόσα έτη δεν το ’χε λησμονήσει κι έτσι μου θύμισε το δάσκαλό μου.
Ο Καπετανάκης δε φρόντιζε μόνο για τη σωματική μας ενίσχυση, αλλά και για να μας αναπτύξει το θάρρος και την τόλμη. Κι αυτά για να γίνομεν, ως έλεγεν, αντάξιοι και καλύτεροι των προγόνων κι έτσι να τελειώσομε το έργο τους, την απελευθέρωση της πατρίδας. Για να κάμομε κορμιά γερά, μας παρακινούσε στα γυμναστικά παιχνίδια. Για να κάμομε καρδιές ατρόμητες και ν’ αψηφούμε τους κινδύνους, βρήκε άλλη άσκηση. Να πολεμούμε με τις σφήκες. Και μεις, πρόθυμοι, ζητούσαμε σφηκιές, τις «ξεμυγίζαμε» κι οπλισμένοι με φουντωτούς κλάδους πολεμούσαμε με τις σφήκες που ξορμούσαν ερεθισμένες.
Πολλούς από μας τους κέντρωναν, αλλά κανείς δεν υποχωρούσε, αν δεν νικούσαμε πλήρη νίκη, δηλαδή το εξόντωμα της σφηκιάς. Και κάθε φορά αυτό το αποτέλεσμα μάς έδιδε την ικανοποίηση και την υπερηφάνεια αληθινού θριάμβου. Εξαιρετική ήτον η δόξα των λαβωμένων, κείνων που κεντρώνοντο στη μάχη. Έπειτα, στο σχολείο, αναφέραμε τις περιπέτειες του αγώνα κι ο δάσκαλος άκουγε με σοβαρό ενδιαφέρον κι επαινούσε κείνους που ’χαν ανδραγαθήσει.
Προβίβαζε μάλιστα και κείνους που ανδραγαθούσαν. Των έδιδε την άδειαν να πηγαίνουν στο βιτσιλοπόλεμο, δηλαδή πόλεμο με τα όρνια. Κι επειδή αυτός ήτο πιο επικίντυνος, τον έκαναν οι μεγαλύτεροι και ανδρειότεροι.
Σε κάμποση από το χωριό απόσταση ήτο μια βαθιά χαράδρα, όπου οι χωριανοί έριχναν τα ζώα που ψοφούσαν. Εκεί κατέβαιναν γυπαετοί, που τους λέγουν βιτσίλες, κι άλλα όρνια κι έτρωγαν τα ψοφίμια. Αλλ’ άμα παραχόρταιναν, βάραιναν τόσο, που δεν μπορούσαν να πετάξουν. Έπρεπε να βρουν ψήλωμα και στο μεταξύ βρίσκαμε καιρό και τα χτυπούσαμε με πέτρες ή ξύλα και πολλά σκοτώναμε.
Αλλ’ αν τα όρνια στις στιγμές αυτές δεν μπορούσαν να πετάξουν, αναπηδούσαν όμως αγριεμένα κι επιθετικά. Αυτός ήτο ο κίντυνος, γιατί είχαν ράμφη και νύχια φοβερά και μπορούσαν να βγάλουν μάτια ή να κόψουν σάρκες. Είχαν δε και κάτι μάτια πρασινωπά που προξενούσαν τρόμο με τ’ ανάβλεμμά των.
Αλλ’ ο ψαλιδογένης είχε κι ένα ελάττωμα πολύ αντιπαιδαγωγικό κι ορισμένως αντίθετο στην προσπάθειά του να μας κάμει άφοβους πολεμιστές. Ήτο οξύθυμος κι έδιδε ξύλο πολύ. Αλλά μας γλύτωσε η χήρα μητέρα ενός συμμαθητού μας, μια αντρογυναίκα. Από ένα χαστούκι, που ’δωκε στο παιδί της ο δάσκαλος, του ’μεινε μια βοή στ’ αυτί. Η μητέρα φοβήθηκε πως το παιδί της θα κουφαθεί και μια μέρα ήρθε αγριεμένη στο σχολείο.
― Άκου, δάσκαλε, είπε του Καπετανάκη, εγώ το παιδί μου το ’βαλα στο σχολείο για να ξεστραβωθεί, όχι να μου το κουφάνεις. Δε θέλω να το δέρνεις. Σαν κάμει πράμα, να μου το λες εμένα κι εγώ το δέρνω. Γιατί, μα το Θεό που είναι από πάνω μας, αν το ξαναδείρεις θα ’ρθώ με τον κόπανο!
Από τη μέρα κείνη ο δάσκαλος μετρίασε πολύ το ξύλο για όλους.
Αλλ’ ως μου είπεν ο πασάς, οι Τούρκοι του χωριού δεν τον χώνευαν· και συχνά τον κατάγγελλαν ότι εδίδασκεν επαναστατικές ιδέες και ότι παρασκεύαζε τους μαθητές να γίνουν αντάρτες κατά του Σουλτάνου. Κι είχε φαίνεται, φύγει από το νομό μας ο Βέροβιτς, όταν ήρθε διαταγή από τα Χανιά να συλληφθεί. Τον εξόρισαν στην Τρίπολη της Μπαρμπαριάς, κι εκεί τράβηξε μεγάλα βάσανα. Στον καιρό του Φωτιάδη, οι βουλευτές της Κρήτης τον ζήτησαν μαζί μ’ άλλους εξόριστους. Γύρισε στην Κρήτη, αλλά πτώμα. Ήρθε φθισικός κι ύστερα από λίγον καιρό πέθανε.
Τις τελευταίες του ώρες έγραψε σ’ ένα φύλλο χαρτί τα εξής, σαν πατριωτική του διαθήκη:
Στον τύραννο,
Είπε το κλήμα στον τράγο, που το ’τρωγε: «Κι ως τη ρίζα να με φας, πάλι θα βλαστήσω και θα δώσω το κρασί να χαροκοπήσουν κείνοι που θα σε βάλουνε στη σούβλα».
Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ
Παρμένο από τον τόμο «Πρώτη αγάπη» των εκδόσεων Νεφέλη, σελ. 113-124. Έκανα εκσυγχρονισμό της ορθογραφίας, αλλά δεν άλλαξα ούτε ένα νι ή σίγμα κατά τα άλλα. Οι υποσημειώσεις υπήρχαν στο βιβλίο, αγνοώ αν είναι του Κονδυλάκη ή του επιμελητή.
Στον τίτλο, υπάρχει υποσημείωση, προφανώς του Κονδυλάκη: Αναμνήσεις.
Ο ‘παχιάς’, που λέει κάπου, είναι ο πασάς στα κρητικά. Πράγματι, ο πασάς Βέροβιτς ήταν χριστιανός.
Η πατριωτική διαθήκη του Καπετανάκη, με την οποία κλείνει το διήγημα, είναι μετάφραση από επίγραμμα της Ελληνικής (Παλατινής) Ανθολογίας, που ήταν αρκετά γνωστό στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα (θαρρώ το ’χει χρησιμοποιήσει και ο Κοραής, αλλά αμετάφραστο).
Πηγή:http://www.sarantakos.com/keimenamazi.html
Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2010
῾Η παιδεία τῶν ἑλληνόπουλων τότε και τώρα. ῾Ο ἀφελληνισμός καί ὁ ἀποχριστιανισμός τῶν σχολικῶν βιβλίων ἀρχίζουν ἀπό τό δημοτικό!!!!
Αναδημοσιεύουμε μια εξαιρετική ανάρτηση απο το ιστολόγιο
http://koukfamily.blogspot.com/2010/02/blog-post_21.html
Μια ματιά στα αναγνωστικά και στα αλφαβητάρια που είχαμε εμείς (οι άνω των 40) με τα αντίστοιχα μετά την μεταπολίτευση αρκεί για να καταλάβουμε τον αφελληνισμό της παιδείας των Ελληνόπουλων. Μπορεί να κατηγορούμε τις τελευταίες κυβερνήσεις αλλά το κακό άρχισε πολύ νωρίτερα. Απο το 1975-76 ξεκίνησε δειλά-δειλά ο αφελληνισμός και ο αποχριστιανισμός των σχολικών βιβλίων του Δημοτικού σχολείου. Δηλαδή της πιο τρυφερής και βιωματικής ηλικίας των παιδιών μας.(...)
(...)Δεν επιθυμώ να σας πώ περισσότερα. Ας δούμε μερικά εξώφυλα αλλα και λίγες εσωτερικές σελίδες από τα αναγνωστικά προ του 1975 τα οποία έσφιζαν από Ελλάδα, οικογένεια και Ορθοδοξία και έδιναν στα παιδιά μας αρχές, ιδανικά, εθνική υπερηφάνεια και θρησκευτική ευσέβεια.
Ας δούμε και λίγες σελίδες από τα εσωτερικά περιεχόμενα.....
Δείχνουν στα παιδιά την ευλογημένη ελληνική οικογένεια, τον εκκλησιασμό, την τάξη όπως πρέπει να είναι με την σεβαστή δασκάλα, την καθημερινή ζωή του ελληνικού σπιτιού......

Οπως βλέπουμε η γιαγιά δεν είναι "πεταμένη" στο γηροκομείο, η οικογένεια δεν είναι διαλυμένη και φυσικά το πρότυπο είναι η πολύτεκνη οικογένεια...
Τα παιδιά μάθαιναν για τις εθνικές επετείους που πρέπει να εορτάζουμε (τώρα θέλουν να τις καταργήσουν κι αυτές γιατί ούτως ή άλλως απουσιάζουν από τα σχολικά βιβλία)

Ας ρίξουμε τώρα μια ματιά στα αντίστοιχα βιβλία μέτα το 1975. Η αλλαγή είναι εμφανής από το εξώφυλλο........
Ελληνικά εθνικά σύμβολα αλλά και θρησκευτικά έχουν πάει περίπατο... και στις εσωτερικές φυσικά σελίδες. Οι Ελληνες ήρωες και οι οικογενειακές ελληνικές εικόνες έχουν αντικατασταθεί από βιβλία, ζώα, γράμματα, πυραύλους και χαρταετούς!!!!!!!


Μπορείτε να δείτε τις εσωτερικές σελίδες μερικών παλιών αναγνωστικών στην εξαιρετική ανάρτηση του ιστολογίου των Εκπαιδευτικών Λήμνου ΕΔΩ.
Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2010
Ευτυχής ο άνθρωπος που γνωρίζει ιστορία- Νατσιός Δημήτρης (Δάσκαλος)
Δημήτρης Νατσιός, «Ὄλβιος ὅστις τῆς Ἱστορίης
ἔσχεν μάθησιν»*

Οι Αμερικανοί, τους συντάκτες του πρώτου συντάγματός τους, το οποίο ψηφίστηκε στην Φιλαδέλφεια το 1787, τους ονομάζουν «πατέρες του έθνους». Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται ο Τζ. Ουάσιγκτον, ο Τ. Τζέφερσον, ο Τζον Άνταμς και ο Γ. Μάντισον, οι οποίοι διετέλεσαν και πρόεδροι των Ηνωμένων Πολιτειών. Περίοπτη θέση στην ιστορία τους κατέχει και ο Αβραάμ Λίνκολν, ο άνθρωπος που κατήργησε την δουλεία (1863) και δολοφονήθηκε γι’ αυτή του την απόφαση. Θυμάμαι, πέρυσι, τον Ιανουάριο λίγο πριν ορκιστεί νέος πρόεδρος των Η.Π.Α., ο Ομπάμιας, προηγήθηκαν κάποια πράγματα.
Πέραν των σαχλοεπιδείξεων και της παρδαλοειδούς φιέστας που οργανώνουν οι Αμερικανοί σε τέτοιες περιπτώσεις, κατά διαστήματα, ανέβαιναν στο βήμα γνωστοί Αμερικανοί καλλιτέχνες, αστέρες πλανητικής εμβέλειας, και διάβαζαν κάποια κείμενα. Τα κείμενα αυτά δεν ανήκαν σε μεγάλους συγγραφείς ή λογοτέχνες τους, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά στους «πατέρες του έθνους».
Σε τέτοιες εξαιρετικές περιπτώσεις, αλλά και όταν διακυβεύεται κάτι το σημαντικό ή σε περιόδους κρίσεων (πολεμικών, οικονομικών, κοινωνικών) οι Αμερικανοί προστρέχουν σ’ αυτούς που αγωνίστηκαν, που πολέμησαν για την δημιουργία του έθνους τους. Μ’ αυτό τον τρόπο αναζωπυρώνουν το όποιο αίσθημα εθνικής συνείδησης βιώνει αυτός ο λαός, καλλιεργούν το πνεύμα μεγαλείου και ιστορικής μεγαλοσύνης, το οποίο χρειάζεται ο πάνοπλος Αμερικανός στρατιώτης που πολεμά για την «δημοκρατία και την ελευθερία», μακελεύοντας ανυπεράσπιστους λαούς.
Η υπόμνηση, δηλαδή, του «ευκλεούς» παρελθόντος τους και η παραπομπή στα έργα και στα κείμενα κάποιων εξεχουσών μορφών της ιστορίας τους, λειτουργούν όπως η όψη της σημαίας, συμβολικά και σημειολογικά: «Είστε Αμερικανοί, ένα έθνος με ένδοξη ιστορία αγώνων, οι πατέρες σας, με το αίμα τους δημιούργησαν ένα ζηλευτό και σεβαστό έθνος, φερθείτε αναλόγως». (Αιχμή του δόρατος γι’ αυτό το θέμα αποτελεί το Χόλυγουντ. Σ’ όλα τα κινηματογραφικά προϊόντα και υποπροϊόντα τους, προβάλλεται ο Αμερικανός τιποτ- άνθρωπος, ο πατριώτης - ο ανίκητος «Ράμπο» - εξυμνούνται οι λεγόμενες αμερικανικές αξίες. Εδώ και την αποτρόπαιη γενοκτονία εκατομμυρίων γηγενών Ινδιάνων, την μεταμόρφωσαν σε πολιτιστικό κεφάλαιο, εντάσσοντάς την στις ηρωικές περιόδους της ιστορίας τους, όπως εκφράζεται στα γουέστερν ).
Το ίδιο, νομίζω, ισχύει και σε άλλες «πολιτισμένες» χώρες της Δύσης. Ανατρέχουν στο ιστορικό τους μεγαλείο, ανασύρουν πρόσωπα με έκτακτη συνεισφορά στην πατρίδα και αυτό «δια το μηδεμίαν ετοιμοτέραν είναι τοις ανθρώποις διόρθωσιν της των προγεγεννημένων πράξεων επιστήμης», δηλαδή, οι άνθρωποι διορθώνονται, αντλούν διδάγματα, από την εξέταση και την μελέτη των πεπραγμένων υπό των προγόνων. (Πολύβιος).
Αν όμως αυτά είναι αυτονόητα και... ευνόητα για τις δυτικές χώρες, τις οποίες προσπαθούμε, εκ γενετής ως κράτος να τις μιμηθούμε, εδώ συμβαίνει το εξής σχιζοφρενικό: η αναφορά στο ιστορικό παρελθόν, η «παιδεία και γυμνασία» που αυτό προσφέρει, η παράθεση, ακόμη, κειμένων, λόγων, φράσεων (παλαιότερα τα ονομάζαμε πατριωτικά. Νομίζω ο Παλαμάς είπε ότι «ο πατριωτισμός είναι το οξυγόνο των Ελλήνων»), που μας κληροδότησαν εμβληματικές προσωπικότητες της ιστορίας μας, χαρακτηρίζεται, στιγματίζεται ως οπισθοδρόμηση, προγονολατρία ή προγονοπληξία και, στην χειρότερη περίπτωση, εθνικιστική έξαψη.
Τις προάλλες είχαμε εκλογή (επανεκλογή) του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας. Φαντάζεστε τι θα συνέβαινε, αν πριν από την εκλογή, αναγιγνώσκονταν στο Κοινοβούλιο κείμενα επιφανών προγόνων μας, ηρώων, πατέρων και του δικού μας έθνους; Του Θουκυδίδη ο επιτάφιος «ύμνος στη Δημοκρατία», (το περίφημο «δημοκρατία κέκληται»), του Πλουτάρχου αποσπάσματα από τα αριστουργηματικά «πολιτικά παραγγέλματα», του Μεγάλου Βασιλείου (εκείνο το έξοχο «ο γαρ αληθώς άρχων, ουκ εκ των έξωθεν συμβόλων γνωρίζεται, οίον πορφύρας, χλανίδος και διαδήματος, αλλ’ εκ του έχειν την αρχικήν αρετήν», ο σωστός ηγέτης δεν ξεχωρίζει από τα εξωτερικά μεγαλεία, αλλά από την πολιτική αρετή. Στο έργο του «περί αρχής και εξουσίας»).
Ακόμη τα «απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη το εξαίσιο «είμαστε στο Εμείς», ο λόγος του Κολοκοτρώνη στην Πνύκα, το 1838, στους νέους των Αθηνών. (Να ακουγόταν εκείνο το ωραιότατο «η προκοπή σας... να μη γίνει σκεπάρνι μόνο για το άτομό σας, αλλά να κοιτάξει το καλό της κοινότητας και μέσα εις το καλόν αυτό βρίσκεται και το δικό σας», λόγοι που υπενθυμίζουν την ρήση του Περικλή στους αρχαίους Αθηναίους: «καλώς μεν γαρ φερόμενος ανήρ το καθ’ εαυτόν διαφθειρομένης της πατρίδος ουδέν ήσσον ξυναπόλλυται, κακοτυχών δε εν ευτυχούση πολλώ μάλλον διασώζεται», δηλαδή, με απλά λόγια, αν εσύ προοδεύεις και η πατρίδα σου καταστρέφεται και συ θα καταστραφείς, αν εσύ κακοτυχείς και προοδεύει η πατρίδα σου, θα διασωθείς.
Αν αυτά τα χρυσά λόγια τα είχαν υπ’ όψιν τους τα παντοειδή «λαμόγια» και λιγούρια της εξουσίας που αφάνισαν τον τόπο με τις κλεψιές τους, θα ήμασταν σε καλύτερη μοίρα). Είναι βέβαιο ότι, αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, οι μισοί τρόφιμοι της Βουλής θα κοκκίνιζαν από ντροπή, και οι άλλοι μισοί, οι «προοδευτικοί», από θυμό και οργή.
Τέλος πάντων γράφουμε και κανένα χωρατό, για να αμυνθούμε στην περιρρέουσα σκυβαλοκρατία. (Νομίζω πως κάτι τέτοιο θα είχε υπ’ όψιν του ο Ελύτης, όταν έγραφε στα «δημόσια και ιδιωτικά» τα εξής θαυμάσια: «Να έπαιρνε πότε πότε η συνεδρίαση του Κοινοβουλίου τις προεκτάσεις που παίρνει ένα δάκρυ, όταν διαθλά τις αθλιότητες όλες κι απομένει να λάμπει σαν μονόπετρο»).
Εξαιτίας αυτής της ποινικοποίησης της ιστορίας, κυρίως τα τελευταία χρόνια, από τους τσαρλατάνους της «μεταμοδέρνας» ιστοριογραφίας και λόγω της ανεύθυνης και ανέμπνευστης διδασκαλίας της στο σχολείο, οι περισσότεροι Έλληνες σχηματίζουν την κρίση τους για τα ιστορικά γεγονότα από την τηλεόραση, τις εφημερίδες ή από προχειρογραμμένα, περιοδικά, φυλλάδια και βιβλία. Ισχύει αυτό που έλεγε ο Θουκυδίδης για τους Αθηναίους της παρακμής «ἀταλαίπωρος τοῖς πολλοῖς ἡ ζήτησις τῆς ἀληθείας, καὶ ἐπὶ τὰ ἑτοῖμα (= τα πρόχειρα, τα αναμασημένα, τα στρεβλωμένα) μᾶλλον τρέπονται».
Αποτέλεσμα; Να μένουμε κατάπληκτοι από κάποια γεγονότα («να πέφτουμε από τα σύννεφα», όπως συνήθως λέει ο κάθε κολοκυθολογών δημοσιολόγος) ή να αντιδρούμε πρωτόγονα εξαιτίας τους, να αποδεχόμαστε τις κοτσάνες του κάθε έμμισθου λακέ της Νέας Τάξης, να επικρατεί η σύγχυση, η έλλειψη ιστορικής και επομένως πολιτικής κρίσης.
Η ιστορική παιδεία απουσιάζει κυρίως από τους πολιτικούς μας – αιτία πολλών κακοδαιμονιών και συμφορών. Όπως έλεγε ο Νικόλαος Δραγούμης, προ 150 περίπου ετών: «Το περίεργον είναι ότι όχι μόνο αγνοούσι και απεχθάνονται την ιστορίαν οι ημέτεροι πολιτικοί, αλλά τρέφουσι προς αυτήν βαθυτάτην περιφρόνησιν..
Αφ’ ου δε η ιστορική μάθησις είναι αναγκαία εις τους αναλαμβάνοντας να κυβερνήσωσι κράτη μεγάλα, ισχυρά και στερώτατα, πολύ πλέον απαραίτητος είναι, νομίζω, εις τους κυβερνώντας κράτος μικρόν, ασθενές και κλονούμενον». (Αναμνήσεις, 2, σελ. 316-317). Υπάρχει ένα «αξίωμα» μια, μάλλον, πολύ διαδεδομένη πλάνη, που λέει «η ιστορία επαναλαμβάνεται». Το μόνο που επαναλαμβάνεται σε τούτο τον ταλαίπωρο τόπο, καταθλιπτικά και μονότονα, είναι η πολιτική ανικανότητα.
*Ευτυχής ο άνθρωπος που γνωρίζει ιστορία. (Ευριπίδης)
Νατσιός Δημήτρης - δάσκαλος-Κιλκίς
Από: "Αντίβαρο "
http://aktines.blogspot.com
Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2010
῾Ο βιασμός τῆς ῾Ελληνικῆς γλῶσσας
Μας έχουν κατακλύσει οι διάφοροι θολοκουλτουριάρηδες και οι συνοδοιπόροι τους, με ένα καταιγισμό νέων όρων, όπως «ανοικτή κοινωνία», «κοινωνία των πολιτών», «νέος πατριωτισμός», «πολυπολιτισμικότητα», «ανεκτικότητα» με κερασάκι της τούρτας τις «ΜΚΟ» και την «ηλεκτρονική διακυβέρνηση».
Τους όρους αυτούς μάλιστα χρησιμοποιούν κατά κόρον, θεσμικοί παράγοντες (Υπουργοί και Πρωθυπουργός, αρχηγοί κομμάτων κ.λ.π.), εκπαιδευτικοί συμπεριλαμβανομένων πανεπιστημιακών δασκάλων, αλλά και επιστήμονες από διάφορα πεδία (κοινωνιολόγοι, νομικοί και συνταγματολόγοι κ.λ.π.), προς ακουστική τέρψη προφανώς, αλλά και με συγκεκριμένης στόχευσης παιδαγωγική του λωβοτομημένου ακροατηρίου τους.
Εγγύτερη δε προσέγγιση και προσπάθεια κατανόησης των όρων αυτών αποκαλύπτει ότι οι εμπνευστές και οι εισαγωγείς τους στην τρέχουσα διαλεκτική αν δεν πάσχουν αγραμματοσύνης και αν δεν ρέπουν προς την ευήθεια, διακρίνονται για την ικανότητά τους να συγκαλύπτουν πίσω από αθώες τάχα, αλλά επικοινωνιακώς αποτελεσματικές λέξεις, τα πραγματικά τους σχέδια.
Τούτο διότι, είναι τέτοια η ένταση του καταιγισμού που υφιστάμεθα με τους νέους, πλην κενούς αληθινού νοήματος, αυτούς όρους, ώστε εύλογα κάθε μέσης εμπειρίας και αντίληψης γνώστης της ελληνικής δικαιούται να υποψιαστεί πως η χρήση των νεολογισμών αυτών, μόνο τυχαία δεν είναι.
Φερ’ειπείν η προσθήκη στον τίτλο του Υπουργείου Εσωτερικών και Αποκέντρωσης του όρου « …και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης», έχει τόση αξία όση θα είχε αν πριν 100 χρόνια επρότεινε κάποιος το ίδιο Υπουργείο να τιτλοφορείται «Υπουργείο Εσωτερικών και Γραφομηχανών»).
Ο στόχος όμως είναι τόσο προφανής όσο και η ευτέλεια του τεχνάσματος.
Ούτε η λογική ενδιαφέρει, ούτε η ύπαρξη ουσιαστικού περιεχομένου στο σημαινόμενο. Εκείνο που επιχειρείται είναι ν’ αξιοποιηθεί στο έπακρο το σημείο, δια της εκμεταλλεύσεως της ημιμάθειάς του το χάσκον ανόητο ακροατήριο.
Εκείνο που όμως προκαλεί θλίψη είναι η προσπάθεια να διαστρεβλωθεί το νόημα και η ουσία της γλώσσας όταν σημαίνει ο,τιδήποτε σχετίζεται με την ουσία της. Ουσία δε της γλώσσας μας, είναι η μοναδική ικανότητά της να νοηματοδοτεί τα όντα και τις ιδέες με τέτοιο απαράμιλλο τρόπο ώστε να σημειώσει ο Οδυσσέας Ελύτης:
Τὴ γλῶσσα μοῦ ἔδωσαν ἑλληνική.
τὸ σπίτι φτωχικὸ στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου..
Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου
Μια τέτοια αισχρή απόπειρα συντελείται με τον λυσσώδη αγώνα ορισμένων να μας επιβάλλουν τον όρο «νέος πατριωτισμός». Θα πρέπει κανείς να εξαντλήσει κάθε περιθώριο ευγένειας, ευπρέπειας και ανοχής, απέναντι στην απόπειρα αυτή και στους δράστες της, αληθινούς λαθρέμπορους της ψυχής του έθνους, που μοναδικό αντίστοιχό της έχει τις μεθόδους των πεμπτο-φαλαγγιτών για να περιοριστεί στην διατύπωση των εξής ερωτημάτων.:
Βρέ καλόπαιδα τι σημαίνει στα αλήθεια «νέος πατριωτισμός»;
Υπέρ ποιάς πατρίδας θα εκδηλωθεί; Με ποιά μέσα; Με ποιες αρχές και ποιους στόχους;
Εάν η Πατρίδα είναι η ίδια σε τι διαφέρει από τον μέχρι σήμερα (τον παλιό δήθεν) πατριωτισμό; Πότε, πως και από ποιους άλλαξε η Πατρίδα;
Η συνταγματική επιταγή ότι η τήρηση του Θεμελιώδους Νόμου του ελληνικού κράτους επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων έπαψε να έχει το περιεχόμενο που είχε;
Εν τέλει και απλώς λακωνικά, βρε καλόπαιδα, πως θα υπερασπίσετε από εδώ και πέρα την Πατρίδα, μήπως με ζαρτιέρες; Ή μήπως με μπούργκες;
Εστάλη από http://elladacom.blogspot.com/2010/01/blog-posthttp:
//ellinikiafipnisis.blogspot.com/_8371.html

