Της Ειρήνης Καραγκιοζίδου
Στις 10 είχα ραντεβού με την τράπεζα. Όταν έφτασα υπήρχε η κλασική κορονο-ουρά που έχει δημιουργηθεί στη διάρκεια αυτών των τελευταίων δύο χρόνων έξω από τράπεζες και υπηρεσίες. Είπα θα περιμένω τη σειρά μου ενώ ταυτόχρονα το χέρι μου ήδη έβγαζε το κινητό για να καλέσω στο γραφείο από την άλλη πλευρά της τζαμαρίας που μας χώριζε με τους υπαλλήλους, ώστε να γνωρίζει κάποιος πως το ραντεβού του είναι εκεί έξω και τον περιμένει.
Και είπα: Θα περιμένω. Με τη σειρά μου. Έκοψα ποιοι ήταν μπροστά μου. Μια γυναίκα γύρω στα 60, ένας πολύ ηλικιωμένος κύριος με μπαστούνι, ένας με outfit μηχανής. Μετά από μένα μια κυρία στα 50 που κάπως δήλωσε εξαρχής ότι αυτή «δεν ήταν για να περιμένει» μαζί με εμάς την ουρίσια πλέμπα, ήταν για να μπαίνει μέσα. Τους βλέπεις αυτούς που έχουν έναν άλλον αέρα, «δεν είμαι εγώ της ουράς, έχω προτεραιότητα, τυχαία βρίσκομαι εδώ μαζί σας, απλώς θα συνυπάρξουμε κάποια τυχαία πολύ λίγα λεπτά, μη με λογαριάζετε.»
