"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ἅγιος ᾿Ιωάννης ὁ Χρυσόστομος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ἅγιος ᾿Ιωάννης ὁ Χρυσόστομος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2010

῾Η ᾿Εκκλησία κατά τόν ῞Αγιο ᾿Ιωάννη τόν Χρυσόστομο

ixrysostomos.jpgΟ άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος θεωρείται ως ο μεγαλύτερος ρήτορας διά μέσου τών αιώνων καί οι ομιλίες του είναι εντρύφημα Κληρικών καί λαϊκών. Σέ αυτές μεταξύ άλλων ο ιερός Χρυσόστομος αναφέρεται αφ’ ενός μέν στόν ορισμό τής Εκκλησίας, αφ’ ετέρου δέ στό έργο πού επιτελεί.
Κατ’ αρχάς θά δούμε μερικούς εύστοχους ορισμούς γιά τήν Εκκλησία.
Σέ μιά ομιλία του γράφει: «Εκκλησία συστήματος καί συνόδου εστίν όνομα». Δηλαδή, τό όνομα Εκκλησία σημαίνει σύστημα καί σύνοδο, πού δηλώνει ότι η Εκκλησία είναι κοινωνία ανθρώπων καί αγγέλων, κεκοιμημένων καί ζώντων, ανδρών καί γυναικών καί γενικά όλων τών ανθρώπων πού έχουν βαπτισθή καί ζούν σύμφωνα μέ τίς εντολές τού Χριστού.
Σέ άλλη ομιλία του δίδει τόν ακόλουθο ορισμό γιά τήν Εκκλησία: «Εκκλησία διά τούτο λέγεται, ότι κοινή πάντας υποδέχεται». Ο ορισμός αυτός δείχνει ότι η Εκκλησία δέν ανήκει σέ μιά ομάδα ανθρώπων, αλλά είναι ανοικτή σέ όλους τούς ανθρώπους, ανεξαρτήτου χρώματος, φυλής, φρονημάτων, φύλου, ηλικίας κλπ., υποδέχεται τούς πάντας. Η διηρημένη κοινωνία μέσα στήν Εκκλησία συναντά τήν ενότητά της.
Έπειτα, πρέπει νά δούμε πώς ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ομιλεί γιά τό έργο πού επιτελεί. Στίς ομιλίες του χρησιμοποεί πολλούς χαρακτηρισμούς γιά νά παρουσιάση τό πολυποίκιλο έργο τής Εκκλησίας.
Ένας χαρακτηρισμός είναι ο οίκος, δηλαδή η Εκκλησία είναι ένα σπίτι, μέσα στό οποίο κατοικεί η οικογένεια.
Σέ μιά ομιλία του γράφει: «Οικία κοινή πάντων εστίν η Εκκλησία. Καί κυριωτέρα αύτη η οικία». Σέ άλλη ομιλία χρησιμοποιεί πάλι τόν ίδιο χαρακτηρισμό: «Οίκος εστίν η εκκλησία πατρικός. Έν σώμα καί έν πνεύμα». Εδώ ονομάζεται πατρικός οίκος καί αναφέρεται στόν Θεό ως πατέρα καί βεβαίως προσδιορίζεται ότι όλοι μας είμαστε αδέλφια μεταξύ μας, δηλαδή είναι η πατρική μας οικία. Σέ άλλη ομιλία του γράφει: «Οίκος εστί δεσποτικός η εκκλησία, σκεύη τίμια εισίν οι πιστοί». Τά πολύτιμα στολίδια στό αρχοντικό πού λέγεται Εκκλησία είναι οι Χριστιανοί. Ό,τι πολυτιμότερο υπάρχει στήν Εκκλησία δέν είναι τά ιερά σκεύη, αλλά οι Χριστιανοί, γιατί γι’ αυτούς υπάρχει η Εκκλησία.
Ένας άλλος χαρακτηρισμός πού χρησιμοποιείται από τόν άγιο Ιωάννη τόν Χρυσόστομο είναι ότι η Εκκλησία είναι η πνευματική μητέρα όλων τών ανθρώπων. Προηγουμένως είδαμε ότι χαρακτηρίζεται ως «οίκος πατρικός», εδώ ονομάζεται «μήτηρ πνευματική». «Η εκκλησία μήτηρ εστί τών οικείων τέκνων». Όλα τά τέκνα της τήν αισθάνονται ως μητέρα καί όπως είναι γνωστόν η μητέρα δέν διαχωρίζει τά παιδιά της, αλλά τά αγαπά όλα εξ ίσου, μερικές δέ φορές αγαπά περισσότερο τά πιό ατίθασα παιδιά της. Τό ίδιο συμβαίνει καί μέ τήν Εκκλησία μας, πού εκφράζεται μέ τήν μητρική της ιδιότητα.
Ένας άλλος χαρακτηρισμός πού αποδίδει τό έργο τής Εκκλησίας καί χρησιμοποιείται από τόν άγιο Ιωάννη τόν Χρυσόστομο σχετίζεται μέ τό ιατρείο. Δηλαδή η Εκκλησία θεωρείται ως πνευματικό ιατρείο πού θεραπεύει τά ψυχικά τραύματα τών ανθρώπων.
Σέ μιά ομιλία του λέγει: «Ιατρείον εστίν πνευματικόν η εκκλησία, καί δεί τούς ενταύθα παραγενομένους, κατάλληλα τά φάρμακα λαμβάνοντας καί τοίς οικείοις τραύμασιν επιτιθέντας, ούτως επανιέναι». Μέ άλλα λόγια η Εκκλησία είναι ένα πνευματικό νοσοκομείο καί θεραπεύει όσους τραυματισμένους προσέρχονται σέ αυτήν τοποθετώντας στίς πληγές τους τά κατάλληλα φάρμακα. Τό ίδιο εκφράζει σέ άλλη ομιλία του, όταν λέγη ότι η Εκκλησία δέν είναι δικαστήριο πού δικάζει τούς ανθρώπους, αλλά ιατρείο πού θεραπεύει τίς πληγές τους. «Ιατρείον εστίν ενταύθα, ου δικαστήριον, ουκ ευθύνας αμαρτημάτων απαιτούν, αλλά συγχώρησιν αμαρτημάτων παρέχον». Όσοι αισθάνονται τήν Εκκλησία ως δικαστήριο, σφάλλουν καί διαστρεβλώνουν τό έργο της καί τήν αποστολή της. Αυτό τό βλέπουμε καί σέ άλλη ομιλία του όταν γράφη: «Ιατρείον θαυμαστόν τής Εκκλησίας τό διδασκαλείον εστίν. Ιατρείον ψυχών καί αμαρτήματα διανοίας διορθούται». Αυτό σημαίνει ότι καί όταν οι Ιερείς διδάσκουν τούς ανθρώπους, τούς θεραπεύουν μέ τόν λόγο, απαλύνουν τίς πληγές καί δέν τίς οξύνουν μέ επιθετικότητες καί άστοχες ενέργειες.
Είναι σημαντικός καί ένας άλλος χαρακτηρισμός πού δίνεται από τόν άγιο Ιωάννη τόν Χρυσόστομο στήν Εκκλησία καί συνδέεται μέ τά προηγούμενα, ότι δηλαδή η Εκκλησία είναι ένα «βαλανείον», ήτοι λουτρό πνευματικό πού καθαρίζει τήν ψυχή από τίς ακαθαρσίες καί τίς πληγές. Σέ μιά ομιλία του γράφει: «Βαλανείον εστίν η Εκκλησία πνευματικόν, ου ρύπον σώματος, αλλά ψυχής αποσμίχον κηλίδα τοίς πολλοίς τοίς μετανοίας τρόποις». Τό ίδιο συναντούμε καί σέ άλλη ομιλία του, όταν υπογραμμίζη ότι αυτό τό πνευματικό λουτρό είναι στήν πραγματικότητα η θέρμη καί η δύναμη τού Αγίου Πεύματος, πού καθαρίζει τίς πληγές καί τά ρυπαρά χρώματα πού λερώνουν τήν λευκότητα τής ψυχής. Λέγει: «Βαλανείόν εστι καί ενταύθα πνευματικόν τή θέρμη τού Πνεύματος πάντα αποσμίχον ρύπον αλλά καί βαφήν».
Επί πλέον δέ ο χαρακτηρισμός τής Εκκλησίας ως λιμένος δείχνει ότι η Εκκλησία αναπαύει τόν άνθρωπο καί κυρίως εκείνον πού περνά τρικυμίες στόν βίο του. Λέγει σέ μιά ομιλία του: «Λιμήν εστί πνευματικός». Είναι ένα παραδείσιο λιμάνι πού δέχεται τήν κιβωτό, η οποία μεταμορφώνει τούς ανθρώπους. «Λιμήν καί παράδεισος. Μείζων τής κιβωτού η εκκλησία. Η γάρ κιβωτός παρελάμβανε ζώα καί εφύλαττε ζώα, η δέ εκκλησία παραλαμβάνει τά ζώα καί μεταβάλλει». Εδώ, όπως γίνεται αντιληπτό, αναφέρεται στήν Κιβωτό τού Νώε, η οποία δέχθηκε πρίν τόν κατακλυσμό διάφορα ζώα, αλλά όταν τελείωσε ο κατακλυσμός τά απελευθέρωσε πάλι ως ζώα. Η Εκκλησία όμως μεταμορφώνει τόν άνθρωπο, τού αποβάλλει όλες τίς τυχόν θηριώδεις διαθέσεις καί τόν εξευγενίζει.
Τέλος δέ η Εκκλησία κατά τόν άγιο Ιωάννη τόν Χρυσόστομο είναι πανήγυρη αγγέλων καί όχι χρυσοχοείο καί αργυροκοπείο: «Ου γάρ χρυσοχοείον, ουδέ αργυροκοπείον εστίν η Εκκλησία, αλλά πανήγυρις αγγέλων». Δέν είναι δυνατόν η Εκκλησία νά μεταβάλλεται σέ χώρο χρημάτων καί κτημάτων, αφού είναι χώρος ουρανίου πανηγύρεως. Μέλη τής Εκκλησίας είναι οι Προφήτες καί οι Απόστολοι καί οι Άγιοι, στό μέσον είναι Αυτός ο Ίδιος ο Χριστός, όπως λέγει ο ιερός Χρυσόστομος: «Τού συλλόγου τούτου ουχ ημείς μόνον, αλλά καί προφήται καί απόστολοι κοινωνούσι καί τό δή μείζον πάντων, αυτός ο τών όλων απάντων δεσπότης μέσος ημών έστηκεν Ιησούς».
Επομένως, η Εκκλησία κατά τόν άγιο Ιωάννη τόν Χρυσόστομο χαρακτηρίζεται οίκος πατρικός, μητέρα πνευματική, ιατρείον πνευματικόν, λουτρόν πνευματικόν, λιμήν πνευματικός, πανήγυρις αγγέλων. Σέ όλα αυτά τά χρυσοστομικά χωρία φαίνεται τό μεγαλείο καί η δόξα τής Εκκλησίας πού κινείται πάνω από σκοπιμότητες, πάθη καί ανθρώπινες διαιρέσεις.
 ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ – ΜΑΡΤΙΟΣ 2010 

ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΚΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΑΝΙΕΡΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ Στυλιανοῦ Γ. Παπαδοπούλου







Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ:
ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Γ.ΠΑΠΑΔΟΠΟΛΟΥ, Καθηγ. Πανεπιστημίου
«ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ»
Ἔκδ. «ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ», τ. Α´,
Ἀθῆναι 1999, σελ. 80-88
Στοιχειοθεσία: «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»
Ἀπὸ 21 Ἰουνίου μέχρι 4 Ἰουλίου τοῦ 406 ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος πα-
ρέμεινε σὲ κάποιο χωριὸ μεταξὺ Βοσπόρου καὶ Νικαίας καὶ στὴν ἴδια τὴν
Νίκαια. Ἡ Ἐπιστολὴ του 221, τῆς 4ης Ioυλίoυ, ἀφήνει περιθώριο γιὰ ὀλιγοήμερη
ἀκόμα παραμονὴ στὴν Νίκαια («μέλλων ... διεξορμᾶν»). Ὡς τόπος ἐξορίας ὁρίστηκε
ἡ μικρὴ πόλη Κουκουσὸς τῆς Ἀρμενίας, στὴν σημερινὴ τουρκικὴ πόλη Goksun, ἑκατὸν
ἑβδομήντα περίπου χιλιόμετρα ἀπὸ τὰ Ἄδανα, στοὺς πρόποδες τῶν βουνῶν τῆς
Ἰσαυρίας. Προτιμοῦσε τὴν περιοχὴ αὐτή, ἀπὸ ἐκεῖνες ποὺ ψιθυρίζονταν ὡς πιθανοὶ
τόποι ἐξορίας του, ὅπως ἡ Σκυθία καὶ ἡ Σεβάστεια (Ἐπιστ. 13: PG 52, 611).
Ταξίδι θριάμβου, πόνου, ἀπογοητεύσεων
καί διωγμῶν ἑβδομήντα ἡμερῶν
Ὅ,τι γνωρίζουμε γιὰ τὸ ταξίδι του ἀπὸ τὴν Νίκαια (Isnik) ἕως τὴν Κουκουσὸ
(Goksun) ὀφείλεται σχεδὸν ἀποκλειστικὰ στὶς Ἐπιστoλές του τῆς περιόδου αὐτῆς καὶ
δὴ στὶς 17, ποὺ ἔστειλε στὴν διακόνισσα Ὀλυμπιάδα (PG 52, 549-623). Αὐτὲς γρά-
φηκαν ἀπὸ τὸ τέλος Ἰουνίου τοῦ 404 ὣς τίς ἀρχὲς τοῦ 407.
Στὴν Νίκαια ὁ Χρυσόστομος συνῆλθε ἀπὸ τὶς ἔντονες συγκινήσεις, ἀνέκτησε
κάπως τὶς δυνάμεις του, ποὺ εἶχαν μειωθεῖ πολὺ ἀπὸ τὴν ὑπερένταση τῶν δραματικῶν
στὴν ΚΠολη γεγονότων, ἠρέμησε καὶ μάλιστα βρῆκε χρόνο νὰ ἐνδιαφερθεῖ γιὰ τὴν
ἱεραποστολὴ (στὴν Φοινίκη, τὴν Ἀραβία καὶ τὴν Κύπρο), τὴν ὁποία ἐνίσχυσε μὲ χρή-
ματα καὶ περισσότερο μὲ δοκιμασμένους ἱερομονάχους (Ἐπιστ. 221· 53 καὶ 123).
Ἀργότερα, θὰ ἐνδιαφερθεῖ καὶ γι᾽ ἄλλες ἱεραποστολές, ὅπως τῆς μακρυνῆς Περσίας,
ἐνῶ θὰ ἐντείνει τὶς προσπάθειές του γιὰ τὸν ἐκχριστιανισμὸ τῶν Γότθων ἢ τῆς ἐπι-
στροφῆς τους στὴν Ὀρθόδοξη πίστη (Ἐπιστ. 14: PG 52, 618).
Τὸ πολύπλευρο αὐτὸ ἔργο εἶχε ἀρχίσει ἐνωρίτερα καὶ τώρα τὸ προωθοῦσε μὲ
ἱεραποστόλους καὶ χρήματα. Ἡ δραστηριότητα αὐτὴ προϋποθέτει κάποια ἐλευθερία
τοῦ δέσμιου Χρυσοστόμου νὰ δέχεται ἐπισκέψεις ἀκόμα καὶ δῶρα.
Ὁ δέσμιος Χρυσόστομος θ᾽ ἀκολουθοῦσε τὸν ἐπίσημο ἑλληνορωμαϊκὸ δρόμο (Ο.
Cuntz, Itineraria Τomana: Itinerarium Antonianum, Leipzig 1929). Ἀπὸ τὰ δυτικά, τὴν
Νίκαια, θὰ βάδιζε ἀνατολικά, θὰ διέσχιζε ὅλη τὴν κεντρικὴ καὶ σκληροτράχηλη Μι-
κρασία. Θὰ περνοῦσε ἀπὸ τὴν Ἄγκυρα καὶ θὰ συνέχιζε ὣς τὴν Καισάρεια. Μετὰ θὰ
κατέβαινε πρὸς τὰ βουνὰ τῆς Ἰσαυρίας, γιὰ νὰ σταματήσει στὴν Κουκουσό.
Τὸ ταξίδι τoυτo εἶχε στιγμὲς θριάμβου καὶ στιγμὲς πόνου, ἐξαντλήσεως καὶ πε-
ριφρονήσεων. Σὲ πολλὰ σημεῖα τῆς πορείας κληρικοὶ καὶ λαϊκοὶ ὑποδέχονταν τὸν
Ἱερὸ δέσμιο μὲ τιμὲς ἥρωα, μάρτυρα καὶ ἁγίου. Προσφέρονταν μὲ πολλοὺς τρόπους
νὰ τὸν ἀνακουφίσουν καὶ τὸ γεγονὸς ἀποτελοῦσε ὑψίστη παρηγορία γιὰ τὸν Χρυσό-
στομο. Πολλὲς φορές, γράφοντας πρὸς τὴν Ὀλυμπιάδα, μιλάει γιὰ ἐξαιρετικὴ εὐεξία
του. Νομίζουμε ὅμως ὅτι ὣς ἕνα βαθμὸ τοῦτο συνιστᾶ προσποίηση καὶ ὑπερβολή, γιὰ
νὰ παρηγορεῖ τὴν Ὀλυμπιάδα, ποὺ εἶχε περιπέσει ἕνεκα τῶν γεγονότων καὶ δὴ τοῦ
ἐναντίον της διωγμοῦ σὲ μελαγχολία («ἀθυμία» ).
Ὅσο ἀπομακρυνόταν ἀπὸ τὰ παράλια - καὶ αὐτὸ ἔγινε πολὺ σύντομα- τὸ ταξίδι
γινόταν δυσκολότερο. Ἐναλλαγὲς ἔντονες κλιματολογικῶν συνθηκῶν κι ἔλλειψη τῶν
ἀναγκαίων. Πονοκέφαλοι, προβλήματα στομάχου, ἄλλοτε καύσωνας καὶ ἄλλοτε —
τὶς νυκτερινὲς ὧρες— πολὺ ψύχος καὶ ὑπερβολικὴ κούραση ἀπὸ τὴν πεζοπορία.
Φθάνοντας στὴν Ἄγκυρα δοκίμασε ἀπέραντη πικρία, διότι ὁ ἐπίσκοπός της Λε-
όντιος τοῦ συμπεριφέρθηκε πολὺ ἐχθρικά. Μέχρι τὴν Καισάρεια (ἔφθασε στὶς ἀρχὲς
Αὐγούστου) ἔζησε τὶς πιὸ ποικίλες κι ἔντονες ἀπογοητεύσεις, ἕνεκα τῶν δυσκολιῶν
τοῦ ταξιδιοῦ καὶ τῶν ἀσθενειῶν, ἰδίως τοῦ ὑψηλοῦ πυρετοῦ. Πρὶν ἀκόμα φθάσει δια-
διδόταν ὅτι ὁ ἐκεῖ ἐπίσκοπος Φαρέτριος ἀνέμενε μὲ χαρὰ τὸν Χρυσοστομο. Συνέβη
τὸ ἀντίθετο. Ὁ Φαρέτριος δὲν ἐμφανίσθηκε στὴν ἄφιξη τοῦ ἁγίου στὴν Καισάρεια,
ὅπου ἔφθασε σχεδὸν ἠμιθανὴς (Ἐπιστ. 9 καὶ 12). Εὐτυχῶς ὅμως, παρουσιάστηκαν
κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, ἐπισημοι καὶ ἁπλοί, ποὺ τὸν ὑποδέχθηκαν μὲ πολὺ σεβασμὸ καὶ
μεγάλη ἀγάπη. Ἡ συμπεριφορὰ τοῦ Φαρετρίου ἀνάγκασε τὸν Χρυσόστομο νὰ κατα-
λύσει, στὸ ἄκρο τῆς πόλεως, σὲ σπίτι ποὺ τοῦ προσέφεραν. Στὴν Ἐπιστoλή του 14
(πρὸς Ὀλυμπιάδα) διηγεῖται λεπτομερῶς τὰ σχετικὰ γεγονότα (ΡG 52, 612-615). Τὸν
φρόντισαν σπουδαῖοι γιατροὶ καὶ ἀνέλαβε κάπως δυνάμεις (PG 52, 609).
Παρὰ ταῦτα δὲν ἔπαυε νὰ εἶναι κλινήρης. Στὴν κατάσταση αὐτὴ εὑρισκόμενος
ἐντάθηκαν οἱ ἐπιθέσεις ληστοσυμμοριῶν ἄξεστων ἰσαύρων, ποὺ λυμαίνονταν τὴν πε-
ριοχὴ καὶ τὴν ἴδια τὴν Καισάρεια. Ἔτσι, ὁ κίνδυνος γιὰ τὴν ζωὴ τοῦ Χρυσοστόμου
ἦταν μεγάλος κι ἔγινε μεγαλύτερος, διότι ὁμάδα φανατικῶν μοναχῶν εἰσέβαλε στὸ
καταλυμα τοῦ ἁγίου καὶ τὸν ἐξεβίαζαν μὲ ἀπειλὲς νὰ ἐγκαταλείψει τὴν περιοχή.
Αὐτοὶ ὑποκινοῦνταν ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Φαρέτριο, ποὺ ἀπειλοῦσε καὶ ὅσους κληρικοὺς
ἐπισκέπτονταν τὸν ἅγιο. Γι᾽αὐτό, στὸ τέλος τῆς σύντομης ἐκεῖ παραμονῆς του δὲν
ἔβλεπε κληρικοὺς καὶ σκεπτόταν τί νὰ ἐπιλέξει. Τὴν ἀναχώρηση, ποὺ εἶχε τὸν κίνδυνο
νὰ τὸν προλάβουν οἱ ἀπειλητικοὶ ἴσαυροι, ἢ τὴν παραμονή, κατὰ τὴν ὁποία θὰ τὸv
κακοποιοῦσαν οἱ μοναχοί. Προτίμησε τὸν κίνδυνο τῶν ἰσαύρων.
Τὸν ἔβαλαν στὸ φορεῖο («λεκτίκιον»), γιατί δὲν μποροῦσε νὰ σταθεῖ ὄρθιος, καὶ
ἀναχώρησαν ἀπὸ τὴν Καισάρεια. Πείσθηκε ὅμως νὰ μείνει γιὰ λίγο σ᾽ ἕνα οἰκισμό,
σὲ ἀπόσταση «πέντε μιλίων» ἀπὸ τὴν πόλη. Ἐκεῖ, θαυμαστές του ἔκαμαν ὅ,τι μπο-
ρούσανε νὰ τὸν ἀσφαλίσουν ἀπὸ τοὺς ἰσαύρους. Δὲν ἡσύχασε ὅμως ὁ Φαρέτριος.
Ἔστειλε ἀνθρώπους καὶ δὴ τὸν ἄξεστο πρεσβύτερο Εὐήθιο, ποὺ νύχτα μπῆκε στὸ
κατάλυμα τοῦ Χρυσοστόμου καὶ τὸν ἀνάγκασε νὰ ἐγκαταλείψει τὴν περιοχὴ τὴν
ἴδια ὥρα, μεσάνυχτα, χωρὶς σελήνη, δῆθεν ἕνεκα ἐπικειμένης ἐπιθέσεως τῶν ἰσαύρων.
Ὁ ἅγιος κατάλαβε τὸν ἀπειλητικὸ ἐκβιασμὸ τοῦ Φαρετρίου. Ἂv καὶ δὲν ὑπῆρχανδίπλα του ἄνθρωποι νὰ βοηθήσουν, ἀποφάσισε τὴν ἄμεση ἀναχώρηση, μολονότι κιν-
δύνευε κυριολεκτικὰ νὰ πεθάνει —σὲ τέτοιο χάλι βρισκόταν ὁ ὀργανισμός του.
Ἔφθασε στὴν Κουκουσὸ ἠμιθανής.
Μὲ πολλὴ δυσκολία σηκώθηκε. Τὸν ὑποβάσταζαν καὶ ἄρχισε ἡ φοβερὴ πεζο-
πορία σὲ δρόμο ἀνώμαλο, στὸν δύσβατο καὶ τρομερὸ Ταῦρο. Ἡ πορεία του ὑπῆρξε
μαρτυρική, ἀλλὰ κάποτε, στὶς 20 Σεπτεμβρίου, ἔφθασε στὴν Κουκουσό. Στὴν Ἐπι-
στoλή του 234 μιλάει γιὰ ταξίδι ἑβδομήντα ἡμερῶν, κάτι ποὺ ἐξηγεῖται, ἂν ἔφυγε
δύο - τρεῖς ἡμέρες μετὰ τὴν 4η Ἰουλίου ἀπὸ τὴν Νίκαια.
Στὴν τότε ἀρμενικὴ Κουκουσὸ τὸν φρόντισαν μἐ ἰδιαίτερη ἀγάπη πολλοὶ παρά-
γοντες καὶ μάλιστα, ὁ εὐγενὴς γαιοκτήμονας Διόσκορος, ποὺ προσέφερε καὶ τὸ κάπως
ἄνετο σπίτι του γιὰ διαμονὴ τοῦ Χρυσοστόμου. Ἐδῶ αἰσθανόταν τόσο καλά, ὥστε,
ἐνθυμούμενος τὸ ταξίδι του, ἔγραφε ὅτι προτιμάει χίλιες ἐξορίες ἀπὸ τὴν πεζοπορία
ποὺ ἔκαμε (Ἐπιστ. 13: PG 52, 61J). Τὸ ἔγραψε αὐτό, διότι καταβάλλονταν στὴν
ΚΠολη προσπάθειες ἀλλαγῆς τοῦ τόπου ἐξορίας. Δὲν προτιμοῦσε, λοιπόν, ἄλλον τόπο,
ἐκτὸς ἂν ἐπρόκειτο γιὰ παραθαλάσσιο μέρος, ὅπως ἡ Κύζικος καὶ ἡ Νικομήδεια, ποὺ
ἦταν εὐνοϊκότερες γιὰ τὴν ἄθλια κατάσταση τῆς ὑγείας του (αὐτόθι: ΡG 52, 612).
Τὴν ἴδια ἐποχή, ἔφθασε στὴν Κουκουσὸ καὶ ἡ Σαβινιανή, διακόνισσα ἡλικιωμένη,
μᾶλλον θεία τοῦ ἁγίου, τὸν ὁποῖο βοήθησε πολύ.
Ἐδῶ εἶχε πολλὲς ὑποχρεώσεις ὁ Χρυσόστομος, διότι τὸν ἐπισκέπτονταν πολλοί,
κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, ἐπίσημοι καὶ ἁπλοί, ἀπὸ διάφορα μέρη γειτονικὰ καὶ μακρυ-
σμένα, ἰδιαίτερα ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια. Ὄφειλε ἀκόμη νὰ παρακολουθεῖ τὶς ἱεραποστο-
λικὲς δραστηριότητες, ποὺ ἀνθρωποί του ἐνεργοῦσαν, νὰ στέλνει ἐκεῖ χρήματα καὶ
ἀνθρώπους, νὰ πληρώνει λύτρα σὲ ἰσαύρους γι᾽ ἀπελευθέρωση αἰχμαλώτων, νὰ πα-
ρηγορεῖ ὅσους διώκονταν στὴν ΚΠολη καὶ ἀλλοῦ ὡς φίλοι του, νὰ συμβουλεύει καὶ
νὰ κατευθύνει παλαιοὺς καὶ νέους συνεργάτες του. Γιὰ ὅλα αὐτὰ εἶχε ἀρκετὰ χρή-
ματα, ποῦ τοῦ ἔστελναν φίλοι καὶ πνευματικὰ τέκνα μὲ πρώτη τὴν Ὀλυμπιάδα.
Ἡ κατάσταση αὐτὴ ἄλλαξε μὲ τὴν πρώιμη ἔλευση τοῦ χειμώνα (404-405). Οἱ
ἀρρώστιες ἐπανῆλθαν. Πυρετοί, ἐμετοί, στομαχόπονοι, κεφαλαλγίες καὶ ἀϋπνίες,
ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν μποροῦσε ἀρχικὰ νὰ γράφει (Ἐπιστ. 6). Ἡ ἔξαρση τῶν ἀσθε-
νειῶν του ἐμφανίστηκε περισσότερο ἀπὸ τὸ φθινόπωρο τοῦ 405. Στὶς ἀρχὲς τοῦ 406
ἀναγκάστηκε νὰ μεταφερθεῖ στὴν Ἀραβισσὸ ἕνεκα ἐπιθέσεων τῶν Ἰσαύρων.
Ἐδῶ ἡ ἀπουσία χρειωδῶν καὶ δὴ φαρμάκων ἦταν μεγάλη, ἀλλὰ ἡ ἀπειλὴ τῶν
ἰσαύρων μεγαλύτερη (Ἐπιστ. 146). Γι᾽αὐτὸ καὶ ὁδήγησαν τὸν ἅγιο πρὸς τὸ πλησιέ-
στερο αὐτὸ φρούριο, τὴν Ἀραβισσό (Ἐπιστ. 69), τέσσερα περίπου χιλιόμετρα ἀπὸ
τὴν Κουκουσό, ἀφοῦ περιπλανήθηκαν κρυπτόμενοι ἀπὸ τοὺς Ἰσαύρους. Παρὰ τὴν
ἄθλια κατάσταση τῆς ὑγείας του, ἄρχισε πάλι νὰ γράφει Ἐπιστoλές, καὶ μάλιστα
στὸν Ρώμης Ἰννοκέντιο καὶ σὲ δυτικοὺς ἐπισκόπους, ἀναφορικὰ μὲ τὴν γενικὴ Σύ-
νοδο, ἀπὸ τὴν ὅποια ἀνέμενε κρίση τῆς ὅλης καταστάσεως. Στὴν Κουκουσὸ ἢ κάπου
πλησίον ἐπανῆλθε ὁ ἅγιος μᾶλλον τὸ καλοκαίρι τοῦ 406. Φαίνεται ὅμως ὅτι, ἔστω
γιὰ λίγο, κατέφυγε σὲ περιοχὴ μεταξὺ Κουκουσοῦ καὶ Αραβισσοῦ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ πάλι
στὴν Κουκουσό.
Στὸ διάστημα τῆς ἐξορίας του, ἀκριβέστερα ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς ἀφίξεώς τουστὴν Νίκαια μέχρι τὸ καλοκαίρι τοῦ 407, ἔγραψε τὶς περίπου 240 Ἐπιστoλές του,
παρὰ τὶς ἀντίξοες, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, συνθῆκες στὶς ὁποῖες ζοῦσε. Τὶς ἔγραψε γιὰ
πρακτικοὺς λόγους, γιὰ νὰ κατευθύνει, νὰ συμβουλεύσει καὶ νὰ παρηγορεῖ διάφορα
πρόσωπα. Γράφοντας ὅμως, διηγούμενος, ἄλλοτε λεπτομερῶς καὶ ἄλλοτε ἁδρομερῶς,
τὶς ὅσες μαρτυρικὲς ταλαιπωρίες ὑφίστατο, ἔνιωθε καὶ ὁ ἴδιος κάποια παρηγορία,
σὲ κάποιο βαθμὸ ἀνακουφιζόταν καὶ κάθε τόσο ἔλεγε κι ἔγραφε τὸ «δόξα τῷ Θεῶ
πάντων ἕνεκεν».
Στὴν Κουκουσὸ καὶ δὴ μεταξὺ 406 καὶ 407 συνέταξε καὶ δύο πολυσυζητημένα
ἐργίδια, σὲ τύπο διατριβῆς. Ἔχουν καὶ τὰ δύο ὡς θέμα τὶς κακοπάθειες καὶ τὰ βά-
σανα τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν πρέπει ν᾽ ἀποθαρρύνονται, ἀλλὰ ν᾽ ἀντιμετωπίζουν
ὅλες τὶς δυσκολίες ὡς δοκιμασίες τοῦ Θεοῦ πρὸς ὄφελός τους πνευματικό. Πρόκειται
γιὰ τὰ ἔργα «Ὅτι τὸν ἑαυτὸν μὴ ἀδικοῦντα οὐδεὶς παραβλάψαι δύναται» (ΡG 52,
460-480) καὶ «Πρὸς τοὺς σκανδαλισθέντας ἐπὶ ταῖς δυσημερίαις ... » (ΡG 52, 479-
528).
Νέος τόπος ἐξορίας ἡ Πιτυούντα στὸν Καύκασο
Ἐνῶ αὐτὰ ὑπέφερε κι ἔτσι ἐνεργοῦσε στὴν ἀρμενικὴ χώρα ὁ Χρυσόστομος, παν-
τοῦ οἱ ἐχθροί του καὶ ἰδιαίτερα στὴν ΚΠολη ἀνησυχοῦσαν. Ἡ τιμὴ καὶ ὁ σεβασμός,
ποὺ μὲ κάθε εὐκαιρία τοῦ ἔδειχναν κληρικοὶ καὶ λαϊκοὶ σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση, ἰδιαί-
τερα ἀπὸ τὴν γειτονικὴ Ἀντιόχεια, ηὔξανε τὴν φήμη του καὶ κρατοῦσε ἀνοιχτὸ τὸ
θέμα ἀναθεωρήσεως τῶν ἀποφάσεων τῆς συνόδου στὴν Δρῦ. Πολλοὶ φίλοι τοῦ Χρυ-
σοστόμου ἀρνοῦνταν νὰ κοινωνήσουν μὲ τοὺς διαδόχους τoυ Ἀρσάκιο καὶ Ἀττικό,
παρὰ τὴν παλαιὰ ἐντολὴ ποὺ τοὺς εἶχε ἀφήσει, ἀναχωρώντας γιὰ τὴν ἐξορία, καὶ
παρὰ τοὺς ἀπηνεῖς διωγμοὺς ποὺ ὑφίσταντο γιὰ τὴν στάση τους αὐτή. Γιὰ τὸ θέμα
τοῦτο ἐκδόθηκε, ἤδη στὶς 18 Νοεμβρίου τοῦ 404, διάταγμα τοῦ Ἀρκαδίου, ποὺ ἐπέ-
βαλε τὴν κοινωνία ὅλων μὲ τὸν διάδοχο τοῦ Χρυσοστόμου στὴν ΚΠολη, τὸν Θεόφιλο,
καὶ τὸν Πορφύριο (Ἀντιοχείας).
Στὴν Δύση, ἐπίσης, ὁ Ἰννοκέντιος ἐπέμενε γιὰ Οἰκουμενικὴ σύνοδο, ἡ ὁποία θὰ
ἐπανεξέταζε τὸ θέμα, ἀλλὰ τὴν ὁποία φοβόνταν οἱ ἀντιχρυσοστομικοὶ καὶ ὁ Ἀρκάδιος.
Ἔτσι, μολονότι τώρα δὲν ὑπῆρχε ἡ Εὐδοξία νὰ πιέζει τὸν Ἀρκάδιο -αὐτὴ πέθανε στὶς
6 Ὀκτωβρίου τοῦ 404 - ἐκεῖνος δέχθηκε εἰσηγήσεις ἐχθρῶν του Χρυσοστόμου καὶ
ὑπέγραψε διάταγμα γιὰ μεταφορά του σὲ περισσότερο ἀπρόσιτη καὶ ἄγρια περιοχή.
Πρόκειται γιὰ τὴν Πιτυούντα, χώρα τῶν βαρβάρων Τζάνων, στοὺς πρόποδες τοῦ Καυ-
κάσου, στ᾽ ἀνατολικὰ παράλια του Εὐξείνου Πόντου (Σωζομενοῦ, Ἐκκλησ. Ἱστορία
Η´ 28,6). Ἐκεῖ δὲν θὰ τὸν εὕρισκαν οἱ φίλοι καὶ οἱ θαυμαστές του. Προπαντὸς , ἡ
ἐλπίδα τῶν ἐχθρῶν ἤτανε μεγάλη νὰ πεθάνει ὁ καχεκτικὸς Χρυσόστομος ἢ ἀπὸ τὶς
κακουχίες τοῦ νέου ταξιδιοῦ χιλίων πεντακοσίων χιλιομέτρων περίπου, ἢ ἀπὸ τὶς
πρωτόγονες συνθῆκες τῆς διαμονῆς.
Ἡ διαταγὴ ἔφθασε στὴν Κουκουσὸ τὸ καλοκαίρι τοῦ 407 καὶ ἡ θλιβερὴ συνοδεία
ξεκίνησε στὶς 25 Αὐγούστου. Ὁ ἅγιος καὶ δύο φρουροὶ στρατιῶτες.Ὁ ἕνας φρουρὸς
μάλιστα φερόταν μὲ περισσὴ σκληρότητα, ἀφοῦ, ἂν ὁ κρατούμενρς πέθαινε στὸν
δρόμο, θὰ εἶχε μεγαλύτερη ἀμοιβὴ (Παλλαδίου, Διάλογος ΙΑ´: PG 47, 38).
Ἀπὸ τὸ σημεῖο τοῦτο δὲν ἔχουμε πληροφορίες γιὰ τὴν ζωὴ τοῦ Χρυσοστόμου ἀπὸ τὸν ἴδιο, διότι, πορευόμενος τὴν ὁδό τοῦ μαρτυρίου του, δὲν ἔγραψε ἐπιστολὴ
καί, ἂν ἔγραψε, δὲν σώθηκε. Ἔτσι, γιὰ τὸ τελευταῖο εἰκοσαήμερο τῆς ζωῆς του γνω-
ρίζουμε ὅσα λίγα διέσωσαν οἱ ἱστορικοὶ καὶ μάλιστα ὁ Παλλάδιος (μνημ. ἔργ. PG 47,
38-39).
Τὸ ἅγιο τέλος τοῦ πανίερου ἄνδρα
Τώρα, ἔπρεπε ν᾽ ἀκολουθήσει τὸν ἤδη γνωστό του καὶ μαρτυρικὸ ἑλληνορωμαϊκὸ
δρόμο, ἀπὸ τὸν ὁπoῖo τόσο εἶχε ὑποφέρει. Φαίνεται ὅμως ὅτι δὲν κατευθύνθηκε πρὸς
τὴν Καισάρεια. Προτιμήθηκε, γιὰ συντομία, ἡ Σεβάστεια (Sivas) καὶ ἀπὸ κεῖ, μέσῳ
Κομάνων καὶ Ἀμασείας (Amasya) θὰ φθάνανε στὴν Ἀμισὸ (Samsun - Σαμψούντα),
στὴν Μαύρη Θάλασσα. Ἐκεῖ μὲ καράβι θὰ συνέχιζαν γιὰ τὴν Πιτυούντα.
Οἱ κακουχίες τοῦ νέου ταξιδιοῦ σχετίζονταν ὄχι μόνο μὲ τὸν ἀνώμαλο δρόμο
καὶ τὴν πολὺ κλονισμένη ὑγεία τοῦ Χρυσοστόμου, ἀλλὰ καὶ μὲ τὶς ἀπότομες κλιμα-
τολογικὲς ἐναλλαγές. Μολονότι τόσο ἐξαντλημένος, ὄφειλε νὰ βαδίζει περίπου 20 -
ἢ λίγο λιγότερα- χιλιόμετρα τὴν ἡμέρα, πότε μὲ ἀφόρητη ζέστη καὶ πότε μὲ πολλὴ
βροχή. Ὄντας ἀκάλυπτος, τὸ νερὸ τῆς βροχῆς κυλοῦσε παντοῦ σὲ ὅλo τὸ ἄρρωστο
σῶμα του καὶ ἄρχιζαν ρίγη, πυρετοὶ καὶ πονοκέφαλοι. Ἐντολὴ ἐκτελώντας οἱ δύο
συνοδοὶ στρατιῶτες δὲν ἄφηναν δυνατότητα διανυκτερεύσεως, ὅπου ὑπῆρχε ὑπο-
φερτὸ κατάλυμα γιὰ στοιχειώδη ἀνάπαυση καὶ ἰατροφαρμακευτικὴ περίθαλψη.
Βαδίζοντας μὲ ὅσες ἀσθενικὲς δυνάμεις εἶχε ὁ Χρυσόστομος, φθάσανε, στὶς 12
Σεπτεμβρίου, στὴν Δαζιμώνα (σήμερα Κaz Ova), κοντὰ στὴν σημερινὴ μεγάλη πόλη
Τοkat. Τὴν ἑπομένη ξεκίνησαν γιὰ τὰ πoλυάνθρωπα τότε Κόμανα (σήμερα τὸ χωριὸ
Gomenek), ἀλλὰ τὰ παρέκαμψαν, γιὰ νὰ κερδίσουν χρόνο καὶ νὰ μὴν ἀνακουφιστεῖ
ὁ Χρυσόστομος. Ἀπὸ Κόμανα πορεύτηκαν δυτικὰ καὶ πολὺ πρὶν φθάσουνε στὴν ση-
μερινὴ πόλη Turhal, διανυκτέρευσαν στὸν προσκυνηματικὸ ναὸ τοῦ μάρτυρα Βασι-
λίσκου, (τοποθεσία ποὺ σήμερα ὀνομάζεται Bizeri), ὀκτὼ περίπου χιλιόμετρα μετὰ
τὰ Κόμανα. Ὁ ἅγιος Βασιλίσκος, ἐπίσκοπος τῆς πολίχνης αὐτῆς, μαρτύρησε (311)
στὰ χρόνια του Μαξιμιανοῦ καὶ τὸν τιμοῦσαν ἐξαιρετικὰ στὴν περιοχή, ὅπου ἔκτισαν
πρὸς τιμὴν του ναό. Ἐδῶ εὐδόκησαν οἱ συνοδοὶ νὰ διανυκτερεύσει ὁ ἅγιος. Ἡ κα-
τάσταση πλέον τοῦ ἱεροῦ ἄνδρα ἦταν ἀπελπιστική. Προσπάθησε νὰ κοιμηθεῖ. Τότε
τοῦ ἐμφανίστηκε ὁ μάρτυρας Βασιλίσκος νὰ τὸν ἐνθαρρύνει, τοῦ εἶπε ὅτι αὔριο θὰ
εἶναι μαζί, ὅτι ἄρα τελειώνει καὶ τὸ μαρτύριό του: «Θάρσει, ἀδελφὲ Ἰωάννη· αὔριοv
γὰρ ἅμα ἐσόμεθα» (Παλλαδίου, Διάλογος ΙΑ´: ΡG 47, 38).
Τὸ πρωὶ ὁ ἅγιος, γνωρίζοντας ὅτι πλέον δὲν εἶχε δυνάμεις γιὰ περαιτέρω πορεία
κι ἔχοντας ἐμπιστοσύνη στὴν ὑπόσχεση τοῦ μάρτυρα Βασιλίσκου, παρακάλεσε τοὺς
φρουρούς του νὰ μὴ ξεκινήσουν. Ζήτησε τουλάχιστον νὰ μείνουν ἐκεῖ μέχρι τὴν «πέμ-
πτην ὥραν», δηλαδὴ μέχρι τὶς 11 ἢ 12 τὸ μεσημέρι. Μάταια. Τὸν ἔσυραν ἔξω ἀπὸ
τὸν ναὸ καὶ τὸν ὑποχρέωσαν νὰ βαδίσει. Στὸν δρόμο πρὸς τὴν Νεοκαισάρεια, ὅπου
ἡ σημερινὴ πόλη Niksar. Βάδιζε τώρα ὁ ἅγιος στὴν γῆ τοῦ Πόντου ὑφιστάμενος φο-
βερότατο μαρτύριο. Ἀλλὰ μόνο γιὰ λίγο. Εἴχανε βαδίσει πεντέμισι περίπου χιλιόμε-
τρα («ὡς τριάκοντα σταδίους»), ὅταν πλέον καὶ οἱ συνοδοὶ στρατιῶτες πείστηκαν
ὅτι ὁ ἅγιος βρισκότανε στὸ τέλος του. Ἀναγκαστήκανε νὰ ἐπιστρέψουν, βαστάζοντάς
τον, καὶ νὰ ἐπανέλθουν στὸν ναὸ τοῦ μάρτυρα Βασιλίσκου.Ἐδῶ, ζήτησε ἀπὸ τὸν πρεσβύτερο τοῦ ναοῦ νὰ τοῦ φορέσει καινούργια ἐνδύ-
ματα καὶ μοίρασε στοὺς παρόντες τὰ λίγα του ὑπάρχοντα. Ἔπειτα, κοινώνησε τῶν
ἀχράντων Μυστηρίων, προσευχήθηκε γιὰ τελευταία φορὰ ἐνώπιον ὅλων καὶ εἶπε τὴν
συνήθη του δοξολογικὴ προσευχὴ «δόξα τῷ Θεῶ πάντων ἕνεκεν». Προσέθεσε τὸ
«ἀμήν», ἅπλωσε τοὺς ἱεροὺς πόδας του καὶ παρέδωσε τὸ πνεῦμα (Παλλαδίου, Διά-
λογος ΙΑ: ΡG 47, 38-39). Ἦταν ἡ 14η Σεπτεμβρίου τοῦ 407.
Ἡ εἴδηση τῆς κοιμήσεως τοῦ ἱεροῦ ἄνδρα συγκλόνισε τὴν οἰκουμένη, ἐκτὸς ἀπὸ
τoὺς ἀμετανόητους ἐχθρούς του. Συνάχθηκαν πολλοὶ πιστοὶ καὶ ἰδιαίτερα μοναχοὶ
καὶ τὸν ἐνταφίασαν στὸν ναὸ τοῦ μάρτυρα Βασιλίσκου.




Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2010

῾Αγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου: Λόγος εἰς τὸν ἅγιον Ἰωάννην τὸν Θεολόγον



 
 
"Ἀναγκαῖόν τε καὶ τοὺς ἀγῶνας αὐτοῦ εἰς μέσον ἀγαγεῖν, ὅσον ἡμῖν δυνατὸν, ἐκ τῶν πολλῶν ὀλίγα· πάντα γὰρ αὐτοῦ τὰ κατορθώματα οὐκ ἐξαρκέσαι πᾶς ὁ καιρὸς πρὸς διήγησιν"


αʹ. Ἰωάννης ἐν Ἐφέσῳ τῆς Ἀσίας, Ἰωάννης τῆς Ἀσίας τὸ καύχημα, μᾶλλον δὲ τῆς οἰκουμένης ὁ στῦλος, Ἰωάννης ὁ ἀγαπητὸς τοῦ Χριστοῦ μαθητὴς, καὶ τοῦ Θεοῦ Λόγου σάλπιγξ, τῶν Ἐφεσίων τὸ κλέος, καὶ τῶν περάτων ὁ κήρυξ, ἡ κιθάρα τῆς θεολογίας, Θεολόγος ἀξίως καλούμενος· τὸ Χερουβικὸν στόμα, καὶ τὸ Σεραφικὸν μυσταγώγημα, ἢ καὶ ὑπὲρ ταῦτα εἰπεῖν οὐ παραιτήσομαι. Ὃν γὰρ αἱ ἄνω δυνάμεις ἀγγέλων τρόμῳ δοξάζουσιν, Ἰωάννης μεγάλῃ τῇ φωνῇ παῤῥησίᾳ ἐκήρυξεν· Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος.

Μακαρία εἶ, πόλις Ἐφεσίων, ὅτι ἐν σοὶ πρῶτον ἤχησεν ἡ τοιαύτη θεόλεκτος βροντή· μακαρία εἶ, πόλις Ἐφεσίων, ὅτι ἐν σοὶ συνετάγη τὸ τοιοῦτον γραμματεῖον· μακαρία εἶ, ὅτι ἐν σοὶ ὁ τοιοῦτος Ἰωάννης. Καὶ ἄλλοι μὲν γὰρ Ἰωάνναι ἐν ὅλῃ τῇ οἰκουμένῃ καὶ ἐν σοὶ, ἀλλ' οὐδεὶς τοιοῦτος Ἰωάννης, οὔτε ἐν σοὶ, οὔτ' ἐν ὅλῃ τῇ οἰκουμένῃ. Ὅθεν ὁ ἐπιστάμενος τὸν νοῦν τῶν ἀνθρώπων, καὶ γινώσκων τὰ κρύφια τῆς καρδίας, εὑρὼν αὐτὸν τοιοῦτον, ἅγιον καὶ ἀμίαντον, ὑψηλὸν τὸν βίον, καθαρὸν τῇ καρδίᾳ, κεκοσμημένον τῇ ἀγνείᾳ, τετελειωμένον ἐν ἀγάπῃ. τοῦτον ὡς πιστὸν ἐν πᾶσι πιστεύειν τὴν ἰδίαν μητέρα παραδοὺς, τὴν ἀμίαντον περιστερὰν, τὴν ἄσπιλον ἀμνάδα, τὴν ἀκηλίδωτον δάμαλιν, τὴν ἀσύγκριτον ἐν ἀνθρώποις, τὴν πάντων τῶν ποιημάτων Θεοῦ ἀνωτέραν· ὅπερ οὐδεὶς ἄλλος τῶν ἁγίων πεπίστευται.

Μακαρία εἶ, πόλις Ἐφεσίων, ὅτι τοιούτου σε ἀνδρὸς πόδες πάτησαν, οὗ τὴν καθαρὰν διαγωγὴν καὶ τὰ ἴχνη ἄγγελοι ἐθαύμασαν· μακαρία εἶ, πόλις Ἐφεσίων, ὅτι πρώτη πάσης πόλεως ὑψηλοτέρα ἀνεδείχθης, διὰ Ἰωάννην τὸν ἠγαπημένον· μακαρία εἶ, ὅτι πᾶσαι τῆς οἰκουμένης αἱ Ἐκκλησίαι σου μαθήτριαι τυγχάνουσι, παρὰ σοῦ διδαχθεῖσαι θεολογεῖν, Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος. Ὥσπερ γὰρ ἐὰν ᾖ λύχνος ἔν τινι τόπῳ καιόμενος, καὶ πανταχόθεν πολλοὶ προστρέχοντες, ἐκεῖθεν ἕκαστος ἀνάψας θαῤῥῶν λοιπὸν πορεύεται, μηδαμῶς προσκόπτων, μηδὲ πλανώμενος· οὕτω καὶ ἐν Ἐφέσῳ γέγονε. Πρώτη ἀνάψασα τὸν τῆς θεολογίας λύχνον, πᾶσαι τῶν περάτων αἱ Ἐκκλησίαι πρὸς σὲ δραμοῦσαι, ἑκάστη τὴν ἑαυτῆς λαμπάδα τὴν θεολογίαν ἀνῆψε, καὶ ὑπέστρεψε χαίρουσα. Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος. Καὶ ἐν Ἐφέσῳ τοῦ ἰδίου φωτὸς τῆς θεολογίας οὐκ ἠλαττώθη, καὶ ἡ οἰκουμένη τὰ ἴσα φῶτα κατέχουσα κηρύττει τὸ, Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος.

Ἀναγκαῖόν τε καὶ τοὺς ἀγῶνας αὐτοῦ εἰς μέσον ἀγαγεῖν, ὅσον ἡμῖν δυνατὸν, ἐκ τῶν πολλῶν ὀλίγα· πάντα γὰρ αὐτοῦ τὰ κατορθώματα οὐκ ἐξαρκέσαι πᾶς ὁ καιρὸς πρὸς διήγησιν. Τὰ μὲν γὰρ πλεῖστα ἠκούσαμεν ἐκ τῆς βίβλου τῶν Πράξεων, ὅσα συνὼν τοῖς ἀποστόλοις καλῶς ἠγωνίσατο. Ὕστερον ἐξόριστος ὑπὸ Δομετιανοῦ τοῦ τῶν Ῥωμαίων βασιλέως εἰς τὴν νῆσον τὴν καλουμένην Πάτμον γίνεται διὰ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ κήρυγμα τῆς εὐσεβείας, καὶ Ἐκκλησίαν συγγράφει, ἣν ἔδειξεν αὐτῷ ὁ Θεὸς, καὶ Ἀποκάλυψιν μυστηρίων ἀῤῥήτων καὶ φοβερῶν, ἔπειτα καὶ τὰς ἁγίας αὐτοῦ τρεῖς Ἐπιστολάς.

Σκόπει δὲ τὴν ἄφατον τοῦ Θεοῦ ἀγαθότητα, πανταχοῦ συγξενιτεύοντος τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν· κἂν ἐν φυλακῇ κατέχωνται, κἂν ἐν ἐξορίαις τυγχάνωσιν, εἴτε ἐν βυθῷ θαλάσσης, εἴτε ἐν λάκκῳ κατακλεισθῶσιν, κἂν ὅπου δ' ἂν παραῤῥιφῶσιν, οὐ χωρίζεται τούτων, συμμαχῶν καὶ ἐνισχύων, καὶ τῶν πόνων ἐπικουφίζων. Εἶτα ἐπανελθὼν τῆς ἐξορίας, καταλαμβάνει τὴν Ἔφεσον, κἀκεῖσε διατρίβων συντάττει τὸ Εὐαγγέλιον ὢν ἐτῶν ἑκατὸν, διαρκέσας ἕως ὅλων ἑκατὸν εἴκοσιν. Ἐκεῖσε διάγων συγγράφεται τὴν θεολογίαν, μᾶλλον δὲ ἐν οὐρανοῖς, ὅθεν αὐτὴν ἐκομίσατο· τῶν γὰρ τοιούτων ἐν οὐρανοῖς διάγει τὸ πολίτευμα. Ἐν Ἐφέσῳ διάγων, ἐν σαρκὶ, εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τῆς θεολογίας τὴν σαγήνην ἐξήπλωσε λέγων, Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος. Ὡς ἀληθῶς Μέγας ὁ Κύριος ἡμῶν, καὶ μεγάλη ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ, καὶ τῆς συνέσεως αὐτοῦ οὐκ ἔστιν ἀριθμός· ὁ εἰπὼν πρὸς αὐτοὺς, Ἐγὼ δώσω ὑμῖν στόμα καὶ σοφίαν. Πόσοι βασιλεῖς καὶ δυνάσται καὶ σοφοὶ ἐφώνησαν πολλάκις ἐν δυνάμει μεγάλῃ, ἀλλ' ἡ φωνὴ αὐτῶν οὐδ' ἕως τῶν τειχέων τῆς πόλεως ἔφθασε; καὶ ὁ πένης ὁ ἁλιεὺς ἐν Ἐφέσῳ ἐφθέγξατο· Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ πᾶσαν τὴν γῆν ἡ φωνὴ ἐκάλυψεν. Εἶδες στόμα πάσης φωνῆς ὑψηλότερον; εἶδες γλῶσσαν ἀστραπῆς ὀξυτέραν; εἶδες φωνὴν πάσης βροντῆς τρανοτέραν; εἶδες δύναμιν τοιαύτην; διδάσκαλον ἀπὸ τῆς Ἐφέσου πάντα τὰ ἔθνη μαθητεύοντα, καὶ θεολογεῖν διδάσκοντα· Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος. Αὕτη ἡ φωνὴ τὴν οἰκουμένην ἡλίευσε, καὶ σαλευομένην ἐστήριξεν· αὕτη ἡ φωνὴ τὸν κόσμον ἐφώτισε, καὶ κατὰ τοῦ ἀντιπάλου ἐνίσχυσεν· αὕτη ἡ φωνὴ τῶν πολλῶν ἀνάστασις καὶ σωτηρίας πρόξενος τινῶν δὲ πτῶσις καὶ καθαίρεσις διὰ τὸ ἀντιλεγόμενον σημεῖον· τῶν μὲν πιστευόντων, ὅτι ἐν ἀρχῇ ἦν, ἀνάστασις· τῶν δὲ λεγόντων, ὅτι ἐξ οὐκ ὄντων ἐγένετο, πτῶσις καὶ σιωπή. Πολὺ γὰρ πλῆθος τῶν αἱρετικῶν τότε ἐπαναστάντες ἐσάλευον τὴν Ἐκκλησίαν, ἀδικίαν εἰς τὸ ὕψος λαλοῦντες, καὶ λέγοντες, ὅτι ἦν ποτε, ὅτε οὐκ ἦν, καὶ πρὶν γενέσθαι οὐκ ἦν, καὶ ὅτι ἐξ οὐκ ὄντων ἐγένετο. Ὦ στόματα μιαρὰ, καὶ γλῶσσαι ἐβδελυγμέναι, καὶ χείλη ἰοῦ ἀσπίδων πεπληρωμένα!

Τί ταύτης τῆς βλασφημίας χεῖρον; τί ταύτης τῆς ἀθεΐας ἀτιμότερον; Ὅθεν ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης μηκέτι φέρων ἀκούειν τὰς τούτων μιαρὰς φωνὰς, συντάττει τὸ Εὐαγγέλιον, παρακαταθεὶς τῇ Ἐκκλησίᾳ μέγαν θησαυρὸν, τὸν τέταρτον ποταμὸν, τὸν πολύτιμον μαργαρίτην. Ἐπανελθὼν γὰρ, ὡς προείρηται, ἀπὸ τῆς ἐξορίας εἰς Ἔφεσον, καὶ κατανοήσας λοιπὸν, ὅτι τῶν λοιπῶν εὐαγγελιστῶν αἱ βίβλοι κατηρτίσθησαν, καὶ πᾶσα σχεδὸν θεόπνευστος Γραφὴ πρὸς οἰκοδομὴν τῆς Ἐκκλησίας, λείπει δὲ ὁ τέταρτος τῆς οἰκουμένης θεμέλιος, καὶ ὅτι τούτου ἐκτὸς τὴν οἰκουμένην σταθῆναι οὐκ ἔνι ἐλογίζετο ἐν ἑαυτῷ λέγων. Τί ἀναβάλλομαι; τί, φησὶ, μακροθυμῶ ἔτι; τί οὐ προσφέρω εἰς μέσον τὸ ἀπὸ τῶν αἰώνων κεκρυμμένον μυστήριον; τί ἀποκρύβω ἑαυτῷ τὴν ἀπὸ τῶν αἰώνων σοφίαν, ἣν ἐκ τῆς ἀθανάτου πηγῆς ἐπιπεσὼν εἵλκυσα; τί οὐ δημοσιεύω, ὃν ἄγγελοι ἀγνοοῦσι; τί οὐκ ἀποκαλύπτω τοῖς πέρασιν, ὃν οὐδεὶς ἐπιγινώσκει, εἰ μὴ ὁ Πατήρ; τί οὐ γράφω, ὅπερ Ματθαῖος καὶ Μάρκος καὶ Λουκᾶς δι' ἐπαινουμένην δειλίαν παρασιωπήσαντες παρέδραμον, τελέσαντες τὰ προστεταγμένα αὐτοῖς; Ὅθεν λαλήσω κἀγὼ κατὰ τὴν δοθεῖσάν μοι δωρεὰν ἄνωθεν. Ματθαῖος μὲν ὅσον ἐχώρει, ἔγραψε κατὰ τὴν ἰδίαν δύναμιν, Μάρκος δὲ καὶ Λουκᾶς ὁμοίως κατὰ τὴν τοῦ ἁγίου Πνεύματος χορηγίαν τὰς ἑαυτῶν βίβλους θεοπρεπῶς ἐδογμάτισαν.

Γράψω κἀγὼ καὶ προσθήσω τοῖς ἔμπροσθεν τὴν τετάρτην πηγὴν τῆς ζωῆς. Λείπει γὰρ εἰς θεοσύστατον φωνὴν ὁ περὶ θεολογίας λόγος, καὶ κινδυνεύει ὁ κόσμος ἐν τῷ μέρει τούτῳ. Γράψω βίβλον, δι' ἧς ἐμφραγῇ πᾶν στόμα λαλοῦν κατὰ Θεοῦ ἀδικίαν· γράψω βίβλον τὴν καλύπτουσαν πᾶσαν ἐν κόσμῳ σοφίαν· γράψω βίβλον, οὐ περὶ ἀνθρώπου διηγουμένην. Οὐ γὰρ λείπει τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἃ περὶ τούτων ἔγραψε Μωϋσῆς περὶ οὐρανοῦ τε καὶ γῆς καὶ θαλασσῶν καὶ ἰχθύων καὶ πετεινῶν καὶ τετραπόδων, καὶ ἑρπετῶν καὶ φυτῶν καὶ σπερμάτων καὶ φωστήρων καὶ βρωμάτων καὶ λοιπῆς κτίσεως· ἐγὼ δὲ πάντα τὰ ἀπὸ χρόνου καὶ ἐν χρόνῳ γινόμενα καταλείψας, λαλήσω περὶ τοῦ ἀχρόνου καὶ ἀκτίστου τοῦ πρὸ πάντων τῶν αἰώνων ἐκ τοῦ Πατρὸς ἀῤῥήτως γεννηθέντος Θεοῦ Λόγου, περὶ οὗ Μωϋσῆς οὗτος εἰπεῖν οὐκ ἴσχυσεν· ἐγὼ δὲ Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ. Ταῦτα ἐν ἑαυτῷ σκεπτόμενος ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης, καὶ τὸν γραφικὸν κάλαμον ἐν τῇ χειρὶ κατέχων, καὶ ἐννοῶν πῶς τῆς θεολογίας ἄρξηται, χαίρων μὲν τῇ ψυχῇ, τρέμων δὲ τῇ χειρὶ μετάρσιος γίνεται, καὶ τῷ σώματι ἐν Ἐφέσῳ ὢν τῇ καθαρᾷ καρδίᾳ τῷ πνεύματι μετέωρος ὑπῆρχε. Καταλείψας οὖν πᾶσαν τὴν γῆν, διεπέρασε τὸν ἐν μέσῳ κεχυμένον ἀέρα, παρέδραμε τὰς τῶν ἀστέρων διακοσμήσεις, παρῆλθε τὰς στρατιὰς τῶν ἀγγέλων, τὰς τῶν ἀρχαγγέλων χοροστασίας, καὶ πάσας τὰς νοερὰς δυνάμεις, Χερουβὶμ καὶ Σεραφὶμ τάγματα, καὶ πάντα, ὅσα ἐξ οὐκ ὄντων παρήχθη, κατέλιπε, καὶ ὑπερέβη πάντας τοὺς οὐρανοὺς, καὶ ὅσα οὐκ ἦν παρέδραμε. Προσήγγισε τοὺς ὅρους τῶν ἀνεφίκτων, καὶ οὐδεὶς ὁ κωλύων ἢ ἐμποδίζων τὴν τούτου ἄνοδον. Πᾶς γὰρ ἄσπιλος τῷ σώματι, καθαρὸς δὲ τῇ καρδίᾳ, καὶ τὴν ψυχὴν ἄκακος, καὶ ταπεινὸς τῷ πνεύματι, οὔτε ὑπὸ τῶν ἀερικῶν πνευμάτων ἐμποδίζεται, οὔτε ὑπὸ τῶν οὐρανίων δυνάμεων κωλύεται ἀνελθεῖν εἰς τὴν ἄνω Ἱερουσαλὴμ, ἔνθα πάντες οἱ μακάριοι συνάγονται, ὥσπερ οὗτος ὁ μακάριος ἀπόστολος ὁ μικρότερος Ἰωάννης, καὶ μείζων τοῦ μεγάλου ἁγίου Ἰωάννου.

Διὰ πάντων οὖν παρῆλθε, καὶ οὐδεὶς ὁ ἀντιβαίνων. Ἄγγελοι γὰρ ὁρῶντες ἀπὸ γῆς ἄνθρωπον ἀγγέλων ἐνδοξότερον, μηδὲν ἔχοντες εἰπεῖν, ἐσιώπων· οἱ τῶν ἀγγέλων δὲ χοροὶ ἄλλον ἀπὸ γῆς ἄγγελον λαμπρὸν τῇ παρθενίᾳ, πλήρη ἁγιασμοῦ, καθαρὸν τῇ καρδίᾳ, ἐμπεπλησμένον εὐωδίας κατασχεῖν οὐκ ἐτόλμησαν. Αἱ πύλαι τῶν οὐρανῶν πάλιν ἰδοῦσαι ξένον πρόσωπον δεδοξασμένον, ὑπὲρ τὸν ἥλιον θείας ἀκτῖνας ἀποστίλβοντα, καὶ ὑπονοοῦσαι τοῦτον εἶναι, ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς, τὸν ἐν τῷ στήθει αὐτοῦ ἐν πολλῇ καθαρόθητι ἀναπεσόντα, ὅθεν καὶ ἡ τοιαύτη αὐτῷ δόξα περικέχυται, σπουδαίως ἀνεῳχθεῖσαι τὴν εἴσοδον παρεχώρουν. Εἶτα ἐπλησίασε λείπων τὰ ἀνεπίβατα· ἔφθασεν εἰς τὸν ἄνω βυθόν. Τί οὖν ἐροῦμεν πρὸς ταῦτα; Ἀληθὴς ἡ θεία φωνὴ διὰ τοῦ προφήτου λέγουσα, Ἀλλ' ἢ τοὺς δοξάζοντάς με δοξάσω· καθὼς περὶ τούτου καὶ ὁ θεοπάτωρ Δαυῒδ προεφήτευσεν, ὅτι Τοῦ Θεοῦ οἱ κραταιοὶ τῆς γῆς σφόδρα ἐπήρθησαν· καὶ πάλιν, Τοῖς ἁγίοις τοῖς ἐν τῇ γῇ αὐτοῦ ἐθαυμάστωσεν ὁ Κύριος πάντα τὰ θελήματα αὐτοῦ ἐν αὐτοῖς. Τί γὰρ μεῖζον τούτου τοῦ θαύματος, εἰς τοσοῦτον ὕψος ἀφικέσθαι ἄνθρωπον χοϊκόν; Ἐν πολλῇ παῤῥησίᾳ, καὶ ὅσα δυνατόν ἐστι θεαθῆναι, ἐθεάσατο, καὶ εἰς τὰ ἐπέκεινα αὐτὸν φιλονεικεῖν βουλόμενον, Ὃν εἶδεν οὐδεὶς ἀνθρώπων, οὐδὲ ἰδεῖν δύναται, καθὼς γράφει Παῦλος ὁ ἀπόστολος· καθὼς καὶ αὐτὸς Ἰωάννης τὰ ὅμοια, ὅτι Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε. Τί οὖν ἐροῦμεν πρὸς ταῦτα; Ὅτι Παῦλος μὲν καλῶς ἔγραψε λέγων· Ὃν εἶδεν οὐδεὶς ἀνθρώπων, οὐδὲ ἰδεῖν δύναται. Ἐνταῦθα γὰρ οὐκ ἔστι, τὰ κατὰ ἀνθρώπους, οὔτε τὰ κατὰ φύσιν, ἀλλὰ τὰ ὑπὲρ φύσιν· οὔτε τῆς δουλείας, ἀλλὰ τῆς υἱοθεσίας καὶ φιλίας (Ὑμεῖς γὰρ φίλοι μου ἐστὲ, οὐκέτι καλέσω ὑμᾶς δούλους)· οὔτε μὴ καθαρὰ, ἀλλὰ καθαρὰ καὶ λαλούμενα, καθὼς πρὸς αὐτοὺς ἡ θεία φωνὴ λέγει, ὅτι Ὑμεῖς καθαροί ἐστε· οἱ δὲ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ τὸν Θεὸν ὄψονται.

Ταῦτα τοίνυν τὰ μέγιστα καὶ θεῖα χαρίσματα ἐπιφερόμενος ὁ Ἰωάννης, καὶ τεθαῤῥηκὼς ἐπὶ τὰ ὑψηλὰ ἐπιβὰς, ἔφθασεν εἰς τὸ ἀπέραντον πέλαγος, καὶ τοῖς ἀμιάντοις αὐτοῦ τῆς καρδίας ὀφθαλμοῖς θεασάμενος ἐν τοῖς κόλποις τοῦ ἀνάρχου Πατρὸς τὸν συνάναρχον Λόγον, τὸν πρὸ πάντων αἰώνων ἐκ τοῦ Πατρὸς ἀῤῥήτως γεννηθέντα, καὶ μηκέτι τὴν ἀνεκλάλητον ἐκείνην χαρὰν ἐν ἑαυτῷ κατέχειν ἐνισχύων τὸ ἅγιον καὶ σεραφικὸν αὐτοῦ στόμα, καὶ μεγάλῃ τῇ φωνῇ ἀνέκραξε λέγων· Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος. Βλέπε μοι σύνεσιν ἁλιέως, σκόπησον σοφίαν ἀνδρὸς ἀγραμματίστου. Εἶδές μοι ὕψος διδασκάλου ἀδιήγητον, ἐν Ἐφέσῳ καθεζόμενον, καὶ τὰ ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν θεώμενον; Τῷ πνεύματι εἰς τὸν ἄνω βυθὸν ἀπεδήμησε, καὶ ἐκ τοῦ πατρικοῦ κόλπου τὴν θεολογίαν ἁλιεύσας τῷ σώματι κάτω ἔγραφεν· Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος. Ἀκούσατε, οἱ πιστοὶ, καὶ στηρίχθητε, Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος· ἀκούσατε, οἱ γλωσσαλγοῦντες ἀντίλογοι, καὶ αἰσχύνθητε, Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος. Μηκέτι παῤῥησιάζεσθε βλάσφημοι, μηκέτι πολεμεῖτε τὴν Ἐκκλησίαν ἀντίχριστοι· μηκέτι παρανομεῖτε, μηκέτι ὑψοῦτε κέρας, Μὴ ἐπαίρετε εἰς ὕψος τὸ κέρας ὑμῶν, καὶ μὴ λαλεῖτε κατὰ τοῦ Θεοῦ ἀδικίαν, λέγοντες, ὅτι Ἦν πότε, ὅτε οὐκ ἦν, καὶ πρὶν γενέσθαι οὐκ ἦν, καὶ ὅτι ἐξ οὐκ ὄντων ἐγένετο. Παῦσον τὴν γλῶσσάν σου ἀπὸ κακοῦ, καὶ χείλη σου τοῦ μὴ λαλῆσαι δόλον. Αὐτὸς γὰρ ἦν καὶ προῆν, καὶ ἀεὶ ἦν, οὔτε ἀρξάμενος, οὔτε παυσάμενος τοῦ εἶναι, οὔτε ἐν χρόνῳ ὁ ἄχρονος, οὔτε κτίσμα, ἢ ποίημα· αὐτὸς γὰρ ποιητὴς καὶ δημιουργὸς τῶν ἁπάντων, ὁρατῶν τε καὶ ἀοράτων. Πάντα γὰρ δι' αὐτοῦ ἐγένετο. Ἀληθῶς καὶ νῦν εἰπεῖν καιρὸς ἐκεῖνο τὸ προφητικὸν λόγιον, Οὗτος ὁ Θεὸς ἡμῶν· οὐ λογισθήσεται ἕτερος πρὸς αὐτόν.

Ἐξεῦρε πᾶσαν ὁδὸν ἐπιστήμης, καὶ ἔδωκεν αὐτὴν Ἰωάννῃ τῷ ἠγαπημένῳ ὑπ' αὐτοῦ. Θέασαί μοι γὰρ διὰ μιᾶς φωνῆς πῶς Τὴν οἰκουμένην πᾶσαν ἐκατόρθωσεν, ἥτις οὐ σαλευθήσεται· βλέπε μοι ἕνα ἄνθρωπον ἐν Ἐφέσῳ καθεζόμενον, καὶ τὸν κόσμον ὅλον θεολογίαν διδάξαντα· κατανόησον, πόσαι κατὰ ἀνατολὴν πολιτεῖαι, πόσαι χῶραι, πόσαι Ἐκκλησίαι, πόσαι πάλιν ἐπὶ δυσμὰς ἡλίου, καὶ τὴν μεγάλην Ῥώμην ὁμοίως, καὶ ἐπὶ τὰ πλευρὰ, καὶ ἐπὶ τὰ μέρη τοῦ νότου, τήν τε Καππαδόκων χώραν, καὶ τὰ ἐν μέσῳ πάντα, νήσους, ἐρήμους, καὶ τὰ ἄκρα τῆς γῆς. Ἐννόησον πάλιν τῶν Ἐκκλησιῶν τὰ πλήθη, τὸν κλῆρον, καὶ τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ, ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν, εἰ δύνασαι ἐξαριθμῆσαι τούτους.

Ἀλλ' εὐκοπώτερον ἄμμον θαλάσσης ἐξαριθμῆσαι ἢ τοσαῦτα πλήθη. Καὶ οὗτοι πάντες μαθηταὶ Ἰωάννου, παρ' αὐτοῦ διδαχθέντες θεολογεῖν, Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος· καὶ ἐπὶ τῆς ἀγορᾶς τοῦτο ψάλλουσιν, Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος· καὶ ὁδοιπόροι, καὶ πελάγιοι καὶ πλωτῆρες τοῦτο μελῳδοῦσιν, Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ἐν ταῖς ἐρήμοις, καὶ ἐν τοῖς ὄρεσι καὶ ἰδιῶται καὶ σοφοὶ, καὶ μικροὶ καὶ μεγάλοι καὶ πᾶς ὅστις ἐννοεῖ, ταῦτα θεολογεῖ, Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος· καὶ λοιπὸν ἐν τῷ πληθυνθῆναι πανταχοῦ κράζοντας ἀπαύστως τὸ Ἦν καὶ ἦν ἐξέλιπον οἱ λέγοντες τὸ Οὐκ ἦν. Οἱ θεολογοῦντες ἐπληθύνθησαν, καὶ οἱ ματαιολογοῦντες ἐξέλιπον· οἱ εὐσεβεῖς προέκοψαν, καὶ οἱ ἀσεβεῖς προσέκοψαν· οἱ πιστοὶ εὐφράνθησαν, καὶ οἱ ἄπιστοι ἐτάκησαν. Τόξον δυνατῶν ἠσθένησε, καὶ οἱ ἀσθενοῦντες περιεζώσαντο δύναμιν. Τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἐξηλέγχθησαν, καὶ οἱ σοφοὶ τοῦ κόσμου κατηργήθησαν.

Ἀλλὰ μέχρι τίνος οὐ στήσω τὸν περὶ αὐτῶν λόγον; Καὶ γὰρ εἰ ἐπιμενῶ τοῦ λέγειν, οὐ μὴ φθάσω τὸ ὕψος διηγήσασθαι τῆς τούτων δόξης. Τὴν γὰρ δόξαν, ἣν ἔλαβε παρὰ τοῦ Πατρὸς ὁ διδάσκαλος, δέδωκεν αὐτοῖς. Καὶ τί λοιπὸν ἐπιμένω διήκων ἀνέφικτα; Καὶ γὰρ καὶ ἅπερ εἰπεῖν ἐτολμήσαμεν, οὐχ ὅσον ἄξιον τοῦ προκειμένου χοροῦ τῶν ἁγίων μαθητῶν, ἀλλ' ὅσον δυνατὸν τῇ ἡμετέρᾳ δυνάμει· τὸ γὰρ τούτους ἐπαξίως ἐγκωμιάσαι πᾶς ἄνθρωπος ἀπορεῖ. Ὅθεν κἀγὼ φόβῳ λαλῶ, ἃ λαλῶ περὶ τούτων, μή πως διὰ τὴν οἰκείαν ἀνικανίαν, καὶ τὸ σμικρὸν τοῦ λόγου καὶ πενιχρὸν, σμικρύνω τούτων τοὺς ἐπαίνους, καὶ ἀγανακτεῖν αὐτοὺς κατ' ἐμαυτοῦ παρασκευάσω. Πλὴν ὥσπερ εἰς πάντας συμπαθεῖς ὄντες, καὶ τανῦν συγγνώσονται τῇ ἡμετέρᾳ ἀσθενείᾳ. Εἰ γὰρ λοιδορούμενοι εὐλογοῦσι, διωκόμενοι ἀνέχονται, δυσφημούμενοι παρακαλοῦσι, πολλῷ μᾶλλον ἐγκωμιαζόμενοι κατὰ τὴν ἡμῶν δύναμιν οὐ μὴ ἀγανακτήσουσιν ἐπιστάμενοι τὸ ἀσθενὲς τῆς φύσεως, εἰ καὶ τὸ ὑπὲρ φύσιν νῦν εἰληφότες παρὰ τοῦ ἀγαπήσαντος Θεοῦ. Καὶ λοιπὸν οἱ ποτὲ πτωχοὶ γεγόνασι πλούσιοι, οἱ ἄδοξοι ἔνδοξοι, οἱ ἀγράμματοι σοφοὶ, οἱ τῶν ἰχθύων ἁλιεῖς, ἁλιεῖς ἀνθρώπων· καὶ οὕτω τὸν δρόμον τελέσαντες ἐξεδήμησαν πρὸς τὴν οὐκ ἔχουσαν τέλος ζωὴν, πρὸς τὸν ἑαυτῶν διδάσκαλον καὶ Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν· αὐτῷ ἡ δόξα. Ἀμήν.


βʹ. Τοῖς αὐτῶν διαδόχοις παραδεδωκότες τὰς σαγήνας καὶ τὰ θήρατρα, τὴν δὲ ἐξουσίαν, ἣν εἰλήφασι παρὰ τοῦ πᾶσαν ἐξουσίαν ἔχοντος ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς. Ἰδοὺ γὰρ, φησὶ, δίδωμι ὑμῖν τὴν ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων, καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ, καὶ οὐδὲν ὑμᾶς οὐ μὴ ἀδικήσῃ.

Τούτων τοίνυν ὡς προείρηται τὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν ἀρχοντίαν καὶ τὸν ζῆλον διαδέχονται οἱ τίμιοι διδάσκαλοι, οἱ ἱεράρχαι, καὶ ποιμένες τῆς τοῦ Χριστοῦ ποίμνης, κατ' ἴχνος τῶν ἀποστόλων βαδίζοντες, οἱ γενναῖοι τῆς Τριάδος ὑπέρμαχοι, οἱ τὸ χρῆμα τοῦ νόμου παραδραμόντες, καὶ τὸ ζωοποιὸν Πνεῦμα παραλαβόντες, οἱ δίκην ἀρότρου ἀνορύττοντες, καὶ βαθύνοντες, καὶ ἐρευνῶντες, καὶ τὸν νοῦν ἐν ταῖς θείαις Γραφαῖς πᾶσι τηλαυγῶς φανερώσαντες, οἱ τὴν πίστιν τρανώσαντες καὶ τὴν κακοπιστίαν ἀπελάσαντες, οἱ τοὺς ὀρθοδόξους τοῖς θείοις δόγμασι στηρίξαντες, καὶ τοὺς κακοδόξους τοῖς θείοις βέλεσι ῥήξαντες, οἱ τῆς κατανύξεως οἶνον κεκρυμμένον εὑρόντες, καὶ τὴν ποίμνην διψῶσαν ποτίσαντες, οἱ τὸν ποιμενικὸν αὐλὸν ἀναλαβόντες, καὶ τὰ θεῖα σαλπίσαντες· οἱ λειτουργοὶ καὶ φύλακες καὶ ἐργάται τοῦ ἀμπελῶνος, οἱ τῶν θείων δογμάτων ῥήτορες, καὶ ῥομφαῖαι κατὰ τῶν αἱρετικῶν, οἱ ὑπὸ τοῦ ἁγίου Πνεύματος τεθέντες ἐπίσκοποι, ὡς ἔφη ὁ ἅγιος Παῦλος· Ποιμάνατε τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ· οἱ τὰς ἐπερχομένας θλίψεις μὴ παραιτησάμενοι, καὶ τὸν ἐπηγγελμένον τῆς ζωῆς στέφανον κομισάμενοι· οἱ τὰς νεωτερικὰς ἐπιθυμίας ἀποφυγόντες, καὶ τὴν μακαρίαν ἐλπίδα κληρονομήσαντες· οἱ στρατηγοὶ τοῦ μεγάλου βασιλέως, οἱ ἐν τῷ λόγῳ τοῦ Θεοῦ πλούσιοι, καὶ πτωχοὶ τῷ πνεύματι· οἱ μιμηταὶ τῶν ἀποστόλων καὶ τύποι τῶν πιστῶν· οἱ τῶν πόλεων ἀγελάρχαι καὶ τῆς οἰκουμένης κήρυκες· οἱ τὰς ψυχὰς αὐτῶν ὑπὲρ τῆς ποίμνης θέντες, καὶ τὸ αἷμα αὐτῶν ὑπὲρ τῆς πίστεως ἐκχέαντες· οἱ τὸν παλαιὸν ἐκεῖνον Ἀβραὰμ μιμησάμενοι, καὶ ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ ἀναπαυσάμενοι· τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ οὗτοι ἐκδικηταὶ τοῦ Κυρίου, τὴν φάσιν δεξάμενοι περὶ τῶν δυσωνύμων καὶ κακοδόξων, οἳ τὰς θείας Γραφὰς στρεβλώσαντες καὶ τὴν ἀλήθειαν συγχέαντες, καὶ τῆς εὐθείας ὁδοῦ ἐκνεύσαντες ψυχὰς αἰχμαλωτεύουσιν, εἰς τὸ ἀΐδιον ἕλκοντες τῆς αἱρέσεως σκότος, συναθροισθέντες ἅμα πάντες ὁμοφρόνως οἱ πιστοὶ, Δαυϊδικὸν ζῆλον, δίκην λίθων τὰ θεῖα λόγια ἐκ τοῦ χειμάῤῥου, ἤγουν τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ τὴν ἄῤῥηκτον πίστιν τῆς ἁγίας Τριάδος ἀναλαβόντες, παρετάξαντο πόλεμον κατὰ τῶν ἀναριθμήτων καὶ ἀθέων αἱρετικῶν, σύμψυχοι τὸ ἓν συμφωνοῦντες καὶ λέγοντες μετὰ τοῦ Ἀποστόλου, Εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα, Εἷς Θεὸς καὶ Πατὴρ πάντων, ἓν Πνεῦμα ἅγιον, ὁ φωτισμὸς πάντων, μία θεότης, εἷς Θεός· αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος πάντοτε, νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Πηγή:http://www.agiazoni.gr

Τρίτη 1 Ιουνίου 2010

Μακάριοι οἱ ταπεινοφρονες...(῾Αγ. ᾿Ιω. Χρυσόστομος)


Μακάριοι οἱ ταπεινόφρονες
Εκτύπωση



Ἱεροῦ Χρυσοστόμου «Ἐπιτίμησις κατά τῶν ἀπολειφθέντων…», PG 51, 154
Μακάριοι οἱ ταπεινόφρονες. Ὅπως λοιπὸν ὅταν πρόκειται κάποιος νὰ χτίσῃ ἕνα μεγάλο καὶ ἐπιβλητικὸ σπίτι, βάζει καὶ ἀνάλογο θεμέλιο, ὥστε νὰ μπορέσῃ νὰ βαστάξῃ τὸ προστιθέμενο ἀργότερα βάρος, ἔτσι ἀκριβῶς καὶ ὁ Χριστὸς ἀνεγείροντας στὶς ψυχές τους τὴν μεγάλη ἐκείνη οἰκοδομὴ τοῦ κατὰ Θεὸν τρόπου ζωῆς, βάζει πρῶτα, σὰν κάποιο θεμέλιο καὶ σκελετὸ οἰκοδομῆς στερεὸ καὶ βάσι σταθερὴ καὶ ἀσάλευτη, τὴν συμβουλὴ περὶ ταπεινοφροσύνης, ἐπειδὴ γνωρίζει πώς, ὅταν αὐτὴ ριζώσῃ στὸ νοῦ τῶν ἀκροατῶν, ὅλα τὰ ἄλλα μέρη τῆς ἀρετῆς μποροῦν νὰ χτίζωνται μὲ ἀσφάλεια. Ὅπως λοιπὸν ὅταν αὐτὴ ἀπουσιάζῃ, καὶ ἂν ἀκόμη κατορθώσῃ κάποιος ὅλη τὴν ὑπόλοιπη ἀρετή, κόπιασε ἄσκοπα καὶ μάταια καὶ ἄχρηστα, σὰν ἐκεῖνον ποὺ ἔχτισε τὸ σπίτι του ἐπάνω στὴν ἄμμο, ὁ ὁποῖος βέβαια τὸν μὲν κόπο τὸν ὑπέμεινε, τὸ κέρδος ὅμως δὲν τὸ χάρηκε, διότι δὲν ἔβαλε σταθερὸ θεμέλιο. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ αὐτὸς ποὺ χωρὶς ταπεινοφροσύνη ἐπιδιώκει ὁποιοδήποτε ἀγαθό, τὰ ἔχασε καὶ τὰ κατέστρεψε ὅλα. Καὶ λέγοντας ταπεινοφροσύνη, δὲν ἐννοῶ τὴν ταπεινολογία οὔτε ἐκείνη ποὺ εὔκολα ἔχουμε στὴ γλῶσσα μας, ἀλλὰ αὐτὴν τῆς διανοίας, τὴν ὁλόψυχη, τὴν εὑρισκόμενη στὴ συνείδησι, τὴν ὁποία μόνο ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ βλέπῃ καὶ νὰ διακρίνῃ.
Πηγή:http://www.osotir.org


Σάββατο 24 Απριλίου 2010

῾Αγίου Ιωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ῾Ομιλία στήν Κυριακή τοῦ Παραλύτου



Στό χρυσωρυχεῖο οὔτε τήν πιό ἀσήμαντη φλέβα δέν θά δεχόταν νά περιφρονήση κανένας κι ἄς προξενῆ πολύν κόπο ἡ ἔρευνά της. Ἔτσι καί στίς θεῖες Γραφές δέν εἶναι χωρίς βλάβη νά προσπεράσης ἕνα γιῶτα ἤ μιά κεραία. Ὅλα πρέπει νά ἐξετάζωνται. Τό ἅγιο Πνεῦμα τά ἔχει πεῖ ὅλα καί τίποτα δέν εἶναι ἀνάξιο σ̉ αὐτές. Πρόσεξε λοιπόν τί λέει ὁ Εὐαγγελιστής κι ἐδῶ: Αὐτό πάλι ἦταν τό δεύτερο σημεῖο πού ἔκανε ὁ Ἰησοῦς, πηγαίνοντας ἀπό τήν Ἰουδαία στήν Γαλιλαία. Καί δέν πρόσθεσε βέβαια ἔτσι ἁπλᾶ τή λέξη «δεύτερο», ἀλλά τονίζει ἀκόμα περισσότερο τό θαῦμα τῶν Σαμαρειτῶν. Δείχνει ὅτι, μόλο πού ἔγινε καί δεύτερο σημεῖο, δέν εἶχαν φτάσει ἀκόμα στό ὕψος ἐκείνων πού τίποτα δέν εἶδαν (τῶν Σαμαρειτῶν) αὐτοί πού ἔχουν δεῖ πολλά καί θαυμάσει. Ὕστερ̉ ἀπ̉ αὐτά ἦταν ἑορτή τῶν Ἰουδαίων. Ποιά ἑορτή; Ἡ ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς, νομίζω, καί ἀνέβηκε ὁ Ἰησοῦς στά Ἱεροσόλυμα. Συστηματικά τίς γιορτές βρίσκεται στήν πόλη. Ἀπ̉ τή μιά γιά νά φανῆ πώς ἑορτάζει μαζί τους, ἀπ̉ τήν ἄλλη γιά νά τραβήξη κοντά του τόν ἁπλό λαό. Γιατί αὐτές τίς μέρες γινόταν περισσότερη συρροή τῶν πιό ἁπλῶν. Ὑπάρχει στά Ἱεροσόλυμα ἡ προβατική κολυμβήθρα, Βηθεσδά μέ τό Ἑβραϊκό ὄνομά της, μέ πέντε στοές. Σ̉ αὐτές ἦσαν πεσμένοι ἄρρωστοι πλῆθος - κουτσοί, τυφλοί, ξηροί, πού περίμεναν τήν ταραχή τοῦ νεροῦ. Τί σημαίνει αὐτός ὁ τρόπος τῆς θεραπείας; Τίνος μυστηρίου κάνει ὑπαινιγμό; Αὐτά δέν ἔχουν γραφῆ ἁπλᾶ καί τυχαῖα ἀλλά εἰκονίζει καί ὑποτυπώνει ὅσα ἀνάγονται στό μέλλον. Μ̉ αὐτόν τόν τρόπο, τόν ὑπερβολικά παράξενο, ὅταν συνέβαινε ὁλότελα ἀπροσδόκητα, δέ θά κατάστρεφε μέσα στίς ψυχές τῶν πολλῶν τή δύναμη τῆς πίστης. Ποιό εἶναι λοιπόν αὐτό πού εἰκονίζει; Σκόπευε νά δώση τό βάπτισμα πού ἔχει πολλή δύναμη καί μεγάλη χάρη.τό βάπτισμα πού ἀποπλύνει ὅλες τίς ἁμαρτίες καί ζωοποιεῖ τούς νεκρούς. Ὅπως λοιπόν σέ εἰκόνα, προδιαγράφονται αὐτά στήν κολυμβήθρα καί σέ πολλά ἄλλα. Καί πρῶτα ἔδωσε τό νερό πού βγάζει τά στίγματα τῶν σωμάτων καί πού δέν εἶναι μιάσματα ἀλλά φαίνονται, ὅπως τά μολύσματα ἀπό κηδεῖες, ἀπό λέπρα καί ἄλλα τέτοια. Καί πολλές ἄλλες θεραπεῖες στήν Παλαιά Διαθήκη θά μποροῦσε κανείς νά δῆ πού πραγματοποιήθησαν μέ νερό, γι̉ αὐτό τό λόγο. Ἀλλά ἄς μποῦμε στό θέμα μας. Πρῶτα λοιπόν ὅπως εἶπα πρωτύτερα, μολυσμούς σωματικούς κι ἔπειτα διάφορες ἄλλες ἀσθένειες κάνει νά θεραπεύωνται μέ νερό. Γιατί θέλοντας ὁ Θεός νά μᾶς ὁδηγήση κοντύτερα στή δωρεά τοῦ βαπτίσματος δέν θεραπεύει τούς μολυσμούς μονάχα ἀλλά καί ἀσθένειες. Γιατί οἱ πλησιέστερες πρός τήν ἀλήθεια εἰκόνες καί σχετικά μέ τό βάπτισμα καί τό πάθος καί τά ἄλλα ἦσαν καθαρώτερες ἀπό τίς παλαιότερες. Γιατί ὅπως οἱ κοντινοί τοῦ βασιλιᾶ δορυφόροι εἶναι λαμπρότεροι ἀπό τούς πιό μακρινούς, ἔτσι γίνεται καί σχετικά μέ τούς τύπους. Κι ὁ ἄγγελος καταβαίνοντας ἀνατάραζε τό νερό καί τοῦ ἔδινε θεραπευτική δύναμη, γιά νά μάθουν οἱ Ἰουδαῖοι ὅτι πολύ περισσότερο ὁ Κύριος τῶν ἀγγέλων μπορεῖ νά θεραπεύση ὅλα τά νοσήματα τῆς ψυχῆς. Ἀλλά ὅπως ἐδῶ ἡ θεραπευτική δύναμη δέν ἦταν φυσική ἰδιότητα τοῦ νεροῦ, γιατί τότε θά ἐκδηλωνόταν ἀδιάλειπτα, ἀλλά παρουσιαζόταν μέ τήν ἐνέργεια τοῦ ἀγγέλου, ἔτσι καί πάνω σ̉ ἐμᾶς δέν ἐνεργεῖ ἁπλᾶ τό νερό ἀλλά ὅταν δεχτῆ τή χάρη τοῦ Πνεύματος τότε διαλύει ὅλες τίς ἁμαρτίες. Γύρω ἀπ̉ αὐτή τήν κολυμβήθρα κοίτονταν ἕνα μεγάλο πλῆθος ἄρρωστοι τυφλοί, κουτσοί, λεπροί πού περίμεναν τήν ταραχή τοῦ νεροῦ καί τότε ἡ ἀσθένεια γινόταν ἐμπόδιο σ̉ ἐκεῖνον πού ἤθελε νά θεραπευτῆ. Μά τώρα εἶναι κύριος ὁ καθένας νά προσέλθη. Γιατί δέν ἀναταράζει κάποιος ἄγγελος ἀλλά εἶναι τῶν πάντων ὁ Κύριος αὐτός πού τά ἐκτελεῖ ὅλα καί δέν εἶναι δυνατό νά πῆ ὁ ἀσθενής«μόλις πάω νά κατεβῶ, ἄλλος κατεβαίνει πρίν ἀπό μένα». Ἀλλά, κι ἄν ἔρθη ὅλη ἡ οἰκουμένη, ἡ χάρη δέν ξοδεύεται, οὔτε ἡ ἐνέργεια δαπανᾶται ἀλλά ἴδια καί ἀπαράλλακτη μένει ὅπως πρῶτα. Κι ὅπως οἱ ἡλιακές ἀκτῖνες καθημερινά δίνουν τό φῶς τους καί δέν δαπανῶνται οὔτε λιγοστεύει ἡ λάμψη τους ἀπό τήν ἄφθονη παροχή των, ἔτσι καί πολύ περισσότερο ἡ ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος, δέν ἐλαττώνεται μ̉ ὅλο τό πλῆθος πού τήν ἀπολαμβάνει. Αὐτό συνέβαινε, μέ τό σκοπό ἐκεῖνοι πού ἔμαθαν ὅτι εἶναι δυνατό μέ τό νερό νά θεραπευτοῦν πολλά σωματικά νοσήματα καί ἀσκήθηκαν στή γνώση αὐτή πολύν καιρό, νά πιστέψουν εὔκολα ὅτι μπορεῖ νά θεραπεύση καί νοσήματα τῆς ψυχῆς. Καί γιατί τέλος πάντων ὁ Ἰησοῦς ἄφησε ὅλους τούς ἄλλους καί ἦρθε σ̉ αὐτόν, πού εἶχε τριάντα ὀχτώ χρόνια καί γιατί τόν ρώτησε ἄν θέλη νά γίνη ὑγιής. Ὄχι γιά νά μάθη, αὐτό ἦταν περιττό, ἀλλά γιά νά δείξη τήν ὑπομονή τοῦ παραλυτικοῦ καί γιά να καταλάβωμε ὅτι γι̉ αὐτό ἄφησε τούς ἄλλους καί πῆγε σ̉ αὐτόν. Κι ὁ ἀσθενής τοῦ ἀποκρίθηκε καί τοῦ εἶπε:«Κύριε δέν ἔχω κάποιον νά μέ βάλη στήν κολυμβήθρα, ὅταν ταραχθῆ τό νερό. Κι ἐνῶ πηγαίνω ἐγώ, κατεβαίνει ἄλλος πρίν ἀπό μένα». Γι̉ αὐτό ρώτησε, ἄν θέλη νά γίνη γερός. Γιά νά πληροφορηθοῦμε αὐτά τά πράγματα. Δέν τοῦ εἶπε θέλεις νά σέ κάμω καλά; - Γιατί δέν φανταζόταν ἀκόμα τίποτα σπουδαῖο γι̉ αὐτόν - ἀλλά θέλεις νά γίνης καλά; Ξαφνιάζεται ὁ καρτερικός παράλυτος. Ἔχοντας τριάντα ὀχτώ ἔτη τήν ἀσθένεια καί κάθε χρόνο ἐλπίζοντας ὅτι θά γλύτωνε ἀπ̉ αὐτή, ἔμενε μόνιμα ἐκεῖ καί δέν ἀπομακρυνόταν. Χωρίς τήν καρτερία του ἄν ὄχι τά περασμένα, δέν θά ἦσαν ἱκανά τά μέλλοντα νά τόν ἀπομακρύνουν ἀπό κεῖ; Σκέψου σέ παρακαλῶ πῶς ἦταν φυσικό καί οἱ ἄλλοι ἄρρωστοι νά εἶναι ἥσυχοι. Γιατί μήτε ἡ ὥρα δέν ἦταν φανερή πού ταραζόταν τό νερό. Καί στό κάτω-κάτω οἱ κουτσοί καί οἱ κουλλοί μποροῦσαν νά παρατηρήσουν. Οἱ τυφλοί ὅμως πού δέν ἔβλεπαν; Ἴσως τό καταλάβαιναν ἀπό τό θόρυβο. Ἄς νιώσωμε λοιπόν, ἀγαπητοί μου, ντροπή καί ἄς στενάξωμε γιά τήν πολλή ἀδιαφορία μας. Τριάντα ὀχτώ χρόνια ἔμεινε στό ἴδιο μέρος ἐκεῖνος καί, μ̉ ὅλο πού δέν πετύχαινε ὅ,τι ἤθελε, δέν ἀπομακρυνόταν. Καί δέν πετύχαινε ὄχι ἀπό ἀδιαφορία δική του ἀλλά γιατί τόν ἐμπόδιζαν καί τόν παραμέριζαν οἱ ἄλλοι. Καί ὅμως δέν ἀπογοητευόταν. Ἐμεῖς ὅμως δέκα ἡμέρες, ἄν μείνωμε κάπου καί παρακαλέσωμε γιά κάτι χωρίς νά πετύχουμε στό τέλος βαρυόμαστε νά δείξωμε τόν ἴδιο ζῆλο. Καί στούς ἀνθρώπους κάποτε μένουμε κοντά τόσο διάστημα ὑποφέροντες τίς ταλαιπωρίες τῆς ἐκστρατείας καί ἐκτελώντας ἐργασίες δουλοπρεπεῖς, χωρίς νά ἐκπληρώνεται πολλές φορές ἡ ἐλπίδα μας. Στόν Κύριο ὅμως τό δικό μας, ὅπου θά πάρωμε ὁπωσδήποτε μεγαλύτερη ἀπό τούς κόπους μας ἀμοιβή - ἡ ἐλπίδα, γράφει, δέν ἀπογοητεύει - δέν θέλομε νά μείνωμε κοντά του μέ τό ζῆλο πού πρέπει. Πόση τιμωρία ἁρμόζει σ̉ αὐτή τή στάση; Ἀκόμη κι ἄν δέν ἦταν δυνατό νά πάρουμε τίποτα, αὐτή τήν ἀδιάκοπη συνομιλία μαζί του δέν ἔπρεπε νά τήν θεωροῦμε ἄξια ἄπειρων ἀγαθῶν; Ἀλλά εἶναι κουραστική ἡ ἀδιάκοπη προσευχή; Ἀλλά καί ποιά ἀρετή δέν εἶναι κοπιαστική; Κι αὐτή εἶναι ἡ μεγάλη ἀπορία: ὅτι μαζί μέ τήν κακία κληρώθηκε ἡ εὐχαρίστηση, ἐνῶ μέ τήν ἀρετή ὁ πόνος. Πολλοί ἀναζητοῦν τήν αἰτία. Μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός ἀπ̉ τήν ἀρχή ζωή ἐλεύθερη ἀπό φροντίδες καί κόπους. Ἡ ἀργία ὡδήγησε στή διαστροφή καί χάσαμε τόν παράδεισο. Γι̉ αὐτό ἔκαμε ἐπίπονη τή ζωή μας, σάν νά δικαιολογοῦνταν στό γένος τῶν ἀνθρώπων λέγοντας.σᾶς ἔβαλα μέσα στήν τρυφή, ἀλλά ἡ ἀπιστία σᾶς ἔκαμε χειρότερους. Γι̉ αὐτό διέταξα νά δοκιμάζετε τόν πόνο καί τόν ἱδρῶτα. Ἐπειδή ὅμως οὔτε αὐτός ὁ πόνος δέν συγκράτησε τόν ἄνθρωπο, μᾶς ἔδωσε νόμο μέ πολλές ἐντολές βάζοντάς μας, ὅπως στό δύσκολο ἄλογο, δεσμά καί χαλινάρια. Τό ἴδιο κάνουν καί οἱ ἀλογοδαμαστές. Γι̉ αὐτό εἶναι ἐπίπονη ἡ ζωή μας. Ἡ ζωή ἡ χωρίς κόπο συνήθως διαφθείρει. Ἡ φύση μας δέν δέχεται τήν ἀργία, εὔκολα κλίνει στήν κακία. Ἄς ὑποθέσωμε ὅτι δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό κόπους ὁ φρόνιμος καί ἐνάρετος γενικά, ἀλλά ἐπιτυγχάνουν τό κάθε τι ἀκόμα καί κοιμισμένοι. Τήν ἄνεση πού θά προέκυπτε ποῦ θά τή χρησιμοποιούσαμε; Ὄχι στήν ἀνοησία καί τήν ὑπερηφάνεια;Ἀλλά γιατί ἔχει συζευχθῆ μέ τήν κακία πολλή εὐχαρίστηση καί μέ τήν ἀρετή πολύς κόπος καί ἱδρῶτας; Καί τί χάρη θά εἶχε καί τί μισθό θά ἔπαιρνε, ἄν τό πρᾶγμα δέν ἦταν κοπιαστικό; Ἔχω νά σᾶς δείξω πολλούς πού ἀποστρέφονται ἐκ φύσεως τό γάμο καί τόν ἀποφεύγουν μέ σιχαμάρα. Αὐτούς θά τούς ποῦμε φρόνιμους καί θά τούς στεφανώσωμε καί θά τούς ἀνακηρύξωμε πανηγυρικά; καθόλου. Γιατί ἡ σωφροσύνη εἶναι ἐγκράτεια καί ὑπερίσχυση πάνω στίς ἡδονές ὕστερα ἀπό μάχη. Καί τά πολεμικά τρόπαια εἶναι λαμπρότερα, ὅταν οἱ ἀγῶνες εἶναι σκληροί, ὄχι ὅταν οἱ ἀντίπαλοι δέν ἀντιστέκονται. Εἶναι πολλοί νωθροί ἀπό τή φύση. Αὐτούς δέ θά τούς ποῦμε ἐνάρετους. Γιαυτό ὁ Χριστός ἀναφέροντας τρεῖς τρόπους εὐνουχισμοῦ τούς δύο τούς ἀφήνει ἀβράβευτους καί τόν ἕναν μόνο βραβεύει μέ τή βασιλεία. Σᾶς λέω καί γιατί χρειάζεται ἡ κακία. Ποιός ἄλλος εἶναι ὁ δημιουργός τῆς κακίας ἀπό τή θεληματική ἀδιαφορία; Κι οἱ ἀγαθοί ἔπρεπε νά εἶναι μόνοι. Ποιό εἶναι τό γνώρισμα τοῦ ἀγαθοῦ, ἡ νηφαλιότητα καί ἡ ἀγρυπνία ἤ ὁ ὕπνος καί τό ροχαλητό; Καί γιατί φαινόταν γιά ἀγαθό τό νά ἐπιτυγχάνης χωρίς κόπο; Φέρνεις ἐνστάσεις πού θά ἔφεραν ζωντανά καί λαίμαργοι καί ἄνθρωποι πού νομίζουν Θεό τήν κοιλιά τους. Ἀποκρίσου μου ὅτι αὐτοί εἶναι λόγοι ἀδιαφορίας. Ἄν ὑπάρχη βασιλέας καί στρατηγός, κι ἐνῶ ὁ βασιλιάς κοιμᾶται καί μεθᾶ, ὁ στρατηγός μέ ταλαιπωρίες τήν ἕκτη ὥρα στήνει τά τρόπαια, σέ ποιόν θά ἀπέδιδες τήν νίκη; Καί ποιός χάρηκε τή χαρά τῆς νίκης; Βλέπεις ὅτι ἡ ψυχή κλίνει σ̉ ἐκεῖνον μέ τόν ὁποῖον κοπίασε; Γι̉ αὐτό καί τήν ἀπόκτηση τῆς ἀρετῆς τή συνώδεψε μέ κόπους, ἐπειδή ἤθελε νά ἐξοικειώση τήν ψυχή μ̉ αὐτή. Γι̉ αὐτό τήν ἀρετή κι ἄν ἀκόμα δέν τήν πραγματοποιήσωμε τή θαυμάζομε, ἐνῶ τήν κακία μ̉ ὅλη τή γλυκύτητα τήν καταδικάζομε. Κι ἄν ἐρωτήσης, γιατί δέ θαυμάζομε πιό πολύ τούς ἐκ φύσεως ἀγαθούς ἀπό ἐκείνους πού εἶναι ἀγαθοί μέ τήν θέλησή τους; Ἐπειδή εἶναι δίκαιο νά προτιμᾶται αὐτός πού κοπιάζει. Καί γιά πιό λόγο τώρα κοπιάζομε; Ἐπειδή τήν ἔλλειψη τοῦ κόπου δέν τήν ἐκρατήσαμε ὅπως ἔπρεπε. Κι ἄν τό καλοεξετάση κανένας, ἡ ἀργία πάντα μᾶς ἔβλαψε καί δημιούγησε πολύν κόπον. Κι ἄν θέλης, ἄς κλείσουμε κάποιον σ̉ ἕνα σπίτι κι ἄς ἱκανοποιοῦμε μόνο τή λαιμαργία του, χωρίς νά τόν ἀφήνουμε οὔτε νά βαδίζη οὔτε στήν ἐργασία νά τόν βγάζουμε. Ἀλλά ἄς χαίρεται τό φαγητό καί τόν ὕπνον καί ἄς γλεντᾶ ἀδιάκοπα. Ὑπάρχει ἀθλιώτερη ζωή ἀπ̉ αὐτήν; Εἶναι ἄλλο ὅμως νά ἐργάζεσαι καί ἄλλο νά κοπιάζης. Ἦταν στό χέρι μας τότε νά ἐργαζώμαστε χωρίς κόπους. Μά εἶναι δυνατό; Βέβαια εἶναι, κι αὐτό θέλησε ὁ Θεός, ἀλλά δέν τό ἐβαστάξαμε ἐμεῖς. Γι̉ αὐτό μᾶς ἔβαλε νά καλλιεργοῦμε τόν Παράδεισο, ὁρίζοντάς μας τήν ἐργασία χωρίς νά ἀναμείξη τόν κόπο. Γιατί βέβαια ἄν ὁ ἄνθρωπος κοπίαζε ἀπό τήν ἀρχή δέν θά πρόσθετε ἔπειτα τόν κόπο σάν τιμωρία. Γιατί εἶναι δυνατόν νά ἐργάζεται κανείς καί νά μήν κοπιάζει, ὅπως οἱ ἄγγελοι. Γιά νά πεισθῆτε ὅτι ἐργάζονται, ἀκοῦστε τί λέγει: Μποροῦν μέ τή δύναμή τους νά ἐκτελέσουν τό λόγο του. Τώρα ἡ ἔλλειψη τῆς δυνάμεως προξενεῖ πολλή κούραση.τότε ὅμως αὐτό δέ γινόταν. Αὐτός πού μπῆκε στήν περίοδο τῆς ἀναπαύσεώς του, ἀναπαύθηκε λέει, ἀπό τά ἔργα του, ὅπως ἀπό τά δικά του ὁ Θεός. Ἐδῶ δέν ἐννοεῖ ἀργία ἀλλά ἔλλειψη κόπου. Γιατί ὁ Θεός καί τώρα ἀκόμη ἐργάζεται καθώς λέγει ὁ Χριστός.Ὁ πατέρας μου ὡς τώρα ἐργάζεται κι ἐργάζομαι κι ἐγώ. Γι̉ αὐτό συμβουλεύω ἀφοῦ ἐγκαταλείψεται κάθε ἀδιαφορία νά ζηλέψετε τήν ἀρετή. Γιατί ἡ εὐχαρίστηση τῆς κακίας εἶναι σύντομη ἐνῶ ἡ λύπη παντοτινή.τῆς ἀρετῆς ἀντίθετα, ἀγέραστη εἶναι ἡ χαρά καί πρόσκαιρος ὁ κόπος. Ἡ ἀρετή ξεκουράζει τόν ἐργάτη της καί πρίν ἀπό τή βράβευσή του, συντηρῶντας τον μέ τίς ἐλπίδες, ἐνῶ ἡ κακία τιμωρεῖ τόν δικό της ἐργάτη, πιέζοντας τή συνείδηση καί τρομοκρατῶντας την καί προδιαθέτοντας σέ ὑποψία ἐναντίον ὅλων. Κι αὐτά βέβαια ἀπό πόσους κόπους καί ἱδρῶτες εἶναι χειρότερα. Κι ἄν στή θέση τους ὑπῆρχε μόνο εὐχαρίστηση, τί χειρότερο ὑπάρχει ἀπό τήν εὐχαρίστηση αὐτή; Τήν ἴδια ὥρα φανερώνεται καί μαραμένη χάνεται καί φεύγει πρίν τήν πιάση κανένας, κι ἄν πῆς τήν ἀπόλαυση τῶν σωμάτων ἤ τοῦ γλεντιοῦ ἤ τῶν χρημάτων.δέν παύουν νά γερνοῦν καθημερινά. Κι ὅταν ἡ ἡδονή συνεπάγεται κόλαση καί τιμωρία, ποιός θά ἦταν πιό ἀξιολύπητος ἀπό αὐτούς πού τήνἐπιδιώκουν; Ἄς τά ξέρωμε αὐτά κι ἄς ὑποφέρωμε τά πάντα γιά χάρη τῆς ἀρετῆς. Γιατί ἔτσι θά χαροῦμε καί τήν ἀληθινή ἀπόλαυση μέ τή χάρη καί τή φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μαζί μ̉ ἐκεῖνον καί στόν Πατέρα καί στό ἅγιο Πνεῦμα ἄς εἶναι ἡ δόξα στούς αἰῶνες. Ἀμήν.

Σάββατο 10 Απριλίου 2010

Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος Εἰς τὴν Καινὴν Κυριακὴν καὶ εἰς τὸν Ἀπόστολον Θωμᾶν



Ἔρχομαι νὰ καταβάλλω χωρὶς ἄλλο τὴν ὀφειλή μου. Γιατὶ κι ἂν εἶμαι φτωχὸς ὅμως θέλω νὰ ἀποσπάσω βίαια τὴν εὐγνωμοσύνη σας. Ἔδωσα τὴν ὑπόσχεση νὰ σᾶς φανερώσω τὴν ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ καὶ τώρα ἔρχομαι νὰ τὴν ἐκπληρώσω. Τὶς πρῶτες ὀφειλὲς πρῶτα βιάζομαι νὰ ἐξοφλῶ, γιὰ νὰ μὴ μὲ πνίξουν οἱ τόκοι ποὺ μαζεύονται. Συνεργαστῆτε καὶ σεῖς στὴν καταβολὴ τοῦ χρέους μου καὶ ἱκετέψετε τὸ Θωμά, νὰ βάλῃ στὰ χείλη μου τὸ ἅγιο χέρι του, ποὺ ἄγγιξε τὴν πλευρὰ τοῦ Κυρίου, νὰ νευρώσῃ τὴ γλῶσσα μου, γιὰ νὰ σὰς ἐξηγήσῃ ὅσα ποθῆτε. Κι ἐγὼ παίρνοντας θάρρος ἀπὸ τὶς πρεσβεῖες τοῦ ἀποστόλου καὶ μάρτυρα Θωμᾶ διαλαλῶ τὴν πρώτη του ἀπιστία καὶ τὴν ὕστερη ὁμολογία, ποὺ εἶναι τῆς Ἐκκλησίας κρηπίδα καὶ θεμέλιο. Ὅταν μπῆκε ὁ Χριστὸς στοὺς μαθητάς του, ἐνῷ οἱ πόρτες ἦσαν κλεισμένες καὶ βγῆκε πάλι μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ὁ Θωμᾶς ἔλειπε μονάχα. Ἦταν κι αὐτὸ ἔργο τῆς θείας οἰκονομίας. Ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ μαθητοῦ νὰ προξενήσῃ περισσότερη ἀσφάλεια καὶ βεβαιότητα. Γιατὶ ἂν ἦταν μαζὶ ὁ Θωμᾶς, δὲ θὰ εἶχε βέβαια ἀμφιβολία· κι ἂν δὲν εἶχε ἀμφιβολία, δὲν θὰ ζητοῦσε μ᾿ ἐπιμονή· καὶ ἂν δὲν ζητοῦσε, δὲ θὰ ψηλαφοῦσε· ἂν ὅμως δὲν ψηλαφοῦσε, δὲ θὰ ὠμολογοῦσε τὸν Κύριο καὶ Θεὸ κι ἂν δὲν ὠμολογοῦσε Κύριο καὶ Θεό, τὸ Χριστό, δὲ θὰ εἴχαμε ἐμεῖς διδαχθῆ νὰ τὸν δοξολογοῦμε μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο. Ὥστε μὲ τὴν ἀπιστία του ὁ Θωμᾶς μᾶς ποδηγέτησε πρὸς τὴν ἀλήθεια καὶ ὅταν ᾖρθε ὕστερα σταθεροποίησε τὴν πίστη μας.

Έλεγαν λοιπὸν οἱ μαθηταὶ στὸ Θωμᾶ ὅταν ᾖρθε. Ἔχομε δεῖ τὸν Κύριο, ἔχομε δεῖ αὐτὸν ποὺ εἶπε· ἐγὼ εἶμαι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ἔχομε δεῖ αὐτὸν ποὺ εἶπε ἐγὼ εἶμαι ἡ ἀνάσταση καὶ ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἀλήθεια· καὶ βρήκαμε τὴν ἀλήθεια τῶν λόγων νὰ λάμπῃ μέσα στὰ πράγματα. Ἔχομε δεῖ αὐτὸν ποὺ εἶπε· σὲ τρεῖς ἡμέρες σηκώνομαι, κι ἀφοῦ εἴδαμε μὲ τὰ μάτια μας τὴν ἀνάσταση προσκυνήσαμε αὐτὸν ποὺ ἀναστήθηκε. Τὸν ἀκούσαμε νὰ μᾶς λέῃ «εἰρήνη σ᾿ ἐσᾶς», κι ἀλλάξαμε τὸ σκοτισμὸ τῆς λύπης σὲ γαλήνια χαρά. Εἴδαμε τὰ χέρια του ποὺ δέχτηκαν τὶς αἰχμὲς τῶν καρφιῶν, εἴδαμε τὰ χέρια ποὺ κατηγοροῦν τὴ λύσσα τῶν θεομάχων σκυλιῶν, εἴδαμε τὰ χέρια ποὺ ὕφαναν τὴν ἀφθαρσία μας. Εἴδαμε καὶ τὴν πλευρὰ ποὺ κραυγάζει καθαρώτερα ἀπὸ κάθε κήρυκα τὴν καλωσύνη τοῦ πληγωμένου. Εἴδαμε τὴν ἴδια τὴν πλευρά, ποὺ οἱ ἄγγελοι ὑμνοῦν καὶ οἱ πιστοὶ σέβονται καὶ οἱ δαίμονες τρέμουν. Δεχτήκαμε καὶ τὴ θεϊκὴ πνοὴ ἀπὸ τὸ θεϊκὸ στόμα του, φύσημα πνευματικό, φύσημα ποὺ σκορπίζει κάθε χάρη. Ὁ ἐξουσιαστὴς ἔδωσε καὶ σ᾿ ἐμᾶς ἐξουσία νὰ συγχωροῦμε τὰ σφάλματα. Ἀποκτήσαμε τὸ δικαίωμα νὰ κρίνωμε τοὺς ἁμαρτωλούς, ἀφοῦ μᾶς ἔδωσε τέτοια ἐντολή. Ἂν ἀφήσετε τὶς ἁμαρτίες μερικῶν, ἀφήνονται· ἂν μερικῶν τὶς κρατήσετε, κρατοῦνται. Τέτοια βαθειὰ χαρὰ πήραμε ἀπ᾿ τὸ Σωτῆρα, τέτοια δῶρα ἀπολαύσαμε. Ἀδύνατο νὰ μὴν πλουτίσωμε, ἀφοῦ μας ἔτυχε τέτοιος Κύριος. Ἔμεινε φτωχὸς μόνο αὐτὸς ποὺ δὲ βρέθηκε μαζί μας. Κι ὁ Θωμᾶς τί τοὺς εἶπε. Ἔχετε δεῖ τὸν Κύριο; Καλά. Αὐτὸν ποὺ εἴδατε λοιπὸν νὰ τὸν σέβεστε πιὸ πολύ. Αὐτὸν ποὺ παρατηρήσατε, νὰ τὸν κηρύττετε ἀδιάκοπα. Ἐγὼ ὅμως, ἂν δὲ δῶ μέσα στὶς παλάμες του τὰ ἴχνη τῶν καρφιῶν καὶ δὲ βάλω τὸ δάχτυλό μου στὸ σημάδι ἀπ᾿ τὰ καρφιὰ καὶ δὲ βάλω τὸ χέρι μου στὴν πλευρά του, δὲ θὰ πιστέψω. Κι ἐσεῖς δὲ θὰ πιστεύατε, ἂν δὲν βλέπατε πρῶτα· ἔτσι κι ἐγὼ ἂν δὲν ἰδῶ δὲ θὰ πιστέψω». Μεῖνε, Θωμᾶ, σταθερὸς στὸν πόθο σου αὐτόν, μεῖνε σταθερός με ἐπιμονή, γιὰ νὰ δῇς ἐσὺ καὶ νὰ βεβαιωθῇ ἡ ψυχή μου. Μεῖνε σταθερός, ζητώντας αὐτὸν ποὺ εἶπε, «Ζητᾶτε καὶ θὰ βρῆτε». Μὴν προσπεράσης ἁπλῶς, ἐρευνώντας, ἂν δὲν εὕρῃς τὸ θησαυρὸ ποὺ ζητᾷς, χτύπα μ᾿ ἐπιμονὴ τὴν πόρτα τῆς ἀναντίρρητης γνώσης, ὥσπου νὰ σοῦ τὴν ἀνοίξῃ αὐτὸς ποὺ εἶπε «χτυπᾶτε καὶ θὰ σᾶς ἀνοίξω». Ἀγαπῶ τὸ διχασμὸ τῶν λογισμῶν σου, γιατί κόβει κάθε διχασμό. Ἀγαπῶ τὴ φιλομάθειά σου, γιατί κόβει σύρριζα κάθε φιλονεικία. Μὲ χαρὰ ἀκούω πολλὲς φορὲς τὰ λόγια σου· ἂν δὲ δῶ στὰ χέρια του τὸ σημάδι ἀπ᾿ τὰ καρφιά, δὲ θὰ πιστέψω. Γιατί σὺ ἀπιστεῖς κι ἐγὼ μαθαίνω νὰ πιστεύω. Ἐσὺ σκάβεις μὲ τὸ δικέλλι τῆς γλώσσας τὸ θεῖο σῶμα, κι ἐγὼ θερίζω ἄκοπα τὸν καρπὸ καὶ τὸν μαζεύω γιὰ μένα. Ἂν δὲν ἰδῶ μ᾿ αὐτά μου τὰ μάτια μέσα στ᾿ ἅγια του χέρια, τ᾿ αὐλάκια ποὺ σὰν μὲ ἀλέτρι χάραξαν οἱ ἀσεβεῖς, μὲ κανένα τρόπο δὲ θὰ συμφωνήσω μὲ τὰ λόγιά σας. Ἂν δὲ βάλω αὐτό μου τὸ δάχτυλο στὶς λακκοῦβες τῶν καρφιῶν, δὲ θὰ δεχτῶ τὸ καλὸ μήνυμά σας. Ἂν δὲν κρατήσω μ᾿ αὐτό μου τὸ χέρι τὴν πλευρὰ ἐκείνη, ποὺ ἀνύποπτη μαρτυρεῖ τὴν ἀνάσταση, δὲν μπορῶ νὰ πιστέψω τὴ γνώμη σας. Γιατί κάθε λόγος εἶναι ἰσχυρὸς καὶ βέβαιος, ἂν δεχτῇ τὴ συνηγορία ὅλων τῶν πραγμάτων· καὶ κάθε λόγος ποὺ δὲν ἔχει τὴ μαρτυρία τῶν ἔργων εἶναι χωρὶς σημασία καὶ ἀπὸ τὸ στόμα στὸν ἀέρα χάνεται. Θὰ κηρύξω στοὺς ἀνθρώπους τὰ θαύματα τοῦ Δασκάλου. Πῶς λοιπὸν μὲ τὰ λόγια νὰ πῶ αὐτὰ ποὺ δὲν ἀντιλήφθηκα μὲ τὰ μάτια μου; Πῶς θὰ κάνω τοὺς ἄπιστους νὰ πιστέψουν, αὐτὰ ποὺ μήτε ἐγὼ δὲν τἄχω παρακολουθήσει; Νὰ πῶ στοὺς Ἰουδαίους καὶ στοὺς Ἕλληνες ὅτι ἔχω δεῖ τὸν Κύριό μου νὰ τὸν σταυρώνουν. Δὲν τὸν εἶδα ὅμως νὰ ἔχει ἀναστηθῇ ἀλλὰ μόνο ἄκουσα. Καὶ ποιὸς δὲν θὰ περιπαίξῃ τὰ λόγια μου; Ποιὸς δὲ θὰ δείξη περιφρόνηση στὸ κήρυγμά μου; Ἄλλο πρᾶγμα εἶναι ν᾿ ἀκούσῃς κάτι καὶ ἄλλο νὰ τὸ δῇς, ἄλλο πρᾶγμα εἶναι ἡ ἀφήγηση λόγων κι ἄλλο ἡ θέα καὶ ἡ ἐμπειρία τῶν πραγμάτων. Ἔτσι ἐπειδὴ ὁ Θωμᾶς εἶχε ἀμφίβολη γνώση, σὲ ὀχτὼ μέρες ὁ Δεσπότης ξαναῆρθε πάλι στοὺς μαθητάς του ποὺ ἦταν συγκεντρωμένοι ὅλοι μαζί. Ἄφησε πρῶτα νὰ κατηχηθῆ ὁ Θωμᾶς ἀπὸ τοὺς συμμαθητάς του στὶς ἐνδιάμεσες μέρες. Παραχώρησε νὰ φλογιστῇ ἀπὸ τὴ δίψα νὰ τὸν ἀντικρύσῃ. Κι ὅταν ἡ ψυχή του ἄναψε ἀπὸ τὸν σφοδρὸ πόθο τῆς θέας του, τότε στὴν ὥρα πάνω ὁ ποθητὸς βρῆκε αὐτόν, ποὺ τὸν ποθοῦσε. Ὅμοια, ὅπως καὶ πρῶτα, μὲ κλεισμένες τὶς πόρτες τὸ ἔκανε αὐτὸ καὶ ξανά, ὅπως καὶ πρῶτα, τοὺς εἶπε· «εἰρήνη σ᾿ ἐσᾶς», γιὰ νὰ ταυτιστῇ τὸ πρᾶγμα μὲ τὸ θαῦμα καὶ γιὰ νὰ βεβαιώσῃ τὸ λόγο τῶν ἀποστόλων καὶ γιὰ νὰ παραστήσῃ τὴν ἀκρίβεια τοῦ δεύτερου ἐρχομοῦ του. Ἔπειτα εἶπε στὸ Θωμᾶ. Βάλε τὸ δάχτυλό σου ἐδῶ καὶ ἰδὲς τὰ χέρια μου. Τί ὕψος ἀπέραντης φιλανθρωπίας! Τί πέλαγος ἀμέτρητης συγκαταβάσεως! Δὲν περίμενε τὴν προσέλευση τοῦ μαθητοῦ, δὲν περίμενε νὰ πλησιάσῃ αὐτὸς ποὺ εἶχε ἀνάγκη, νὰ παρακαλέσῃ καὶ νὰ ἐπιτύχῃ ὅτι ἤθελε. Μήτε γιὰ λίγο δὲν τὸν στέρησε ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ ἀγαπημένος αὐτὸν ποὺ τὸν ἀγαποῦσε μὲ τὴ βία τραβοῦσε κοντά του, ὁ ἴδιος ἔσυρε στὴν πληγὴ τὸ δάχτυλο ἐκείνου ποὺ εἶχε τὸν πόθο, ὁ ἴδιος με τὴ δεσποτικὴ γλῶσσα του, τράβηξε τὸ δουλικὸ χέρι λέγοντας σ᾿ αὐτόν. Βάλε τὸ δάχτυλό σου ἐδῶ καὶ ἰδὲς τὰ χέρια μου.

Ἄκουσα, Θωμᾶ, ἀπὼν σὰν ἄνθρωπος ἀλλὰ παρὼν σὰν Θεός, ὅ,τι εἶπες στοὺς ἀδελφούς σου. Ἤμουν κοντά σας μὲ τὴ θεϊκότητά μου καὶ χώρια σας μὲ τὴν ἀνθρωπίνη φύση μου. Θέλεις νὰ σοῦ ὑπενθυμίσω τὰ λόγια ποὺ εἶπες προηγουμένως; Δὲν εἶπες, ἂν δὲ δῶ μέσα στὰ χέρια τοῦ τὰ σημάδια τῶν καρφιῶν καὶ δὲ βάλω τὸ δάχτυλό μου στὰ σημάδια τῶν καρφιῶν καὶ δὲ βάλω τὸ χέρι μου στὴν πλευρά του, δὲ θὰ πιστέψω; Δὲ βγῆκαν ἀπὸ τὰ χείλη σου τὰ λόγια αὐτά; Τὰ λόγια αὐτὰ δὲ ἀνταποκρίνονται στοὺς λογισμούς σου; Γι᾿ αὐτὸ ξαναῆλθα· γιὰ νὰ μὴν ἀμφιβάλλῃς. Γι᾿ αὐτὸ εἶμαι κοντὰ σας δεύτερη φορά, γι᾿ αὐτὰ ποὺ ἐπιθυμεῖς ἔχω φτάσει καὶ τώρα ᾖρθα γιὰ σένα, τὸν ἕνα, ἐγὼ ποὺ γιὰ τὸ χαμένο πρόβατο κατέβηκα ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς χωρὶς ἐν τούτοις νὰ τοὺς ἀφήσω. Μὴ διστάσῃς λοιπὸν νὰ μάθῃς ὅ,τι ποθεῖς, μὴν ντρέπεσαι νὰ κοιτάξῃς καλὰ ὅ,τι θέλεις. Μὴν ἀποφύγῃς νὰ βάλῃς τὸ δάχτυλό σου στὰ ἴδια τὰ χέρια μου. Ἀνέχομαι καὶ τὰ περίεργα δάχτυλα, ὅπως ἀνέχτηκα τὰ καρφιά. Ὑπομένω τὴν περιέργεια τοῦ φίλου, ὅπως ὑπόμεινα τὴν κακία τῶν ἐχθρῶν. Μὲ σταύρωσαν οἱ ἐχθροί μου καὶ δὲν ἀγανάκτησα καὶ δὲ θὰ ὑποφέρω τὴν δική σου ἐξέταση; Βάλε τὸ δάχτυλό σου ἐδῶ καὶ ἰδὲς τὰ χέρια μου, ποὺ τραυματίστηκαν γιὰ σᾶς, γιὰ νὰ θεραπεύουν τὰ χτυπήματα τῶν δικῶν σὰς ψυχῶν. Ἰδὲς τὰ χέρια μου καὶ συλλογίσου ἂν εἶμαι ἐκεῖνος ποὺ θεληματικὰ σταυρώθηκε ἡ κάποιος ἄλλος. Ἰδὲς τὰ χέρια μου, ποὺ ἄφησα νὰ διατηροῦν τὰ σύμβολα τῆς Ἑβραϊκῆς μανίας κι ὅταν μὲ τὴ συνηθισμένη ἀναίδειά τούς μοῦ ποῦν οἱ Ἑβραῖοι κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως ὅτι ἐμεῖς Κύριε, δὲ σὲ σταυρώσαμε, τότε θὰ δείξω σ᾿ αὐτοὺς ποὺ μὲ πολέμησαν, τὰ χέρια μου μ᾿ αὐτὴ τὴ μορφὴ καὶ θὰ ντροπιάσω τοὺς Ἑβραίους μόλις τ᾿ ἀντικρύσουν. Ἰδὲς τὰ χέρια μου, καὶ τὸ ἀληθινὸ γεγονὸς τῆς ἀναστάσεώς μου μὴ νομίσῃς πῶς εἶναι μία φαντασία. Κράτησε αὐτὰ τὰ χέρια, σὰν ὁμήρους γιὰ τὸν ξαναγεννημό σας. Κράτησε αὐτὰ τὰ χέρια, σὰν ἐνέχυρα γιὰ τὴν ἀνάστασή σας μέσα ἀπὸ τὸν τάφο. Κράτησε αὐτὰ τὰ χέρια, σὰν ἄγκυρα ποὺ ἔπεσε στὸ βυθὸ τοῦ Ἅδη. Καμμιὰ χειμωνιὰ τῆς ζωῆς μὴ φοβηθῇς, καμμιὰ ζάλη τοῦ κόσμου ἂς μὴ σὲ ζαλίσῃ. Μὴ φοβηθῇς τὸ φύσημα τῶν ἀντιθέτων ἀνέμων, ἂς μὴ σὲ ἀνησυχήσουν οἱ καταιγίδες κι οἱ σκόπελοι τῆς θάλασσας τῶν ἐχθρῶν. Πέρνα μὲ θάρρος τὸ πέλαγος τῆς ζωῆς, ταξίδευε κρατώντας τὴν ἄγκυρα τοῦ πνεύματος, ταξίδευε ἔχοντας μπροστά σου σὰν λιμάνι τὸν οὐρανό. Ταξίδευε καὶ νὰ φοβᾶσαι μόνο τῆς ἀρνήσεώς μου τὸ ναυάγιο. Περιγέλα τὸ θάνατο σὰ νεκρό, περίπαιζε τὴ φθορὰ σὰν ἀνίσχυρη. Ἀποδέχου γιὰ χάρη μου τὸ τέλος τῆς ζωῆς σὰν ἀρχὴ μιᾶς πιὸ ἐσωτερικῆς ζωῆς καὶ φέρε τὸ χέρι σου καὶ βάλτο στὴν πλευρά μου. Ἄντλησε μὲ τὸ χέρι σου ἀπὸ τὴ βρύση αὐτὴ τῆς ζωῆς τὸ νᾶμα ποὺ ποθεῖς, τὴ δίψα σου ἀνακούφισε. Φέρε τὸ χέρι σου καὶ βάλτο στὴν πλευρά μου. Βάλε τὸ χέρι στὸ ἰατρεῖο τῆς πλάσης καὶ βγάλε τὸ φάρμακο τῆς ἐπιθυμίας σου. Δέχομαι ἄγγιγμα χεριοῦ ποὺ μ᾿ ἀγαπᾷ ἐγὼ ποὺ δέχτηκα τὴν πληγὴ τῆς λόγχης. Φέρε τὸ χέρι σου καὶ βάλτο στὴν πλευρά μου, γιὰ νὰ μπορεῖς ν᾿ ἀγωνίζεσαι γι᾿ αὐτήν, γιὰ νὰ μπορεῖς ν᾿ ἀποκριθῇς σ᾿ αὐτοὺς ποὺ πολεμοῦν τὴν ἀλήθεια, ὅτι μὲ εἶδες μετὰ τὴν Ἀνάσταση καὶ μ᾿ ἀναγνώρισες καὶ μὲ ψηλάφησες προσεκτικά. Φέρε τὸ χέρι σου καὶ βάλτο στὴν πλευρά μου. Γιὰ σένα τὴν ἄφησα ἔτσι ἐγὼ ποὺ θεράπευσα τὰ σώματα καὶ τὶς ψυχὲς τῶν ἄλλων. Πρόβλεψα σὰν Θεὸς ὅτι θὰ θελήσῃς νὰ τὴ δῇς ἔτσι καὶ βλέποντας τ᾿ ἀχνάρια τοῦ πάθους στὴν σάρκα μου θέλησα νὰ θεραπεύσῃς τὸ πάθος τῆς ψυχῆς σου. Φέρε τὸ χέρι σου, καὶ βάλτο στὴν πλευρά μου ποὺ τὴ φύλαξα ἔτσι μὲ κάποιο σκοπό. Ὅταν γυρίσω πάλι ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ καθίσω σὲ θρόνο κριτὴς ζωντανῶν καὶ νεκρῶν νὰ ἰδοῦν οἱ Ἑβραῖοι κατάματα τὰ ἔργα τῆς κακίας τους καὶ μόνοι τους ν᾿ αὐτοδικαστοῦν - καὶ μὴ φανῇς ἄπιστος ἀλλὰ πιστός. Κακὸ ἡ ἀπιστία, κάνει τὸν νοῦ νὰ βουλιάξῃ. Ἢ πίστη τὸν ἀναρπάζει στὸν οὐρανό. Ἡ ἀπιστία τυφλώνει τὴν ψυχή. Ἡ πίστη σκορπᾷ τὸ φῶς της στοὺς λογισμούς. ἡ πίστη καὶ τὰ ἀόρατα κατακάθαρα βλέπει, ὁ ἄπιστος εἶναι σ᾿ ἄγνοια ὁλοκληρωτική. Μὴ γίνῃς ἄπιστος ἀλλὰ πιστός. Παραμέρισε τὸ νέφος τῆς ἀπιστίας καὶ κοίταξε τὶς καθαρὲς ἀκτῖνες τῆς πίστης. Γίνου μέσα σὲ ὅλους ἄξιος ἀπόστολος τῆς θεότητάς μου. Γίνου τέτοιος ὅπως πρέπει νὰ εἶναι αὐτὸς ποὺ μὲ συνάντησε καὶ εἶδε τέτοια ὅπως ἐσύ. Ὅμοια μὲ τοὺς ἄλλους ἀποστόλους σὲ κάλεσα, ὅμοια μ᾿ αὐτοὺς σὲ τίμησα, ὅμοια μ᾿ αὐτοὺς ὁπλίσου. Ὅμοια μ᾿ αὐτοὺς εἶδες ὅ,τι εἶδαν, ὅμοια μ᾿ αὐτοὺς σὲ ἐμπιστεύθηκα σὰ φίλο, ὅλο μου τὸ μυστήριο, ὅμοια μ᾿ αὐτοὺς κήρυξε τὴ δύναμή μου. Μὴν πῶς πάλι, ἀφοῦ μὲ εἶδες μία φορά. Ἂν δὲ δῶ πάλι στὰ χέρια του τὰ σημάδια τῶν καρφιῶν δὲ θὰ πιστέψω. Ὅσο εἶμαι μαζί σας ἄφησε ἐλεύθερη, ὅπως θέλεις, τὴν περιέργειά σου. Ὅσο ἔχεις δίπλα σου τὸ οὐράνιο κλῆμα ὅλα τὰ κλαδιὰ καὶ τὰ σταφύλια τοῦ ἐρεύνησε. Θ᾿ ἀνεβῶ στοὺς οὐρανούς, ἀπ᾿ ὅπου ᾖρθα στὴ γῆ, θ᾿ ἀνεβῶ, ὅπου εἶμαι. Θ᾿ ἀνεβῶ μὲ τὴν ἀνθρωπίνη φύση μου ἐκεῖ ἀπ᾿ ὅπου γιὰ χάρη σὰς κατέβηκα μὲ τὴ θεία μου φύση. Θ᾿ ἀνεβῶ μ᾿ αὐτό μου τὸ σῶμα, ἂν καὶ χωρὶς αὐτὸ ᾖρθα ἀπὸ κεῖ κι ἔμεινα ἐκεῖ πέρα. Θ᾿ ἀνεβῶ στοὺς κόλπους τοὺς πατρικοὺς μὲ τὴ δική σας φύση, ἂν καὶ εἶμαι στοὺς κόλπους τοῦ πατέρα. Τελείωσα τὸ ἔργο μου γιὰ χάρη τοῦ ἔκανα αὐτὴ τὴν πορεία.

Ἀφοῦ ἄγγιξε λοιπὸν ὁ Θωμᾶς τὰ χέρια τοῦ Κυρίου καὶ τὴ θεία πλευρὰ γέμισε ἀπὸ δειλία καὶ ἀπὸ χαρὰ μαζὶ βλέποντας αὐτὰ ποὺ ἐπιθύμησε καὶ ἀμέσως ξεσπᾷ σὲ ὕμνο τοῦ Κυρίου κραυγάζοντας. Κύριέ μου καὶ Θεέ μου. Σὺ εἶσαι ὁ Κύριος καὶ ὁ Θεός. Σὺ εἶσαι ὁ ἄνθρωπος καὶ ὁ φιλάνθρωπος. Σὺ εἶσαι ξενόφερτος καὶ παράξενος γιατρὸς τῆς πλάσης. Δὲν κόβεις μὲ τὸ νυστέρι τ᾿ ἄρρωστα μέλῃ, δὲν καῖς μὲ τὴ φωτὰ τὶς πληγές, δὲν μαζεύεις ἀπ᾿ τὰ βοτάνια τὴν δύναμη τῶν φαρμάκων σου, δὲ δένεις μὲ ὁρατοὺς ἐπιδέσμους τὶς πληγὲς ποὺ μᾶς ἀφανίζουν. Διαθέτεις ἀόρατους ἐπιδέσμους ἀγάπης, ποὺ ἀόρατα τονώνουν τὰ καταπονημένα μέλη. Ἔχεις λόγο ποὺ εἶναι πιὸ κοφτερὸς ἀπὸ τὸ μαχαῖρι. Ἔχεις λόγο πιὸ δυνατὸ ἀπ᾿ τὴ φωτιά. Ἔχεις βλέμμα ἀπ᾿ τὸ φάρμακο πιὸ ἁπαλό. Σὰν δημιουργὸς ἁγιάζεις χωρὶς κόπο τὸ δημιούργημά σου, σὰν πλάστης χωρὶς νὰ κουραστῇς μεταπλάθεις τὰ πλάσματά σου. Σὺ κατὰ τὸ θέλημά σου τοὺς λεπροὺς καθάρισες, τοὺς κουτσούς τους ἔκανες νὰ τρέχουν, τοὺς παράλυτους νὰ σηκώνουν τὰ κρεβάτια τους, τοὺς γεννημένους τυφλοὺς τοὺς προστάζεις νὰ πετάξουν μὲ νίψιμο τὸ σκοτάδι. Ἐξώρισες τοὺς δαίμονες ἀπ᾿ τὰ δημιουργήματά σου, μὲ θέλημά σου πιάστηκες ἀπ᾿ τοὺς ἐχθροὺς καὶ ἀπ᾿ τοὺς Ἑβραίους, τὰ πάντα δέχτηκες γιὰ μένα στὸ σῶμα σου. Ὦ Κύριε καὶ Θεέ μου.

Ἀναγνώρισα τὸν Κύριό μου, ἀναγνώρισα τὸν ἁλιέα καὶ φύλακά μου, ἀναγνώρισα τὸ βασιλιὰ καὶ Κύριό μου. Ὦ Κύριέ μου καὶ Θεέ μου. Πιστεύω Κύριε στὴν οἰκονομία σου, πιστεύω στὴν συγκατάβασή σου, πιστεύω στὴν ἀνάληψη ἀπὸ μέρους σου τῆς φροντίδας μου, πιστεύω στὸν προσκυνητό σου σταυρό, πιστεύω στὰ παθήματα τῆς σάρκας σου, πιστεύω στὸν τριήμερο θάνατό σου, πιστεύω στὴν ἀνάστασή σου. Λοιπὸν δὲν ἔχω πιὰ περιέργεια. Πιστεύω, δὲν κάνω πιὰ ἔλεγχο. Πιστεύω, δὲν στήνω πιὰ τὴ ζυγαριὰ τοῦ νοῦ. Πιστεύω, δὲν ἔχω πιὰ περιέργεια. Πιστεύω στὰ μάτια μου καὶ στὰ χέρια μου. Μὲ δίδαξαν αὐτὰ ποὺ εἶδα νὰ μὴν κάνω ἔλεγχο. Ψηλάφησα κι ἔμαθα νὰ προσκυνῶ ὄχι νὰ φιλονικῶ. Ἕνα Κύριο καὶ Θεὸ γνωρίζω, τὸν Κύριό μου Χριστό. Ἂς εἶναι δεδοξασμένος καὶ δυνατὸς στοὺς αἰῶνες.

Πηγή: http://users.uoa.gr/~nektar/

Δευτέρα 22 Μαρτίου 2010

῾Η Κυριακή προσευχή "ΠΑΤΕΡ ΗΜΩΝ" καί Θεολογική ἑρμηνεία της ἀπό τόν ῞Αγιο ᾿Ιωάννη τόν Χρυσόστομο.



Ερμηνεία στο «Πάτερ ημών»του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου
 
«Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς».
Άνθρωπέ μου, ονομάζεις Πατέρα τον Θεό; Καλά τον ονομάζεις.
Διότι είναι Πατέρας όλων. Αλλά φρόντιζε να πράττεις τα έργα που αρέσουν στον Πατέρα σου. Εάν όμως πράττεις κακά έργα είναι φανερό ότι ονομάζεις πατέρα τον διάβολο. Διότι αυτός είναι που εποπτεύει τα κακά. Γι΄ αυτό φρόντιζε να ξεφεύγεις από αυτόν και να αρέσεις στον αγαθό Πατέρα και δημιουργό σου.
«Αγιασθήτω το όνομά σου».
Τι λοιπόν; δεν είναι Άγιος ο Θεός; Ναι είναι άγιος, αλλά αυτό λες στην προσευχή: Σε μένα να αγιασθεί το όνομά σου, για να δουν οι άνθρωποι τα καλά έργα μου και να δοξάσουν τον Πατέρα και δημιουργό μου.
«Ελθέτω η βασιλεία σου».
Τι λοιπόν; δεν είναι ο Θεός βασιλιάς και πρόκειται να έλθει η βασιλεία του; Ναι είναι βασιλιάς όλων, αλλά όπως ακριβώς μια πόλη που περικυκλώθηκε από εχθρούς, ζητά να έλθει ο στρατός του βασιλιά και να την ελευθερώσει, έτσι λοιπόν και εμείς που περικυκλωθήκαμε από τις εχθρικές δυνάμεις και από τις αμαρτίες μας και από τους πονηρούς λογισμούς, ζητάμε να έλθει η βασιλεία του Θεού, να μας ελευθερώσει. Και εξηγώντας με άλλο τρόπο: Επειδή ο προφήτης λέει: «εβασίλεψε ο Θεός στα έθνη» (Ψαλμ. μστ΄ 9) χρησιμοποιώντας τον παρελθόντα χρόνο σαν μέλλοντα, γι΄ αυτό κραυγάζουμε: Ας έλθει η βασιλεία σου, Κύριε, δηλαδή ας έλθουν τα ελέη Σου σε μας.
«Γενηθήτω το θελημά σου ως εν ουρανώ και επί της γης».
Λέει λοιπόν τα εξής: Κύριε, όπως ακριβώς έγινε το θέλημά σου στον ουρανό, και ζουν όλοι οι άγγελοι με ειρήνη, και δεν υπάρχει ανάμεσά τους κάποιος να σπρώχνει και ο άλλος να του ανταποδίδει σπρώξιμο, ούτε κάποιος να χτυπά κι άλλος να δέχεται το χτύπημα, αλλά όλοι βρίσκονται σε απέραντη ειρήνη, έτσι και σε μας τους ανθρώπους που είμαστε στη γη να γίνει το θέλημά σου. Ώστε όλα τα έθνη με ένα στόμα και με μια καρδιά να δοξάσουμε τον δημιουργό και Σωτήρα μας.
«Τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον».
Ζητούμε να λάβουμε τον επιούσιον άρτο. Άρτος όμως της ψυχής είναι ο λόγος του Θεού, όπως είπε κάποιος από τους Αγίους: Παιδί μου, «άνοιγε το στόμα σου για να πεις λόγο Θεού» (Παροιμ. κδ΄ 76 ή λα΄ 8). Και γι΄ αυτό είναι καλό συχνά να μνημονεύουμε τον Θεό παρά να αναπνέουμε.
«Και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών».
Λέει λοιπόν, το εξής: Και χάρισε τα χρέη μας, δηλαδή, τις αμαρτίες μας και τα φταιξίματά μας, όπως κι εμείς συγχωρούμε όσους από τους αδελφούς μας μας φταίνε κι αμαρτάνουν σ΄ εμάς, και ελεύθερους και δούλους, και όλους όσοι βρίσκονται στην εξουσία μας. Λέγοντας αυτά, άνθρωπέ μου, εάν λοιπόν πράττεις έτσι, κατανόησε ότι είναι φοβερό να πέσουμε ως ένοχοι στα χέρια του ζωντανού Θεού. Και αφού διορθωθείς επέστρεψε προς τον δημιουργό και Κύριο.
«Και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού».
Εάν ζητήσει ο Σατανάς να μας κοσκινίσει όπως το σιτάρι, όπως ακριβώς ζήτησε να κοσκινίσει και τους αποστόλους, και όπως ήταν φυσικό απέτυχε, και όπως και την παλιά εποχή και τον Ιώβ, μη δώσεις σ΄ αυτόν εξουσία εναντίον μας. Αλλά, εάν και πονηρός άνθρωπος θελήσει να μας βάλει σε πειρασμό η να μας αδικήσει, μη μας δώσεις στο θέλημά του αλλά σκέπασέ μας κάτω από την σκέπη των φτερών σου.
«Ότι σου εστίν η βασιλεία και η δύναμις».
Κύριε, επειδή είναι δική σου η βασιλεία, μη μας αφήσεις να φοβηθούμε άλλη βασιλεία, ούτε άλλη κυριαρχία, αν και είμαστε άξιοι της κολάσεως, για τις αμαρτίες μας. Εσύ, τιμώρησέ μας με όποιον τρόπο θέλεις, και μη μας παραδώσεις στα χέρια ανθρώπων. Αλλά ας πέσουμε για τιμωρία στα χέρια σου, διότι όπως είναι η μεγαλοσύνη σου, έτσι είναι και το έλεός σου, Πατέρα παντοκράτορα στους αιώνες. Αμήν.
πηγή:http://www.gonia.gr/gonia.php?article=3265

Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2010

῾Η χριστιανική συζυγία: Συμβουλές πρός τόν σύζυγο (῾Αγ. ᾿Ιωάννης Χρυσόστομος)





Ας θεωρούμε, λοιπόν, ότι ο άνδρας είναι το κεφά­λι και η γυναίκα το σώμα, όπως αποδεικνύει και τούτος ο αποστολικός συλλογισμός: «Ο άνδρας είναι η κεφαλή (δηλ. ο αρχηγός) της γυναίκας, όπως και ο Χριστός της Εκκλησίας. Ο Χριστός είναι και ο σω­τήρας του σώματός Του, της Εκκλησίας. Όπως όμως η Εκκλησία υποτάσσεται στο Χριστό, έτσι και οι γυναίκες πρέπει σε όλα να υποτάσσονται στους άνδρες τους» (Εφ. 5:23-24).
Εσύ, ο άνδρας, ακούς τον Παύλο, που συμβουλεύ­ει τη γυναίκα να υποτάσσεται σ' εσένα, και τον επαι­νείς και τον θαυμάζεις. Ακου, όμως, τι λέει παρακά­τω. Ακου τι ζητάει από σένα: «Οι άνδρες ν' αγαπάτε τις γυναίκες σας, όπως ο Χριστός αγάπησε την Εκ­κλησία και πρόσφερε τη ζωή Του γι' αυτήν» (Εφ. 5:25). Είδες προηγουμένως υπερβολή υποταγής; Δες τώρα υπερβολή αγάπης. Θέλεις να υπακούει σ' εσένα η γυναίκα σου, όπως η Εκκλησία υπακούει στο Χρι­στό; Φρόντιζε κι εσύ γι' αυτήν, όπως ο Χριστός για την Εκκλησία. Κι αν χρειαστεί τη ζωή σου να θυσιά­σεις γι' αυτήν, κομμάτια να γίνεις χίλιες φορές, τα πά­ντα να υπομείνεις και να πάθεις, μην αρνηθείς να το κάνεις.

Γιατί ούτε κι έτσι θα έχεις κάνει κάτι ισάξιο μ' εκείνο που έκανε ο Χριστός για την Εκκλησία, αφού εσύ θα έχεις πάθει γι' αυτήν με την οποία είσαι ενω­μένος, ενώ ο Κύριος έπαθε γι' αυτήν που Τον απο­στρεφόταν και Τον περιφρονούσε. Καθώς, λοιπόν, ο Χριστός όχι με απειλές, όχι με βρισιές, όχι με φοβέ­ρες, αλλά με πολλή αγάπη και στοργή, με φροντίδα και θυσία κατόρθωσε να εμπνεύσει την ευπείθεια σ' εκείνην που τόσο Τον είχε λυπήσει, έτσι να κάνεις κι εσύ, έτσι να φέρεσαι στη γυναίκα σου. Αν δεν σε προ­σέχει, αν σε αντιμετωπίζει με υπερηφάνεια, αν σου δείχνει περιφρόνηση, θα μπορέσεις να τη συμμορφώ­σεις με την πολλή φροντίδα σου, με την αγάπη και την καλοσύνη σου, όχι με την οργή και το φοβέρισμα. Μόνο έναν υπηρέτη μπορείς να συνετίσεις έτσι, ή μάλλον ούτε κι αυτόν, γιατί γρήγορα θα οργιστεί και θα φύγει από τη δούλεψή σου. Στη σύντροφο της ζωής σου, στη μάνα των παιδιών σου, στη βάση κάθε χαράς μέσα στην οικογένειά σου, δεν πρέπει με αγριάδα και απειλές να επιβάλλεσαι, αλλά με την αγά­πη και τον καλό τρόπο.
Τί συζυγική ζωή είναι αυτή, όταν η γυναίκα τρέμει τον άνδρα της; Και ποιά οικογενειακή θαλπωρή θα απολαύσει ο άνδρας, όταν ζει μαζί μέ γυναίκα που τη μεταχειρίζεται σαν δούλα; Κι αν πάθεις κάτι για χάρη της, μην της το χτυπήσεις. Ούτε ο Χριστός έκανε κά­τι τέτοιο. «Και τη ζωή του», λέει, «πρόσφερε γι' αυτήν, θέλοντας έτσι να την καθαρίσει και να την αγιάσει» (Εφ. 5:25-26). Επομένως ήταν ακάθαρτη, είχε ελατ­τώματα, ήταν άσχημη και ποταπή.



Γι’ αυτό μη ζητάς από τη γυναίκα αυτά που δεν είναι δικά της. Βλέπεις, ότι όλα από τον Κύ­ριο τα πήρε η Εκκλησία. Απ’ αυτόν έγινε ένδοξη και λαμπρή. Μη νιώσεις αποστροφή για τη γυναίκα, επει­δή έτυχε να μην είναι όμορφη. Ακουσε τι λέει η Γρα­φή: «Η μέλισσα είναι τόσο μικρή ανάμεσα στα φτε­ρωτά, μα ο καρπός των κόπων της είναι τόσο γλυκός!» (Σοφ. Σειρ. 11:3). Θεού πλάσμα είναι η γυναίκα. Με την αποστροφή σου δεν προσβάλλεις εκείνην, αλλά το Δημιουργό της. Τί δικό της έχει; Ο Κύριος δεν της τα έδωσε όλα; Μα και την όμορφη γυναίκα μην την παινέψεις, μην τη θαυμάσεις. Ο θαυμασμός της μιας και η περιφρόνηση της άλλης δείχνουν άνθρωπο ακό­λαστο. Την ομορφιά της ψυχής να ζητάς και το Νυμφίο της Εκκλησίας να μιμείσαι. Η σωματική ομορ­φιά, πέρα από το ότι είναι γεμάτη αλαζονεία, προκα­λεί ζήλεια, πολλές φορές μάλιστα και αβάσιμες υπο­ψίες. Δεν χαρίζει, όμως, ηδονή; Για λίγο, ναι· για ένα μήνα ή δύο, ή το πολύ για ένα χρόνο· υστέρα, όχι πια. Γιατί, λόγω της συνήθειας, δεν σου κάνει πια αίσθηση η ομορφιά, η οποία όμως διατηρεί την αλαζονεία της. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στην περίπτωση μιας γυ­ναίκας που δεν έχει εξωτερική ομορφιά, έχει όμως εσωτερική. Εκεί είναι φυσικό η ηδονή και η αγάπη του συζύγου να παραμένουν απ’ την αρχή ως το τέλος αμείωτες, γιατί προέρχονται από ομορφιά ψυχής και όχι σώματος.
Υπάρχει τίποτα ωραιότερο από τ' αστέρια τ' ουρα­νού; Σώμα τόσο λευκό δεν μπορείς να μου βρεις. Μά­τια τόσο λαμπερά δεν μπορείς να μου δείξεις. Όταν δημιούργησε ο Θεός τ' αστέρια, οι άγγελοι τα θαύ­μασαν γεμάτοι έκπληξη. Κι εμείς τώρα τα θαυμάζου­με, όχι όμως τόσο πολύ, όσο όταν τα πρωτοείδαμε. Αυτό κάνει η συνήθεια. Ελαττώνει την έκπληξη, επο­μένως και το θαυμασμό και την έλξη. Σκεφτείτε τώρα πόσο περισσότερο ισχύει αυτό στην περίπτωση της γυναίκας. Αν μάλιστα τύχει να τη βρει και κάποια αρρώστια, αμέσως χάθηκαν όλα. Να γιατί από τη γυναίκα πρέπει να ζητάμε καλοσύνη, μετριοφροσύνη, ευθύτητα και ειλικρίνεια. Αυτά είναι τα γνωρίσματα της ψυχικής ομορφιάς. Σωματική ομορφιά να μη ζητάμε. Δεν βλέπετε τόσους και τόσους, που πήραν ωραίες γυναίκες, πως κατέστρεψαν τη ζωή τους αξιο­θρήνητα; Και δεν βλέπετε άλλους, που, χωρίς να έχουν ωραίες γυναίκες, έζησαν πολύ ευτυχισμένα;
Ούτε, όμως, και για πλούσια γυναίκα να ψάχνουμε. Κανένας ας μην περιμένει να γίνει πλούσιος με το γά­μο. Αισχρός και αξιοκαταφρόνητος είναι ένας τέτοιος πλουτισμός. Επιπλέον, όπως λέει ο απόστολος, «όσοι θέλουν να πλουτίσουν, πέφτουν σε πειρασμό, σε πα­γίδα του διαβόλου και σε πολλές επιθυμίες ανόητες και βλαβερές, που βυθίζουν τους ανθρώπους στην κα­ταστροφή και στο χαμό» (Α' Τιμ. 6:9).
Από τη γυναίκα, λοιπόν, μη ζητάς λεφτά, αλλά αρετές. Είναι δυνατό ν' αδιαφορείς για τα σπουδαι­ότερα και να φροντίζεις για τα ασήμαντα; Δυστυχώς, όμως, σε όλα αυτό κάνουμε. Αν αποκτήσουμε παιδί, νοιαζόμαστε όχι για το πως θα γίνει καλός άνθρω­πος, αλλά για το πως θα του εξασφαλίσουμε πλούτη· όχι για το πως θ' αποκτήσει καλούς τρόπους, αλλά για το πως θα έχει πολλούς πόρους. Στο επάγγελμά μας, πάλι, δεν κοιτάμε πως θα το ασκήσουμε τίμια, αλλά πως θα μας φέρει μεγάλα κέρδη. Όλα, λοιπόν, γίνονται για τα λεφτά. Μας έχει κυριέψει ο έρωτας του χρήματος, γι' αυτό οδηγούμαστε στην καταστρο­φή.
«Έτσι», συνεχίζει ο απόστολος, «και οι άνδρες οφείλουν ν' αγαπούν τις γυναίκες τους, όπως αγα­πούν τω ίδιο τους το σώμα. Όποιος αγαπάει τη γυ­ναίκα του, αγαπάει τον εαυτό του. Κανείς ποτέ δεν μίσησε το ίδιο του το σώμα, αλλ' αντίθετα το τρέφει και το φροντίζει· έτσι κάνει και ο Κύριος για την Εκκλησία, γιατί όλοι είμαστε μέλη του σώματός Του από τη σάρκα Του και τα οστά Του» (Εφ. 5:28-30). …



Όση, λοιπόν, αγάπη έχεις στον εαυτό σου, τόση αγά­πη θέλει ο Θεός να έχεις και στη γυναίκα σου. Δεν βλέπεις ότι και στο σώμα μας πολλές ατέλειες ή ελλεί­ψεις έχουμε; Ο ένας έχει τα πόδια στραβά, ο άλλος τα χέρια παράλυτα, ο τρίτος κάποιο άλλο μέλος άρρω­στο κ.ο.κ. Και όμως, δεν το κακομεταχειρίζεται ούτε το κόβει· απεναντίας μάλιστα, το φροντίζει και το πε­ριποιείται περισσότερο απ’ όσο τα υγιή μέλη του, και ο λόγος είναι ευνόητος.
Όσο αγαπάς, λοιπόν, τον εαυτό σου, τόσο ν' αγα­πάς και τη γυναίκα σου. Όχι μόνο γιατί ο άνδρας και η γυναίκα έχουν την ίδια φύση, αλλά και για μιαν άλλη σπουδαιότερη αιτία: Γιατί δεν είναι πια δύο ξεχωριστά σώματα, αλλά ένα.



Αλλά και η γυναίκα δεν πρέπει να περιφρονεί τον άνδρα της για οποιονδήποτε λόγο, προπαντός αν εί­ναι φτωχός. Να μη βαρυγγωμάει και να μην τον βρί­ζει, λέγοντας λ.χ.: "Ανανδρε και δειλέ, τεμπέλη και ακαμάτη, ανάμελε και υπναρά! Ο τάδε, αν και κατα­γόταν από φτωχή οικογένεια, με πολλούς κόπους και κινδύνους έκανε μεγάλη περιουσία. Και να, η γυναί­κα του φοράει πανάκριβα ρούχα, κυκλοφορεί με αμά­ξι, έχει τόσους υπηρέτες, ενώ εγώ πήρα εσένα, που είσαι ζαρωμένος από τη φτώχεια και ζεις άσκοπα!". Δεν πρέπει η γυναίκα να λέει στον άνδρα της τέτοια λόγια. Το σώμα δεν εναντιώνεται στο κεφάλι, αλλά το υπακούει. Πώς, όμως, θα υποφέρει τη φτώχεια; Από που θα βρει παρηγοριά; Ας σκεφτεί τις φτωχότερες γυναίκες. Ας συλλογιστεί πόσες κοπέλες από καλές οικογένειες όχι μόνο τίποτα δεν πήραν από τους άνδρες τους, αλλά και ξόδεψαν τη δική τους περιου­σία γι' αυτούς. Ας αναλογιστεί τους κινδύνους από έναν τέτοιο πλούτο, και θα προτιμήσει τότε τη φτωχι­κή αλλά ήσυχη ζωή. Γενικά, αν αγαπάει τον άνδρα της, δεν θα ξεστομίσει ποτέ παράπονο ή προσβλητικό λόγο γι' αυτόν. Θα προτιμήσει να τον έχει κοντά της χωρίς πλούτη, παρά να είναι πλούσιος, και αυτή να ζει μέσα στην ανασφάλεια και τις ανησυχίες, που συνε­πάγονται οι επιχειρηματικές δραστηριότητες.
Ούτε και ο άνδρας, όμως, ακούγοντας τα παράπο­να ή τις επικρίσεις της γυναίκας του, πρέπει να τη βρίζει ή να τη χτυπάει, επειδή έχει εξουσία πάνω της. Καλύτερα να τη συμβουλεύει και να τη νουθετεί ήρε­μα, χωρίς ποτέ να σηκώνει χέρι εναντίον της. Ας τη διδάσκει την ουράνια φιλοσοφία, τη χριστιανική, που είναι ο αληθινός πλούτος. Ας τη διδάσκει όχι μόνο με τα λόγια αλλά και με τα έργα, πως η φτώχεια δεν είναι καθόλου κακό. Ας τη διδάσκει να περιφρονεί τη δό­ξα και ν' αγαπά την ταπείνωση· και τότε εκείνη ούτε παράπονο θα έχει ούτε χρήματα θα επιθυμεί. Ας τη διδάσκει να μην αγαπάει τα χρυσά κοσμήματα και τα πολυτελή ρούχα και τα πολλά αρώματα, ούτε να θέλει για το σπίτι ακριβά έπιπλα και περιττά στολίδια. Όλα τούτα φανερώνουν ματαιόδοξο φρόνημα και κουφότητα. Και της ίδιας και του σπιτιού στολισμός ας είναι η κοσμιότητα και η σεμνότητα. Και η ίδια και το σπίτι ας μοσχοβολάνε το άρωμα της σωφροσύνης και της αρετής.






(Πηγή: Αποσπάσματα από το κεφάλαιο «Η χριστιανική συζυγία» του βιβλίου «Θέματα ζωής». Κείμενα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσόστομου. Η επεξεργασία και μετάφραση των κειμένων καθώς και η έκδοση των βιβλίων έχουν γίνει από τους πατέρες της Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού, Τόμος Α’, σελ. 125-126, 128-130, 131-132, 137-138)

Διαδίκτυο:alopsis.gr