Του Βασίλη Καραποστόλη
Στην ερώτηση «τι κάνεις;», η τυπική ελληνική απάντηση παραμένει πάντα η ίδια: «τρέχω». Έτσι απαντούσε και ο μέσος Έλληνας την πρώτη μεταπολεμική δεκαετία και αργότερα. Όλοι έσπευδαν να βρουν τα αναγκαία και υπήρχαν τόσα εμπόδια στον δρόμο τους που έπρεπε να προπονούνται διαρκώς για να τα ξεπεράσουν. Κυριολεκτικά η Ελλάδα βρισκόταν στο πόδι. Όρθια και κινούμενη από ‘δω κι από ‘κει (όπως την έδειχναν και οι παλιές κωμωδίες στον κινηματογράφο) μην μπορώντας όμως ποτέ να εκπληρώσει εκείνη την επιθυμία για ραχάτι του Μίμη Φωτόπουλου, το όνειρο όλων των κατ’ ανάγκην δρομέων που ήταν «να κάθονται».Παρ’ όλα αυτά, αν και κατάκοποι από τον μόχθο της μέρας, εκείνοι οι αεικίνητοι άνθρωποι του βιοπορισμού, κατάφερναν να εμφανίζονται το βράδυ, ο ένας απέναντι στον άλλο, με μια όρεξη απροσδόκητη για νέες σχέσεις και επαφές που θα τους έκαναν να ξεχάσουν τις ταλαιπωρίες. Αυτή η όρεξη θα λιγόστευε ολοένα και περισσότερο τα επόμενα χρόνια. Ώσπου να φθάσει στις μέρες μας στον κατώτατο βαθμό της, εκεί όπου ο καθένας αισθάνεται πως το μεδούλι του ρουφήχτηκε και δεν ξέρει από τι και πώς.


