Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Αντώνιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Αντώνιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

✔ Ψυχή μου διψασμένη...


 Όπως τα ρούχα που είναι μεγαλύτερα από το σώμα, 

εμποδίζουν εκείνους που τρέχουν στο αγώνισμα του δρόμου, 

έτσι και η επιθυμία του ανθρώπου 

να έχει περισσότερα από όσα πρέπει, 

εμποδίζει τις ψυχές να αγωνίζονται για να σωθούν...

                |Μέγας Αντώνιος



Η ψυχή δεν χορταίνει

με προσφορές,

με τιμές ευκαιρίας,

με 1+1 δωρεάν.

 

Όση ύλη κι αν μαζέψεις

πάντα μένει ένα κενό,

κάτι ατελές,

ανικανοποίητο.

 

Και μετά αντιδρώ,

μου φταίνε όλα

και ξεσπώ.

 

Ψάχνω δεξιά κι αριστερά

για να βρω τη χαρά.

Μάταιος κόπος.

 

Αχ ψυχή μου διψασμένη...

Πως να ξεδιψάσεις δίχως αγάπη;

Πως να λάμψεις δίχως φως;

Πως να ζήσεις αληθινά

δίχως Θεό;

 

Ξύπνα ψυχή μου...

 

© Αλέξης Αλεξάνδρου

 


☆ "...Ήτανε πολύ δύσκολος ο στόχος που είχε θέσει κι έτσι καρφάκι έγινε στου διάβολου το φέσι ...Του εμφανίζεται Ο Χριστός! "Πού ήσουνα "; Φωνάζει! Πονετικό ερώτημα παιδιού, που μάνα κράζει... "Εδώ Ήμουν, Αντώνιε! Κάθε στιγμή σου είδα! Μάρτυρα αγώνα έδωσες στου κάκου την παγίδα... Τον ορμηνεύει Ο Κύριος να προχωρήσει κι άλλο, ποιός τόπος θα τον έκανε καθηγητή Μεγάλο...

 


          |γράΦει η Ελένη Ζεάκη


    

      Έχ' όνομα Ρωμαϊκό 

Αντώνιο τον είπαν 

γιατί στην Αλεξάνδρεια 

τέτοια αρχή την είχαν



Δυόμιση αιώνες μέτρησαν 

απ' Του Χριστού Τη Γέννα 

τη μέρα που του φώναξε 

στον κόσμο Αντώνη πέρνα



Είχε γονείς χριστιανούς 

Νότιοαιγυπτίους 

και φαίνεται το χάρισμα 

είχε αυτούς αιτίους



Δεν έβγαινε απ' το σπίτι του

σαν τ' άλλα τα παιδάκια 

παιχνίδια δεν αγάπησε 

να παίζει στα σοκάκια 



Και όταν ήρθε ο καιρός 

να πάει στο σχολείο 

πεισματικά το αρνιότανε

να ανοίξει το βιβλίο 



Ήταν ζυμάρι άπλαστο 

κι ήταν επιταγή του

έτσι να μείνει ζήτησε 

σεμνά απ' τους γονείς του



Μονάχο του να ζυμωθεί 

μέσα στην εκκλησία 

και μοναχό του πήγαινε 

στη Θεία Λειτουργία 



Και έπαιρνε η ζύμη σχήματα 

νοήματα και λέξεις 

και έγινε νοστιμότατος

άρτος Της Θείας τέρψης



Πεθάνανε κι οι δυό γονείς 

με μιά αδερφή μονάχοι 

μένουν και στα δεκαεπτά 

καλό κουμάντο θα 'χει



Ακούει στο Ευαγγέλιο 

"Πίσω μου αν θες να είσαι 

δώρισε τα υπάρχοντα 

και εκεί όλα τα άλλα κλείσε"



Τριακόσια στρέμματα είχανε 

στο Δήμο τα χαρίζει 

"Μην μεριμνάς για τ' αύριο"

Κύριος του ορίζει...



Πουλάει ότι είχανε 

και δεν κρατάει μία, 

παρότι κληρονόμησαν

τέτοια περιουσία


Την αδερφούλα του καλεί 

κι εκείνη να μονάσει 

και να'τον τον Αντώνιο, 

που μπόρεσε να φτάσει!!



Ζυγώνει σ' ένα γέροντα

σαν μοναχός που ζούσε 

"Κράτα και μένα δίπλα σου"

Με πόθο το ζητούσε 



  "Όχι παιδί μου δε μπορώ, 

πήγαινε μείνε μόνος "

Και υπακούει ευλαβικά 

σαν να 'ταν Θείος Νόμος 



Εκεί αρχίζει προσευχή 

κι άσκηση δίχως γνώση 

μόνο ζητά απ' Το Θεό 

Εκείνος να την δώσει



Ήτανε πολύ δύσκολος 

ο στόχος που είχε θέσει 

κι έτσι καρφάκι έγινε 

στου διάβολου το φέσι 



Να τον πατάξει διάλεξε 

με κοσμική αλήθεια 

"Ήσουνα κύρης κι έγινες 

με κακομοίρη ίδια... "



Ούτε λεφτά να ελεεί

ούτε ψωμί να τρώει 

ούτε να κάνει απόγονους 

ούτε να έχει σόι 



Έπεσε κατά πάνω του 

να τον κατασπαράξει

με λογισμούς απόγνωσης 

και ηδονής ν' αλλάξει 



Τα γόνατα του πόνεσαν

και δε θα μετανιώσει 

Στο τσίμπημα αντίδοτο 

πιο ισχυρό θα δώσει 



Λίγο νεράκι μοναχά 

παίρνει και το Βαγγέλιο 

μέσα σε τάφο θα χωθεί 

που 'χε τη γη θεμέλιο 



Ίσα που χώραγε κι αυτός 

με κόκκαλα, κρανία 

που 'ταν  των ειδωλολατρών

όργανα για μαγεία



Κι εκεί αρχίζει μπαντιρντί

που οι λογισμοί ήσαν γλέντι, 

θηρία του εμφανίζονταν 

και του 'σκίζαν το μπέτι 



Πολλά συγχρόνως έπεφταν 

κατά εκατοντάδες, 

λιοντάρια φίδια ελέφαντες, 

όρνια σκυλιά και σαύρες 



Μα εκείνος απ' την προσευχή 

είχε ουράνια μέτρα 

διόλου δε φοβήθηκε 

μα έπιασε κουβέντα 



"Είν' από σας αδύνατο 

κακό εγώ να πάθω 

και που με επισκέπτεστε 

μεγάλο καύχημα 'χω..."



"Απέναντι στου Μιχαήλ 

τη δύναμη είστε σκόνη 

γι' αυτό έρχεστε πολλοί μαζί, 

μ' αυτός μόνος ζυγώνει..."



"Απάνω μου δεν έχετε 

καμία εξουσία 

Ο Αναστάντας Κύριος 

κρατάει τα ηνία..."


Κι  όπως σωστά τους τα 'λεγε, 

άφρισαν οι διαβόλοι 

κι επέτρεψε Ο Κύριος 

να τον χτυπήσουν όλοι!



Ακούγανε οι περαστικοί 

τα ουρλιαχτά μονίμως 

στην κλειδωμένη πόρτα του

έκανε κρότο ο ήχος! 



Κάποτε αποφασίσανε

Το Αντωνιώ να βρούνε 

που γένια άσπρα θα 'χανε

στην κεφαλή του βγούνε 



Σπάνε την πόρτα 

Τι να δούν... ήταν χιλιοδαρμένος

λιπόθυμος και σκέφτηκαν 

πέθανε ο καημένος 



Τον ετοιμάζουν με έθιμα 

για της ζωής το τέλος 

κι εκεί που τον έκλαιγανε

πετιέται σαν το βέλος!



Άλλη διευκρινιστική 

κουβέντα δε θα βγάλει 

"Εκεί που με μαζέψατε

γυρίσετέ με πάλι"!



Έτσι έγινε ο ταπεινός

Αντώνιος Μεγάλος, 

εχθρός εχθρού αιώνιου

απου μισεί το κάλλος 



Μέσα στο ταφικό κελί 

είκοσι χρόνια πάλη 

έδινε και διδάχθηκε 

να πολεμήσουν κι άλλοι 



Αλλάζει τόπο κατοικεί 

στα Δυτικά του Νείλου, 

σε σπήλαιο του χάροντα 

και του θανάτου φίλου 



Πάει και ταμπουρώνεται

σε μιάς σπηλιάς την ξέρα

μόνο κοράκια κι ερπετά 

που ήτανε θα ξέραν



Του εμφανίζεται Ο Χριστός!

"Πού ήσουνα "; Φωνάζει!

Πονετικό ερώτημα 

παιδιού, που μάνα κράζει... 



"Εδώ Ήμουν, Αντώνιε!

Κάθε στιγμή σου είδα! 

Μάρτυρα αγώνα έδωσες 

στου κάκου την παγίδα..."



Τον ορμηνεύει Ο Κύριος 

να προχωρήσει κι άλλο 

ποιός τόπος θα τον έκανε 

καθηγητή Μεγάλο 



Πλέον για αυτόν ήταν αλλιώς, 

πτυχίο είχε πάρει, 

μα και για  διδακτορικό 

ήτανε παλικάρι



Είχε Τη Γνώση Του Θεού 

σαν λύρα με δοξάρι 

και τόνε βάζει Ο Χριστός 

και μαθητές να πάρει 



Κάνει λοιπόν υπακοή, 

σχεδόν εξήντα ήταν 

κι οι Αιγύπτιοι καθηγητή 

κοτζάμ Μεγάλο βρήκαν!



Και πλησιάζαν οι σοφοί 

να δούν το μεγαλείο, 

τέτοια σοφία που 'βρισκε 

χωρίς να δει σχολείο;



Με το σαγόνι χαμηλά 

καθέ σοφός θα μείνει 

"Ο Νους μας πρώτος φτιάχτηκε 

κ' ύστερα η επιστήμη..."



Παρά την τόση φήμη του

μικρό παιδάκι μένει, 

απλό γλυκό αυθόρμητο 

κι όλο να παίζει θέλει!



Του το σφυρίζει Ο Θεός 

οι διωγμοί αρχίζαν...

και πηλαλάει ο γέροντας 

εκεί που τους θερίζαν 



Στέκεται επιδεικτικά 

μπροστά σαν δικηγόρος, 

παρηγορεί τους χριστιανούς, 

κράζει τους κατηγόρους 



Μα ήτανε απ' Το Θεό 

να μην τον ενοχλήσουν 

γιατί με λίγη λογική 

έπρεπε να τον σβήσουν!!



Μα αυτοί με μάτι σκοπικό

βλέπαν κι ας τους χυνόταν,

μάρτυρας θα γινότανε 

αν του συνοριζόταν 



Για εκείνον όρισε ο Χριστός 

ως τα εκατό να ζήσει, 

τέσσερα ακόμη του δώσε 

πολλή δουλειά ν' αφήσει...



Οι λόγοι του υπέρτατοι,

απλοί και μ' ευστροφία,

δέκα πανεπιστήμια 

έχουν μισή σοφία! 



Ήταν ψηλός κι αρχοντικός

με πρόσωπο ουράνιο 

είχε ευωδία φυσική 

δίχως λουτρό και μπάνιο 



Ήταν ο αυτοδίδακτος 

που δίδαξε επιστήμη, 

της άσκησης καθηγητής, 

του ουρανού τ'αγρίμι... 


Φύλαγε Αϊ Αντώνη μου,

ψηλά βουνά και δάση, 

φαράγγια ράχες και γκρεμούς, 

ποτέ κακό μη φτάσει... 


Φύλαγε κάθε έρημο, 

βοσκό και ορειβάτη,

εσύ που δένεις το κακό 

με Του Χριστού Την πλάτη...



εγώ φταίω...

 



Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

✨ α(μ)Φιερωμένο στις υπέροχες Αντωνίες και στους υπέροχους Αντώνηδες που μας περιβάλουν...

 





                               Ο Μέγας Αντώνιος, λίγο πριν κοιμηθεί είπε:

- Είμαι στην ηλικία των 105 ετών 

και διαπίστωσα ότι η μεγαλυτέρα άσκηση 

είναι να κάνει κανείς καθημερινώς 

τα πνευματικά του καθήκοντα.

 

Έλεγε ότι ο άνθρωπος πρέπει σταθερά 

να κάνει τα πνευματικά του καθήκοντα 

και όχι μία μέρα να κάνει παραπάνω 

και την επομένη να μην κάνει τίποτα. 


Πρωταρχική μέριμνα είναι 

να αναβαθμίσει ο άνθρωπος 

ποιοτικά τον πνευματικό του αγώνα 

και όχι ποσοτικά. 


Έπεται η ποσοτική αναβάθμιση. 


Θέλει ο Θεός να βλέπει τον καθημερινό μας κόπο.


 Όχι τον πολύ, 

αλλά τον καθημερινό. 


Επιτελώντας καθημερινά τα πνευματικά μας καθήκοντα 

με χαρά, 

παίρνουμε καθημερινό μισθό από το Άγιο Πνεύμα,

 στέλνοντας ένα λουλούδι στο θρόνο του Θεού...

 

  (άγιος) Γέροντας Εφραίμ της Σκήτης του Αγίου Ανδρέα



✦ Το αριστουργηματικό μωσαϊκό του Αγίου Αντωνίου✝ 

από τον Ρουμάνο τεχνίτη Maxim Duracatu .

Ο Μαξίμ έχει κάνει και το μεγάλο ψηφιδωτό 

των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ

στην Ιερά Μονή Δοχειαρίου

(στη φωτογραΦία ο Μαξίμ επί τω έργω....)


|από την εκ των "συν αυτώ", Αθηνά 


✨ Ένας 113χρονος που ήταν πιο ενάρετος (!!!) από τον Μέγα Αντώνιο... Αναλογίσου μόνο πως επί 60 ολόκληρα χρόνια τρεΦόταν από έναν κόρακα, που του΄Φερνε καθημερινά μισό καρβέλι... | "...τα άγρια θηρία φιλοξενείς και τον κατ’ εικόνα Θεού άνθρωπο, αν και αμαρτωλό και ανάξιο αποστρέφεσαι; …αλλά δεν φεύγω από εδώ έως να μου ανοίξεις , ακόμα και να πεθάνω έξω από την πόρτα σου, κι έτσι νεκρός να ελέγχω και να κατηγορώ αφώνως την ασπλαχνία σου". Αυτά έλεγε ο Αντώνιος κλαίγοντας την ώρα που ικέτευε τον Αββά να τον αφήσει να μπει στο σπήλαιο....



ΑΒΒΑΣ ΠΑΥΛΟΣ Ο ΘΗΒΑΙΟΣ -
Ο πρώτος αναχωρητής...


... …Ο αββάς Παύλος είχε φτάσει στην ηλικία των εκατό και δεκατριών ετών...


Τότε και ο Μέγας Αντώνιος ήταν ενενήντα χρόνων και πολλές φορές σκεπτόταν και απορούσε λέγοντας. 

Άραγε θα υπάρχη άλλος Μοναχός στην πιο βαθειά έρημο; 

Μια νύκτα ήλθε Άγγελος Κυρίου και του λέγει: 
Πήγαινε γρήγορα στο βάθος της έρημου, να βρεις τον Αββά Παύλο, ο οποίος είναι πιο ενάρετος από σένα και θα λάβεις μεγάλη ωφέλεια από αυτόν. 

Όταν άκουσε αυτά δεν καθυστέρησε καθόλου, αλλά αφού περιφρόνησε την αδυναμία των γηρατειών, την μεγάλη οδοιπορία και όλα τα άλλα εμπόδια, ξεκίνησε το πρωί και περπατώντας όλη την ημέρα εκαίγετο από τον καφτερό ήλιο. 

Είχε όμως την ελπίδα στον Κύριο ότι θα του δείξει τον έμψυχο θησαυρό, και δεν σκεπτόταν καθόλου τις δυσκολίες του δρόμου.

Την τρίτη ημέρα είδε ένα λιοντάρι, που ανέβαινε βιαστικά σε ένα βουνό. 

Ο δε Όσιος γνωρίζοντας ότι ο Θεός τον άκουσε, ακολούθησε το θηρίο και έτσι έφθασε στο σπήλαιο. 

Τότε το μεν λιοντάρι μπήκε στο σπήλαιο, ο δε όσιος έμεινε απ’ έξω. 

Έτσι, αφού άφησε για την αγάπη κάθε δειλία και φόβο, ξεκίνησε γρήγορα να μπει μέσα σε αυτό και από την βιασύνη του σκόνταψε σε μια πέτρα και κτύπησε λίγο το πόδι του.

Ακούγοντας τον θόρυβο ο ευρισκόμενος μέσα στο σπήλαιο Όσιος Παύλος, έκλεισε την πόρτα, ο δε όσιος Αντώνιος τον παρακαλούσε από έξω λέγοντας: 

”Σε παρακαλώ για τον Κύριο, Όσιε Πάτερ, άνοιξέ μου για να δω το σεβάσμιο πρόσωπο σου.” 

Ο δε Όσιος Παύλος, θέλοντας να τον δοκιμάσει δεν άνοιγε. 

Έτσι, επειδή δεν μπορούσε ο μακάριος Αντώνιος από τον κόπο της οδοιπορίας και το κτύπημα να στέκεται όρθιος, έπεσε με το πρόσωπο στην γη και έμεινε έτσι έξι ώρες να τον παρακαλεί.

Βλέποντας τον ήλιο να πλησιάζει την δύση του, παρακαλούσε πιο θερμά τον Όσιο να του ανοίξει την είσοδο. 

Ο δε Όσιος τον ρώτησε από μέσα ποιος ήταν, από που ήλθε και τι ζητούσε. 

Ο Αντώνιος του αποκρίθηκε λέγοντάς του την αλήθεια και πρόσθεσε: 
Άνθρωπε του Θεού, γνωρίζω πως δεν είμαι άξιος να σε δω και να συναντηθούμε, αλλά μάθε ότι δεν φεύγω από δω αν δεν απολαύσω την ποθούμενη μου θέα σου και τα γλυκύτατα σου λόγια. 
Γι’ αυτό περπάτησα ο γηραιός τόσο δρόμο ,και δεν λογάριασα τόση ταλαιπωρία, και βάσανα και τον φόβο των θηρίων, ω επώνυμε και μιμητά του Παύλου, τα άγρια θηρία φιλοξενείς και τον κατ’ εικόνα Θεού άνθρωπο, αν και αμαρτωλό και ανάξιο αποστρέφεσαι; …αλλά δεν φεύγω από εδώ έως να μου ανοίξεις , ακόμα και να πεθάνω έξω από την πόρτα σου, κι έτσι νεκρός να ελέγχω και να κατηγορώ αφώνως την ασπλαχνία σου. 

Αυτά έλεγε ο Αντώνιος κλαίγοντας.

Και απαντώντας του ο Παύλος “χαριέντως” του λέγει: 

Όποιος ζητεί δεν φοβερίζει κι όποιος κατηγορεί δεν δακρύζει. 

Και ανοίγοντάς του τον υποδέχεται εγκάρδια: 
“Καλώς ήρθες αδελφέ και συνεργάτα Αντώνιε”. 

Έτσι αφού κατασπάσθηκε ο ένας τον άλλο εν φιλήματι αγίω και αφού συνομιλούσαν με λόγια θεϊκά, αισθάνθηκαν μεγάλη πνευματική ευφροσύνη και αγαλλίαση. 

Έπειτα είπε ο Παύλος προς τον Αντώνιο: 
Τι ανάγκη είχες αδελφέ να κακοπαθήσεις τόσο να έλθεις έως εδώ , για να δεις έναν σαπρό και άχρηστο γέροντα ο οποίος πρόκειται σε λίγο να πεθάνει;…

Κι ενώ συνομιλούσαν οι Άγιοι, βλέπουν πάνω σε ένα κλαδί δένδρου, κόρακα να βαστάζει ένα ολόκληρο άρτο, ο οποίος αφού πέταξε από το δένδρο τοποθέτησε τον άρτο ανάμεσα τους. 


Ενώ θαύμαζε ο Όσιος Αντώνιος αυτό το παράδοξο του είπε ο Όσιος : 
Στα αλήθεια, αδελφέ Αντώνιε, πολύ φιλάνθρωπος και Ελεήμων είναι ο Κύριος χορηγώντας σπόρο σε αυτόν που σπέρνει και άρτο για τροφή. 

Εξήντα χρόνια είναι όπου μου φέρνει την τροφή ο κόρακας αυτός, όπως είδες και όχι ένα άρτο, αλλά το μισό και σήμερα για την παρουσία σου διπλασίασε ο αγαθός Τροφεύς και Δεσπότης την τροφή.

Ευχαρίστησαν τον Θεό και οι δυο και πήγαν στην πηγή να δειπνήσουν («παξιμαδήσουσι»). 

«Και φιλονικούντες ώραν πολλήν ως ταπεινόφρονες, συνερίζουνταν τις να κόψη τον άρτον, να ευλογήση την τράπεζαν, κι επροτίμα ένας τον άλλον τους»… 

«Τέλος, συμφώνως έλαβε πας ένας τον άρτον από το ένα μέρος.» 

Και τον έκοψαν μαζί εις το Όνομα του Κυρίου…

Αφού έφαγαν ο Όσιος, έκαναν αγρυπνία όλη την νύκτα, προσευχόμενοι και δοξολογούντες τον Κύριο, και το πρωί είπε ο Παύλος προς τον Αντώνιο. 
- Είναι πολλές μέρες, όπου μου απεκάλυψε ο Κύριος μας, ότι κατοικείς σε αυτή την έρημο, και μου υποσχέθηκε ότι θα σε ιδώ προτού τελειώσει η ζωή μου. 
Τώρα λοιπόν κατά την υπόσχεση σε απέστειλε να ενταφιάσεις το σώμα μου.

Όταν άκουσε αυτά ο Μέγας Αντώνιος, έτρεχαν τα δάκρυα του σαν ποτάμι, κλαίοντας για τον χωρισμό και τον παρακαλούσε θερμά να κάνη δέηση προς τον Κύριο, για να πάει και αυτός στην συνοδεία του.
- Σε παρακαλώ για την αγάπη μου, να μην βαρεθείς μέσα στους άλλους κόπους σου, αλλά να μου φέρεις τον μανδύα που σου έδωσε ο Επίσκοπος (Μέγας) Αθανάσιος, διότι έχω πολλή ευλάβεια να ενταφιάσεις με εκείνον το λείψανό μου.

Αυτό, βέβαια, το έλεγε ο Παύλος μόνον ως πρόφαση, ώστε να μην είναι παρών κατά την κοίμησή του ο Αντώνιος και λυπηθεί περισσότερο.

 Και ούτε είχε ανάγκη από το ιμάτιο κατά τον θάνατο. 

Θαυμάζοντας ο Αντώνιος το «προορατικόν πνεύμα» του Οσίου, τον ευλαβείτο ως Άγγελο και δακρύζοντας του φίλησε τα χέρια και τα μάτια. 

Και ζητώντας του συγχώρεση, έφυγε γρήγορα για το κελί του.

Αφού πήρε λίγη τροφή, επήρε τον μανδύα που του είπε και έτρεχε γρήγορα προς αυτό που επιθυμούσε, διψώντας τον Παύλο, βλέποντας προς τον Παύλο, “τον οποίον είχεν τροφήν σώματος, πνοήν και αναψυχήν της ψυχής του”.. 

Προσπαθούσε όσο μπορούσε πιο γρήγορα να περπατήσει, επειδή φοβόταν μήπως και δεν τον φθάσει ζωντανό για να πάρει την ευλογία του.

Αφού περπάτησε όλη την πρώτη ημέρα και μέρος από την δεύτερη, είδε στο δρόμο με τους νοερούς οφθαλμούς της ψυχής του τάγματα, Αγγέλων, Προφητών και χορούς Αποστόλων, στρατεύματα Μαρτύρων και Όσιων και μαζί με αυτούς, την ψυχή του Παύλου να λάμπει περισσότερο από το χιόνι, την οποίαν πήγαιναν με πολλή χαρά στα ουράνια. 

Όταν είδε αυτά έπεσε με το πρόσωπο στην γη, και αφού έβαλε άμμο στο κεφάλι του, κτυπούσε το πρόσωπο του “οδυρόμενος”. 
Αφού έκλαψε πολλή ώρα, έτρεχε και αισθανόταν τόσο δύναμη στο σώμα του, σαν να ήταν νέος και ακόμη περισσότερο.

Όταν έφθασε στο σπήλαιο, βρήκε τον Όσιο γονατιστό και είχε προς τον ουρανό υψωμένα τα χέρια του και το πρόσωπο. 

Επειδή νόμισε λοιπόν ότι ήταν ακόμη ζωντανός και προσευχόταν, συμπροσευχόταν και αυτός πολλή ώρα και έβλεπε με προσοχή εάν κουνηθεί κάποιο μέλος του Αγίου ή αν στενάξει ή αν κάνη κάτι που κάνουν οι ζωντανοί, για να γνωρίσει την αλήθεια. 

Αφού πέρασε πολύ ώρα και καθόλου δεν κινήθηκε, κατάλαβε ότι τελείωσε προσευχόμενος. 

Τότε πήγε με πολλή ευλάβεια και αγκάλιασε εκείνο το σεβασμιότατο λείψανο και συνεχώς το ασπάζονταν, κλαίοντας επειδή δεν τον γνώρισε πολύ πιο μπροστά για να απολαύσει την συνομιλία του προς ψυχική του ωφέλεια.

Αφού τύλιξε αυτό με τον μανδύα, που έφερε, είπε τους συνήθεις ψαλμούς και όσα τροπάρια ήξευρε και θέλοντας να τον ενταφιάσει δεν ήξερε πως να σκάψει την γη επειδή δεν πήρε μαζί του κάποιο εργαλείο όταν αναχώρησε από το κελί του.

Στεκόταν λοιπόν στεναχωρημένος, σκεπτόμενος να μην φύγει “έως να του στείλη ο Κύριος εξ ύψους βοήθειαν”. 

Τότε βλέπει να έρχονται τρέχοντας προς αυτόν δύο “φοβερώτατοι” λέοντες από το βάθος της έρημου. 

Στην αρχή μεν φοβήθηκε σαν άνθρωπος. 

Αλλά στήριξε την καρδιά του προς τον Κύριο κι έμεινε χωρίς φόβο. 

Τα δε λιοντάρια αφού πλησίασαν πρώτα στον μακάριο Παύλο κουνούσαν τις ουρές τους και με τις γλώσσες τους, έγλειφαν τα πόδια του, σαν να ήταν ζωντανός. 

Έπειτα όταν κατάλαβαν ότι ο Άγιος είχε τελειώσει, μούγκρισαν πέφτοντας στα πόδια του με πολλή θλίψη σαν άνθρωποι. 

Ο δε Όσιος θαύμασε βλέποντας ότι και τα θηρία είχαν στεναχωρηθεί για την αναχώρηση του Παύλου. 

“Αφού δε επέρασεν ολίγον η λύπη τους, ηγέρθησαν” και έσκαψαν την γη με τα νύχια τους κάνοντας τάφο ίσα ακριβώς με το λείψανο, και έβγαλαν το χώμα με τα πόδια τους. 

Έπειτα πήγαν στον Αντώνιο σαν να του ζητούσαν ευλογία “δια τον μισθόν του κόπου τους”, κουνώντας τις ουρές τους και τα αυτιά τους και έβαλαν κάτω το κεφάλι τους και έκαναν και άλλα τέτοια σχήματα.

Ο δε Όσιος Αντώνιος αφού ύψωσε τα χέρια του προς τον ουρανό αυτά προσευχήθηκε: 

«Κύριε ο Θεός που τα γνωρίζεις όλα, που χωρίς την εντολή Σου ούτε φύλλο από το δένδρο δεν πέφτει, ούτε πουλί στην γη δεν κατεβαίνει, Συ Κύριε, όπως γνωρίζεις, δώσε και τον μισθό στα θηρία αυτά».

Αυτά αφού είπε ο θείος Αντώνιος, έκανε με το χέρι του σημείο στα λιοντάρια για να αναχωρήσουν. 

Αυτά αφού πήγαν πάλι στο ιερό λείψανο του Παύλου και κατεσπάσθηκαν αυτό αναχώρησαν.

Ο δε Αντώνιος, βαστάζοντας το ιερό λείψανο το ενταφίασε το έτος 341, στις 15 Ιανουαρίου. 

Ο Άγιος Παύλος γεννήθηκε το έτος 227 στην Θηβαΐδα της Αιγύπτου, το δε έτος 250 έφυγε στην έρημο. 

Έζησε δε στο σπήλαιο 91 έτη, όλα δε τα χρόνια του ήσαν 114.

Περίμενε δε ο Μέγας Αντώνιος ακόμη μία ημέρα, για να δη εάν έλθει πάλι ο κόρακας με τον άρτο, αλλά δεν φάνηκε. 

Και αφού έγινε κληρονόμος της στολής του Οσίου Παύλου, επήρε εκείνο το ένδυμα των φοινίκων και επέστρεψε στο Μοναστήρι διηγούμενος στους Μοναχούς όλα τα προηγούμενα, την δε στολή του Οσίου Παύλου την είχε σε τόση μεγάλη τιμή και καύχημα, ώστε την φορούσε το Άγιον Πάσχα και τις άλλες μεγάλες εορτές...


Πηγή: Νέος Παράδεισος Αγαπίου Λάνδου μοναχού του Κρητός
iconandlight


  |εμείς από τον π. Panteleimon Krouskos


Πέμπτη 31 Ιουλίου 2025

✔ Από τον πλησίον εξαρτάται η ζωή και ο θάνατος. Διότι...

 

                              ...αν κερδίσουμε τον αδελφό,

κερδίζουμε τον Θεό 

και

αν σκανδαλίσουμε τον αδερφό,

αμαρτάνουμε στον Χριστό.-

 

γιος Αντώνιος


|εμείς από τον παπα Γιώργη


Δευτέρα 10 Μαρτίου 2025

«Σε τέτοια εποχή ζούμε, όπου οι πραγματικά τρελοί, θα λένε τρελούς, τους ενάρετους....


Σου λέει ο ένας σήμερα:

– Τρελάθηκες; Για παιδιά είναι σήμερα;

Και λέει τρελό αυτόν που κάνει παιδιά.


Σου λέει ο άλλος:

– Τρελάθηκες; Για νηστεία είναι σήμερα; Ξέρεις, οι κοιλαράδες οι παπάδες, τί τρώνε;

Και λέει τρελό αυτόν που κάνει νηστεία.


Σου λέει ο παράλλος:

– Τρελάθηκες; Με τον σταυρό στο χέρι, πώς θα προοδεύσεις;

Και λέει τρελό αυτόν που είναι τίμιος.


Σε τέτοια εποχή ζούμε, 

όπως είπε προφητικά ο Μέγας Αντώνιος, 

ότι οι πραγματικά τρελοί, 

θα λένε τρελούς τους ενάρετους...


   
   |πηγή