Tου Γιώργου Κατημερτζή *
Σε μια περίοδο εντεινόμενων γεωπολιτικών ζυμώσεων, η διεθνής κοινότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πρωτοβουλία που εγείρει κρίσιμα ερωτήματα για το μέλλον της πολυμερούς διπλωματίας. Η ανακοίνωση της δεύτερης φάσης της αμερικανικής πρωτοβουλίας εκεχειρίας στη Γάζα συνοδεύτηκε από τη δημιουργία του λεγόμενου «Συμβουλίου Ειρήνης» (Board of Peace), ενός νέου διακυβερνητικού μηχανισμού υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Πολιτειών, με αποστολή –κατά δήλωση– την ανοικοδόμηση και σταθεροποίηση της περιοχής.
Παρά τη φιλόδοξη ρητορική, η διεθνής ανταπόκριση υπήρξε περιορισμένη, γεγονός που αντανακλά βαθύτερους προβληματισμούς ως προς τη θεσμική φύση και τις πολιτικές προεκτάσεις της πρωτοβουλίας. Το Συμβούλιο Ειρήνης δεν εντάσσεται στο καθιερωμένο πλαίσιο διεθνών οργανισμών που προέκυψαν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά συνιστά μια εναλλακτική μορφή διακυβέρνησης, η οποία απομακρύνεται από τις αρχές της συλλογικότητας, της ισοτιμίας των κρατών και της διεθνούς νομιμοποίησης.
Η οργανωτική του δομή είναι ενδεικτική αυτής της μετατόπισης. Στην κορυφή τοποθετείται ένα στενά ελεγχόμενο διοικητικό συμβούλιο, υπό αμερικανική καθοδήγηση, στο οποίο κυριαρχούν οικονομικοί και πολιτικοί παράγοντες, ενώ η παλαιστινιακή συμμετοχή περιορίζεται σε κατώτερο τεχνοκρατικό επίπεδο, με αρμοδιότητες διαχείρισης και όχι στρατηγικού σχεδιασμού. Η διάκριση αυτή υπονομεύει την αρχή της τοπικής ιδιοκτησίας (local ownership), η οποία θεωρείται θεμελιώδης σε κάθε βιώσιμη διαδικασία ειρήνευσης.