Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π.Στέφανος Αναγνωστόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π.Στέφανος Αναγνωστόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

✨ "Έμοιαζαν όλοι, ελάχιστα διέφεραν απλώς και μόνο για να δείχνουν ότι είναι διαφορετικά πρόσωπα ο ένας από τον άλλον, ενώ ήσαν κατά πάντα ίδιοι. Δεν σκέφτηκα να παρακαλέσω εκείνη την ώρα την Παναγία να δώσει ευλογία να μου πουν τα ονόματά τους, αφού τα είχα χάσει. Εκείνη την ώρα δεν σκέπτεσαι τίποτα, μόνο κοιτάζεις, χαίρεσαι, απορείς, θαυμάζεις και νοιώθεις απέραντη απέραντη ευτυχία. Ο φόβος εξαφανίζεται... |Ο Γερο-Χαραλάμπης ο Κομποσχοινάς που έβλεπε Αγγέλους...


Γύρω στα 1960 με 62 είχα γνωρίσει στο Άγιον Όρος έναν ασκητή από την έρημο της Καψάλας, τον πατέρα Θεόφιλο, ο οποίος, μεταξύ των άλλων, μου διηγήθηκε κάποια πράγματα από την ζωή ενός ερημίτου του Γέροντος Χαραλάμπους του Κομποσχοινά.

Ελέγετο Κομποσχοινάς διότι σαν εργόχειρο και διακόνημα είχε το να πλέκει κομποσχοίνια.

Τα τελευταία 5 χρόνια της ζωής του τα έζησε στην άγρια περιοχή της Καψάλας.

Μόνο απ’ τους άντρες, όσοι έχουν πάει εκεί, γνωρίζουν τι θα πει Καψάλα.

Κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής ήταν στην Αθήνα.

Τότε πρωτογνώρισε μια γριούλα Μοναχή ονόματι Μακαρία, μικρασιάτισσα που καλογέρευε μόνη της σε ένα απέριττο φτωχικό σπιτάκι.

Δεν υπήρχαν τότε Μοναστήρια.

Ήταν ένας σωστός επίγειος άγγελος.

Αξιώθηκα με την ευχή της, έλεγε, να δω κι εγώ ο άθλιος και πανάθλιος ουράνιους Αγγέλους.

Αυτή η Γερόντισσα είχε μία εικόνα χάρτινη της Παναγίας της Γλυκοφιλούσας, πολύ θαυματουργή που την είχε φέρει από την Μικρά Ασία.


Μια μέρα τότε στην κατοχή των Γερμανών με πήγε σε μια σπηλιά στα βουνά της Πεντέλης έξω από την Αθήνα, για να κάνουμε τριήμερο νηστεία και αγρυπνία και προσευχή για τις συμφορές της κατοχής, την πείνα, την γύμνια, τα βασανιστήρια της Γκεστάπο, για τους τόσους σκοτωμούς και για όσους υπέφεραν τότε πολλών πολλών ειδών κακουχίες.

Μερικοί πέθαιναν και στον δρόμο απ’ την πείνα...

Αυτά τα ξέχασαν τώρα οι Γερμανοί.

Την ημέρα είχαμε αναμμένο ένα καντηλάκι μπροστά στο άγιο εικόνισμα της Παναγίας.

Τη νύχτα το σβήναμε για να μην γίνουμε αντιληπτοί από τους Γερμανούς.

Τη δεύτερη όμως νύχτα, εντελώς ξαφνικά, ένα αστραφτερό ουράνιο τόξο κύκλωσε την εικόνα της Παναγίας.

Λάμψη και ακτινοβολία άλλο πράγμα, έξω απ’ τον γήινο κόσμο που ζούμε.

Δεν άντεξα, έπεσα κάτω, διηγείται ο ίδιος, και άρχισα αμέτρητες στρωτές μετάνοιες.

Δεν ξέρω πόσες έκανα.

Κατάκοπος ακούμπησα στον βράχο της σπηλιάς και με κλειστά τα μάτια άρχισα να λέγω συνεχώς την Ευχή, Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με.

Σε λίγο με φωνάζει η μοναχή και ανοίγοντας τα μάτια μου αντίκρυσα έκπληκτος υπερουράνιες υπάρξεις.

Άγγελοι περνούσαν μπροστά από την εικόνα της Παναγίας.

Από τη μια πλευρά της σπηλιάς έμπαιναν και από την άλλη έβγαιναν.

Τι ομορφιά!

Η ωραιότητα των Αγγέλων δεν περιγράφεται.

- Τα έλεγε αυτά και έκλαιγε και αυτός που τα άκουσε και αυτός που τα διηγείτο.-

Τα πρόσωπα ολοφώτεινα, ο χιτώνας φωτεινός.

Τα μαλλάκια τους όμορφα ριγμένα προς τα πίσω, οι φτερούγες ανοιχτές.

Μόλις έφταναν στην εικόνα της Παναγιάς μάζευαν τις φτερούγες, σταύρωναν τα χέρια και προσκυνούσαν την Θεοτόκο.


Έκλεισα τα μάτια γιατί δεν θεωρούσα τον εαυτό μου άξιο να βλέπει Αγγέλους και μάλιστα μπροστά σε αυτήν την ουράνια πορεία που είχαν.

Έμοιαζαν όλοι, ελάχιστα διέφεραν απλώς και μόνο για να δείχνουν ότι είναι διαφορετικά πρόσωπα ο ένας από τον άλλον, ενώ ήσαν κατά πάντα ίδιοι.

Δεν σκέφτηκα να παρακαλέσω εκείνη την ώρα την Παναγία να δώσει ευλογία να μου πουν τα ονόματά τους, αφού τα είχα χάσει.

Εκείνη την ώρα δεν σκέπτεσαι τίποτα,
μόνο κοιτάζεις,
χαίρεσαι,
απορείς,
θαυμάζεις
και νοιώθεις απέραντη απέραντη ευτυχία.

Ο φόβος εξαφανίζεται.

Πέρασαν και Αρχάγγελοι οι οποίοι ξεχώριζαν λίγο από τους Αγγέλους.

Αυτοί είχαν κάτι ρίγες χρυσές πάνω στο ένδυμά τους.

Θεέ μου και Κύριέ μου, ανεφώνησα, όντως Σε υπεραξίζει να περιβάλλουν τον ουράνιο θρόνο Σου τέτοιες εξαίσιες, ακτινοβολούσες, ουράνιες υπάρξεις.

Θαυμαστά τα έργα σου Κύριε, ουράνια και επίγεια.

Τι ομορφιά ήταν αυτή Θεέ μου!

Τι ομορφιά!

Τι κάλλος!

Τι Θεία ευφροσύνη από την άφθαρτη εκείνη ωραιότητα των Αγγέλων!
Αυτή είναι η Πίστις μας.

Όχι αυτή που έχουν οι παπικοί, ούτε αυτή που έχουν οι προτεστάντες.

Ούτε με συναυλίες μες στους ναούς.

Αυτή είναι η Πίστις μας.

Να περνούν αυτήν την στιγμή από μπροστά μας και από μπροστά σας Άγγελοι και να προσκυνούν την Υπεραγία Θεοτόκο και τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν...

Και να είναι της ψυχής μας τα μάτια τυφλά και να μην μπορούν να δουν τα μεγαλεία του ουρανού και του Αγίου μας Θεού.

Και τότε ξαφνικά, μου είπε ο π. Θεόφιλος, τον ρώτησε αν είδε ποτέ και δαίμονες.

- Φυσικά, λέει. Όπως συμβαίνει και σε κάθε πιστό Χριστιανό που αγωνίζεται με την καρδιακή προσευχή, με το Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με, αλλά με πίστη δυνατή και συγχρόνως με ταπείνωση.
Να, κι εχθές το βράδυ είχε έρθει ένας και με ενοχλούσε συνεχώς και δεν μ’ άφηνε να λέω την Ευχή, ούτε και να κοιμηθώ, να γείρω να ξεκουραστώ λιγάκι έστω και 10 λεπτά.
Τίποτα.

Κάποια στιγμή μου λέγει ο δαίμονας:

– Μην λες αυτό το όνομα, μην τραβάς αυτό το σχοινί -εννοούσε το κομποσχοίνι- κι εγώ δεν θα σε ξαναπειράξω ποτέ, ούτε και όταν πεθάνεις.

– Ουστ από δω κοπρόσκυλο, του είπα.
Εγώ την ευχή θα την λέγω, γιατί προσκυνώ και πιστεύω στην σωτηρία και στην παντοδυναμία του ονόματος του Ιησού Χριστού.
Γι’ αυτό και στο Πανάγιον Όνομά Του σε επιτιμώ να εξαφανιστείς αμέσως από μπροστά μου, αφού δεν έχεις καμμιά εξουσία.

Κι εξαφανίστηκε.

Άλλοτε πάλι μόνο με το Θεοτόκε Παρθένε Χαίρε Κεχαριτωμένη Μαρία, όπως συνέβαινε και με τον Μοναχό τον Ιωάννη που αναφέραμε προηγουμένως, οι δαίμονες εγίνοντο άφαντοι αφήνοντας πίσω τους μια απαίσια βρωμιά.

Την δυσωδία όμως των δαιμόνων την διέλυε αμέσως η ευωδία του Παναγίου Πνεύματος.

Έχουν όμως μια άγρια μούρη, πα, πα, πα, πα, πολύ απαίσια.

Όταν ήταν άρρωστος και δεν μπορούσε να σηκωθεί απ’ τις σανίδες που ήταν ξαπλωμένος, έπαιρνε το μπαστούνι του και λέγοντας την ευχή τους κτυπούσε με αυτό.

Συνήθως έλεγε «δεν τους χωνεύω καθόλου».

Κάποτε είπε στον π. Θεόφιλο που του διηγείτο όλα αυτά το εξής.

Να λέγεις την Ευχή συνεχώς μέρα-νύχτα και πότε-πότε να παρακαλείς και τους Αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ, και κείνοι θα έρχονται και θα σε σκεπάζουν με τις φτερούγες τους.

Όμως κι εσύ να φυλάγεσαι όσο μπορείς.

Γι’ αυτό, ανύστακτη η προσοχή σου στους λογισμούς σου, στη γλώσσα σου, στις αισθήσεις σου.

Και λέγοντας την Ευχή από το βάθος της καρδιάς σου, θα χορτάσεις Χριστόν.

Θα χορτάσεις Χριστόν, όπως είπε και κάποιος όταν κοινώνησε. Χόρτασα Χριστόν.

Θεέ μου χόρτασα. ΧΟΡΤΑΣΑ.

Για μέρες θα μπορώ να φωνάζω, δεν πεινώ, δεν διψώ.

Χόρτασα.

Μόνο όσοι το ένοιωσαν μπορούν να καταλάβουν αυτήν την λέξη. Χόρτασα.

Και μετά θα έρθουν τα γλυκά τα δάκρυα, τα χαρισματικά και θα πλημμυρίσεις από ουράνια αγαλλίαση και βεβαιωμένη την ελπίδα της σωτηρίας σου.

Μόνο στην Θεία Του μακροθυμία και ευσπλαχνία προσβλέπουμε, Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με,
Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με,
Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον ημάς.

Οικτίρμων και ελεήμων ο Κύριος, μακρόθυμος και πολυέλεος· ουκ εις τέλος οργισθήσεται, ουδέ εις τον αιώνα μηνιεί.

Σωστό. Ο Κύριος είναι οικτίρμων και ελεήμων.

Ας προσέχουμε όλοι διότι παρακάτω λέγει επί τους φοβουμένους αυτόν.

Είναι ελεήμων και μακρόθυμος αλλά όχι σε αυτούς που ζουν χωρίς φόβον κα ξεδιάντροπα και μακριά από την Εκκλησία και τα Μυστήριά Της.

Ο Ορθόδοξος Χριστιανός που προσεύχεται αληθινά, που συμμετέχει στα Μυστήρια και προπαντός στην μετάνοια και στην Θεία Κοινωνία, ποτέ δεν είναι μόνος του, πάντα μαζί του είναι ο Χριστός, η Παναγία και ο Άγγελός του.

Αρκεί να λέγει την ευχή.

Ο Γερο-Χαραλάμπης ο Κομποσχοινάς πρέπει να εκοιμήθη εκεί στο ερημητήριο της Καψάλας μεταξύ 82 και 84 ετών, ίσως και παραπάνω.

Εκεί στο καλυβάκι του ένοιωθε και ζούσε σαν βασιλιάς.


Δεν είχε την παραμικρή άνεση.

Όμως η αγάπη του και η πίστις του προς τον Σωτήρα Χριστόν και την Υπεραγία Θεοτόκο, την Παναγία μας, τον έκαμαν τον πιο ευτυχισμένο άνθρωπο πάνω στη γη.

Βαθύπλουτο από τα πνευματικά και τα ουράνια χαρίσματα με τα οποία τον είχε στολίσει ο Πανάγιος Θεός...

Ας έχουμε την ευχή του...

~ π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος

|εμείς από τον Γεώργιος Μπέλεσης



Πέμπτη 7 Αυγούστου 2025

* Όταν όλη η οικογένεια είδε το Θαβώριο Φως της Μεταμορφώσεως... |π.Στέφανος Αναγνωστόπουλος

   

  |Κι όμως. Υπάρχουν ακόμα και τέτοιες ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ! 

Πάντα θα υπάρχουν... Γι΄αυτό, μην απελπίζεσαι...|


Κάποια κυρία, τη στιγμή που έπαιρνε το αντίδωρο από το χέρι μου, μου είπε:

-Πάτερ θέλω να σας δω στο τέλος, θα σας περιμένω.

Πράγματι στο τέλος την συνήντησα.

Η κυρία λοιπόν αυτή… 

Είχε πολύτεκνη οικογένεια.

Ο μικρότερός της γιός, ο Γιωργάκης, που ήτο τότε ετών δώδεκα, προσεβλήθηκε από καλπάζουσα λευχαιμία. 

Ξέχασα να σας πω ότι κατήγοντο από μια κωμόπολη που ευρίσκετο στα σύνορα μεταξύ Αρκαδίας και Μεσσηνίας.

Μόλις αρρώστησε το παιδί οι γιατροί από την Καλαμάτα, συνέστησαν αμέσως να έλθει στο αντικαρκινικό νοσοκομείο του Μεταξά. 

Ήταν τότε το έτος 1970. 

Έτσι το έφεραν στο νοσοκομείο.

Ύστερα από λίγες μέρες είπαν οι γιατροί στους γονείς ότι το παιδί σε δυο τρείς μέρες θα πεθάνει.

Είχε ήδη πέσει σε κώμα.

Αμέσως εκείνη η ευλογημένη μάνα, σε συνεννόηση με τον άντρα της και τα δυό της τα παιδιά τα πιο μεγάλα, που ήταν εικοσιτριών και εικοσιπέντε ετών, πήραν την απόφαση να πάρουν το παιδί τους. 

Υπέγραψαν, πήραν εξιτήριο και με πολλή προσευχή μετέφεραν το παιδί τους που εξακολουθούσε να ήταν σε κώμα, στο χωριό τους.

Έκαναν μια σύσκεψη όλοι μαζί και πήραν μια καταπληκτική απόφαση που φανέρωνε και την μεγάλη τους πίστη. 

Σ’ένα μικρό βουνό, απέναντι από την κωμόπολη, στην κορφή του ήταν κτισμένο ένα ερημοκκλήσι της Θείας Μεταμορφώσεως.

Εκεί λοιπόν μετέφεραν το παιδί τους. 

Το ξάπλωσαν μπροστά στο τέμπλο και κάτω από τις εικόνες της Μεταμορφώσεως και της Παναγίας.

Έβαλαν λοιπόν ένα στρωματάκι και το σκέπασαν με δυο τρείς κουβέρτες.

Και άρχισαν και οι οκτώ νηστεία,αγρυπνία και προσευχή με πίστη. 

Νηστεία με τελεία ασιτία.

Χωρίς ψωμί, χωρίς φαΐ,χωρίς νερό.

Υπήρχε στο Αναλόγιο ένα παλιό Ωρολόγιο και με αυτό άρχισαν την προσευχή, όλο το εικοσιτετράωρο,την ημέρα όλοι μαζί και το βράδυ με βάρδιες, δύο δύο ή ένας ένας.

 Διάβαζαν τα γράμματα της 6 Αυγούστουδηλαδή της εορτής της Μεταμορφώσεως,του Εσπερινού και του Όρθρου και το Ωρολόγιον ολόκληρο από την αρχή μέχρι το τέλος, συνέχεια. 

Τις πρώτες μέρες άντεξαν τα τρία τους παιδιά,ετών δεκατεσσάρων, δεκαεπτά και δεκαεννιά, και από την τετάρτη ημέρα άρχισαν να πίνουν μόνο νερό από μια παρακείμενη πηγή. 

Οι γονείς και τα δυό μεγάλα αδέλφια κράτησαν την τελεία αποχή.

Στο τέλος κάθε προσευχής ζητούσαν από τον φιλάνθρωπο Κύριο και από τα μητρικά σπλάχνα της Υπεραγίας Θεοτόκου να κάμουν το θαύμα τους.

Η νηστεία,η προσευχή, η αγρυπνία, τα δάκρυα της μετανοίας, προσέξτε τι μου είπε, δάκρυα μετανοίας έριχναν, ομολογούσαν εις τον Θεόν και εις την Παναγία ότι ήσαν αμαρτωλοί και ότι εξαιτίας της αμαρτίας των, αρρώστησε το παιδί τους και η ζωντανή πίστις, ήσαν συνεχείς και ακλόνητες καταστάσεις μέσα στην καρδιά τους.

Την εβδόμη νύχτα,την ώρα που διάβαζαν τον Όρθρο, της έκτης Αυγούστου, της εορτής δηλαδή της Μεταμορφώσεως και ήσαν όλοι ξυπνητοί εκτός από το δωδεκάχρονο αγόρι, που εξακολουθούσε να ευρίσκετο σε κώμα, ξαφνικά φωτίστηκε όλο το εκκλησάκι με ένα φως υπερκόσμιο. 

Πιο φωτεινό και πιο λαμπερό και από αυτόν τον ήλιο.

Βουβάθηκαν όλοι τους από την έκπληξη και τον θαυμασμό, ενώ συγχρόνως τα μάτια τους ήσαν στραμμένα στην εικόνα της Θείας Μεταμορφώσεως. 

Και τότε εντελώς απροσδόκητα, βγήκε μια ολόλαμπρη ακτίνα, μια φοβερή αστραπήη οποία έπεσε πάνω στο ξαπλωμένο παιδί.

Αυτό το γεγονός, ζήτημα μου είπε η ευλογημένη αυτή μητέρα αν κράτησε δέκα δευτερόλεπτα. 

Ξανάγινε σκοτάδι με μοναδικό φως το φως απ’τα καντήλια και τα κεριά που κρατούσαν για το διάβασμα.

Και τότε ακούστηκε η φωνή του αρρώστου παιδιού να φωνάζει «Μαμά,μπαμπά, που είστε;»

Έτρεξαν αμέσως κοντά του και κλαίγοντας το αγκάλιασαν.

«Διψώ», ψιθύρισε, «διψώ». 

«Πεινάω».

Το παιδί συνήλθε. 

Έγινε τελείως καλά. 

Ο Θεός έκαμε το θαύμα του.

Ευλογημένοι τέτοιοι γονείς που παίρνουν τέτοιες αποφάσεις ηρωικές.

Ευλογημένα και τέτοια αδέλφια που συνακολουθούν τέτοιους γονείς.

Ευλογημένη οικογένεια.

Ήπιαν όλοι τους λίγο νερό, λίγο ψωμάκι πολύ λίγο, ένα τέταρτο της φετούλας για να συνέλθουν λίγο.

Το πρωί κατέβηκαν στο χωριό δοξάζοντας το Θεό, φροντίζοντας πλέον για την πλήρη αποκατάσταση της υγείας του παιδιού.

Την άλλη μέρα όμως οι γονείς, είπαν στα παιδιά τους το εξής:

«Φροντίστε σεις το Γιωργάκη και μείς θα επιστρέψουμε στο εκκλησάκι της Μεταμορφώσεως,για να ευχαριστήσουμε το Θεό, με ένα ακόμα τριήμερο με τελεία και πάλι ασιτία.

Και έτσι έγινε. 

Θυμάστε τους δέκα λεπρούς; 

Ο ένας επέστρεψε από τους θεραπευμένους για να ευχαριστήσει τον Κύριο.

Ο ένας.

Στα δύο χρόνια που είχαν περάσει από τότε, 

το παιδί τους, έγινε τελείως καλά, υγιέστατο,χωρίς ίχνος της φοβερής εκείνης αρρώστιας του καρκίνου του αίματος, που λέγεται λευχαιμία.

Στον Άγιο Βασίλειο ξαναήλθε η μητέρα αυτή, επειδή εν τω μεταξύ είχε παντρέψει το γιό της, εκεί που έμεινε, στην ενορία του Αγίου Βασιλείου και έτσι έμαθα την ιστορία.

Κράτησα κάποιες σημειώσεις και σήμερα σας είπα την αληθινή ιστορία τους.

Στο τέλος όμως έκαμα και την εξής ερώτηση:

– Πώς αποφασίσατε να προβείτε σε μια τέτοια ενέργεια,ποιος σας το πρότεινε αυτό,πώς σας ήλθε; 

Κάπου το διαβάσατε; 

Σας φώτισε μήπως ο Θεός;

Και μου απάντησε :

– Πριν από χρόνια πέρασε από το χωριό μας ένας μοναχός Αγιορείτης που ήτανε από την Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας του Αγίου Όρους.

Αυτός μας μίλησε πολύ για την αξία της νηστείας, όταν αυτή η νηστεία, μας είπε, συνοδεύεται από καθαρή προσευχή, από εγκράτεια, από δάκρυα μετανοίας, από υπομονή και πίστη. 

Μας είπε ακόμα αυτός ο μοναχός, για κάποιον Άγιο γέροντα,τον πατέρα Ιερώνυμο τον Σιμωνοπετρίτη, ίσως κάποιοι από σας έχετε διαβάσει την βιογραφία του.

Όταν λοιπόν αυτός ήταν πολύ μικρός είχε αρρωστήσει βαριά.

Τότε οι γονείς του τον πήγαν στην εκκλησία του χωριού και κει παρέμειναν μαζί με το παιδί τους νηστεύοντας και προσευχόμενοι σαράντα ημέρες οι γονείς του πατρός Ιερωνύμου γι’αυτό και έγινε ο γιος αυτός Άγιος. 

– Το παιδί τους έγινε καλά, μεγάλωσε και αργότερα κατέστη ο φημισμένος αυτός γέροντας, είναι αυτός που ανακάλυψε και συνέγραψε την βιογραφία της ερημίτιδος Φωτεινής του Ιορδάνου ποταμού. 

Οι δε γονείς του μικρού Ιερωνύμου, μετά την θεραπεία του γιού τους, παρέμειναν για άλλες δέκα μέρες στο ναό, ευχαριστώντας τον Θεόν,πάλι με νηστεία και προσευχή, σύνολον πενήντα ημέρες.

Κάθε δε φορά που ετελείτο Θεία Λειτουργία, κοινωνούσαν το άρρωστο παιδί, μαζί και οι γονείς.

Αυτά θυμήθηκα,μου είπε η ευλογημένη αυτή μητέρα και αυτά περίπου κάναμε με όσες δυνάμεις είχαμε ο άντρας μου, εγώ και τα παιδιά μου. 

Πίστεψα πάτερ μου, ότι η απόλυτη καθαρή νηστεία, μαζί με την προσευχή, την ταπείνωση και την μετάνοια, ο Θεός θα σώσει το παιδί μου και το έσωσε.

Δόξα νά΄χει το όνομά Του.

Αυτά μου είπε η μακαρία αυτή μάνα και τελείωσε... 


|π.Στέφανος Αναγνωστόπουλος


[μας έστειλε η "συν αυτώ", Χριστίνα Τζ.]

Τετάρτη 5 Μαρτίου 2025

♡ "...Θα μικραίνει, όσο και οι 2 θα ανεβαίνουν προς τον Θεό...

 

 Η απόσταση 

μεταξύ ανδρός και γυναικός στο έγγαμο ζευγάρι, 

θα μικραίνει, 

όσο και οι 2 θα ανεβαίνουν προς τον Θεό...

 

   |π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος



[ από τον εκ των "συν αυτώ", Σπύρο Κοντογούρη ]


Σάββατο 6 Ιουλίου 2024

"...Δύο ἀπό τους Ἀγγέλους γύρισαν και τον κοίταξαν με βλέμμα σοβαρό και πολύ αὐστηρό. Λίγο ἔλειψε να λιποθυμήση...


~ Μία Κυριακή, 

στ τέλος τς Θείας Λειτουργίας, 

μερικς ψυχς τ εχαν «παραξηλώσει» 

μ τς φωνς κα τ γέλια.


κείνη τν ρα μοίραζα ντίδωρο 

κα συλλειτουργός μου κανε τν Κατάλυσι. 


Εχαν δν εχαν μείνει καμμι δεκαρι κκλησιαζόμενοι, 

γι ν πάρουν κόμα ντίδωρο.


νς π᾿ ατος στράφηκε ξαφνικ τ βλέμμα,

ν γελοσε δυνατά, 

πρς τ μέρος το ερο Βήματος. 


Εδε μένα βέβαια ν μοιράζω τ ντίδωρο,

λλ τ Τέμπλο μπροστά του ν χη ξαφανιστ!…


ματιά του πεσε πρτα στν π. Π., 

τν ποο εδε ν σηκώνη τ γιο Ποτήριο, 

γι ν κάνη τ πόλοιπο τς Καταλύσεως,

 ταυτόχρονα μως 

εδε λο τ ερ Βμα 

ν εναι γεμτο π γγέλους, 

ο ποοι ταν σ στάσι ελαβική, 

μ σταυρωμένα τ χέρια 

κα σκυμμένο τ κεφάλι, 

σοβαρο κα στραμμένοι λοι 

πρς τ μέρος το ερέως, 

πο κανε τν Κατάλυσι.


Διότι κείνη τν στιγμή, 

ξακολουθε μέσα στ γιο Ποτήριο 

ν πάρχη Ζν Θεός, 

τ Σμα κα τ Αμα το Κυρίου μας.


Δύο π τος γγέλους γύρισαν 

κα τν κοίταξαν μ βλέμμα σοβαρ 

κα πολ αστηρό. 


Λίγο λειψε ν λιποθυμήση...


Βγκε ξω, πγε, 

ρριξε πολ νερ στ πρόσωπό του 

γι ν συνέλθη, 

πιε να-δυ ποτήρια κα φυγε. 

Μετ π μι βδομάδα, δέκα μέρες, 

λθε κα τ ξωμολογήθηκε.


Επε ν ναφέρω τ γεγονός, 

χωρς μως ν ποκαλύψω τ νομά του, 

λόγ τς μεγάλης του ντροπς κα νοχς.


 Τν πομένη Κυριακ 

πο νέφερα τ γεγονς στος κκλησιαζομένους Χριστιανούς, 

ταν μοίραζα ντίδωρο, 

λέτε κα κκλησία ταν δεια!


Τόση ταν συχία!


Κα μ ρωτ π. Π.:

«Καλά, δν πάρχουν νθρωποι μέσα; 

Τί γινε; 

Ποιό θαμα τος πέβαλε τν τόση γία συχία;»...


|Πρωτοπρεσβυτέρου Στεφάνου Κ. ναγνωστοπούλου,

 μπειρίες κατ τν Θεία Λειτουργία, 

σελ. 20-21 κα 510-511.


|από την Κατερινα Μωραϊτη