Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026

ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

 


ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

 

Γράφει ο Παύλος Παπαδημητρόπουλος,


ΤΡΕΙΣ ΦΟΡΕΣ

Τρεις φορές η Ελλάδα προσέτρεξε στην Κύπρο:

Η πρώτη βοήθεια ήρθε το 450 π.Χ. από τον Στρατηγό Κίμωνα (γιος του ήρωα του Μαραθώνα, Μιλτιάδη).

Την δεύτερη φορά, όταν ο Μέγας στρατηλάτης Αλέξανδρος, το 333 π.Χ. απάλλαξε την Κύπρο από την περσική κυριαρχία..

Την τρίτη φορά όταν Έλληνες κομάντος τον Ιούλιο του 1974 πέταξαν στην Κύπρο σε μια αποστολή αυτοκτονίας.

ΣΑΝ ΝΑ ΗΤΑΝ ΧΘΕΣ

Ιούλιος 2025- Ήταν ένα από εκείνα τα καλοκαιρινά απογεύματα που στο Αλεποχώρι μοιάζει να κυλάει πιο αργά ο χρόνος. Ο ήλιος βυθιζόταν αργά πίσω από τα βουνά, βάφοντας τον ουρανό και την θάλασσα μπροστά μας με αποχρώσεις πορτοκαλί και χρυσού. Με τον Γιώργο, καθισμένοι στην υπέροχη βεράντα του, σιωπηλοί , ακούγαμε μόνο τη θάλασσα να μας μουρμουρίζει.

Βαθιά μέσα στον Κορινθιακό κόλπο αχνοφαίνονταν οι βράχινοι σχηματισμοί των Αλκυονίδων νήσων και τα ρουμελιώτικα βουνά να φράζουν σαν απροσπέλαστο τείχος τον ορίζοντα. Ένα αεροπλάνο πετούσε ανατολικά. Κοιτώντας το, με πλημμύρισαν αναμνήσεις.

-«Θυμάσαι τον Ιούλιο του 1974 ;», τον ρώτησα, «Πριν από 52 χρόνια; Εκείνο το βράδυ της 21ης Ιουλίου βγαίνοντας από το κέντρο επιχειρήσεων της 115 ΠΜ για λίγο φρέσκο αέρα, είδα τα λεωφορεία με τους καταδρομείς να φθάνουν. Συγκλονίστηκα ακούγοντας τους να φωνάζουν με δύναμη, πάθος και θέρμη, ρυθμικά: «Πάμε για την νίκη, πάμε για την νίκη…». Παρακολούθησα -πολύ συγκινημένος την -πολύ δύσκολη- απογείωση των Noratlas”

 

 

«ΜΠΕΣ ΟΠΟΥ ΝΑ΄ΝΑΙ»

Ο Γιώργος δεν απάντησε. Δεν ήξερα αν με άκουσε . Τα μάτια του είχαν σκοτεινιάσει, σαν να βυθίστηκε ξαφνικά σε έναν ωκεανό αναμνήσεων. Ένοιωσα ότι δεν ήταν δίπλα μου. Ήταν αλλού. Ποτέ δεν μου είχε μιλήσει για εκείνες τις ημέρες, για την συμμετοχή του, για το πέρασμα μέσα από τον θάνατο. Εκείνη την στιγμή μου άνοιξε την καρδιά του. Μου μίλησε για την αποστολή των κομάντος , για την «Επιχείρηση ΝΙΚΗ», για τις κραυγές και τις σιωπές, για το αεροδρόμιο της Λευκωσίας που δεν έπεσε. Μου έδωσε μια αποκλειστική συνέντευξη για τα «Τα Δικά μας Φτερά», που δεν ήταν απλώς μαρτυρία – ήταν κατάθεση ψυχής.

«20 Ιουλίου 1974. Ημέρα που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Η επιστράτευση είχε ήδη ξεκινήσει. Ήμουν στην Α΄ Μοίρα Καταδρομών, υπεύθυνη για την άμυνα των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου. Το πρωί της Κυριακής, μάθαμε ότι επιτάσσονται λεωφορεία των ΚΤΕΛ. Το μεσημέρι υπήρχε μεγάλη υπερένταση . Μας είπαν μόνο:

“Φεύγουμε.”»

Ο υπολοχαγός Πλάτων Αριστοτέλης με στέλνει στο 2ο γραφείο. Ο ταγματάρχης Βασίλης Μανουράς μου δίνει εντολή να πάρω ένα ΡΕΟ και να πάω στη Σούδα να παραλάβω τη νέα σειρά από το Μεγάλο Πεύκο. Τρεις ώρες μετά, επιστρέφουμε. Το στρατόπεδο βουίζει: “Πάμε Κύπρο.”

Φθάσαμε στην 115 Πτέρυγα Μάχης. Λόγω της αποστολής μου είχα καθυστερήσει. Δεν βρίσκω τον λόχο μου. Ένας αξιωματικός μου λέει: «Μπες όπου να ’ναι.» Μπαίνω στο πρώτο διαθέσιμο Noratlas ( στο «ΝΙΚΗ 6»)

Μπήκα τελευταίος. Ζήτησα από τους υπόλοιπους να μετακινηθούν κατά μία θέση. Εκείνη η μικρή αλλαγή… άλλαξε τη μοίρα όλων μας».

Ο Γιώργος σταματά για λίγο. Ύστερα συνεχίζει:

«Η πτήση χαμηλή, σχεδόν ξυστά πάνω από τη θάλασσα. Ξαφνικά, το αεροπλάνο χτυπιέται. Διαμπερείς τρύπες ανοίγουν στο σκάφος. Σταθήκαμε όρθιοι μέσα στο απόλυτο σκοτάδι ώστε να ελαχιστοποιηθεί ο όγκος και να μειωθούν οι πιθανότητες να χτυπηθούμε. Οι σφαίρες έμπαιναν από κάτω και διαπερνούσαν την άτρακτο.

Ήμασταν φορτωμένοι με χειροβομβίδες και εκρηκτικά και υπήρχε κίνδυνος να τιναχθούμε όλοι στον αέρα. Ξαφνικά ο διπλανός μου, ο Σπύρος Νόμπελης, μου λέει: «Σειρά, πονάω. Χτυπήθηκα.» Του απαντώ: «Κουράγιο. Φθάνουμε.»

Λίγα λεπτά αργότερα, ο Σπύρος θα αφήσει την τελευταία του πνοή. Ένας από τους δύο νεκρούς του «ΝΙΚΗ 6». Δύο από εκείνους που έπεσαν υπέρ πατρίδος, χωρίς δισταγμό, χωρίς δεύτερη σκέψη. Το όνομά τους, όπως και των άλλων, γράφτηκε με αίμα στο βιβλίο της Ιστορίας. Στο βιβλίο των ηρώων του Έθνους.

 

 

«Προσγειωθήκαμε, πηδήξαμε έξω από το Noratlas που καιγόταν και καλυφθήκαμε όπου βρήκαμε. Πιστεύαμε ότι το αεροδρόμιο ήταν κατειλημμένο από τους Τούρκους, λόγω των πυρών που είχαμε δεχθεί. Το πρωί βγήκαμε από το αεροδρόμιο για να ανασυνταχθούμε.

Πιάσαμε τον δρόμο δεξιά, όπως ήταν σύνηθες, αλλά δεν σκεφθήκαμε στην πίεση που είχαμε ότι στην Κύπρο οδηγούν ανάποδα και το ασθενοφόρο με τους τραυματίες έπεσε επάνω μας με αποτέλεσμα ένας καταδρομέας να σπάσει και τα δυο του πόδια. Πήγαμε και καταλύσαμε στον κήπο της αρχιεπισκοπής όλη την ημέρα κάτω σε ένα λεμονόκηπο. Το απόγεμα στις 17:00 φθάσαμε σε ένα χώρο με λαμαρινένια καταλύματα σε προάστειο της Λευκωσίας. Μπήκαμε στα ΤΟΛ που ήταν διάτρητα από ριπές. Το δάπεδο, οι τοίχοι, τα στρώματα ήταν ματωμένα από τις σφοδρές εμφύλιες μάχες που ακολούθησαν το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974. (σημείωση: Εκεί διέμενε το «Εφεδρικό Σώμα», η προσωπική φρουρά του Μακαρίου. Οι αδικοχαμένοι νεκροί ανήλθαν σε 82 (οι 5 από την Ελλάδα). Ασχοληθήκαμε με οργανώσεις άμυνας (ορύγματα, φυλάκια, περιπόλους και πολυβολεία) για να εποπτεύουμε όχι μόνο το στρατόπεδό μας αλλά και την ευρύτερη περιοχή.

Νωρίς το πρωί της 23ης Ιουλίου επιστρέψαμε στο αεροδρόμιο για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων. Δώσαμε σκληρή μάχη και δεν επιτρέψαμε στον εχθρό να πετύχει τον στόχο του.

Στις 11 Αυγούστου μετακινηθήκαμε στο στρατόπεδο Σταυροβουνίου. Σταδιακά σταμάτησαν οι εχθροπραξίες, δημιουργήθηκε η νεκρή ζώνη που ισχύει μέχρι και σήμερα. Άρχισε η απόσυρση βάσει απολυτηρίου και νέα επάνδρωση. Η 35 ΜΚ είναι ακόμη εκεί».

 

ΨΗΛΑ ΤΑ ΠΡΑΣΙΝΑ ΜΠΕΡΕ

 

 

«Η Α΄ ΜΚ και οι καταδρομείς της Γ΄ΜΑΚ (συνολικά 344 άνδρες) θα ήταν τελικά η μόνη παρουσία της Ελλάδας στην Κύπρο. Είχαν συμμετοχή στις σφοδρές- νικηφόρες μάχες του αεροδρομίου της Λευκωσίας την 23 Ιουλίου και στο ύψωμα 190 ή «Κολοκασίδη» στις 16/17 Αυγούστου, με αποτέλεσμα την αποτροπή των σχεδίων της Τουρκίας για κατάληψη του στρατηγικού στόχου του αεροδρομίου, και την αποκοπή/απομόνωση της Λευκωσίας. Η παρουσία των Ελλήνων λοκατζήδων, αναπτέρωσε στο πιο κρίσιμο σημείο το ηθικό των Κυπρίων πολεμιστών, που μάχονταν για τρεις ημέρες, με μηδαμινό οπλισμό, ένα πάνοπλο «Αττίλα 2»».

Στο Αλεποχώρι, εκείνο το καλοκαίρι του 2025, η θάλασσα ήταν βουβή, σαν να άκουγε κι αυτή τα λόγια του Γιώργου. Κάθε λέξη του ήταν μια σφαίρα στη λήθη. Κάθε ανάμνηση, μια προσευχή για τους πεσόντες. Για αυτούς που δεν γύρισαν. Για τους άνδρες του «ΝΙΚΗ 4», που θυσιάστηκαν πριν καν πατήσουν στη γη. Για όλους εκείνους που κράτησαν το μετερίζι τους, την τιμή, την Ιστορία. Ποτέ, κανείς δεν αναφέρθηκε σε κάποια ξεχωριστή προσφορά του προς την Πατρίδα, ούτε επιδίωξε κάποια διαφορετική τιμή ή διάκριση, από αυτή των άλλων συμπολεμιστών του. Γνωρίζουν βαθιά μέσα τους, πολύ καλά, ότι δεν ενεργούσαν μεμονωμένα, αλλά σαν ένας Καταδρομέας σε μία συντεταγμένη Μοίρα Καταδρομών

Οι καταδρομείς (όλοι έφεδροι) μετά την τραγική άφιξη τους στην Κύπρο έχοντας υποστεί τεράστιες απώλειες, δεν έχασαν καθόλου το ηθικό τους και την μαχητική τους ικανότητα.

Χωρίς να χάσουν ούτε ένα μικρό μέρος της ορμητικότητας τους ενεπλάκησαν σε μάχη με υπέρτερες και επίλεκτες τουρκικές δυνάμεις στο αεροδρόμιο της Λευκωσίας και τις κατανικούν, προκαλώντας τους βαρύτατες απώλειες.

Οι Μοίρες Καταδρομών δεν ήταν απλώς στρατιωτικές μονάδες. Ήταν η ψυχή της Ελλάδας, σε μια στιγμή που όλα έμοιαζαν χαμένα. Και η μνήμη των ηρώων που χάθηκαν, όπως η φλόγα του ήλιου που χάνεται πίσω από το πέλαγος, δεν θα σβήσει ποτέ.

Ξημερώματα της 20ης Ιουλίου. Ήταν νύχτα ακόμα, όταν έφθασα σε ένα από τα πολυβολεία που ήταν περιμετρικά του αεροδρομίου. Διέκρινα ένα αεροσκάφος της ΟΑ. Πρόσεξα ότι ήταν σε περίεργη θέση «υπό γωνία» στον άξονα του διαδρόμου. Δεν ήξερα τι είχε συμβεί. Ξαφνικά, από το πουθενά, παρουσιάστηκε μπροστά μου ένας βαθμοφόρος καταδρομέας με στολή παραλλαγής. Με χαιρέτησε πρώτος στρατιωτικά, συστηθήκαμε και στην συνέχεια είδα έκπληκτος τους θάμνους να «ζωντανεύουν». Περικυκλωθήκαμε από καταδρομείς. Εντυπωσιάστηκα! Ούτε που τους είχα αντιληφθεί ή ακούσει! Οι πυροβολητές του φυλακίου φίλεψαν τους φίλους μας με ότι υπήρχε στο φυλάκιο από το συσσίτιο, γλυκά, φρούτα, νερό και τσιγάρα.

Σχέδιο «ΟΛΥΜΠΙΑ» (επιστράτευση προσωπικού της ΟΑ και επίταξη αεροσκαφών BOEING 707 και ελικοπτέρων).

 


ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ «ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ 1»

Μεταφορά το βράδυ της 20ης Ιουλίου, της Β’ ΜΚ από την Θεσσαλονίκη στην Λευκωσία, μέσω «Δαίδαλου» (κωδικός της Σούδας) για ανεφοδιασμό, με τέσσερα BOEING 707 της ΟΑ, με στόχο να προσβάλλει το προγεφύρωμα των Τούρκων στο Πεντεμίλι / Κυρήνεια. Η αποστολή ματαιώθηκε όταν λίγο πριν από την απογείωση, το Β707 (SX–DBA) λόγω του πολύ μεγάλου βάρους (μετέφερε και τον βαρύ οπλισμό των καταδρομέων), της υπάρχουσας κατηφόρας στον τροχόδρομο, μιας βλάβης που παρουσιάστηκε (διαρροή της metering valve του συστήματος φρένων) κύλησε στα χαλίκια και χτύπησε στους ανασχετήρες (barriers) με αποτέλεσμα να εκραγούν δύο ελαστικά του και να βγει εκτός πτητικής ικανότητας. Η ουρά του βρισκόταν στον διάδρομο απογείωσης, εμποδίζοντας τα υπόλοιπα αεροπλάνα. Η αποστολή ακυρώθηκε λόγω παρέλευσης της ώρας. Τρία α/φη με τους καταδρομείς επέστρεψαν στην Θεσσαλονίκη. Το τέταρτο α/φ μετά την επισκευή απογειώθηκε για το Ελληνικό.

1. «Αλέξανδρος 1» / SX–DBO (Λίνδος): C1 Μυσσίρης Ιωάννης, C2 Αθανάσιος Φούντας, Ι/M Μεταξάς Διονύσιος.

2. «Αλέξανδρος 2» / SX–DBF (Μυκήναι): C1 Γεώργιος Τζουτζουράκης , C2 Ευθύμιος Αποστολόπουλος , Ι/M Ηλίας Καραστατήρης.

3. «Αλέξανδρος 3» / SX–DBA (Αθήναι): C1 Βασίλειος Ρουσσίδης, C2 Αντώνιος Γιαλούρης , Ι/M Σπυρίδων Κορακιανίτης , Μ/E Πρόδρομος Παπαϊωάννου.

4. «Αλέξανδρος 4» / SX–DBE (Πέλλα): C1 Νικόλαος Ανδριανάκης, C2 Λουκάς Γραμματικός, Ι/M Νικόλαος Καϊμάκης, Μ/E Νικόλαος Χρυσικόπουλος.

 


ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ «ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ 2»

Στις 21 Ιουλίου, στο Β707 που είχε προσγειωθεί στο Ελληνικό, έγινε αλλαγή πληρώματος με : C1 Ιωάννης Καλεντέρης, C2 Δημήτρης Δουκάκης, Ι/Μ Δημήτριος Καλιπόζης. Για αντικατάσταση των πληρωμάτων που ήταν στην Θεσσαλονίκη, αποφασίσθηκε η αποστολή ενός YS-11 με τους : C1 Σπύρος Κατσιλέρος ( λόγω αρχαιότητος ορίσθηκε αρχηγός σχηματισμού) C2 Γιώργος Κοντέας, C1 Σπύρος Χωραφάς, C2 Γιώργος Αλεβιζάκης, C1 Μιλτιάδης ΄Ητουνας, C2 Διονύσιος Ρομποτής-Μαυροκέφαλος, Ι/Μ Χρήστος Οικονόμου, Ιωάννης Καλεντέρης, Δημήτριος Δουκάκης

Η δεύτερη αποστολή για την Κύπρο, ματαιώθηκε το βράδυ της ίδιας ημέρας ενώ τα αεροσκάφη ήταν έτοιμα για απογείωση, λόγω θέσης εκτός ενέργειας του μεγαλύτερου σε μήκος διαδρόμου προσγείωσης του αεροδρομίου Λευκωσίας, από βομβαρδισμό της Τουρκικής Αεροπορίας.

 

 

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ «ΣΜΥΡΝΗ»

Αμέσως με την έναρξη της εισβολής των Τούρκων στην Κύπρο, στην ΟΑ σήμανε συναγερμός. Ματαιώνονται οι πτήσεις ΟΑ-259 (Λονδίνο) & ΟΑ-201 (Παρίσι) και δύο Β707 (SX-DBA & SX-DBC) απογειώνονται στις 13:50 για την Σμύρνη με αποστολή την παραλαβή των ανδρών του Διπλωματικού Σώματος και των αξιωματικών του εκεί κλιμακίου του ΝΑΤΟ με τις οικογένειες τους. Πληρώματα: Στο SX-DBA, Κ1/Γρηγόριος Ζορμπάς Κ2/Μ. Καβάσιλας, Ι/Μ Θύμιος Καρδάσης και στο SX-DBC, Κ1/Πούλιος Ζαφειρόπουλος Κ2/Μίλτος Χατζηγιαννάκης, Ι/Μ Γιώργος Φιλιππίδης. Το απόγευμα τα δυο α/φη επέστρεψαν στο Ελληνικό με 275 επιβάτες.

 

 

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ: «ΑΝΥΠΑΡΚΤΗ ΠΤΗΣΗ»

Τέλη Ιουλίου 1974: Το Αεροσκάφος NAMC YS-11-220 «Νήσος Σαμοθράκη» (SX-BBI) φορτώνεται ασφυκτικά με μυστικότητα στην περιοχή «χαμομήλια» του Α/Σ Ελληνικού, με υγειονομικό υλικό και με τους έμπειρους –βετεράνους κυβερνήτες (K1/Παναγιώτης Κυρτάτος, K/2 Παύλος Ιωαννίδης) και Ι/Σ την Σταυρούλα Αγτζιόγλου- Στεφάνου, θα πετάξουν «αγγίζοντας την θάλασσα» σε απόρρητη πτήση για την Κύπρο. Προσγειώθηκαν στο στρωμένο με σιδηρόπλεγμα (P.S.P.), αεροδρόμιο της Λακατάμιας, διατρέχοντας θανάσιμο κίνδυνο να χτυπηθούν από ελεύθερους σκοπευτές. Εκεί το α/φ ξεφορτώθηκε ταχύτατα από το δακρυσμένο προσωπικό του αεροδρομίου της Λευκωσίας. Τον πρώτο τους καφέ οι κυβερνήτες τον απόλαυσαν μόλις μπήκαν στον εναέριο χώρο της Ελλάδας. (Η Ι/Σ νομίζουμε ότι ήταν η μοναδική γυναίκα από την Ελλάδα, που συνέδραμε στα τραγικά γεγονότα).Ο αριθμός της πτήσης : 000 (όπως λέμε: It never happened)


 

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ «ΝΙΚΗ»

Την επόμενη μέρα της εισβολής της Τουρκίας στη Κύπρο, με την ανοχή των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας, η Ελλάδα με τον χουντικό στρατιωτικό βερμπαλισμό που είχε ανοίξει το «κουτί της Πανδώρας», σε συντριβή, ενεργεί σπασμωδικά για να «βοηθήσει» την Κύπρο, που ήταν βαθιά πολιτικά διχασμένη, βαρύτατα τραυματισμένη από το εμφύλιο πραξικόπημα, αδύναμη να αντιμετωπίσει μόνη της ένα πόλεμο σε εξέλιξη στο έδαφος της. Αρχικά σχεδιάστηκε να σταλεί μία Μοίρα Καταδρομών με επιταγμένα αεροσκάφη της Ολυμπιακής Αεροπορίας. Η σκέψη δεν έγινε πράξη και μέσα σε συνθήκες πανικού, ο τραγικός κλήρος της θυσίας έπεσε στη Α’ Μοίρα Καταδρομών που έδρευε στο Μάλεμε της Κρήτης και της Γ’ Μοίρας Αμφίβιων καταδρομών (περίπου 40 άνδρες). Πέταξαν στην Κύπρο με 15 Nord N2501D Noratlas ( κατασκευής της δεκαετίας του 1940- είχαν δοθεί στην Ελλάδα από την Γερμανία το 1968 στα πλαίσια των πολεμικών αποζημιώσεων-) σε μια μοναδική ασυνόδευτη αεροαποβατική επιχείρηση –«κατακόρυφη υπερκέραση» στην στρατιωτική ορολογία- που αποτέλεσε «θέμα ειδικής μελέτης» για στρατιωτικά επιτελεία άλλων χωρών. Λέχθηκε ότι υπήρξε προπομπός της επιχείρησης στο Εντέμπε των Ισραηλινών δύο χρόνια μετά. Μια αποστολή θανάτου που η Ελληνική πολιτεία για δεκαετίες, υποκρινόταν ότι δεν έγινε ποτέ και οι τραυματίες πήραν μια σύνταξη για ένα πόλεμο που ήταν αγέννητοι (1940-1949) !!

 

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Σήμερα ζούμε σε μια εποχή στην οποία καταβάλλεται ενεργή προσπάθεια για παραχάραξη της Ιστορίας – είτε για να κολακεύσει, είτε να εξαπατήσει, είτε για να εξυπηρετήσει επιμέρους σκοπιμότητες. Καμία ωφέλεια δεν μπορεί να προκύψει από τέτοιες στρεβλώσεις, ακόμη κι όταν αυτές απορρέουν από ανιδιοτελή κίνητρα. Η Ιστορία είναι η συλλογική μνήμη και αν αντιληφθούμε το κοινωνικό σώμα κατ’ αναλογία προς το ανθρώπινο σώμα, τότε η απουσία της ισοδυναμεί με αμνησία, ενώ η παραμορφωμένη Ιστορία συνιστά νεύρωση. Στην χώρα μας η επέτειος του Ιουλίου 1974 σημαίνει την κατάρρευση της Χούντας- αποσιωπώντας το γεγονός ότι η δημοκρατία μας θεμελιώθηκε στις στάχτες της Κύπρου.

Tα δικά μας φτερά - Τεύχος 219 | Ιανουάριος - Φεβρουάριος 2026 |

Κυριακή 3 Αυγούστου 2025

Αφιέρωμα στα Θερινά σινεμά

 


Αφιέρωμα στα Θερινά σινεμά

Ένα πανί κάτω απ’ τα άστρα

Δεν ξέρω ποιος σκέφτηκε πρώτος να κρεμάσει ένα πανί στον τοίχο της αυλής και να ρίξει πάνω του φως. Ίσως κάποιος ποιητής που δεν ήξερε ότι είναι ποιητής. Ίσως κάποιος που, απλώς, ήθελε να ξεφύγει από τη ζέστη του δωματίου και τα βάσανα της καθημερινότητας. Έτσι γεννήθηκε ο θερινός κινηματογράφος — όχι σαν επιχείρηση, μα σαν ανάγκη να μοιραστούμε όνειρα.

Θυμάμαι εκεί στην παλιά μου γειτονιά, στην Αντωνίου Καμπάνη κοντά  στην Αγίου Μελετίου, το αγαπημένο μου «ΚΑΠΙΤΟΛ»  με την απλωμένη γιασεμιά να ακουμπάει στο πλάι της οθόνης, σαν να ήθελε κι αυτή να δει την ταινία. Τις καρέκλες να τρίζουν με κάθε μετατόπιση, και το παγωτό ξυλάκι να λιώνει πριν τελειώσουν οι τίτλοι αρχής. Θυμάμαι το φως του προβολέα που έσκιζε τη νύχτα σαν πυροτέχνημα αργό και σταθερό. Κι εμείς, μαθητούδια, με τον Αργύρη, τον Ντίνο, τον Βασίλη, και τις κρυφές αγαπημένες μας την Κική, την Ελισάβετ, την Λίλιαν, την Ελένη, καθισμένοι στο ημίφως, θεατές και ήρωες μαζί, γελούσαμε, αγωνιούσαμε και ερωτευόμασταν..

Δεν ήταν ποτέ μόνο το φιλμ. Ήταν και ο γεράκος που έφερνε μαζί του το ραδιόφωνο — μην τυχόν και χάσει το σκορ. Ήταν και το παιδάκι που ρωτούσε "πού πήγε ο κακός;" με κάθε αλλαγή σκηνής. Ήταν τα φιλιά που δίνονταν στο σκοτάδι και τα όνειρα που πλάθονταν σε πρώτο πλάνο.

Και πάντα, κάπου εκεί, μια γάτα περνούσε μπροστά από την οθόνη, μαυρίζοντας για λίγο τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ ή τον Αυλωνίτη και την Καρέζη.

Τώρα, τόσα χρόνια μετά, περπατάω καμιά φορά μπροστά από εκεί αναζητώντας το εξαφανισμένο σινεμά. Το πανί δεν υπάρχει πια. Ούτε η γιασεμιά. Μα αν γείρεις λίγο το κεφάλι, αν σταθείς ακίνητος, μπορεί να ακούσεις ένα απόσπασμα διαλόγου, ένα τραγούδι από τα παλιά και το τρίξιμο μιας καρέκλας που δεν υπάρχει.

Βλέπετε ο θερινός κινηματογράφος δεν ήταν ποτέ κτήριο. Ήταν κατάσταση ψυχής. Ήταν ο τρόπος που μαθαίναμε να βλέπουμε τον κόσμο φωτισμένο — έστω και για λίγη ώρα — με τα χρώματα της ταινίας.

ΚΑΓ

 

 Ο Παύλος Τζήμας θυμάται τα θερινά σινεμά των ‘80ς

Η μαγεία του σινεμά κάτω απ’  τα άστρα

 

Είναι κάτι νύχτες με φεγγάρι

μες στα θερινά τα σινεμά.

Νύχτες που περνούν,

που δεν θα ξαναρθούν,

μ' αγιόκλημα και γιασεμιά...

 

Το φως των παιδικών μου χρόνων ήταν αυτό το μαγικό, κοκκινωπό χρώμα μιας «αμερικάνικης νύχτας». Σε μια γωνία του τοίχου, στο παιδικό μου δωμάτιο, παιζόταν αυτό το παιχνίδι του φωτός, καθρέφτισμα μιας κινηματογραφικής προβολής, και στ' αυτιά μου, αντί νανούρισμα, η φωνή του Κάρυ Γκραντ, το πιστολίδι στο Γκαν Χιλλ, το νιαούρισμα της Ντόρις Νταίη, με μάτια γοητευμένα από τον μακαρίτη τον Ροκ Χάτσον, η μουσική του ερωτικού χάππυ-εντ, όταν ο Γκάρυ Κούπερ κέρδιζε για πάντα την αγάπη της Μαρίας Σελλ.

Μέναμε στον δεύτερο όροφο μιας πολυκατοικίας στην οδό Κυψέλης, δίπλα στο τότε θερινό σινεμά Ριάλτο. Από το μπαλκόνι του δωματίου μου μπορούσα να διακρίνω το μεγαλύτερο μέρος της οθόνης, όχι όμως τους υπότιτλους. Για να δω ολόκληρη την οθόνη έπρεπε να σκαρφαλώσω στην ταράτσα. Κι αυτό ήταν το πρόβλημα: η μητέρα μου μου απαγόρευε να περνώ όλα μου τα βράδια μαγνητισμένος από την οθόνη του Ριάλτο, και μου το απαγόρευε με ιδιαίτερη αυστηρότητα όταν το έργο ήταν ακατάλληλο.  Έπρεπε λοιπόν να βάζω σε κίνηση έναν πολύπλοκο μηχανισμό από κόλπα για να ξεφύγω προς την ταράτσα, έστω και για μισή ώρα, μέχρι να πάρουν είδηση την απουσία μου και να έρθουν να με βρουν ζαρωμένο σε μια γωνία, κολλημένο στα κάγκελα, να τρέμω από τον φόβο που μου προκαλούσε η σκιά του Γκρέγκορυ Πεκ κυνηγημένου στην ομίχλη του λιμανιού της Νέας Υόρκης, ή μαγεμένος από το βάδισμα αυτών των κατάξανθων κοριτσιών που περνούσαν ανάλαφρες από την οθόνη. Τις περισσότερες φορές έπρεπε να περιοριστώ στην μισή οθόνη που έβλεπα από το μπαλκόνι, ξαπλωμένος μπρούμυτα στο μωσαϊκό, για να έχω μεγαλύτερη θέα.

 


Πόσα χρόνια λειτούργησε το Ριάλτο ως θερινό σινεμά; Πόσα χρόνια διάρκεσε αυτό το κρυφτούλι κάθε βράδυ, η αγωνία της ταράτσας, η αποσπασματική μαγεία μιας ταινίας που δεν είχα δει παρά μόνο τη μισή - και χωρίς υπότιτλους - και ανασυγκροτούσα την υπόλοιπη στη φαντασία μου; Αδύνατον να θυμηθώ. Μπορεί να μην ήταν πάνω από τρία χρόνια. Μα αυτές οι άπειρες ταινίες που μισοείδα, οι άλλες που κατόρθωσα να απολαύσω ολόκληρες -μερικές φορές με την πολυτέλεια μιας πάνινης πολυθρόνας στην ταράτσα - τα πρόσωπα των αστραφτερών εκείνων γυναικών, ο τρόμος του μισοσκόταδου, το μυστήριο των αισθηματικών σκηνών, όλα αυτά συγκροτούν την πιο έντονη, την πιο ζωηρή ανάμνηση των παιδικών μου χρόνων. Και τα χρόνια εκείνα μου άφησαν κάμποσα κουσούρια: τη μανιώδη κινηματογραφοφιλία, τη συνήθεια να μη μου αρέσει το καλοκαίρι μακριά από την Αθήνα, και προπάντων μια ακαταμάχητη έλξη για τα θερινά σινεμά.

Έλξη που καλλιεργήθηκε άλλωστε σε πάμπολλες «αίθουσες», όταν το Ριάλτο έπαψε να λειτουργεί ως θερινό σινεμά, και συνδέθηκε με τη συναρπαστική περιπέτεια να πείσεις τον ταμία ότι έχεις περάσει το όριο του «ανηλίκου», για τον οποίο είναι ακατάλληλη η ταινία, που μπλέχτηκε με κάποιες πρώτες απόπειρες ραντεβού, απόπειρες μεταφοράς των ρομαντικών περιπετειών του Τόνυ Κέρτις στο περιβάλλον του Άννα Ντορ στην Γλυφάδα, με τα αεροπλάνα να διακόπτουν τον διάλογο, εντός και εκτός οθόνης.

Ας λένε λοιπόν ό,τι θέλουν. Ας λένε ότι γέρασαν τα θερινά τα σινεμά, πως οι κόπιες είναι υπερβολικά φθαρμένες, πως ο ήχος είναι κακός, πως οι γύρω πολυκατοικίες ενοχλούν και ενοχλούνται, πως η επανάληψη των χειμερινών ταινιών και κάποιες μόνιμες πια επαναλήψεις κουράζουν, πως ο ανταγωνισμός της τηλεόρασης, με παντόφλες στη βεράντα, είναι θανατηφόρος. Η μαγεία του θερινού σινεμά είναι αθάνατη. Και ανανεώνεται μόλις βρεθείς, κάποιες νύχτες με φεγγάρι, σ' αυτές τις ψευδείς οάσεις, ιδανικούς χώρους για τον υπέροχο, ψεύτικο κόσμο του σινεμά.

Τα προβλήματα βέβαια υπάρχουν. Πριν από δεκαπέντε περίπου χρόνια στα 1971, η Ελλάδα, ο μοναδικός εν Ευρώπη παράδεισος του θερινού κινηματογράφου, αριθμούσε πάνω από 1.500 θερινούς, που δόξαζαν κυρίως το δάκρυ και το γέλιο της χρυσής εποχής του παλιού ελληνικού εμπορικού κινηματογράφου. Τώρα πια το 1986, δεν ξεπερνούν τους 400. Κάθε χρονιά, κάποιοι κινηματογράφοι κατεβάζουν για πάντα τα ρολά. Φέτος ήταν η σειρά του Φιλίπ και της Ρέας. Η Αττική των 750 θερινών κινηματογράφων στις αρχές της δεκαετίας του '70, ξέμεινε πια με όχι περισσότερα από 140 σινεμά en plein air.  

Η «κάτω βόλτα» άρχισε εκεί στις αρχές της δεκαετίας του '70. Συμπίπτει με τη διάδοση της τηλεόρασης, την οριστική παρακμή της ανθούσας εγχώριας κινηματογραφικής βιομηχανίας και ακολουθεί την πορεία απότομης όξυνσης των περιβαλλοντολογικών προβλημάτων στις μεγάλες πόλεις.

Κάθε χρόνο στην αρχή του καλοκαιριού, η μοίρα των θερινών γίνεται θέμα μιας όλο και πιο αγωνιώδους συζήτησης. Οι επαγγελματίες των θερινών σινεμά παρουσιάζουν κάποια αιτήματα, ορισμένοι από αυτούς κάνουν κάποιες προσπάθειες ανανέωσης - και κάθε φορά η σαιζόν κλείνει με λιγότερα εισιτήρια από την προηγούμενη και με κάποιους επιχειρηματίες αποφασισμένους να μην ξαναδοκιμάσουν.

Η Πανελλήνια Ένωση Επαγγελματιών Θερινών Κινηματογράφων έχει τα αιτήματα της και τα παράπονα της. Παραπονείται ότι τα γραφεία διανομής ταινιών περιορίζουν το στοκ των προς διανομή ταινιών σε μικρούς αριθμούς, υποχρεώνοντας τα θερινά να γυρίζουν «στα ίδια και στα ίδια». Ζητούν να απαλλαγούν από τον φόρο δημοσίων θεαμάτων, να πάψει η τηλεόραση να μεταδίδει πρόσφατες κινηματογραφικές παραγωγές, επαγγελματική προστασία, προστασία των χώρων που φιλοξενούν θερινούς κινηματογράφους από τον κίνδυνο της ανοικοδόμησης, μείωση του ορίου για το δικαίωμα εισόδου σε «ακατάλληλες» ταινίες... Αιτήματα υπάρχουν πολλά. Δίκαια και κατανοητά τα περισσότερα, ανεδαφικά μερικά από αυτά. Αλλά το πρόβλημα δεν λύνεται με αυτά και μόνον. Ακόμη και αν η Πολιτεία τα ικανοποιούσε όλα. 

 

Οι επαγγελματίες και οι ειδικοί έχουν, βέβαια, τη δική τους υπεύθυνη άποψη. Όμως, με το μάτι ενός απλού εραστή, το πρόβλημα των θερινών κινηματογράφων ξεπερνά το πλέγμα των οικονομικών, νομικών και τεχνικών προβλημάτων που ταλανίζουν τους αιθουσάρχες. Είναι κυρίως πρόβλημα ανασυγκρότησης εκείνου του ιδιαίτερου αρώματος, της γοητείας και της μαγείας του θερινού, του υπαίθριου κινηματογράφου - που τραυματίζεται πολλές φορές θανάσιμα κάπου ανάμεσα σε απαράδεκτα φθαρμένες και άβολες καρέκλες, σε κακά μηχανήματα προβολής και μια μονοτονία στην επιλογή ταινιών και την οργάνωση αφιερωμάτων. Ο θερινός κινηματογράφος πρέπει να επιβεβαιώσει το αναντικατάστατο του. Αυτό είναι το πρωτεύον. Και -πολιορκημένος καθώς είναι από τόσους εχθρούς και ανταγωνιστές - δεν αρκεί να παίζει όποια ταινία, όπως νά 'ναι, για να το πετύχει.

Μα - με το μάτι πάντα του εραστή και όχι του ειδικού - δεν μπορεί παρά να αισιοδοξούμε. Ο θερινός κινηματογράφος είναι πράγματι κάτι μοναδικό και αναντικατάστατο. Και δεν μπορεί παρά να το αποδείξει.  Έχει άλλωστε υπέρ του μια ολόκληρη ιστορία:

Ο κινηματογράφος στην Ελλάδα έγινε θερινός, συνδέθηκε με τον ανοιχτό ουρανό, τα άστρα, το φεγγάρι και τις μυρωδιές της γαρδένιας, του γιασεμιού και του αγιοκλήματος, από τα πρώτα του βήματα. Το 1909 έγιναν οι πρώτες προβολές κινηματογραφικών ταινιών στην Αθήνα, στο Θέατρον του κόσμου στη γωνία των οδών Σταδίου και Γεωργίου Σταύρου. Ένα χρόνο αργότερα άρχισαν να λειτουργούν δύο ακόμη κλειστές αίθουσες. Και δύο-τρία χρόνια μόλις μετά, ο βουβός κινηματογράφος έκανε την εμφάνιση του σε υπαίθριες μάντρες στο Φάληρο, με πρόχειρους πάγκους. Στα χρόνια που ακολούθησαν, και ιδιαίτερα στη δεκαετία του '20, οι θερινοί κινηματογράφοι γνώρισαν μεγάλη άνθιση. Εξαπλώθηκαν σ' όλες σχεδόν τις τότε συνοικίες της Αθήνας, απέκτησαν μόνιμες εγκαταστάσεις, και κατέκτησαν ένα σταθερό και αυξανόμενο κοινό που απολάμβανε τις μεγάλες βεντέτες του βωβού κινηματογράφου. Εκείνα τα χρόνια, δημιουργήθηκαν και μερικοί από τους θερινούς που ζουν μέχρι και σήμερα (1986). Η Αίγλη στο Ζάππειο, που μετά από πολλά χρόνια ξαναλειτούργησε ως κινηματογράφος. Το Βοξ στην πλατεία Εξαρχείων, η Μπομπονιέρα στην Κηφισιά, η Γκρέκα στο Παλιό Φάληρο.

Λίγο πριν από τον πόλεμο, ο ομιλών κινηματογράφος έφτασε και στα αθηναϊκά καλοκαιρινά βράδια. Τσάρλυ Τσάπλιν, Λώρελ και Χάρντυ, Μαρξ Μπράδερς χάριζαν γέλιο από την Κηφισιά μέχρι τα Πατήσια - όπου ανθούσε επίσης ο θερινός. Ο Πωλ Μιούνι έκλεβε τις καρδιές των Ατθίδων και τα κορίτσια του Χόλλυγουντ άρχισαν να φιγουράρουν τακτικά στα εξώφυλλα των λαϊκών περιοδικών της εποχής.

Ο πόλεμος έφερε τη μοιραία ανάπαυλα, τα θερινά σινεμά επιτάχθηκαν, μερικά υποχρεώθηκαν να προβάλλουν έργα της ναζιστικής προπαγάνδας. Ακολούθησαν τα δύσκολα χρόνια. Κι έπειτα, τα χρόνια της καταπληκτικής άνθισης. Από τα μέσα της δεκαετίας του '50 και ολόκληρη τη δεκαετία του '60, οι θερινοί κινηματογάφοι «σάρωναν». Πολλαπλασιάζονταν χρόνο με τον χρόνο, απλώνονταν σ' όλη την Ελλάδα, έφτασαν πρωτοφανείς για τα παγκόσμια δεδομένα αριθμούς και έκοβαν πάνω από 200.000 εισιτήρια. Αγαπημένη διασκέδαση ενός μεγάλου κοινού, ο θερινός, με εισιτήριο ένα τάληρο, με το κωκ, τα φυστίκια «νέας εσοδείας» και το «Ταμ-ταμ», έγινε ο τρόπος της θερινής μας ζωής...

Να ονειρευτεί κανείς μια επιστροφή;

Ασφαλώς θα ήταν ανεπίτρεπτα ρομαντικό. Κανείς από τους κοινωνικούς όρους που επέβαλαν την εκπληκτική άνθιση - στην Ελλάδα, χώρα μοναδική σ’ όλο τον κόσμο - του θερινού σινεμά, δεν είναι δυνατό να ανασυγκροτηθούν. Το θερινό δεν πρόκειται ποτέ πια να έχει εκείνη την - αναγκαστική - μοναδικότητα ως τρόπος διασκέδασης προσιτός σε κάθε βαλάντιο.

Μπορεί, ωστόσο, να διατηρήσει και να αναζωογονήσει την ουσιαστική του μοναδικότητα, που συνίσταται στη μαγεία μιας νυκτερινής υπαίθριας προβολής κάτω από τα άστρα. Αυτή τη μοναδική μαγεία, την τόσο διαφορετική από την υποβολή της κλειστής, σκοτεινής χειμερινής αίθουσας, που επιτρέπει μια άλλου είδους επαφή με τη μεγάλη οθόνη και τον θαυμαστό της κόσμο. Και πρέπει να είναι πανίσχυρη αυτή η  μαγεία, που με καθήλωνε τα χρόνια εκείνα, ώρες ολόκληρες, στην πιο άβολη θέση του κόσμου - μπρούμυτα στα πλακάκια ενός στενού μπαλκονιού - και με παρέσυρε σε περιπέτειες που είχαν βέβαιη κατάληξη τη χειροδικία   κατά  του  ξαναμμένου  από  τα κινηματογραφικά όνειρα σβέρκου μου. Είναι η ίδια μαγεία, που νιώθω να συμμερίζομαι με τους συνενόχους που κάθονται γύρω μου, ρουφώντας τα αναψυκτικά τους, κάθε φορά που ξαναγυρίζω στους τόπους του μοναδικού παιδικού μου εγκλήματος. Κάθε φορά που, με  φεγγάρι ή χωρίς, ξαναβλέπω μια ταινία που έχω οπωσδήποτε ξαναδεί κάμποσες φορές, μόνο και μόνο επειδή μου αρέσει να τη βλέπω κάτω από τα άστρα.

 

ΘΕΡΙΝΑ ΣΙΝΕΜΑ

Ο θεσμός των θερινών σινεμά (ή θερινών κινηματογράφων) αποτελεί ένα ξεχωριστό πολιτιστικό φαινόμενο, ιδιαίτερα στις χώρες με ήπιο και θερμό κλίμα, όπως η Ελλάδα, όπου έχει συνδεθεί με το καλοκαίρι, τη νοσταλγία και τη λαϊκή ψυχαγωγία.

Ιστορικά στοιχεία

Προέλευση: Ο θερινός κινηματογράφος εμφανίστηκε στην Ευρώπη στις αρχές του 20ού αιώνα, αλλά στην Ελλάδα άρχισε να γνωρίζει ευρεία διάδοση τη δεκαετία του 1930 και ιδίως μεταπολεμικά, τις δεκαετίες του 1950-1960.

Συνδυάστηκε με την αστική κουλτούρα της εποχής, όταν οι κάτοικοι αναζητούσαν δροσιά, διασκέδαση και κοινωνική συνεύρεση.

Χαρακτηριστικά

Ανοικτός χώρος: Προβάλλονται ταινίες σε υπαίθριες αυλές, ταράτσες ή ειδικά διαμορφωμένους χώρους, με καρέκλες, τραπεζάκια και συχνά φυτά (γιασεμιά, βασιλικούς, μπουκαμβίλιες).

Ήχος και εικόνα: Οι προβολές γίνονται σε μεγάλες οθόνες ή λευκούς τοίχους, με ήχο που πολλές φορές «μοιράζεται» και με τη γειτονιά – χαρακτηριστικό που δημιουργεί μια οικεία, συλλογική ατμόσφαιρα.

Ρεπερτόριο: Συχνά προβάλλονται ταινίες επανέκδοσης, κλασικά έργα του παγκόσμιου και ελληνικού σινεμά, αλλά και σύγχρονες παραγωγές. Ο θερινός σινεμάς είναι ιδανικός για δεύτερες προβολές.

Κοινωνική σημασία

Σημείο συνάντησης: Ο θερινός κινηματογράφος υπήρξε για δεκαετίες σημείο ραντεβού, φλερτ και παρέας.

Λαϊκή ψυχαγωγία: Σε μια εποχή που η τηλεόραση ήταν ανύπαρκτη ή περιορισμένη, οι θερινοί κινηματογράφοι κάλυπταν μια βασική ανάγκη διασκέδασης.

Νοσταλγία: Στη συλλογική μνήμη των Ελλήνων, οι θερινοί κινηματογράφοι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του καλοκαιριού, σχεδόν συνώνυμο με την εποχή.

Σήμερα

Παρά τις πιέσεις της ψηφιακής εποχής, εξακολουθούν να λειτουργούν δεκάδες θερινά σινεμά σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και τουριστικές περιοχές.

Πολλοί από αυτούς έχουν ανακαινιστεί ή προστατεύονται ως πολιτιστικά μνημεία (π.χ. Σινέ Θησείον, που θεωρείται ένας από τους ομορφότερους θερινούς κινηματογράφους στον κόσμο).

Ο θεσμός διατηρείται χάρη στην αγάπη του κοινού, αλλά και την υποστήριξη από Δήμους, φεστιβάλ και κινηματογραφικές λέσχες.

Στην ελληνική λογοτεχνία και τέχνη

Οι θερινοί κινηματογράφοι έχουν απαθανατιστεί σε τραγούδια, ταινίες, πίνακες, ποιήματα και διηγήματα, ως σύμβολα ενός πιο αθώου και ρομαντικού κόσμου.

Θυμίζουν «ένα πανί κάτω από τα άστρα» — ένα σινεμά της ψυχής, όπως έχει λεχθεί.

 

ChatGPT TEXT