Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγία Παρασκευή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγία Παρασκευή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 26 Ιουλίου 2025

♡ Χρόνια πολλά λοιπόν στις εορτάζουσες, στους εορτάζοντες, αλλά και σε όλους όσους αγαπάνε κάποιον ΣΑΝ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥΣ ...

 


   Γιορτάσαμε την Αγία Παρασκευή σήμερα, 

την Οσιομάρτυρα προστάτιδα των ματιών!

Χρόνια πολλά 

στις εορτάζουσες 

στους εορτάζοντες 

και σε όλους όσους

αγαπάνε κάποιον 

σαν τ α  μ ά τ ι α τους ...


|η εικόνα της Αγίας μας από τον π.Αθανάσιο Καρανάσιο (εφημέριο του αγαπημένου Αγίου Δημητρίου Μηλεσίου, όπου μεταξύ άλλων θαυμαστών κατοικοεδρεύει και η υπέροχη Παναγιά η Μηλεσιώτισσα)...

Ενώ γράφτηκε πέρυσι σαν σήμερα γράφτηκε η ατάκα της μέρας (για να μην γενούμε υπερβολικοί και πούμε η ατάκα της χρονιάς...) από την πάντα - μα πάντα - χαμογελαστή Evgenia Linos (εκ των "συν αυτώ", βεβαίως βεβαίως ...)


✨ Αγία Οσιοπαρθενομάρτυς Παρασκευή. Το περιστατικό με τον βασιλέα που κατήντησε μωρό να παρακαλεί στα πόδια της...

Η Αγία Παρασκευή "που σου κόβει τη μαγκιά..."

|Λιγότερο από 1μιση λεπτό. 
Αξίζει να τ΄ακούσεις...|

Το… “φθινοπωρινό πουλάκι” που αγίασε! (από τα παιδικά χρόνια του Γ. Ιακώβου Τσαλίκη)



Οι Άγιοί μας, καθώς και οι μεγάλοι γέροντες και ασκητές μας, ήταν κι αυτοί κάποτε παιδιά! 
Ας διαβάσουμε, λοιπόν, ένα μικρό απόσπασμα, μια θαυμαστή ιστορία από τα παιδικά χρόνια του Γέροντα Ιάκωβου Τσαλίκη,
(στην οποία εμπλέκεται η σήμερα εορτάζουσα Αγία Παρασκευή...),
 όπως καταγράφεται στο εξαιρετικό βιβλίο της Άννας Ιακώβου, «Ήταν κάποτε παιδιά - Ο Γέρων Ιάκωβος Τσαλίκης»



….Φθινοπωρινό πουλάκι τον έλεγε η μάνα του, η κυρά-Δωρούλα, τον Ιάκωβο. 
Έτσι αδύνατος κι ασθενικός που ήταν, έμοιαζε περισσότερο μ’ εκείνα τα φθινοπωρινά πουλάκια που, σαν τα βλέπεις, αναρωτιέσαι πώς θ’ αντέξουνε τα πρωτοβρόχια, πώς θα πετάξουν κόντρα στους πρώτους παγωμένους αγέρηδες, πώς θα σκίσουν με τα φτερά τους εκείνους τους γκρίζους ουρανούς.

Και ήθελε η κυρά-Δωρούλα γερό και δυνατό τον μικρό Ιάκωβο για τα πρώτα του πεταρίσματα στη ζωή. Την ίδια όμως έγνοια είχε και για τις πνευματικές του πτήσεις.
 
Πιο πολύ γι’ αυτά τα φτερουγίσματα ήθελε ο Ιάκωβος να κάμει γερά φτερά...

Και τώρα, που τον έβλεπε να μεγαλώνει και δειλά ν’ ανοίγει τις φτερούγες του σαν νιόβγαλτο πουλάκι να πετάξει στους δρόμους της γης και τ’ ουρανού, χτύπαγε πιότερο με λαχτάρα η καρδιά της.

Το πρώτο της ζωής του το φτερούγισμα ο Ιάκωβος το έκανε στα εφτά του χρόνια. 
Κι έφτασε τούτο το πετάρισμα ως του σχολειού τα σκαλοπάτια. Ένα σχολειό ασυνήθιστο που είχε στηθεί για χάρη των παιδιών μέσα στο μικρό ξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής, μιας και σχολειό κανονικό στο χωριό τους δεν είχε ακόμη γίνει. Εκεί μάζευε ο δάσκαλος τα παιδιά και τους έκανε το μάθημα. Το χειμώνα μέσα. καθισμένοι στα στασίδια της εκκλησιάς, αντάμα μ’ Αγίους κι Αγγέλους να μαθαίνουνε γραφή κι ανάγνωση. Και σαν έμπαινε η άνοιξη, βγαίνανε έξω, στα πεζούλια της αυλής, κάτω απ’ τα πυκνόφυτα πεύκα που κρύβανε περίτεχνα το μικρό ξωκλήσι του λόφου.

Μεγάλη αγάπη είχε ο Ιάκωβος στο σχολειό του. Μεγάλη όμως αγάπη είχε και στο μικρό εκκλησάκι. Κι έλαχε και σμί­ξανε τούτες οι δυο αγάπες του και γίνηκαν ένα. Με χαρά, πετώντας, πήγαινε το πρωί στο ξωκλήσι για να μάθει γράμματα και το απόγευμα για ν’ ανάψει τα καντηλάκια και να προσευχηθεί.

Έφτιαχνε και τα στασίδια, καθάριζε, όπου τύχαινε να πέσουν, και τις σταλαματιές των κεριών από τις πλάκες, μάζευε και τα μαραμένα αγριολούλουδα, που φέρνανε τα παιδιά, από την εικόνα της Αγίας Παρασκευής, κάνοντας έτσι τόπο την άλλη μέρα να χωρέσουν τα καινούργια.

Και σαν τέλειωνε απ’ όλα ετούτα, στεκόταν μπρος στην Αγία κι έκανε μετάνοιες.
 
όπως είχε δει κρυφά τη μάνα του να κάνει τα βράδια την ώρα που όλοι στο σπίτι κοιμόνταν.
Ήξερε και κάποιες μικρές προσευχές που ντροπαλά σιγοψιθύριζε.
 
Τις πιο πολλές όμως τις έφτιαχνε μόνος, με το νου του. Κι έβανε εκεί μέσα την ψυχή του..

Όλα ετούτα, τους κόπους και τις προσευχές του, τα έβλεπε η Αγία Παρασκευή κι έπαιρνε χαρά μεγάλη. Μήπως νοιαζόταν εκείνη να ζητήσει για προσευχές του νόμου τα γραμμένα από ένα τόσο δα ψιχαλάκι που ήτανε ο μικρός Ιάκωβος;
 
Μήτε ψαλμούς και κοντάκια ήθελε, μήτε χαιρετισμούς και μεγαλυνάρια, μήτε τροπάρια, αίνους κι εξαποστειλάρια. Μια στρωτή μετάνοια στηριγμένη πάνω στα παιδικά τα δάχτυλα και έσβηνε μεμιάς των σοφών κοντυλάδων τα προσευχητάρια. Ένας ήχος, ένα ψέλλισμα στης Παναγιάς τ’ όνομα απ’ τα τρυφερά τα χείλη κι έφτανε για να σιγάσουν φωνές ψαλτάδων γλυκόλαλες.

Γι’ αυτό πήρε και τα θάρρητα η Αγία κι άρχισε σιγά-σιγά να του φανερώνεται. 
Τη μιαν εκεί, στης εκκλησιάς την πόρτα, την άλλη μέσα στο Ιερό, την τρίτη έξω στον περίβολο να σεργιανίζει, να πλένει τα καντήλια της, να τακτοποιεί τα πεζούλια.

Και ο Ιάκωβος, όταν την πρωτοαντίκρισε, λογάριασε πως ήτανε τόσο φυσικό ετούτο που γινόταν!
- Μια νοικοκυρά που νοικοκυρεύει το σπίτι της, σκεφτότανε. Όπως ακριβώς έκανε και η μάνα του που, σαν ερχόταν το δειλινό, συγύριζε κι έπλενε τα πιάτα του σπιτιού, μη και μείνουν για την άλλη μέρα άπλυτα.

Έτσι τ’ ουρανού και της γης τα πράματα είχανε γίνει ένα για τον μικρό Ιάκωβο. Και λέξη σε κανέναν δεν είχε φανερώσει το παιδί απ’ όλα ετούτα, ώσπου μια μέρα τον έκαμε η ανάγκη στη μάνα του όλα να τα πει…

- Είδες παιδί μου την Αγία Παρασκευή; τον ρώτησε η μάνα του κι απλώνοντας το χέρι πιάστηκε από την κουπαστή της σκάλας μη διπλωθεί και πέσει στα σκαλιά.

- Την είδα στο ξωκλήσι της απέξω, είπε το παιδί λαχανιασμένο απ’ την τρεχάλα.
- Πώς την είδες; Τι συνέβη ακριβώς; Ρώτησε η μάνα βάζοντας γλύκα και μέλι στη φωνή μη και τρομάξει το παιδί απ’ τα ξαφνιάσματά της.

- Να, αποκρίθηκε εκείνο σιγανά, καθώς πλησίαζα στο εκκλησάκι, την είδα να στέκει εκεί, μπρος του. 

Η Αγία ήταν σαν μοναχή. Όταν με είδε. μου λέει…
«Έλα εδώ, Ιάκωβε, να σου μιλήσω!». 
Εγώ όμως φοβήθηκα να πλησιάσω.

- «Φοβούμαι να έρθω κοντά σου», της είπα, «πες μου από δω που στέκομαι τι θέλεις να μου πεις!».
- Τότε τι έγινε; τον ρώτησε η μάνα.

- Τότε μου λέει η Αγία… 
«- Γιατί με φοβάσαι; Εσύ τόσον καιρό έρχεσαι και περιποιείσαι την εκκλησία μου και μου ανάβεις τα καντήλια μου. Ζήτησέ μου τι χάρη θέλεις από μένα! Τι χάρισμα να σου δώσω!».

- Κι εσύ τι της είπες; τον ρώτησε η μάνα του και κατεβαίνοντας αργά τη σκάλα του σπιτιού ήλθε και στάθηκε κοντά του, εκεί στη μέση της αυλής.
- Εγώ…! Δεν ήξερα τι να ζητήσω, είπε ντροπαλά το παιδί, 
«Να ρωτήσω τη μητέρα μου και θα σου πω!», αυτό της είπα μόνο.

Η κυρά Δωρούλα χαμογέλασε. 
- Άκουσε, Ιακωβάκι μου, του είπε. Να ζητήσεις από την Αγία την τύχη σου να σου δώσει. Κατάλαβες; Την τύχη σου, του είπε. και χάθηκε με τούτη την κουβέντα σαν σκιά μέσα στο σπίτι.
Ό,τι του είπε η μάνα του, εκείνο ζήτησε και ο Ιάκωβος την άλλη μέρα το απόγευμα, όταν πήγε και πάλι τρέχοντας στο ξωκλήσι. Και η Αγία του μίλησε εκείνο το δείλι για την τύχη του.

Με όλα ετούτα που έβλεπε η μάνα του, η κυρά-Δωρούλα, χαι­ρότανε. Κι ο παπα-Θοδόσης, ο παπάς του χωριού, έβλεπε πως τούτο το παιδί δεν ήταν σαν όλα τ’ άλλα. Το έβλεπαν ακόμη και οι χωριανοί κι αρχίσανε να τον φωνάζουνε με σέβας «παπα-Ιάκωβο». Και δεν το λέγανε για χωρατό, μα το πιστεύανε στ’ αλήθεια πως ο Ιάκωβος μπορεί να πατούσε στη γη, μα βρισκό­τανε στον ουρανό.

Ο παπα-Θοδόσης ερχότανε στη Φαράκλα κάθε δυο εβδομάδες για να λειτουργήσει. Όλο τον υπόλοιπο καιρό έστεκε στο πόδι του ο μικρός παπα-Ιάκωβος για ό,τι έκτακτο και βιαστικό τύχαινε κι ας ήτανε μόνο εννιά χρονών παιδί.

Αυτόν φωνάζανε οι χωριανοί, όταν αρρωσταίνανε τα ζωντανά να τους διαβάσει μιαν ευχή για να γίνουν καλά. Αυτόν φανίζανε σαν αρρωσταίνανε και οι ίδιοι για να τους σταυρώσει και να γιάνουν. 
 
Τον παπα-Ιάκωβο παίρνανε να τους ρίξει αγιασμό στα θεμέλια του καινούργιου τους σπιτιού, να ραντίσει μ’ αγιονέρι τ’ αμπέλια, σαν τα ’πιανε φυλλοξέρα, να προσευχηθεί να φύγει η ακρίδα απ’ τα σπαρτά.

Ακόμη κι ο παπα-Θοδόσης τον Ιάκωβο κάλεσε για να διαβάσει μιαν ευχούλα, όταν η παπαδιά δεν μπορούσε να γεννήσει τον Βαγγελάκη και κοιλοπονούσε μια βδομάδα.
Τον Ιάκωβο πήγανε κι εκείνη τη μέρα οι μανάδες στο σπίτι του να βρούνε, να πέσουν στα πόδια του, να τον παρακαλέσουν …

- Την ευχή μου να ’χεις παιδάκι μου, Ιάκωβε, και το κακό το περιμέναμε τώρα που είναι άνοιξη, είπε η μάνα του Δημητρού.
- Όπως έρχονται τα χελιδόνια έρχονται κι αυτές οι παιδικές αρρώστιες, είπε με κομμένη την ανάσα η μάνα του Γρηγόρη.

- Και τι έχουν τα παιδιά; ρώτησε ο Ιάκωβος. 
- Μαγουλάδες να σε χαρώ, είπε η κυρα-Ζωή.
- Και πρηστήκανε τα μάγουλα τους. συμπλήρωσε η κυρα-Ευτέρπη.
- Ο δικός μου ο Θανάσης απόψε κόντεψε να σκάσει από τον πυρετό, είπε η κυρα-Ματούλα.
 
- Εάν με αφήσει η μάνα μου, εγώ ευχαρίστως να πάω στη Λίμνη, να φωνάξω το γιατρό, είπε πρόθυμα, συμπονώντας την έγνοια τους ο Ιάκωβος.

- Ποιος γιατρός, μάτια μου; φωνάξανε ταραγμένες μ’ ένα στόμα εκείνες.
- Τέτοια ώρα τέτοια λόγια θα λέμε, Ιάκωβε; Εδώ χάνουμε τα παιδιά μας, είπε η κυρα-Ζωή.

- Για φαντάσου να περίμενε κι ο αδερφός σου το γιατρό από τη Λίμνη, όταν τον δάγκωσε στο χέρι εκείνο το καταραμένο το φίδι στο χωράφι σας, είπε η κυρα-Ματούλα. Μαύρα θα είχε φορεθεί η μάνα σου.
 
- Βρε γυιε μου, μαύρα θέλεις να φορέσουμε κι εμείς; είπε με πόνο η κυρα-Ευτέρπη.
 
 Όπως διάβασες τότε μιαν ευχούλα στον αδερφό σου και γίνηκε νερό το δηλητήριο, έτσι διάβασε τώρα και σε τούτα εδώ τ’ αδέρφια σου μιαν ευχή. Γιατί, Ιάκωβε παιδί μου, πώς να το κάνουμε; Αδέρφια είστε όλα. Μαζί μεγαλώνετε, μαζί παίζετε, μαζί πηγαίνετε στο σχολειό.

- Μα τι είναι αυτά που λέτε, ψέλλισε ντροπιασμένο το παιδί.
 Τι είμαι εγώ για να διαβάζω τις ευχές;

- Εσένα σ’ ακούει ο Θεός, Ιάκωβε μου. είπε η Ελένη που ήρθε να παρακαλέσει για το Λευτέρη τον αδερφό της και που τόση ώρα καθότανε αμίλητη στη γωνιά.
 
 Όλους μας ακούει το ίδιο ο Θεός, είπε ο Ιάκωβος, έχοντας κολλημένα τα μάτια του στο χώμα. 
 
Αγιασμό κι εσείς έχετε στα σπίτια σας· ας πιούνε λίγο τα παιδιά … 
 
 **********************************
 
(Άθως- παιδικά, εκδ. Σταμούλη 2008.)
                                                                                


☆ "Κάθε μέρα έδερνε τη γυναίκα του... 👉 Ένα συγκλονιστικό θαύμα της Αγίας Παρασκευής...

   |με το Νώντα Σκοπετέα...

♡ Η Αγία Παρασκευή δεν φοβήθηκε το σκοτάδι, γιατί το φως του Χριστού που κουβαλούσε μέσα της δεν το έσβηνε καμιά νύχτα... Ήξερε τι θα πει πόνος. Τι θα πει να μένεις μόνος, αλλά να μη φεύγεις από αυτό που πιστεύεις... |Χρόνια πολλά σε όσους βλέπουν με την καρδιά. Αυτή είναι η πιο βαθιά όραση απ’ όλες...

 


     |γράφει η εκ των "συν αυτώ", Αθηνά Γκοτσοπούλου



   "Αγία Παρασκευή...

 Αυτή που ήξερε να βλέπει κι όταν όλα σκοτείνιαζαν.


Δεν χρειάζεται να είσαι άγιος για να την καταλάβεις.

Αρκεί να έχεις περάσει μέσα από φωτιές και να βγήκες με την καρδιά σου ακόμα ζεστή.


Η Αγία Παρασκευή δεν φοβήθηκε το σκοτάδι, γιατί το φως του Χριστού που κουβαλούσε μέσα της δεν το έσβηνε καμιά νύχτα.

Της πήραν τα μάτια, αλλά όχι την όραση της ψυχής.


Ήξερε τι θα πει πόνος.

Τι θα πει να μένεις μόνος, αλλά να μη φεύγεις από αυτό που πιστεύεις.

Να σε ρωτάνε ποια είσαι, και να απαντάς με το βλέμμα – ακόμα κι όταν δεν βλέπεις.


Είναι μια Αγία που στέκει δίπλα μας κάθε φορά που νιώθουμε αόρατοι.

Κάθε φορά που δεν μας βλέπουν… αλλά εμείς βλέπουμε πιο καθαρά.

Μέσα μας. Στον Θεό – στο θαύμα που ψιθυρίζει ο καθένας .


Δεν είναι απλώς μια αγία. Είναι μια υπενθύμιση.

Ότι το φως δεν μπαίνει απ’ τα μάτια, αλλά απ’ την πίστη.

Κι η πίστη δεν είναι πάντα για όλους κάτι μεγάλο. Μπορεί να είναι κι ένα μικρό “κρατιέμαι ακόμα”.


Χρόνια πολλά σε όσους βλέπουν με την καρδιά.

Αυτή είναι η πιο βαθιά όραση απ’ όλες...


📿🕊️ 🌹

✨ Ἡ ἁγία Παρασκευή ἦτο 12 χρονῶν κόρη ἀπό γένος εὐγενικόν... |αντί δώρου στις εορτάζουσες


 

...Μείνασα ρφαν μοίρασεν λην της τν περιουσίαν ες τος πτωχούς, κα μ ατ γόρασεν τν παράδεισον.

Κα μετεχειρίζετο ς φτιασίδια τ δάκρυα, νθυμουμένη τς μαρτίας της.

ς σκουλαρίκια εχε τ τα της νοικτ δι ν᾿ κούη τς γίας Γραφάς.

ς κορδόνι εχε τς πολλς νηστείας, πο καμνον τν λαιμόν της κα λαμπεν ς λιος.

ς δακτυλίδια τος κόμβους τν δακτύλων της π τς πολλς μετανοίας πο καμνεν.

ς χρυσον ζωνάριον τν παρθενίαν πο φύλαξεν ες λην της τν ζωήν.

ς φόρεμα τν ντροπν πο εχε ες τν αυτόν της κα φόβος το Θεο πο τν σκέπαζεν.

τσι στολίζετο γία.

νίσως κα ενε κανένα κορίτσι κα θέλη ν στολίζεται, ς στοχασθ τί καμνεν γία, ν κάμνη κα κείνη, ν θέλη ν σωθ.

τσι, δελφοί μου, γία Παρασκευ μαθε γράμματα κα γινε σοφώτατη.

Κα δι τν καθαρότητά της τν ξίωσεν Θες κα καμνε κα θαύματα.

ατρευε τυφλούς, κωφούς·

νέστηνε νεκρούς.

Δυ βραοι, τέκνα το διαβόλου, βλέποντες τν γίαν ν κάμνη θαύματα, τν φθόνησαν κα τν διέβαλον ες τν βασιλέα ντωνίνον ς χριστιανήν.

Τν κράζει λοιπν βασιλες κα τς λέγει ν᾿ ρνηθ τν Χριστν κα ν προσκυνήση τος θεούς, ν τν κάμνη βασίλισσαν.

Λέγει του γία:

γ δν εμαι νόητη σν σένα, ν ρνηθ τν Χριστόν μου κα ν πάγω ες τν διάβολον·

ν᾿ φήσω τν ζων κα ν πάγω ες τν θάνατον.

μποτε ν φηνες κα σ τ σκότος κα ν ρχεσο ες τ φς.

κούετε, δελφοί μου, να κορίτσι ν μιλ μ τοιαύτην παρρησίαν μπρς ες να βασιλέα;

στις χει τν Χριστν μέσα ες τν καρδίαν του, δν φοβεται λον τν κόσμον.

νίσως θέλωμεν κα μες ν μ φοβούμεθα μήτε νθρώπους μήτε δαίμονας, ν χωμεν τν Θεν ες τν καρδίαν μας.

Λέγει βασιλες τς γίας:

Σο δίδω τρες μέρες διορίαν· ν δν μο πακούσς, θ σ θανατώσω.

Λέγει του γία: Βασιλε, κενο πο θέλεις ν κάμης ες τρες μέρας, κμε τ τώρα, διότι γ δν ρνομαι τν Χριστόν μου.

Τότε προστάζει βασιλες κα ναψαν μίαν μεγάλην πυρκαϊν κα βάνουν να καζάνι γεμάτο πίσσαν κα θειάφι κα βράζει καλά.

Βλέπουσα γία τ καζάνι χαίρετο, τι μελλε ν᾿ ναχωρήσ π τοτον τν ψεύτικον κόσμον κα ν πάγη ες κενον τν ληθινν κα αώνιον.

Προστάζει βασιλες ν βάλουν τν γίαν ες τ καζάνι δι ν κα.

  γία καμε τν σταυρόν της κα μβαίνει μέσα.

Περιμένει δυ - τρες ρας βασιλες κα βλέπων πο δν καίεται γία της λέγει:

Παρασκευ διατ δν καίεσαι;

Λέγει του γία:

Διότι Χριστς δρόσισε τ νερ κα δν καίομαι.

Λέγει της βασιλεύς:

Ραντισόν με κα μ δι ν δω, καίει;

πρεν γία μ τς δυό της χείρας κα το ρίπτει ες τ πρόσωπον κα εθύς, το θαύματος!

τυφλώθη κα γδάρθη τ πρόσωπόν του.

Φωνάζει βασιλεύς:

Μέγας Θες τν χριστιανν κα ες ατν πιστεύω κα γώ·

κα βγα ν μ βαπτίσς.

βγκεν γία κα τν βάπτισε μ λον του τ βασίλειον.

πειτα τν πεκεφάλισεν λλος βασιλες κα πγεν ες τν παράδεισον ν χαίρεται πάντοτε…

 

άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, διδαχή β΄


|από τον π.Παντελεήμονα Κρούσκο