Της Καλλιόπης Παυλή *
Το κράτος είχε πολλές δυνατότητες να γίνει σοσιαλιστικό. Οι εκκοσμικευμένοι ιδρυτές του δεν ήθελαν εμπλοκή των ραβίνων στην πολιτική (Theodor Herzl, 1896) και όσοι επέλεξαν να εγκατασταθούν στην Ιερουσαλήμ στα τέλη του 19ου αιώνα ζούσαν σε γειτονιές έξω απ’ την ιστορική πόλη. Ο ίδιος ο Ben-Gurion ήταν ηγέτης του Εργατικού Κόμματος και θιασώτης της κοινοτικής αγροτικής πολιτικής των κιμπούτς, εκ των οποίων τα πιο δραστήρια (Kibbutz Artzi και HaMeuchad) αποτελούσαν φυτώρια της λενινιστικής σκέψης. Ωστόσο, οι μεγάλες ιστορικές αφηγήσεις του εθνικισμού που κυριαρχούσαν στην Ευρώπη και ο πολυάριθμος αυτόχθων αραβικός πληθυσμός της Σιών –το θρησκευτικό όνομα που είχαν υιοθετήσει οι εκκοσμικευμένοι Σιωνιστές για την Παλαιστίνη–, τους συσπείρωσε γύρω από θρησκευτικά σύμβολα στην ανάδειξη της ανέκαθεν πατρίδας. Έτσι, παρότι η ίδρυση του Medinat Yisrael από το Εθνικό Συμβούλιο, τα μεσάνυχτα 5 Iyar 5708/14.5.1948, έγινε στην αίθουσα του Μουσείου Tel-Aviv και όχι σε κάποια Συναγωγή, δηλώνεται ως Εβραϊκό με έμφαση στην θρησκευτική ταυτότητα. Η εθνικοποίηση της θρησκείας εξελισσόταν ταχύτατα και το 1950 όλοι, από το αριστερότερο Κόμμα Mapam μέχρι το δεξιότερο Heart, υπέγραψαν την ίδρυση κράτους στην Παλαιστίνη με θεμέλιο τη Βίβλο: «Κάθε άλλο Σύνταγμα πλην της Βίβλου στερείται νομικής βάσης», θα πει ο υπεύθυνος Εκπαίδευσης και Κουλτούρας Meir-David Levinstein.

