Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Νεκτάριος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Νεκτάριος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2025

✨ "Το πρώτο θαύμα του αγίου Νεκταρίου... |Και το δωμάτιο που έγινε προσκύνημα...

 



Την Κυριακή 8 Νοεμβρίου του 1920 ο Άγιος Νεκτάριος (κατά κόσμον Αναστάσιος Κεφαλάς) άφησε την τελευταία του πνοή στο δωμάτιο 2 του Αρεταίειου νοσοκομείου σε ηλικία 74 ετών, χτυπημένος από τον καρκίνο του προστάτη.

Ο θάλαμος όπου νοσηλεύθηκε, στον πρώτο όροφο του Αρεταιείου νοσοκομείου, στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας, στο κέντρο της Αθήνας, έχει μετατραπεί σε τόπο προσκυνήματος για τους πιστούς και βέβαια για το προσωπικό του νοσοκομείου.

Στο δωμάτιο υπάρχει το κρεβάτι όπου εκοιμήθη ο Άγιος Νεκτάριος, το οποίο μάλιστα βρισκόταν εγκαταλελειμμένο σε μια αποθήκη του νοσοκομείου και πριν από λίγα χρόνια βρέθηκε και μεταφέρθηκε στην αρχική του θέση.

Εικόνες του Αγίου Νεκταρίου, λουλούδια, καντήλια και τάματα πιστών βρίσκονται γύρω και πλάι από το κρεβάτι της κλινικής.

Σύμφωνα με τον βίο του Αγίου Νεκταρίου, το πρώτο θαύμα έγινε μέσα στο Αρεταίειο νοσοκομείο:

Μόλις ο Άγιος άφησε την τελευταία του πνοή στον 2ο θάλαμο, του 2ου ορόφου, του Αρεταίειου, η μοναχή Ευφημία (μία από τις δύο μοναχές που στάθηκαν στο πλευρό του καθ' όλη την διάρκεια της νοσηλείας του) μαζί με κάποιες νοσοκόμες άρχισαν να ετοιμάζουν το ιερό του σκήνωμα για τα περαιτέρω.

Κάποια από τις νοσοκόμες ή η μοναχή Ευφημία, άφησε πρόχειρα την φανέλα που φορούσε ο Άγιος, στο διπλανό κρεββάτι.

Στο κρεββάτι αυτό νοσηλευόταν ένας άρρωστος που είχε αναπηρία στα κάτω άκρα. Αμέσως μόλις τον ακούμπησε η φανέλα του Αγίου, ο ασθενής σηκώθηκε και άρχισε να περπατάει!!!

Μία από αυτές τις νοσοκόμες ήταν και η Στάσα Καλοκάγαθου της οποίας ο σύζυγος έπασχε από ανίατη ασθένεια.

Η Στάσα, λοιπόν, σκούπισε μ' ένα βαμβάκι λίγο μύρο από το μέτωπο του Αγίου και επάλειψε με αυτό τον ασθενή άντρα της, ο οποίος θεραπεύτηκε αμέσως και παρευρέθηκε στην νεκρώσιμη ακολουθία του Αγίου Νεκταρίου στην Αίγινα.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι οι γάζες που αφαίρεσαν από το ιερό σκήνωμα ευωδίαζαν και γι' αυτό τον λόγο οι νοσοκόμες δεν τις έριξαν στον κλίβανο (ως είθισται) αλλά τις έθαψαν...

|από τον "συν αυτώ", Γεώργιο Καλογήρου


Η ανάδειξη του δωματίου 2,
το δωμάτιο στο οποίο εκοιμήθη 
ο Άγιος Νεκτάριος 
στο Αρεταίειο Νοσοκομείο
 

έγινε μετά από προσωπική παρέμβαση 
και φροντίδα 
του παγκοσμίας φήμης γιατρού,
που εκοιμήθη πρόσφατα,

Έτσι, έγινε χώρος προσκυνήματος, 
ενώ το παρεκκλήσι του αγίου στο νοσοκομείο 
αγιογραφήθηκε με τα θαύματά του...

|αναρτήσαμε τέτοιες μέρες το 2022...

Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2025

✔ Εις μνήμην...Πάνε ήδη 8 χρόνια από τότε που "έφυγε" ο νυν Πενταπόλεως, (ο Κεντρώας Αφρικής), π.Ιγνάτιος Μαδενλίδης...Ξημερώνοντας του Αγίου Νεκταρίου (το 2017)!!!

Υπάρχει καλύτερη στιγμή να "φύγει" κάποιος από την μέρα που τιμάται ο Άγιός του;



Ήταν η ψυχή της Ορθόδοξης Ιεραποστολής στο Κονγκό!

(ΝΑΙ, εκεί που βρίσκονται εδώ και χρόνια και διακονούν οι "δικοί μας" άνθρωποι...)

Κανείς γιατρός δεν πίστευε πως μετά το ατύχημα που είχε στο Κονγκό, ενώ βοηθούσε στο χτίσιμο (μιας ακόμα...) εκκλησίας...


Ο ναός του Αγ. Ανδρέα στην Κανάγκα, που χωράει πάνω από 3.000 πιστούς...

Μετά την μαλάρια (μια ακόμα...), που κόλλησε φεύγοντας με συνοδεία για την Ελλάδα...
Μετά το εγκεφαλικό, που υπέστη...
Πως θα επιβίωνε κι αυτήν την φορά...
Ήταν "σκληρό καρύδι" όμως ο Σεβασμιώτατος...
Αποδεδειγμένα.
Πόσους ακόμα ξέρετε που επιβίωσαν από ένα τραγικό αεροπορικό δυστύχημα, κατά το οποίο βρέθηκε ως ο μοναδικός επιζών, δίπλα σε καμιά 200αριά ψυχές που χάθηκαν;
Και ακολούθησαν και 2-3 άλλα ακόμα αεροπορικά...(φιλική συμβουλή: μην ταξιδέψεις προς Κονγκό,αν δεν είναι απόλυτη ανάγκη).

Κι εκεί που παρά τις προβλέψεις των ειδικών, ανέκαμψε, με θαυμαστή μάλιστα συνειδητότητα κι ενώ ανέμεναν πια όλοι να γυρίσει στο σπίτι του και να πει στους "δικούς" του τα θαυμάσια Του Θεού...

Εκείνος, για μια ακόμα φορά, "τους την έσκασε"...
Την προηγουμένη τους ανήγγειλε, με μεγάλη χαρά, πως "φεύγει"...

Και ήρθε η ώρα, κατά τις 2 η ώρα, ξημερώνοντας 9 Νοέμβρη του 2017, του Αγίου Νεκταρίου, κατά την οποία, ο Άγιος  Πενταπόλεως να έρθει ο ίδιος πάρει στην συνοδεία του τον "νυν" Πενταπόλεως...
Υπάρχει καλύτερη αρχή από έναν τέτοιο "Θάνατο";

Σχετική ανάρτηση:

"Πρωτοχριστιανικές καταστάσεις"...από την Ορθόδοξη Ιεραποστολική κίνηση στην Κανάγκα, στο Κογκό!!! Αποκλειστικές φωτογραφίες...


~ Κι αν υπάρχει κάποιος ακόμα που δεν ξέρει πως σαγήνευε τις ψυχές όταν μιλούσε,
ας ακούσει αυτήν την απίθανη ομιλία του για τον Άγιο Φιλάρετο τον Ελεήμονα...

                     - από τις top ever για εμάς - 

        του Μακαριστού (αγίου) Επισκόπου Πενταπόλεως π.Ιγνατίου Μαδενλίδη

Αιωνία σου η μνήμη, Άγιε Του Θεού!!!

✨ Άγιος Μηνάς και Άγιος Νεκτάριος (Οι "γείτονες Άγιοι...11 και 9 Νοέμβρη) |Και δες πως ο Άγιος Μηνάς συναρμολόγησε το κομματιασμένο σώμα ενός ανθρώπου, προσευχήθηκε γι’ αυτόν και τον ανέστησε...

 


 Ο Άγιος Νεκτάριος ευρισκόμενος σε ένα ερημοκκλήσι του Αγίου Μηνά στην Αίγινα, κοντά στον αρχαίο ναό της Αφαίας, είχε προφητεύσει στις Μοναχές: 


- Εδώ θα γίνει γυναικείο Μοναστήρι...


Οι Μοναχές που άκουσαν είπαν: 


- Ο Σεβασμιώτατος όλο Μοναστήρια φαντάζεται, είναι όμως αδύνατο σε αυτόν τον ερημικό, απομακρυσμένο τόπο να γίνει Μοναστήρι.

Ήταν μιά προφητεία του Αγίου Νεκταρίου, ο οποίος είχε ιδιαίτερο σεβασμό και εκτίμηση στον Άγιο Μηνά και ο οποίος Άγιος Μηνάς, του εμφανιζόταν στην Αίγινα και συνομιλούσαν... 

Η προφητεία, εκπληρώθηκε χρόνια μετά, από τον Όσιο Αμφιλόχιο Μακρή.


(11 Νοεμβρίου μνήμη Αγίου Μηνά)

πηγή


~ Για όσους δεν γνωρίζουν ποιος ήταν (και είναι...) ο Άγιος Μηνάς...

Ο άγιος Μηνάς ήταν επί της βασιλείας του Μαξιμιανού, και ως στρατιωτικός ανήκε στο τάγμα των Νουμέρων, που λέγονταν  Ρουταλικοί, υπό τον ηγεμόνα Αργυρίσκο, στο Κοτυάειο της Φρυγίας. 

Επειδή δεν άντεχε να βλέπει την πλάνη των ειδώλων να κυριαρχεί, ανέβηκε σε όρος, αγωνιζόμενος να καθαρίσει την καρδιά του με νηστείες και προσευχές. 

Αφού ενίσχυσε αρκετά τον εαυτό του και ανέφλεξε την ψυχή του από τον θείο πόθο του Χριστού, κατέβηκε από το όρος. 

Πήγε λοιπόν και στάθηκε εν μέσω των ειδωλολατρών και ομολόγησε με δύναμη την πίστη του στον Χριστό. 

Γι’  αυτόν τον λόγο και τον κτύπησαν, του έξυσαν πάρα πολύ τις σάρκες με τρίχινα υφάσματα και τον έβαλαν σε καυστήρα φωτιάς. 

Τέλος, αφού του καταπλήγωσαν όλο το σώμα με το διαρκές σύρσιμό του πάνω σε αγκάθια, τον θανάτωσαν με ξίφος». 


Εκείνο που έδινε στον άγιο Μηνά, όπως και σε όλους τους αγίους, τη δύναμη να υπερβαίνουν και την ίδια τη φύση, ήταν η υπέρ φύσιν αγάπη προς τον Χριστό. 

Ο έρωτάς τους προς Εκείνον τους έκανε να κυριαρχούν πάνω στην θεωρούμενη αξεπέραστη βία της φύσεως, διότι τους έστρεφε ολοκληρωτικά προς Αυτόν. 

«Ο γαρ θείος έρως σου κατακρατήσας της φύσεως, λήθην, Μηνά, ενεποίει». 

Το έχουμε τονίσει επανειλημμένως: χωρίς την χάρη του Θεού, απόρροια της αγάπης προς Εκείνον, δεν μπορεί κανείς να υπομείνει τα μαρτύρια. 

«Η γαρ θεία χάρις συμπαρούσα, Μηνά, σε ενίσχυσε». 

Κι είναι επόμενο η χάρη αυτή βρίσκοντας δίοδο για τον κόσμο την διαφανή ύπαρξη του αγίου, να τον κάνει να προσφέρει θαυματουργίες.


Κι ένα από τα «άπειρα» θαύματά του παραθέτουμε και στη συνέχεια: 

«Ένας πιστός προσήλθε κάποια φορά στον ναό του αγίου Μηνά να προσευχηθεί, οπότε πήγε σε ένα πανδοχείο να καταλύσει. 

Όταν όμως ο πανδοχέας αντιλήφθηκε ότι αυτός που προσήλθε έφερε χρυσό εγκόλπιο, σηκώθηκε στο μέσο της νύκτας και φόνευσε τον άνθρωπο. 

Τον κατέκοψε σε κομμάτια και τον έβαλε μέσα σε καλάθι, τον κρέμασε κάπου, και περίμενε να ξημερώσει. 

Βρισκόταν σε αγωνία πώς και πού να τον πάει, θέλοντας να τον κρύψει σε μέρος αφανές. 

Καθώς λοιπόν σκεφτόταν αυτά, ο άγιος του Χριστού μάρτυς φάνηκε έφιππος σαν στρατιώτης, και ρωτούσε για τον ξένο που κατέλυσε εκεί.

Ο φονιάς έκανε βεβαίως τον ανήξερο, οπότε ο άγιος κατέβηκε από το άλογο και εισήλθε στα ενδότερα. 

Κι αφού κατέβασε το καλάθι, λέγει: 

– τι είναι αυτό; 

Ο δε πανδοχέας, γεμάτος έκπληξη, έπεσε από το φόβο του μπροστά στα πόδια του αγίου σαν άψυχο πτώμα. 

Τότε συνέβη το εξής καταπληκτικό: 

Ο άγιος συναρμολόγησε το κομματιασμένο σώμα του ανθρώπου, προσευχήθηκε γι’  αυτόν και τον ανέστησε, λέγοντάς του: 

«Δος δόξαν τω Θεώ». 

Αυτός δε, σαν να σηκώθηκε από ύπνο, κι αφού κατάλαβε πόσα και τι είχε πάθει από τον πανδοχέα, δόξασε τον Θεό. 

Κι αφού ευχαρίστησε τον φαινόμενο σαν στρατιώτη, τον προσκυνούσε. 

Ο άγιος τον σήκωσε, πήρε από τον φονιά το κλεμμένο χρυσάφι, του το έδωσε και είπε: 

– Πήγαινε τώρα στον δρόμο σου. 

Στον δε φονιά, αφού τον έλεγξε αυστηρά και τον κατήχησε, κι αφού βλέποντας τη μετάνοιά του τού χάρισε την άφεση του εγκλήματός του, προσευχήθηκε γι’  αυτόν, οπότε ανέβηκε και πάλι στον επιφαινόμενο ίππο του και χάθηκε από τα μάτια του πανδοχέα».


            |

πηγή


Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2025

✔ «Βρωμά παιδί μου, το χέρι μου;» » Μοσκομυρίζει σεβασμιώτατε, λιβάνι και αλόη.» |Στο ξόδι ενός Αγίου ...

 [Κράτα ένα μαντήλι μαζί σου, πριν το διαβάσεις]

Στα γαλανά νερά του Σαρωνικού ταξίδευε το ιερό λείψανο ενός ανθρώπου του Θεού. 

Ενός κληρικού που δεν καυχήθηκε ποτέ για κάτι δικό του. 

Ενός ιερομόναχου που ευαρέστησε τον άγιο Θρόνο με την υπακοή, το ταπεινό φρόνημα, την υπομονή, την πίστη, την αγάπη. 

Αμέτρητος λαός πλημμύρισε κάτω την παραλία. Όλος σχεδόν ο κλήρος, όλοι oι ιερομόναχοι, όλες oι καλόγρηες από τα ντόπια μοναστήρια. 

Οι γυναίκες έκλαιγαν σιωπηλά, μερικές στέναζαν, μερικές μοιρολογούσαν. 

«Παππούλη μας, προστάτη της φτωχολογιάς, τι θ’ απογίνουμε τώρα που μας άφισες ορφανές και μόνες;» 

Διακόσιοι τόσοι άντρες τσακώθηκαν ποιος θα σηκώσει το φέρετρο. 

Ήταν oι φίλοι του, oι ψαράδες του γυαλού, οι σφουγγαράδες που ταξίδευαν και βουτούσαν πέρα στην Τζιμπεράλτα και στο Τούνεζι κι έφερναν σφουγγάρια της ευλογίας με χαραγμένο στη μέση τον τίμιο σταυρό, εργάτες που δούλεψαν στη μονή κι έφαγαν ψωμί από τα χέρια του, oικοδόμοι, αγρότες αμπελουργοί, επαγγελματίες και πλανόδιοι. 

Ο δήμαρχος με τον αστυνόμο για να τους φέρουν σε λογαριασμό, τους χώρισαν σε τετράδες και υπολόγισαν το δρόμο κάπου δυο ώρες και κάτι, ώσαμε το μοναστήρι. 

Σε λίγο τα πάντα τακτοποιήθηκαν και η πομπή ξεκίνησε. 

Ήταν κάτι το ριγηλό και συγκινητικό. 

Ποτέ η Αίγινα δε θυμόταν ένα τέτοιο ξόδι. 

Αυθόρμητα η λαϊκή ψυχή αγκάλιασε το λείψανο – θησαυρό του διαλεκτού παιδιού της και τόφερνε με σφιχτή ανασεμιά στη θέση Ξάντος. 

Πένθιμη διακόσμηση γυρόφερνε την πόλη και την παραλία. 

Οι καμπάνες στους ναούς σιγοχτυπούσαν όπως τη μεγάλη Παρασκευή. 

Θυμίαμα καιγόταν σ’ όλες τις πόρτες και δροσερά λουλούδια έπεφταν από γρηές και νιες και δροσερές παρθένες. 

Ένα πλήθος νέοι ρασοφόροι Ριζαρείτες ακολουθούσαν σιωπηλοί. 

«Δεν έχει βάρος, δεν έχει βάρος, είναι λαφρύς σαν πούπουλο», φώναζαν κατάπληκτοι κάθε τόσο οι άνδρες από τα σταυροδρόμια και τις λαγκαδιές, καθώς σήκωναν το φέρετρο κι ετοιμάζονταν ν’ αλλάξουν βάρδια. 

Το μοναστήρι γέμισε κόσμο. 

Ατελείωτη μυρμηγκιά, κάθε λογίς άνθρωποι, γνωστοί, άγνωστοι, καταλαχάρηδες του βουνού, του λόγγου, της ακρογυαλιάς. 

Όλοι τους είχαν διάθεση να παρασταθούν, να προσευχηθούν, να ξενυκτίσουν, να κλάψουν. 

Σ’ όλο τούτο το πλήθος και στις καλόγρηες της αδελφότητας που έκλαιγαν σαν μικρές νεαρές κοπέλλες, ξεχώριζε η φυσιογνωμία της ηγουμένης, της οσίας Ξένης, της τυφλής. 

Στάθηκε κάποια στιγμή καταμπροστά στο φέρετρο, πάνω στη γαλήνια κι ευγενική μορφή, που θαρρούσες ότι λαφροκοιμόταν, τη μορφή του πνευματικού πατέρα και οδηγού, του ευεργέτη και προστάτη της και μη μπορώντας με τα τυφλά μάτια να δει, να προσέξει τον ιδρώτα – μύρο που κυλούσε από το μέτωπο, τόνοιωσε σαν όσφρηση, σαν ευωδιά και μένοντας ακίνητη και κάνοντας τρεις φορές το σημείο του σταυρού, είπε: 

«Ο πατέρας μας δεν πέθανε. Ζει, μας βλέπει και προσεύχεται απόψε για μας. Το μοναστήρι μας θα προκόψει δεν θα το αφίσει ο Κύριος. Όταν ζούσε και τον απολαμβάναμε δίπλα μας, κοντά μας, φάρο και οδηγό, αυτό πάντα μας έλεγε. Αυτή την προφητεία: Από δω, μας έλεγε, κόρες μου, απ’ αυτές τις ερημιές, σε μερικά χρόνια θα διαβαίνουν άμαξες, θα περνά πλήθος ο κόσμος με αφιερώματα, χρυσάφια και λαμπάδες. Kαι μεις οι άπραγες στεκόμασταν δίβουλες, ξαφνιασμένες. Μήπως τάχα παραλογίζεται ο σεβασμιώτατος, αναρωτιόμασταν με ανησυχία. Αδελφές μου, μη κλαίτε, αδέλφια μου μη θρηνείτε. Η Αίγινα και η Ελλάδα απόκτησε έναν όσιο, ένα σημερινό ικέτη εμπρός εις τον Εσταυρωμένο». 

Τα λόγια της σκέπαζαν τους κρυφούς λυγμούς της από μια θεϊκή δύναμη και χάρη. 

Τα λόγια της έπεσαν στο πλήθος με τέτοια αρμονία που γλύκαναν ευθύς όλες τις καρδιές και για κάμποσο χρονικό διάστημα της νύχτας απόδιωξαν τις μελαγχολικές σκέψεις του θανάτου. 

Τρεις μέρες και τρεις νύχτες κράτησε το λαϊκό τούτο προσκύνημα. 

Και το λείψανο αδιάκοπα έσταζε ιδρώτα μύρο και σκορπούσε ολοτρόγυρα ευωδία! 

Mια από τις τρόφιμες της αδελφότητας ανησύχησε. 

«Θα πρέπει να επισπεύσουμε τον ενταφιασμό, πέταξε με σπουδή στην οσία Ξένη. Δεν μπορεί, γερόντισσά μου, σώμα είναι, θα βρωμίσει». 

Το βράδυ που κοιμήθηκε, είδε ολοζώντανο σιμά της τον γέροντα ντυμένο στα αρχιερατικά του άμφια. 

» Σεβασμιώτατε», ανάκραξε. 

Kαι γονάτισε να του ασπασθεί το χέρι. 

«Βρωμά παιδί μου, το χέρι μου;» τη ρώτησε επιτιμητικά. 

» Μοσκομυρίζει σεβασμιώτατε», ψιθύρισε. 

«Τι μυρίζει;» 

«Λιβάνι και αλόη.» 

«Τότε μη φοβείσαι και διά το λείψανον.» 

Ξύπνησε καταφοβισμένη. 

Έτρεξε στο φέρετρο, ασπάσθηκε τρεις φορές τα κρινοδάχτυλα των χεριών. 

Kαι ξαναπρόσεξε που έτρεχε συνέχεια στη μορφή ιδρώτας – μύρο. 

Φυσικά φρόντισαν και για τον ενταφιασμό. 

Θα τον τοποθετούσαν εκεί πλάγια στο ναό, χαμηλά στο πεύκο. 

Στο καταπράσινο και φουντωτό βελονόφυλλο δεντρί που τόσο αυτός καμάρωνε κι αγαπούσε. 

Εκεί, που κάποτε η πρώτη εκείνη γερόντισσα κάτοικος, σαν έσκαβε για να το φυτέψει, τοσοδούλι και μικράκι, άκουσε την παράδοξη φωνή : «άφισε τόπο για ένα τάφο». 

Ναι, τώρα όλα ξεκαθάριζαν. 

Ο καλός Θεός είχε προδιαλέξει τόπο για το σκήνωμα του διαλεκτού παιδιού του. 

Προτού σκεπάσουν το φέρετρο για τον ενταφιασμό, όλες σχεδόν oι μαθήτριες και υποτακτικές έφεραν κι έρριξαν λεμονανθούς από τις λεμονίτσες που είχε φυτέψει ο ίδιος ο γέροντας με το χέρι του, σε διάφορες πρασιές ολόγυρα από το ναό και παράπλευρα έξω.


(Από το βιβλίο του Σώτου Χονδρόπουλου: 

Ο άγιος του αιώνα μας - Ο όσιος Νεκτάριος Κεφαλάς- Αφηγηματική Βιογραφία. 

Έκδοσις Ιεράς Κοινοβιακής Μονής Αγίας Τριάδος Αιγίνης.)


|πρώτη δημοσίευση 10/9/2021

✔ Ὁ Ἅγιος ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ, "τo παιχνίδι της λαστιχοπέτσινης σφαίρας" (το ποδόσΦαιρο) καί ὁ άγιος Γέροντας ΓΕΡΒΑΣΙΟΣ Παρασκευόπουλος...

 


Τώρα, πρόσφατα.

Το 1905....

Μόλις έφυγαν οι Αιγινήτες, 

χτύπησε διακριτικά την πόρτα 

και βρέθηκε σιμά του 

ένας νέος ρασοφορεμένος μαθητής. 


Ήταν μάλλον μικρός στο ανάστημα, 

αδύνατος, 

με κατάμαυρα μακριά μαλλιά και γένια. 


Τα μεγάλα του μάτια 

τόξευαν πίστη, αγνότητα, καλοσύνη.


Καθώς σήκωσε το πρόσωπό του ο Αγιος Νεκταριος 

από τα χαρτιά και τα χειρόγραφα, 

ευθύς αναγνώρισε 

τον Ιεροδιάκονο Γερβάσιο Παρασκευόπουλο, 

που ήταν εξαίρετος στα μαθήματα 

και θα΄παιρνε φέτος το απολυτήριό του με άριστα.


Επειδή τον εκτιμούσε ιδιαίτερα, 

του είχε δώσει 

το δικαίωμα «ελευθέρας εισόδου» στο γραφείο του.


-Τι συμβαίνει, Ιεροδιάκονε; 

ρώτησε ο Αγιος Νεκτάριος


- Άγιε Διευθυντά, αποκρίθηκε, 

και άλλη μια φορά σας απασχόλησα 

με κείνο το νέο παιχνίδι…


-Ποιο; Δεν ενθυμούμαι…


- Πρόκειται για το παιχνίδι της…της, 

πώς να την ονομάσω, 

της λαστιχοπέτσινης σφαίρας, 

το … ποδόσφαιρο.


-Τι δηλαδή γίνεται με αυτό;


- Όπως φαίνεται, 

είναι ένα παιχνίδι ομαδικής προσπαθείας, 

με δυο αντιθέτους ομίλους. 

Οι μαθηταί πολύ το αγαπούν, 

συναρπάζονται, ψυχαγωγούνται, 

όπως καταλαμβάνω.


- Ω, ναι, τώρα ενθυμούμαι. 

Ποδόσφαιρον… αγγλικό παιχνίδι. 

Νομίζω ότι τρέχουν πολύ, 

ιδρώνουν, 

φωνάζουν 

και διαρκώς κλωτσούν. 


Η σκέψις τους περιορίζεται εις τους πόδας. 

Το είχα κάποτε απαγορεύσει.


- Μπορούν να το παίζουν και δίχως φωνές. 

Δεν το βρίσκω επικίνδυνον. 

Διατί να μην τους δώσουμε ολίγην χαράν, 

ολίγην ψυχαγωγίαν 

τώρα που ευρίσκονται ακόμη εις τα θρανία… 

Θα σας παρακαλούσα θερμώς 

να τους επιτρέπατε πότε-πότε, 

μετά την γυμναστικήν…


Ξανασήκωσε το πρόσωπο, 

τον παρατήρησε φιλέρευνα.

Χαμογέλασε με το γνωστό εκείνο χαμόγελό του.


- Έστω, Γερβάσιε, προέφεραν τα χείλη του. 

Εάν και εφόσον εγγυάσαι εσύ προσωπικώς.



- Εγγυώμαι, άγιε διευθυντά...




|πάσα ακριβείας από την εκ των "συν αυτώ", Athina Samos



|Σχετικό:

|περισσότερα για τον εισηγητή 
"τoυ παιχνιδιού της λαστιχοπέτσινης σφαίρας" 
και το υπέροχο αυτό βιβλίο, δες εδώ...




" – Αὐτά ὅλα τά ὁποῖα ἐκάματε μέ λυποῦν βαθύτατα. Μέ ἀναγκάζουν νά τιμωρήσω τόν ἑαυτό μου..." |Ο Άγιος ως Παιδαγωγός

 


Γύρισε, κοίταξε τους μαθητές του στά μάτια ἕναν-ἕναν.
Τούς κοίταξε μέ τά μεγάλα γαλανά μάτια του, χλωμός, βουβός, πικραμένος.
– Αὐτά ὅλα τά ὁποῖα ἐκάματε, ἄρχισε σιγά-σιγά νά λέει, μέ λυποῦν βαθύτατα. Μέ ἀναγκάζουν νά τιμωρήσω τόν ἑαυτό μου.
– Τόν ἑαυτό σας, κύριε σχολάρχα; ἔκανε καταγεμᾶτος ἀπορία ὁ παιδονόμος.
– Μάλιστα. Νά τιμωρήσω τόν ἑαυτόν μου εἰς ἀπεργίαν πείνης. Κύριε παιδονόμε, ἀπό ταύτην τήν μεσημβρίαν θά εἰδοποιήσετε τόν μάγειρον ἐπί τρεῖς ἡμέρας νά μήν μοῦ ἀποστέλλει φαγητόν. ᾽Εξηγήθημεν; Τήν ὥρα τοῦ φαγητοῦ θά προσεύχομαι διά τήν ἀνωμαλίαν.
– Μάλιστα.
– Μέ λυποῦν, παιδιά μου, μέ λυποῦν… σεῖς, αὐριανοί ἱερεῖς τοῦ ᾽Υψίστου! Πηγαίνετε, παρακαλῶ, καί εἴθε ὁ Κύριος νά ἀποστείλει ἔλεος καί φωτισμόν… εἴθε νά σᾶς συγχωρήσει.
᾽Απόμειναν ἄναυδοι. ᾽Απόμειναν νά τόν κοιτάζουν. Τά μάτια του μέσα στήν σοβαρότητα καί τήν συντριβή τους τόξευαν κάτι τό ἀνομολόγητο, κάτι τό μεγαλειῶδες.
– Πηγαίνετε… ξανάκουσαν τήν φωνή του. Καί παρακαλῶ μέχρι τῆς μεσημβρίας νά ἔχετε πλήρως συμφιλιωθεῖ. Διότι ἄλλως θά συνεχίσω τήν τιμωρίαν.
Τά πόδια κινήθηκαν, τά παπούτσια σύρθηκαν στό πάτωμα. Βγῆκαν ἀπό τό γραφεῖο ἕνας-ἕνας σκυφτοί, κατακίτρινοι, συνεπαρμένοι ἀπό φόβο καί δέος.
Τό μεσημέρι καί οἱ τέσσερις δέν φάνηκαν στήν τράπεζα, δέν ἔβαλαν μπουκιά στό στόμα. Κλείστηκαν στίς κάμαρές τους κι ἔκλαψαν. ῎Εκλαψαν ὅσο ποτέ στήν ζωή τους᾽.

(᾽Από τό βιβλίο τοῦ Σ. Χονδρόπουλου, ῾Ο ἅγιος τοῦ αἰώνα μας, σσ. 146-148).

☆ Οι Άγιοι που συναντήθηκαν σε ένα Νοσοκομείο της Βιέννης...



Μάϊος του 2003 και η Διακαινίσιμη περίοδος ήταν στο τέλος της.

Με συντροφιά άλλους τρεις Χριστιανούς, ξεκινήσαμε πολύ πρωί- αξημέρωτα ακόμα- για ένα προσκύνημα, στην Ι. Μ. της Παναγίας της Γαυριώτισσας.

Η Παρέα μας, γνωστός Ηγούμενος Μεγάλης Αγιορείτικης Μονής, ένας Ιερομόναχος και ένας ακόμα λαϊκός.

Είχα καιρό την επιθυμία να κάνω εκείνο το προσκύνημα και να δω από κοντά, τον ονομαστό επιστήθιο φίλο του Αγίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτη, τον Άγιο Γέροντα π. Αμβρόσιο Λάζαρη.

Παρακλήθηκα, περασμένες 12 την προηγούμενη το βράδυ, να κάνω τον οδηγό της συνοδείας, γιατί «κάτι έτυχε στον προγραμματισμένο οδηγό» της παρέας…

Η χάρη της Παναγίας με κάλεσε να ζήσω τα γεγονότα που καταγράφω.

Ο ήλιος που ξεπρόβαλε, μας βρήκε να ανηφορίζουμε με το αυτοκίνητο τις στροφές του Παρνασσού. «Μάγεμα η φύση κι’ όνειρο»[1].


Οι λαμπερές πρωινές ακτίνες του, χρύσιζαν τις δροσοσταλίδες στα φύλλα των δέντρων και των λουλουδιών, δίνοντας τη θέα και την αίσθηση μικρών διαμαντιών, που σκορπίστηκαν απλόχερα.

Ο καθαρός βουνήσιος αέρας και η πρωινή δροσιά παράβγαιναν λές, για το ποιό θα μας πρωτοευχαριστήσει.

Μέσα σε μια Πασχαλιάτικη πρωτόγνωρη χαρά, ανάμεσα στα έλατα, στα πεύκα, τις καρυές, το θυμάρι και τις κουμαριές, το αυτοκίνητό μας, ήταν ο μόνος θόρυβος στη φύση.

Στην μοναξιά και ησυχία που τίποτα άλλο δε διέκοπτε, τριγύρω, εκτός απ’ τα πουλιά που τραγουδούσαν ή φτερούγιζαν αθόρυβα, φθάσαμε, περασμένες εξίμισυ το πρωί, στην είσοδο της Μονής. 

Στις επτά έπρεπε να αρχίσει η Θ. Λειτουργία.

Στην είσοδο της Μονής, της Παναγίας της Γαυριώτισσας, μας περίμενε μ’ ένα φτυάρι στα χέρια, τακτοποιώντας, έξω από το δρόμο φρεσκοφερμένη κοπριά, για τα φυτά και τα λουλούδια της Μονής, ο πνευματικός της Γέρων Αμβρόσιος Λάζαρης.

Με έκδηλη χαρά μικρού παιδιού χαιρέτησε τους ιερείς και περίμενε και μένα να σταθμεύσω το αυτοκίνητο σε ασφαλές σημείο.

Βγήκα απ’ το αυτοκίνητο και βρέθηκα μπροστά σε ένα γίγαντα ιερωμένο, με ένα πλατύ θεϊκό χαμόγελο και μια τεράστια αγκαλιά.

«Έλα Παναγιώτη λεβέντη και αργήσαμε. 

Μας περιμένει η Παναγία». 

Ασπάστηκα το χέρι του και σκέφθηκα ότι, κάποιος του είπε τ’ όνομά μου.

Μπήκαμε στον περίβολο κι’ από το διάδρομο ανάμεσα στις ολάνθιστες, περιποιημένες τριανταφυλλιές, πηγαίναμε προς το καθολικό της Ι. Μονής.

«Θα ψάλλουμε μαζί σήμερα κ. Εισαγγελέα. 

Πολύ χαρά έχω που ήρθατε». 

Απορώ εγώ πάλι, αλλά υποθέτω ότι, για την ιδιότητα μου, κάποιος θα του είπε κάτι, αλλά πότε;

 Μέσα στη νύχτα; 

Πώς τα ξέρει όλα αυτά για μένα. 

Πρώτη φορά τον συναντώ…. 

Άλλο οδηγό περίμενε.

Μπήκαμε στο Ναό. 

Διάβασα τον εξάψαλμο έψαλε ο π. Αμβρόσιος, μαζί του και εγώ σε μια κατανυκτική ανοιξιάτικη ατμόσφαιρα. 

Μοναδική εμπειρία Θ. λειτουργίας.

g_amvrosios16

Ήμουνα δίπλα σε ένα άνθρωπο του Θεού, σ’ όλη τη διάρκεια της ακολουθίας κι’ έζησα μοναδικές στιγμές. 

Η συνέχεια μου τό ‘δειξε αδιαμφισβήτητα.

Γίγαντας στο σώμα, στην ψυχή και στην αγιότητα, ο Γέροντας, μας καλοδέχθηκε στο αρχονταρίκι της Μονής, μετά το «δι’ ευχών της ακολουθίας».

Η Γερόντισσα Παρθενία (αν θυμάμαι σωστά) και οι αδελφές, σέρβιραν καφέ, τσάι από τον Παρνασσό, μέλι, ψωμί, τυρί, παξιμάδια και πολύ αγάπη.

Οι συμβουλές του Γέροντα, με κοφτό λόγο, που δεν επέτρεπε αντίρρηση, προσωποποιημένες για τον καθένα μας, έκαναν τους ακροατές του να τον παρακολουθούν με αμείωτο ενδιαφέρον.

Η ώρα πέρασε και οι προσκυνητές αραίωσαν.

 Μείναμε η παρέα μας ο Γέροντας και δυο τρία πρόσωπα γνωστά του.

Ο Αγιορείτης ηγούμενος, αποσύρθηκε να εξομολογήσει κάποιους που είχε μαζί τους συνεννοηθεί.

Μέχρις ότου ετοιμασθεί η Τράπεζα μας κάλεσε στο απέριττο κελί του, ύψιστη τιμή για ένα επισκέπτη, και γυρίζοντας σε μένα μου λέει:

 

«Εισαγγελέα το βλέπεις αυτό, δείχνοντάς μου παράλληλα ένα ιδιόμορφο πέτρωμα, όσο ένα μανταρίνι σε μέγεθος, μέσα σ’ ένα μικρό γυάλινο βαζάκι, πάνω στο κομοδίνο.

 

Κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου και ο Γέροντας συνέχισε.

«Άκου που λες εισαγγελέα μου. 

Πριν καιρό πέρασε, από δω ένας Ελβετός γιατρός, φίλος του Δεσπότη της Λαμίας του Δαμασκηνού. 

Ήρθανε μαζί. 

Εγώ εκείνο τον καιρό υπέφερα, από κάτι πόνους στη μέση και ο Δεσπότης το ήξερε.

Λέει του γιατρού το πρόβλημα και εκείνος, αφού με εξέτασε, είπε ότι πρέπει να χειρουργηθώ άμεσα. 

Είναι πρόβλημα νεφρού αυτό και η εγχείρηση, θα φρόντιζε αυτός, να γίνει στη Βιέννη, στο καλύτερο νοσοκομείο. 

Έκαμα υπακοή στο Δεσπότη και πήγα που λες, στην Ελβετία.

Μπήκα στο νοσοκομείο γίνανε οι εξετάσεις και προγραμματίστηκε η εγχείρηση. 

Όλοι συμφωνούσαν με τη διάγνωση κι’ έλεγαν ότι είναι σοβαρή εγχείριση…. 

Μου έλεγαν να μην ανησυχώ και τέτοια.

Εγώ πάλι, μια απορία την είχα, αλλά δεν ανησυχούσα, γιατί είχα ζήσει πολλά θαύματα… 

Ό,τι θέλει ο Θεός. 

Από την ημέρα που με πήρε άγγελος από μία μπίντα[2] στον Πειραιά, να με πάει να γίνω καλόγερος, στο Άγιο Όρος κι’ όταν έφθασα εκεί, με περίμεναν στην είσοδο του Μοναστηριού οι Σαράντα Μάρτυρες, ολοζώντανοι δεξιά και αριστερά σα φρουρά, για να περάσω[3], μέχρι που με έστειλε ο Γέρων Πορφύριος, να φτιάξω το μοναστήρι Της, μετά τον παπα-Ανυπόμονο[4], και μέχρι τώρα που σου μιλάω, και τι θαύμα δεν είδα.

 Γι’ αυτό σου είπα δε φοβόμουνα.

«Ἐπίρριψον ἐπὶ Κύριον τὴν μέριμνάν σου, καὶ αὐτός σε διαθρέψει» [5] δεν λέει;

Την παραμονή της εγχείρισης απόγευμα, κατέβηκα στον κήπο του νοσοκομείου να προσευχηθώ και να περπατήσω. 

Μεγάλο νοσοκομείο!.

Όπως περιπάταγα, βλέπω που λές, εισαγγελέα μου κι’ ένα άλλο παπά, πολύ- πολύ γνωστό, μέτριο ανάστημα να’ ρχεται προς το μέρος μου, από την αντίθετη μεριά, από άλλη πόρτα του νοσοκομείου. 

Έφθασε κοντά μου χαιρετηθήκαμε.

Τι κάνεις παπα-Αμβρόσιε, πόσο χαίρομαι που σε βλέπω!!! 

Πολύ καλά πάτερ μου, αλλά να σκέφτομαι τον κόσμο μας τα λάθη μας τις αμαρτίες μας, πονάω κιόλας, αλλά Δόξα τω Θεώ….

Πιάσαμε πολλή κουβέντα, που λες, αλλά ντρεπόμουν να τον ρωτήσω τ’ όνομά του που δεν μπορούσα να το θυμηθώ με τίποτα. 

Μου ήταν όμως πολύ γνωστός, είπαμε για τον Αρχιεπίσκοπο, το Σεραφείμ, για Δεσποτάδες για πολλά….

Τον θαύμασα! 

Αλλά πώς τον ρωτάς «πώς σε λένε πάτερ;», μεγάλη ντροπή το’ νοιωθα κάτι τέτοιο….

Περπατήσαμε ώρα. 

Σουρούπωσε και έπρεπε να γυρίσω στο θάλαμο, να περάσουν οι νοσοκόμες, να ετοιμαστώ για την εγχείριση.

Καθώς το σκεφτόμουνα μου λέει: 

Άντε πάμε μέχρι το θάλαμο Αμβρόσιε και θα φύγω και γώ. 


Δεν μπορούσα να του φέρω αντίρρηση και παρακαλούσα τη χάρη Της να θυμηθώ το όνομά του….

Μπήκαμε κι’ έκατσε δίπλα μου στο κρεβάτι. 

Κουβεντιάσαμε ακόμα λίγο και κάποια στιγμή, βάζει το χέρι του στα πλευρά μου και μου λέει: 

Εδώ θα εγχειρισθείς; 

Ναι αδερφέ μου του λέω….

Αμέσως ένοιωσα ένα πόνο, όπως με ακούμπησε και έντονη επιθυμία να πάω στην τουαλέτα. 

Πήγα και «Μέγας εί κύριε και θαυμαστά τα έργα σου»[6]


Με έντονους πόνους, σαν τους πόνους της γέννας λένε είναι τούτοι, έβγαλα αυτή την πέτρα που βλέπεις. 

Γύρισα εξαντλημένος στο κρεβάτι και λέω στον παπά που ήταν ακόμα εκεί. 

Πάτερ μου, μου είσαι τόσο γνωστός, μα τόσο γνωστός, αλλά δεν θυμάμαι το όνομά σου.

Συγχώρα με!!! 

Αλλά πώς σε λένε και πώς βρέθηκες εδώ;


Σηκώνεται και τι μου λέει: 

Μ’ αγαπάς τόσο πολύ κι’ εγώ σ’ αγαπώ και δεν με θυμάσαι Αμβρόσιε;

Άκου να δείς, εδώ βρέθηκα, γιατί πάω όπου θέλω, συκοφαντήθηκα και κατηγορήθηκα έτσι που τα λέγαμε στον κήπο όσο κανένας άλλος και η αμοιβή μου είναι να πηγαίνω όπου θέλω και όποτε θέλω για να βοηθάω τους ανθρώπους…… 

Είμαι ο Πενταπόλεως ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ!!! 

κι’ επειδή σ’ αγαπώ, ήρθα και σε χειρούργησα.

Αυτό να το δείξεις αύριο στους γιατρούς, γιατί αυτοί δεν πιστεύουν, είναι ασταύρωτοι και αμύρωτοι. 

Όταν το δούν και σε εξετάσουν πες τους ότι σε χειρούργησα εγώ. 

Θα το καταλάβουν. 

Σ’ αφήνω τώρα και καλή αντάμωση καλή επιστροφή… και βγήκε από το θάλαμο….»

Αυτή που λές εισαγγελέα μου είναι η ιστορία αυτού του μανταρινιού που βλέπεις. 

Το’ χω εδώ για να μην ξεχάσω ποτέ τη συνάντηση….. 

Είπαμε κι’ άλλα πολλά, με τον Γέροντα Αμβρόσιο, αλλά γι’ αυτά ίσως κάποια άλλη φορά.

 Δεν είναι του παρόντος [7].

Σήμερα, στη μνήμη του Αγίου Νεκταρίου, Αγίου της άκρας υπομονής, που έπαθε από τον τότε άθεο εισαγγελέα Αττικοβοιωτίας, που τον επεσκέφθη στο Μοναστήρι του στην Αίγινα και τον έπιασε από το αγιασμένο του ράσο ταρακουνώντας τον, για να του πει που έχει τα παιδιά που έκανε με τις καλόγριες (!!!), θυμήθηκα το θαύμα του Αγίου, στον γνωστό, διορατικό Γέροντα Αμβρόσιο. 

Το θυμήθηκα και το κατέγραψα, όπως μου το διηγήθηκε.

Ό, τι έγραψα το έγραψα ως ελάχιστο θυμίαμα στη χάρη του Αγίου του αιώνος. 

Ευελπιστώ ότι και ο Γέρων Αμβρόσιος θα συμφωνήσει με το είδος και την έκταση του θυμιάματος, από τα ουράνια σκηνώματα.

Έγραψα επίσης ό, τι έγραψα, γιατί ότι ο Άγιος Νεκτάριος κατεκρίθη και κατεδικάσθη αδίκως, τόσο από την κοσμική όσο και από την εκκλησιαστική δικαιοσύνη της εποχής του, όσο κανείς άλλος.

Του οφείλουν και οι δύο αυτές και οι λειτουργοί τους, αιώνια συγνώμη. 

Το προσωπικό μου απολογητικό χρέος, αυτής της οφειλόμενης συγνώμης με οδήγησε στην καταγραφή της συζητήσεως μου, με τον Γέροντα Αμβρόσιο. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο.

Ο εν εσχάτοις χρόνοις φανείς «αρετής φίλος γνήσιος» ας πρεσβεύει υπέρ της χειμαζομένης Ελλάδος μας «αναβλύζων ιάσεις παντοδαπάς» και ενεργών «πάσιν ιάματα».

 

~ Αθήνα 9-11-2016

Μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών Νεκταρίου Πενταπόλεως του Θαυματουργού.

Παναγιώτης Αγγελόπουλος, Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών

 

|Υποσημειώσεις:

[1] «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» Δ. Σολωμού

[2] Σιδερένια δέστρα που χρησιμοποιείται για το δέσιμο των παλαμαριών (σχοινιά) του καραβιού στην προβλήτα του λιμανιού.

[3] Εννοεί την Ι.Μ. Ξηροποτάμο, όπου στην μετώπη της εισόδου έχει την εικόνα των Αγίων Τεσσαράκοντα.

[4] Εννοώντας τον Γερμανό Δημάκο που είχε το ψευδώνυμο Ανυπόμονος κατά την περίοδο της Αντίστασης, κατοπινό ηγούμενο της Μονής Αγάθωνος, από το 1950.

[5] Ψαλμ. νδ’ 23

[6] Εὐχή Μεγάλου Ἁγιασμοῦ

[7] Τα πρόσωπα που αποτελούσαν την μικρή εκείνη συντροφιά είναι ακόμα στη ζωή και γι’ αυτό δεν αναφέρω ονόματα..

 

{Μας έστειλε η Α.Α, τέτοιες μέρες το 2016. 

Δεν άξιζε να το ξαναθυμηθούμε;}


πηγή

✔ - Μην σε απασχολεί παιδί μου. Όλα θα είναι καθαρά, σαν να ήσουν εδώ εσύ..☆ |Δες το παράδειγμα που μας δίνει ο Άγιος. Και κινήσου στη ζωή σου ανάλογα...

      |εγώ κι εσύ θα το κάναμε; Θα καθαρίσαμε τις τουαλέτες, για να μην απολυθεί ο ασθενής υπάλληλος της καθαριότητας; Εδώ μας θέλω. Στα δύσκολα...|

Τον καιρό που είχε τη διεύθυνση της Σχολής ο άγιος Νεκτάριος, 

για κάποιο διάστημα ο επιστάτης της Σχολής αρρώστησε. 


Όταν βγήκε από το Νοσοκομείο, 

οι γιατροί είπαν να μην εργαστεί, 

τουλάχιστον για τρεις μήνες 

γιατί διαφορετικά θα βάλει σε κίνδυνο τη ζωή του. 

Οι εργαζόμενοι όμως τότε δεν ήταν μόνιμοι 

και δεν είχαν ασφάλεια, 

οπότε υπήρχε το ενδεχόμενο να χάσουν τη δουλειά τους. 

Αυτό φοβήθηκε και ο επιστάτης της Ριζαρείου. 


Μια μέρα λοιπόν, 

μετά από κάποια μικρή ανάρρωση πήγε στη Σχολή 

και είδε τα πάντα να είναι πεντακάθαρα. 

Τον έκοψε κρύος ιδρώτας. 

Θα πήραν άλλον, υπέθεσε. 

Πήγε και την άλλη μέρα στη Σχολή 

και διαπίστωσε πάλι το ίδιο. 


Βέβαιος πια ότι τον απέλυσαν, 

πήγε να βρει το διευθυντή της Σχολής. 

Ο Άγιος τον δέχθηκε με πολλή καλοσύνη και του είπε:

- Μην ανησυχείς, παιδί μου, 

δεν πρόκειται να σε απολύσουν. 

Να κάνεις ό,τι σου είπαν οι γιατροί. 


- Μα ποιος θα καθαρίζει Σεβασμιώτατε τόσον καιρό; Του αποκρίθηκε εκείνος.


- Μην σε απασχολεί παιδί μου, αυτό. 

Όλα θα είναι καθαρά, σαν να ήσουν εδώ εσύ.


 Έφυγε ο επιστάτης γεμάτος χαρά, αλλά και περιέργεια για το ποιος θα καθάριζε τους χώρους της Σχολής τόσους μήνες που θα έλειπε.

 Όταν πήγε σπίτι του, του ήλθε η σκέψη να πάει πρωί-πρωί την άλλη μέρα για να δει τι συμβαίνει. 

Πήγε, αλλά βρήκε πάλι τη Σχολή πεντακάθαρη.

- Αύριο θα πάω πιο πρωί για να δω επιτέλους τι γίνεται, σκέφθηκε. 

Πράγματι, μόλις χάραξε, έφθασε στη Σχολή. 

Και τι να δει! 


Ο Διευθυντής της Σχολής είχε μαζεμένα τα ράσα του και με μια σκούπα και έναν κουβά στο χέρι καθάριζε τους χώρους και τα αποχωρητήρια! 


Δεν κρατήθηκε, έτρεξε κοντά του και του είπε: 

- Σεβασμιώτατε, εσείς κάνετε αυτή την ταπεινωτική εργασία; 

Σας παρακαλώ, να μην το ξανακάνετε αυτό. 

Από αύριο θα έρχομαι εγώ. 

Αισθάνομαι τώρα καλύτερα 

αλλά και δεν θέλω να κάνετε εσείς αυτή τη δουλειά 

που πρέπει να την κάνω εγώ. 


Ο άγιος Νεκτάριος τον πήρε τότε από το χέρι, 

τον οδήγησε στο Γραφείο και του είπε: 

- Παιδί μου, καμιά εργασία δεν είναι ταπεινωτική. 

Ο Θεός ευλόγησε την εργασία 

και ευλογεί αυτούς που εργάζονται...


|Ομολογία Πίστεως



✔ Το νου σου...|Άκου τον Άγιο Νεκτάριο! Όλη μέρα...





Δεν θέλω να θλίβεστε και να συγχύζεστε
για όσα συμβαίνουν αντίθετα στη θέλησή σας,
όσο δίκαιη κι αν είναι αυτή.

Μία τέτοια θλίψη μαρτυρεί την ύπαρξη εγωισμού.

Προσέχετε τον εγωισμό
που κρύβεται κάτω από τη μορφή του δικαιώματος.

Προσέχετε και την άκαιρη λύπη
που δημιουργείται ύστερα από έναν δίκαιο έλεγχο.

Η υπερβολική θλίψη για όλα αυτά
είναι του πειρασμού.

Μία είναι η αληθινή θλίψη.

Αυτή που δημιουργείται
όταν γνωρίσουμε καλά 
την άθλια κατάσταση της ψυχής μας.

Όλες οι άλλες θλίψεις 
δεν έχουν καμιά σχέση με τη χάρη του Θεού.

Φροντίζετε να περιφρουρείτε στην καρδιά σας
τη χαρά του Αγίου Πνεύματος
και να μην επιτρέπετε στον πονηρό
να χύνει το φαρμάκι του.

Προσέχετε!
Προσέχετε, 
μήπως ο παράδεισος που υπάρχει μέσα σας
μετατραπεί σε κόλαση.

[Ἃγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως]