Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 27 Φεβρουαρίου 2024

Το κύκνειο άσμα σε μια παρεξηγημένη γυναίκα!!!

 


Το κύκνειο άσμα σε μια παρεξηγημένη γυναίκα!!!

Περιδιαβαίνοντας χθες στο διαδίκτυο έπεσα σε μία ανάρτηση που μου θύμισε πολύ την περίπτωση της Μαντάμ Ορτάνς, που η ανάμνησή της έχει μείνει δυνατή στην Κρήτη όχι μόνο για το επάγγελμά της αλλά επίσης και για τις πάμπολλες αγαθοεργίες της που άφησαν στο τέλος μια ανάμνηση αγιότητας από το πέρασμά της από τούτη την ζωή.

Συγγραφέας της ανάρτησης ο υπέροχος -όπως πάντα- Μιχάλης Στρατάκης που έγραψε για την "ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ".

Γράφει ο Μιχάλης Στρατάκης :

Αν υπάρχει ένα πρόσωπο για το οποίο η Σαλονίκη δικαιούται να περηφανεύεται, αυτό το πρόσωπο ήταν η Αμαλία. Η Αμαλία η πουτάνα. Πουτάνα για τους πολλούς. Άγια γυναίκα για τους λίγους.

Για τους ελάχιστους, που μπορούν και τραβάνε την κουρτίνα του μπουρδέλου, αποκαλύπτοντας τον παράδεισο των ψυχών που φωλιάζουν εκεί. Η Αμαλία ήταν η παραδεισιάρχισσα.

Χίλιες ψυχές καλών ανθρώπων έπρεπε να βάλεις στο αποστακτήριο για να βγάλεις, σαν απόσταγμα, την ψυχή της Αμαλίας. Της Αμαλίας, της πουτάνας για τους πολλούς, της Άγιας γυναίκας για τους άξιους εκτιμητές των καθαρών ψυχών.

Είμαι παραπάνω από βέβαιος, ότι πολλοί φίλοι, που είχαν τη μεγάλη τύχη να γνωρίσουν αυτή τη Γυναίκα, θα θεωρήσουν λίγα αυτά που γράφω.

Ξέρω, επίσης, ότι πολλοί περισσότεροι, που δεν τη γνώρισαν, θα μου αφιερώσουν διάφορα κοσμητικά επίθετα.

Δεν με ενδιαφέρει η άποψη των δεύτερων. Θέλω την άποψη των πρώτων.

Αυτών που ξέρουν πόσα άπορα κορίτσια επροίκησε και πάντρεψε η Αμαλία. Η Αμαλία η πουτάνα, της Σαλονίκης.

Με ενδιαφέρει η άποψη αυτών που ξέρουν πόσα παιδιά σπούδασαν με τα λεφτά αυτής της Γυναίκας, που δεν απέκτησε ποτέ δικά της παιδιά.

Με ενδιαφέρει η άποψη όλων εκείνων που ρίγησαν σαν έμαθαν ότι η Αμαλία βρέθηκε νεκρή στο σπίτι της, πολλές μέρες μετά τον θάνατό της.

Γι αυτή τη Γυναίκα, ποτέ κανένας δεν φιλοτιμήθηκε να πει έστω μιά λέξη επαίνου.

Μήτε και βρέθηκε ποτέ κανείς να κάμει ένα μνημόσυνο, ένα τρισάγιο, ν’ αφήσει ένα λουλούδι στο μνήμα της.

Βλέπετε, επικράτησε η άποψη των πολλών, που ήθελαν την Αμαλία μόνο πουτάνα της Σαλονίκης.

Ίσως, τούτες οι γραμμές να είναι οι μόνες που αφιερώθηκαν ποτέ στη μνήμη αυτής της Γυναίκας.

Δεν έχω την αξίωση να τις καταλάβουν οι πολλοί.

Με φτάνει που τις καταλαβαίνει η ψυχούλα της εκει ψηλά που βρίσκεται.

Γράφω για την Αμαλία και παλεύω να μη ξεχάσω μήτε μια συλλαβή από το τραγούδι του Δημήτρη Μητροπάνου.

Σε συζητάν δίχως γιατί και όχι άδικα

όπως κοιμάσαι στα στενά παλιά λαδάδικα

έγινες φήμη και γι' αυτό δε φυλακίζεσαι

ζεις στο σκοτάδι παστρικά μα δεν ορκίζεσαι

Λάμπεις στα κόκκινα σατέν που σε τυλίγουνε

άσπροι και σέρτικοι καπνοί σε καταπίνουνε

σε καλντερίμια ξενυχτάς υγρά λιθόστρωτα

στου πληρωμένου παραδείσου την αυλόπορτα

Τόσα δίνω πόσα θες

στα λαδάδικα πουλάν αυτό που θες

κάθε κάμαρα κελί

με βαριά παλικαρίσια αναπνοή

Μύριες χαμένες μοναξιές με σένα σμίγανε

φεύγαν καράβια μα πριν φύγουν σου σφυρίζανε

πόσα παιδιά ήρθαν να βρουν το αντριλίκι τους

και σου ακουμπήσανε δειλά το χαρτζιλίκι τους

Τόσα δίνω πόσα θες

στα λαδάδικα πουλάν αυτό που θες

κάθε κάμαρα κελί

με βαριά παλικαρίσια αναπνοή

Τόσα δίνω πόσα θες

στα λαδάδικα πουλάν αυτό που θες

κάθε κάμαρα κελί

με βαριά παλικαρίσια αναπνοή.

 


Ο Μιχάλης Εμμ. Στρατάκης
γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης το 1951. Σπούδασε νομικά, οικονομικά και δημοσιογραφία. Στη μαχόμενη δημοσιογραφία βρίσκεται από το 1973. Έχει εργαστεί ως πολιτικός συντάκτης, σχολιογράφος και αρθρογράφος σε εφημερίδες της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας, καθώς και ως διευθυντής σύνταξης. Στο Ηλεκτρονικό Τύπο εργάζεται από την πρώτη ημέρα της ελεύθερης ραδιοφωνίας και τηλεόρασης ως διευθυντής ειδήσεων και ενημέρωσης, ενώ παράλληλα επιμελείται και παρουσιάζει καθημερινές ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές. Στον εκπαιδευτικό τομέα δραστηριοποιείται από το 1979 ως καθηγητής ιδιωτικών δημοσιογραφικών σχολών και ΙΕΚ και από το 2003 ως καθηγητής στην Αστυνομική Ακαδημία. Είναι μέλος του Συμβουλίου Τιμής και Δεοντολογίας της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Μακεδονίας-Θράκης και μέλος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων. Έχει εκδώσει πολλά βιβλία δημοσιογραφικού και πολιτικού περιεχομένου, ορισμένα εκ των οποίων διδάσκονται σε ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Για τη δράση του έχει τιμηθεί από ξένες κυβερνήσεις και από διάφορους εκκλησιαστικούς, επιστημονικούς και κοινωνικούς φορείς.

Πηγές:

https://www.facebook.com/100002199029196/posts/3763671477049449/

Τρυπώνω Ξετρυπώνω

 

Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2022

Tα χαμένα παιδιά του Ολοκαυτώματος

 


Tα χαμένα παιδιά του Ολοκαυτώματος

To 2014 η Στέλλα Σαλέμ   οικονομολόγος και δικηγόρος, συνταξιούχος πανεπιστημιακός, με καταγωγή από τη Θεσσαλονίκη έβαλε σαν στόχο της να ξεκινήσει μια έρευνα, και να βρει τα ονόματα των εβραιόπουλων της Θεσσαλονίκης που θανατώθηκαν στα ναζιστικά στρατόπεδα, κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής.

Ήδη από το 1979, το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο της Ελλάδας δημοσίευσε ένα ΒΙΒΛΙΟ ΜΝΗΜΗΣ. Στο βιβλίο εκείνο συγκεντρώθηκαν όσα ονόματα μπόρεσαν να βρεθούν από τις κοινότητες Διδυμοτείχου, Ορεστιάδος, Κομοτηνής, Καβάλας, Δράμας, Βέροιας, Φλώρινας, Τρικάλων, Λάρισας, Βόλου, Χαλκίδας, Πρέβεζας, Άρτας και Χανίων.

 

Για τη Θεσσαλονίκη όμως που είχε τον μεγαλύτερο εβραϊκό πληθυσμό στην Ελλάδα πριν τη γερμανική κατοχή, δεν δημοσιεύτηκαν τότε στοιχεία, γιατί οι Ναζί εξαφάνισαν τα αρχεία της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης.

Η Στέλλα Σαλέμ, στη μνήμη όλων των εβραιόπουλων της Θεσσαλονίκης που δολοφονήθηκαν από τους Ναζί, συγκέντρωσε όσα ονόματα κατάφερε να εντοπίσει μέσα από το Αρχείο του Ληξιαρχείου του Δήμου Θεσσαλονίκης. Στο χρονικό διάστημα της έρευνάς της και αφου μελέτησε τα αρχεία του Ληξιαρχείου του Δήμου Θεσσαλονίκης για να βρει στοιχεία σχετικά με τις γεννήσεις παιδιών από το 1926 έως το 1943, στη συνέχεια συνέκρινε τα στοιχεία αυτά με άλλες βάσεις δεδομένων τόσο στην Ελλάδα (Εβραϊκό Μουσείο Θεσσαλονίκης, Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης), όσο και στο εξωτερικό (Αρχείο Yad Vashem, Αρχείο International Tracing Services, Μουσείο Ολοκαυτώματος Ιεροσολύμων) ώστε να βρει τη μοίρα αυτών των παιδιών, πόσα επέζησαν και πόσα όχι. Από τα στοιχεία, που μάζεψε η συγγραφέας έχει βγάλει και συμπεράσματα σχετικά με τις γειτονιές, που ζούσαν αυτά τα παιδιά καθώς και για τα επαγγέλματα των πατέρων τους.  

Αποδείχθηκε λοιπόν και μέσα από την ερευνά της αυτή ότι δίκαια η Θεσσαλονίκη χαρακτηρίστηκε μαρτυρική πόλη. Ο αφανισμός των εβραίων συμπολιτών μας από τους Ναζί αποτελεί μια από τις πιο μαύρες σελίδες στην Ιστορία της πόλης. 

 

 

Η «λίστα του Ολοκαυτώματος της Θεσσαλονίκης», είναι ένας οδυνηρό κατάλογος όλων των παιδιών ηλικίας μέχρι 16 ετών που μαρτύρησαν στα στρατόπεδα εξόντωσης των ναζί και υπολογίζονται σε περίπου 12.000 άτομα.  

Δεκάδες μικρά παιδιά, έγκλειστα στο Αουσβιτς, δείχνουν στον φωτογραφικό φακό τους αριθμούς αναγνώρισης που είχαν χαράξει στα χέρια τους οι ναζί. Τα παιδιά ηλικίας μέχρι 16 ετών δεν είχαν καμία δυνατότητα επιβίωσης, καθώς σχεδόν αμέσως μετά την άφιξή τους διαχωρίζονταν από τους γονείς τους και οδηγούνταν στους θαλάμους αερίων

Το πρώτο μέρος του καταλόγου, αφορά συνολικά 4.500 παιδιά, από νεογέννητα μέχρι 4 ετών.

Το μέρος αυτό της έρευνας μαζί με όλα τα ονόματα των παιδιών θα κυκλοφόρησε σε έναν τόμο με τίτλο «Τα χαμένα παιδιά της Θεσσαλονίκης», τον οποίο προλογίζει ο δήμαρχος της πόλης Γιάννης Μπουτάρης, ενώ ολοκληρώνεται ο δεύτερος τόμος που αφορά παιδιά ηλικίας 6-16 ετών τα οποία οδηγήθηκαν με τους γονείς τους στα κρεματόρια του Αουσβιτς και του Μπίρκεναου και έχασαν τη ζωή τους στους θαλάμους αερίων.

 


 

Συγκλονιστικά στοιχεία

«Εκτιμώ ότι συνολικά 12.000 παιδιά έφυγαν από τη Θεσσαλονίκη το 1943 στη διάρκεια του Ολοκαυτώματος και ελάχιστα γύρισαν πίσω, ίσως 25, ενώ περίπου 100 παιδιά επιβίωσαν επειδή είχαν κρυφτεί σε σπίτια μέσα στην πόλη ή πρόλαβαν και έφυγαν», αφηγείται στο «Εθνος» η κυρία Σαλέμ, η οποία εδώ και χρόνια περνά όλα τα πρωινά της στο Ληξιαρχείο της Θεσσαλονίκης και αναζητά μέσα στους ογκώδεις καταλόγους ονόματα, πατρώνυμα, ημερομηνίες γέννησης…

Κατόπιν συνεχίζει την έρευνά της σε ιστορικά αρχεία εντός και εκτός Ελλάδας και ντοκουμέντα διεθνών οργανισμών προκειμένου να βρει πόσα από τα παιδιά που επέζησαν επέστρεψαν στη Θεσσαλονίκη.

Όταν ήταν μικρή, η κυρία Σαλέμ άκουγε από τον πατέρα της, Ιωσήφ, φρικιαστικές ιστορίες από το Αουσβιτς. Ο ίδιος ήταν από τους επιζώντες του Ολοκαυτώματος, επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη το 1945 και μέχρι το 1995, οπότε πέθανε, έβλεπε σοκαρισμένος τον αριθμό 124503 που είχε χαραγμένο στο χέρι.

«Οι φωνές των παιδιών, ανάμεικτες με τον τρόμο στα μάτια τους, στοίχειωναν το ταξίδι με τους άθλιους συρμούς που είχαν αναχωρήσει από τον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης για τα στρατόπεδα εξόντωσης. Σκεφτόμουν για πολλά χρόνια: «Ποια ήταν αυτά τα παιδιά; Γιατί δεν είχαν καταγραφεί»; Στις λίστες των θυμάτων δεν υπήρχαν και ουδείς μπορούσε να μου πει πόσα ήταν. Υπάρχουν πολλά κενά, όσα παιδιά ήταν κάτω των 5 ετών δεν καταγράφονταν πριν από την αναχώρηση του τρένου και δεν φορούσαν το κίτρινο αστέρι, ενώ ανάμεσα στους ενηλίκους ήταν και πολλές έγκυες γυναίκες, όπως και νεογέννητα», αναφέρει.

 



 

Από τον Μάρτιο έως τον Αύγουστο του 1943 συνολικά 19 τρένα αναχώρησαν από τη Θεσσαλονίκη προς τα στρατόπεδα εξόντωσης με πάνω από 46.000 Εβραίους κάθε ηλικίας. Τα 18 από αυτά κατέληξαν στο Αουσβιτς…

Κάθε όνομα που έγραφε στον κατάλογο της φρίκης, έκρυβε πίσω του μία πονεμένη ιστορία και έναν μαρτυρικό θάνατο. Τα παιδιά μέχρι την ηλικία των 16 χρόνων δεν είχαν καμία δυνατότητα επιβίωσης, δεν μπορούσαν να πάνε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης ή καταναγκαστικής εργασίας και οδηγούνταν σχεδόν αμέσως μετά την άφιξή τους στους θαλάμους αερίων όπου άφηναν την τελευταία τους πνοή.

Τα πολύ μικρά παιδιά δεν αποχωρίζονταν από τις μητέρες τους, οι οποίες τα είχαν συνέχεια μαζί τους, ενώ φρικιαστικές και απάνθρωπες είναι οι ιστορίες για βρέφη που χρησιμοποιήθηκαν ως πειραματόζωα. Οι σπαρακτικές κραυγές των μητέρων έσκιζαν τον αέρα και όσοι επέζησαν θυμούνταν σκηνές βγαλμένες από αρχαία τραγωδία, με τις νεαρές γυναίκες να σκίζουν τα ρούχα τους και να ουρλιάζουν.

 

Εικόνες φρίκης

 


«Ήταν γενικά φρικτή η εμπειρία, για όλους. Οι μέρες ήταν ατέλειωτες, τις νύχτες σκίαζε ο τρόμος και τα βογκητά μικρών και μεγάλων. Δεν χωρά ανθρώπου νους το τι συνέβαινε στα στρατόπεδα εξόντωσης, αλλά οπωσδήποτε οι εικόνες των σκελετωμένων παιδιών ή των μωρών που τα άρπαζαν από τις μητέρες τους για τα κρεματόρια είναι απείρως πιο σοκαριστικές», επισημαίνει η κυρία Σαλέμ. Σύμφωνα με την έρευνά της, κάποια από τα παιδιά που επέζησαν ήταν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Μπέργκεν-Μπλέζεν της Κάτω Σαξωνίας στη Γερμανία, εκεί όπου μαρτύρησε και η Αννα Φρανκ.

Ο πρώτος συρμός αναχώρησε στις 15 Μαρτίου 1943 και ακολούθησαν οι υπόλοιποι. Σε όλους υπήρχαν οικογένειες με παιδιά, μικρά και λίγο μεγαλύτερα, που ταξίδευαν μέσα σε άθλιες συνθήκες, σε βαγόνια που προορίζονταν για τη μεταφορά ζώων. Ήταν ένα ανθρώπινο κοπάδι έτοιμο να παραδοθεί στη σφαγή… «Τα πολύ μικρά παιδιά οδηγούνταν σχεδόν αμέσως στους θαλάμους αερίων. Δεν μπορούσαν να εργαστούν και επιπλέον αποτελούσαν βάρος για τους ναζί, γιατί οι γονείς τους έπρεπε να τα φροντίζουν και άρα δεν ήταν αποδοτικοί. Είναι ασύλληπτη η θηριωδία που έζησαν αυτά τα παιδιά σε πολύ τρυφερή ηλικία, αλλά και όσα επέζησαν κουβαλούν σε όλη την υπόλοιπη ζωή τους βαριά ψυχικά τραύματα», αναφέρει η ερευνήτρια.

 


 

Η συγκλονιστική έρευνα της κυρίας Σαλέμ αφορά τις «Δημογραφικές εξελίξεις στην εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης μεταξύ των ετών 1913 έως 1943». Μέχρι το 1925 είχαν γίνει 10.890 γεννήσεις, κυρίως όμως επικεντρώνεται στην περίοδο 1926-1943 (τους πρώτους τρεις μήνες), όπου στο ληξιαρχείο δηλώθηκαν 16.130 γεννήσεις.

Ένα ενδιαφέρον στοιχείο που προέκυψε είναι ότι στις αρχές του 1943, όταν οι Εβραίοι άρχισαν να αντιλαμβάνονται ότι θα βρεθούν στο στόχαστρο των ναζιστικών στρατευμάτων κατοχής, έγιναν 300 γάμοι. Πίστευαν ότι ίσως θα γλίτωναν από τη θηριωδία των ναζί, ότι εάν εκτοπίζονταν θα πήγαιναν μαζί τα ζευγάρια ή ότι θα είχαν καλύτερη τύχη.

Η έρευνα της κυρίας Σαλέμ συνεχίζεται και θα συνεχιστεί για αρκετό καιρό ακόμη. Στόχος είναι αυτή η ιδιότυπη ανασύσταση των εβραϊκών οικογενειών της Θεσσαλονίκης και η ανεύρεση δημογραφικών στοιχείων από τα οποία εξάγονται χρήσιμα συμπεράσματα.

Στην ερώτηση εάν όλη αυτή η έρευνα της φέρνει θλίψη, πόνο, οργή ή θυμό απαντά: «Τίποτα απ’ όλα αυτά. Μου δίνει δύναμη, με πεισμώνει, είναι ένα κομμάτι της ιστορίας μας, της ιστορίας των Εβραίων της Θεσσαλονίκης και χαίρομαι που μπορώ να συμβάλω στην ανασύστασή της. Διασώζω τα ονόματα 12.000 παιδιών και αυτά παίρνουν πλέον τη θέση τους στην Ιστορία. Μέχρι σήμερα ο κόσμος δεν τα ήξερε».

 


Η ΜΠΟΤΑ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΤΗΣ ΡΙΝΑ

Η Ρίνα Μπαρζιλάι-Ρέβαχ γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1939. Μαζί με τους γονείς της «φορτώθηκε» σε ένα από τα πρώτα τρένα που αναχώρησαν και έφτασε στο στρατόπεδο Μπέργκεν-Μπλέζεν.

Ήταν μόλις 4 ετών, αλλά θυμάται πολλά πράγματα. Κοιμόταν σε ένα τολ που είχε κουκέτες με τρία κρεβάτια, το ένα πάνω στο άλλο. Η Ρίνα κοιμόταν στο ψηλότερο. Από τον φεγγίτη έβλεπε το στρατόπεδο που είχαν τους άντρες. Καθημερινά παρακολουθούσε ένα κάρο με τέσσερα άλογα, πάνω στο οποίο πετούσαν πτώματα. Συνεχώς πετούσαν πτώματα, σαν να μη σταματούσε ποτέ το στρατόπεδο να βγάζει πτώματα. Ένας αξιωματικός ανέβαινε και με την μπότα του πατούσε με δύναμη τα πτώματα για να… κάτσουν. Και μετά έριχναν κι άλλα κι άλλα… Και το κάρο γέμιζε μέχρι επάνω με πτώματα.

Η Ρίνα δεν έβγαινε από τον θάλαμο. Την πρόσεχε η επίσης μικρή Ρόζι Σαλτιέλ. Δεν ήθελε καν να περπατήσει. Οι γονείς της ανησύχησαν και ρώτησαν τον Θεσσαλονικιό γιατρό Αλλαλούφ τι συμβαίνει. Εκείνος τους αποστόμωσε. «Το παιδί δεν έχει κίνητρο να περπατήσει» τους είπε. Ήταν φανερό ότι είχε υποστεί σοκ. Φοβόταν ότι εάν περπατήσει θα την πετάξουν στο κάρο και ο αξιωματικός θα τη συνθλίψει με την μπότα του. Ο πατέρας της έφερνε ψωμί, της έδιναν μια μπουκιά και την κρατούσε στο στόμα της, δεν κατάπινε. Στο στρατόπεδο έπαθε εξανθηματικό τύφο, αλλά γλίτωσε. Τον Αύγουστο του 1945 επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη μαζί με τους γονείς της. Μέχρι σήμερα ζει στο Πανόραμα, με τις θύμησες να τη στοιχειώνουν ακόμη…

Διασκευή από άρθρο της ΜΑΡΙΑΣ ΡΙΤΖΑΛΕΟΥγια την εφημερίδα ΕΘΝΟΣ

 

Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2021

«ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗ»

 


Η Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης, φωτογραφημένη το 1921

«ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗ»

Θεσσαλονίκη η νέα πρωτεύουσα του Βυζαντίου

Πόσες χιλιάδες βιβλία μπορούν να χωρέσουν σε μια βυζαντινή βιβλιοθήκη; Πόσοι βυζαντινολόγοι μπορούν να ενωθούν για να δημιουργήσουν σε μια πόλη τόσο βυζαντινή όσο η Θεσσαλονίκη μια εξειδικευμένη στο Βυζάντιο βιβλιοθήκη; Όπως φαίνεται, πολλά και πολλοί. Αρκούσε το έναυσμα για να ενώσουν τις δυνάμεις τους και να συστήσουν τη «Βυζαντινή Οικουμένη», που θα συγκεντρώνει το μεγάλο αλλά διασκορπισμένο ιδιωτικό βιβλιογραφικό απόθεμα.

Αφορμή της νέας πρωτοβουλίας ήταν η πρώτη δωρεά της βιβλιοθήκης και του πολύτιμου αρχειακού υλικού του Σλόμπονταν Τσούρτσιτς. Ο κορυφαίος Σέρβος μελετητής της βυζαντινής αρχιτεκτονικής των Βαλκανίων περιστασιακή σχέση είχε στο μακρινό παρελθόν του με τη Θεσσαλονίκη. Γεννημένος στο Σεράγεβο (1939), έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στις ΗΠΑ, όπου κατείχε την έδρα Βυζαντινών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον. Η μοίρα, ωστόσο, τον έφερε το 1997 στην αγαπημένη του βυζαντινή πόλη, που τον κράτησε στην αγκαλιά της επί είκοσι χρόνια, για να τον εγγράψει τελικά για πάντα στην ιστορία της μετά τον θάνατό του (Δεκέμβριος 2017).


Η είδηση δεν βρίσκεται μόνο στη λειτουργία μιας εξειδικευμένης βιβλιοθήκης που μετατρέπει τη «Βυζαντινή Οικουμένη» σε ένα σύγχρονο και ζωντανό διεθνές ερευνητικό επιστημονικό κέντρο για τον βυζαντινό κόσμο. Το εγχείρημα έχει δύο επιπλέον θετικά σκέλη. Ο νεοσύστατος φορέας  στεγάζεται  σε ένα από τα εμβληματικά κτίρια της πόλης, ενώ πολύ σύντομα θα αποκτήσει και παράρτημα σε άλλη πόλη της Βόρειας Ελλάδας ύστερα από αίτημα τοπικών φορέων, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική του σωματείου που ξεκίνησε με τις καλύτερες προϋποθέσεις.

Το τρίτο σκέλος αφορά την ιδιωτική πρωτοβουλία, που αποδεικνύεται αποτελεσματική παρά τις δύσκολες για τον τόπο μας εποχές. Δωρεές από ιδιώτες γίνονται διαρκώς. Βιβλιοθήκες, ιδρύματα, φορείς πολιτισμού συγκεντρώνουν χιλιάδες βιβλία και πολύτιμο αρχειακό υλικό δωρητών.

 

Το Κάστρο της Ρούμελης στην Κωνσταντινούπολη το 1928.

 

Κοινό όραμα

Τίποτα δεν θα είχε προχωρήσει αν κάποιοι βυζαντινολόγοι και «βυζαντινόφιλοι» (Φλώρα Καραγιάννη, Γεώργιος Φουστέρης, Χαράλαμπος Χοτζάκογλου, Αγγελική Δεληκάρη, Ελενα Κόστιτς, Θωμάς Λιόλιος και Αναστάσιος Ντούρος) που προέρχονται από επιστημονικούς, ερευνητικούς και πολιτιστικούς φορείς της πόλης δεν είχαν κινήσει γη και ουρανό για να γίνει πραγματικότητα το κοινό όραμά τους: να οργανώσουν ένα βυζαντινολογικό κέντρο διεθνούς εμβέλειας στη Θεσσαλονίκη – μια από τις σημαντικότερες πόλεις του Βυζαντίου για σχεδόν έντεκα (11) αιώνες, η δεύτερη, μετά την Κωνσταντινούπολη, πόλη, συμβασιλεύουσα της αυτοκρατορίας.

Όλα ξεκίνησαν στα μέσα του 2016, με τη δωρεά στη δρα Φλώρα Καραγιάννη 6.100 βιβλίων και ενός πολύτιμου αρχείου με σπάνια φωτογραφικά, αρχιτεκτονικά και επιστημονικά ντοκουμέντα από τον ομότιμο καθηγητή Βυζαντινής Αρχαιολογίας του Πρίνστον Σλόμπονταν Τσούρτσιτς και της συζύγου του, της αρχιτέκτονος Ευαγγελίας Χατζητρύφωνος, τ. προϊσταμένης του υπουργείου Πολιτισμού, λίγο πριν τον θάνατό της (14/9/2016). Στον πυρήνα της βιβλιοθήκης του Τσούρτσιτς σύντομα προστέθηκε μία ακόμη δωρεά 7.500 τόμων από τον επίκουρο καθηγητή Βυζαντινής Αρχαιολογίας Γεώργιο Φουστέρη, ενώ υπήρξε βούλησή να δωρίσουν τις αξιόλογες συλλογές βιβλίων και το αρχειακό υλικό τους σπουδαίοι βυζαντινολόγοι και σλαβολόγοι καθηγητές, όπως ο Ευάγγελος Χρυσός, ο Ευθύμιος Τσιγαρίδας και η Κάτια Λοβέρδου – Τσιγαρίδα, η Χρυσάνθη Μαυροπούλου – Τσιούμη, η οικογένεια του Αντώνιου-Αιμίλιου Ταχιάου, οι Φαίδων και Γιάννα Μαλιγκούδη, η Ολγα Λόσεβα, άνθρωποι όλοι τους που αφιέρωσαν τη ζωή τους στη μελέτη και στην έρευνα του Βυζαντίου.

«Αυτό που ενώνει την πρωτοβουλία μας είναι η αγάπη μας για το Βυζάντιο. Η οικουμενικότητα του Βυζαντίου ήταν κύριο χαρακτηριστικό μιας τεράστιας περιοχής που εξελίχθηκε σε μεγάλη αυτοκρατορία», εξηγεί για τον τίτλο του νεοσύστατου φορέα η βυζαντινολόγος δρ Φλώρα Καραγιάννη. Το εγχείρημα των Θεσσαλονικέων αγκάλιασε από την πρώτη στιγμή ο Οικουμενικός Πατριάρχης  κ.κ. Βαρθολομαίος, ο οποίος στηρίζει τον νέο φορέα σε κάθε του βήμα. Τον ενθουσιασμό αλλά και τη στήριξή τους εξέφρασαν εγγράφως κατά την ιδρυσή του ο τότε δήμαρχος Θεσσαλονίκης Γιάννης Μπουτάρης, προσωπικότητες όπως ο ακαδημαϊκός Παναγιώτης Λ. Βοκοτόπουλος και η Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ, η πρύτανης του Παντείου Ισμήνη Κριάρη, ο διευθυντής του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών Ταξιάρχης Κόλλιας, ο ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ Γιώργος Βελένης, ενώ ο αρχιτέκτων-ιστορικός του βιβλίου Κωνσταντίνος Στ. Στάικος ήδη προσφέρθηκε να σχεδιάσει την οργάνωση των βιβλιοθηκών και να αναλάβει αφιλοκερδώς την αρχιτεκτονική επίβλεψη του εσωτερικού χώρου στο κτίριο που θα στεγάσει τη «Βυζαντινή Οικουμένη».

«Η Θεσσαλονίκη σήμερα διασώζει σημαντικά βυζαντινά μνημεία ενταγμένα στη λίστα παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO, τα οποία διαχειρίζεται το υπουργείο Πολιτισμού. Έχει ένα σπουδαίο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, το πανεπιστήμιο, το Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών, το Ευρωπαϊκό Κέντρο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων, που καθένα τους ενισχύει και προβάλλει, από την πλευρά του, τον βυζαντινό χαρακτήρα της», εξηγεί στην εφημερίδα «Καθημερινή» η κ. Καραγιάννη. «Το νέο κέντρο», διευκρινίζει, «δεν αντικαθιστά ούτε υποκαθιστά το σπουδαίο έργο που επιτελούν θεσμικά οι υπάρχοντες φορείς της πόλης. Τουναντίον, ως προϊόν ιδιωτικής πρωτοβουλίας, προτίθεται να παράσχει σε κάθε ενδιαφερόμενο τη δυνατότητα αξιοποίησης ενός ακόμη μέσου για τη μελέτη του Βυζαντίου. Η λειτουργία του», εξηγεί, «δεν θα περιορίζεται μόνο σε στενά ακαδημαϊκά πλαίσια. Μια βιβλιοθήκη στον 21ο αιώνα πρέπει να είναι ένας ζωντανός οργανισμός, ένας τόπος συνάντησης ανοικτός τόσο στο εξειδικευμένο όσο και στο ευρύτερο κοινό».

 


                                                   Η κεντρική πύλη του κάστρου στο Χαλέπι της Συρίας, σε φωτογραφία του 1937.

 

Η κοσμική διάσταση

Μια άλλη διάσταση δίνει η Πολυξένη Αδάμ – Βελένη, προϊσταμένη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης, για τη λειτουργία ενός ερευνητικού κέντρου που «κουμπώνει», όπως λέει, με την πρόσφατη αποκάλυψη της κοσμικής βυζαντινής πόλης. «Η Θεσσαλονίκη», επισημαίνει, «είναι η μοναδική ευρωπαϊκή πόλη που διασώζει μεγάλο αριθμό μνημείων των Βυζαντινών χρόνων. Οι 15 βυζαντινές εκκλησίες της, ωστόσο, έως πρόσφατα, αναδείκνυαν μόνο τον θρησκευτικό χαρακτήρα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Απτά τεκμήρια του κοσμικού βυζαντινού κράτους δεν υπήρχαν. Είχαν καταστραφεί.

Τα αρχαιολογικά ευρήματα του μετρό, στην υπόγεια Decumanus Maximus του σταθμού Βενιζέλου, και οι αρχαιότητες με τα μοναδικά αστικά κατάλοιπα (σπίτια, καταστήματα κ.ά.) της μεσοβυζαντινής πόλης (7ος-13ος αι.) στον σταθμό Αγίας Σοφίας αποτελούν αντιπροσωπευτικά δείγματα του αστικού κοσμικού χαρακτήρα της Θεσσαλονίκης στα χρόνια του Βυζαντίου.

H Μονή Μυρελαίου  στην Κωνσταντινούπολη, 1934

Οι υπόγειοι αρχαιολογικοί τόποι που θα γίνουν επισκέψιμοι στο πλαίσιο της στρατηγικής ανάδειξης από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης, μαζί με το μοναδικό στον κόσμο βυζαντινό λουτρό που διασώζεται στην Άνω Πόλη, τις δεκαπέντε βυζαντινές εκκλησίες και τα Τείχη, θα συμπληρώνουν την ταυτότητα (κοσμική και θρησκευτική) της δεύτερης μετά την Κωνσταντινούπολη πόλης της Bυζαντινής Aυτοκρατορίας.

Τα νέα βυζαντινά ευρήματα του μετρό αλλάζουν τον αρχαιολογικό χάρτη της Θεσσαλονίκης. Σε αυτή τη νέα διαμόρφωση, η «Βυζαντινή Οικουμένη» έρχεται να παίξει σπουδαίο ρόλο με πολυεπίπεδες διεθνείς συνεργασίες. «Η Θεσσαλονίκη», όπως λέει στην «Κ» ο ομότιμος καθηγητής Χριστιανικής Αρχαιολογίας και Τέχνης στο ΑΠΘ Ευθύμιος Ν. Τσιγαρίδας, «έχει όλες τις προϋποθέσεις να καταστεί διεθνές κέντρο μελέτης και προβολής του βυζαντινού πολιτισμού και της ακτινοβολίας που άσκησε στον σλαβικό κόσμο».

Την ίδια άποψη έχουν και αξιόλογοι ξένοι βυζαντινολόγοι, εκπρόσωποι επιστημονικών φορέων της Ευρώπης, που ξεκινούν συνεργασίες με τη «Βυζαντινή Οικουμένη». Μεταξύ αυτών, φορείς της Ιταλίας, της Κύπρου αλλά και σπουδαία επιστημονικά δίκτυα, όπως το διεθνές επιστημονικό Δίκτυο Pax Byzantino-Slava, το Διεθνές Κέντρο Ορθόδοξων Λαών με έδρα τη Ναϊσσό της Σερβίας για ζητήματα που αφορούν τις εκκλησιαστικές σχέσεις ανάμεσα στους ορθόδοξους λαούς στο πλαίσιο της λεγόμενης «βυζαντινής Κοινοπολιτείας», όπως αποκαλύπτει στην «Κ» η επίκουρη καθηγήτρια Αγγελική Δεληκάρη.

 

Η Μονή Στουδίου στην Κωνσταντινούπολη , 1934.

«Κέντρα για την έρευνα του βυζαντινού πολιτισμού λειτουργούν σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις. Ωστόσο, το καθένα από αυτά εξειδικεύεται σε διαφορετικά επιστημονικά πεδία (θρησκεία, λογοτεχνία, τέχνη, ιστορία, αρχιτεκτονική κ.ά.)», εξηγεί στην «Κ» ο πρόεδρος της Ενωσης Βυζαντινολόγων της Ιταλίας, Αντόνιο Ρίγκο, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βενετίας.

«Είναι προφανές», μας λέει, «ότι ένα κέντρο διεθνούς εμβέλειας, όπως η “Βυζαντινή Οικουμένη” θα είναι σημαντικό τόσο για τους Έλληνες όσο και για εμάς τους ξένους, γιατί ιστορικά η Θεσσαλονίκη είναι η πιο σημαίνουσα βυζαντινή πόλη όχι μόνο για την Ελλάδα και τα Βαλκάνια αλλά και για τη Δύση». Αντίστοιχο κέντρο, διευκρινίζει ο κ. Ρίγκο, δεν υπάρχει στην Ιταλία μολονότι το ενδιαφέρον των σπουδαστών για το Βυζάντιο (ειδικά μέσω των erasmus plus) αυξήθηκε κατακόρυφα τα τελευταία χρόνια στα πανεπιστήμια ειδικά του βορρά, τα οποία χρηματοδοτούμενα πλέον, λόγω κρίσης, και από ιδιωτικές εταιρείες, αναπτύσσουν μεγάλη δράση με ευρωπαϊκά και άλλα προγράμματα σπουδών. Στο πλαίσιο αυτό, τόσο η Ιταλική Επιτροπή Bυζαντινών Σπουδών, αλλά και μεγάλα πανεπιστήμια της Ιταλίας θα συνεργαστούν με τη «Βυζαντινή Οικουμένη» για έρευνες υψηλού επιπέδου που θα προσελκύσουν τους ξένους επιστήμονες.

 

Η  Μονή της Χώρας στην Κωνσταντινούπλη, 1934

«Πέρα από την τέχνη, τη φιλοσοφία, τη λογοτεχνία, την ιστορία των θρησκειών, αν κάτι επιπλέον μας διδάσκει το Βυζάντιο σήμερα», λέει ο Αντόνιο Ρίγκο, «είναι ότι το Ισλάμ, οι κρίσεις (πολιτικές, οικονομικές), οι μετακινήσεις πληθυσμών στη σύγχρονη Δύση έχουν πολλές ομοιότητες, ανάλογες με εκείνες που αντιμετώπισε ο κόσμος του Βυζαντίου. Ας εμβαθύνουμε στην ιστορία του, για να διδαχθούμε».

 


 Οι πρόσφατες εξελίξεις

Η πανδημία ανέτρεψε σχέδια και προγραμματισμούς. Συμφωνίες που ήταν έτοιμες να κλείσουν μπήκαν στα συρτάρια, άλλες άλλαξαν κατεύθυνση. Έτοιμη σχεδόν για τη λειτουργία της ήταν και η «Βυζαντινή Οικουμένη», αλλά το ξέσπασμα της υγειονομικής κρίσης καθήλωσε το αρχικό σχέδιο για την εγκατάστασή της σε διατηρητέο κτίριο της Θεσσαλονίκης. Οι δυσκολίες ωστόσο δεν σταμάτησαν την ορμή της ιδρυτικής ομάδας να βρει τον εναλλακτικό χώρο που θα στεγάσει την πλούσια βιβλιοθήκη, το αρχείο και τις δραστηριότητές της. Κι ενώ όλα έδειχναν ότι η ιδιωτική πρωτοβουλία βυζαντινολόγων και βυζαντινόφιλων να ιδρύσουν ένα διεθνές ερευνητικό κέντρο για τον βυζαντινό κόσμο είχε «παγώσει», η λύση βρέθηκε και μάλιστα εν μέσω καραντίνας. Ένα άλλο ιστορικό κτίριο της πόλης ανοίγει για να χωρέσει χιλιάδες βιβλία, σπάνια φωτογραφικά, αρχιτεκτονικά και επιστημονικά ντοκουμέντα που έχει συγκεντρώσει έως σήμερα ο νέος φορέας, μέρος των οποίων έχει ήδη ψηφιοποιηθεί.

Το διατηρητέο οίκημα του Κέντρου Διαφύλαξης Αγιορείτικης Κληρονομιάς (ΚεΔΑΚ) στην οδό Πραξιτέλους 7 και Ζαΐμη (περιοχή παλαιού Αρχαιολογικού Μουσείου) θα είναι η μόνιμη έδρα της «Βυζαντινής Οικουμένης». Με το σύμφωνο συνεργασίας μεταξύ του υφυπουργείου Εσωτερικών (Μακεδονίας – Θράκης), του ΚεΔΑΚ και του σωματείου «Βυζαντινή Οικουμένη» αφενός ξεκινάει η δράση ενός ακόμη κέντρου έρευνας του βυζαντινού πολιτισμού, αφετέρου αξιοποιείται ένα από τα σπουδαία κτίσματα της αστικής αρχιτεκτονικής των αρχών του 20ού αιώνα. 

 


Το κτίριο του ΚεΔΑΚ, γνωστό ως οικία Παπακωνσταντίνου, χαρακτηρισμένο «ως έργο τέχνης που παρουσιάζει ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό και μορφολογικό ενδιαφέρον» (17-9-1992), έχει μακρά ιστορία. Χτισμένο το 1908 σε οικόπεδο εμβαδού 662 τ.μ., στην όψιμη περίοδο του εκλεκτικισμού, περιήλθε στην κυριότητα του ΚεΔΑΚ το 1984 έπειτα από δωρεά, εν ζωή, της Φωτεινής χήρας Νικολάου Χριστοδούλου. Αποτελούσε κληρονομιά και διαθήκη του ανιψιού της δωρήτριας, Κωνσταντίνου Παπακωνσταντίνου, ο οποίος ως φίλος του Αγίου Ορους είχε εκφράσει την επιθυμία να στηρίξει το νεοσύστατο τότε ΚεΔΑΚ. Ο ίδιος το κληρονόμησε από τη μητέρα του Σμαρώ, χήρα Αστέριου Παπακωνσταντίνου, η οποία αγόρασε το ακίνητο το 1915 από τον Αχμέτ Νεδίν Βέη, που φέρεται ως ο πρώτος ιδιοκτήτης της οικίας. Σήμερα, κρυμμένο ανάμεσα σε πολυκατοικίες, αποτελεί ένα από τα ελάχιστα δείγματα μιας περιοχής και μιας εποχής, όταν λίγο πριν από το τέλος της οθωμανικής κυριαρχίας οι εύπορες μεσοαστικές οικογένειες έκτιζαν μεγάλες κατοικίες για μόνιμη εγκατάσταση ή παραθέριση αναμορφώνοντας την έως τότε αγροτική όψη της ανατολικής Θεσσαλονίκης.

Στους χώρους του φυλάσσεται μέρος της βιβλιοθήκης του ΚεΔΑΚ. Το διατηρητέο, μας πληροφορεί ο διευθυντής του ΚεΔΑΚ Ηλίας Π. Περτζινίδης, αποκαταστάθηκε την περίοδο 1996-1997 υπό την επίβλεψη του ΚεΔΑΚ, ωστόσο η «μη συνεχόμενη χρήση του, η περιστασιακή και αποσπασματική συντήρησή του είχαν ως αποτέλεσμα να προκληθούν φθορές, κάποιες από τις οποίες οφείλονται στην εισερχόμενη υγρασία από τη στέγη». Με μια νέα μελέτη, η οποία εγκρίθηκε από τις υπηρεσίες Νεοτέρων Μνημείων και Αρχιτεκτονικής του δήμου, οι φθορές θα αντιμετωπιστούν άμεσα ώστε να ανοίξει στο κοινό το ερχόμενο καλοκαίρι.

Τι σημαίνει για τη Θεσσαλονίκη και για τα Βαλκάνια η λειτουργία ενός διεθνούς ερευνητικού κέντρου για το Βυζάντιο; «Μια βιβλιοθήκη στον 21ο αιώνα πρέπει να είναι ένας ζωντανός οργανισμός, ένας ανοιχτός προσβάσιμος τόπος που δεν θα περιορίζεται στα στενά ακαδημαϊκά πλαίσια», εξηγεί η πρόεδρος του σωματείου «Βυζαντινή Οικουμένη» δρ Φλώρα Καραγιάννη. Εύκολη πρόσβαση στον 21ο αιώνα σημαίνει και ψηφιοποίηση. Την ανέλαβε το Ευρωπαϊκό Κέντρο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων (ΕΚΕΒΥΜ) έπειτα από παραχώρηση του υλικού γι’ αυτό τον σκοπό και, όπως διευκρινίζει στην «Κ» η πρόεδρος του ΕΚΕΒΥΜ  Ναταλία Πούλου, μέρος του ψηφιοποιημένου αρχείου θα είναι σύντομα διαθέσιμο από τις ιστοσελίδες του ΕΚΕΒΥΜ.

Οι συλλογές της «Βυζαντινής Οικουμένης» αριθμούν πάνω από 50.000 βιβλία και 200.000 φωτογραφικά, αρχιτεκτονικά και επιστημονικά ντοκουμέντα που συγκεντρώθηκαν τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Πυρήνα τους αποτέλεσε η δωρεά προς την κ. Φλώρα Καραγιάννη 6.100 βιβλίων και του σπάνιου αρχείου του ομότιμου καθηγητή Βυζαντινής Αρχαιολογίας στο Πρίνστον, Σλόμπονταν Τσούρτσιτς, και της συζύγου του αρχιτέκτονα, Ευαγγελίας Χατζητρύφωνος, λίγο πριν από τον θάνατό τους. Στην πρώτη δωρεά προστέθηκαν 7.500 βιβλία του επίκουρου καθηγητή Βυζαντινής Αρχαιολογίας Γιώργου Φουστέρη, οι βιβλιοθήκες και τα αρχεία κι άλλων πανεπιστημιακών, των Νίκου Μουτσόπουλου, Φαίδωνα Μαλιγκούδη, Γιάννας Κατσόβσκα-Μαλιγκούδη, Αγγελικής Δεληκάρη, Αιμίλιου Μαυρουδή, Παναγιώτη Σωτηρούδη, Χρυσάνθης Μαυροπούλου-Τσιούμη και της πρόωρα εκλιπούσης Ολγας Λόσεβα.

«Η Θεσσαλονίκη ήταν πολύ τυχερή. Απέκτησε το αρχείο του Τσούρτσιτς, ενός σπουδαίου επιστήμονα στον τομέα των βυζαντινών σπουδών. Πρόκειται για μια από τις πιο πλούσιες, οργανωμένες και ειδικές βιβλιοθήκες που αφορούν την ιστορία της βυζαντινής και οθωμανικής αρχιτεκτονικής στα Βαλκάνια. Για να δημιουργήσει κανείς σήμερα μια τέτοια βιβλιοθήκη χρειάζεται χρήμα και χρόνο», αναφέρει στην «Κ» ο καθηγητής Σρτζαν Πιριβάτριτς, πρόεδρος της Σερβικής Επιτροπής Βυζαντινών Σπουδών. «Η σημασία ενός Κέντρου δεν είναι μόνο επιστημονική, αλλά πρωτίστως πολιτισμική και πνευματική, ειδικά σε μια σπουδαία πόλη του Βυζαντίου που επέδρασε στη διαμόρφωση των πολιτιστικών προτύπων στα Βαλκάνια μέσω της δράσης των αδελφών Κυρίλλου και Μεθοδίου και στους μεταγενέστερους αιώνες. Η Ελλάδα διατήρησε τη βυζαντινή κληρονομιά της. Σε αυτό συνέβαλε και το επιστημονικό έργο του Τσούρτσιτς, μέσω του οποίου χτίστηκε η συνεργασία μεταξύ Ελλάδας και Σερβίας. Είμαστε πρόθυμοι να τη συνεχίσουμε συνεισφέροντας και μέσω της “Βυζαντινής Οικουμένης”».

Καθημερινή 02.07.2018 & 19.02.2021 άρθρα της κας Γιώτα Μυρτσιώτη

https://www.facebook.com/ByzantineOecoumene/