Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευαγόρας Παλληκαρίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευαγόρας Παλληκαρίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 15 Μαρτίου 2025

☆ "Ώρα 7.30 μ.μ. Η πιο όμορφη μέρα της ζωή μου. Η πιο όμορφη ώρα. Μη ρωτάτε γιατί...



Αυτή είναι η τελευταία επιστολή του Ευαγόρα Παλληκαρίδη, που απευθύνεται στη μεγάλη του αδελφή Γεωργούλα Γ. Ποσπορίδου:


L.S. 8605 SPECIAL LETTER BY ORDER 13/3/1957


Ώρα 7.30 μ.μ. Η πιο όμορφη μέρα της ζωή μου.


Η πιο όμορφη ώρα.

Μη ρωτάτε γιατί.


Αγγελούδι δεν είναι

μ’ αγγελούδι όμως μοιάζει

μια μικρή μπεμπεκούλα

δέστε πώς με κοιτάζει!


Στην αθώα ματιά της

κάποια αχτίδα πλανιέται

κι’ έν’ αστέρι πανούργο

λες μαζί της γεννιέται.


Ναι το ξέρω – καθένας μας

έτσι αθώος γεννήθηκε

μα… καθένας πλανήθηκε

στα πυκνά τα σκοτάδια

κι’ όταν -φευ- το θυμήθηκε

η καρδιά του ήταν άδεια?

κι’ ίσως νάταν αργά.


Ναι, όλοι γεννηθήκαμε τόσο αθώοι, όπως η βαφτιστική μου. Κι’ όλοι αλλάξαμε. Λυπάμαι πολύ που δεν πρόλαβα να τη βαφτίσω, μα δεν πειράζει. Μπορείς να το κάμης και συ, και σαν μεγαλώση φρόντισε συ γι’ αυτήν και ρώτησέ την… γιατί έκλαψε όταν την φίλησα;


Τόνομα που θα της δώσης θέλω νάναι πεντασύλλαβο… και να θυμίζη εκείνην, για την οποία ήρθα ώς εδώ. Να θυμίζη εκείνην για την οποία έγραψε ο ποιητής Σολωμός το πιο όμορφο τραγούδι του. Εκείνην, την οποίαν κάθε άνθρωπος επιθυμεί πιο πολύ απ’ όλα.


Κατάλαβες αδελφή μου;


Κατά τα άλλα μη λυπάστε. Ίσως να είναι μια δίκαιη τιμωρία. Ίσως ο Θεός να θέλη να μας δοκιμάση.


Πάντα υπάρχει ελπίδα.


Λυπούμαι που θ’ αφήσω πίσω κάποια πρόσωπα αγαπημένα. Λυπούμαι που θα τα λυπήσω. Μα δεν πειράζει.


Γεια σου, μεγάλη μου αδελφή. Δεν θα γελάσουμε ξανά, λέγοντας πελλάρες. Δεν θα μιλήσουμε ούτε και τα σοβαρά μας.


Το κάθε τι γεννιέται και πεθαίνει.


Τι σήμερα, τι αύριο;

Γεια σας


Σας φιλώ όλους… γραπτώς και εξ αποστάσεως.


ΕΥΑΓΟΡΑΣ

πηγή

Τρίτη 14 Μαρτίου 2023

"Των αθανάτων το κρασί..." ΕΟΚΑ 55 - 59 |Ποίηση: Ευαγόρας Παλληκαρίδης

Σήμερα είναι η μέρα που τιμούμε τον Ευαγόρα μας!
Ας τον θυμηθούμε τραγουδώντας το τραγούδι του...
|Όλες οι αναρτήσεις μας για τον Βαγορή εδώ...

Γεωργία Παλληκαρίδου – Ποσπορή: «Ο αδελφός μου, Ευαγόρας»



Σε μια από τις ελάχιστες συνεντεύξεις που επέλεξε να δώσει μέχρι σήμερα, η μεγαλύτερη αδελφή του ήρωα ποιητή, εκείνη στην οποία απευθυνόταν με την τελευταία του επιστολή που έγραψε μέσα στις κεντρικές φυλακές λίγες ώρες πριν απαγχονιστεί από τους Άγγλους, στις 14 Μαρτίου 1957, καταθέτει στο «ΦιλGood» τη δική της ιστορική μνήμη-ντοκουμέντο.

«Των αθανάτων το κρασί
το ‘βρετε σεις και πίνετε
ζωή για σας ο θάνατος
κι αθάνατοι θα μείνετε».
(Ποίηση: Ευαγόρας Παλληκαρίδης)


Δεν είναι δύσκολο να αναγνωρίσει κάποιος το ισόγειο σπίτι της, λίγα μέτρα πίσω από το Μεσαιωνικό κάστρο της Λάρνακας, εκεί όπου ζει με την οικογένειά της από το 1974, αφού μέχρι τότε κατοικούσε στην Αμμόχωστο – ένας μεγάλος πίνακας και μία ασπρόμαυρη φωτογραφία του ήρωα φαίνονται απ’ το δρόμο, από το ανοιχτό παράθυρο, επάνω από μία μικρή ξύλινη βιβλιοθήκη με βιβλία, τετράδια και έγχρωμα λευκώματα, όλα αφιερωμένα στον ποιητή αδελφό της, τον τελευταίο που απαγχονίστηκε στη διάρκεια της ΕΟΚΑ και τον μικρότερο ηλικιακά.
«Ήταν πολύ συγκινητική εκείνη η τελευταία του επιστολή, λίγο πριν απαγχονιστεί…», ξεκίνησα να της λέω. Δεν μίλησε, γύρισε το κεφάλι της προς τις μικρές κορνιζαρισμένες φωτογραφίες του χολ – για λίγο σιωπή. «Τι θα θέλατε να σας κεράσω;», είπε. Επέμεινα. Της διάβασα ένα μικρό απόσπασμα, εκείνης της -ιστορικής πια- επιστολής, που απευθυνόταν σ’ εκείνην: «…Κατά τα άλλα, μη λυπάστε. Ίσως να είναι μια δίκαιη τιμωρία. Ίσως ο Θεός να θέλη να μας δοκιμάση. Πάντα υπάρχει ελπίδα. Λυπούμαι που θ’ αφήσω πίσω κάποια πρόσωπα αγαπημένα. Λυπούμαι που θα τα λυπήσω. Μα, δεν πειράζει… Γεια σου, μεγάλη μου αδελφή. Δεν θα γελάσουμε ξανά, λέγοντας πελλάρες. Δεν θα μιλήσουμε ούτε και τα σοβαρά μας… Το κάθε τι γεννιέται και πεθαίνει…». Σηκώνεται, σαν να θέλει να αποφύγει να δω το πρόσωπό της, προχωρεί προς την κουζίνα και μου φέρνει μερικά κουλουράκια μέσα σ’ ένα μικρό πιατάκι, με μπλε ζωγραφισμένα μοτίβα επάνω, κάτι σαν μικρά πουλιά. «Γιατί δεν δίνετε συνεντεύξεις για τον αδελφό σας; Απ’ το ’57 έχετε μιλήσει ελάχιστα, απ’ όσο έμαθα, ενώ στο διαδίκτυο δεν υπάρχει πουθενά αναρτημένη κάποια συνέντευξή σας…», της λέω. «Ακούστε. Ούτε μιλάω, ούτε φωτογραφίζομαι – κάνω μία εξαίρεση αυτή τη φορά. Βγάλατε κανά δυο φωτογραφίες τις προάλλες, απ’ το μνημόσυνο, στα “Φυλακισμένα Μνήματα” – ας είναι. Μιλάει συνήθως δημόσια η Μαρούλλα, η μικρότερή μας αδελφή. Εγώ το αποφεύγω, δεν μπορώ, είμαι πολύ ευσυγκίνητη σ’ αυτό το θέμα… Πάρτε από φωτογραφίες του Ευαγόρα που έχω στο σπίτι, απ’ το αρχείο μου, ό,τι θέλετε, ό,τι θέλετε από εκείνον – για εκείνον…». 
Η αγχόνη. Εκεί όπου οδηγήθηκε ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης τα μεσάνυχτα της 14ης Μαρτίου 1957. 

- Συγκινείστε πολύ… Δεν συνηθίσατε πια, μετά από 62 χρόνια, την απουσία του Ευαγόρα; Ο Ευαγόρας είναι πάντα απών-παρών. Οι μεγάλοι απόντες είναι πάντοτε παρόντες… Η απουσία του Ευαγόρα δεν συνηθίζεται, ακόμη και μετά από 62 χρόνια. 
- Από όσο κατάλαβα, απ’ την τελευταία του επιστολή, πρέπει να σας είχε πολύ μεγάλη αδυναμία… Ήμασταν κοντά ηλικιακά. Είχαμε 16 μήνες διαφορά – στο δημοτικό της Τσάδας, που ήταν τριδιδάσκαλο, ήμασταν και στην ίδια αίθουσα. Σε τρεις τάξεις, είχαμε βρεθεί μαζί. Ήμασταν, όμως, κοντά και συναισθηματικά. Ταιριάζαμε ως ιδιοσυγκρασίες.
- Τι χαρακτήρας ήταν; Ο Ευαγόρας ήταν ένα ήσυχο, μειλίχιο παιδί, παρά την ενεργητικότητα που τον διέκρινε και την ενασχόλησή του με τον αθλητισμό – απ’ το δημοτικό ακόμη. Ήταν ένα σιωπηλό παιδί ο αδελφός μου, καθόλου κραυγαλέος. Ήταν κλειστός χαρακτήρας. 
Φθινόπωρο του 1938. Οικογενειακή φωτογραφία. Ο Ευαγόρας στα γόνατα του πατέρα του, Μιλτιάδη, 5 μηνών. Οι γονείς του Ευαγόρα, Μιλτιάδης και Αφροδίτη.
- Μοναχικός; Δεν θα το ‘λεγα. Έπαιζε με τα παιδιά, με τα γειτονόπουλά μας, είχε τις παρέες του, κάθε απόγευμα ήταν στις προπονήσεις του. Ξεχώριζε, άλλωστε, ως αθλητής – στα 100 μέτρα με εμπόδια και στα 400 μέτρα, από την έκτη δημοτικού ενώ, στη συνέχεια, εξελίχθηκε σε πολυαθλητή, με διακρίσεις σε επαρχιακούς και παγκύπριους αγώνες, στο άλμα εις μήκος, στο τριπλούν, στο δίσκο, στο ακόντιο, στη σφαίρα. Αλλά, ταυτόχρονα με αυτές του τις δραστηριότητες, απομονωνόταν για αρκετή ώρα στο δωμάτιό του, όταν ήθελε να μελετήσει κάτι ή να γράψει. Στο σπίτι υπήρχε μία μικρή βιβλιοθήκη και, πολύ συχνά, καταφεύγαμε εκεί. Μαθαίναμε απέξω κάποια ποιήματα -κυρίως πατριωτικά- και τα απαγγέλαμε στη μητέρα μας, η οποία μας διόρθωνε όπου κάναμε λάθος. 
Οι απόφοιτοι του Νεοφύτειου δημοτικού σχολείου, κατά το σχολικό έτος 1949-1950. Ο Ευαγόρας επάνω αριστερά (με τόξο).
- Υπάρχουν, ευτυχώς, αρκετές φωτογραφίες από τη ζωή του Ευαγόρα – ντοκουμέντα πια… Ναι, ναι. Υπήρχε μία παλιά φωτογραφική μηχανή στο σπίτι, που έβγαζε κάτι μικρές φωτογραφίες, από αυτά τα «κειμήλια» που μας είχε αφήσει ο μεγαλύτερός μας αδελφός, προτού φύγει για την ξενιτιά, στην Αφρική. Ο Ευαγόρας είχε πάθος με τις φωτογραφίες, του άρεσε πολύ να φωτογραφίζεται. Σε αντίθεση με εμένα, που δεν μου αρέσει…(χαμογελά). Τις παραμονές, θυμάμαι, πριν φύγει για το βουνό, είχε πάει στον φωτογράφο, Σπύρο Χαρίτου, και έβγαλε σ’ αυτόν την τελευταία του «καλή» φωτογραφία, την οποία πήραμε εμείς αργότερα. 
- Δεν τον θυμάστε ποτέ να έχει εκνευριστεί; Σπάνια. Το αντίθετο. Όταν μάλωναν άλλα παιδιά, πήγαινε εκείνος να τους χωρίσει, είχε το ρόλο του ειρηνοποιού. Μόνο μία φορά θυμάμαι, όταν είχαμε πάει μαζί η πέμπτη και έκτη τάξη εκδρομή στο Σταυροβούνι, κάποια παιδιά, από άλλο σχολείο, είπαν κάτι για τους Παφίτες. Τότε μόνο διαπληκτίστηκε με κάποιο παιδί. Και μάλιστα του είχε πει ο δάσκαλος: «Δεν το επερίμενα αυτό από εσένα, Παλληκαρίδη» (χαμογελά).  
Από την παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου 1954. διακρίνεται μπροστά από τη σημαία.
- Ήταν ευαίσθητος; Τον συγκινούσαν τα πουλιά, τα λουλούδια… Αν τον στενοχωρούσες για κάποιο λόγο, δεν ερχόταν σε αντιπαράθεση μαζί σου, αλλά παρέμενε σιωπηλός. Σε κοιτούσε πικραμένα με εκείνα τα μάτια του, τα γεμάτα μελαγχολία… Λυπόταν για σένα περισσότερο. Μπροστά μου, βέβαια, δεν είχε αφεθεί να κλάψει ποτέ. Όλα τα έβγαζε στα ποιήματά του.  
- Τι δουλειά έκανε ο πατέρας σας; Ήταν αστυνομικός. Καταγόταν από τον Λάρνακα της Λαπήθου και βρέθηκε στην Πάφο το ’14, τότε που αρραβωνιάστηκε με τη μητέρα μου. Εκείνος έχτισε το σπίτι μας, γιατί το είχαν έθιμο στον Λάρνακα της Λαπήθου, το σπίτι να το χτίζουν οι άντρες.
Μαζί με συναθλητές του και τον καθηγητή του, στη διάρκεια των αθλητικών του δραστηριοτήτων (ο πρώτος από αριστερά)
- Πόσα αδέλφια ήσασταν; Πέντε. Ήμασταν οι τρεις μικροί -εγώ, που γεννήθηκα το ‘36, ο Ευαγόρας του ’38 και η Μαρούλλα του ’40- αλλά και οι δύο μεγαλύτεροι, ο Λευτέρης και ο Αντρέας, με τους οποίους είχαμε κάποια ηλικιακή διαφορά, διότι άργησαν οι γονείς μας να κάνουν άλλα παιδιά. Ο Ευαγόρας, ωστόσο, ήταν κάτι διαφορετικό, ήταν ο γιος ανάμεσα σε δύο αδελφές και τον προσέχαμε. Ήταν ο αγαπημένος μας…
- «Ευαγόρα» τον φωνάζατε; Και «Βαγορή». 
Το χειρόγραφο του ποιήματος «Την Ελλάδα αγαπώ». 
- Θυμάστε πότε έγραψε το πρώτο του ποίημα; Το ’52, στην τρίτη τάξη, είχε γράψει μία έκθεση για τα Χριστούγεννα, η οποία τελείωνε με ένα ποίημα. Νόμιζα πως εκείνοι ήταν οι πρώτοι του στίχοι. Θυμάμαι, μια μέρα, όταν μπήκε η μητέρα μας στο δωμάτιό του για να το συγυρίσει, βγήκε με ένα χαρτάκι. «Τούτο είναι ποίημα που έγραψε ο Βαγορής», μας είπε. Μας το διάβασε. Αλλά δεν δώσαμε προσοχή. Ωστόσο, με την ψηφιοποίηση των τετραδίων του Ευαγόρα που βρίσκονται στο «Μουσείον Αγώνος», φαίνεται πως είχε γράψει πολύ πριν. Αναφέρομαι σε κάποιο ποίημά του που εντόπισα σε ένα τετράδιο, γραμμένο τον Γενάρη του ’50. Οπότε οι πρώτες καταγραφές πρέπει να έρχονται ίσως από το δημοτικό. 
1954. στην αυλή του σπιτιού του, στην Πάφο.
- Δεν σας είπε ποτέ πως έγραφε ποιήματα; Ξέραμε απλά ότι ο Ευαγόρας έγραφε. Δυο τρεις φορές, στο παρελθόν, μου είχε ζητήσει κάποια ομοιοκαταληξία, αλλά μέχρις εκεί. Κατά τύχη, όταν μπαίναμε στο δωμάτιό του, μπορεί να ανακατεύαμε τα τετράδιά του, αλλά δεν δίναμε ιδιαίτερη σημασία. Κάπου στην πέμπτη τάξη του γυμνασίου, όμως, έγραφε πολύ σε λευκώματα και όλοι ζητούσαν από τον Ευαγόρα να τους γράψει – ξεχώριζε από τους συμμαθητές του. Υπήρχε, μάλιστα, μια εποχή, που είχαν γεμίσει κάμποσα λευκώματα από στίχους του αδελφού μου… 
- Ήταν ωραία και τα ερωτικά του ποιήματα… «Ρώτησε τα μάτια που δακρύζουν / κάποια αλήθεια να σου πουν / κλαίνε πικρά να σ’ αντικρίσουν / γιατί μπορεί να σ’ αγαπούν.…»… Στην τέταρτη τάξη, ο Ευαγόρας αγάπησε μία συμμαθήτριά του. Αργότερα, όμως, γνώρισε τη Λύα Χατζηαδάμου. Αυτή η σχέση ξεκίνησε ως φιλία, αλλά τα συναισθήματα μετά μπλέχτηκαν, ήταν συγκεχυμένα. Βρίσκονταν για ώρες μαζί, στη λίμνη του έρωτα, στην Πάφο, συζητούσαν για πολλή ώρα, έκανα παρέα. Είχε δημιουργηθεί μάλιστα, κάποια στιγμή, και ένα περιστατικό με τον γυμνασιάρχη, ο οποίος είχε καλέσει τη Λύα στο γραφείο του και της είπε: «Δεσποινίς Χατζηαδάμου, μπορείτε να μου πείτε τι ελέγατε με τον Παλληκαρίδη στη λιμνούλα, επί μία ώρα και ένα τέταρτο;». Χρονομετρημένα… Τότε τα πράματα ήταν πολύ αυστηρά.
- Και η Λύα τι απάντησε; «Περί ψυχής, κύριε γυμνασιάρχα!».
1954. από παγκύπριους μαθητικούς αγώνες, που είχαν γίνει στη Λάρνακα.
- Θαυμάσιο! Με τη Λύα ήταν ένα ακαθόριστο συναίσθημα: Έρως-αγάπη-φιλία. Δεν ήταν ξεκάθαρο. Το ανέφεραν και στις επιστολές τους. Η αλληλογραφία τους είχε αρχίσει τον Μάρτιο του 1955 και τελείωσε το Μάρτιο του 1957 – δεν μιλούσαν για τα δικά τους, αλλά αλληλογραφούσαν γι’ αυτά. Ήταν ένας πλατωνικός έρωτας, είχε και αυτό κάτι από την ποιητικότητα του Ευαγόρα, αν σκεφτεί κάποιος πως της έφερνε -κατ’ ομολογία της Λύας- λουλούδια με στίχους του, ακόμη και μία γλάστρα με γαρύφαλλα είχε «κλέψει» σε μία γιορτή των Τριών Ιεραρχών για να την κάνει δώρο σ’ εκείνην. Η Λύα, εν τω μεταξύ, θα έφευγε μαζί με τη μητέρα της για την Αφρική, εκεί όπου βρισκόταν ήδη και ο πατέρας της. Εκείνος ο πόνος του χωρισμού των δυο τους, «έδωσε» πολλά ποιήματα. Θυμάμαι, λίγο πριν από το αποχαιρετιστήριο πάρτι που θα διοργάνωνε η Λύα, είχε έρθει ο Ευαγόρας σε μένα, μου έφερε ένα κόκκινο τετράδιο, γεμάτο από χειρόγραφα ποιήματα, για να του το τυλίξω, και να της το χαρίσει εκείνο το βράδυ για να το έχει ως ενθύμιο. Θυμάμαι και τους πρώτους στίχους, με τους οποίους ξεκινούσε εκείνο το τετράδιο: «Σε πήρανε προς τ’ άγνωστο οι μοίρες / και φεύγοντας το κάθετί μου πήρες…». Φυσικά δεν του είχα αναφέρει κάτι, αλλά καταλαβαινόμασταν. Συνέχιζαν να αλληλογραφούν οι δυο τους, όσο βρισκόταν η Λύα στην Αφρική. Από αυτή τη σχέση, λοιπόν, προέκυψαν και τα τόσο ωραία ερωτικά ποιήματα του Ευαγόρα, που μου αναφέρατε.   
- Σας είχε εκμυστηρευτεί τα συναισθήματά του για τη Λύα; Όχι, όχι, δεν μιλούσε ποτέ γι’ αυτά τα θέματα.
4/12/1955. Η τελευταία φωτογραφία-πορτρέτο (φωτό: Σπύρος Χαρίτου).
- Για την ΕΟΚΑ πότε σας μίλησε; Καταλαβαίναμε ήδη πως η ατμόσφαιρα ήταν εκρηκτική. Συμμετείχε σε διαδηλώσεις, τον συνέλαβαν, τον πήγαν στο δικαστήριο, βλέπαμε τις πινακίδες για τις διαδηλώσεις που ήταν γραμμένες με δικά του γράμματα, πρωτοστατούσε. Ξέραμε πια πως ανακατευόταν με την ΕΟΚΑ. Δύο χρόνια πριν, τον Ιούνιο του 1953, κατά τη στέψη της βασίλισσας, όταν πήγε μαζί με πλήθος κόσμου στην πλατεία της 28ης Οκτωβρίου για να διαμαρτυρηθεί, κάποιος είχε δοκιμάσει να ανέβει στον ιστό των προπυλαίων, αλλά δεν τα κατάφερε. Τότε ανέβηκε ο Ευαγόρας -ήταν και αθλητής, μην ξεχνάτε- κατέβασε την αγγλική σημαία και την έριξε στο πλήθος. Αυτό ήταν και το έναυσμα τότε για την επέκταση των εκδηλώσεων διαμαρτυρίας. Το βράδυ, βέβαια, επέστρεψε στο σπίτι. Φαινόταν κουρασμένος και στενοχωρημένος – δεν τον είχα ξαναδεί έτσι. Τότε, ο πατέρας μας, κάθισε μαζί του και του μιλούσε για δέκα λεπτά, συμβουλεύοντάς τον. Εκείνος άκουγε, αλλά δεν απαντούσε. Ώσπου, κάποια στιγμή, σηκώνεται, χτυπάει δυνατά το χέρι του στο τραπέζι και λέει: «Να πιάσει τα κατουρημένα της και να φύγει! Τι ζητά δαμέσα;» – εννοώντας τη βασίλισσα. Ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που τον είχα δει να εκρήγνυται, σε τέτοιο βαθμό. Από τότε δεν τον χωρούσε το σπίτι. Τον αισθανόμουν να «πνίγεται», να μην αντέχει! Ώσπου ξεκίνησε ο αγώνας, και έφυγε στα βουνά.  
- Οι γονείς σας δεν τον απέτρεψαν από το να ενταχθεί στην ΕΟΚΑ; Δεν συζητιούνταν αυτά τα θέματα μέσα στο σπίτι. Τα πράγματα είχαν ήδη μπει σε μια ροή. Ήταν αυτονόητο, όμως, πως θα γινόμασταν μέλη της ΕΟΚΑ. Θυμάμαι, μία μέρα, η θεία μας η Νεφέλη, όταν ο Ευαγόρας ήταν ήδη αντάρτης, του είπε: «Γιε μου, τούτα τα πράματα δεν είναι για μας!». Και εκείνος της απάντησε: «Ξέρεις, θεία, κάποτε πήγα να σφάξω ένα κουνέλι, το λυπήθηκα όμως, και το άφησα να φύγει. Αλλά αυτό είναι άλλο!».
- Δεν φοβήθηκε ποτέ; Όχι, όχι. Ο Ευαγόρας ήταν αποφασισμένος!
1953. μαζί με την μικρότερη αδελφή του, Μαρούλλα, στην Πάφο.
- Όταν μάθατε πως τον συνέλαβαν επειδή είχε επάνω του οπλισμό, πώς αντιδράσατε στο σπίτι; Εγώ πια βρισκόμουν στο Βαρώσι – λίγο πριν είχα παντρευτεί και έμενα εκεί μαζί με τον άντρα μου. Τελευταία φορά που τον είχα δει, μετά τη φυγή του, ήταν τέλη Αυγούστου του 1956, στη Φιλούσα. Είχα, ωστόσο, άσχημα προαισθήματα τον τελευταίο καιρό… Τον έπιασαν τελικά στην Πάφο, στη Λυσό. Το άκουσε ο άντρας μου από το ράδιο και μου είπε: «Αύριο, θα πάμε να δούμε τον Ευαγόρα». 
- Πότε έγινε η πρώτη σας συνάντηση, αφότου συνελήφθη; Ο πατέρας μου πήγαινε κάθε μέρα στον αστυνομικό σταθμό της Πάφου, αφότου τον συνέλαβαν, ρωτούσε πού είναι, πού βρίσκεται, δεν του έλεγαν. Τον είχαν συλλάβει στις 18 Δεκεμβρίου. «Στις 30 του μήνα θα επιτραπεί στους στενούς συγγενείς, να τον δουν στο Δασάκι, στην Πάφο», μας είπαν. Τον είχαν σε μια παράγκα. Σε αυτή την πρώτη μας συνάντηση θυμάμαι πως τον είχαν μέσα σε ένα δωμάτιο με ένα κρεβάτι, στο οποίο υπήρχε μόνο η σούστα και με έναν Άγγλο στρατιώτη μαζί του, ο οποίος μιλούσε και ελληνικά. Μόλις τον είδαμε όρμησα να τον αγκαλιάσω πρώτη. Δεν τον άφηνα από τα χέρια μου! Τότε γύρισε ο πατέρας μου και μου είπε: «Άφησ’ μας και εμάς, κόρη μου, να τον δούμε». Είχε μώλωπες, ήταν μαυρισμένα τα μάτια του και τα είχε χαμηλωμένα. Τον ρώτησε ο πατέρας μου: «Γιατί δεν μας κοιτάζεις, γιε μου;». «Είχαν μου τους προβολείς όλη τη νύχτα αναμμένους μέσα στα μάθκια, εν μπορώ…». Μετά, τον ξαναείδαμε πια στις κεντρικές φυλακές. 
Το χειρόγραφο του πιο γνωστού ποιήματος του ήρωα, «θα πάρω μιαν ανηφοριά». το είχε παραδώσει σε μία συμμαθήτριά του, το απόγευμα της 5ης Δεκεμβρίου 1955.
- Έδειχνε ταραγμένος; Ποτέ. Ποτέ. Ήταν πάντα ήρεμος. Εκείνος μας έδινε θάρρος, όχι εμείς σ’ αυτόν. Ήταν ψύχραιμος. 
- Εσείς; Συγκρατιόμασταν. Δεν κλαίγαμε μπροστά του. Δεν διανοούμασταν να κλάψουμε μπροστά του – ακόμη και η μάνα μας! Σφίγγαμε την καρδιά μας. Την κουβέντα εκείνος την κουμάνταρε… Η προανάκριση είχε οριστεί για τις 14 Φεβρουαρίου του 1957, από όπου τελικά η υπόθεση παραπέμφθηκε για εκδίκαση στο Ειδικό Δικαστήριο, στις 25 Φεβρουαρίου του 1957.
- Πότε πήγατε τελευταία φορά στα Φυλακισμένα Μνήματα; Πριν από λίγες μέρες, στην επέτειό του. Για το μνημόσυνο. Όπως κάθε χρόνο.  
Στην περιοχή του χωριού Λυσός της Πάφου, μαζί με συναγωνιστές του, μέλη της ΕΟΚΑ (ο πρώτος από δεξιά).
- Πώς είναι να βλέπετε την καταπακτή με το σκοινί; Α, όχι, όχι. Εκεί δεν έχω πάει ποτέ μου! Δεν μπορώ! Δεν το αντέχω! Ακόμη και το να βλέπω αυτή την εικόνα από φωτογραφίες, ταράζομαι… Μέχρι τον τάφο του πηγαίνω και στο κελί του. 
- Τι θυμάστε από την τελευταία σας επίσκεψη στον Ευαγόρα, τον Μάρτιο του ‘57; Θα σας πω… Ο Ευαγόρας ήταν, όπως πάντα, μέσα από την πόρτα, εμείς απέξω και, ανάμεσά μας, το συρματόπλεγμα. Μαζί μας ήταν οι γονείς μας, η αδελφή μου, η Μαρούλλα, και δύο εξαδελφάκια μας. Την προηγούμενη μέρα, ημέρα Τρίτη, είχε πάει, στο μεταξύ, ο πατέρας μας στη Λευκωσία για να τον δει, του πήρε κάμποσα τσιγάρα, και εκεί ο Ευαγόρας του ανακοίνωσε πως «θα με εκτελέσουν, η μέρα ορίστηκε και είναι η Πέμπτη». Του είπε επίσης: «Θέλω να ανάψεις μία λαμπάδα στον Άη-Γιώρκη, θέλω να μου φέρεις τη μάμα μου να τη δω και θέλω και το σταυρό μου». Την Τετάρτη, λοιπόν, ήμασταν όλοι εκεί, οι πολύ στενοί συγγενείς… 
- Αναρωτιέμαι: Πώς ήταν να βλέπετε έναν άνθρωπο που την επόμενη μέρα δεν θα ζούσε; …Αυτό δεν μπορώ να σας το περιγράψω… Τον κοιτούσαμε και ήμασταν βουλιαγμένοι. Ο Ευαγόρας, όμως, ήταν όρθιος. Εκεί! Ήταν αξιοθαύμαστο, γιε μου (συγκινείται). Ήμασταν όλοι αμήχανοι. Τι να ελέγαμε; Την κουβέντα την εκουμάνταρε πάλι εκείνος. 
- Τι σας έλεγε; Ρωτούσε τι κάνει ο ένας, τι κάνει ο άλλος, γενικότητες… Προσπαθούσε να πάει την κουβέντα αλλού. Μετά φύγαμε και ξαναπήγαμε το απόγευμα. Μαζί μας, σε αυτή την τελευταία μας συνάντηση, ήταν και τα πεθερικά μου από την Αμμόχωστο. Δεν γνωρίζονταν ακόμη με τον Ευαγόρα, γιατί είχα μόλις παντρευτεί. Τους είπε: «Χαίρομαι που σας γνωρίζω, αλλά λυπούμαι που είναι η πρώτη και η τελευταία φορά που σας βλέπω». Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που θα αντίκριζα τον Ευαγόρα.
- Παρέμενε ήρεμος; Πάντα. Πάντα. Δεν ταράχτηκε ούτε μία στιγμή!
13/3/1957. Δημοσίευμα της εφημερίδας «Έθνος» για την εκτέλεση του Ευαγόρα.
- Θυμάστε να σας είπε κάτι σ’ αυτή την τελευταία σας συνάντηση; Ναι. Θυμάμαι… Μου είπε εκείνο το τελευταίο απόγευμα που τον έβλεπα: «Για μένα, ο θάνατος είναι ζήτημα δύο λεπτών! Όταν πεθάνω, θα πάω στο Θεό και θα τον παρακαλέσω να είμαι ο τελευταίος. Αν γίνει κάτι αυτές τις μέρες, να ξέρετε πως η προσευχή μου εισακούστηκε…» (συγκινείται). Τότε σήμανε ο σκοπός ότι πρέπει να φύγουμε (σταματάμε για λίγα λεπτά). Θυμάμαι κάτι μαύρες πόρτες που ανοίγαν, κάτι άλλες μαύρες πόρτες που έκλειναν… Τελοσπάντων. Ακούμπησα το χέρι μου πάνω στο συρματόπλεγμα για να αγγίξω το δικό του και θυμάμαι πως του είπα «γεια σου». Αυτό μόνο. Δεν είχα τι άλλο να πω. Είναι σαν να το βλέπω τώρα μπροστά μου… «Θα σου γράψω…», μου είπε ο Ευαγόρας. Πράγματι. Μετά τον απαγχονισμό, με περίμενε εκείνο το τελευταίο του γράμμα, που ξεκινούσε «ώρα 7.30 μ.μ. Η πιο όμορφη μέρα της ζωής μου…»… 
- Πώς μάθατε για τον απαγχονισμό; Δεν τον έμαθα. Τον ένιωσα. Κατά τις 12 η ώρα το βράδυ της ίδιας μέρας, άκουσα το ρολόι μας στο σπίτι να χτυπά 12 φορές. Και με έπιασε κάτι σαν βραχνάς. Σαν να ήταν εκείνη η ώρα του τετέλεσται. Την ίδια ώρα, η Λύα του έγραφε από την Αφρική το τελευταίο της γράμμα… Και, μέσα από το παράθυρό της, όπως μας είπε, είχε δει έναν διάττοντα αστέρα να διαγράφει την πορεία του… Ο παπα-Αντώνης μας εκμυστηρεύτηκε αργότερα πως είχαν καθίσει να μιλήσουν για περισσότερο από μία ώρα. Μας είπε πως ήταν συνεχώς με το χαμόγελο στα χείλη – χαμόγελο όχι προσποιητό, αλλά φυσικό. Δεν φοβήθηκε ούτε στιγμή!  
- Άξιζε τελικά εκείνη η θυσία, πιστεύετε, κυρία Παλληκαρίδου, με τα ιστορικά γεγονότα που ακολούθησαν στην Κύπρο; Είναι μία θυσία αδικαίωτη, αλλά ο κάθε ένας από όσους έφυγαν, ήταν ταγμένος γι’ αυτό. Θα σας πω και κάτι άλλο, για να δείτε καμιά φορά… Όταν ήρθε η ώρα να γεννήσει η μητέρα μας τον Ευαγόρα, φώναξαν τη μαμμή. Ύστερα από πόνους, από πολλή ώρα, διότι δεν έβγαινε ο Ευαγόρας, τελικά εγεννήθηκε καθιστός. Γύρισε τότε η μαμμή και είπε στη μητέρα μας: «Εβασάνισέν μας ο μασκαράς, κόρη Αφροδίτη, αλλά τα εκαταφέραμε. Δόξα σοι ο Θεός. Αλλά να το ξέρεις και να το θυμάσαι, έτσι που εγεννήθηκε, διπλωμένος, θα είναι τυχερό παιδί!». Είχε μία παράξενη μοίρα ο Ευαγόρας. Οι μοίρες τον παράστεκαν και του καθόρισαν το πεπρωμένο του. 
- Ήταν τύχη, δηλαδή, το να φύγει έτσι όπως έφυγε απ’ τη ζωή; Δεν ήταν; Ο Ευαγόρας έμεινε στην αθανασία!
Το κελί του ήρωα στις Κεντρικές Φυλακές, εκεί όπου βρισκόταν προτού οδηγηθεί στην αγχόνη.
- Τον σκέφτεστε κάθε μέρα; Κάθε μέρα. Κάθε μέρα. Κάθε μέρα… Πριν μελοποιήσουν ακόμη ποιήματά του, έβαζα εγώ η ίδια μουσική στα ποιήματά του, στα ερωτικά του ιδίως, και τα τραγουδούσα για να τον αισθάνομαι, συνήθως όταν βρισκόμουν μόνη στο αυτοκίνητο.   
- Ο Ευαγόρας, σε εκείνο το τελευταίο του γράμμα σας έγραφε «μη λυπάστε…». Το τηρήσατε; Δυστυχώς, όχι… 
- Τι όνειρα έκανε ο Ευαγόρας για τη ζωή του; Δεν έκανε. Δεν έλεγε ποτέ «θα γίνω αυτό κι αυτό»… 

- Παράξενο… Θυμάμαι πως όταν είχαν πάει εκδρομή στην Αθήνα, με το σχολείο, κάποιοι συγγενείς μας του έλεγαν να μείνει εκεί, διότι είχε θεσπιστεί ο νέος νόμος «περί προσωποκράτησης», είχαν ξεκινήσει να γίνονται πολλές συλλήψεις, ενώ μέσα στη λίστα των υπόπτων λεγόταν πως βρίσκονταν και αρκετοί από τους μαθητές που εκείνη την περίοδο είχαν ταξιδέψει για εκδρομή στην Ελλάδα. Πολλά παιδιά, λοιπόν, είχαν παραμείνει στην Αθήνα. «Γιατί εν έμεινες, γιε μου;», του είχε πει η μάνα μας. «Εγώ δεν επήα για να μείνω στην Αθήνα. Η θέσις μου είναι στην Κύπρο», της είχε πει. «Θα εγύριζα πίσω, ό,τι κι αν εσυνέβαινε. Εγώ έταξα τη ζωή μου για την πατρίδα!». 
  Συνέντευξη: Γιάννης Χατζηγεωργίου      Σπάνιο προσωπικό αρχείο Γ. Παλληκαρίδου Ποσπορή, Γ. Χατζηγεωργίου   

Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2022

Αλισαβού και Βαγορής

 ~ Όταν οι στράτες του Βαγορή και της Αλισαβού έσμιξαν για τρίτη (και στερνή) φορά. 

Σιμά στο θρόνο του Πλάστη τους... 

|έγραψε (και πάλι) η Υπ.


«Εμπρός, ελάτε, έχουμε σήμερα πολλά να κάμωμε» φώναξε τάχα θυμωμένος ο καθηγητής της Γυμναστικής του Γυμνασίου Πάφου στα σχολιαρόπαιδα που απολάμβαναν τον καλοκαιριάτικο ήλιο. 

«Εμείς κύριε δεν θα μπούμε στην τάξη» φώναξε ένας. 

«Εμείς δεν τηνε θέλομε τη βασίλισσα!» 

«Ούτε να παρελάσουμε θέλομε!» ακούστηκαν κι άλλες φωνές σχεδόν ταυτόχρονα.

 Ήταν 1η του Ιούνη του 1953. 

Όλη η Μεγαλόνησος είναι στο πόδι. 

Την επόμενη μέρα έχει προγραμματιστεί η στέψη της νέας βασίλισσας κι οι Βρετανοί έχουν ετοιμάσει μεγάλες φιέστες στο νησί. 

Στο νησί που παράνομα κρατούν για δικό τους και που με κάθε τρόπο διεκδικούν οι μόνοι -εδώ και αιώνες- αληθινοί κτήτορες.

Όλες οι κυπριακές πόλεις έχουν σημαιοστολιστεί με βρετανικές σημαίες. 

Οι φωτογραφίες της νέας βασίλισσας, που αναπάντεχα στα 25 της ανέλαβε τα καθήκοντα ύστερα από τον ξαφνικό θάνατο του πατέρα της, έχουν αναρτηθεί σε όλα τα κεντρικά σημεία των πόλεων. 

Ο κυβερνήτης της Κύπρου σερ Άντριου Ράιτ έχει διατάξει να γίνουν ταυτόχρονα παρελάσεις σε όλες τις μεγάλεις πόλεις. Χιλιάδες φλυτζάνια τσαγιού με τη φωτογραφία της νεαρής Ελισάβετ και τη φράση «Ο Θεός να σώζει τη Βασίλισσα» έχουν ετοιμαστεί ως ενθύμια της ιστορικής για τους αποικιοκράτες μέρας. 

Στο Ιακώβειο Γυμναστήριο κυματίζει η βρετανική σημαία. Αυτό το τελευταίο είναι που εξόργισε τους μαθητές και από το πρωί βρίσκονται σε αναβρασμό. Κανένας δεν θέλει να μπει στην τάξη. «Ο Γαλατόπουλος είναι μαζί μας» φωνάζει κάποιος και όλοι μαζεύονται γύρω του για να μάθουν τα νέα. Πράγματι, ο δήμαρχος Πάφου Χριστόδουλος Γαλατόπουλος, γνωστός μαχητής τάχθηκε από νωρίς στο πλευρό των μαθητών και τους συσπείρωσε όλους έξω από το Διοικητήριο της πόλης. Εκεί φώναζαν συνθήματα κατά της βρετανικής αποικοκρατίας.

ΕΙΚΟΝΑ 01

Κάποια στιγμή μια μεγάλη ομάδα μαθητών φεύγει από το πλήθος και κατευθύνεται προς την πλατεία 28ης Οκτωβρίου. Προπορεύεται ένας 15χρονος μαθητής από την Τσάδα, ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης

Με το βλέμμα αλλιώτικο, «το ξεσηκωμένο απ’ τις Ιστορίες, το ξεσηκωμένο απ’ τ’ αναγνωστικά»[1] περπατά γοργά, διασχίζει το πλήθος, που απορημένο τον κοιτά και κατεβάζει από τον ιστό τη βρετανική σημαία. Το πλήθος παραληρεί. Τα χειροκροτήματα δονούν την ατμόσφαιρα.

Το γεγονός μαθαίνεται γρήγορα και γίνεται η θρυαλίδα για να φουντώσει η φωτιά σ’ ολάκερη την Πάφο. Δεν έμεινε ούτε μια φωτογραφία της βασίλισσας ούτε μια επιγραφή στη θέση της. Όλα τα ξήλωσαν  οι νεαροί μαθητές. Οι Άγγλοι βράζουν από μέσα τους, ωστόσο οι διαταγές είναι ρητές: να μη σημαδευτεί η στέψη της βασίλισσας από κανένα επεισόδιο. Ο διοικητής προκειμένου να προλάβει τα χειρότερα ματαιώνει όλες τις προγραμματισμένες εκδηλώσεις. Η Πάφος είναι η μόνη πόλη της Κύπρου που δεν γιόρτασε τη στέψη της βασίλισσας!

Αυτή είναι η πρώτη φορά που αντάμωσαν οι στράτες των δύο πρωταγωνιστών: της Αλισαβούς (έτσι την έλεγαν στο μαρτυρικό νησί οι παλιοί) και του Βαγορή από την άλλη. Που, αλίμονο!, έμελλε να «ανταμωθούν» κι άλλη φορά, σύντομα μάλιστα, σε 4 μόλις χρόνια. Μόνο που η δεύτερη φορά δεν θα είχε αίσιο τέλος όπως η πρώτη, αφού ο Βαγορής συνελήφθη τις επόμενες μέρες του Ιούνη του 1953, αλλά αφέθηκε ελεύθερος.

Όταν όμως, τον έπιασαν το Δεκέμβρη του 1956 σε ενέδρα κουβαλώντας ένα γρασαρισμένο οπλοπολυβόλο μπρεν, τότε τα πράγματα δυσκόλεψαν πολύ. Τα γεγονότα εναλλάσσονται με γρήγορους ρυθμούς κι ο κόσμος παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα τις εξελίξεις.

Δεκαπέντε μέρες μετά τη σύλληψή του, στις 5 Ιανουαρίου 1957, ο Βαγορής μεταφέρεται χωρίς ένταλμα στις Κεντρικές Φυλακές της Λευκωσίας. Μετά από μια δίκη-παρωδία, η απόφαση βγαίνει στις 25 Φεβρουαρίου 1957: θάνατος δι’ απαγχονισμού. Είναι μόλις 19 ετών, ο μικρότερος μελλοθάνατος από τους αγωνιστές της ΕΟΚΑ.

Ακολουθεί παγκόσμια κατακραυγή, διαμαρτυρίες, διαδηλώσεις. Η Ελληνική κυβέρνηση προσπαθεί με κάθε τρόπο να αποτρέψει την εκτέλεσή του. Η Κυπριακή αδελφότητα Αθηνών ζητά προσωπική παρέμβαση του βασιλιά της Ελλάδας Παύλου, ο οποίος ήταν πρώτος εξάδελφος του συζύγου της Ελισάβετ. Η Βουλή των Ελλήνων στέλνει τηλεγραφήματα προς την Βουλή των Κοινοτήτων και τα Ηνωμένα Έθνη. Ο Αρχιεπίσκοπος Δωρόθεος, ο Χωρεπίσκοπος Σαλαμίνος Γεννάδιος, ο Αρχιεπίσκοπος Νοτίου Αφρικής Νικόδημος, ο Αμερικανός Γερουσιαστής Φούλτον προσπαθούν να ματαιώσουν την εκτέλεση.

O τότε Εργατικός βουλευτής και σκιώδης Υπουργός Αποικιών Άνιουριν Μπίβαν, ο οποίος είναι άρρωστος, ζητά από την γραμματέα του να μεταφέρει το μήνυμα στον Υπουργό Αποικιών ότι τον «παρακαλεί να σταματήσει την εκτέλεση του Παλληκαρίδη – δεν μπορούσε να φέρει καλό αντιθέτως θα έκανε μεγάλο κακό».

Στις 28 Φεβρουαρίου ο Μιλτιάδης Παλληκαρίδης, πατέρας του Ευαγόρα στέλνει χειρόγραφη επιστολή και με πόνο ψυχής παρακαλά να μην θανατωθεί το παιδί του.

Οι δικηγόροι του Βαγορή ετοιμάζουν τηλεγράφημα προς τη βασίλισσα. «Εκ μέρους του Ευαγόρα Παλληκαρίδη και του πατέρα του, o οποίος για χρόνια υπηρέτησε πιστά ως αστυνομικός και της μητέρας του, κάνουμε τελευταία έκκληση στην Μεγαλειότητά σας να μην απαγχονιστεί […]  Ήταν ένοχος μόνο για κατοχή όπλου δίχως σφαίρες και παραδόθηκε δίχως αντίσταση, παρακαλούμε την Μεγαλειότητά σας να εισηγηθείτε έλεος». Το τηλεγράφημα παραλήφθηκε από το παλάτι στις 13 Μαρτίου.

Την ίδια μέρα οι μαθητές από το Γυμνάσιο Κερύνειας στέλνουν τηλεγράφημα στο Παλάτι. «Κύπριοι μαθητές σάς κάνουν έκκληση με την ελπίδα ότι θα διατάξετε την αναστολή της εκτέλεσης του νεαρού Παλληκαρίδη. Θα απαγχονιστεί αύριο το πρωί. Ενεργήστε αμέσως για χάρη της ειρήνης στην Κύπρο».

Τίποτα από αυτά δεν κάμπτει την νεαρή βασίλισσα που είχε κάθε δικαίωμα να απονείμει χάρη και να ακυρώσει ή να μειώσει την ποινή [2]. Επιπλέον το κλίμα στην Αγγλία είναι ευνοϊκό: γίνονται διαβουλεύσεις στο βρετανικό κοινοβούλιο για την κατάργηση της θανατικής ποινής. 40 Εργατικοί Άγγλοι βουλευτές με επιστολή τους ζητούν ματαίωση της ποινής του Παλληκαρίδη, γνωρίζοντας ότι στην Αγγλία είχαν ανασταλεί όλες οι θανατικές ποινές από τις 10 Αυγούστου 1955.

Ένα βράδυ πριν από την εκτέλεση κάποιος από το παλάτι του Μπάκιγχαμ τηλεφωνεί στο γραφείο αποικιών της Κύπρου, χωρίς όμως να δώσει την πολυπόθητη εντολή για χάρη.

Ο Ευαγόρας εξομολογείται και κοινωνά για τελευταία φορά στις 13 Μαρτίου 1957 από τον ιερέα των Κεντρικών Φυλακών Λευκωσίας. Όταν ο π. Αντώνιος του ζητά να του δώσει το σταυρό του ως ενθύμιο, ο Βαγορής δεν θέλει να τον αποχωριστεί. Και λίγες ώρες αργότερα ανεβαίνει το σκαμνί που θα τον οδηγήσει στον Πλάστη του, για να τον παρακαλέσει να είναι ο τελευταίος που θα απαγχονιστεί. Έκανε μόνο εννέα δευτερόλεπτα για να περάσει στην αθανασία, ομολόγησε αργότερα ο δήμιός του, ο διαβόητος Χάρρυ Άλλεν.  

ΕΙΚΟΝΑ 02

Ο Βαγορής πέρασε στην Ιστορία. 

Ως ήρωας! 

Κι η Αλισαβού πέρασε στην Ιστορία. 

Ως η μακροβιότερη μονάρχης στην Αγγλία και η μακροβιότερη γυναίκα-αρχηγός κράτους στην παγκόσμια ιστορία. 

Μα έμελε να σμίξουν οι στράτες τους για τρίτη (και στερνή) φορά. 

Όχι πια ως πάροικοι και παρεπίδημοι, μα σιμά στο θρόνο του Πλάστη τους.  

Γιατί όσο κι αν ήταν διαφορετικοί οι δρόμοι τους, όσο κι αν χάσμα μέγα ήταν ανάμεσά τους, δεν έπαυε να είναι πλασμένοι κι οι δυο από τα ίδια Χέρια. 

Αυτά που έμελε τώρα να στείλουν την Αλισαβού για πάντα, εκεί που τα δικά της έργα είχαν καθορίσει.

Τρέμει ολάκερη καθώς στέκεται μπροστά στο θρόνο του Πανάγαθου, εκείνη που στέκονταν αγέρωχη στο δικό της θρόνο εφτά δεκαετίες! 

Σ’ αυτά τα χρόνια είχε ακούσει χιλιάδες φορές το «God Save the Queen» (Ο Θεός να σώζει τη βασίλισσα) [3], τόσο που σχεδόν το είχε πιστέψει πως θα γινόταν στ’ αλήθεια! 

Θα την έσωζε ο Μεγαλοδύναμος ό,τι κι αν έκανε. Ακόμα και αν τα κρίματά της ήταν ολοφάνερα στο λαό [4]. Κι ας ήταν κάθε πέτρα από το στέμμα της βουτηγμένη στο αίμα.

Γύρω, ολούθε στρατιές από δαιμόνια την περιτριγυρίζουν χαιρέκακα κι εξιστορούν γνωστές και άγνωστες πτυχές από τη ζωή της. Άλλος θυμάται τα βασανιστήρια που πέρασαν μικρά παιδιά με βασιλική εντολή, προκειμένου να μαρτυρήσουν πρόσωπα και πράγματα. Άλλος λέει για εικονικές εκτελέσεις, άλλος για το έμβρυο που πέθανε όταν οι Βρετανοί στρατιώτες χτύπησαν αλύπητα την έγκυο μητέρα του, άλλος για τεχνητό πνιγμό, για ηλεκτροσόκ…

«Το Γιώργο Νικολάου τον έχεις ακουστά;» της λέει καγχάζοντας ένας μικρούλης δαίμονας. 

«Πέθανε στα χέρια των βασανιστών του. τον είχαν δεμένο μ’ ένα σκοινί μέσα στη θάλασσα, αφού προηγουμένως τον είχαν αφήσει κωφό με έκρηξη δυναμίτιδας και του είχαν συνθλίψει τα γεννητικά όργανα. Άφησε έγκυο γυναίκα κι ένα μικρό παιδί»

«Πρόδρομος Ξενοφώντος, σου λέει κάτι;» πετάχτηκε ευθύς ένας άλλος. 

«Όταν τον παρέλαβαν νεκρό οι δικοί του είχε σπασμένο κρανίο και βγαλμένα όλα τα νύχια».

«Και για τα εννιά παλικάρια της αγχόνης, τι έχεις να πεις;» 

Η Αλισαβού τώρα ήταν έτοιμη να σωριαστεί. 

Γιατί κάποια από αυτά που εξιστορούσαν οι δαίμονες όντως δεν τα ήξερε. 

Μα η αλήθεια είναι, πως για αρκετά από αυτά είχε δώσει τη σιωπηλή συγκατάθεσή της, όπως και για τον Αντρέα, το Μιχαλάκη, τον Ιάκωβο, τον Ανδρέα, το Χαρίλαο, τον άλλο Ανδρέα, το Μιχαλάκη, το Στέλιο, το Βαγορή που είχε βουήξει ολάκερη η υφήλιος από τις διαμαρτυρίες … 

Όλοι τους νέα παιδιά, 25 χρονών ο μεγαλύτερος και 19 ο μικρότερος και τελευταίος.

Ο τελευταίος! Να τος, αργά-αργά φέρνει τα βήματα μπροστά στο θρόνο του Πλάστη τους. Είναι η πρώτη φορά που τον βλέπει. Δεκαεννιά χρονών παλικαράκι ήταν όταν τον έστειλε η δική της απειρία (ή μήπως δειλία; ή και διπλωματία;) στο θάνατο! Εκείνη όμως, έζησε σχεδόν πέντε ζωές δικές του! Προβάροντας μεταξωτά ταγιέρ και καπέλα ή διοργανώνοντας φιλανθρωπικά γκαλά…

Στέκεται βουβή και περιμένει τη δική του ετυμηγορία, που σίγουρα δεν θα ’ναι διαφορετική.  

Όλοι σωπαίνουν μονομιάς,  γιατί να, ο Βαγορής εμφανίζεται και κάνει δυο βήματα, δίπλα στην Αλισαβού που τρέμει. 

Υψώνει τα μάτια στο θρόνο του Πλάστη και μια παράκληση βγαίνει θερμή απ’ τα χείλη του:  

«Κύριε μὴ στήσεις αὐτῇ τὴν ἁμαρτίαν ταύτην!»

Όλοι μείναν σιωπηλοί κι ακίνητοι. 

Μόνο ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια του Μεγαλοδύναμου...

Υπ.


[1] η φράση ανήκει στον Κύπριο ποιητή Κώστα Μόντη.

[2] Η απονομή χάριτος δεν είναι κάτι που δεν έκανε ποτέ η βασίλισσα. Από τις τελευταίες χάριτες που απένειμε είναι το 2001, όταν μείωσε την ποινή δύο φυλακισμένων που έσωσαν έναν σωφρονιστικό υπάλληλο από επίθεση αγριόχοιρου, ενώ το 2013 έδωσε χάρη στον Άλαν Τούρινγκ.   

[3] «God Save the Queen» είναι οι πρώτοι στίχοι από τον εθνικό ύμνο του Ηνωμένου Βασιλείου.

[4] Στις 7 Ιουνίου 1977 κατά τη διάρκεια του εορτασμού του ασημένιου ιωβηλαίου της βασίλισσας τα μέλη του punk συγκροτήματος «Sex Pistols» νοίκιασαν το σκάφος «Βασίλισσα Ελισάβετ» και διαπλέοντας τον Τάμεση, τραγούδησαν την παράφραση του εθνικού ύμνου της Αγγλίας «God Save the Queen» λίγα μέτρα δίπλα από το παλάτι του Ουεστμίνστερ, όπου διεξάγονταν οι μεγαλοπρεπείς εκδηλώσεις για τα 25 χρόνια της βασίλισσας στον θρόνο. Στο τραγούδι αναφέρεται μεταξύ άλλων «Oh Lord God have mercy, all crimes are paid» (Ω, Κύριε Θεέ, δείξε έλεος, (αφού) όλα τα εγκλήματα πληρώνονται»

(Η εκτέλεση του τραγουδιού στην επεισοδιακή συναυλία των Sex Pistols  https://www.youtube.com/watch?v=yqrAPOZxgzU)

Η συναυλία στον Τάμεση κατέληξε σε συλλήψεις, το BBC απαγόρευσε τη μετάδοση του τραγουδιού, εκτοξεύοντας με αυτή την πράξη τις πωλήσεις του συγκροτήματος. Μέχρι σήμερα έχουν πουληθεί 1.300.000 αντίτυπα του σινγκλ παγκοσμίως.

Δεν ήταν ωστόσο, η πρώτη φορά που κάποιο μουσικό σχήμα παρωδούσε τον Εθνικό Ύμνο μιας χώρας, όπως για παράδειγμα η περίπτωση του Αμερικανικού Εθνικού Ύμνου στην ερμηνεία του Τζίμι Χέντριξ, που με αυτόν τον τρόπο διαμαρτυρήθηκε για τον πόλεμο στο Βιετνάμ.


Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2022

~ Όσο δύσκολο κι αν μας είναι...


...Η Ελληνοπρέπειά μας και το Ορθόδοξο ήθος

(που θα΄πρεπε να διέπουν τη ζωή μας)
"μας επιβάλουν" να λέμε "Θεός σχωρέσ'την".


Ακόμα κι αν τα λάθη
ή και τα εγκλήματα κάποιων
γεννούν Ήρωες, που μένουν στην αιωνιότητα,
όπως ο Ευαγόρας...

Η χαιρεκακία δεν ταιριάζει στον Ορθόδοξο (αγωνιζόμενο με τα χάλια του) Έλληνα.-

ΥΓ:
Δες το σχόλιο του "ανώνυμου" που συμπληρώνει ιδανικά, όσα η δική μας ελλειπής πένα δεν μπόρεσε να εκφράσει...

Σάββατο 19 Μαρτίου 2022

ΤΟ 1001ο ΠΛΟΙΑΡΙΟ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑΣ...


1000 πλοιάρια μὲ 20.000 ἐπιβάτες πραγματοποίησαν τὴν Κυριακὴ 3 Ἰουνίου φαντασμαγορικὴ παρέλαση στὸν ποταμὸ Τάμεση στὸ Λονδίνο στὰ πλαίσια τῶν ἐκδηλώσεων γιὰ τὴ διαμαντένια ἐπέτειο τῆς βασίλισσας Ἐλισάβετ, γιὰ τὴ συμπλήρωση δηλαδὴ 60 χρόνων της στὸ θρόνο τῆς Ἀγγλίας.

Ἡ Βασίλισσα, 86 ἐτῶν σήμερα, 

("αμφ." σημ.:το άρθρο γράφτηκε το 2012. Προσθέτουμε 10 ακόμα έτη στην ηλικία της...)

τέτοιες μέρες τὸ 1952 εἶχε ἀνεβεῖ στὸ θρόνο τῆς μεγάλης -τότε- Βρεττανικῆς αὐτοκρατορίας σὲ ἡλικία μόλις 26 ἐτῶν.

Ὅταν ἡ παρέλαση τέλειωσε καὶ ἔπεσε τὸ σκοτάδι, ἐμφανίστηκε – παραβολικὰ μιλάμε – τὸ τελευταῖο, 1001ο πλοιάριο. 

Εἶχε παράξενο κατάρτι: 

Μιὰ ἀγχόνη (κρεμάλα) καὶ στὸ πλάι του ἕνα ὄνομα: _ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗΣ!_

Τὸ γνωρίζει αὐτὸ τὸ πλοιάριο ἡ μεγάλη βασίλισσα τῆς Ἀγγλίας. 

Ἔχει στοιχειώσει στὸν ὕπνο της, διότι τῆς θυμίζει τὴν παγωμένη ἄρνησή της, τότε στὸν 5ο χρόνο τῆς βασιλείας της, τὴν ἄρνησή της νὰ δώσει χάρη στὸν 19άχρονο ἀγωνιστὴ τῆς ΕΟΚΑ Εὐαγόρα Παλληκαρίδη, τὴν ὥρα ποὺ τὴν ἱκέτευε γι᾿ αὐτὸ ὅλος ὁ πολιτισμένος κόσμος. 

Εἶχε μείνει ψυχρὴ καὶ ἀσυγκίνητη καὶ τὸν προηγούμενο χρόνο στὶς ἐκκλήσεις τῶν γονιῶν καὶ ἄλλων ἐκτελεσθέντων ἀγωνιστῶν... ἔμεινε παγωμένη καὶ ἀδιάφορη, αὐτὴ ποὺ ἀναγνωρίζεται καὶ ἀρχηγὸς τῆς Ἀγγλικανικῆς Ἐκκλησίας, καὶ γιὰ τὸν νεαρότερο ἀπ᾿ ὅλους, τὸν Εὐαγόρα.

Ὁ νεαρὸς ἥρωας λίγες ὧρες πρὶν κρεμαστεῖ ἔγραψε στὴν ἀδελφή του: 

«Ὥρα 7.30΄ μ.μ.. Ἡ πιὸ ὄμορφη μέρα τῆς ζωῆς μου. Ἡ πιὸ ὄμορφη ὥρα. Μὴ ρωτᾶτε γιατί». 

Καὶ τὰ μεσάνυχτα τῆς 13ης πρὸς 14η Μαρτίου τοῦ 1957 βάδισε ἀτρόμητος στὴν ἀγχόνη ποὺ εἶχε στήσει ὁ αἱμοσταγὴς στρατάρχης τῆς Ἀγγλίας Χάρτιγκ. 

Βάδισε ψάλλοντας τὸν Ἐθνικὸ Ὕμνο τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐνθρονίστηκε στὸν αἰώνιο δοξασμένο θρόνο τῶν καρδιῶν ὅλων τῶν Ἑλλήνων καὶ ὅλων τῶν ἡρώων τῆς γῆς.

Ἡ βασίλισσα τῆς Ἀγγλίας ἂς ζήσει ἀκόμα πολύ. 

Ἂς γιορτάσει κι ἄλλο ἰωβηλαῖο, ἂς τὸ ποῦμε «χρυσαδαμάντινο»... ὅμως...

Ὅμως κάποια στιγμὴ καὶ ἐκείνη θὰ καταλήξει στὸ μοναδικὸ «θρόνο» κάθε ἀνθρώπου: 

Στὰ δυὸ μέτρα χώμα τοῦ τάφου. 

Καὶ θὰ παρουσιαστεῖ τότε μπροστὰ στὸ θρόνο τοῦ Κριτοῦ τῶν πάντων, γιὰ νὰ δώσει λόγο γιὰ τὰ ἔργα της...

Ἐμεῖς τῆς εὐχόμαστε, πρὶν μεταβεῖ ἀπὸ τὸν ψεύτικο θρόνο της στὸ θρόνο τοῦ Κριτοῦ, νὰ βρεῖ τὸ θάρρος νὰ ἐπισκεφθεῖ ταπεινὰ τὰ «Φυλακισμένα Μνήματα» τῶν τότε κεντρικῶν φυλακῶν τῆς Λευκωσίας καὶ γονατιστὴ νὰ ζητήσει συγγνώμη ἀπὸ τὸν ἥρωα μαθητὴ καὶ ὅλους τοὺς ἄλλους ἀγωνιστές... 

Αὐτὸ θὰ ἐλάφρυνε τὸ βάρος τῆς ψυχῆς της. 


«Ο ΣΩΤΗΡ» 1.7.2012 

Στ.


Δευτέρα 14 Μαρτίου 2022

* "Βαγορής ο λεύτερος" για τον Ευαγόρα Παλληκαρίδη... |της "συν αυτώ", Ιωάννας Α. Αγγελή

Το ποίημα "Βαγορής ο λεύτερος" (για τον Ευαγόρα Παλληκαρίδη) της Ιωάννας Α. Αγγελή.
Τιμήθηκε με Έπαινο από τον Ελληνικό Πολιτιστικό Όμιλο Κυπρίων στον 8ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό,
στην τελετή απονομής που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 16 Ιουνίου 2018, στο Αμφιθέατρο του Πολεμικού Μουσείου...

Η αγχόνη. Εκεί όπου οδηγήθηκε ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης τα μεσάνυχτα της 14ης Μαρτίου 1957. 
~ Βαγορής ο λεύτερος (για τον Ευαγόρα Παλληκαρίδη) Στην Τσάδα ’κει την έμορφη, γεννήθηκες αγόρι, στην Πάφο τη φιλόξενη, στη λεβεντομήτρα Κύπρο. Μικρό αγόρι λεύτερο, καμάρι της Ελλάδας, της μάνας ηλιογέννητος, της οικουμένης ύμνος. Γοργόφτερος ανέβηκες κι έσκισες τη σημαία (αγγλική) κι έδωκες στον ήλιο τη χαρά, στον ουρανό τη δόξα, να ομολογούν τη λευτεριά, να τραγουδούν για σένα, να πλέκουνε δαφνόφυλλα στεφάνια μυρωμένα. Των αθανάτων το κρασί, μας κέρασες να πιούμε, ύμνους μακρόσυρτους, αργούς, να ψέλνουμε στην πλάση, να κοινωνάμε λεύτεροι το θάρρος της ψυχής σου, να περπατάμε ευγνώμονες στους δρόμους της θωριάς σου. Έσπειρες λόγους σθεναρούς στου ορίζοντα τους κήπους, ανδρώθηκες κι έγινες ήρως σαν τον Γρηγόρη (Αυξεντίου). Μέσα στον βίο των τρανών, δεσπόζει η μορφή σου, ωσάν πρωτοπαλλήκαρο που στέκεται ολόρθο. Απ’ τις παρειές των φίλων σου, πήρες τα δάκρυά τους κι απ’ του δασκάλου τη φωνή, απίθωσες τον βόγγο. Να τα ’χεις δώρα ακριβά, στον θρόνο φυλαγμένα, να τα ’χεις χάδια αφρόπνοα, της μοναξιάς καρτέρια. Στ’ αλώνι το ηλιόφωτο, που δύεις κι ανατέλλεις, μύρισε, σε παρακαλώ, των ποιητών το στόμα. Να γίνει η ανάσα τους πνοή και στίχους να φλογίσει, να γράψουνε για σένα νε με πένα αντρειωμένη. Ν’ ακούσουν για τη χάρη σου, οι νέοι σ’ όλα τα μάκρη, να μάθουν ν’ αντιστέκονται στον ξεπεσμό του κόσμου. Να μη λυγίζουν το κορμί, τον νου τους να θεριεύουν, ν’ αρνούνται να υποτάσσονται σε όνειρα δοσμένα. Ακούς, ακριβέ μου Βαγορή, ακούς γενναίο αγόρι; Σ’ ευχαριστούμε, από καρδιάς, που ’δωκες τη ζωή σου και ζουν για πάντα λεύτερες οι άδηλες ψυχές μας και στέκει η Μεγαλόνησος περήφανη κι αιώνια. Ιωάννα Α. Αγγελή

~ Σχετική ανάρτησή μας (γραμμένη με την εξίσου γλαφυρή πένα της Υπ.):

Το μαχαίρι και οι μαχαιριές...


Την είδαμε να φιγουράρει σε πολλά ειδησεογραφικά site

Με το μαχαίρι ανά χείρας. 

Έτοιμη να κόψει τη τούρτα για τα 70 χρόνια από την άνοδό της στο θρόνο, την ώρα που η ορχήστρα έπαιζε το Congratulations, μια σύνθεση της Loretta Kay-Feld από το Ισραήλ, ειδικά για την περίσταση.

 «Αυτή η επέτειος αποτελεί και για μένα μια ευκαιρία να σκεφτώ» τόνισε η ίδια στο μήνυμα που απηύθυνε στους υπηκόους της, για τους οποίους είπε σε άλλο σημείο του μηνύματος ότι «η ζωή της θα είναι αφοσιωμένη στην υπηρεσία τους».

Ήταν Φλεβάρης του 1952, όταν με θλίψη ο βρετανικός λαός μάθαινε για τον απροσδόκητο θάνατο (ανακοπή κατά τη διάρκεια του ύπνου) του βασιλιά πατέρα της. Τότε ανέλαβε το θρόνο η Λίλιμπετ (έτσι τη φώναζαν χαϊδευτικά), η πρωτότοκη κόρη του.

Ξημερώνει η 7η Φεβρουαρίου 1952... 

|εδώ η συνέχεια