Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα όσιος Φιλόθεος Ζερβάκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα όσιος Φιλόθεος Ζερβάκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2025

☆ Ο όσιος Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος, η αγάπη του για τον Άγιο Δημήτριο και το πως ... μεταφέρθηκε τη μέρα της γιορτής (26 Οκτωβρίου) από το κλειδωμένο κελί του στην Πάρο στο Ναό του Αγίου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη...




     |διηγείται ο π. Αθανάσιος Μητρ. Λεμεσού 


  "Τον Οκτώβριο του 1978 ενώ ήμουν τότε φοιτητής επισκέφτηκα το Γέροντα Φιλόθεο Ζερβάκο στη νήσο Πάρο, στη Μονή της Λογγοβάρδας εκεί όπου ο Γέροντας Φιλόθεος ήταν για πολλά χρόνια Ηγούμενος. 

Μιλήσαμε πάρα πολλές ώρες και είχα εξομολογηθεί κοντά του. 

Μου διηγήθηκε τότε ένα θαυμαστό γεγονός. 

Με ρώτησε που σπούδαζα. 

Εγώ του είπα γέροντα, σπουδάζω στη Θεσσαλονίκη. 

Τότε με ρώτησε αν αγαπώ τον Άγιο Δημήτριο και λέω βέβαια, γέροντα, αλλοίμονο! 

Όλους τους Αγίους και τον Άγιο Δημήτριο. 

Μου λέει, όχι να τον αγαπάς πάρα πολύ! 

Και θα σου πω, μου λέει, τι έγινε με μένα. 

Όταν ήταν ο πατήρ Φιλόθεος νέος, νέο παιδί και προσπάθησε να πάει στο Άγιον Όρος, τον συνέλαβαν οι Τούρκοι, οι οποίοι είχαν τότε τη Θεσσαλονίκη και τον έκλεισαν μέσα στο Λευκό Πύργο και εκεί είχε πάρα πολλές δυσκολίες και αν θυμάμαι καλά, μάλιστα είχαν σκοπό και να τον κακοποιήσουν ή και να τον σκοτώσουν ακόμα. 

Εκεί δια θαύματος τον γλύτωσε ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Δημήτριος παρουσιαζόμενος ως αξιωματικός στους Τούρκους και εμποδίζοντάς τους να τον κακοποιήσουν. 

Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. 

Μετά το γεγονός αυτό, ο πατήρ Φιλόθεος έκανε τάμα στον Άγιο Δημήτριο, κάθε χρόνο στις 26 Οκτωβρίου που είναι η μνήμη του να πηγαίνει στο ναό του Αγίου Δημητρίου και να παρίσταται και να λειτουργεί εκεί στην πανήγυρη του Αγίου. 

Μια χρονιά -πριν περίπου 10 χρόνια μας είχε πει από τότε που μας διηγήθηκε το γεγονός- είχε πάρα πολύ μεγάλη κακοκαιρία στην Πάρο και δεν υπήρχαν πλοία, δεν μπορούσε κανένα πλοίο να αποπλεύσει. 

Οπότε ήταν αδύνατο για τον Πατέρα Φιλόθεο να φύγει από το νησί και να πάει στη Θεσσαλονίκη (στην Αθήνα και μετά στη Θεσσαλονίκη) για να εκπληρώσει το τάμα του και την επιθυμία που είχε να παραβρεθεί στην πανήγυρη του Αγίου Δημητρίου στο ναό του. 

Και έτσι παρέμεινε στο Μοναστήρι αλλά ήταν πάρα πολύ θλιμμένος. 

Έκαναν τον Εσπερινό κάτω στο καθολικό της Μονής του και επέστρεψε ο πατήρ Φιλόθεος στο κελί του, λυπημένος, αισθανόμενος τρόπον τινά μια αμηχανία γιατί δεν μπορούσε να εκπληρώσει αυτόν το λόγο που είχε δώσει στον Άγιο. 

Μόλις πήγε στο κελί του όμως και κάθισε στην καρέκλα του και άρχισε να προσεύχεται και να λέει,

 "Άγιε Δημήτριε, δυστυχώς δεν μπόρεσα να εκπληρώσω αυτό το τάμα. Σε παρακαλώ, συγχώρεσέ με, βοήθησε με"

 ξαφνικά, χωρίς να το καταλάβει πώς, βρέθηκε στο ναό του Αγίου Δημητρίου. 

Από την Πάρο βρέθηκε στο ναό του Αγίου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη. 

Εν σώματι, κανονικά. 

Κανονικά χαιρέτησε όλους εκεί τους παρόντες χωρίς βέβαια να πει σε κανέναν τίποτα. 

Αυτοί βέβαια ήξεραν ότι πάει κάθε χρόνο και έτσι δεν απόρησε κάνεις.

Έλαβε μέρος στον Εσπερινό, έμεινε το βράδυ στη Θεσσαλονίκη, έλαβε μέρος την άλλη μέρα στη Θεία λειτουργία, τελείωσαν οι εορτασμοί όλοι και τότε λοιπόν ο πατήρ Φιλόθεος επέστρεψε πίσω στο μοναστήρι του. 

Στο μοναστήρι όμως οι μοναχοί είχαν ανησυχήσει την άλλη μέρα διότι η πόρτα ήταν κλειστή από μέσα και νόμιζαν ότι πέθανε. 

Χτυπούσαν και δεν άνοιγε. 

Έσπασαν την πόρτα, ήταν κλειδωμένη από μέσα και ο πατήρ Φιλόθεος απουσίαζε

Και μετά θυμάμαι όταν τον ρώτησα: 

Γέροντα, λέω, μετά πώς επιστρέψατε;

-Με την παιδική αφέλεια νόμιζα ότι ήρθε πίσω κατά τον ίδιο τρόπο-

"Ε", μου λέει, "ρε παιδάκι μου μετά πήρα το καράβι και επέστρεψα. 

Την πρώτη φορά με πήρε ο Άγιος αεροπορικώς και μετά ήρθα με τα δικά μου τα μέσα". 

Αυτό μας το διηγήθηκε ο ίδιος και εκτός που το είπε ο ίδιος, μετά και οι Πατέρες, οι Γέροντες της Μονής της Λογγοβάρδας, μας το είπαν και οι ίδιοι που ήταν παρόντες όταν έσπασαν την πόρτα που ήταν κλειδωμένη από μέσα και δεν βρήκαν τον Γέροντα Φιλόθεο στο κελί του...


|άκουσέ το εδώ...

https://youtu.be/PpiMiFGlrDU


Δευτέρα 11 Αυγούστου 2025

☆ «Δεν μου λες πάτερ μου, τι έχεις να πεις τώρα;;». Και της απαντά ο ιερέας: «Ησύχασε ευλογημένη, εδώ πρόκειται περί Αγίου…»

 


    «ΤΟΙΣ ΑΓΙΟΙΣ ΤΟΙΣ ΕΝ ΤΗ ΓΗ ΑΥΤΟΥ ΕΘΑΥΜΑΣΤΩΣΕΝ Ο ΚΥΡΙΟΣ» (Ψαλμός ΙΕ΄.15)!!!


Το παρακάτω, αποτελεί αφήγηση του πρ. Διευθυντού Δημοτικής Εκπαιδεύσεως κ.Μανώλη Καπετανάκη:


Ένας από τους πολύ μεγάλους Αγίους της Εκκλησίας μας, είναι ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς. 

Ήταν σύγχρονος του γέροντα μου Φιλοθέου Ζερβάκου, και έλαμψε με την θαυμαστή βιωτή του.

Κάποια ημέρα εταξίδευα, μετά την κοίμηση του πατρός Φιλοθέου, με κατεύθυνση την Ι.Μονή Λογγοβάρδας της Πάρου, με το πλοίο “Αιγαίον”. 

Ήταν Σάββατο πρωΐ και το πλοίο επλησιάζε στην Πάρο. 

Εκείνο το Σάββατο το καράβι ήταν άδειο. 

Εγώ άρχισα να κάνω βόλτες, στα διαμερίσματα του πλοίου, ολομόναχος. 

Κάποια στιγμή, ευρέθηκα στο σαλόνι της πρώτης θέσεως και βλέπω έναν ιερέα. 

Φαινόταν παραδοσιακός και  σεβάσμιος ιερέας, τον χαιρετώ λοιπόν και αυτός ανταποδίδει τον χαιρετισμό. 

Εν συνεχεία του λέω: 

“Γέροντα να πιούμε δύο καφεδάκια, να περάσει λίγο η ώρα;;”. 

“Να πιούμε.”, μου απαντά. 

Πηγαίνω στο μπαρ, φέρνω τα καφεδάκια μας, κάθομαι δίπλα του και συστήθηκα. 

Ο Ιερέας ήταν κάποιος πατήρ Αντώνιος από την Νάξο.

Λέω τότε στον π.Αντώνιο: 

“Πατέρα έχετε κάτι ωφέλιμο να μου πείτε, να περάσει όμορφα η ώρα μας;;” και μου απαντάει:


“Έχω κάποια σπουδαία εμπειρία από την γιαγιά μου, την οποία συνηθίζω να αφηγούμαι. 


Άκου λοιπόν…:

Η γιαγιά μου ήταν νεωκόρος, σε μία Εκκλησία στην οποία υπηρέτησε ο παπά Νικόλας ο Πλανάς, όταν ήταν ιερέας στην Νάξο. 

Μία των ημερών, ημέρα Πέμπτη, λέει ο παπά Νικόλας στον προΐστάμενο ιερέα του Ναού:

«Πάτερ μου, έχω ένα επείγον ραντεβού στην Πάρο σήμερα, δώσε μου την ευχή σου να πάω να τακτοποιήσω την υπόθεση που έχω…» 

και ο προϊστάμενος του έδωσε την άδεια.

Μόλις φεύγει ο παπά Νικόλας για το επείγον ραντεβού του στην Πάρο, ο προϊστάμενος ιερέας φωνάζει την γιαγιά μου και της λέει: 

«Είναι η πρώτη φορά που ο παπά Νικόλας μου είπε ψέματα. 

Θέλει, λέει, να πάει στην Πάρο, σήμερα, για κάποια υπόθεση… 

Πώς θα πάει στην Πάρο, αφού κάθε Πέμπτη δεν έχει καράβι για την Πάρο;; 

Κάνε μου την χάρη, σε παρακαλώ, τρέξε γρήγορα και παρακολούθησε να δεις τι γίνεται».

Τρέχει η γιαγιά μου και βλέπει τον παπά Νικόλα να κατευθύνεται προς μία απόμακρη παραλία. Κοίταζε η γιαγιά μου για κάποιο καΐκι ή βάρκα αλλά τίποτα, ερημιά. 

Τότε ξαφνικά, βγάζει το ράσο του ο παπά Νικόλας, το πετάει στην θάλασσα, και μ’ ένα σάλτο ευρίσκεται πάνω στο ράσο και αρχίζει επί του ράσου να πλέει με κατεύθυνση την νήσο Πάρο!!!

Σαστίζει η γιαγιά μου!!! 

Τρέχοντας επιστρέφει στον Ναό, έκθαμβη θα έλεγα, και περιέγραψε με κάθε λεπτομέρεια όλα τα θαυμαστά που έζησε στον προϊστάμενο. 

Ο προϊστάμενος ιερέας δεν επίστεψε λέξη, και είπε στην γιαγιά μου: 

«Αυτά τα πράγματα, αποκλείεται να γίνονται σήμερα… 

Λοιπόν, σταμάτα τα παραμύθια, διότι θα σε κοροϊδεύει όλος ο κόσμος». 

Η γιαγιά μου όμως επέμενε χωρίς να δέχεται τις αντιρρήσεις του προϊσταμένου, κάτι που τελικά δεν μπορούσε να παραβλέψει ο ιερέας, οπότε της εζήτησε να ευρεθούν το απόγευμα και να παραφυλάξουν στο σημείο όπου αναχώρησε ο παπά Πλανάς για την Πάρο.

Έτσι και έγινε. Η γιαγιά και ο ιερέας ευρέθηκαν στο συγκεκριμένο σημείο παρατηρώντας την θάλασσα προς την Πάρο. 

Αφού επέρασε περίπου μία ώρα, βλέπουν στο βάθος του ορίζοντα μία μαύρη κουκίδα, η οποία σταδιακά μεγάλωνε, μέχρι που τελικά διέκριναν τον παπά Νικόλα να ταξιδεύει πάνω στο ράσο του... 

Φθάνει στην παραλία ο παπά Νικόλας, βγαίνει από την «αυτοσχέδια βάρκα» του, σκύβει, παίρνει το ράσο από την θάλασσα, το τινάζει, το φοράει και αρχίζει να ανηφορίζει προς τον Ναό!

Λέει τότε η γιαγιά μου στον «παγωμένο» προϊστάμενο ιερέα: 

«Δεν μου λες πάτερ μου, τι έχεις να πεις τώρα;;».

Και της απαντά ο ιερέας: «Ησύχασε ευλογημένη, εδώ πρόκειται περί Αγίου…»”!!!


         Μετά από αυτά, τα θαυμαστά που άκουσα, έκανα τον Σταυρό μου, επικαλέσθηκα τις πρεσβείες του Αγίου Νικολάου του Πλανά και συνέχισα συγκλονισμένος το προσκυνηματικό ταξίδι προς την Ι.Μ.Λογγοβάρδας...


  |εμείς από την Θεοδούλα Παρασκευοπούλου

Τετάρτη 22 Μαΐου 2024

☆ "Βιωματικές εμπειρίες με τον Άγιο Πορφύριο! Και όλα όσα μου είπαν οι σύγχρονοι Άγιοι... |"Φοβερά και τρομερά" μας αφηγείται ο κ. Εμμανουήλ Καπετανάκης

 Ο κ. Εμμανουήλ Καπετανάκης, πρώην Διευθυντής Δημοτικής Εκπαίδευσης, μας διηγείται κάποιες από τις εμπειρίες του με τον Άγιο Πορφύριο τον οποίο όχι μόνο γνώρισε αλλά και που είχε στενή σχέση μαζί του. 

Το βίντεο είναι απόσπασμα από την ομιλία του 

«Όσα μου είπαν οι Άγιοι»... 

Ευχαριστούμε βαθιά τον κ. Καπετανάκη για την εγκάρδια ανταπόκριση του στο αίτημα μας να μας μιλήσει για τους Αγίους με τους οποίους ήταν στενά συνδεδεμένος.

Ζει Κύριος ο Θεός ημών εν τοις Αγίοις Αυτού!

Ομάδα Νεότητας Αγίου Νεκταρίου Αττικής.-



|ολόκληρη η πολύ ενδιαφέρουσα ομιλία του εδώ...

...Μας ομιλεί για τον πνευματικό του πατέρα,

γέροντα Φιλόθεο Ζερβάκο,

τον μεγάλο «Δάσκαλο»,

όπως αναφέρει ο ίδιος, Άγιο Παΐσιο,

τον Άγιο Πορφύριο

που όχι μόνο γνώρισε

αλλά και που τον βοήθησε προσωπικά στην ζωή του,

την Αγία γερόντισσα Μακρίνα

και για πολλούς ακόμα Αγίους ανθρώπους

που του "φώτισαν" τη ζωή... 00:00 - 3:20 : Εισήγηση 3:20 - 5:28: Ο άνθρωπος που μου σύστησε τα πνευματικά αναστήματα 5:28 - 12:35: Η γνωριμία μου με τον Γέροντα Φιλόθεο Ζερβάκο 12:35 - 17:34: Πώς έγινε πνευματικός μου ο Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος 17:34 - 22:54 : Τα χαρίσματα του Γέροντα Φιλόθεου Ζερβάκου 22:54 - 26:00: Με βοήθησε να μετατεθώ εκεί που ήθελα 26:00 - 32:13: Χαριτωμένα περιστατικά του γέροντα Φιλόθεου Ζερβάκου 32:13 - 33:38: Μας έβλεπε πριν πάμε 33:38 - 40:55: Η γνωριμία μου με τον Άγιο Παΐσιο. 40:55 - 42:48: Ο Άγιος Παΐσιος και το ψαράκι που του χάρισε η Παναγία 42:48 - 45:26: Η αντιμετώπιση του Αγίου Παΐσιου σε έναν κακό λογισμό 45:26 - 50:00: Η μπουνιά του Αγίου Παισΐου και το ιαματικό του χάρισμα 50:00 - 52:03: Το ελάφι και ο Άγιος Παΐσιος 52:03 - 52:38: Η χαριτωμένη απάντηση του Αγίου Παισΐου 52:38 - 54:47: Το "κέρασμα" του Αγίου Εφραίμ 54:47 - 56:40: Η υπακοή στον πνευματικό μου με έσωσε 56:40 - 57:57: Πώς ο Άγιος παΐσιος της γιάτρεψε τον φόβο για τους σεισμούς 57:57 - 59:18: Το πορτοκάλι του Αγίου Παισΐου 59:18 - 1:03:49: Πώς γνώρισα τον Άγιο Πορφύριο 1:03:49 - 1:07:01: Πώς ο Άγιος Πορφύριος πρόλαβε να σώσει άνθρωπο πριν αυτοκτονήσει 1:07:01 - 1:18:20: Θαυμαστά γεγονότα με τον Άγιο Πορφύριο 1:18:20 - 1:21:21: π. Δαμιανός, ο διάδοχος του Γέροντα Φιλόθεου 1:21:21 - 1:27:01: Γερόντισσα Μακρίνα Βλασσοπούλου 1:27:01 - 1:31:56: Η επίσκεψη του Αγ. Νεκταρίου στον π. Δήμητριο Γκαγκαστάθη 1:31:56 - 1:44:08: Ερωτήσεις


|επιμέλεια ανάρτησης: Βάσω Κ.


Παρασκευή 27 Οκτωβρίου 2023

"Το θαύμα του Αγίου Δημητρίου στον Όσιο Γέροντα Φιλόθεο Ζερβάκο..."


 ~ αφηγείται ο Λεμεσού Αθανάσιος.


Τον Οκτώβριο του 1978 

ενώ ήμουν τότε φοιτητής 

επισκέφτηκα το Γέροντα Φιλόθεο Ζερβάκο στη νήσο Πάρο, 

στη Μονή της Λογγοβάρδας 

εκεί όπου ο Γέροντας Φιλόθεος 

ήταν για πολλά χρόνια Ηγούμενος.

Μιλήσαμε πάρα πολλές ώρες 

και είχα εξομολογηθεί κοντά του. 


Μου διηγήθηκε τότε ένα θαυμαστό γεγονός.

Με ρώτησε που σπούδαζα.

Εγώ του είπα γέροντα, σπουδάζω στη Θεσσαλονίκη.

 Τότε με ρώτησε αν αγαπώ τον Άγιο Δημήτριο 

και λέω βέβαια, γέροντα, αλλοίμονο! 

Όλους τους Αγίους και τον Άγιο Δημήτριο.

Μου λέει, όχι να τον αγαπάς πάρα πολύ!

Και θα σου πω, μου λέει, τι έγινε με μένα.

Όταν ήταν ο πατήρ Φιλόθεος νέος, 

νέο παιδί και προσπάθησε να πάει στο Άγιον Όρος, 

τον συνέλαβαν οι Τούρκοι, 

οι οποίοι είχαν τότε τη Θεσσαλονίκη και τον έκλεισαν μέσα στο Λευκό Πύργο 

και εκεί είχε πάρα πολλές δυσκολίες 

και αν θυμάμαι καλά, 

μάλιστα είχαν σκοπό και να τον κακοποιήσουν 

ή και να τον σκοτώσουν ακόμα. 

Εκεί δια θαύματος 

τον γλύτωσε ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Δημήτριος 

παρουσιαζόμενος ως αξιωματικός στους Τούρκους 

και εμποδίζοντάς τους να τον κακοποιήσουν! 

Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. 

Μετά το γεγονός αυτό, 

ο πατήρ Φιλόθεος έκανε τάμα στον Άγιο Δημήτριο,

 κάθε χρόνο στις 26 Οκτωβρίου που είναι η μνήμη του 

να πηγαίνει στο ναό του Αγίου Δημητρίου 

και να παρίσταται 

και να λειτουργεί εκεί στην πανήγυρη του Αγίου. 


Μια χρονιά 

-πριν περίπου 10 χρόνια μας είχε πει από τότε που μας διηγήθηκε το γεγονός- 

είχε πάρα πολύ μεγάλη κακοκαιρία στην Πάρο 

και δεν υπήρχαν πλοία, 

δεν μπορούσε κανένα πλοίο να αποπλεύσει. 

Οπότε ήταν αδύνατο για τον Πατέρα Φιλοθέο 

να φύγει από το νησί 

και να πάει στη Θεσσαλονίκη 

(στην Αθήνα και μετά στη Θεσσαλονίκη) 

για να εκπληρώσει το τάμα του και την επιθυμία που είχε 

να παραβρεθεί στην πανήγυρη του Αγίου Δημητρίου στο ναό του. 

Και έτσι παρέμεινε στο Μοναστήρι 

αλλά ήταν πάρα πολύ θλιμμένος.

Έκαναν τον Εσπερινό κάτω στο καθολικό της Μονής του 

και επέστρεψε ο πατήρ Φιλόθεος στο κελί του, λυπημένος, 

αισθανόμενος τρόπον τινά μια αμηχανία 

γιατί δεν μπορούσε να εκπληρώσει 

αυτόν το λόγο που είχε δώσει στον Άγιο. 

Μόλις πήγε στο κελί του όμως και κάθισε στην καρέκλα του 

και άρχισε να προσεύχεται και να λέει, 

"Άγιε Δημήτριε, 

δυστυχώς δεν μπόρεσα να εκπληρώσω αυτό το τάμα. 

Σε παρακαλώ, συγχώρεσέ με, βοήθησε με" 

ξαφνικά, χωρίς να το καταλάβει πώς, 

βρέθηκε στο ναό του Αγίου Δημητρίου. 

Από την Πάρο βρέθηκε 

στο ναό του Αγίου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη. 

Εν σώματι, κανονικά. 

Κανονικά χαιρέτησε όλους εκεί τους παρόντες 

χωρίς βέβαια να πει σε κανέναν τίποτα. 

Αυτοί βέβαια ήξεραν ότι πάει κάθε χρόνο 

και έτσι δεν απόρησε κάνεις.

Έλαβε μέρος στον Εσπερινό, 

έμεινε το βράδυ στη Θεσσαλονίκη, 

έλαβε μέρος την άλλη μέρα στη Θεία λειτουργία, 

τελείωσαν οι εορτασμοί όλοι 

και τότε λοιπόν ο πατήρ Φιλόθεος επέστρεψε πίσω στο μοναστήρι του.

Στο μοναστήρι όμως 

οι μοναχοί είχαν ανησυχήσει την άλλη μέρα 

διότι η πόρτα ήταν κλειστή από μέσα 

και νόμιζαν ότι πέθανε. 

Χτυπούσαν και δεν άνοιγε. 

Έσπασαν την πόρτα, 

ήταν κλειδωμένη από μέσα 

και ο πατήρ Φιλόθεος απουσίαζε.

Και μετά θυμάμαι όταν τον ρώτησα: 

Γέροντα, λέω, μετά πώς επιστρέψατε;

-Με την παιδική αφέλεια νόμιζα ότι ήρθε πίσω κατά τον ίδιο τρόπο-

"Ε", μου λέει, 

"ρε παιδάκι μου μετά πήρα το καράβι και επέστρεψα. 

Την πρώτη φορά με πήρε ο Άγιος αεροπορικώς 

και μετά ήρθα με τα δικά μου τα μέσα".


Αυτό μας το διηγήθηκε ο ίδιος 

και εκτός που το είπε ο ίδιος, 

μετά και οι Πατέρες, 

οι Γέροντες της Μονής της Λογγοβάρδας, 

μας το είπαν και οι ίδιοι που ήταν παρόντες 

όταν έσπασαν την πόρτα που ήταν κλειδωμένη από μέσα 

και δεν βρήκαν τον Γέροντα Φιλόθεο στο κελί του...



Σάββατο 11 Μαρτίου 2023

* Ὁ Νικόλας ὁ Μπούκης και η Πόρνη... |Μάθε αυτήν την αληθινή ιστορία, ενός ανθρώπου που "ἤτανε σπάταλα χαριτωμένος ἀπό τον Θεό"! Ξεπερνάει κάθε φαντασία...


Ένας χειρισμός που πολύ απλά, αλλά περιεκτικά θα έλεγε κανείς πως...
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ...




«... Τοῦτο μοῦ ἐνθύμισε μίαν ἄλλην κορασίδα, τὴν Κοῦλαν (Ἀγγελικήν) τοῦ φίλου μου Νικόλα τοῦ Μπούκη. Ἁπλοῦς μανάβης, ἤ ὀπωροπώλης, ἦτον ὁ ἄνθρωπος, ἀλλ’ εἶχε λάβει θεόθεν διὰ τὴν φιλοξενίαν του τὴν εὐλογίαν τοῦ Ἀβραάμ.
Ἡ μικρὰ οἰκία ἦτο ξενὼν διά τοὺς φίλους καὶ τοὺς διαβατικούς, διά τούς τυχόντας.
Εἶχεν ἀπολύσει ἡ λειτουργία μετὰ τὴν παννυχίδα εἰς τὸ παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Ἐλισσαίου, καὶ τὴν ὥραν τοῦ ἀντιδώρου, ἡ γυνὴ τοῦ Μπούκη τοῦ φίλου μου, ἀκολουθουμένη ἀπὸ τὴν μικράν κόρην της τὴν Ἀγγελικοῦλαν, μ’ ἐπλησίασεν εἰς τὸ στασίδι, διὰ νὰ μοῦ ὑπομνήση, ὡς συνήθως, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάγω εἰς τὸ γεῦμα.
Τότε ἡ μικρὰ παιδίσκη (ἦτο ἀπὸ τὸ βρεφοκομεῖον, ὡς ἄτεκνον ὁπού ἦτο τὸ ἀνδρόγυνον, ἀλλ’ αὐτὴ τὸ ἠγνόει), μ’ ἐχαιρέτησε, καὶ μοῦ λέγει :
- Ἐσύ, μπάρμπ’ Ἀλέξανδρε, ψέλνεις τὰ τραγούδια τοῦ θεοῦ!
...Ἔκτοτε ἡ μικρὰ μὲ ἤκουε νὰ ψάλλω συνεχῶς «τραγούδια τοῦ θεοῦ», εἰς τὸν πενιχρὸν ναΐσκον, ὅπου ἐσύχναζε τακτικὰ μὲ τὴν μητέρα της... Ἠσθάνετο (τὰ τροπάρια) καί τὰ ἐπόθει καὶ τὰ ἐχαρακτήριζε μὲ ἀγγελικόν αἴσθημα, ὡς τραγούδια τοῦ θεοῦ...».


Αὐτὸς ὁ Νικόλας ὁ Μπούκης, ποὺ ἀναφέρει ὁ κύρ’ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, στάθηκε ἕνας ἅγιος ἄνθρωπος καὶ ἥρωας μιᾶς θαυμαστῆς ἱστορίας. Ἄγνωστο γιατί, δὲν θέλησε νὰ τὴ γράψει ὁ Παπαδιαμάντης, ὁ μόνος ποὺ ἄξιζε νὰ τό κάνει.
Τὴν ἄκουσα ἀπό τό στόμα ἑνὸς κοινοῦ φίλου τους, καὶ τὴν ἔβαλα νὰ διασωθεῖ μέσα στὴν «Κιβωτό».
Ὁ κοινὸς αὐτὸς φίλος τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Μπούκη δὲν εἶναι ἄλλος ἀπό τὸν σεπτὸ ἡγούμενο τῆς Λογγοβάρδας τῆς Πάρου, τὸν πάτερ Φιλόθεο Ζερβάκο.
Ὁ Νικόλαος ὁ Μπούκης ἤτανε σπάταλα χαριτωμένος ἀπὸ τὸν θεό.
Ἁπλοϊκὸς στὴν καρδιά, ταπεινός, εὐσεβέστατος, γεμᾶτος συμπόνοια στοὺς φτωχούς, πήγαινε ταχτικὰ στο ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Ἐλισσαίου ὅπου γνωρίστηκε μὲ τὸν Παπαδιαμάντη καὶ τὸν πατέρα Φιλόθεο, ποὺ ἤτανε τότε λαϊκὸς ἀκόμα κι ἔκανε τὸν ψάλτη.


Ὅταν, λοιπόν, ὁ Νικόλας ἔφτασε στὰ 37 του χρόνια, ἀποφάσισε νὰ παντρεφτεῖ.
Τί πιό φυσικό, νὰ σκεφτεῖ νὰ πάρει γιὰ σύντροφο τῆς ζωῆς του μιά κόρη ποὺ θὰ τοῦ ταίριαζε, εὐσεβῆ, σεμνὴ καὶ προκομένη.
Ὅμως ὁ νοῦς του δὲν πῆγε ἐκεῖ.
Μὲ τὴν εὐκολία ποὺ ἔχουν οἱ ἀληθινοὶ ἅγιοι, ὁ μακάριος ἐκεῖνος σηκώθηκε καὶ πῆγε σ’ ἕνα σπῆτι τῆς ἁμαρτίας καὶ εἶπε στὴν πρώτη ποὺ ἀντίκρυσεν ἐκεῖ μέσα ἁμαρτωλὴ :
- Σήκω κι ἔλα μαζί μου. Ἔταξα στὸν θεὸ νὰ γλυτώσω μια ψυχὴ ἀπό τή λάσπη. Ἔλα νὰ σὲ κάνω γυναῖκα μου.
Ἐκείνη σάστισε στὴν ἀρχή, μὰ οὔτε στιγμὴ δὲν τῆς πέρασε ἀπὸ τὸ μυαλὸ πὼς ἤτανε κάποιο ἄσπλαχνο πείραγμα.
Κι ὕστερ’ ἀπό λίγο, τὸν ἀκολούθησε.
Ὁ Μπούκης σκεφτότανε μέσα του τὸ χαμένο πρόβατο τῆς παραβολῆς κι εὐχαριστοῦσε ἀπὸ τὰ κατάβαθα τῆς ψυχῆς τὸν Κύριο γιατί ἀξιωνότανε νὰ τὸν μιμηθεῖ.
Τὴν ἔβαλε κι ἐξομολογήθηκε κι ἀφοῦ μεταλάβανε μαζὶ τὸ Σάββατο, στεφανωθήκανε τὴν Κυριακή.
«Ἡ πρώην ἄσωτος γυνή» ἤτανε τώρα στὸ πλευρὸ τοῦ Μπούκη σὰν ἁγνότατο ρόδο.
Φρόνιμη καὶ χαμηλοβλεποῦσα, μὲ τὰ 22 χρόνια της δροσᾶτα, σὰν καὶ νὰ τὴν εἶχε μόλις δρέψει ἀπὸ τὸν κόρφο τῆς μάνας της.
Τό μάθανε καὶ τ’ ἀδέρφια της κι ἤρθανε ἀπὸ τὸ Μενίδι — ὅπου ἤτανε τὸ πατρικό τους — καὶ τὴν καμάρωσαν μ’ ὅλο τὸν ἄλλο κόσμο.
Ὕστερα, πέρασε κάμποσος καιρός, ἀνέφελα κι εὐλογημένα.
Ἀλλά ἡ ἁμαρτία εἶναι δυνατὴ καί δὲν παρατάει εὔκολα τὰ πλάσματα ποὺ δουλέψανε σ’ αὐτή.
Κι ἔτσι - κατὰ τὸν Σολομῶντα ποὺ λέγει «ὥσπερ κύων ἐπὶ τὸν ἑαυτοῦ ἔμετον», - ἡ γυναῖκα τοῦ Μπούκη κύλισε ξαφνικὰ ἐκεῖ ἀπ’ ὅπου ἡ χάρη τοῦ θεοῦ τὴν εἶχε τραβήξει κι ἔγινε μοιχαλίδα.
Σὰν ὁ ἄντρας της τὴν ἔπιασε, δὲν τῆς εἶπε κανένα πικρὸ λόγο.
Μὰ τώρα πιὰ δὲν βάσταγε νὰ τὴν κρατήσει.
Τὴν εἶδε νὰ φεύγει ἀπὸ τό σπίτι τους, χωρὶς νὰ τὴν προφτάξει καὶ νὰ τῆς πεῖ:
«Γυναῖκα, δὲ σοῦ κρατάω κακία».
Ἐκείνη πῆγε κι ἔμεινε σὲ μιά συγγένισσά της. Φοβότανε καὶ τ’ ἀδέρφια της καὶ καθότανε ἐκεῖ κρυμένη.
Ὁ Νικόλας εἶπε τότε μὲ τὸ νοῦ του:
«Ἄλλο πιὰ δὲν μοῦ μένει παρὰ νὰ πάω στ’ Ἁγιονόρος ν’ ἀσκητέψω».
Μπῆκε στὸ βαπόρι, παρατῶντας σπίτι καὶ μαγαζί, καὶ ἦρθε στ’ Ἁγιονόρος.
Ἐκεῖ ρώτησε ποιὸς ἤτανε ὁ καλύτερος πνευματικός, γιὰ νὰ τοῦ ἐμπιστευθεῖ τὸν πόνο του καὶ τὴν ἀπόφασή του.
Τοῦ εἴπανε:
- Νὰ πᾶς στὸν πάτερ Σάββα.
Ὁ πάτερ Σάββας δὲν καθότανε σὲ μοναστῆρι, παρὰ σὲ μία βραχότρυπα.
Ἤτανε βαθύγερος καὶ διαβόητος πνευματικός.
Ἤξερε, ἀνάλογα μὲ τὴν ψυχὴ ποὺ ἐρχότανε σ’ αὐτόν, νὰ φέρνεται.
Ἄλλοτε ἔβαζε βαριούς κανόνες, γιατί ἔβλεπε πὼς τοὺς ἄντεχε ὁ ἁμαρτωλός.
Κι ἄλλοτε διάβαζε μονάχα τὴν εὐχὴ κι ὕστερα σιγὰ - σιγὰ ἔβαζε νηστεῖες καὶ μετάνοιες κι ἀγρυπνίες.
Κάποια φορά ἕνας φοβερὸς ληστὴς εἶχε πάει σ’ αὐτὸν νὰ ξομολογηθεῖ.
«Βαρέθηκα, τοῦ εἶπε, νὰ σκοτώνω. Λέω νὰ σώσω τὴν ψυχή μου. Ἂν θέλεις διάβασέ μου τὴν εὐχή, ἀλλά κανόνα μὴ μοῦ βάζεις, γιατί δὲν βαστάω τέτοια».
Ὁ πάτερ Σάββας τὸν κοίταξε μὲ ἱλαρή ματιὰ καὶ τοῦ ἀποκρίθηκε:
«Ἕνα κανόνα σοῦ βάζω.
Νὰ μὴν ξαναβλάψεις ἄνθρωπο».
Ὁ ληστὴς ἀπόρεσε:
«Καλά, αὐτὸ τ’ ἀποφάσισα», εἶπε.
«Ἔ, αὐτό φτάνει».
«Καὶ τίποτε ἄλλο;»
«Τίποτε ἄλλο.
Ἂν θέλεις, νηστεύεις μονάχα Τετράδη καὶ Παρασκευή.
Καὶ νὰ λὲς ποῦ καὶ ποῦ:
Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν».
Βουρκώσανε τὰ μάτια τ’ ἀνθρώπου.
Ὕστερα ἀπὸ κάμποσες μέρες ξανᾶρθε.
«Γέροντα— λέει— αὐτα ποὺ μοὖπες τὰ κάνω.
Θέλω καὶ κανέναν ἄλλο κανόνα».
Ὁ πάτερ Σάββας τότε τοῦ λέει:
«Ἂν βαστᾶς, νήστευε καὶ τὴ Δευτέρα.
Κάνε καὶ 40 μετάνοιες κάθε βράδι πρὶν πλαγιάσεις».
Ὕστερα ἀπὸ κάμποσες μέρες ἦρθε πάλι στὸν γέροντα ὁ ληστής.
«Λέω νὰ νηστεύω καὶ τὴν Τρίτη καὶ τὴν Πέμπτη.
Καὶ νὰ πουλήσω ὅλα μου τὰ ὑπάρχοντα καὶ νὰ καθίσω ἐδῶ γιὰ πάντα».
Καὶ πρόσθεσε μὲ λυγμούς.
«Πῶς ξεπλερώνεται ὁ Θεὸς;»
Ἡ καρδιὰ του εἶχε μαλακώσει ὁλότελα.
Σ’ αὐτὸν τόν ἅγιο γέροντα πῆγε κι ὁ Νικόλας.
Σὰν τὸν ἄκουσεν ἐκεῖνος, πῆρε αὐστηρὴ ὄψη καὶ τοῦ ἀποκρίνεται:
- Δὲν ἔχεις καμμιὰ δουλειὰ ἐδῶ πέρα.
Ἁμαρτάνεις μ’ αὐτὰ ποὺ σκέφτεσαι.
Ἂν εἶχες μιά γίδα καὶ σοὔφευγε, θὰ τὴν παράταγες;
Δὲν θὰ πήγαινες νὰ τὴ βρεῖς καὶ νὰ τὴ φέρεις σπίτι σου;
Τὰ ἴδιο εἶναι καὶ μὲ τὴ γυναῖκα σου.
Ἔταξες νὰ τὴν σώσεις.
Νὰ σηκωθεῖς καὶ νὰ πᾶς πίσω καὶ νὰ τὴν πάρεις μὲ τὸ στανιὸ σπίτι σου.

Ὁ Νικόλας στενοχωρέθηκε.
Τοῦ φάνηκε βαριὰ ἡ συμβουλὴ τοῦ γέροντα, μὰ καταλάβαινε πὼς εἶχε δίκιο.
Ἔφυγε ἀναποφάσιστος ἀπὸ τὸν ἀναχωρητή.
Δὲν ἤξερε τί νὰ κάνει.
Ἐκεῖ ποὺ περπατοῦσε, τοῦ ἔρχεται μιά ἰδέα.
- Μπορεῖ καὶ νὰ μὴν εἶναι ἔτσι, συλλογίσθηκε.
Ἂς πάω καὶ σὲ κανέναν ἄλλο πνευματικό.
Ρωτάει καὶ τόν στέλνουνε τώρα στὸν πάτερ Δανιήλ, ἄλλον αἰωνόβιο ἀσκητή.
Τοῦτος ἤτανε ἀπό τη Σμύρνη κι ἤξερε καὶ γράμματα πολλά, ἅγιος ὅπως ὁ πρῶτος.
Ἔπεσε στὰ γόνατα ὁ
Νικόλας καὶ τοῦ λέει τὴν ἱστορία του.
Μὰ ξαφνιασμένος ἀκούει ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ πάτερ Δανιὴλ τὰ ἴδια ποὺ τοῦ εἶχε πεῖ κι ὁ πάτερ Σάββας.
Τὰ ἴδια ἀκριβῶς.
Χωρὶς νὰ τὸ θέλει γυροφέρνει τὰ μάτια μέσα στό κελλί, μὴν ἤτανε κανένα τηλέφωνο.
Ἀλλοιῶς δὲν μποροῦσε νὰ ἐξηγήσει πῶς ἤτανε τόσο ἀπαράλλαχτη ἡ δεύτερη ἀπόκριση μὲ τὴν πρώτη.
Ἐκεῖνο τόν καιρὸ τὰ τηλέφωνα ἤτανε σπάνια, ἀλλά πῶς νὰ τὸ χωρέσει ὁ νοῦς τοῦ Νικόλα αὐτὸ τὰ θαῦμα;
Νὰ ἀκούει τὰ ἴδια λόγια καὶ τώρα, σὰν καὶ νἄχανε πρὶν συνεννοηθεῖ οἱ δυὸ πνευματικοί.
Τότε πιὰ δὲν τοῦ ἔμεινε κανένας δισταγμός.
Καὶ γύρισε στὴν Ἀθήνα γρήγορα.

Πῆγε στὸ συγγενικό σπίτι ἀπ’ ὅπου ἡ γυναῖκα του δὲν εἶχε ξεπορτίσει, γιατί τ’ ἀδέρφια της τῆς εἴχανε μηνύσει πὼς θὰ τὴ σκοτώνανε.
Πρὶν φτάσει ἐκεῖ, τοὺς συναπάντησε στὴ γωνία τοῦ δρόμου.
Παραφυλάγανε ἐκεῖ, νύχτα μέρα, μὲ τὰ μαχαίρια στὰ ζουνάρια.
- Ποῦ πᾶς ; τόν ρωτήσανε ἀγριεμένοι.
- Πάω νὰ τὴν πάρω.
- Ἅμα τὸ κάνεις, θὰ σὲ βρεῖ καὶ σένα κακό, τοῦ εἶπε ὁ μικρότερος.
Ἂς τηνε τὴ σκύλλα...
Ὁ Νικόλας δὲν μίλησε.
Τράβηξε ἴσα στό σπίτι, μὲ σταθερὴ περπατησιά. Ὅταν τόν εἶδε ἐκείνη, ἔρριξε κάτω τὰ μάτια. Ἔσκυψε, τῆς χάϊδεψε τὰ μαλλιά.
Τὰ λόγια τῶν δυὸ πνευματικῶν γινόντανε τώρα ζωντανὴ εἰκόνα.
Ναί, ἤτανε ἡ γιδοῦλα ποὺ ἐρχότανε τώρα νὰ τὴν πάρει πίσω στό σπίτι του.
- Ἂς τὰ ξεχάσομε, γυναῖκα, τῆς εἶπε μὲ ραγισμένη φωνή.
Ὁ θεός εἶναι μεγάλος.
Μὴ ντρέπεσαι, ἔλα πᾶμε.
Κάποιος τοῦ εἶπε:
- Καθόμαστε καὶ φυλᾶμε μὴ μποῦνε τ’ ἀδέρφια της.
Εἶναι στὰ δρόμο καὶ θέλουνε νὰ τὴ σκοτώσουνε.
- Δὲν θὰ τό κάνουνε, ἀποκρίθηκε ἥσυχα ὁ Νικόλας.
Ὕστερα ἀπὸ λίγο βγήκανε στὰ δρόμο. Προσπεράσανε τ’ ἀδέρφια της, ἐκείνη μὲ τὶς παλάμες στὸ πρόσωπο, ὁ ἄντρας της κυττῶντας τους μιά στιγμὴ μὲ χαμόγελο.
Τὰ παλληκάρια δὲν κινηθήκανε.
Ὅ,τι βλέπανε τοὺς εἶχε παραλύσει τὴν κακοῦργα θέληση.

Ἔτσι ὁ Νικόλας ἔφερε τὴ γυναῖκα του στό σπίτι του καὶ ζήσανε κάμποσο καιρὸ πάλι ἀνέφελα.
Ἐκείνη φαινότανε συντριμένη, μὰ σιγά-σιγὰ πῆρε πάλι θάρρος καὶ δὲν θυμόντανε κανένας τους ὅ,τι εἶχε συμβεῖ.
Μὰ ἡ γυναῖκα τοῦ Νικόλα ξανάπεσε.
Ἔπεσε πολλὲς φορές.
Τώρα ὅμως ὁ ἄντρας της δὲν λιγοψύχισε.
Ὑπόμενε.
Ἐγκαρτεροῦσε.
Καὶ δὲν ἔπαυε νὰ τὴν ἀγαπᾶ, νὰ προσεύχεται γι’ αὐτήν.
Ἐρεθισμένη ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἀνοχή, ἐκείνη πρόσθεσε στὴ ντροπή τὴν κακὴ συμπεριφορά.
Τοῦ φερνότανε σὰν δαίμονας.
Τὸν ἐξευτέλιζε μὲ τὰ λόγια της, τὸν μάτωνε καθημερινὰ μὲ τοὺς θυμοὺς καὶ τὶς κοροϊδίες της.
Πόσο θὰ μποροῦσε νὰ βαστάξει ὁ ἀνεξίκακος, ὁ ἅγιος ἐκεῖνος ἄνθρωπος;

Οἱ μέρες διαβαίνανε σκληρές, ὁ σταυρὸς του γινότανε ὁλοένα καὶ πιὸ ἀβάσταχτος.

Μιά μέρα δὲν μπόρεσε νὰ κρατηθεῖ ἄλλο.
Λύγισε μπροστὰ στὴ σιωπὴ τοῦ Θεοῦ,
ποὺ ἔκανε πὼς δὲν τόν πρόσεχε,
πὼς τον εἶχε ἐγκαταλείψει
νὰ ὑποφέρει μονάχος,
ἀβοήθητος,
τὴ θηριώδη κακία αὐτῆς
ποὺ εἶχε εὐεργετήσει
καὶ συγχωροῦσε ὁλοένα.

Ἐπῆγε κάτω ἀπὸ τό εἰκονοστάσι καὶ μὲ δάκρυα εἶπε στὰ θεὸ:
- Θεέ μου, δὲν βαστάω ἄλλο. Ἤ φώτισέ την ἤ σταμάτα μ’ ἕνα τρόπο ποὺ ἐσύ ξέρεις ἐτοῦτο τὸ βάσανό μου.
Ἡ γυναῖκα του,
ποὺ ὁ Νικόλας νόμιζε πὼς ἔλειπε ἀπὸ τὸ σπίτι,
ἦρθε ἀπὸ πίσω του.
Ἄκουσε τὰ λόγια του.
Τὴν πήρανε τὰ κλάμματα.
Κατάλαβε ξαφνικὰ τὴν ἄβυσσο τῶν κριμάτων της.
Συνῆρθε ὁλότελα.
Κεραυνωμένη ἀπό τή θεία φώτιση, σωριάστηκε στὰ πόδια του
καὶ τοῦ φώναξε:
- Συχώρεσέ με, Νικόλα.
Συχώρεσέ με.
Εἶμαι μιά τιποτένια.
Δὲν θέλω νὰ σὲ ξαναπικράνω.
Ὁ Χριστός, τὴν τελευταία στιγμή,
ἐκεῖ πιὰ ποὺ ὁ δοῦλος του θἄσπαζε κάτω ἀπὸ τό βάρος τοῦ πειρασμοῦ,
«ἐποίησε τὴν ἔκβασιν».
Ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ζήσανε μονιασμένοι.
Ἐκείνη ἀφοσιώθηκε στὴ θρησκεία, γύριζε ὅλη τὴ μέρα σὲ φιλανθρωπίες καὶ συνόδευε τὸν ἄντρα της στὶς ἀγρυπνίες τοῦ Ἁγίου Ἐλισσαίου.
Πήρανε καὶ τὴν Ἀγγελικοῦλα ἀπὸ τὸ βρεφοκομεῖο καὶ ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ θρονιάστηκε στό σπιτάκι τους ποὺ ἤτανε σ’ ἕνα σοκκάκι τῆς ὁδοῦ Πειραιῶς.
Μετὰ τὶς παννυχίδες τοῦ Ἁγίου Ἐλισσαίου, ὁ Παπαδιαμάντης κι ὁ πάτερ Φιλόθεος πηγαίνανε στό σπιτάκι τοῦ Μπούκη νὰ γευματίσουνε.
Ὅπως τὄγραψε στὰ «Τραγούδια τοῦ θεοῦ» ὁ Κὺρ Ἀλέξανδρος...

~ Μουστάκης Βασίλης

|εμείς από το Niko Lakis