Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Α' ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Α' ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 18 Ιουλίου 2020

Μια ελληνική τραγωδία στο Ανατολικό Μέτωπο




Μια ελληνική τραγωδία στο Ανατολικό Μέτωπο

Η τραγωδία του 12ου Συντάγματος της Πάτρας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Θα προσπαθήσω να προβάλω ένα γεγονός, ελάχιστα ίσως γνωστό, που διαδραματίστηκε στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και αφορά το 12ο Σύνταγμα της Πάτρας. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στην εξέγερση ενός μεγάλου τμήματος του συντάγματος αυτού και στην άρνησή του να εξακολουθήσει να μάχεται υπερασπιζόμενο τα συμφέροντα της Αντάντ – σε ένα ανοργάνωτο ωστόσο εγχείρημα, που είχε τραγική εξέλιξη.
Όπως είναι γνωστό, την 1η Αυγούστου του 1914 άρχισε η πολύνεκρη στρατιωτική αναμέτρηση ανάμεσα στη Συμμαχία των Κεντρικών δυνάμεων, με επικεφαλής την στρατοκρατική Γερμανία, και στην Τριπλή Συνεννόηση, με προεξάρχοντα τον αγγλογαλλικό παράγοντα.
Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος βρήκε την Ελλάδα ουσιαστικά διχασμένη εξαιτίας της αντίθεσης, που είχε αρχίσει να εκφράζεται με ιδιαίτερα έντονο τρόπο ανάμεσα στους αστισμό και στην ολιγαρχία – μιας αντίθεσης, που προβαλλόταν με τις δραστηριότητες των κοινωνικών εκείνων δυνάμεων, επικεφαλής των οποίων είχαν αντίστοιχα τεθεί ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος μαζί με τον Δημήτριο Γούναρη και τους πολιτικούς φίλους του.
Η εγχώρια αστική τάξη, που τα συμφέροντά της εξέφραζε κατά πρώτο λόγο το κόμμα των Φιλελευθέρων υπό τον Ελ. Βενιζέλο και η οποία ήταν δεμένη με στενούς δεσμούς εξάρτησης από το συμμαχικό αγγλο-γαλλικό στρατόπεδο, επιζητούσε από την έναρξη ήδη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου την άμεση συμπαράταξη της Ελλάδας με τις δυνάμεις της Αντάντ – ενώ η ολιγαρχία, που ήταν συσπειρωμένη γύρω από τον θρόνο των Γλύξμπουργκ, αγωνιζόταν για τη διατήρηση με κάθε μέσο της ελληνικής ουδετερότητας, που εξυπηρετούσε αντικειμενικά τα στρατηγικά σχέδια της Γερμανίας.
Ο Βενιζέλος, όταν το καλοκαίρι του 1917 ανέλαβε την διαχείριση της εξουσίας, έσπευσε να καλέσει στα όπλα ορισμένες ηλικίες και να κηρύξει τον πόλεμο κατά της Γερμανίας και των συμμάχων της.  
Όπως επιζητούσε η Αντάντ και όπως αναμενόταν με την απόλυτη κυριαρχία του Βενιζέλου στα ελληνικά πολιτικά πράγματα, ο ελληνικός στρατός άρχισε πολύ γρήγορα να μάχεται στο πλευρό της Αντάντ στο μακεδονικό μέτωπο κατά των Κεντρικών Δυνάμεων. Τον Γενάρη ωστόσο του 1918 στασίασαν ξαφνικά ορισμένοι αντιβενιζελικοί αξιωματικοί στο Σύνταγμα της Λαμίας, οι οποίοι πήγαν στη συνέχεια στη Θήβα και προκάλεσαν εκεί αιματηρές ταραχές.
Πέντε μήνες αργότερα και συγκεκριμένα την 1η του Ιούνη του 1918 έφτασε με ατμόπλοιο στο Βόλο, μαζί με την υπόλοιπη 3η Μεραρχία και το 2/39 Σύνταγμα Ευζώνων του Μεσολογγίου, το 12ο Σύνταγμα με διοικητή του τον συνταγματάρχη Παντελή Γιαννετάκη και προορισμό το μακεδονικό μέτωπο. Την ίδια όμως την ημέρα της άφιξής του στο Βόλο το 12ο Σύνταγμα προωθήθηκε με τραίνα στη Λάρισα, όπου και στρατωνίστηκε πρόχειρα μέχρι τις 6 του ίδιου μήνα. Στη συνέχεια μπήκε σε πορεία με κατεύθυνση τα Σέρβια, ενώ επίμονες ανησυχητικές φήμες κυκλοφορούσαν στις γραμμές του, ότι επρόκειτο όλη η δύναμή του να παραδοθεί αιχμάλωτη κοντά στον Αλιάκμονα ποταμό σε γαλλικά και σενεγαλέζικα στρατιωτικά τμήματα. Θα συνέβαινε δε αυτό, επειδή το εν λόγω Σύνταγμα δεν ενέπνεε εμπιστοσύνη στην Αντάντ λόγω του φιλοβασιλισμού της πλειοψηφίας των αξιωματικών του αλλά και εξαιτίας του γενικού αντιπολεμικού πνεύματος, που διακατείχε τους άνδρες του, εξ αιτίας της μακροχρόνιας στράτευσής τους.
Η αναστάτωση ωστόσο του 12ου Συντάγματος δεν περιορίστηκε σε χαμηλόφωνες διαμαρτυρίες, αλλά πολύ γρήγορα μεταβλήθηκε σε εκρηκτική κατάσταση μέσα στους λόχους. Όλα έδειχναν, ότι αναμενόταν στάση – πάρα πολλοί άλλωστε εύζωνοι του 2/39 Συντάγματος του Μεσολογγίου είχαν ήδη επαναστατήσει και επιζητούσαν να παρασύρουν με το μέρος τους τούς άνδρες και του 6ου και του 12ου πεζικού Συντάγματος, καθώς και της 3ης μοίρας του πυροβολικού, που αποτελούσαν την 3η Μεραρχία, να καταλάβουν όλοι μαζί την Λάρισα και να ξεσηκώσουν τον λαό κατά της κυβέρνησης του Βενιζέλου.
Όπως αναφέρεται στο ανέκδοτο Ημερολόγιο του πατρινού στρατιώτη Ανδρέα Κάββουρα, οι μαχητές του πατραϊκού Συντάγματος άρχισαν να κινούνται σχεδόν φανερά για εξέγερση, να συγκεντρώνονται σε πυκνούς ομίλους και να φωνάζουν στασιαστικά συνθήματα. Παντού συγκροτούνταν επαναστατικές ομάδες, γενικός όμως αρχηγός του κινήματος δεν φαινόταν πουθενά. Οι βασιλόφρονες αξιωματικοί του Συντάγματος έβλεπαν προφανώς θετικά τον αναβρασμό των μονάδων, παρέμεναν όμως (εκτός τεσσάρων ή πέντε εξαιρέσεων, που τάχθηκαν στο πλευρό των στασιαστών) πεισματικά σιωπηλοί – ίσως από προσωπική δειλία.
Όμως ο συνταγματάρχης Παντελής Γιαννετάκης, διοικητής του Συντάγματος είχε πολύ ανησυχήσει με την κατάσταση, που διαμορφωνόταν – και σε συγκέντρωση όλων των λόχων, που συγκάλεσε, είχε προσπαθήσει με νουθεσίες να αποτρέψει την στάση. Είχε πει συγκεκριμένα στους άνδρες του:
«Εγώ δεν έχω να πάθω τίποτε – το πολύ πολύ να πάρω το καπέλο μου και να πάω στο σπίτι μου. Συλλογισθείτε όμως εσείς τας οικογενείας σας, τας οποίας θα απελάσουν και θα βασανίσουν. Συλλογισθείτε επίσης τους εαυτούς σας, ότι δεν θα έχετε, πού να σταθείτε. Θα επικηρυχθείτε ως λησταί και αλλοίμονό σας».
Η αποτρεπτική όμως παρέμβαση του Γιαννετάκη και μια δεύτερη από μέρους του στα Σέρβια δεν τελεσφόρησαν – και το μεγαλύτερο μέρος των ανδρών του Συντάγματος το απόγευμα της 6ης του Ιούνη του 1918 στασίασε. Όπως αναφέρει στο Ημερολόγιό του ο Ανδρέας Κάββουρας, « η θύελλα εμαίνετο παντού. Η βοή από τας κραυγάς των ανδρών», που είχαν στασιάσει, «και αι βίαιαι κινήσεις των προσέδιδον φρικιαστικήν εικόνα επαναστάσεως».


Όσοι στρατιώτες του 12ου Συντάγματος δεν ακολούθησαν τους στασιαστές, συγκεντρώθηκαν σε ένα περίβολο κοντά στο ταχυδρομείο, και καταγράφηκαν από τον υπασπιστή της μονάδας αυτής Σπύρο Ρούβαλη, που ήταν πατρινός. Ο διοικητής, εξάλλου, του Συντάγματος, εντελώς άστοχα ενεργώντας, εγκατέλειψε την σκηνή του και κατέφυγε στα Σέρβια, περιμένοντας εκεί την εξέλιξη των εκρηκτικών γεγονότων.
Οι στασιαστές κατέλαβαν απαρχής τις αποθήκες του εφοδιασμού, άρπαξαν τρόφιμα, ιματισμό και τα κιβώτια με τα φυσίγγια, και με τις κραυγές «Πίσω στην Πάτρα! Δεν παραδιδόμεθα στους Σενεγαλέζους! Έξω οι ξένοι!» πήραν τον δρόμο για την Λάρισα. Στην αρχή ξεπερνούσαν τους χίλιους, ύστερα όμως από πολλές διαρροές, που σημειώθηκαν, όταν διαπιστώθηκε, ότι κανένας ανώτερος αξιωματικός δεν είχε αναλάβει την ηγεσία του κινήματός τους, απόμειναν γύρω στους εξακόσιους και χωρίστηκαν σε δύο ομάδες. Στην μεγαλύτερη ομάδα, που την συγκροτούσαν 450 περίπου άνδρες, αναδείχτηκε αρχηγός ο υποδεκανέας Ανδρέας Κορδάς, ενώ επικεφαλής της άλλης ομάδας βρέθηκαν οι λοχίες Κώστας Σολωμός, Δημήτριος Τσίκλιρας, Δημήτριος Παπαθανασόπουλος και Χρύσανθος Πετραλιάς.
Οι στασιαστές, που τα βενιζελοκρατούμενα πατραϊκά σωματεία, ύστερα προφανώς από σχετική κυβερνητική εντολή, είχαν σπεύσει με τηλεγραφήματα και ανακοινώσεις να τους καταδικάσουν, συνελήφθησαν πολύ εύκολα και πολύ γρήγορα από στρατιωτικά αποσπάσματα και αρκετοί από αυτούς παραπέμφθηκαν στο Στρατοδικείο της Κοζάνης, που είχε συσταθεί γι’ αυτό τον σκοπό με πρόεδρο τον Στέφανο Φατσέα, βασιλικό επίτροπο τον Ιωσήφ Κούνδουρο και εναλλασσόμενα μέλη του τούς Ζωτόπουλο, Δημήτριο Λούμη, Λέοντα Παπαγεωργίου, Σακελλαρόπουλο, Βασίλειο Φραντζαβόλη και Χατζηπέτρο. Μαζί με τους στασιαστές είχε παραπεμφθεί και ο ίδιος ο διοικητής του 12ου Συντάγματος, που ο βασιλικός επίτροπος Κούνδουρος, φανατικός βενιζελικός, του είχε υποσχεθεί την θανάτωσή του και είχε διατυπώσει σε βάρος του την χαλκευμένη κατηγορία, ότι «παρώτρυνε τους άνδρας του εις λιποταξίαν εν καιρώ πολέμου». Του είχε πει σχετικά με καταφανή σαρκασμό:
«Ανέφερες στο λόγο σου προς τους στρατιώτες σου στο Χάνι Χατζή Γώγου και στα Σέρβια, ότι θα πάρης το καπέλο σου και θα πας στο σπιτάκι σου. Το καπέλο σου βέβαια θα πάη στο σπιτάκι σου, το κεφάλι σου όμως θα μείνη εδώ».
Ανάλογα συναισθήματα κατά των στασιαστών, που αφορούσαν μάλιστα ολόκληρη την 3η Μεραρχία, χαρακτήριζαν και τους υποτιθέμενους «συμμάχους», ιδιαίτερα τους γάλλους, για τους οποίους γράφει στο Ημερολόγιό του ο Κάββουρας:
«Το μίσος των γάλλων κατά της 3ης Μεραρχίας εξεδηλούτο πολυειδώς και πολυτρόπως. Προς τιμωρίαν μάς εχορήγουν πολύ ολίγον συσσίτιον και ανθυγεινόν – κουραμάνα μπαγιάτικη και μουχλιασμένη, κρέας κατεψυγμένον και σκωληκόβρωτον. Όταν δε μία ομάς στασιαστών ωδηγείτο είς τινα σταύλο, διά να φυλακισθή, έως ότου αρχίση η δίκη των, δεικνύοντες εις αυτούς την απέναντι κορυφογραμμήν, τους έλεγον οι γάλλοι:
– Εκεί θα σας βάλωμε και θα σας θερίσωμε με τα μυδραλιοβόλα».
Για τη στάση του 12ου Συντάγματος έγιναν στην Κοζάνη τέσσερες δίκες – η πρώτη από τις 16 μέχρι τις 19 του Ιούνη του 1918, η δεύτερη στις 19 του ίδιου μήνα, η τρίτη την 1η του Ιούλη και η τέταρτη από τις 9 μέχρι τις 15 αυτού του μήνα επίσης. Σε μια μάλιστα από τις δίκες αυτές είχε επιστρατευθεί ως υποτιθέμενος συνήγορος υπεράσπισης ο έφεδρος ανθυπολοχαγός και κατοπινός πολιτικός παράγοντας του Λαϊκού Κόμματος στην Αχαΐα Θεόδωρος Ζαφειρόπουλος, ο οποίος δεν πρόβαλε καμιά θέση προς υπεράσπιση των κατηγορουμένων, αλλά απλά περιορίστηκε, σε μια σύντομη διστακτική παρέμβασή του ελάχιστων δευτερολέπτων, να αναφέρει προς τους αδυσώπητους στρατοδίκες, ότι «επαφίετο εις την κρίσην των διά την υπόθεσιν».
Βασικοί μάρτυρες κατηγορίας στις δίκες αυτές ήσαν οι κρητικοί ανθυπολοχαγοί Χαράλαμπος Σαριδάκης και Στυλιανός Μπενάκης, ο άνθρωπος όμως, που ουσιαστικά κατηύθυνε τις δίκες και τελικά προσδιόρισε τις αποφάσεις, ήταν ο ταξίαρχος Γεώργιος Βλαχογιάννης. Όπως αναφέρει και πάλι στο Ημερολόγιό του ο Ανδρέας Κάββουρας, «αι απειλαί, αι ύβρεις και οι προπηλακισμοί του Βλαχογιάννη επρόδιδον εσκεμμένους φόνους». Κατά τον Κάββουρα πάντα, ο Βλαχογιάννης μια ημέρα πριν από την συγκρότηση του Στρατοδικείου είχε πει σε μια ομάδα αξιωματικών και στρατιωτών σχετικά με την έκβαση των δικών: «Θα καθαρίσουμε καμμιά πενηνταριά παληοτόμαρα, για να ησυχάσουμε» – ενώ σε κάποια διακοπή μιας συνεδρίασης του εν λόγω Στρατοδικείου είχε εκστομίσει κατά των υπόδικων στασιαστών αυτή την απειλή: «Αν δεν ντύσω εγώ την Πάτρα στα μαύρα, να μη με λένε Βλαχογιάννη».
Από τους 209 κατηγορούμενους 170 καταδικάστηκαν σε πεντάχρονη ή δεκάχρονη φυλάκιση, 18 σε ισόβια δεσμά και 21 στην ποινή του θανάτου, που εκτελέστηκε μέσα σε ελάχιστες ημέρες από την επιβολή της. Στις 18 Ιουλίου εκτελέστηκε ο διοικητής του 12ου Συντάγματος συνταγματάρχης Παντελής Γιαννετάκης, που καταγόταν από τη Λάρισα. Την ίδια μέρα εκτελέστηκε και ο υπολοχαγός Μιλτιάδης Χαρατσάρης του 2/39 Συντάγματος Ευζώνων.



Όσοι στασιαστές δεν καταδικάστηκαν σε θάνατο ρίχτηκαν στις φυλακές «ως κοπάδια κτηνών» και εκεί «υπέστησαν μαρτύρια, εστερήθησαν δε και αυτού του επιουσίου άρτου». Όπως καταγράφει στο Ημερολόγιό του ο Ανδρέας Κάββουρας, «η προς τους κρατουμένους διαγωγή του εφέδρου υπολοχαγού Νίκου Κοζάκου, διευθυντού των φυλακών, υπήρξε αξία στιγματισμού». Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί, κατά τον Κάββουρα και πάλι, για ένα αντιβενιζελικό πατρινό έφεδρο επίσης αξιωματικό, ο οποίος από φόβο προφανώς είχε και αυτός επιδείξει κτηνώδη συμπεριφορά απέναντι στους κρατουμένους στασιαστές, οι οποίοι «ανέμενον οι ατυχείς εις τας ανηλίους και φρικώδεις φυλακάς των από αυτόν κάποιο ενδιαφέρον, κάποια περίθαλψιν ή έστω κάποια στοιχειώδη ανακούφισιν – εις μάτην όμως».
Όσο αφορά τους στρατιώτες εκείνους του 12ου Συντάγματος, που δεν είχαν εξεγερθεί, έσπευσε η βενιζελοκρατούμενη ελληνική στρατιωτική διοίκηση να τους νουθετήσει, επιστρατεύοντας ακόμη και κάποιον πλανόδιο πατρινό ποιητή εκείνης της εποχής, τον Σπύρο Ματσούκα, ο οποίος τους εξόρκισε «εις την σημαίαν της μονάδος των να πολεμήσουν υπέρ της πατρίδος παρά το πλευρόν των μεγάλων συμμάχων τους». Στο πλαίσιο μάλιστα των σχετικών προσπαθειών τούς επιθεώρησε, συνοδευόμενος από δυο γάλλους αξιωματικούς, και ο στρατηγός Παναγιώτης Δαγκλής, ο οποίος, όπως και άλλοι στρατηγοί, είχε τότε προτιμήσει να περπατήσει όχι στις πλατειές λεωφόρους αλλά στα κακοτράχαλα μονοπάτια μιας αμφίβολης δόξας. Παράλληλα όμως εκδόθηκε από τη νέα διοίκηση του 12ου Συντάγματος διαταγή «να μη γράφωσιν οι στρατιώται εις τους οικείους των τίποτε περί της στάσεως, ούτε, πού ευρίσκονται, ούτε πού πρόκειται να μεταβούν, ούτε αν κακοπερνούν». Έτσι, ο Ανδρέας Κάββουρας είχε γράψει τότε στους δικούς του:
«Δόξα να έχει ο Ύψιστος. Από υγεία είμαι πολύ καλά. Να μην έχετε δε δι’ εμέ κανένα φόβον και καμμίαν ανησυχίαν, πρώτον διότι διαμένω εις ωραίαν τοποθεσίαν και δεύτερον, επειδή τα περνώ τόσο καλά υπό πάσαν έποψιν, ώστε ούτε καν μου φαίνεται, ότι είμαι στρατιώτης και ευρίσκομαι εις εκστρατείαν».
Η στάση του 12ου Συντάγματος με την τραγική της κατάληξη, όπως και οι ανάλογες εξεγέρσεις του 2/39 Συντάγματος του Μεσολογγίου και ορισμένων άλλων στρατιωτικών μονάδων με παρόμοια αποτελέσματα, πρέπει να θεωρηθεί ως ένα μέρος ενός γενικότερου αντιπολεμικού κινήματος, που αναπτύχθηκε εκείνη την εποχή στους στρατούς όλων των εμπόλεμων μερών και διαμορφώθηκε τελικά σε ακανθώδες πρόβλημα για τους ευρωπαϊκούς μιλιταριστικούς κύκλους και σε ιδιαίτερης σημασίας επιβοηθητικό γεγονός για την οκτωβριανή σοσιαλιστική επανάσταση, που είχε εκραγεί τότε στη Ρωσία. Οι στασιαστές του 12ου Συντάγματος της Πάτρας, όπως και των άλλων ελληνικών στρατιωτικών μονάδων, δεν ήσαν βέβαια επαναστατικοί φορείς σοσιαλιστικών θέσεων αναφορικά με τον τερματισμό των πολεμικών επιχειρήσεων σε όλα τα μέτωπα – εκδηλώθηκαν όμως οπωσδήποτε ως φιλειρηνικά στοιχεία, λιγότερο ασφαλώς από ιδεολογία και περισσότερο από τον κάματο ή από την απελπισία, που γεννούσε η αίσθηση του ατελεύτητου ενός ιδιαίτερα αιματηρού πολέμου. Αρκετά, εξάλλου, από αυτά τα στοιχεία προσεγγίζανε τον «κωνσταντινισμό», ο οποίος εμφανιζόταν τότε ως ο μοναδικός πραγματικά ισχυρός πολιτικός αντίπαλος του φιλοπόλεμου βενιζελισμού, διακηρύσσοντας, υστερόβουλα προφανώς, ότι επιζητούσε την ουδετερότητα της χώρας, και ευαγγελιζόμενος απέναντι σε μια ιδιαίτερα αιματηρή σύρραξη, όπως αυτή του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, την πολυπόθητη ειρήνη.
Το γεγονός της εκτέλεσης του ίδιου του διοικητή και άλλων 21 ανδρών του 12ου Συντάγματος (ενός λοχαγού, δύο υπολοχαγών, ενός επιλοχία, 7 λοχιών, δύο δεκανέων, ενός υποδεκανέα και 7 στρατιωτών) συγκλόνισε την Πάτρα και την ευρύτερη περιοχή και ενίσχυσε το μίσος μιας πολύ μεγάλης μερίδας των πολιτών τους, που ήσαν αντιβενιζελικοί, κατά του κόμματος των Φιλελευθέρων και των συμμάχων της Αντάντ. 


Το πατραϊκό δημοτικό συμβούλιο όμως, που ήταν στην πλειοψηφία του αντιβενιζελικό, αλλά το οποίο δεν διακρινόταν καθόλου για αγωνιστικές φιλειρηνικές τάσεις, ούτε καν για μαχητικό φιλοβασιλισμό, μόλις πληροφορήθηκε το γεγονός της ανταρσίας, που είχε εκδηλωθεί στο 12ο Σύνταγμα, «εταράχθη σφόδρα» και φρόντισε να συνέλθει αμέσως σε ειδική συνεδρίαση. Εκεί τα τρομαγμένα μέλη του προσποιήθηκαν, ότι συζήτησαν σε βάθος το ζήτημα και στη συνέχεια, αγόμενα, όπως και άλλοτε, από την πασίδηλη δειλία τους, εξουσιοδότησαν ομόφωνα τον δήμαρχο Δημήτριο Μπουκαούρη να στείλει στην κυβέρνηση το εξής τηλεγράφημα:
«Το Δημοτικόν Συμβούλιον [Πατρέων] κατά την σημερινήν έκτακτον αυτού συνεδρίασιν, τη προτάσει του δημοτικού συμβούλου κυρίου Νικολάου Ραυτοπούλου ομοφώνως υποβάλλει υμίν την έκφρασιν της οδύνηράς εντυπώσεώς του επί τω οικτρώ συμβάντι της λιποταξίας στρατιωτών του 12ου Συντάγματος, ευλόγως καταθλίψαντι την ημετέραν πόλιν».
 Όπως όμως και να έχει το ζήτημα, το 12ο Σύνταγμα σύρθηκε τελικά και αυτό στη σφαγή, με νέο διοικητή του τον ναυπάκτιο συνταγματάρχη Νικόλαο Σουμπασάκο, γνωστόν στην Πάτρα από προγενέστερη μακρόχρονη θητεία του στην πόλη. Εξακολουθούσε ωστόσο το δύσμοιρο αυτό Σύνταγμα να μην εμπνέει εμπιστοσύνη στους συμμάχους, οι οποίοι, με την αποδοχή από την ελληνική κυβέρνηση ενός μέτρου εντελώς απαράδεκτου και ιδιαίτερα προσβλητικού για τη χώρα, το εντάξανε τελικά ως τμήμα ξένου στρατού στην 22η Ταξιαρχία της 11ης σενεγαλέζικης Μεραρχίας, προκειμένου να το επιβλέπουν καλλίτερα.
Δυο χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα στις 2 του Αυγούστου του 1920 το 12ο Σύνταγμα, και μαζί του το 6ο, ξεκινήσανε με το ατμόπλοιο «Έλενα Μαργαρίτα» για την Μικρασία, προκειμένου να ενισχύσουν τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις, που πολεμούσαν ήδη εκεί. Τα δυο αυτά Συντάγματα με επικεφαλής την στρατιωτική μουσική είχαν κατέβει από τους στρατώνες στην παραλία, ενώ πλήθη ανυποψίαστου λαού τα ξεπροβόδιζε με ζητωκραυγές. Όλοι σχεδόν πίστευαν τότε στις μελλούμενες νίκες, που οι τοπικές εφημερίδες με πύρινα άρθρα τους προφήτευαν καθημερινά – και κανένας δεν υποψιαζόταν ακόμη την εθνική τραγωδία, που πολύ σύντομα θα ξετυλιγόταν στα χώματα της αρχαίας Ιωνίας, όπου τα όνειρα της μεγάλης πατρίδας θα γίνονταν κομμάτια.  

Από άρθρο του ιστορικού Βασίλη Κ. Λάζαρη στο ηλεκτρονικό περιοδικό «Πολιτεία».
Ολόκληρο το άρθρο εδώ:

Κυριακή 12 Νοεμβρίου 2017

11 Νοεμβρίου 1918 τελειώνει ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος




11 Νοεμβρίου 1918 τελειώνει ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος

Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος τελείωσε με την ταπεινωτική ήττα της Γερμανίας και των συμμάχων της στις 11 Νοεμβρίου 1918

Η μεγαλύτερη και πιο πολύνεκρη πολεμική αναμέτρηση που γνώρισε ο κόσμος μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα. Ξεκίνησε στις 28 Ιουλίου 1914, όταν η Αυστροουγγαρία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Σερβίας και τελείωσε με την ταπεινωτική ήττα της Γερμανίας και των συμμάχων της στις 11 Νοεμβρίου 1918. Ονομάστηκε Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος ή Μεγάλος Πόλεμος, επειδή εξαπλώθηκε πέρα από τα σύνορα της Ευρώπης και αναμίχθηκαν σ’ αυτόν όλες οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής.
Τα αίτια, που οδήγησαν στην έκρηξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου θα πρέπει να αναζητηθούν στις οικονομικές συνθήκες της εποχής και στις επεκτατικές βλέψεις των διαφόρων κρατών, που αύξησαν τον μεταξύ τους ανταγωνισμό. Ειδικότερα, η οικονομική ανάπτυξη της Γερμανίας, που προήλθε από τη ραγδαία εκβιομηχάνισή της, οδήγησε στην όξυνση του ανταγωνισμού της με την Αγγλία για την κυριαρχία στις μεγάλες αγορές του κόσμου. Ταυτόχρονα, η γαλλική πολιτική της «ρεβάνς», δηλαδή η επιθυμία της Γαλλίας να αποκαταστήσει το γόητρό της και να ανακτήσει την Αλσατία και τη Λορένη (που είχε χάσει στο Γαλλογερμανικό πόλεμο του 1870 – 1871), είχε δημιουργήσει ένταση στις σχέσεις της με τη Γερμανία.


Την ίδια εποχή, η Αυστροουγγαρία βρισκόταν σε ανταγωνισμό με τη Ρωσία σχετικά με την κυριαρχία στα Βαλκάνια. Τα νέα εθνικά βαλκανικά κράτη, που είχαν δημιουργηθεί μετά την παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κρατούσαν ευνοϊκή στάση απέναντι στις διεκδικήσεις των εθνικών μειονοτήτων της Αυστροουγγαρίας και απειλούσαν την ενότητά της. Έτσι, η Αυστροουγγαρία επιθυμούσε να διατηρηθεί το στάτους – κβο των Βαλκανίων. Η Ρωσία, από την άλλη πλευρά, επιθυμούσε να βρει διέξοδο στη Μεσόγειο, υποστήριζε την κίνηση του πανσλαβισμού και θεωρούσε τον εαυτό της φυσικό προστάτη των ορθόδοξων λαών των Βαλκανίων, πράγματα που έβρισκαν αντίθετες τη Γερμανία και την Αυστροουγγαρία.
Τη σπίθα του πολέμου άναψε η δολοφονία του διαδόχου του θρόνου της Αυστροουγγαρίας Φραγκίσκου Φερδινάνδου και της συζύγου του Σοφίας από τον νεαρό σερβοβόσνιο εθνικιστή Γκαβρίλο Πρίντσιπ στο Σαράγεβο της Βοσνίας στις 28 Ιουνίου 1914. Για τη δολοφονία οι Αυστριακοί θεώρησαν υπεύθυνη την κυβέρνηση της Σερβίας και της κήρυξαν τον πόλεμο στις 28 Ιουλίου 1914.
Την 1η Αυγούστου η Γερμανία κηρύσσει τον πόλεμο κατά της Ρωσίας και δύο ημέρες αργότερα κατά της Γαλλίας. Στις 4 Αυγούστου η Αγγλία και στις 23 Αυγούστου η Ιαπωνία κηρύσσουν με τη σειρά τους τον πόλεμο κατά της Γερμανίας, όταν αυτή εισβάλει στο Βέλγιο (4 Αυγούστου).
Με το μέρος της Γερμανίας και της Αυστρίας τάχθηκαν η Οθωμανική Αυτοκρατορία και η Βουλγαρία, που αποτέλεσαν τις λεγόμενες «Κεντρικές Δυνάμεις». Από την άλλη πλευρά, με τους Αγγλογάλλους και τους Ρώσους συντάχθηκαν η Σερβία, το Μαυροβούνιο, το Βέλγιο, η Ιαπωνία, η Ιταλία, η Πορτογαλία, η Ρουμανία, η Ελλάδα (από το 1916 η «κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης» και από το 1917 το ενωμένο ελληνικό κράτος), η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες (από το 1917). Όλες μαζί οι δυνάμεις αυτές συγκρότησαν τον συνασπισμό, γνωστό ως «Αντάντ» (Entente=Συνεννόηση στα γαλλικά).


Στην αρχή του πολέμου, οι πιο μεγάλες μάχες έγιναν στη Γαλλία και το Βέλγιο («Δυτικό Μέτωπο»). Οι Γερμανοί κυρίευσαν μεγάλο τμήμα των χωρών αυτών και απείλησαν το Παρίσι. Οι Γάλλοι κατόρθωσαν να οργανώσουν την άμυνά τους σ’ ένα μέτωπο 750 χλμ. από τη Βόρεια Θάλασσα ως το βορειοδυτικό άκρο της Ελβετίας, όπου έγινε ένας φοβερός πόλεμος χαρακωμάτων, που κράτησε έως το 1918.
Την περίοδο που οι Γερμανοί πολιορκούσαν το Παρίσι, τους επιτέθηκαν οι Ρώσοι και κυρίευσαν σημαντικά εδάφη της Ανατολικής Πρωσίας («Ανατολικό Μέτωπο»). Ο αρχιστράτηγος του γερμανικού στρατού φον Μόλτκε διόρισε διοικητή του στρατού της Ανατολικής Πρωσίας τον γηραιό στρατηγό Χίντεμπουργκ, ο οποίος κατόρθωσε να απωθήσει τους Ρώσους, νικώντας τους στις μάχες του Τάνεμπεργκ (26-31 Αυγούστου 1914) και των Μαζουριανών Λιμνών (9-14 Σεπτεμβρίου).
Οι Ρώσοι με νέες δυνάμεις οργάνωσαν την άμυνα τους στη γραμμή από την Ανατολική Πρωσία ως τα Καρπάθια (900 χλμ.) και ο πόλεμος αυτός έγινε αγώνας χαρακωμάτων. Τον Μάιο του 1915 οι Ρώσοι αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, αφού έχασαν πολύ στρατό.
Τον Οκτώβριο του 1915, η «Αντάντ» κήρυξε τον πόλεμο κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, προσπαθώντας να βοηθήσει τους Ρώσους. Ο συμμαχικός στόλος με βάση τη Λήμνο επιχείρησε να περάσει τα στενά των Δαρδανελλίων, αλλά δεν το κατόρθωσε, γιατί οι Τούρκοι τους απώθησαν. Απόπειρα να εισχωρήσουν από την ξηρά με απόβαση στη χερσόνησο της Καλλίπολης, επίσης, απέτυχε. Οι Σύμμαχοι αναζητούσαν βάση για το στόλο και το στρατό τους στο Αιγαίο και χωρίς την άδεια της Ελλάδας, που τηρούσε ουδετερότητα, αποβιβάστηκαν στη Θεσσαλονίκη (2 Οκτωβρίου 1915). Οι Γερμανοί και οι Βούλγαροι κατέλαβαν τη Σερβία κι έτσι δημιουργήθηκε το «Βαλκανικό Μέτωπο».


Η παρουσία των συμμαχικών στρατευμάτων της «Αντάντ» στη Θεσσαλονίκη προκάλεσε αναστάτωση στην Ελλάδα, γιατί άλλα κόμματα είχαν φιλικές διαθέσεις προς τους συμμάχους και άλλα ήταν αντίθετα. Όταν οι Βούλγαροι κατέλαβαν τη Σερβία, ο ελληνικός στρατός δεν έσπευσε να βοηθήσει τους παλιούς του συμμάχους Σέρβους. Αυτό εξερέθισε τους Συμμάχους, που έριξαν την ευθύνη στο φιλογερμανό βασιλιά Κωνσταντίνο. Την άνοιξη του 1916 οι Βούλγαροι κατέλαβαν την Ανατολική Μακεδονία κι έκαναν φοβερές σφαγές σε βάρος των Ελλήνων.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος τότε έκαμε το χωριστικό κίνημα (κίνημα «Εθνικής Αμύνης»). Πήγε στη Θεσσαλονίκη και σχημάτισε φιλική κυβέρνηση προς την «Αντάντ» (26 Αυγούστου 1916). Η Ελλάδα χωρίστηκε στα δυο: Το «κράτος των Αθηνών» υπό τον βασιλιά Κωνσταντίνο υποστήριζε την ουδετερότητα και το «κράτος της Θεσσαλονίκης» υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο την έξοδο στον πόλεμο στο πλευρό της «Αντάντ». Τη λύση έδωσαν οι Γάλλοι, δια του γερουσιαστή Ζονάρ, που υποχρέωσαν το βασιλιά Κωνσταντίνο να φύγει από την Ελλάδα. Έτσι, η ενωμένη Ελλάδα εισήλθε στον πόλεμο στο πλευρό της «Αντάντ» και στις 27 Ιουνίου 1917 κήρυξε τον πόλεμο κατά των «Κεντρικών Δυνάμεων».


Στο Δυτικό Μέτωπο, στις φονικές μάχες των χαρακωμάτων προστέθηκε το 1916 η φοβερή μάχη του Βερντέν, ανάμεσα σε Γάλλους και Γερμανούς, που κράτησε 10 μήνες (21 Φεβρουαρίου – 18 Δεκεμβρίου), με τρομακτικές απώλειες και για τους δύο αντιπάλους. Οι Σύμμαχοι, για να εξασθενήσουν τη Γερμανία, απέκλεισαν με τους στόλους τους τη Βαλτική και την Αδριατική. Οι Γερμανοί, όμως, με τα υποβρύχιά τους βύθισαν πολλά συμμαχικά πλοία. Στις 3 Φεβρουαρίου 1917, οι Ηνωμένες Πολιτείες εισήλθαν στον πόλεμο για να «εξασφαλίσουν την ελευθερία των θαλασσών», όπως διακήρυξε ο αμερικανός πρόεδρος Γούντροου Ουίλσον και βαθμηδόν η πλάστιγγα του πολέμου άρχισε να γέρνει προς τη μεριά της «Αντάντ».


Τον Μάρτιο του 1917 (Φεβρουάριο με το παλαιό ημερολόγιο) ξέσπασε επανάσταση στη Ρωσία που ανέτρεψε τον τσάρο Νικόλαο Β’ και ανακηρύχτηκε δημοκρατία με επικεφαλής τον σοσιαλδημοκράτη πολιτικό Αλεξάντρ Κερένσκι. Ο ρωσικός στρατός συνέχισε να μάχεται στο ανατολικό μέτωπο, αλλά χωρίς ηθικό. Στις 24 Οκτωβρίου 1917, οι μπολσεβίκοι του Λένιν ανέτρεψαν τον Κερένσκι και ανέλαβαν την εξουσία, εγκαθιστώντας σταδιακά κομμουνιστικό καθεστώς στην αχανή χώρα («Οκτωβριανή Επανάσταση»). Το νέο καθεστώς υπέγραψε χωριστή συνθήκη με τη Γερμανία στις 3 Μαρτίου 1918 («Συνθήκη Μπρεστ-Λιτόφσκ») και η Ρωσία εξήλθε του πολέμου.
Παρά την απώλεια της Ρωσίας, η κατάσταση δεν άλλαξε δραματικά και το πάνω χέρι στον πόλεμο εξακολουθούσε να το έχει η «Αντάντ». Οι μεγάλες γερμανικές επιθέσεις στο «Δυτικό Μέτωπο» (μάχες Σεμέν Ντε Νταμ και Μάρνη) αποκρούστηκαν από τις γαλλοαμερικανικές δυνάμεις. Οι Άγγλοι νίκησαν τους Τούρκους στην Παλαιστίνη και τη Μεσοποταμία, όπως και ο ελληνικός στρατός τους Βούλγαρους στο Σκρα (17 Μαΐου 1918). Μεγάλες ήταν και οι επιτυχίες των Ιταλών κατά των Αυστριακών.
Οι Γερμανοί άρχισαν να βλέπουν ότι χάνουν τον πόλεμο. Για να αποφύγουν μεγαλύτερη αιματοχυσία, επαναστάτησαν και ζήτησαν να κλείσει ανακωχή με βάση τους 14 όρους του Αμερικανού προέδρου Γουίλσον, που είχαν δημοσιοποιηθεί σταδιακά από τις 8 Ιανουαρίου έως τις 27 Σεπτεμβρίου 1918 (4 Οκτωβρίου 1918).


Στις 9 Νοεμβρίου ανακηρύσσεται στη Γερμανία δημοκρατία και την επομένη ο αυτοκράτορας Γουλιέλμος Β’ εγκαταλείπει τη χώρα. Στις 5 το απόγευμα της 11ης Νοεμβρίου 1918 υπογράφεται η παράδοση της Γερμανίας μέσα σ’ ένα βαγόνι τραίνου και στις 11 το βράδυ της ίδιας ημέρας, ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, που στοίχισε 16 εκατομμύρια νεκρούς και εξαφανισθέντες και 20 εκατομμύρια τραυματίες στα πεδία των μαχών, λαμβάνει τέλος. Οι συνέπειές του, όμως, θα στοιχειώνουν για πολλά χρόνια ακόμα τη Γηραιά Ήπειρο. Στις 18 Ιουνίου 1919 υπογράφτηκε η συνθήκη των Βερσαλιών, με τη συμμετοχή του Ελευθερίου Βενιζέλου, που επέβαλε επαχθείς όρους στη Γερμανία.
Η Ελλάδα, κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, είχε συνολικές απώλειες 27.000 ανδρών στα πεδία των μαχών (6.000 νεκρούς και αγνοούμενους και 21.000 τραυματίες). Η Ελλάδα βγήκε κερδισμένη εδαφικά από τον Μεγάλο Πόλεμο. Με την συνθήκη του Νεϊγί (27 Νοεμβρίου 1919) της αποδόθηκε η Δυτική Θράκη, ενώ με τη συνθήκη των Σεβρών (10 Αυγούστου 1920) της παραχωρήθηκαν η Ανατολική Θράκη (μέχρι τα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης), τα νησιά Ίμβρος και Τένεδος, καθώς και η δυνατότητα εξάσκησης κυριαρχικών δικαιωμάτων στην περιοχή της Σμύρνης. Στην Ιταλία δόθηκαν τα Δωδεκάνησα και το Καστελόρριζο, ενώ στη Μεγάλη Βρετανία αναγνωρίστηκε η προσάρτηση της Κύπρου.
 







Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2016

Τ. Κατσιμάρδος : Η ξεχασμένη μάχη των Αθηνών (18.11.1916)



Το γαλλικό θωρηκτό «Μιραμπό» βομβαρδίζει από το Φάληρο το κέντρο της Αθήνας. Ευτυχώς τα βλήματα περνούν ξυστά από την Ακρόπολη. Ενα απειλεί τα ανάκτορα (σημερινή Βουλή), ενώ άλλα χτυπούν τον Αρδηττό και τις αποθήκες πυρομαχικών στο Παγκράτι και στα Λιόσια.

18 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1916 ΠΟΛΥΝΕΚΡΕΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ
Η ξεχασμένη μάχη των Αθηνών
Γράφει ο Τ. Κατσιμάρδος
Πριν από έναν αιώνα η Ελλάδα βρίσκεται χωρισμένη στα δύο. Μια κυβέρνηση με τον Ελ. Βενιζέλο στη Θεσσαλονίκη κι άλλη στην Αθήνα του βασιλιά Κωνσταντίνου. Μεταξύ των δύο κρατών έχουν οριστεί σύνορα και αποστρατικοποιημένη ζώνη (Λιτόχωρο-Σέρβια-Γρεβενά)! Ακόμη και στρατιωτικές συγκρούσεις σημειώνονται για τον έλεγχο εδαφών, όπως στην Κατερίνη.
Η κυβέρνηση της Αθήνας, με πρόσχημα τη διατήρηση της «ουδετερότητας» στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, προσφέρει γη και ύδωρ στους Γερμανοβουλγάρους. Η Προσωρινή Κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης έχει κηρύξει τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις στο πλευρό των δυνάμεων της Αντάντ, ενώ δυνάμεις της μάχονται ήδη στο μακεδονικό μέτωπο.
Προδότης ο Ελ. Βενιζέλος και οι βενιζελικοί για το βασιλικό στρατόπεδο, επειδή η συνεργασία τους με τους Αγγλογάλλους καταλύει την κρατική κυριαρχία. Προδότης ο βασιλιάς Κωνσταντίνος και ο πολιτικός κόσμος της Παλαιάς Ελλάδας για τους βενιζελικούς, που παραδίδουν το οχυρό του Ρούπελ και την Ανατολική Μακεδονία στους Γερμανοβουλγάρους.
«Μπάτε, σύμμαχοι, αλέστε» ήταν η αμφίδρομη πρόσκληση προς τους εμπολέμους στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Στις συνθήκες αυτές, τέτοιες μέρες του 1916, κορυφώνεται ο εθνικός διχασμός, όπως ντροπαλά αποκαλείται στην επίσημη ιστορία ο εννιάμηνος εμφύλιος πόλεμος (Σεπτέμβριος 1916 - Ιούνιος 1917). Στις 18 Νοεμβρίου και για ένα εικοσιτετράωρο διαδραματίζεται η πιο παράδοξη ως τότε «μάχη των Αθηνών». Παρόμοια θα αντιμετωπίσει η πρωτεύουσα ξανά με τα Δεκεμβριανά του 1944.
Πρόκειται για την πρώτη μέρα των γεγονότων που έχουν περάσει στην ιστορία ως Νοεμβριανά. Αν ακολουθούνταν ως προς την ονοματολογία το νέο ημερολόγιο (η 18η Νοεμβρίου με το παλιό ημερολόγιο αντιστοιχεί στην 1η Δεκεμβρίου) θα χαρακτηρίζονταν «Δεκεμβριανά Νο 1» ή «Δεκεμβριανά της Δεξιάς».


Διαφορές και ομοιότητες
Η ομοιότητα μεταξύ του 1916 και του 1944, κάθε άλλο παρά εξαντλείται ημερολογιακά. Ο καθηγητής Γ. Θ. Μαυρογορδάτος, από τους πλέον έγκυρους μελετητές της περιόδου, επιχειρεί μια σειρά παραλληλισμούς. Παρά τις ριζικές διαφορές και τα επίδικα και στις δύο περιπτώσεις:
Η ξεχασμένη μάχη των Αθηνών : Σημειώνεται ξένη στρατιωτική επέμβαση (Αγγλογάλλοι στην πρώτη, Αγγλοι στην άλλη) και ένοπλη «λαϊκή» αντίσταση.
Βομβαρδίζεται η πρωτεύουσα : Οι συγκρούσεις γίνονται περίπου στα ίδια «στρατηγικά» σημεία της πόλης (Φιλοπάππου - Αρδηττός, περιοχή πλατείας Συντάγματος κ.α.).
«Ο παραλληλισμός, γράφει, είναι πλήρης αν τα Νοεμβριανά θεωρηθούν μόνο ως πρώτη πράξη ενός δράματος που ολοκληρώθηκε με την εγκατάσταση της κυβέρνησης Βενιζέλου στην Αθήνα τον Ιούνιο του 1917...». Την Παρασκευή 18 Νοεμβρίου έληγε το τελεσίγραφο που είχε επιδώσει ο Γάλλος ναύαρχος Φουρνέ. Ο επικεφαλής του στόλου της Αντάντ, που ναυλοχούσε στον Φαληρικό όρμο, ως μια ιδιότυπη κατοχική δύναμη, απαιτούσε την παράδοση δέκα ελληνικών πυροβολαρχιών και άλλου πολεμικού υλικού προκειμένου έτσι να διασφαλιστεί η «ουδετερότητα» της γερμανόφιλης κυβέρνησης του βασιλιά Κωνσταντίνου.
Ύστερα από παλινδρομήσεις η Αθήνα απορρίπτει την αξίωση, με κύρια επιχειρήματα ότι αυτό ήταν εθνικά ταπεινωτικό, δεν το δέχεται ο λαός, και ότι τα όπλα θα παραδοθούν στην κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης για να στραφούν τελικά εναντίον της.
Το κλίμα που επικρατεί στο βασιλικό στρατόπεδο δίνουν εύγλωττα οι τίτλοι των αντιβενιζελικών εφημερίδων στις 17-18 Νοεμβρίου: «Όχι στα όπλα», «Όλοι οι Ελληνες στους στρατώνες», «Παλλαϊκός ενθουσιασμός», «Λαϊκός συναγερμός», «100.000 εθελοντές εις όλην την Ελλάδα - 25.000 εις την Αττικήν», «Συναγερμός λαού υπό τα όπλα». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πλειονότητα του λαού, μέσα από μια στρεβλή αντιπροσώπευση, τασσόταν κατά της ξένης επέμβασης. Εμφανίζεται την ευρύτερη περίοδο οι εκπρόσωποι του γερμανικού ιμπεριαλισμού να καπηλεύονται αντιιμπεριαλιστικά εθνικά αισθήματα. Στην πρώτη γραμμή βρίσκονται οι «Επίστρατοι» (παρακρατικές βασιλικές δυνάμεις), που εξοπλίζονται είτε κατατασσόμενοι στον στρατό είτε ως παραστρατιωτικοί σχηματισμοί.
Την κατάσταση περιγράφει παραστατικά το βενιζελικό «Εθνος» στο τελευταίο φύλλο του πριν γίνει κι αυτό θύμα των Νοεμβριανών:

«Ηρπασαν τα φρούριά μας»


Πολεμικά του «συμμαχικού» στόλου στον Πειραιά τον Νοέμβριο του 1916. Από εκεί θα βαδίζουν προς την Αθήνα και αρκετοί από τους άνδρες τους ουδέποτε θα επιστρέψουν.

«Φαίνεται η Ελλάς ως αγνοούσα ότι η Βουλγαρία και η Γερμανία εισέβαλον εις το έδαφός της. Ότι παρά τας ρητάς εγγυήσεις των κατέλαβον την ανατολική Μακεδονίαν. Ότι ήρπασαν τα φρούριά μας. Ότι ήρπασαν απειρίαν όπλων και πυροβόλων. Ότι ηχμαλώτισαν ολόκληρον σώμα στρατού. Ότι τορπιλλίζουν τα ελληνικά σκάφη. Ότι ερημώνουν την Μακεδονίαν...
Διά να μην κάμωμεν πόλεμον κατά της Βουλγαρίας και της Γερμανίας προ ουδεμιάς θυσίας εδιστάσαμεν. Και ήδη προ ουδεμιάς θυσίας φαινόμεθα διστάζοντες, ίνα κάμωμεν πόλεμον κατά της Αντάντ... (Η κυβέρνηση του Σπ. Λάμπρου) θα ώφειλε να εννοήση ότι ο Ελληνισμός ευρίσκεται εις κρισιμωτάτην στιγμήν της επί χιλιετηρίδος ιστορίας του... Καίτοι δε τοιαύτην εξέλιξιν, τρομακτικήν διά το Κράτος και το έθνος λαμβάνουν τα πράγματα, θέλωμεν να ελπίζωμεν, ότι ο κολοσσιαίος κίνδυνος θα σταματήση τους κυβερνήτας έστω και εις το χείλος της αβύσσου...». (Φύλλο 17ης Νοεμβρίου) Αλλά οι ελπίδες διαψεύστηκαν σε λίγες ώρες.
ΠΑΝΩ ΑΠΟ 130 ΝΕΚΡΟΙ
Ξεπέρασαν τους 130 (30 κυβερνητικοί, 100 Γάλλοι και Αγγλοι) οι νεκροί της «μάχης των Αθηνών» στις κυρίως συγκρούσεις (έγιναν μεμονωμένα επεισόδια σε διάφορα σημεία της πρωτεύουσας). Σύμφωνα με τον υποβαθμισμένο επίσημο κατάλογο της Αθήνας, οι Ελληνες νεκροί ήταν 32 (28 στρατιώτες και 4 αξιωματικοί) και οι τραυματίες 59. Από τους «συμμάχους» αναφέρονται 45 νεκροί και 96 τραυματίες.
ΤΟ 24ΩΡΟ ΤΩΝ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΩΝ
Ανταλλαγή πυρών από το Ρουφ έως το Ζάππειο
Η «μάχη των Αθηνών» θα διαρκέσει συνολικά ένα εικοσιτετράωρο (ξημερώματα Παρασκευής - ξημερώματα Σαββάτου 18-19 Νοεμβρίου/1-2 Δεκεμβρίου). Αντιμέτωποι θα βρεθούν περίπου 3.000 Αγγλογάλλοι (συν λίγοι Ιταλοί) και σχεδόν δεκαπλάσιοι κυβερνητικοί (τακτικός στρατός και ομάδες «Επιστράτων»).

 Η πορεία των «συμμαχικών» στρατευμάτων από τον Πειραιά προς το κέντρο της Αθήνας και τα κυριότερα σημεία των συγκρούσεων.
Οι δυνάμεις της Αντάντ, ενώ τα πυροβόλα των πολεμικών πλοίων της στο Φάληρο είναι στραμμένα προς τον Πειραιά και την Αθήνα, ξεκινούν από το λιμάνι προς την πρωτεύουσα. Πορεύονται από τρεις κατευθύνσεις (Συγγρού, Πειραιώς και Π. Ράλλη) για να καταλάβουν προκαθορισμένα σημεία, προκειμένου έτσι να επιβληθούν οι όροι του τελεσιγράφου.
Ο Φουρνέ, όπως προκύπτει από τις πηγές, εκτιμά ότι δεν θα συναντήσει αντίσταση. Αργότερα θα κατηγορηθεί για επιπολαιότητα στους χειρισμούς του και θα αντικατασταθεί. Οι κυβερνητικοί έχουν αρχικώς αμφίσημες διαταγές, αλλά φέρονται αποφασισμένοι να σταματήσουν την «προέλαση». Βρίσκονται οχυρωμένοι σε κομβικές θέσεις, με το δάχτυλο στη σκανδάλη. Η ηγεσία τους, μάλλον, ελπίζει κι αυτή ότι η κρίση θα διευθετηθεί με διαπραγματεύσεις.
Τμήμα της δύναμης των «συμμάχων» (παραδόξως έτσι αποκαλούνται ακόμη και από τον αντιβενιζελικό Τύπο) προχώρησε για να καταλάβει τους στρατώνες στο Ρουφ. Από κει ξεκίνησε το πυρ στις 11 π.μ., σε συνθήκες λίγο θολές, όπως συμβαίνει σε παρόμοιες περιπτώσεις. Επεκτάθηκε αμέσως στους λόφους γύρω από την Ακρόπολη, στο Νεκροταφείο Αθηνών και αλλού, όπου ενεργούσαν άλλα τμήματα που βρέθηκαν αντιμέτωπα με κυβερνητικές δυνάμεις. Στο κτίριο του Ζαππείου είχε προλάβει ήδη να σπεύσει ο Φουρνέ με 300 άνδρες. Βρέθηκε εκεί πολιορκούμενος από παντού, ενώ ορεινό πυροβόλο από τον Αρδηττό έβαλε εναντίον του θραύοντας τη μαρμάρινη όψη του.

Διαπραγματεύσεις στα ανάκτορα


Το ιστορικό φύλλο του «Εθνους» της 17ης Νοεμβρίου

Επί τέσσερις ώρες ανταλλάσσονταν πυρά με θύματα και από τις δύο πλευρές. Μέχρι που διακόπηκε προσωρινά το πυρ, καθώς άρχιζαν διαπραγματεύσεις στα ανάκτορα. Επαναλήφθηκε όμως με μεγαλύτερη σφοδρότητα καθώς έδυε ο ήλιος. Από το Φάληρο άρχισαν να βάλλουν τα γαλλικά πολεμικά (επισήμως έριξαν 30 οβίδες μεταξύ 6 και 7 μ.μ.) εναντίον στόχων στους χώρους των συγκρούσεων και ειδικά όπου βρίσκονταν ελληνικά πυροβόλα και αποθήκες πυρομαχικών (Λιόσια, Παγκράτι). Μεταξύ των άλλων απειλήθηκαν και τα ίδια τα ανάκτορα (βλήμα έσκασε στον ανακτορικό κήπο) ενώ βασιλιάς και πρεσβευτές προσέρχονταν στο εσωτερικό τους.
Τελικά ο Κωνσταντίνος υποσχέθηκε στους πρεσβευτές Γαλλίας, Αγγλίας, Ρωσίας να παραδώσει 10 πυροβολαρχίες αν αποχωρούσαν τα «συμμαχικά» στρατεύματα. Οπως κι έγινε καθώς ξημέρωνε το Σάββατο. Η κυβέρνηση Λάμπρου στις 3.30 το πρωί ανακοίνωνε τη συμφωνία.
Οι Αγγλογάλλοι αναχώρησαν μέσα στο σκοτάδι από Αθήνα προς Πειραιά, συνοδεία ελληνικού ιππικού. Στη γαλλική ιστοριογραφία τα γεγονότα θα αναφέρονται ως Αθηναϊκός ή Ελληνικός Εσπερινός (παραπέμποντας ανεπιτυχώς στον Σικελικό Εσπερινό του 1282). Για τους βασιλικούς της εποχής ήταν μια «μέρα πραγματικής ανεξαρτησίας και απελευθερώσεως». Τα κυρίως, όμως, Νοεμβριανά, με τις απηνείς διώξεις των αντιβασιλικών, άρχιζαν όταν τελείωνε η «μάχη των Αθηνών», όπως θα δούμε την άλλη Κυριακή.
Ερημη πόλη
«Τα καταστήματα εκλείσθησαν, οι οδοί ηρημώθησαν... Ο Βενιζελικός κόσμος (όσος εξακολουθούσε να παραμένει στην Αθήνα) ευρίσκετο υπό το κράτος τρόμου ...
Κάτι μεταξύ κυνηγών και Μπόερς πολεμιστών ωμοίαζον οι εθελοντές οίτινες μη δυνηθέντες ή προλαβόντες να φορέσουν στολήν, εγύριζαν περίπολοι με ρεπούμπλικαν, μάνλιχερ (αυστριακό τουφέκι), ξιφολόγχην και φυσεκλίκια. Πολλοί απ' αυτούς περιφέρονταν με μόνιππα, κατεσκόπευον τα υπερώα, ιδίως των υπόπτων ξενοδοχείων και μπαμ! Εστελλον τα σφαίρας εις τους ελοχεύοντας προδότας...».
Ανά τας ερήμους οδούς ηπλούτο σκότος και σιγή νεκροταφείου, την οποίαν διέκοπτον τα βήματα των περιπόλων...». (Από το χρονικό για τα Νοεμβριανά του δημοσιογράφου Χρ. Χουρμούζιου).
Από τη διακοίνωση της Αντάντ στην έκπτωση του βασιλιά
11 Νοεμβρίου Το κράτος της Θεσσαλονίκης κηρύσσει τον πόλεμο κατά Γερμανίας και Βουλγαρίας. Διακοίνωση της Αντάντ για παράδοση όπλων και πολεμοφοδίων προς την κυβέρνηση των Αθηνών.
13 Νοεμβρίου Σημαδεύονται με κόκκινη μπογιά οικήματα βενιζελικών στο κέντρο της Αθήνας.
16 Νοεμβρίου Εξοπλισμός των Επιστράτων (κρατικές βασιλικές συμμορίες με «εμπνευστή» τον Ι. Μεταξά).
17 Νοεμβρίου Αρχίζουν τα κυρίως Νοεμβριανά, καθώς εκπνέει το τελεσίγραφο της Αντάντ. Προετοιμάζεται πογκρόμ των «ξενοκίνητων αντιβενιζελικών». Διαδηλώσεις με επιθέσεις κατά περιπόλων της Αντάντ, αλλά και βενιζελικών εφημερίδων, ανάμεσα στις οποίες το «Εθνος». Αποβίβαση στον Πειραιά γαλλικών-αγγλικών και ιταλικών αγημάτων.
18 Νοεμβρίου Η εικοσιτετράωρη «μάχη των Αθηνών».
19 Νοεμβρίου και επόμενες μέρες Οι δρόμοι της Αθήνας και άλλων πόλεων της «Παλαιάς Ελλάδος» στο έλεος των ένοπλων Επιστράτων. Μαζικές φυλακίσεις «μελλοθανάτων» και διώξεις για «βενιζελική συνωμοσία» εναντίον του έθνους.
24 Νοεμβρίου Γενικός αποκλεισμός της Ελλάδας από την Αντάντ.
25 Νοεμβρίου Η Προσωρινή Κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης κηρύσσει έκπτωτο τον βασιλιά Κωνσταντίνο.
Τον Νοέμβριο του 1916, κορυφώνεται ο εθνικός διχασμός, όπως ντροπαλά αποκαλείται στην επίσημη ιστορία ο εννιάμηνος εμφύλιος πόλεμος (Σεπτέμβριος 1916 - Ιούνιος 1917)

http://www.ethnos.gr/koinonia/arthro/h_ksexasmeni_maxi_ton_athinon-64709079/