Πέμπτη 24 Μαρτίου 2011
Παρασκευή 18 Μαρτίου 2011
Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2011
Ὁ «ἑορταστικός» Παπαδιαμάντης / τοῦ Σαράντου Καργάκου
Ὁ Παπαδιαμάντης, παρά τά λεγόμενα, δέν ἦταν ψοφοδεής. Δέν αἰσθανόταν τήν ἀνάγκη νά ἀπολογηθεῖ γιά ὅσα πίστευε. Καί μέ σθένος ἐδήλωνε:
«Τό ἐπ’ ἐμοί, ἐν ὅσω ζῶ καί ἀναπνέω καί σωφρονῶ, δέν θά παύσω, ἰδίως δέ κατά τάς πανεκλάμπρους ταύτας ἡμέρας, νά ὑμνῶ μετά λατρείας τόν Χριστόν μου, νά περιγράφω μετ᾽ ἔρωτος τήν φύσιν καί νά ζωγραφῶ μετά στοργῆς τά γνήσια Ἑλληνικά ἔθη (=ἔθιμα)».
Σάν «ἑορταστικό» καθιέρωσαν ἀκόμη τόν Παπαδιαμάντη τό ἑλληνικό σχολεῖο (πάντα παραμονές τῶν Χριστουγέννων καί τοῦ Πάσχα διδασκόμαστε ἤ διδάσκαμε τά ἐξαίσια διηγήματα. «Ἡ σταχομαζώχτρα», «Στό Χριστό στό Κάστρο» καί τό «Πάσχα ρωμέικο»), καί ὁ ἑλληνικός Τύπος, ἀκόμη καί ὁ ραδιοτηλεοπτικός. Κι αὐτό μέχρι σήμερα, ὅπου μπορεῖς νά ἀκούσεις ἤ νά διαβάσεις πολλά περί Παπαδιαμάντη ἀλλ’ ὄχι τόν ἴδιο τόν Παπαδιαμάντη. Διότι στό χάλι ὅπου ἔφθασε ἡ παιδεία μας, ὁ λόγος τοῦ Σκιαθίτη συγγραφέα εἶναι «ἀνήκουστος» καί ἀκατάληπτος. Περιέργως, ὅμως, σέ κάποια σχολεῖα, χάρη στήν εὐψυχία ὁρισμένων παιδαγωγῶν, ὁ Παπαδιαμάντης διδάσκεται, γίνεται προσιτός καί –τό σημαντικώτερο– ἀγαπητός! Παραμένει ὁ περισσότερο –παρά τήν πολεμική πού τοῦ ἀσκεῖται– διαβαζόμενος συγγραφέας μας.
Ἀσφαλῶς καί φέτος θά τιμηθεῖ πιθανῶς καί ἀπό τήν Ἀκαδημία, τά πανεπιστήμια καί τό ὑπουργεῖο Πολιτισμοῦ. Ἐκεῖνο πού φοβᾶμαι ὅτι θά συμβεῖ καί τούτη τή φορά, εἶναι πώς κάποιες ἐπίσημες πανηγυρικές ἐκδηλώσεις θά εἶναι γιά τά ...πανηγύρια ἤ κάποιες –τάχα– σοβαρές θά ἔχουν ἕναν «τιπουκειτιστικό» χαρακτήρα, μέ ἀποτέλεσμα ἡ οὐσία τοῦ παπαδιαμαντικοῦ ἔργου νά διαρρεύσει. Φοβᾶμαι ἀκόμη ὅτι σέ κάποια ἔντυπα θά δημοσιευθοῦν «βαθυστόχαστες» μελέτες πού θ’ «ἀποδείχνουν» ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι –καί ἤταν– ἕνας συγγραφικός ἀναχρονισμός, ἕνας ἄνθρωπος πού δέν ταιριάζει στόν δικό μας αἰώνα, ἀφοῦ, ὅπως ἄλλωστε, ἔχει λεχθεῖ δέν ταίριαζε οὔτε στούς δύο προηγούμενους. Ὀρθόν, μέ μία διαφορά: οἱ αἰῶνες αὐτοί πού εἶχαν χαρακτηρισθεῖ «αἰῶνες προόδου», δέν ταίριαζαν οὔτε ταιριάζουν στό παπαδιαμαντικό προσωπικό καί συγγραφικό ἦθος.
Ὁ Παπαδιαμάντης δέν ἀνήκει ἀποκλειστικά σέ κανέναν αἰώνα· εἶναι διαιώνιος. Ἀνήκει σέ ὅλους τούς αἰῶνες. Εἰσχώρησε ὅσο κανείς στά προβλήματα τῆς κοινωνικῆς ζωῆς, στά προβλήματα τῆς ἠθικῆς ἐκτροπῆς καί ἐξαθλιώσεως (πρῶτος αὐτός ἔγραψε μέ οἶκτο γιά τούς ἀνθρώπους πού εὕρισκαν παρηγοριά στό κρασί, στό χασίς, γιά τίς κοινές γυναῖκες, γιά τά νόθα παιδιά), κι ἀκόμη κανείς δέν μίλησε τόσο σκληρά γιά τούς πολιτικούς καί τήν πολιτική γενικά. Τό διήγημα «Οἱ Χαλασοχώρηδες» καί ὁ ὁρισμός τῆς πολιτικῆς πού δίνει στούς «Ἐμπόρους τῶν Ἐθνῶν» εἶναι κείμενα μνημειακά. Κανείς δέν συνέλαβε στό βαθμό πού τό ἔπραξε αὐτός μέ τήν«Φόνισσα» ὅτι τό μεγαλύτερο κοινωνικό πρόβλημα τοῦ νεώτερου ἑλληνικοῦ κράτους ἦταν ἡ προίκα!
Ὁ θεσμός αὐτός πού ἴσχυε ὥς τόν πρόσφατο καιρό, καί καμουφλαρισμένα ἰσχύει ἀκόμη, εἶναι αὐτός πού πρωτίστως προκάλεσε τήν αἱμορραγία τῆς μεταναστεύσεως καί τῆς ἀστυφιλίας, τήν ὑποβάθμιση τοῦ θηλυκοῦ πλάσματος σέ ἐπίπεδο κατάρας (καί μέ πολλές βρεφοκτονίες) καί τήν ἀγαμία τῶν ἀρρένων ἤ τῶν μικρότερων κοριτσιῶν, ἐπειδή δέν εἶχε βρεθεῖ γαμπρός γιά τήν μεγάλη ἀδελφή!
Ἀσφαλῶς ὁ Παπαδιαμάντης προσφέρεται ὡς τερπνόν ἀνάγνωσμα στίς ἡμέρες τῶν ἑορτῶν. Καί ποιός δέν θά συγκινηθεῖ, ἄν διαβάσει τόν μοναδικό σέ πλοκή «Ἀμερικάνο»; Ποιός δέν θά χαρεῖ στήν εὐτραπελία, τή λεκτική δεξιοτεχνία, τήν πλουτολεξία, ἄν διαβάσει τό «Ὄνειρο στό κύμα»; Ὡστόσο, τά ἀθηναϊκά του διηγήματα πού ἀποτελοῦν τό ἕνα τρίτο τοῦ σύνολου ἔργου του, καθώς καί κάποια ἄρθρα ἤ μελέτες του καθιερώνουν τόν Παπαδιαμάντη ὡς ἕνα βαθύτατο κοινωνικό ἀνατόμο καί στοχαστή πρώτης γραμμῆς, πού ὁ σοφός λόγος του πρέπει ν᾽ ἀκούγεται καί σ’ αὐτή τήν κακομοίρικη ἐποχή.

Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2010
Κηφηνεῖον “ ῾Η ωραία ῾Ελλάς”, τοῦ Σαράντου Καργάκου,
| ΚΗΦΗΝΕΙΟΝ “῾Η ὡραία ῾Ελλάς” (κηφηνεῖον-κ τοη κηφήνα-ἀρσενικής μέλισσας) τοῦ Σαράντου Καργάκου Ακούω ότι το μεγαλύτερο σήμερα πρόβλημα των νέων μας είναι η ανεργία. Διαφωνώ. Εδώ και τριάντα χρόνια είναι η … εργασία. Ο νέος δε φοβάται την αναδουλιά, φοβάται τη δουλειά. Μια οικογενειακή αντίληψη, ότι δουλειά είναι ό,τι δεν λερώνει, επεκτάθηκε και στο νεοσουσουδιστικό σχολείο με ευθύνη των κομμάτων, που για λόγους ψηφοθηρίας απεδύθησαν σε μια χυδαία πολιτική παιδοκολακείας, η οποία μετά τη δικτατορία εξέθρεψε και διαμόρφωσε δύο γενιές «κουλοχέρηδων»… παιδιών δηλαδή που δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα χέρια τους -πέρα από τη μούντζα- για καμμιά εργασία από αυτές που ονομάζονται χειρωνακτικές, επειδή -τάχα- είναι ταπεινωτικές. Κι ας βρίσκεται μέσα στη λέξη «χειρώναξ», σαν δεύτερο συνθετικό το «άναξ» που κάνει τον δουλευτή, τον άνακτα χειρών, βασιλιά στο χώρο του, βασιλιά στο σπιτικό του, νοικοκύρη δηλαδή, λέξη άλλοτε ιερή που ποδοπατήθηκε κι αυτή μες στην ασυναρτησία μιας πολιτικής που έδειχνε αριστερά και πήγαινε δεξιά και τούμπαλιν. Γι’ αυτό τουμπάραμε… Κάποτε, ακόμη κι από τις στήλες του περιοδικού αυτού, που δεν είναι πολιτικό με την ευτελισμένη έννοια του όρου, έγραφα πως η ανεργία στον τόπον μας είναι επιλεκτική, ότι δουλειές υπάρχουν αλλά ότι δεν υπάρχουν χέ ρια να τις δουλέψουν. Κι έπρεπε να κατακλυσθεί ο τόπος από 1,5 εκατομμύριο λαθρομετανάστες, για να αποδειχθεί ότι στην Ελλάδα υπήρχε δουλειά πολλή αλλ’ όχι διάθεση για δουλειά. Τα παιδιά -τα μεγάλα θύματα αυτής της ιστορίας- είχαν γαλουχηθεί με τη νοοτροπία του «White color workers». Έτσι σήμερα το πιο φτηνό εργατικό και υπαλληλικό δυναμικό είναι οι πτυχιούχοι, που ζητούν εργασία ακόμη και στον ΟΤΕ ως έκτακτοι τηλεφωνητές, προσκομίζοντας στα πιστοποιητικά προσόντων ακόμη και διδακτορικά! Γέμισε ο τόπος πανεπιστήμια, σχολές επί σχολών, επιστημονικούς κλάδους αόριστους, ομιχλώδεις και ασαφείς, απροσδιορίστου αποστολής και χρησιμότητας. Πτυχία-φτερά στον άνεμο σαν τις ελπίδες των γονιών, που πιστεύουν ότι τα παιδιά και μόνον με τα «ντοκτορά» θα βρουν δουλειά. Έτσι παράγονται επιστήμονες που είναι δεκαθλητές του τίποτα, ικανοί μόνον για το δημόσιο ή για υπάλληλοι κάποιας πολυεθνικής. Παρ’ όλο που γέμισε η χώρα μας τεχνικές σχολές (τι ΤΕΛ, τι ΤΕΙ, τι ΙΕΚ!) οι πιο άτεχνοι νέοι είναι οι νέοι της Ελλάδος. Παίρνουν πτυχίο τεχνικής σχολής και δεν έχουν πιάσει κα τσαβίδι οι πιο πολλοί. Δεν ξέρουν να διορθώσουν μια βλάβη στο αυτοκίνητό τους, στο ραδιόφωνο ή στο τηλέφωνό τους. Είναι άχεροι, ουσιαστικά χωρίς χέρια. Τώρα με τα ηλεκτρονικά ξέχασαν να γράφουν, ξέχασαν να διαβάζουν, εκτός φυσικά από «μηνύματα» του αφόρητου «κινητού» τους. Τούτη η παιδεία, που όχι μόνο παιδεία δεν είναι αλλ’ ούτε καν εκπαίδευση, αφού δεν καλλιεργεί καμμιά δεξιότητα, εκτός από την ραθυμία, την αναβλητικότητα και το φόβο της δουλειάς, όχι μόνο δεν καλλιεργεί τον νέο εσωτερικά αλλά τον πετρώνει δημιουργικά σαν τα παιδιά της Νιόβης. Τα κάνει άχρηστα τα παιδιά για παραγωγική εργασία, γιατί ο θεσμός της παπαγαλίας και η νοοτροπία της ήσσονος προσπάθειας, με το πρόσχημα να μην τα κουράσομε, τους αφαιρεί την αυτενέργεια, την πρωτοβουλία, τη φαντασία και την πρωτοτυπία. Το σχολείο, αντί να μαθαίνει τα παιδιά πως να μαθαίνουν, τα νεκρώνει πνευματικά. Δεν τα μαθαίνει πως να σκέπτονται αλλά με τι να σκέπτονται. Έτσι τα κάνει πτυχιούχους βλάκες. Βάζει όρια στον ορίζοντα της σκέψης και των ενδιαφερόντων. Τα χαμηλοποιεί. Τα κάνει να βλέπουν σαν τα σκαθάρια κοντά, κι όχι να θρώσκουν άνω, να έχουν έφεση για κάτι πιο πέρα, πιο τρανό και πιο μεγάλο. Το έμβλημα πια του ελληνικού σχολείου δεν είναι η γλαύξ, είναι ο παπαγάλος, ο μαθητής-βλάξ που καταπίνει σελίδες σαν χάπια και που θεωρεί ως σωστό ό,τι γράφει το σχολικό. Και το λεγόμενο «σχολικό» είναι συνήθως αισχρό και ως λόγος και ως περιεχόμενο. Και τολμώ να λέγω αισχρό, διότι πρωτίστως το «Αναγνωστικό» που πρέπει να είναι ευαγγέλιο πνευματικό ειδικά στο Δημοτικό, αντί να καλλιεργεί την αγάπη για τη δουλειά, καλλιεργεί την απέχθεια. Που πια, όπως παλιά, ο έρωτας για την αγροτική, τη βουκολική και τη θαλασσινή ζωή; Ο ναύτης δεν είναι πρότυπο ζωής. Πρότυπο ζωής είναι ο «χαρτογιακάς». Όσο κι αν ήσαν κάπως ρομαντικά τα παλιά «Αναγνωστικά», καλλιεργούσαν τον έρωτα για τη δουλειά. Ακούω πως δεν πάει καλά η οικονομία. Μα πως να πάει, όταν με τη ναυτιλία που προσφέρει το 5,6% του ΑΕΠ ασχολείται μόνο το 1% των Ελλήνων; (Με τον αγροτικό τομέα που προσφέρει το 6,6% του ΑΕΠ ασχολείται το 14,5% του πληθυσμού). Διερωτώμαι, τί είδους ναυτικός λαός είμαστε, όταν αποστρεφόμαστε την θάλασσα και στα ελληνικά καράβια κυριαρχούν Φιλιππινέζοι, Αλβανοί και μελαψοί κάθε αποχρώσεως; Το σχολείο καλλιεργεί τον έρωτα για την τεμπελιά, όχι για δουλειά. Τα πανεπιστήμια και οι ποικιλώνυμες σχολές επαυξάνουν τον έρωτα αυτό. Πράγματα που μπορούν να διδαχθούν εντός εξαμήνου -και μάλιστα σε σεμιναριακού τύπου μαθήματα- απαιτούν τετραετία! Βγαίνουν τα παιδιά από τις σχολές και δικαίως ζητούν εργασία με βάση τα «προσόντα» τους, αλλά τέτοιες εργασίες που ζητούν τέτοια προσόντα δεν υπάρχουν. Αν δεν απατώμαι, υπάρχουν δύο σχολές θεατρολογίας -πέρα από τις ιδιωτικές θεατρικές σχολές- που προσφέρουν άνω των 300 πτυχίων το έτος. Που θα βρουν δουλειά τα παιδιά αυτά; Αν όμως το σχολείο από το Δημοτικό καλλιεργούσε την τόλμη, την αυτενέργεια, βράβευε την πρωτοβουλία, την ανάληψη ευθυνών, την αγάπη για την οποιαδήποτε δουλειά ακόμη και του πλανόδιου γαλατά, θα είχαμε κάνει την Ελλάδα Ελδοράδο, όπως έγινε Ελδοράδο για τους εργατικούς Αλβανούς, Βουλγάρους, Πολωνούς, Γεωργιανούς, Αιγυπτίους αλιείς, Πακιστανούς και Ουκρανούς. Σήμερα αυτοί είναι η εργατική κι αύριο η επιχειρηματική τάξη της Ελλάδος. Κι οι Έλληνες, αφήνοντας την πατρώα γη στα χέρια των Αλβανών που την δουλεύουν, την πατρώα θάλασσα στα χέρια των Αιγυπτίων που την ψαρεύουν, θα μεταβληθούν σε νομάδες της Ευρώπης ή των ΗΠΑ ή θα τρέχουν για δουλειά στην Αλβανία που ξεπερνά σε νόμιμη και παράνομη επιχειρηματική δραστηριότητα όλες τις χώρες της Βαλκανικής. Γέμισαν τα Τίρανα ουρανοξύστες, κτήρια γιγάντια, κακό γουστα μεν, σύγχρονα δε. Περίπου 100 ιδιωτικά σχολεία λειτουργούν στην πρωτεύουσα της χώρας των αετών. Εμείς αφήσαμε αδιαπαιδαγώγητη την εργατική και την αγροτική τάξη. Στην πρώτη περάσαμε σαν ιδεολογία-θεολογία το σύνθημα «Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη» και υποχρεώσαμε πλήθος επιχειρήσεις να κλείσουν ή να μεταφερθούν άλλου. Μετά διαφθείραμε τους αγρότες με παροχές χωρίς υποχρεώσεις και τους δημιουργήσαμε νοοτροπία μαχαραγιά. Γέμισε η επαρχία με «Κέντρα Πολιτισμού», όπου «μπαγιαντέρες» κάθε λογής και φυλής άναβαν πούρο με φωτιά πεντοχίλιαρου! Το μπουκάλι με το ουΐσκυ βαπτίστηκε … αγροτικό! Τώρα, όμως, που έρχονται τα «εξ εσπερίας νέφη» χτυπάμε το κεφάλι μας. Και που να φθά σουν τα «εξ Ανατολής» σαν εισέλθει η Τουρκία στην Ευρωπαϊκή Ένωση! Θα γίνει η Ελλάς vallis flentium (=κοιλάς κλαυθμώνων) και θα κινείται quasi osculaturium inter flentium et dolorum (=σαν εκκρεμές μεταξύ θλίψεως και οδύνης). Δεν είμαι υπέρ μιας παιδείας που θα υποτάσσεται στην οικονομία. Θεωρώ ολέθριο να χαράσσεται μια εκπαιδευτική πολιτική με κριτήρια οικονομικής αναγκαιότητας. Θεωρώ ολέθρια όμως και την παιδεία που εθίζει τα παιδιά στην οκνηρία, που τα κουράζει με την παπαγαλία και το βάρος αχρήστων μαθημάτων. Το μεγαλύτερο κεφάλαιο της χώρας είναι τα κεφάλια των παιδιών της. Τούτη η παιδεία αποκεφαλίζει τα παιδιά. Τα κάνει ικανά να μην κάνουν τίποτε. Ούτε να βλαστημήσουν. Ακόμη και η αισχρολογία τους περιορίζεται στη λέξη που τα κάνει συνονόματα. Αν τους πεις βρισιά της περασμένης 20ετίας θα νομίσουν ότι μιλάς αρχαία Ελληνικά! Είναι θλιβερή η εικόνα που παρουσιάζει σήμερα, παρουσίαζε χθες και θα παρουσιάζει κι αύριο η ελληνική κοινωνία: να υπάρχουν άνθρωποι άνω των 65 ετών, άνω των 70 ετών, που, ενώ έχουν συνταξιοδοτηθεί, εργάζονται νυχθημερόν, για να συντηρούν τα παιδιά τους μέχρι να τελειώσουν τις ατελείωτες σπουδές τους, τα παιδιά που λιώνουν τα νιάτα τους στα «κηφηνεία», που πάνε σπίτι τους να κοιμηθούν την ώρα που οι Αλβανοί πάνε για δουλειά, θα μου πείτε, τί δουλειά; Οποιαδήποτε δουλειά, αρκεί να είναι τίμια. Όταν μικροί -ακόμη στο Δημοτικό- μαθαίναμε απέξω τον Τυρταίο (ποιος τολμά σήμερα να διδάξει Τυρταίο;) δεν τον μαθαίναμε για να γίνουμε πολεμοχαρείς αλλά για να νοιώθουμε ντροπή, όταν στην μάχη της ζωής, στην πρώτη γραμμή είναι οι παλαιότεροι, οι «γεραιοί» και οι νέοι κρύβονται πίσω από τη σκιά τους. «Αισχρόν γαρ δη τούτο… κείσθαι πρόσθε νέων άνδρα παλαιότερον». Σήμερα, βέβαια, οι χειρωνακτικές εργασίες ελέγχονται σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα από ξένους. Στις οικοδομές μιλούν αλβανικά, στα χωράφια πακιστανικά. Σε λίγο οι χειρωνακτικές επιχειρήσεις θα περάσουν στα χέρια των Κινέζων που κατασκευάζουν ήδη το μεγαλύτερο μέρος των τουριστικών ειδών που θυμίζουν… Ελλάδα. Ακόμη και τις σημαίες μας στην Κίνα τις φτιάχνουν! Κι εμείς; Εμείς, όπως πάντα, φτιάχνουμε τα τρία κακά της μοίρας μας. «Φτιάχνουμε» τη ζωή μας στην τηλοψία, που δίνει τα μοντέρνα πρότυπα οκνηρίας στη νεολαία, ποθούμε μια χρυσίζουσα ζωή σαν αυτήν που προσφέρει το «γυαλί», αγοράζουμε πολυτελή αυτοκίνητα με δόσεις, κάνουμε διακοπές με «διακοποδάνεια», εορτάζουμε με «εορτοδάνεια» και πεθαίνουμε με «πεθανοδάνεια». Έλεγε ο Φωκίων, που πλήρωσε τέσσερεις δραχμές τη δεύτερη δόση του κωνείου που χρειαζόταν για να «απέλθει», πως στην Αθήνα δεν μπορεί ούτε δωρεάν να πεθάνει κανείς. Έπρεπε να ζούσε τώρα… Λυπάμαι που θα το πω, αλλά πρέπει να το πω: το σχολείο, οι σχολές και τα ΜΜΕ σακάτεψαν και σακατεύουν τη νεολαία, γιατί μιλούν συνεχώς για τα δικαιώματά της -δικαιώματα στην τεμπελιά- και ποτέ για υποχρεώσεις, ποτέ για χρέος, ποτέ για καθήκον. Το καθήκον έγινε άγνωστη λέξη. Πηγή: http://vatopaidi.wordpress.com/2010/09/21/ Από το περιοδικό «ΕΥΘΥΝΗ», τεύχος 395, Νοέμβριος 2004, σσ.548-550 Αναδημοσίευση από περιοδικό «ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ» τ. 45 |
Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου 2010
Ἡ παιδεία εἶναι ἄσκησις ἀρετῆς! τοῦ Σαράντου Καργάκου
Ἡ παιδεία εἶναι ἄσκησις ἀρετῆς, εἶναι ἀνθρωποπλαστικὸ ἰδανικό. Μὲ τὴν παιδεία, ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἐτυμολογικὴ βᾶσι τὸ παιδί, δημιουργεῖς ἀνθρώπους. Ἀρτίους ἀνθρώπους, ἱκανοὺς νὰ ἀνταποκριθοῦν στὶς ἀπαιτήσεις τοῦ μέλλοντος, ποὺ ὅμως δὲν σὲ θέλει ὑπήκοο, σὲ θέλει πολίτη. Μὲ τὴν παιδεία δημιουργεῖς τὸν πολίτη καὶ ὄχι τὸν ἀλήτη, καὶ μὲ τὴν ἀθώα καὶ μὲ τὴν κακὴ σημασία. Διότι ἀλήτης σὲ πρώτη σημασία σημαίνει ὁ περιπλανώμενος.
Ἐκπαίδευσις εἶναι παροχὴ δεξιοτήτων. Χωρὶς ἐγὼ νὰ ἀποκλείω τὸ στοιχεῖο τῆς ἐκπαιδεύσεως στὴν διάρκεια τῆς παιδαγωγικῆς λειτουργίας, δὲν θέλω νὰ ὀνομάζω τὴν παιδεία ἐκπαίδευσι. Διότι σὲ ἐκπαίδευσι ὑπόκεινται καὶ οἱ σκύλοι. Ἡ παιδεία εἶναι μόνο γιὰ ἀνθρώπους. Τὸ μεγάλο λάθος, τὸ ὁποῖο ἔκαναν οἱ πολιτικοὶ ἀπὸ τὴν μεταπολεμικὴ περίοδο καὶ μετὰ εἶναι ὅτι βλέποντας τὴν οἰκονομική μας ὑστέρησι, ἡ ὁποία δὲν ὀφειλόταν ἀποκλειστικῶς σὲ θέματα παιδείας, ἀλλὰ στὶς τρομακτικὲς καταστροφὲς τοῦ Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου, τῆς κατοχῆς καὶ τοῦ ἐμφυλίου, ἤθελαν νὰ κάνουν τὴν παιδεία μας περισσότερο πρακτική. Τὴν ἔκαναν πρακτική, ἀλλὰ δὲν τὴν ἔκαναν ἀποδοτική.
Ποιός εἶναι ὁ χαρακτήρας καὶ ποιά ἡ ποιότης τῆς παρεχομένης ἀπὸ τὸ ἐπίσημο ἑλληνικὸ κράτος παιδείας σήμερα;
Πρῶτον, δὲν προσφέρεται παιδεία. Προσφέρεται κακοπαιδεία ἢ ὑποπαιδεία ἢ ὑπνοπαιδεία ἀπὸ ἕνα Ὑπουργεῖο, τὸ ὁποῖο ἔχω ὀνομάσει Πνευματικῆς Ἡμιπληγίας. Θὰ ἦταν σωτήριο γιὰ τὴν Ἑλλάδα νὰ καταργηθῆ τὸ ὑπουργεῖο αὐτὸ καὶ νὰ ξαναγυρίσουμε στὸ σύστημα τῶν κοινοτήτων, ὅπου οἱ κοινότητες εἶχαν τὴν εὐθύνη γιὰ τὴν ἵδρυση σχολείων, γιὰ τὴν πρόσληψι δασκάλων, γιὰ τὴν πληρωμὴ τῶν δασκάλων, ὁπότε εἶχαν καὶ τὴν εὐθύνη τῆς ποιότητος, καὶ τῶν διδασκόντων ἀλλὰ καὶ τῆς διδασκόμενης ὕλης.
Σήμερα ἔτσι καὶ τολμήσης καὶ πῆς μία ἀρχαία ἑλληνικὴ φρᾶσι, μπορεῖς νὰ ἀκούσης -καὶ τὸ ἔχω ἀκούσει γιὰ τὸν ἑαυτό μου- «Ἀλβανὸ εἶσαι κύριε;». Τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ θεωροῦνται πλέον ἀλβανικά. Καὶ ἂν εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ ποὺ μοῦ ἔχουν μεταφέρει -θὰ τὸ διαπιστώσω πολὺ σύντομα ἂν εἶναι ἀληθές- μοῦ ζητήθηκε ἀπὸ κάποιον κύριο ἀρκετὰ ἰσχυρὸ οἰκονομικῶς, νὰ συνθέσω ἕναν Πινδαρικὸ ὕμνο γιὰ νὰ διαβαστῆ στοὺς Ὀλυμπιακοὺς Ἀγῶνες τοῦ Πεκίνου. Κάθησα 22 ἡμέρες καὶ ἔκανα αὐτὸν τὸν Πινδαρικὸ ὕμνο σὲ βοιωτικὴ διάλεκτο, ποὺ δὲν μοῦ εἶναι τόσο οἰκεία ὅσο ἡ δωρικὴ ἢ ἡ ἰωνική. Ὁ κύριος αὐτὸς τὸ ἔδωσε σὲ ἕναν πολὺ γνωστὸ Ἀμερικανὸ ἑλληνιστή, ποὺ ἐπιδίδεται στὴν μελέτη τοῦ Πινδάρου, ἀλλὰ αὐτὸς ζήτησε νὰ τοῦ στείλω καὶ γλωσσάρι, λέξι πρὸς λέξι, γιὰ νὰ μπορέση νὰ τὸ ἀποδώση στὰ ἀγγλικά. Καὶ ἀφοῦ αὐτὸ μεταφράστηκε στὰ ἀγγλικά, μεταφράστηκε στὰ κινεζικά. Ἀπ' ὅτι μοῦ εἶπαν, κάποιος ὑπουργός μας διάβασε στὸ Πεκίνο τὴν ὡδὴ στὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ καὶ οἱ Ἕλληνες ἀκροατὲς νόμιζαν ὅτι εἶναι κινέζικα. Ὅταν ἀκολούθως διαβάστηκε στὰ κινεζικά, οἱ Ἕλληνες ἀκροατὲς νόμιζαν ὅτι εἶναι ἀρχαῖα ἑλληνικά. Καὶ μόνο ὅταν διαβάστηκε στὰ ἀγγλικά, δηλαδὴ στὴν «μητρική» μας γλῶσσα, κατάλαβαν τὸ νόημα.
...Ἀλλὰ μιᾶς καὶ φθάσαμε καὶ μὲ ρωτήσατε γιὰ τόνους καὶ πνεύματα, ἐγὼ ὑπῆρξα ἀπ’ ἀρχῆς πολέμιος τοῦ μονοτονικοῦ καὶ τῶν ὀρθογραφικῶν ἁπλουστεύσεων. Καὶ ὁ λόγος δὲν ἦταν οἱ δῆθεν συντηρητικὲς καταβολές μου, ἀλλὰ ἦταν λόγοι καθαρὰ παιδαγωγικοί. Διότι ἡ προσπάθεια ποὺ ἔκανε τὸ παιδὶ νὰ γράψη σωστὰ μία λέξι ἰσοδυναμοῦσε μὲ μία ἄσκησι. Κάθε λέξις, ποὺ ἔγραφε τὸ Ἑλληνόπουλο ἦταν ἕνα μικρὸ προβληματάκι. Ἔτσι ἡ γραφὴ τῆς λέξεως προϋπέθετε στοχασμό, σκέψι. Αὐτὸ τὸ πολὺ ἁπλό: «γλῶσσα», νὰ βάλω ὀξεῖα ἢ περισπωμένη; Τὸ μακρὸν πρὸ βραχέως περισπᾶται ἦταν μία συνεχής, διαρκὴς ἐπιταγὴ ποὺ ἔκανε τὸ παιδὶ ὅταν ἔγραφε, ἕνα σκεπτόμενο μαθητή. Τώρα ὁ μαθητὴς δὲν ἔχει τόνους, δὲν ἔχει πνεύματα, γράφει, ὅπως τοῦ κατέβη, ὅ,τι τοῦ κατέβη καὶ ὁ καθηγητὴς δὲν κάνει τὸν κόπο νὰ διορθώση, διότι καὶ ἡ διόρθωσις ἀπαγορεύεται. Σήμερα ἔχουμε μία ὀρθογραφία ΙΧ, γράφει καθένας ὅπως θέλει, καὶ γι' αὐτὸ πλέον ἡ ἑλληνικὴ ἔχει ἐγκαταλειφθῆ σὲ σημεῖο ποὺ νὰ διασχίζης τὴν Λεωφόρο Κηφισίας καὶ τὴν Λεωφόρο Συγγροὺ καὶ νὰ μὴ βλέπης ἑλληνικὴ ἐπιγραφή.
Προδώσαμε τὴν ἔννοια τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία γιὰ μένα ἡ Ἑλλάδα ταυτίζεται μὲ τὸ ἀπροσκύνητο ἦθος. Ἕλλην, ὅπως ἔχει πῆ ἕνας μεγάλος Ἐλβετὸς ἱστορικός, ὁ Γιάκομπ Μπούρκχαρτ, εἶναι ὁ ἀγωνιζόμενος ἄνθρωπος, διότι στὴν γλῶσσα τὴν ἑλληνική, ἡ λέξις ἀγὼν εἶναι αὐτὸ ποὺ ἀποδίδει τὴν βασικὴ ἰδιότητα τοῦ Ἕλληνα.
Ποιά θὰ πρέπη νὰ εἶναι ἡ στάσις τῆς Ἑλλάδος; Ἡ στάσις τῆς Ἑλλάδος θὰ πρέπη νὰ βρίσκεται πάντα κοντὰ σὲ ἕνα ἠχηρὸ «ὄχι». Ὅπως λέει ὁ ποιητής, στὸ πίσω μέρος τῆς παλάμης μας εἶναι γραμμένο τρεῖς φορὲς τὸ «ὄχι». Οἱ Ἕλληνες δὲν εἶναι οἱ ἄνθρωποι τοῦ «ναὶ» καὶ δὲν εἶναι τυχαῖο, ὅτι ὁ μεγαλύτερος προδότης στὰ χρόνια τῆς Ἐπαναστάσεως λεγόταν «Ναινέκος». Ὄχι ὅτι ἔλειψαν οἱ προδότες ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, εἴχαμε καὶ προδότες στὰ χρόνια τῆς Κατοχῆς ἀλλὰ δὲν εἴχαμε στὸν βαθμὸ ποὺ εἶχαν οἱ Γάλλοι, Δανοὶ καὶ λοιποί, νὰ μὴν ἀναφέρω χῶρες καὶ γίνουμε δυσάρεστοι, διότι εἴμαστε ὁ μόνος λαός, ὁ ὁποῖος δὲν πολέμησε στὸ πλευρὸ τῶν Γερμανῶν, ὅπως τὸ ἔπραξαν ἄλλοι Εὐρωπαῖοι ὑβριστές μας αὐτὴ τὴν στιγμή. Δύο πράγματα ἀκόμη: ὅταν ὁ Λάμπρος Κατσώνης ἐστάλη ἀπὸ τὴν Μεγάλη Αἰκατερίνη γιὰ ἀντιπερισπασμὸ τὸ 1792, κάποια στιγμὴ ἡ Αἰκατερίνη, ἀφοῦ ἔκανε τὴν δουλειά της τοῦ εἶπε: «Λάμπρο μάζεψέ τα καὶ ἔλα διότι ἐγὼ τερμάτισα τὸν πόλεμο μὲ τοὺς Τούρκους» καὶ ὁ Λάμπρος, σὲ μία ὑποτεταγμένη Ἑλλάδα, μὲ τὴν περίφημη φανέρωσί του -ἔτσι ὀνομάζεται τὸ μανιφέστο του, Φανέρωσις- εἶπε τὸ περίφημο: «Ἂν ἡ Αἰκατερίνη ὑπέγραψε, ὁ Λάμπρος δὲν ὑπογράφει, δὲν ὑποκύπτει». Τὴν Ἑλλάδα τὴν ἐκφράζουν τρία πράγματα: πρῶτον τὸ «μολὼν λαβὲ» τοῦ Λεωνίδα, δεύτερον ἡ ἀπάντησις ποὺ ἔδωσε ὁ Κωνσταντῖνος ὁ Παλαιολόγος στὸν Μεχμὲτ τὸν Β΄ , δὲν εἶναι σωστὸ νὰ λέμε Μωάμεθ, «τὸ δὲ τὴν Πόλιν σοι δοῦναι οὔτ' ἐμόν ἐστι οὔτ' ἄλλου τινὸς τῶν ἐν αὐτῇ οἰκούντων. Πάντες γὰρ κοινῇ γνώμῃ αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν μὴ φειδόμενοι τῆς ζωῆς ἠμῶν» καὶ τρίτον ἡ ἀπάντησις ποὺ εἰσέπραξε ὁ ναύαρχος Χάμιλτον ἀπὸ τὸν Γέρο τοῦ Μωριᾶ ὅταν τοῦ πρότεινε συμβιβασμὸ καὶ ὁ Γέρος τοῦ Μωριᾶ τοῦ εἶπε: «Ἐμεῖς συμβιβασμὸ δὲν κάνουμε. Ἐλευθερία ἢ Θάνατος. Καπετὰν Ἄμιλτον ὁ Βασιλιᾶς μας σκοτώθηκε, συνθηκολόγησι δὲν ὑπέγραψε καὶ ἡ φρουρά του ἐξακολουθεῖ τὸν πόλεμο ἐναντίον τῶν κατακτητῶν καὶ ἡ φρουρὰ τοῦ Βασιλέως καὶ τὰ φρούρια τοῦ Βασιλέως ἐξακολουθοῦν νὰ εἶναι ἄπαρτα»· καὶ λέει ὁ Χάμιλτον: «Καὶ ποιά εἶναι ἡ φρουρὰ καὶ ποιά εἶναι τὰ φρούρια;» καὶ ὁ Γέρος τοῦ Μωριᾶ τοῦ ἁπαντᾷ: «Ἡ φρουρὰ εἶναι οἱ κλέφτες καὶ φρούρια τὰ βουνά, τὸ Σούλι καὶ ἡ Μάνη». Καὶ ὁ Χάμιλτον, γράφει ὁ Γέρος, δὲν ὡμίλησε. Ἐὰν μιλούσαμε ἔτσι στοὺς ξένους, δὲν θὰ τολμοῦσαν νὰ μᾶς μιλήσουν καὶ νὰ μᾶς ἀντιμιλήσουν. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ Ἑλλὰς σήμερα δὲν εἶναι ἡ Ἑλλάδα τῶν κλεφτῶν καὶ τῶν ἁρματολῶν, εἶναι δυστυχῶς ἡ Ἑλλάδα τῶν κλεφτῶν καὶ τῶν ἁμαρτωλῶν. Ἡ ἁμαρτία εἶναι, καὶ ὅταν λέω ἁμαρτία τὴν ἐννοῶ καὶ μὲ τὴν ἀρχαία καὶ μὲ τὴν χριστιανικὴ σημασία, τὸ σαράκι ποὺ ἔφαγε τὴν αὐτοκρατορία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἡ ἁμαρτία εἶναι καὶ τὸ μαράζι ποὺ τρώει τὴν σύγχρονη Ἑλλάδα. Θὰ μοῦ πῆτε τὰ λέω ἐγὼ καὶ ξεχνάω αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Χριστός, «ὁ ἀναμάρτητος πρῶτος τὸν λίθον βαλέτω». Ὄχι βεβαίως. Ὅλοι ἔχουμε κάνει λάθη. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἐμεῖς οἱ πολῖτες τὰ λάθη τὰ πληρώσαμε καὶ τὰ πληρώνουμε, καὶ τὰ πληρώνουμε πολὺ βαρειά. Διότι τὰ λάθη τῶν πολιτικῶν εἶναι ἁμαρτίες ποὺ δὲν παιδεύουν αὐτοὺς οὔτε τὰ τέκνα τους, παιδεύουν ἐμᾶς τοὺς πολῖτες. Ἀλλὰ καλὰ κάνουν καὶ μᾶς παιδεύουν διότι οἱ πολιτικοί, ἡ ἐκλογὴ δηλαδὴ τῶν πολιτικῶν, ἡ ἐπιλογὴ τῶν πολιτικῶν, εἶναι εὐθύνη τῶν πολιτῶν. Ἂς μάθουν οἱ πολῖτες νὰ ἐπιλέγουν σωστά, ὥστε νὰ ἔχουμε γκεσέμια ἱκανὰ νὰ μᾶς ὁδηγήσουν πρὸς τὰ ἐμπρός.
Πηγή:http://stisepalxeis.blogspot.com
Τρίτη 4 Μαΐου 2010
Σαράντος Καργάκος, Πεθαμένη ή προδομένη;

http://aktines.blogspot.com
Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010
"Κάποτε τα παιδιά έτρωγαν χαστούκια• τώρα δίνουν χαστούκια"-Σαράντος Καργάκος

ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΚΑΝΕΙ ΤΗΝ ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΟΥ...
Φθάσαμε στο σημείο όσα προ 30ετίας καί κάτι εθεωρούντο ευνόητα, να θεωρούνται σήμερα ακατανόητα, διότι όσα διδάσκονται τα παιδιά στο σχολείο, λόγω αλλεπαλλήλων εκπαιδευτικών άβελτηριών, είναι κατά το πλείστον ανόητα.
Ό Αϊνστάιν είχε πει ότι παιδεία είναι αυτό πού μας μένει όταν ξεχάσουμε όλα όσα μάθαμε στο σχολείο. Δηλαδή, ή ευαισθησία, ή καλλιεργημένη φαντασία καί κυρίως ή γύμναση του νοός, πού μαθαίνει το παιδί όχι με τί, αλλά πώς να σκέπτεται. Σήμερα αυτό πού μένει στα παιδιά Οταν φεύγουν από το σχολείο αλλά καί όταν μένουν σ' αυτό είναι μια απέχθεια, με τίς ελάχιστες φυσικά τιμητικές εξαιρέσεις. Διότι το σχολείο σκοτώνει ο,τι ωραιότερο καί ό,τι Ίερώτερο τα παιδιά έχουν μέσα τους. Κι αυτό φυσικά δεν είναι ευθύνη του δήθεν πολυπολιτισμικοϋ, αλλά στην πραγματικότητα «πολυαμαρτωλικοΰ» υπουργείου μας, είναι καί των εκπαιδευτικών «νέας φουρνιάς», πού ενώ πήραν δωρεάν βιβλία παιδαγωγικά 12 κιλών (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα διάβασαν ή φωτίστηκαν, κι αν τα διάβασαν) κατά τα έτη των σπουδών τους, πού μετριούνται με "Ολυμπιάδες, οι τέτοιοι εκπαιδευτικοί, αντί να κτίσουν κάτι στην ψυχή των παιδιών, κατεδαφίζουν, κατά την κομματική προσταγή του: «Γκρεμίστε...»!
Βέβαια δεν είναι μικρή καί ή ευθύνη πολλών γονιών, ξεθυμασμένων τέως επαναστατών, πού αντί να βιώσουν την επαναστατική τρικυμία στη βιοτική πάλη, τη βίωσαν στο κρανίο τους, μέχρι πού βολεύτηκαν σε κάποιο -ελέω κόμματος- δημόσιο όφφίτσιο ή χάρη στη συνεργασία με τους «όφφικιάλιους» του δημοσίου γνώρισαν πολλούς τρόπους πλουτισμού, εκ των οποίων ό τιμιώτερος είναι ή ...κλοπή, όπως έγραφε χλευαστικά ό Ρο'ίδης.Όλοι αυτοί, οι κατ' έπίφασιν γονείς, θεωρούν την εργασία, την τιμιότητα, την πίστη σε αρχές θρησκευτικές, εθνικές σαν ...βίτσιο!Άλλοίμονο, λοιπόν, οτόν εκπαιδευτικό πού θα θελήσει να μιλήσει για τέτοια «βέβηλα» πράγματα στο σχολείο. Αμέσως θα προσφύγουν στον νέο τύπο Γενικών Επιθεωρητών, πού είναι οι τηλεοπτικοί αστέρες. Αυτοί έχουν την πανσοφία να ομιλούν De re commune scibile et opibusdam aliis κατά τη σατιρική έκφραση του Βολταίρου, την οποία απέδωσε εύστοχα ό Ρο'ίδης με το περίφημο: «Περί παντός κοινώς γνωστού και τίνων άλλων ακόμη». Καί πέρα από την πανσοφία έχουν καί την παντοδυναμία πού είχε ό Ραδάμανθυς στον "Αδη, πού μπορούσε τους πάντες να δικάζει. Οί τωρινοί τηλεοπτικοί συνάδελφοι τους δικάζουν καί τους εκπαιδευτικούς, Οχι όταν με λόγια καί έργα προωθούν τη μαθητική αλητεία, Οχι όταν διακινούν ναρκωτικά, όχι όταν είναι αμαθείς κομματικοί ϊνστρούχτορες, αλλά όταν επιμένουν να βλέπουν το έργο τους όχι σαν αγγαρεία αλλά σαν ιερή λειτουργία. Ή απειλή της μαμάς «Θα σε πάω στον...» έχει δέσει τη γλώσσα καί τη σκέψη πολλών εύαίσθητων εκπαιδευτικών. Καί πολλούς τους πήγαν καί κάποιοι ψοφοδεείς έκαναν ...δήλωση μετανοίας προ των υπερτάτων κριτών.
Σήμερα τρέμει κανείς να είναι καλός έκπαιδευτικός. Ακόμη καί πανεπιστημιακός. Παλαιός μου μαθη-ής, πού αντί να συνεχίσει το αξιοπρεπές έργο του πατέρα του, πού ήταν διακεκριμένος μπαλωματής, φιλοδόξησε να γίνει πανεπιστημιακός για να μπαλώσει τίς τρύπες της παιδείας μας. Καί το παιδί μου έλεγε, σχεδόν κλαίγοντας προ μηνών, ότι υποχρεώνεται να διδάσκει στους πρωτοετείς κλάσματα καί δεκαδικούς, γιατί τα παιδιά αγνοούν παντελώς σχεδόν τη «γλώσσα των μαθηματικών». Καί πάνε για μαθηματικοί! Έπίδοξοι Καραθεοδωρήδες!
Δεν λέω, έγινε κάποια πρόοδος σε ορισμένους τομείς. Έγραφα προ 40ετίας σ' ένα διδακτικό μου βιβλίο: Στό παιδί δεν απλώνουμε το χέρι• του δίνουμε το χέρι». Ή πρόοδος συνίσταται ότι σήμερα το παιδί απλώνει χέρι καί γλώσσα στο δάσκαλο καί στον καθηγητή. Με την ανοχή της κοινωνίας, της πολιτείας, των ΜΜΕ καί των γονιών. «Το παιδί κάνει την επιλογή του». Μα καί το περίστροφο είναι μια επιλογή. Κάποτε τα παιδιά έτρωγαν χαστούκια• τώρα δίνουν χαστούκια. Άλλα το χαστούκι πού δεν έφαγαν από τον πατέρα καί το δάσκαλο, τους το δίνει σήμερα ή ζωή.Ηλθε ή κρίση, καί πάμπολλοι νεαροί πιστεύουν ότι θα την «σκαπουλάρουν» με την κλοπή. Ή εργασία τους είναι άγνωστη λέξη. Το υπουργείο μοιράζει στα παιδιά «κομπιοϋτερς» δωρεάν. Μυαλά πότε θα μοιράσει;
πηγή-''ΕΣΤΙΑ''
Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2010
ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΛΛΕΙΨΗ ΑΓΑΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ -ΣΑΡΑΝΤΟΣ ΚΑΡΓΑΚΟΣ

Είναι ένας άνθρωπος που γνωρίζει την ελληνική γλώσσα όσο ελάχιστοι παγκοσμίως. Ένας άνθρωπος που διακρίνει νότες πίσω από τα γλωσσικά σύμβολα και μουσική αρμονία πίσω από το λόγο. Ο γνωστός φιλόλογος Σαράντος Καργάκος, χειμαρρώδης στο λόγο του και κατασταλαγμένος στις σκέψεις του, δεν διστάζει να εκφράσει την άποψή του για τη σύγχρονη ελληνική γλώσσα, αν και γνωρίζει ότι μπορεί να γίνει δυσάρεστος σε ορισμένους. Λάτρης του πολυτονικού συστήματος και της αρχαίας γλώσσας (την οποία θεωρεί παρούσα και σήμερα), διαπιστώνει γλωσσική πενία στη σύγχρονη εποχή, συνέπεια των ατυχών μεταρρυθμίσεων του υπουργείου Παιδείας που ανέλαβε - κατά καιρούς - το ρόλο του «εκσυγχρονιστή» της γλώσσας. Ταυτόχρονα, υποστηρίζει ότι η αποκαλούμενη σύγχρονη ελληνική γλώσσα δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς τη γνώση της λόγιας, της μεσαιωνικής και της αρχαίας γλώσσας.
Ο κ. Καργάκος τονίζει ότι το μόνο που χρειάζεται η ελληνική γλώσσα για να προχωρήσει αβίαστα προς την αιωνιότητα είναι η αγάπη. Μία αγάπη που δεν θα περιορίζεται σε ένα μικρό, πεπερασμένο λεξιλόγιο και στην επιφανειακή ενασχόληση με τη γλώσσα, αλλά θα επεκτείνεται σε όλο το βάθος της, προσπαθώντας να αντλήσει από εκεί τις ατέρμονές δυνατότητες, τον πλούτο και την αρμονία που προσφέρει η ελληνική γλώσσα στο χρήστη της.
• Η ελληνική γλώσσα κατέχει μια σημαντική θέση στον παγκόσμιο γλωσσικό χάρτη. Η ελληνική γλώσσα μαζί με την κινεζική είναι η μαρκρότερη σε ιστορία γλώσσα στον κόσμο. Επιπλέον, η ελληνική γλώσσα διαθέτει ένα τεράστιο γλωσσικό κοίτασμα που έχει τροφοδοτήσει όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες. Αρκεί να τονιστεί ότι όλες οι λέξεις στις ευρωπαϊκές γλώσσες που αναφέρονται σε έννοιες πολιτισμού, πολιτικής, δικαίου και επιστήμης έχουν ελληνική καταγωγή. Η παγκόσμια γλώσσα του πολιτισμού δεν θα επιτρέψει ποτέ το σβήσιμο της ελληνικής γλώσσας.
• Δεν έχουμε καταλάβει το θησαυρό που κρύβει η γλώσσα μας. Έγιναν αλλεπάλληλες μεταρρυθμίσεις που κατέληξαν απορρυθμίσεις. Η κατάσταση είναι πολύ άσχημη όπως την έχω περιγράψει στα βιβλία μου «Αλαλία» και «Αλεξία». Η γλωσσική κατάπτωση του λαού μας και ιδιαίτερα των νέων γενεών είναι πολύ εμφανής. Σήμερα το ελληνόπουλο δεν μπορεί να εκφραστεί σε έναν λόγο διαρκείας τριών λεπτών σε άψογα ελληνικά.
• Είναι απαραίτητο το ελληνικό σχολείο να ρίξει το βάρος του στη σωστή διδασκαλεία της ελληνικής γλώσσας. Σε μια παλαιότερη εποχή που τα σχολεία υπολειτουργούσαν λόγω συνθηκών κατοχής και εμφυλίου πολέμου μπορούσαμε να μαθαίνουμε σωστότερα ελληνικά στην αρχαία, καθαρεύσουσα και πρέπουσα τους έκδοση.
• Σήμερα η πρέπουσα ελληνική γλώσσα υποτονεί. Τα παιδιά χρησιμοποιούν μια σπαστή αργκό που ουσιαστικά δεν είναι καν αργκό. Ένας άνθρωπος που ξέρει την παλιά αργκό των Τσιφόρου, Πικρού και Βάρναλη απεχθάνεται τη σημερινή αργκό που προσφέρεται μόνο για ρυπαρογραφήματα. Μέσα στον ηλεκτρικό και στα λεωφορεία παρατηρώ ότι τα παιδιά αδυνατούν να εκφράσουν μια ολοκληρωμένη σκέψη σε μια σωστά συγκροτημένη πρόταση. Αν έλλειπε η λέξη με τα τρία άλφα τα παιδιά δεν θα μπορούσαν να συνεννοηθούν μεταξύ τους.
• Σήμερα οι εφημερίδες κατεβάζουν το γλωσσικό τους επίπεδο ώστε να γίνονται κατανοητές από τους νέους αναγνώστες. Η εφημερίδα είναι ο πιο σημαντικός γλωσσικός δάσκαλος στην οικογένεια. Τα παλιά χρόνια την καλή γλώσσα την δίδασκαν το σχολείο και η εφημερίδα. Από τα κύρια άρθρα του Γεωργίου Βλάχου του ιδρυτή της Καθημερινής και του Αιμίλιου Χουρμούζη του διευθυντή της Καθημερινής στην εποχή της δικής μου γενιάς μαθαίναμε ελληνικά και σωστό τρόπο στοχασμού στα ελληνικά. Από τα έντυπα «light» διαμορφώνεται μια γλώσσα «light» επιπέδου επικοινωνίας μεταξύ τσοπάνη και προβάτων. Σήμερα η εφημερίδα απευθύνεται στον αναγνώστη προσφέροντας περιοδικά, πετσέτες και DVDs ώστε να αυξήσει την κυκλοφορία της. Τα ελληνικά της τηλεόρασης αρμόζουν σε γηπεδική συγκέντρωση αλαλαζόντων φιλάθλων. Ο τύπος βρίσκεται σε γλωσσικό κατάντημα.
• Πρέπει όλοι οι υπεύθυνοι στην Ελλάδα, πολιτικοί, πανεπιστήμια, ακαδημία, και λογοτεχνικά σωματεία να καταλάβουν ότι τα ελληνικά έχουν μέλλον και όχι μόνον παρελθόν. Εγώ έλεγα ότι τα ελληνικά θα εισέλθουν από μια ηλεκτρονική πύλη. Ο δημιουργός της Microsoft έχει εκφράσει την ίδια άποψη.
• Σήμερα τα αρχαία και μεσαιωνικά ελληνικά δεν τα ζητούν μόνον η Ευρώπη αλλά τα ζητούν η Κίνα και η Ιαπωνία και ενδεχομένως στο μέλλον και η Ινδία. Πρέπει να δημιουργήσουμε πνευματικούς διαύλους για να διαδώσουμε τη γλώσσα μας στις χώρες αυτές ώστε να αποκτήσει λάμψη. Οι Κινέζοι πηγαίνουν να μάθουν ελληνικά στο Λονδίνο και όχι στην Ελλάδα. Τα προβλήματα αυτά πρέπει να μας απασχολήσουν πολύ.
• Στη σημερινή Ελλάδα κινδυνεύεις να θεωρηθείς αμαθής όταν χρησιμοποιείς σωστά τα ελληνικά. Δίχως τη γνώση της αρχαίας, μεσαιωνικής και καθαρεύουσας ελληνικής γλώσσας δεν μπορεί να προχωρήσει η νεοελληνική δημοτική γλώσσα. Η αρχαία, μεσαιωνική και καθαρεύουσα γλώσσα αποτελούν τις ρίζες, τον κορμό και τα κλαδιά του δέντρου, ενώ η νεοελληνική δημοτική τα φύλλα του. Όλοι στην Ελλάδα πρέπει να προβληματιστούμε και να δράσουμε άμεσα σχετικά με τα προβλήματα του τεραστίου κεφαλαίου που λέγεται ελληνική γλώσσα. Δεν πρέπει να φτωχαίνουμε τα ελληνικά μέσα στη χώρα μας.
Τι χρειάζεται η ελληνική γλώσσα για να πορευτεί προς την αιωνιότητα;
Εκείνο που θα σας πω με μία λέξη, είναι η λέξη: αγάπη. Όταν λες «αγαπώ τη γλώσσα μου», σημαίνει ότι την αγαπάς τη γλώσσα σε όλη την έκτασή της και συνεπώς, δεν χρησιμοποιείς μόνο ένα μέρος της που μπορεί να σε εξυπηρετήσει. Φτάνουμε λοιπόν στο σημείο να μαθαίνουμε την ελληνική ως γλώσσα χρήσης. Και αυτό επεκτείνεται και στην εκμάθηση των ξένων γλωσσών. Διαπιστώνω ότι παιδιά που έχουν τίτλους στα γαλλικά και στα αγγλικά, όταν ζητώ εγώ τη συνδρομή τους για να μου ερμηνεύσουν ορισμένα πράγματα, σηκώνουν τα χέρια και μου λένε ότι «αυτά είναι εκτός της διδακτέας ύλης». Μπορεί να είναι εκτός διδακτέας ύλης ο Προυστ και ο Ουγκό;
Με άλλα λόγια, βάζουνε όρια στη γλώσσα και αυτά τα όρια καθορίζουν και τα όρια του κόσμου. Γιατί, όπως έχει πει και ο μεγάλος φιλόσοφος Βιντγκεστάιν (Wittgenstein) «τα όρια του κόσμου, είναι τα όρια της γλώσσας σου». Εγώ πιστεύω ότι η ελληνική είναι μία παγκόσμια γλώσσα και όταν τη σπουδάζουμε στην παγκοσμιότητά της, τότε μπορούμε να είμαστε ένας παγκόσμιος λαός. Όσο και να αναφερόμαστε στην παγκοσμιοποίηση, εφόσον δεν γνωρίζουμε τους γλωσσικούς μας θησαυρούς, δεν θα είμαστε παρά μία μικρή επαρχία του κόσμου.
Ποιες συγκεκριμένες απειλές δέχεται σήμερα η ελληνική γλώσσα;
Πρώτα - πρώτα, είναι ο αγγλικός γλωσσικός ιμπεριαλισμός. Δεύτερη μεγάλη απειλή είναι η ευτέλεια της τηλοψίας (όπως είναι το σωστό να λέμε και όχι τηλεόραση). Τρίτον είναι το χαμηλό επίπεδο των εντύπων που περνάνε στα χέρια της νεολαίας. Τέταρτον, η γλωσσική κάθοδος των εφημερίδων. Πέμπτον, η πτώση του γλωσσικού «αιματοκρίτη» της σύγχρονης λογοτεχνίας, όπου και αυτή είναι περιορισμένη γλωσσικά. Και κάτι άλλο: είναι η έλλειψη αγάπης προς τη γλώσσα γενικότερα.
Τα πράγματα δείχνουν ότι δεν έχουμε μία ευαισθησία, ώστε να αποκτήσουμε και μία ακουστική ευγένεια. Σήμερα δεν είναι ότι φτωχαίνει μόνο το λεξιλόγιό μας. Φτωχαίνει και η προφορά μας. Η προφορά σήμερα είναι ένας βρυχηθμός. Και σε αυτό φταίει και η κατάργηση του πολυτονικού συστήματος. Σήμερα, το παιδί που μαθαίνει το μονοτονικό, που έχει γίνει ατονικό, στην πραγματικότητα δεν μπορεί να παρακολουθήσει τη μουσικότητα των λέξεων. Γιατί οι τόνοι και τα πνεύματα ήταν ότι είναι και οι νότες σε μία παρτιτούρα. Αυτά τα πράγματα δεν τα είχαν καταλάβει αυτοί που αποπειράθηκαν να κάνουν μεταρρυθμίσεις.
Δεν έχει γίνει κατανοητό ότι η υπεροχή της ελληνικής έναντι άλλων ευρωπαϊκών γλωσσών βρίσκεται στην παλμικότητά της. Όπως στην κλίση: «ο άνθρωπος του ανθρώπου, τον άνθρωπο, οι άνθρωποι, των ανθρώπων, τους ανθρώπους». Κατεβαίνει ο τόνος. Είναι σαν το μπαλάκι του πινγκ-πονγκ που δίνει μία ζωντάνια στη λέξη. Αυτή η «ακινητοποίηση» του τόνου φέρνει το νέκρωμα της λέξης.
Αυτά τα πράγματα δείχνουν πως έχουμε ήδη υψώσει ένα Σινικό Τείχος στο προ του 1976 παρελθόν και στο μετά το 1976. Διερωτώμαι: ο Κωνσταντίνος Καραμανλής που έκανε αυτή τη μεταρρύθμιση, θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ότι ένα παιδί σήμερα δεν θα μπορούσε να καταλάβει τις ομιλίες του;
Σύμφωνα με τους επιστήμονες πληροφορικής, οι Η/Υ προχωρημένης τεχνολογίας δέχονται ως νοηματική γλώσσα μόνο την ελληνική, λόγω της πρωτογένειας των λέξεών της, την αιτιώδη δηλαδή σχέση που υπάρχει μεταξύ τους. Επίσης, τη θεωρούν ως μη οριακή. Ποια είναι η δική σας άποψη;
Παρότι είμαι ο πρώτος που το έχει πει αυτό στην Ελλάδα, έρχομαι να σας πω ότι η ελληνική γλώσσα δεν είναι η μόνη. Υπάρχουν και άλλες. Αλλά το γεγονός ότι η αρχαία ελληνική έχει τις περισσότερες συντακτικές δομές από ότι οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αυτό της δίνει μία προτεραιότητα.
Το Internet αποτελεί κίνδυνο για την ελληνική γλώσσα;
Η σημερινή χρήση του Internet αποτελεί όντως κίνδυνο για την ελληνική γλώσσα. Ωστόσο, μπορεί μελλοντικά να τη βοηθήσει σημαντικά. Αυτό κάνουν όλοι οι λαοί που έχουν πολύπλοκη γλώσσα, όπως οι Άραβες και οι Κινέζοι. Μην εκπλαγείτε εάν δείτε να το κάνουν οι Γεωργιανοί. Το κάνουν ήδη οι Εβραίοι - και μπράβο τους. Καιρός να το κάνουμε και εμείς.
Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι το υπερκείμενο (link) μέσα σε μία ιστοσελίδα αποτελεί επανάσταση, ανάλογη με αυτή του Γουτεμβέργιου. Συμμερίζεστε την άποψη;
Ήδη είναι η επανάσταση αυτή πράξη. Με μία διαφορά: εάν εμείς δεν πατάμε γερά στα πόδια μας, θα πετάμε σαν το χαρταετό που του έχουν κόψει τα σχοινιά.
Υπάρχουν άλλες γλώσσες, εκτός της ελληνικής που αντιμετωπίζουν κίνδυνο από τον αγγλικό γλωσσικό ιμπεριαλισμό;
Πρώτα - πρώτα κινδυνεύει η γαλλική γλώσσα. Κίνδυνο αντιμετωπίζει και η γερμανική γλώσσα, γιατί βλέπω μία συρρίκνωση τα τελευταία χρόνια και μέσα στη Γερμανία, αλλά και εκτός της χώρας. Έχει περιοριστεί η γερμανομάθεια. Αντίθετα, διαπίστωσα μία αύξηση των ανθρώπων που ομιλούν την παλαιά σκοτσέζικη.
Τελικά, τι ακριβώς είναι η ελληνική γλώσσα; Η γλώσσα των θεών, η μητέρα των γλωσσών ή η γλώσσα του μέλλοντος;
Στην ερώτηση αυτή, ο κ. Καργάκος μάς παρέπεμψε στο βίβλο του «Μικρά Γλωσσικά» όπου υπάρχει η ομιλία του «Η γλώσσα του μέλλοντος και το μέλλον της γλώσσας». Από τον επίλογο του βιβλίου είναι το παρακάτω απόσπασμα:
«…αν σταματήσουμε να μισούμε ή να περιφρονούμε τη γλώσσα μας, αν συμφιλιωθούμε μαζί της, θα ζήσουμε αύριο σ' ένα πνευματικό και επιστημονικό περιβάλλον πιο φιλικό προς εμάς. Το μέλλον χρειάζεται την ελληνική για να υδροδοτείται από αυτή γλωσσικά. Όποια ευρωπαϊκή γλώσσα κι αν εξελιχθεί σε παγκόσμια γλώσσα, σε μία οικονομική lingua franca, θα έχει την ανάγκη της ελληνικής η οποία και γι' αυτό πρέπει να διατηρηθεί ζώσα, σφριγώσα και ακμαία. Οι καρποί της πάντα θα είναι καρποί και για το παγκόσμιο λεξιλόγιο της επιστήμης και του πολιτισμού. Γι' αυτό το να υπηρετούμε με σεβασμό τη γλώσσα μας είναι η μεγαλύτερη προσφορά στον παγκόσμιο γλωσσικό πολιτισμό».
Επίκαιρος όπως πάντα, πηγή: Καθημερινή 25/9/2006
Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010
ΤΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ ΤΟΥ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΟΥ ΣΑΡΑΝΤΟΥ ΚΑΡΓΑΚΟΥ
[Σχόλιο ᾿Οδυσσέως: ῾Ο κ. Σαράντος Καργᾶκος εἶναι βαθύς γνώστης τῶν γλωσσικῶν καί ἱστορικῶν μας πραγμάτων. ῾Ομιλεῖ μέ παρρησία καί λέει ξεκάθαρα τήν ἀλήθεια. ῾Η καθιέρωση τοῦ μονοτονικοῦ ἀπετέλεσε ἕνα πλῆγμα στή γλωσσική παιδεία τῶν νεώτερων γενεῶν. Παραθέτουμε ἕνα ἐμπεριστατωμένο ἄρθρο τοῦ ὡς ἄνω δεινοῦ φιλολόγου καί πατριώτη μέ τήν διαπίστωση:ΔΕΝ ΞΕΧΝΟΥΜΕ ΤΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ ΤΟΥ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΑΓΩΝΙΖΟΜΑΣΤΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΟΝΙΚΟΥ. Εἶναι ἕνα ἐλάχιστο χρέος στά παιδιά μας!]
1
Τὸ μονοτονικὸ ἐπιβλήθηκε στὸν ἑλληνικὸ Λαὸ ἀπὸ τὴν Κυβέρνηση τοῦ ΠΑΣΟΚ –Ὑπουργὸς Παιδείας κ. Ἐλευθ. Βερυβάκης– μὲ τροπολογία ποὺ αἰφνίδια προτάθηκε, κοντὰ στὰ μεσάνυχτα, ὅταν ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων (συνεδρίαση τῆς 11.1.1982) εἶχε περατώσει τὴν συζήτηση καὶ εἶχε ψηφίσει τὸ ἕνα καὶ μόνο ἄρθρο τοῦ Νόμου 1228, ποὺ ἀποτελοῦσε «Κύρωση τῆς ἀπὸ 11.11.1981 πράξης τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας περὶ ἐγγραφῆς μαθητῶν στὰ Λύκεια τῆς Γενικῆς καὶ Τεχνικῆς καὶ Ἐπαγγελματικῆς Ἐκπαιδεύσεως», καὶ μὲ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν τίτλο δημοσιεύθηκε στὸ Α΄ Τεῦχος τοῦ φύλλου 15/11.2.82 τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως.
Ἕνα κεφαλαιῶδες, λοιπόν, ἐθνικὸ θέμα, τὸ θέμα τοῦ τρόπου γραφῆς τῶν λέξεων μιᾶς πανάρχαιας γλώσσας –τρόπου καθιερωμένου μὲ ἐφαρμογὴ πολλῶν αἰώνων– ἀντιμετωπίσθηκε μὲ ἀσύγνωστη, ἀνατριχιαστικὴ ἐπιπολαιότητα. Διότι: α) εἰσάγεται πρὸς συζήτηση μὲ ἄρθρο «τῆς προσκολλήσεως» σὲ θέμα νόμου ἄσχετο, β) εἰσάγεται μεσάνυχτα, ὅταν ἡ πλειονότητα τῶν βουλευτῶν ἀπουσιάζει, γ) εἰσάγεται αἰφνίδια (κι αὐτό, θὰ ἰδοῦμε γιατί), δ) εἰσάγεται ἀντισυνταγματικὰ (προσκολλημένο σὲ νόμο ἄσχετο) καὶ ε) εἰσάγεται χωρὶς νὰ ἐρωτηθεῖ οὔτε ὁ Λαὸς –ἐνῶ τότε ἀκριβῶς ὑποστηριζόταν πὼς γιὰ δυὸ στρατιωτικὲς βάσεις ἔπρεπε νὰ γίνει ... δημοψήφισμα– οὔτε ἡ Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, οὔτε τὰ Πανεπιστήμια τῆς χώρας καὶ ἰδίως οἱ Φιλοσοφικές τους Σχολές, οὔτε οἱ Ἑταιρίες τῶν Συγγραφέων-Λογοτεχνῶν –παρὰ τὴν βαρυσήμαντη ἀπόφανση τοῦ σοφοῦ καθηγητῆ καὶ τότε Γέν. Γραμματέα τῆς Ἀκαδημίας Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλου πώς, «Τὴν γλώσσα τὴν ἀναπτύσσουν μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν νὰ εἰποῦν κάτι, δηλαδὴ οἱ πνευματικοὶ ἄνθρωποι, καὶ ὄχι οἱ ἀπνευμάτιστοι γλωσσοπλάστες καὶ νομοθέτες... Οἱ γλωσσικοὶ νομοθέτες δὲν ἔχουν καμμιὰ ἁρμοδιότητα καὶ ἀνακόπτουν ἁπλῶς τὴν ἐξέλιξη τοῦ γλωσσικοῦ μας πολιτισμοῦ».
2
Ὑπῆρξε, βέβαια, πολὺ πρὶν ἀπὸ τὴν ἡμερομηνία αὐτή, ἐξαγγελία κύκλων τοῦ ΠΑΣΟΚ, ὄχι μόνο γιὰ τὴν ἐπιβολὴ τοῦ μονοτονικοῦ ἀλλὰ γιὰ ἔσχατη ἁπλοποίηση τῆς γλώσσας μας (ὠσὰν νὰ εἴμαστε οἱ ἄξεστοι Τοῦρκοι τοῦ Κεμὰλ Ἀτατοὺρκ καὶ ὄχι οἱ φορεῖς τῆς ἀρχαιότερης ζωντανῆς γλώσσας τοῦ κόσμου...)· Στὸ «Δελτίο Συνδέσμου Ἑλληνίδων Ἐπιστημόνων» (Ὀκτώβριος 1979) προαναγγέλεται πὼς «τὸ μονοτονικὸ εἶναι ἕνα βῆμα» πρὸς τὴν ταύτιση τῆς γραπτῆς μὲ τὴν προφορικὴ λαλιὰ (δέν μᾶς μιμήθηκαν οἱ Ἄγγλοι καὶ οἱ Γάλλοι...), δηλαδή: τὴν κατάργηση τῶν διφθόγγων, τῶν πολλῶν ι, τῶν δυὸ ε καὶ ο, καὶ «σ’ αὐτὴ τὴν ἐπίμονη», λέει τὸ κείμενο, «διεργασία πρωτοστατοῦν οἱ δημοσιογράφοι, οἱ προκηρυξιογράφοι-τοιχοκολλητές, οἱ μπροσουροποιοί, μανιφεστογράφοι... ποὺ θὰ λυτρώσουν τὴ γλώσσα μας ἀπὸ τὴν σκουριὰ αἰώνων». Μόνο αὐτοὶ εἶναι ἁρμόδιοι...
3
Καμμιὰ προγενέστερη εὐρεία, ἀνοιχτὴ καὶ ἐλεύθερη συζήτηση δὲν σημειώθηκε στὴν χώρα γιὰ τὸ μέγα αὐτὸ θέμα μετὰ ἀπὸ ἐκείνη τὴν παλιά, ἀλήστου μνήμης «Δίκη τῶν τόνων», ποὺ ἀπόμεινε χωρὶς συνέχεια καὶ σποραδικὲς ἐδῶ κι ἐκεῖ ἀπόψεις. Ἡ μόνη ποὺ φαίνεται ρωτήθηκε –γιατί οὔτε τὰ Κόμματα ἐνημερώθηκαν, ὅπως ἀμέσως θὰ φανεῖ– ἦταν μιὰ Ἐπιτροπὴ ποὺ συγκρότησε ὅπως ἤθελε ὁ τότε Ὑπουργὸς Παιδείας καθὼς καὶ τὸ περιλάλητο ΚΕΜΕ τοῦ ἴδιου Ὑπουργείου. Τί ἀκριβῶς ἀποφάνθηκε ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ τί εἶπε το ΚΕΜΕ σαφῶς, δὲν γνωρίζουμε, οὔτε ἂν ὑπῆρξε καὶ τί ἀκριβῶς ὑποστήριξε ἡ μειοψηφία. Ἀλλὰ οὔτε καὶ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία τὸ ἐγνώριζε, ὅταν τὰ μεσάνυχτα τῆς 11.2.1982 εἰσήχθη ἐντελῶς αἰφνίδια τὸ ἄρθρο τῆς προσκολλήσεως σὲ ἀλλότριο νόμο, ἡ παρονυχίδα στὸν νόμο περὶ ἐγγραφῆς μαθητῶν στὰ Λύκεια κ.λπ. Πάντως, ἀνακοινώνουμε τὰ ὀνόματα τῶν μελῶν τῆς μὲ βαρύτατες ἐθνικὲς εὐθύνες Ἐπιτροπῆς ἐκείνης, γιὰ νὰ ἀναλάβει καθένα τὴν προσωπική του εὐθύνη καὶ νὰ μὴ τοὺς λησμονήσει ὁ ἑλληνικὸς Λαός, ποὺ τὸν ἔσωσαν, φαίνεται, ἀπὸ τὴν ἀγραμματοσύνη καὶ τὴν διασπάθιση χρόνου καὶ χρήματος...: Καθηγ. Ἐμμ. Κριαρᾶς πρόεδρος, Φάνης Κακριδῆς καθηγ. Παν/μίου, Χρίστος Τσολάκης φιλόλογος, Βασ. Φόρης φιλόλογος, Δημ. Τομπαΐδης σύμβουλος ΚΕΜΕ, Χρ. Μιχαλὲς Πρόεδρος τῆς ΟΛΜΕ, Ἀπόστ. Κοτλίττας διδάσκαλος, Ἀλόη Σιδέρη φιλόλογος τῆς ΟΙΕΛΕ.
Ὅλα αὐτὰ σημαίνουν, κατὰ τὴν γνώμη μας, ὅτι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς χειρίστηκε τὸ κολοσσιαῖο θέμα ἀλλαγῆς τῆς γραφῆς τῆς γλώσσας μας μετὰ τόσους αἰῶνες ἀδιάλειπτης πρακτικῆς ἀντιλαϊκά, ὡς ἕνα θεματάκι ποὺ μὲ μιὰ Ἐπιτροπούλα καὶ μὲ μιά-δυὸ συνεδριάσεις τοῦ ΚΕΜΕ τακτοποιεῖται....
4
Τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδρίασης ἐκείνης τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων, τῆς αἰφνίδια κρισιμότατης, παρέχουν συγκλονιστικὲς πληροφορίες καὶ στοιχειοθετοῦν τὸν χαρακτηρισμὸ τῆς πράξης ὡς σκανδάλου. Λοιπόν:
α΄) Πρὸς τὰ μεσάνυχτα τῆς 11.1.1982 εἶχε περατωθεῖ ἡ συζήτηση γιὰ τὴν ἐγγραφὴ μαθητῶν τῶν Λυκείων, ὁπότε τελείως αἰφνίδια εἰσάγεται, τῆς προσκολλήσεως καθὼς εἴπαμε, ὡς ἄρθρο 2, ἕνα ἐντελῶς ἄσχετο –καὶ ἐθνικῶς μέγα– θέμα: ἡ ἐπιβολὴ τοῦ μονοτονικοῦ (γιατί ἄλλο πράγμα εἶναι ἡ ἀναγνώριση μιᾶς πραγματικότητας ποὺ ὑπάρχει καὶ λειτουργεῖ, ὅπως ἔγινε μὲ τὴν δημοτικὴ γλώσσα, καὶ ἄλλο ἡ αὐταρχικὴ ἐπιβολὴ μιᾶς ἀνύπαρκτης πραγματικότητας).
β΄) Μετὰ ἀπὸ μιὰν ἄτυχη παρέμβαση τοῦ Εὐάγγελου Ἀβέρωφ, ποὺ ἐρώτησε ποῖο εἶδος μονοτονικοῦ σκέφτεται νὰ ἐφαρμόσει ἡ Κυβέρνηση καὶ ποὺ ἡ ἀδεξιότητα τοῦ ἁρμόδιου Ὑπουργοῦ φανέρωσε πὼς τὸ θέμα δὲν τὸν εἶχε καθόλου ἀπασχολήσει... καὶ μετὰ ἀπὸ τὴν ἀκατάσχετη, ἀνοημάτιστη φλυαρία κάποιων βουλευτῶν, παρεμβαίνει ὁ τότε κοινοβουλευτικὸς ἐκπρόσωπος τῆς τότε Ἀξιωματικῆς Ἀντιπολίτευσης κ. Κωνσταντῖνος Μητσοτάκης (σελ. 456 τῶν Πρακτικῶν τῆς Βουλῆς) καὶ ἐπισημαίνει διαμαρτυρόμενος τὰ ἀκόλουθα:
1. Τὸ ἄρθρο αὐτὸ περὶ μονοτονικοῦ «προστίθεται σήμερα, τὴν τελευταία ὥρα... αἰφνιδιαστικῶς. Ἀναφέρεται σὲ ἕνα μέγα θέμα...».
2. Ζητεῖ νὰ μετατεθεῖ στὴν ἑπόμενη συνεδρίαση τῆς Βουλῆς ἡ συζήτηση τοῦ ἄρθρου περὶ μονοτονικοῦ. «Δεν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχει ἡ Κυβέρνηση τὴν ἀπαίτηση νά μᾶς φέρνει τὸ θέμα αὐτὸ τὸ μέγα, αἰφνιδιαστικά, καὶ νὰ ἀπαιτεῖ νὰ τὸ ψηφίσουμε καὶ μετὰ τὴν 12ην (νυκτερινή)». «Ἡ τροπολογία» (Θεὲ καὶ Κύριε, μέ... τροπολογία μεσονύκτια ἀλλάζει αἰφνίδια ἡ γραφὴ τῶν λέξεων ποὺ εἶχε ἐπὶ αἰῶνες τηρηθεῖ!) «ἀναφέρεται σ’ ἕνα πολὺ σοβαρὸ θέμα».
3. Ἀνακοινώνει ὅτι ἂν ἡ Κυβέρνηση ἐπιμείνει, ἡ Ἀξιωματικὴ Ἀντιπολίτευση εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἀποχωρήσει ἀπὸ τὴν Αἴθουσα (σέλ. 456, β΄ στήλη).
4. Δευτερολογεῖ ὁ κ. Κωνσταντῖνος Μητσοτάκης κι ἐπισημαίνει καὶ πάλι (σελ. 457): α) τὴν σοβαρότητα τοῦ θέματος, β) ὅτι κακῶς αὐτὸ προτείνεται μὲ τροπολογία, γ) ὅτι κακῶς καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ τὸ συζητήσει μετὰ τὸ μεσονύκτιο, δ) ὅτι ἔτσι καθὼς ἔρχεται «ἕνα τέτοιο θέμα», αἰφνίδια, ἡ Ἀντιπολίτευση δὲν ἔχει προλάβει νὰ προετοιμαστεῖ, νὰ τὸ διαβάσει, νὰ ἐνημερωθεῖ. «Δεν ἔχουμε κανένα φάκελλο... καμιὰ προετοιμασία. Δὲν ἔχει καμιὰ σχέση μὲ τὸ συζητούμενο νομοσχέδιο. Εἶναι σαφὲς ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὴ ἡ τροπολογία... Δῶστε μας τὸ χρόνο νὰ προετοιμαστοῦμε...».
γ΄) Ἀπὸ μέρους του ΚΚΕ ἡ κ. Μαρία Δαμανάκη παρεμβαίνει δυὸ φορὲς (σελ. 457, β΄ στήλη) καὶ ζητεῖ καὶ ἐκείνη ἀναβολή, γιατί «τὸ Σῶμα ἔχει κουραστεὶ» –ἴσως δὲν θέλει νὰ πεῖ ὅτι δὲν ὑπάρχει πιὰ ἀπαρτία. Ἄλλα ὁ προεδρεύων κ. Μιχ. Στεφανίδης ἀποκρίνεται σὲ ὅλα αὐτὰ μὲ τὰ ἑξῆς ἀμίμητα (σελ. 457, β΄ στήλη): «Εἶναι ἀπαράδεκτο καὶ ἀδιανόητο γιὰ τὸν Ἑλληνικὸ Λαό, ὁ ὁποῖος ὅταν πληροφορηθεῖ τὴ συζήτηση αὐτὴ ποὺ γίνεται ἐδῶ, θὰ αἰσθανθεῖ ἀπογοήτευση» (μόνο γι’ αὐτό...).
δ΄) Ὁ κ. Κωνσταντῖνος Μητσοτάκης ἐπανέρχεται (σελ. 458, α΄ στήλη) γιὰ νὰ ἐπισημάνει πὼς «ἡ Κυβέρνηση καὶ τὸ Προεδρεῖο ἐπιμένουν εἰς αὐτὸν τὸν ἀντιδημοκρατικὸν καὶ ἀντικοινοβουλευτικὸν τρόπον τῆς συζητήσεως αὐτῆς τῆς τροπολογίας. Ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνηση καὶ τὸ Προεδρεῖο ἐπιμένουν... ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτὰς λυπούμεθα εἰλικρινῶς, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ παρακολουθήσουμε τὴν συζήτηση καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀποχωρήσουμε (καὶ οἱ βουλευτὲς τῆς «Νέας Δημοκρατίας» ΑΠΟΧΩΡΟΥΝ ἀπὸ τὴν αἴθουσα)».
5
Ἔτσι, τὸ ἔγκλημα κατὰ τῆς γλώσσας μας πραγματοποιήθηκε: μὲ τρόπο σκανδαλώδη, αἰφνίδιο, ἀπροετοίμαστο καὶ ἀντισυνταγματικό, καὶ ἂν κρίνουμε ἀπὸ τὴν φλυαρία ποὺ ἐπακολούθησε, τὴν ἐπιπόλαιη καὶ ἀξιοδάκρυτη, ἡ ἄσχετη αὐτή, βαρυσήμαντη τροπολογία περὶ ἐπιβολῆς τοῦ μονοτονικοῦ στὸν ἑλληνικὸ Λαὸ ψηφίστηκε γύρω στὶς 2 ἡ ὥρα μετὰ τὰ μεσάνυχτα, γιὰ νὰ ἐπαληθευθεῖ ἀκόμη μιὰ φορὰ τὸ λεγόμενο ἀπὸ τὸν λαό μας: τῆς νύχτας τὰ καμώματα τὰ βλέπει ἡ μέρα καὶ γελᾶ...
Ἀπὸ πόσους ψηφίστηκε ἡ τροπολογία αὐτή; Κατὰ δήλωση τοῦ ἀείμνηστου Παναγ. Κανελλόπουλου –δὲν ἦταν παρὼν στὴν συνεδρίαση, ἀφοῦ οὐδεὶς ἐγνώριζε πὼς ἡ Κυβέρνηση αἰφνίδια θὰ εἰσήγαγε προσκολλημένο σὲ ἄσχετο, ἐπουσιώδη νόμο, τέτοιο μέγιστο ἐθνικὸ θέμα γιὰ συζήτηση– ψηφίστηκε ἀπὸ ὄχι περισσότερους ἀπὸ 30 (τριάντα) βουλευτές! Τὴν πληροφορία ἐπαναλαμβάνει ὁ ποιητής-ἀκαδημαϊκὸς Νικηφόρος Βρεττάκος («Ἔθνος» τῆς 8.5.1990). Ὅ,τι λοιπὸν ἔπλασαν αἰῶνες, στὶς 2 μετὰ τὰ μεσάνυχτα τὸ ἐγκρέμισαν 30 περίπου βουλευτές... Σκανδαλώδης, ἐπιπόλαιη πράξη ἀντεθνικῆς βαρύτητας.
6
Ὁ νόμος, ἔτσι ποὺ χαλκεύτηκε, δημοσιεύτηκε, καθὼς μνημονεύσαμε πρίν, στὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως μὲ ἄλλο τίτλο καὶ χρειάζεται ὑπερβολικὴ φαντασία γιὰ νὰ τὸν ἀνακαλύψει κανείς.
Καὶ ὅμως, οὐδεὶς εἶχε τότε, οὔτε τώρα, ζητήσει ἀπὸ τὴν Πολιτεία τὴν ἐπιβολὴ τοῦ μονοτονικοῦ. Τὸ αἴτημα τοῦ αἰῶνα μας γιὰ τὴν γλώσσα μας ὑπῆρξε σταθερὰ ἕνα καὶ μόνο: ἡ ἀναγνώριση τῆς δημοτικῆς, τῆς γλώσσας τοῦ Ἐθνικοῦ μας Ὕμνου, ὡς τῆς μοναδικῆς σήμερα γλώσσας τοῦ ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Καὶ τὴν ἀναγνώριση αὐτῆς τῆς πραγματικότητας –ὄχι τὴν αἰφνίδια ἐπιβολὴ μιᾶς νέας ἐντελῶς πραγματικότητας– πραγματοποίησε ἡ μεταδικτατορικὴ Κυβέρνηση τοῦ κ. Κωνσταντίνου Καραμανλῆ μὲ Ὑπουργὸ Παιδείας τὸν κ. Γεώργιο Ράλλη, προσφέροντας στοὺς μαθητὲς καὶ στὸν Λαὸ μιὰ ἁπλοποιημένη καὶ ἀρκετὰ συγχρονισμένη Νεοελληνικὴ Γραμματική, ποὺ ἀντιμετωπίζει ὅλες σχεδὸν τὶς ἐμπλοκὲς τονισμοῦ τῶν λέξεων, ποὺ βασάνιζαν τὶς παλιότερες γενιές, καὶ κάνει εὔκολο, ἐναρμονισμένο τὸ ἔργο τοῦ τονισμοῦ –ὑπογραμμίζοντας συγχρόνως πὼς τὸ μέγα χρέος, γιὰ δεκαετίες ἴσως, ὅλων μας, εἶναι νὰ μάθουμε νὰ γράφουμε καὶ νὰ χρησιμοποιοῦμε σωστά, ὄμορφα τὴν δημοτική.
7
Τότε βέβαια, ἀμέσως μετὰ τὴν δικτατορία (μὲ προδρόμους, πρὶν ἀπὸ τὴν δικτατορία, δυὸ ἐφημερίδες τῆς Θεσσαλονίκης, πού, ὡστόσο, διατηροῦσαν ἕνα σημάδι στὴν θέση τῶν πνευμάτων καὶ τόνιζαν ὅλες τὶς λέξεις), εἶχαν ἀρχίσει κάποιες ἐφημερίδες τῆς Ἀθήνας νὰ ἐφαρμόζουν τὸ μονοτονικὸ –γιὰ λόγους οἰκονομικούς, ὅπως δήλωναν, γιὰ νὰ κερδίσουν χρόνο στὴν στοιχειοθέτηση καὶ στὶς διορθώσεις. Ἀλλὰ ποιός σοβαρὸς ἄνθρωπος θὰ διανοοῦνταν νὰ ὑποστηρίξει ποτὲ ὅτι ἐκδότες, φωτοσυνθέτες καὶ διορθωτὲς θὰ καθορίζουν πῶς θὰ γράφεται ἡ γλώσσα; Ἡ γλώσσα μας ἀποτελεῖ πνευματικὸ καὶ ἱστορικὸ γεγονὸς κρυσταλλωμένο μέσα στοὺς αἰῶνες καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ὑποκύπτει σὲ πενιχρὰ χρησιμοθηρικὰ κριτήρια, ὅταν ἄλλες, νεότερες γλῶσσες δὲν τὰ δέχονται. Οὔτε εἶναι λογικὸ –γιὰ νὰ μὴν εἰποῦμε πὼς εἶναι καταγέλαστο– ἀνάλογα μὲ τὴν στάθμη γλωσσικῆς μόρφωσης τῆς πλειοψηφίας, ἴσως, τοῦ λαοῦ σὲ μιὰ δεδομένη ἱστορικὴ περίοδο, ἡ ὑπεύθυνη Πολιτεία νὰ αὐξάνει ἢ νὰ περιορίζει τὶς ἀξιώσεις στὴν γλώσσα, ὥστε ἡ γλώσσα κάθε φορὰ –ἄθυρμα πλέον– νὰ προσαρμόζεται στὴν ὀκνηρία τῶν πολλῶν καὶ ὄχι οἱ πολλοὶ στὴν ἀρετὴ τῆς γλωσσικῆς παιδείας.
8
Μετὰ τὴν δημοσίευση τοῦ νόμου, ἄρχισε νὰ ἐφαρμόζεται ἕνα ἐκτεταμένο σχέδιο φανατικῆς γλωσσικῆς καὶ ὑλικῆς καταστροφῆς:
α΄) Τρομοκρατήθηκαν ἀπὸ τὴν Ἐξουσία ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν Δημοσίων Ὀργανισμῶν, (ξεχωριστὰ οἱ ἐκπαιδευτικοί, βέβαια), μὴ τυχὸν καὶ ἀντιδράσουν, καὶ δὲν ἐφαρμόσουν τὸ μονοτονικό.
β΄) Καταστράφηκαν χιλιάδες χιλιάδων βιβλία ἐκπαιδευτικά, ἀξίας πολλῶν ἑκατομμυρίων, ἐπειδὴ ἡ γλώσσα τους ἦταν δημοτικὴ πολυτονική, καὶ ξαναστοιχειοθετήθηκαν μονοτονικὰ –ὠσὰν τὰ πνεύματα καὶ οἱ τόνοι νὰ ἐμπόδιζαν τὴν ἀνάγνωσή τους ἀπὸ τοὺς μονοτονιστές, ἐνῶ τὸ ἀντίθετο λογικὰ συμβαίνει: ὅταν γιὰ κάποιον ἀναγνώστη λείπουν κάποια σημεῖα γνωριμίας καὶ τονισμοῦ τῶν λέξεων, αὐτὸς δυσκολεύεται νὰ διαβάσει ἕνα κείμενο καὶ χάνει χρόνο.
γ΄) Ναυάγησε ἡ διδασκαλία τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς –τῆς κληρονομιᾶς μας– στὴν Δευτεροβάθμια Ἐκπαίδευση καὶ στὶς Φιλοσοφικὲς Σχολές.
δ΄) Ἄρχισε ἡ βιαστική, ἀσθματικὴ καὶ ἄκριτη «μετάφραση» τῶν Βασικῶν Νόμων τοῦ Κράτους, πρὶν προλάβει νὰ δουλευτεῖ μὲ τὴν κρατικὴ πρακτικὴ ἡ δημοτικὴ γλώσσα, ἀλλὰ γιὰ νὰ περάσει, μαζὶ μὲ τὴν δημοτική, καὶ τὸ μονοτονικὸ –μὲ προφανῆ βιασμὸ τοῦ ρυθμοῦ ἐξέλιξης καὶ κάθαρσης τῆς γλώσσας μας, ἀλλὰ καὶ τῆς νόμιμης ἀναχώνευσης καὶ μίξης τῶν στοιχείων της.
9
Ἀμέσως μετὰ ἀπὸ αὐτὴν τὴν αἰφνίδια, βίαιη ἀλλαγή, ἀρκετοὶ μορφωμένοι Ἕλληνες –κάποιοι ἀπὸ αὐτοὺς μὲ τὸ ἀγιάτρευτο «σύνδρομο τοῦ προοδευτισμού»...– ἐκοιμήθηκαν, καθὼς θὰ ἔλεγε ὁ Λαός μας, πολυτονιστὲς καὶ τὴν ἑπόμενη κιόλας ἡμέρα, χωρὶς νὰ ἀναρωτηθοῦν ἢ νὰ ρωτήσουν τί καὶ πῶς, ἐξύπνησαν μονοτονιστές. Αἰφνίδια, τὰ χαράματα τῆς 11ης πρὸς τὴν 12η Ἰανουαρίου 1982, μετὰ ἀπὸ μιὰ ὁλόκληρη ζωή, κατάλαβαν τί δὲν ἦταν γράφοντας ἐπὶ τόσες πρὶν δεκαετίες. Κι ἀπὸ τότε, ὑποστηριχτὲς τῶν 30 βουλευτῶν, ποὺ νυσταγμένοι ἐψήφισαν τὸ μονοτονικό, δὲν ἔπαψαν νὰ τὸ ἐφαρμόζουν καὶ νὰ τὸ κηρύττουν, τονίζοντας τὰ οἰκονομικά, χρονικὰ καὶ μορφωτικά του ὀφέλη.
Ρωτοῦμε: Ποιά ἀρχαία γλώσσα, φυσιολογικὰ καὶ ἀβίαστα ἐξελισσόμενη μέσα στοὺς αἰῶνες, ἐφάρμοσε ἐκπτώσεις στὶς ἀξιώσεις ἱστορικῆς μνήμης καὶ ἀκρίβειας, ὑποκύπτοντας σὲ μὴ γλωσσικά, δηλαδὴ δικά της, αὐτόνομα καὶ ὄχι ἐμπορευματολογικὰ κριτήρια; Τότε, ἂν τέτοια κριτήρια ἰσχύσουν, ἡ γλώσσα μας, χαροποιώντας τοὺς ὀκνηρούς, ἡμιμαθεῖς, καθὼς καὶ τὶς πολυεθνικὲς τῶν ἠλεκτρονικῶν ὑπολογιστῶν, ἔπρεπε νὰ ἐφαρμόσει τὸ λατινικὸ ἀλφάβητο –ὁπότε πολλὰ τὰ οἰκονομικὰ καὶ ἄλλα ὑλικὰ ὀφέλη... Καὶ ὅμως, ὅλες οἱ γλῶσσες μὲ μακρὸ παρελθὸν –καὶ ὄχι τόσο μακρὸ ὅσο ἡ ἑλληνικὴ– εἶναι δύσκολες, ἀπαιτητικές, πυκνὲς σὲ μνήμη σημειολογική, καὶ ἀρνοῦνται νὰ ὑποταγοῦν σὲ κριτήρια χρησιμοθηρικά. Μετὰ ἀπὸ συζητήσεις 100 καὶ πλέον ἐτῶν, ἡ γαλλικὴ γλώσσα πέρυσι δέχτηκε κάποιες δειλὲς ἀλλαγὲς –στὴν πραγματικότητα: ἐναρμονίσεις– μετὰ ἀπὸ μηνῶν δημόσιες συζητήσεις, ἀλλὰ κι αὐτὲς τὶς πενιχρές, δικαιολογημένες λογικὰ ἀλλαγές, τελικὰ τὶς ἀπέκρουσε ἡ Γαλλικὴ Ἀκαδημία –νόμιμος φρουρὸς τῆς γλώσσας τοῦ Λαοῦ.
Καὶ ἐκεῖνοι δὲν ἔχουν τὸ βαρύ, ἱερὸ χρέος νὰ προασπίσουν, καθὼς ἐμεῖς, ποὺ εἴμαστε καὶ οἱ μόνοι, τὰ ἀρχαῖα μας Κείμενα, ποὺ χωρὶς τόνους καὶ πνεύματα δὲν νοοῦνται. Καὶ εἶναι γνωστὴ ἡ νικηφόρα ἀντίσταση τῶν Ἱσπανῶν στὴν ἰταμὴ ἀξίωση τῶν πολυεθνικῶν ἑταιριῶν γιὰ νὰ καταργήσουν τὸ ψηφίο ῆ.
10
Μὲ τὸν αἰφνίδιο, ἀντισυνταγματικὸ τρόπο, ποὺ ἐπιβλήθηκε μεταμεσονύχτια τὸ μονοτονικό, κανεὶς δὲν θέλησε νὰ συνειδητοποιήσει, οὔτε ὁ ἀπληροφόρητος Ὑπουργὸς τότε Παιδείας, πὼς δημιουργήθηκε, μὲ τὴν συνεργεία 30 βουλευτῶν, τῆς πενιχρότερης ποὺ γίνεται μειοψηφίας τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων, ἕνας νέος γλωσσικὸς διχασμὸς τοῦ Λαοῦ μας.
Τότε δημοσιεύτηκε καὶ ἡ ἀκόλουθη Διακήρυξη Ἑλλήνων Συγγραφέων:
«Πιστεύαμε πὼς ἡ πράξη τῆς Πολιτείας μὲ τὴν ὁποία, πρὶν λίγα χρόνια, ἀναγνώρισε τὴν δημοτικὴ ὡς τὴν μοναδικὴ γλώσσα τοῦ Ἔθνους μας σήμερα, θὰ λύτρωνε τὸν λαό μας ἀπὸ τὴν μάστιγα ἑνός, πολιτικοποιημένου μάλιστα γλωσσικοῦ ζητήματος, καὶ θὰ ἦταν ἡ ἀπαρχὴ μιᾶς βαθύτερης μελέτης καὶ γνώσης τῆς γλώσσας, μιᾶς συνειδητότερης χρήσης καὶ γραφῆς τῶν λέξεών της.
Ἀντὶ γι’ αὐτό, μὲ λύπη μας εἴδαμε νὰ δημιουργεῖται τεχνητά, ἀμέσως, ἕνα νεόμορφο γλωσσικὸ πρόβλημα, τὸ πρόβλημα τοῦ τονισμοῦ τῶν λέξεων στὸν γραπτὸ λόγο καί, μαζὶ μ’ αὐτό, νὰ συζητεῖται κιόλας τὸ θέμα τῆς γραφῆς τῶν λέξεων ἀπὸ μερικούς, δηλαδὴ ἡ πλήρης ἐξάρθρωση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας. Κι ἐκεῖνοι, ποὺ δημιούργησαν τὸ πρόβλημα αὐτό, φρόντισαν νὰ τὸ πολιτικοποιήσουν, χωρὶς ν’ ἀντιλαμβάνονται ὅτι, ἀναθέτοντας στὴν Πολιτεία πάλι τὴν λύση του, ἀνελάμβαναν ἀπέναντι στὸ Ἔθνος βαρύτατη εὐθύνη. Κι ἔτσι ἔχουμε νέα γλωσσικὴ ἐμπλοκὴ στὴν Ἑλλάδα.
Ἐπειδὴ ὅμως:
1. Οἱ λέξεις, ὅπως μᾶς τὶς παρέδωσαν οἱ πατέρες τοῦ Δημοτικισμοῦ, γράφονται ἔτσι ἐπὶ 2.000 τώρα χρόνια, ἔχοντας κρυσταλλώσει παράδοση ἀξιοσέβαστη, ἀκόμη κι ἀπὸ τοὺς ξένους·
2. Τὸ πὼς θὰ γράφονται οἱ λέξεις εἶναι πάντοτε ἁρμοδιότητα ἀποκλειστικὴ τῶν συγγραφέων ἑνὸς τόπου καὶ ποτὲ ἄλλων παραγόντων τῆς ζωῆς·
3. Τὸ κύριο χρέος μας σήμερα εἶναι νὰ μάθουν νὰ μιλοῦν καὶ νὰ γράφουν οἱ Ἕλληνες σωστὰ τὴν παραδομένη δημοτική·
4. Οἱ ἀπλοποιήσεις τῆς γλώσσας μας τὰ τελευταῖα χρόνια περιόρισαν στὸ ἐλάχιστο τὶς δυσκολίες τονισμοῦ τῶν λέξεών της,
διακηρύσσουμε ὅτι:
Δὲν δεχόμαστε ὁποιαδήποτε ἀλλαγὴ στὴν γραφὴ τῶν λέξεων τῆς γλώσσας μας καὶ θὰ συνεχίσουμε νὰ γράφουμε καὶ νὰ τυπώνουμε τὰ βιβλία μας μὲ σέβας πρὸς τὴν ζωντανὴ γλωσσικὴ παράδοση καὶ τὴν πλήρη μορφὴ τῶν λέξεων, ὅπως μᾶς δίδαξαν οἱ πατέρες τοῦ Δημοτικισμοῦ καὶ οἱ μεγάλοι Νεοέλληνες συγγραφεῖς.
Οἱ συγγραφεῖς:
Νίκος Ἀθανασιάδης, Τάσος Ἀθανασιάδης, Ἔφη Αἰλιανοῦ, Ὀρέστης Ἀλεξάκης, Κώστας Ἀσημακόπουλος, Τάκης Βαρβιτσιώτης, Ὄλγα Βότση, Νικηφόρος Βρεττάκος, Πέτρος Γλέζος, Μαργαρίτα Δαλμάτη, Διαλεχτὴ Ζευγώλη-Γλέζου, Λιλὴ Ζωγράφου, Νανὰ Ἠσαΐα, Ἰουλία Ἰατρίδη, Πάνος Καραβίας, Ἀντρέας Καραντώνης, Ζωὴ Καρέλλη, Γρήγ. Κασιμάτης, Τάσος Κόρφης, Γιωργῆς Κότσιρας, Β. Κωνσταντῖνος, Χριστόφορος Λιοντάκης, Ν.Κ. Λοῦρος, Χρῆστος Μαλεβίτσης, Γ. Μανουσάκης, Μελισσάνθη, Ε.Ν. Μόσχος, Δημήτρης Μυράτ, Ἕλλη Νεζερίτη, Θεόδ. Ξύδης, Θ. Παπαθανασόπουλος, Δημ. Παπακωνσταντίνου, Λένα Παππᾶ, Π.Β. Πάσχος, Γ. Πατριαρχέας, Ν.Γ. Πεντζίκης, Ε.Ν. Πλατῆς, Ἀλέξης Σολομός, Τατιάνα Σταύρου, Γεωργία Ταρσούλη, Φώφη Τρέζου, Ἰωάννα Τσάτσου, Κώστας Ε. Τσιρόπουλος, Θ.Δ. Φραγκόπουλος, Νίκος Φωκᾶς, Παναγιώτης Φωτέας, Ἑρρίκος Χατζηανέστης, Ντίνος Χριστιανόπουλος».
Τὸ Μανιφέστο αὐτό, ποὺ προκάλεσε ὀργή, ὕβρεις καὶ συκοφαντήσεις-λιβελλογραφήματα τῶν ὀψίμων μονοτονιστῶν, ἀκολούθησαν πλῆθος γνῶμες ἐξεχόντων ἀνθρώπων τοῦ πνευματικοῦ μας πολιτισμοῦ –καὶ μόνο αὐτὰ θὰ ἀναχαίτιζαν μιὰν εὐαίσθητη, μὲ ἐθνικὴ συνείδηση Κυβέρνηση καὶ θὰ τὴν ἔφερναν σὲ αὐτο-ἐπίγνωση, ὥστε τουλάχιστο νὰ θέσει σὲ εὐρύτατη, λαϊκὴ συζήτηση τὸ θέμα καὶ νὰ μὴν ἐπιμείνει στὴν αὐταρχικὴ ἐπιβολὴ τοῦ μονοτονικοῦ.
Ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης ἐδήλωσε:
«Ἐγώ εἶμαι ὑπὲρ τοῦ παλαιοῦ συστήματος, ἐναντίον τοῦ μονοτονικοῦ καὶ ὑπὲρ τῆς διδασκαλίας τῶν Ἀρχαίων Ἑλληνικῶν. Εἶναι ἡ βάση γιὰ νὰ ξέρεις τὴν ἐτυμολογία τῶν λέξεων. Ἡ σημερινὴ κακοποίηση τῆς γλώσσας μὲ ἐνοχλεῖ καὶ αἰσθητικά. Θέλω νὰ δῶ γραμμένο “καφενεῖον” κι ἂς μὴν τὸ προφέρουμε τὸ “ν”. Τώρα, ὅλες οἱ λέξεις ἔχουν μιὰ τρύπα».
Ὁ Νικηφόρος Βρεττάκος ὑπογράμμισε:
«Ὑπερτιμήθηκε ἡ ἄποψη ὅτι διευκολύνει τοὺς μαθητές, κάτι πού, ἴσως, εἶναι ἀντιπαιδαγωγικό. Ὑπάρχει, ἄλλωστε καὶ μιὰ παράδοση ποὺ ἐκφράζει τὴν ἄποψη μεγάλων παιδαγωγῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπιμένουν ὅτι τὸ παιδὶ πρέπει νὰ κοπιάζει γιὰ νὰ γίνει ἄνθρωπος ἱκανός, ὥστε στὴ ζωὴ του ν’ ἀντιμετωπίσει ὅλες τὶς ἀντιξοότητες. Ὑποστηρίχτηκε, ἐπίσης, ὑπὲρ τοῦ μονοτονικοῦ καὶ ἡ ἄποψη ὅτι διευκολύνονται οἱ τυπογράφοι καὶ οἱ στοιχειοθέτες, γενικά, καὶ ὅτι οἱ ἐκδόσεις, πάλι γενικά, γίνονται οἰκονομικότερες.
Παραγνωρίστηκαν, ὅμως, οἱ λόγοι ποὺ ἐπέβαλαν στοὺς Ἀλεξανδρινοὺς χρόνους τὴν καθιέρωση τῶν τόνων, οἱ ὁποῖοι ἰσχύουν καὶ σήμερα. Πολλὲς φορές, τὰ γραπτά μου δὲν διαβάζονται σωστὰ ὅταν τυπώνονται στὸ μονοτονικό. Ἂς ἐλπίσουμε ὅτι θὰ ἐπανεξεταστεῖ μελλοντικὰ τὸ θέμα κι ὅτι θὰ ἐπικρατήσουν σωφρονέστερες ἀπόψεις».
Ὁ Κορνήλιος Καστοριάδης ἐτόνισε:
«Τώρα γιὰ τὸ μονοτονικό. Ἂν δὲν θέλετε κύριοι τοῦ Ὑπουργείου νὰ κάνετε φωνητικὴ ὀρθογραφία, τότε πρέπει ν’ ἀφήσετε τοὺς τόνους καὶ τὰ πνεύματα, γιατί αὐτοὶ ποὺ τοὺς βάλανε, ξέρανε τί κάνανε. Δὲν ὑπῆρχαν στὰ ἀρχαῖα ἑλληνικά, γιατί ἀπλούστατα ὑπῆρχαν μέσα στὶς ἴδιες τὶς λέξεις. Αὐτοί, οἱ Κριαρᾶς καὶ οἱ ἄλλοι (...) ποὺ ἔκαναν αὐτὲς τὶς μεταρρυθμίσεις –αὐτὸ παρακαλῶ νὰ γραφτεῖ στὶς ἐφημερίδες– δὲν ξέρουν τί εἶναι γλώσσα. Δὲν ξέρουν αὐτὸ ποὺ γνώριζε ἡ κόρη μου στὰ τρία της χρόνια. Μάθαινε μία λέξη καὶ μετὰ ἔψαχνε γιὰ τὶς συγγενεῖς της. Αὐτὸ εἶναι μιὰ γλώσσα. Ἕνα μάγμα, ἕνα πλέγμα, ὅπου οἱ λέξεις παράγονται οἱ μὲν ἀπὸ τὶς δέ, ὅπου οἱ σημασίες γλιστρᾶνε ἀπὸ τὴ μιὰ στὴν ἄλλη, εἶναι μιὰ ὀργανικὴ ἑνότητα ἀπὸ τὴν ὁποία δὲν μπορεῖς νὰ βγάλεις καὶ νὰ κολλήσεις πράγματα, δυνάμει μιᾶς ψευτοκυβέρνησης, καθισμένος σ’ ἕνα γραφεῖο στὸ ὑπουργεῖο Παιδείας. Ἡ κατάργηση τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων εἶναι ἡ κατάργηση τῆς ὀρθογραφίας, ποὺ εἶναι τελικὰ ἡ καταστροφὴ τῆς συνέχειας. Ἤδη τὰ παιδιὰ δὲν μποροῦν νὰ καταλάβουν Καβάφη, Σεφέρη, Ἐλύτη, γιατί αὐτοὶ εἶναι γεμάτοι ἀπὸ τὸν πλοῦτο τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν. Δηλαδὴ πᾶμε νὰ καταστρέψουμε ὅ,τι κτίσαμε πρὶν λίγα χρόνια; Αὐτὴ εἶναι ἡ δραματικὴ μοίρα τοῦ σύγχρονου ἑλληνισμοῦ».
Ἀκολούθησαν διαμαρτυρίες, δημόσιες συζητήσεις, προσφυγές. Ἡ Κυβέρνηση ἔμεινε ἀσυγκίνητη, πιστεύοντας πὼς ἀπὸ χρόνο σὲ χρόνο θὰ κέρδιζε μὲ καταναγκασμό, τρομοκράτηση, διαδόσεις πὼς δὲν ὑπάρχουν πιὰ γραφομηχανὲς πολυτονικές, οὔτε τυπογράφοι πολυτονιστές, πὼς τὸ Κράτος δὲν ἀγοράζει τάχα βιβλία πολυτονικά, πὼς θὰ ἐπιβαλλόταν τελικὰ τὸ μονοτονικό. Ἐρωτοῦμε ὅμως: μπορεῖ μιὰ ἐξαναγκαστικὴ πρακτικὴ 8 χρόνων νὰ ἀνατρέψει παράδοση πρακτικῆς πολλῶν αἰώνων; Ἂς μᾶς ἀπαντήσουν οἱ ὑπεύθυνοι.
Πάντως, καὶ τὰ παιδιά μας, στὰ δίσεχτα αὐτὰ χρόνια, δὲν ἔμαθαν καλύτερα τὴ γλώσσα μας, ἐπειδὴ καταργήθηκαν τόνοι καὶ πνεύματα, καὶ τὰ γραπτά τους, κατὰ γενικὴ ὁμολογία, κάθε χρόνο εἶναι καὶ πιὸ ἀξιοθρήνητα, πειστήρια γλωσσικῆς διάλυσης. Ἡ πλειονότητα τῶν συνειδητῶν συγγραφέων μας ἐξακολουθεῖ νὰ γράφει πολυτονικὰ –καὶ τῶν νέων συγγραφέων μας ἐπίσης, ὄχι μόνο τῶν παλιότερων– σπουδαῖα περιοδικὰ καὶ διαπρεπεῖς ἐκδοτικοὶ Οἶκοι ἐξακολουθοῦν νὰ χρησιμοποιοῦν τὸ πολυτονικὸ καὶ ὁ Λαὸς ἐπιμένει. Ἱερὴ ἐθνικὴ ἐπιμονή, ἀξιοθαύμαστη ἀντίσταση στὴν καταστροφή.
11
Συμπεραίνουμε:
1. Ἡ ἐπιβολὴ τοῦ μονοτονικοῦ ὑπῆρξε α΄) ἄκαιρη, β΄) αὐθαίρετη, γ΄) αὐταρχική, δ΄) αἰφνίδια, ε΄) ἀντισυνταγματική, ς΄) δὲν ἔγινε ἀπὸ τὸν Λαό μας, καὶ κυρίως ἀπὸ τοὺς εἰδικὰ ἐνδιαφερομένους, ἀποδεκτή. Πρόκειται, λοιπόν, γιὰ ἕνα ἀληθινὸ Σκάνδαλο πανεθνικῆς σημασίας.
2. Ἡ «Νέα Δημοκρατία» ΔΕΝ ΔΕΣΜΕΥΤΗΚΕ νὰ ἐφαρμόσει τὸ μονοτονικό. Ὁ σημερινὸς Πρωθυπουργὸς κ. Κωνσταντῖνος Μητσοτάκης ἀντιστάθηκε προσωπικὰ στὴν ἐσπευσμένη, καταστροφικὴ ἐκείνη πράξη καὶ διέταξε τὴν ἀποχώρηση ὅλων τῶν βουλευτῶν της τότε Ἀξιωματικῆς Ἀντιπολίτευσης ἀπὸ τὴν μεταμεσονύχτια συνεδρίαση τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως, οὔτε τὸ Κόμμα, οὔτε ὁ Πρωθυπουργός, οὔτε οἱ Ὑπουργοί του, οὔτε οἱ βουλευτὲς τοῦ ἔχουν ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΔΕΣΜΕΥΣΗ καὶ ὑποχρέωση νὰ ἐφαρμόσουν καὶ νὰ ἐπιμείνουν στὸ μονοτονικό. Δὲν συνέπραξαν, ΑΝΤΙΣΤΑΘΗΚΑΝ στὴν χάλκευση τοῦ Σκανδάλου αὐτοῦ.
12
Ζητοῦμε:
1. Νὰ διατάξει ἡ Κυβέρνηση καὶ νὰ ἀρχίσει ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς Παιδείας, σὲ συνεργασία μὲ τὴν κ. Ὑπουργὸ Πολιτισμοῦ, τὴν ἐπανασυζήτηση περὶ μονοτονικοῦ. Τὴν ἀνοιχτή, δημοκρατικὴ καὶ ἄφοβη συζήτηση καὶ νὰ κληθοῦν σ’ αὐτὸ τὸν ἀντιαυταρχικὸ διάλογο ὅλοι οἱ ἁρμόδιοι: ἡ Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, τὰ Πανεπιστήμια, τὰ Σωματεῖα Λογοτεχνῶν.
2. Νὰ ἐπιτρέψει ἀμέσως ἡ Κυβέρνηση ὥστε ὅλοι οἱ κρατικοὶ λειτουργοὶ καὶ τῶν τριῶν Ἐξουσιῶν τῆς Δημοκρατίας νὰ μποροῦν, ἂν κριθοῦν, ἐλεύθερα νὰ γράφουν πολυτονικά, χωρὶς φόβο καὶ ὁποιαδήποτε πίεση.
3. Νὰ τεθοῦν τὰ συμπεράσματα τῶν συζητήσεων αὐτῶν, ἂν ὄχι στὴν ἄμεση κρίση, ὅπως θὰ ἅρμοζε, τῶν Ἑλλήνων μὲ σαφὲς δημοψήφισμα, στὴν Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία καὶ σὲ εἰδικὴ συνεδρίαση ἔγκαιρα καὶ πλήρως προετοιμασμένη, ὥστε ἐκείνη νὰ ἀποφασίσει ἐλεύθερα, ὑπεύθυνα, ἑλληνικά.
Ἀθήνα, Σεπτέμβριος 1991.
