Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2019

Η Απελευθέρωση της Χειμάρρας 22.12.1940


 
Η Μάχη της Χειμάρρας (13-22 Δεκεμβρίου 1940) ήταν μια στρατιωτική σύγκρουση που έλαβε χώρα κατά την διάρκεια του Ελληνοϊταλικού Πολέμου τον Δεκέμβριο του 1940, κατά τη διάρκεια της αντεπίθεσης του Ελληνικού Στρατού που ακολούθησε την αποτυχημένη ιταλική εισβολή στην Ελλάδα.  Δέκα ημέρες και δέκα νύχτες κράτησε η μάχη της Χειμάρρας. Οι Ιταλοί την είχαν οχυρώσει και χρησιμοποίησαν για την άμυνα της τανκς, αεροπορία, πυροβολικό και πεζικό. Στην παραλία οι Ιταλοί είχαν φράξει το στενό της Παπαθιάς με αλλεπάλληλες αμυντικές γραμμές. Οι Έλληνες αποκρούστηκαν στις 15 του μήνα. Έκαναν τρεις μέρες κι έχασαν 370 άνδρες ώσπου να πάρουν ένα λόφο. Όταν, στις 19, πάρθηκε στο εσωτερικό το διάσελο του Κούτσι, οι Ιταλοί της Παπαθιάς κυκλώθηκαν. Στις 20 υποχώρησαν στην παραλία. Στις 21 παραδόθηκαν. Κούτσι και Παπαθιά τους στοίχισαν 900 αιχμάλωτους, 300 νεκρούς, πυροβόλα, όλμους και τεράστιες ποσότητες πυρομαχικών που «εξόπλισαν» τον ελληνικό στρατό. Στις 22 του Δεκέμβρη, «πεζοπορούντες επί δεκάωρον», όπως ανέφερε ο σημαιοφόρος του ναυτικού Πυρρός Σπυρομήλιος, οι Έλληνες μπήκαν στην πόλη «γενόμενοι δεκτοί υπό των κατοίκων με έξαλλον  ενθουσιασμόν». Ο σημαιοφόρος ύψωσε την ελληνική σημαία και ξεκίνησε  νέα πορεία, βορειότερα. Ο βαρύς χειμώνας σταμάτησε την προέλαση. Οι Ιταλοί οχυρώθηκαν στον Αυλώνα. Μετά τη νίκη των Ελλήνων στη Χειμάρρα, ο Ιταλός δικτάτορας Μπενίτο Μουσολίνι, παραδέχθηκε ότι ένα από τα αίτια της ιταλικής ήττας ήταν το υψηλό φρόνημα των ελληνικών στρατευμάτων.




Η Απελευθέρωση της Χειμάρρας 22.12.1940

Στις 4 Δεκεμβρίου ο Ελληνικός στρατός κατέλαβε το Πογραδέτς. Την ίδια μέρα μια ελληνική μεραρχία ανέτρεψε τον εχθρό στην κοιλάδα του Σουχα ποταμού και κατέλαβε την Πρεμετή. Αξίζει να σημειωθεί ότι η μεραρχία είχε κινηθεί με πορεία από την Καλαμπάκα μέχρι το μέτωπο, είχε δηλαδή διανύσει 200 χιλιόμετρα, και είχε εμπλακεί αμέσως στον αγώνα χωρίς ανάπαυση!!

Την 7ην κατέλαβε το Δέλβινο, την 8ην κατέλαβε το Αργυρόκαστρο. Δύο ημέρας πριν, στις 6 Δεκεμβρίου οι Ελληνικές δυνάμεις είχαν καταλάβει τον λιμένα των Αγίων Σαράντα, τον όποιον οι Ιταλοί είχαν μετονομάσει σε Πόρτο Εντα, εκ τού ονόματος της κόρης του Μουσσολίνι Εντας που ήταν σύζυγος του υπουργού του εξωτερικών Τσιάνο. Από τις 8 μέχρι της 28 Δεκεμβρίου συνεχίστηκαν οι επιθετικοί επιχειρήσεις. Στις 8 του μήνα η 3η Μεραρχία του Ελληνικού Στρατού κινήθηκε βόρεια και στις 13 Δεκεμβρίου είχε φθάσει δυτικά και βορειοδυτικά του Μπόρσι, στην άριστα οχυρωμένη γραμμή, ύψωμα 613 – Μάλι ε Κηπαρόιτ – Μάλι ε Τζόρετ – αυχένας Κούτσι – Μάλι Ιτέρας που υπεράσπιζε η ιταλική μεραρχία Σιένα.

Στις 13 Δεκεμβρίου, ο Πάνορμος (Πόρτο Παλέρμο), ένα παραθαλάσσιο χωριό νότια της Χειμάρρας, τέθηκε υπό τον έλεγχο των ελληνικών δυνάμεων. Δύο ημέρες αργότερα, η 3η Μεραρχία Πεζικού του Ελληνικού Στρατού επιτέθηκε εναντίον των ιταλικών στρατευμάτων στη Χειμάρρα. Ωστόσο, οι επιχειρήσεις επιβραδύνθηκαν λόγω της σθεναρής αντίστασης του εχθρού, που υποστηριζόταν από πολεμικά αεροσκάφη που έπλητταν τα ελληνικά πεζοπόρα τμήματα, αλλά και εξαιτίας των δύσκολων καιρικών συνθηκών.

Στις 15 Δεκεμβρίου οι πρώτες επιθέσεις του 12ου Συντάγματος Πεζικού (Σ.Π.) κατά των υψωμάτων του Κηπαρού απέτυχαν.

Στις 19 Δεκεμβρίου, οι ελληνικές δυνάμεις μετά από μια σκληρή μάχη, κατέλαβαν το ύψωμα Γκιάμι, βόρεια του Πανόρμου. Εν τω μεταξύ, την αυγή της ίδιας ημέρας, το 3/40 Σύνταγμα Ευζώνων υπό τον συνταγματάρχη Θρασύβουλο Τσακαλώτο ξεκίνησε αιφνιδιαστική επίθεση, χωρίς προπαρασκευή πυροβολικού, εναντίον των ιταλικών θέσεων στο όρος Μάλι ι Τζόρετ (Αλβανικά: Mali i Xhorët), γνωστό και ως όρος Πίλιουρι, ένα στρατηγικό σημείο ανατολικά της Χειμάρρας. Οι Εύζωνοι του συντάγματος, αφού ενημερώθηκαν για την τοπογραφία της περιοχής από τους ντόπιους κατοίκους, επιτέθηκαν με αργή προώθηση και ύστερα εκτέλεσαν έφοδο εφ' όπλου λόγχη, από διαφορετικές θέσεις ταυτόχρονα, κατά των ιταλικών αμυντικών παρατάξεων. Παρόλο που το χιόνι ήταν κοντά στο ένα μέτρο, οι καιρικές συνθήκες βοήθησαν να προωθηθούν άμεσα τα ελληνικά στρατεύματα και να υπερπηδήσουν τα συρματοπλέγματα, αιχμαλωτίζοντας μια ορεινή ιταλική πυροβολαρχία, μαζί με τον διοικητή της. Έπειτα από τρεις μέρες έντονων πολεμικών συγκρούσεων, οι άνδρες της 3ης Μεραρχίας Πεζικού κατάφεραν να αποκτήσουν τον έλεγχο του υψώματος, όπως και το διάσελο του Κούτσι (Kuç).

Η κατάληψη αυτών των θέσεων, απέκτησε πολύ μεγάλη σημασία αφού έδινε πρόσβαση στην κοιλάδα του ποταμού Σιούσιτσα (Shushicë), που κατέληγε στα περίχωρα της Αυλώνας. Επιπρόσθετα κατασχέθηκαν από τα ιταλικά στρατεύματα έξι πυροβόλα πυροβολικού, μια μονάδα πυροβολικού και μεγάλη ποσότητα προμηθειών πολέμου. Οι ελληνικές απώλειες δεν είχαν ξεπεράσει του 100 νεκρούς και αγνοούμενους, ενώ οι Ιταλοί είχαν χάσει περίπου 400 οπλίτες και πάνω από 900 αιχμαλώτους.

Μετά τη διάνοιξη της κοιλάδας Σουσίτσα και του υψώματος Τσιπίστας (πλησίον της Χιμάρας) στις 21 Δεκεμβρίου, οι Ιταλοί αναγκάστηκαν να εκκενώσουν την πόλη της Χιμάρας προκειμένου  να αποφύγουν την πιθανότητα περικύκλωσης. Το ίδιο βράδυ λίγο μακρύτερα απελευθερώνονταν το Πύλιουρι.

Το Σαββάτο 22 Δεκεμβρίου 1940, ελληνικά τμήματα εισέρχονταν στο κάστρο του Ελληνισμού της Ηπείρου, στην αδούλωτη Χειμάρρα και προχωρούν προς το Σκουταρά όπου οι Ιταλοί θα προβάλουν σθεναρή αντίσταση.

Τα ελληνικά στρατεύματα έγιναν δεκτά στην Χειμάρρα από τους ντόπιους με ενθουσιασμό. Πλήθος αιχμαλώτων (ανάμεσα τους δύο αντισυνταγματάρχες) και άφθονο υλικό περιήλθαν στα ελληνικά χέρια αν και οι Ιταλοί είχαν λεηλατήσει και καταστρέψει φεύγοντας ότι μπορούσαν.

Ο Ελληνικός Στρατός εισήλθε στη Χειμάρρα με οδηγούς πολλούς ντόπιους Έλληνες: Θανάσης Κούστας, Αντώνης Κοκκαβέσης, Σάββας Πρίφτης, Πολυμέρης Κολιάκης, Π. Μπολάνος, Ν. Μπελέρης, Γ. Δημογιάννης, Σ. Λυκόκας, Γ. Μπρίγκος, Γ. Δήμας, Δ. Ζώτος, Ν. Ντούκος, Γρ. Πρίφτης, Π. Γκόρος κ.α.

Παράλληλα Χειμαρριώτες πήραν τα όπλα και ενίσχυσαν δυναμικά τον Ελληνικό Στρατό στις επιχειρήσεις.

Την Κυριακή το πρωί, μετά την πρώτη δοξολογία στην παλιά μονή του Αγίου Κοσμά, λαός και στρατός έψαλαν το «Χριστός Ανέστη» στους Άγιους Πάντες και ας ήταν παραμονές Χριστουγέννων. Ένας μεγάλος χορός αγκάλιασε ντόπιους και ελευθερωτές.

Η κατάληψη της Χειμάρρας εορτάστηκε με λαμπρότητα στην Ελλάδα και απέδειξε ότι ο ελληνικός στρατός ήταν σε θέση να συνεχίσει την προέλαση του βορειότερα, αναγκάζοντας τον ιταλικό στρατό σε συνεχή οπισθοχώρηση. Από την άλλη πλευρά, οι Ιταλοί επικεφαλής είχαν θορυβηθεί από την ελληνική νίκη, τόσο που στις 24 Δεκεμβρίου, ο Μπενίτο Μουσολίνι, εξέφρασε γραπτώς τις ανησυχίες του στον Ιταλό στρατιωτικό διοικητή Ούγκο Καβαλλέρο. Στην επιστολή του, ο Μουσολίνι, επισημαίνει ότι πέρα από κάθε αμφιβολία, ότι μία από τις αιτίες της ιταλικής ήττας, ήταν το υψηλό ηθικό των ελληνικών δυνάμεων, που οδήγησε εν τέλει και στην κατάληψη της Χειμάρρας. Η κατάληψη της πόλης οδήγησε στην ανύψωση του φρονήματος των ελληνικών στρατευμάτων αλλά και του ελληνικού λαού. Με απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης λόγω της σημαντικής νίκης, ορίστηκε τριήμερος σημαιοστολισμός όλων των δημοσίων κτηρίων.





Δύο μέρες μετά (24.12.1940) ο αντιστράτηγος ε.α. ΚΩΝΣΤ. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ ΑΙΝΙΑΝ έγραφε στην εφημερίδα ΕΣΤΙΑ:

Ποια ευγνωμοσύνη οφείλει, πρέπει να οφείλει, ο Ελληνισμός ολόκληρος εις τον δόλιο αλλά και κωμικό ψευδοκαίσαρα της Ρώμης, διότι με την άτιμη ενάντια στην πατρίδα μας επίθεση του, του έδωσε την ευκαιρία να γνωρίσει χθές την άφθαστη χαρά της αναγγελίας της εισόδου του απελευθερωτικού Ελληνικού στρατού στην Ιστορική και προσφιλή σε κάθε Ελληνική καρδιά Χειμάρρα.

Μέσα εις την όλην ιστορίαν της Ηπείρου, η οποία, διά μέσου μακρών αιώνων και χιλιετιών , είναι μια ιστορία υπερήφανου ακραιφνούς Ελληνισμού, περιπετειών, δοκιμασιών, αγώνων και θυσιών, η Ελληνικώτατη Χειμάρρα κατέχει εντελώς εξέχουσα θέση. Δέν έδωσε η Ήπειρος αυτή εις την Ελληνική Ιστορία μόνο υπέροχους πολεμιστές, των οποίων η γενναιότητα και η αυταπάρνηση μένουν ως μεγάλα παραδείγματα για όλες τις επιούσιες Ελληνικές γενιές έδωσε και τόσους μεγάλους ευεργέτες, όσους ίσως καμία άλλη Ελληνική περιοχή, και μεγάλους του γένους διδασκάλους και επιστήμονες, τιμήσαντας την Ελληνική επιστήμη. Τα ονόματα των Ζαππών και του Αρσάκη, του Τόσιτσα και του Μπάγκα , του Σίνα και του Αβέρωφ, του Ζωσιμά και του Στουρνάρα, τα ονόματα των μεγάλων διδασκάλων Πηγά και Μπαλάνου, Γορδίου και Κοσμά, δεν θα τα λησμονήσει ποτέ η Ελληνική Ιστορία. Μέσα εις τα θαυμάσια εκπαιδευτήρια, τα οποία εις όλες τας πόλεις και τας πολίχνας της Ηπείρου έκτιζαν οι μεγάλοι αυτοί, ευεργέται, εδίδασκον ακόμη και κατά τους σκοτεινούς της δουλείας αιώνες οι μεγάλοι αυτοί διδάσκαλοι και συντηρούν και κρατούν τον εθνικό φρόνημα του πληθυσμού δια της Ελληνικής Παιδείας.

Μέσα εις το εθνικό αυτό σύνολο της Ηπείρου, η Χειμάρρα αποτέλεσε πάντοτε ακραίο πύργο εθνικού φρονήματος και εθνικών αγώνων. Στενόμακρος, εκτεινομένη κατά μήκος των παραλιών της Αδριατικής και εις την έκταση 60-70 χιλιομέτρων, με πλάτος 10-15 μόνο χιλιομέτρων, χωρίζεται από την λοιπή Ήπειρο δι' αποκρήμνου οροσειράς η οποία συχνά την προστάτευσε κατά των επιδρομέων και διεφύλαξε το υπερήφανο και ακλόνητο φρόνημα των κατοίκων της. Τα δέκα χωριά της εξέθρεψαν πάντοτε αληθείς ήρωες, για τους οποίους η Ελληνική συνείδηση υπήρξε ιερή και οι οποίοι, προσφέροντες τις υπηρεσίες τους στους ξένους εκείνους, για τους οποίους ήλπιζαν ότι θα εξυπηρετήσουν τον εθνικό τους αγώνα, θαυμάστηκαν πάντοτε για τις εξαιρετικές στρατιωτικές αρετές τους τους. Εις τα συγγράμματα των Μεσαιωνοδιφών, Χόπφ, Σάθα και άλλων, βρίσκει κανείς πλείστα όσες μαρτυρίες συγχρόνων , για τα κατορθώματά που επετέλεσαν εις την υπηρεσία της Ενετικής Δημοκρατίας ή άλλων Ιταλικών κρατών της Αναγεννήσεως οι Χειμαρριώτες , οι Ηπειρώτες πολεμιστές, οι αποτελούντες τα τάγματα των Stradioti ή το λεγόμενο Ελληνικό ή Μακεδονικό ιππικό. Το όνομα ιδίως ενός των επί κεφαλής αυτών αρχηγών, του Μπούα, ο οποίος κέρδισε 20 περίλαμπρες νίκες, του οποίου ο τάφος βρίσκεται στην Φλωρεντία και τα θρυλικά κατορθώματα αφηγείται ολόκληρο έπος, έμεινε αλησμόνητος.

Χάρις εις το άβατον του εδάφους της και το άκαμπτο Ελληνικό φρόνημα των κατοίκων της, η επαρχία της Χιμάρας αποτέλεσε και κατά τους χρόνους της δουλείας μια αυτόνομη πολιτεία με δικαιώματα ανάλογα, εάν όχι μεγαλύτερα των της Μάνης, του Σουλίου και των Αγράφων. Κατά τον αγώνα της Παλιγγενεσίας, σώμα ηρωικών Χειμαρριωτών, υπο τον Σπύρομήλιο, ο οποίος είχε σπουδάσει την στρατιωτική τέχνη εις την Ιταλία, και τους άλλους ηγέτες από την μεγάλη αυτή οικογένεια, κατήλθε και έλαβε μέρος ένδοξο εις τους θρυλικούς του 1821 αγώνες, ιδίως εις την Αιτωλοακαρνανία και το Μεσολόγγι. Οι ηρωικοί αυτοί αγώνες ανταμείφθηκαν αργότερα από το απελευθερωθέν Ελληνικό Κράτος, όπου ο Σπυρομήλιος έγινε επανειλημμένος υπουργός του Όθωνα, λόγω της εξαιρετικής του μορφώσεως, ο δε Ζάχος Μήλιος ανακηρύχθηκε, λόγω της αξίας του πολεμάρχης. Έτσι προήλθε και το λαϊκό τραγούδι:

Σπύρο-Μήλιο με το πέννα

Ζάχο-Μήλιο με το πάλα.

Ένα σχεδόν αιώνα αργότερα συνέχισε τις ηρωικές αυτές παραδόσεις της οικογενείας ο αξιωματικός της Χωροφυλακής Σπυρομήλιος, πρωτοστάτης εις τους αφανής αλλά επικούς αγώνες των Μακεδονομάχων, απο το 1904 μέχρι το 1908. Τραυματίστηκε δε τότε σοβαρά και νοσηλεύθηκε κρυφά εις την οικία του νυν δήμαρχου Κορυτσάς κ. Χαρισιάδη.

Πολέμησε έπειτα εις τον εθνικό πόλεμο, διακριθείς παντού για την γενναιότητά του. Όταν όμως πλησίαζε η ελευθερία στην πατρίδα του, πέρασε εκεί, ετέθη επικεφαλής των συμπατριωτών του και την 5η Νοεμβρίου 1912 κήρυξε την ανεξαρτησία της Χειμάρρας την οποία και διατήρησε μέχρι τις 21 Φεβρουαρίου του 1913. Έπειτα συμμετέχει στον Βορειοηπειρωτικό αγώνα, μαζί με τον επίσης γενναίο Χειμαρριώτη Δούλη, υπουργό της Ελέυθερης Ηπειρωτικής κυβερνήσεως. Την 12η Αυγούστου του 1916, κατά την διάρκεια του παγκοσμίου πολέμου οι Ιταλοί κατέλαβαν την Χειμάρρα και για πρώτη τότε φορά, στην ιστορία της Χειμάρρας, κατατυράννησαν τους κατοίκους της. Αργότερα, το 1921, οι Αλβανοί, δημιουργώντας το κράτος τους, έδιωξαν τους Ιταλούς αλλά και πάλι οι Χειμαρριώτες ανακήρυξαν την ανεξαρτησία τους, την οποία διατήρησαν περίπου μέχρι τον Ιούνιο του 1922. Πέρασαν έκτοτε χρόνια σκληρά για τους γενναίους αυτούς Έλληνες, χρόνια πραγματική δυστυχίας, την οποία αποκορύφωσε η επάνοδος των Ιταλών τυράννων την άνοιξη του 1939.

Προχθές δύο άλλοι Σπυρομήλιοι συνεχίζοντας την αιώνια παράδοση της Χειμάρρας, εισήλθαν με τα πρώτα τμήματα του απελευθερωτικού Ελληνικού στρατού εις την ιστορική κωμόπολη, όπου οι κάτοικοι κλαίγοντας από χαρά, ασπάζονταν αλλήλους χαιρετιζόντουσαν με το «Χριστός Ανέστη ». Ο Μίλτος Σπυρομήλιος, ανιψιός του αειμνήστου, και ο Πύρρος Σπυρομήλιος, αξιωματικός του Ελληνικού ναυτικού, γονάτισαν μαζί με όλο τον λαό μέσα στον ναό των Αγίων Πάντων όπου ψάλανε την πάνδημη δοξολογία εις τον Ύψιστο.

Την χαρά όλων μείωνε κάπως η απουσία δεκαπέντε καλών πατριωτών, που απήγαγαν οι Ιταλοί, φεύγοντας και αφού κατέστρεψαν ότι πρόλαβαν ότι πρόφθασαν οι λαμπροί του Μουσολίνι στρατιώτες. Μεταξύ τον αγνοουμένων ήταν και ο Νικόλαος Σπυρομήλιος, παλαιός γενναίος πολεμιστής των Μακεδωνικών αγώνων και πατέρας του σημαιοφόρου του Β. Ναυτικού Πύρρου Σπυρομήλιου.

Ο θεός και η Παναγία ας τους προστατεύσει στον δύσκολο δρόμο τους, του οποίου τα βασανιστήρια και τις πικρίες θα γλυκαίνει η χαρά και ο ενθουσιασμός για την απελευθέρωση της πατρίδας τους.

ΚΩΝΣΤ. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ ΑΙΝΙΑΝ

Αντιστράτηγος ε.α





Παρασκευή 17 Μαΐου 2019

Η Βόρεια Ήπειρος και το πρωτόκολλο της Κέρκυρας (17.5.1914)

Χαρακτηριστική φωτογραφία της επίσημης ανακήρυξης της Αυτονομίας την 1η Μαρτίου 1914 στο Αργυρόκαστρο. Πηγή: Εθνικό και Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.


Η Βόρεια Ήπειρος και το πρωτόκολλο της Κέρκυρας 

17.5.1914

Παρά την ελληνικότητα της Ηπείρου, η οποία δεν αμφισβητιόταν, εν τούτοις η σύγχρονη απελευθερωτική της ιστορία υπήρξε περιπετειώδης. Αρχικώς μεν δεν μπόρεσε να συμμετάσχει εις τον αγώνα της εθνεγερσίας, διότι κατά τους χρόνους εκείνους συνέπεσε η παρουσία εκεί ισχυρών τουρκικών δυνάμεων, οι οποίες είχαν μεν σαν σκοπό τους την υποταγή του Αλή Πασά, άλλα στην πράξη καθιστούσαν αδύνατη την επέκταση και εδώ της Ελληνικής Επαναστάσεως. Αλλά αν η Ήπειρος ζημιώθηκε εκ του γεγονότος αυτού, η επαναστατημένη Ελλάδα ωφελήθηκε ιδιαιτέρως, διότι οι Σουλιώτες και οι έμπειροι Έλληνες αγωνιστές, που υπηρέτησαν ποικιλοτρόπως υπό τον Αλή πασάν, έσπευδαν να κατέλθουν στην 'Ελλάδα και να βοηθήσουν τον αγώνα. Υπό αυτές τις συνθήκες η μετά από τόσες ταλαιπωρίες αναγνωρισθείσα ελληνική ανεξαρτησία δεν συμπεριέλαβε στα ασφυκτικά άλλωστε ελληνικά σύνορα κανένα τμήμα της 'Ηπείρου.
Στην Ήπειρο η επανάσταση εκδηλώθηκε ολίγα έτη βραδύτερα, με την ευκαιρία του Κριμαϊκού πολέμου. Οι επαναστάτες της νοτιότατης πλευράς της, βοηθούμενοι από εθελοντικά τμήματα της ελεύθερης Ελλάδας, τα όποια πολλαπλώς ενθαρρύνονταν υπό του Βασιλέως Όθωνος, πέτυχαν να κυριαρχήσουν, όταν άρχιζε το 1854, της υπαίθρου της Νότιας Ηπείρου και, μετά μάχη με τους Τούρκους στα Πέντε Πηγάδια, να φιλοδοξήσουν την απελευθέρωση και των 'Ιωαννίνων. Αλλά η κατάσταση μεταβλήθηκε άρδην, αφ' ενός μεν διότι οι Τούρκοι έσπευσαν να αποστείλουν εκεί στρατιωτικές δυνάμεις, αφ' έτερου δε διότι το ελεύθερο Βασίλειο υπό την αγγλογαλλική πίεση, η οποία κατέληξε και στην γνωστή κατοχή, αναγκάσθηκε να αδρανήσει εντελώς.
Όμως φάνηκε προς στιγμή ότι ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος του 1877-1878 θα αποτελούσε νέα ευκαιρία για εξέγερση της 'Ηπείρου, άλλα και πάλιν τα γεγονότα στην ελεύθερη Ελλάδα υπήρξαν αιτία να εκδηλωθεί η ανταρσία όταν ο πόλεμος τέλειωνε. Ακολούθησαν οι περιπέτειες μετά το Συνέδριο του Βερολίνου, και τελικά επιτεύχθηκε το 1881, με τον καθορισμό ως ελληνοτουρκικού συνόρου του ποταμού Αράχθου να απελευθερωθεί ουσιαστικά μόνον η Άρτα. Κατά τον πόλεμο του 1897 οι στρατιωτικές δυνάμεις προς την Ήπειρο είχαν μερικές επιτυχίες στην αρχή, αλλά η υποχώρηση είχε και εκεί τις συνεπείας της, και τοιουτοτρόπως η ήττα δεν  μετέβαλε την κατάσταση. Υπήρξε ευτύχημα, ότι δεν επήλθε χειροτέρευση.
Αυτή την κατάσταση βρήκε η έκρηξη του Α' Βαλκανικού πολέμου. Στο  Ηπειρωτικό μέτωπο αν και οι Έλληνες δεν αντιμετώπισαν ενδοσυμμαχικές δυσκολίες, πρόβαλε τότε το πρόβλημα του ανταγωνισμού των εξωβαλκανικών δυνάμεων, Ιταλίας και Αυστρίας, που επρόκειτο όχι μόνον να κολοβώσει την ελληνική εξόρμηση προς την Ήπειρο, άλλα και να επηρεάσει τις εξελίξεις στην Βόρειο Ήπειρο ακόμη και μέχρι σήμερα.
 Σπ. Σπυρομήλιος

Κατά την περίοδο πάντως του Α' Βαλκανικού πολέμου, μετά την αρχική βραδύτητα του ελληνικού στρατού, επακολούθησε, μετά την πτώση ιδίως των Ιωαννίνων, ραγδαία και άνετη προέλαση των Ελλήνων προς την Βόρειο Ήπειρο. Καταλείφθηκε τότε το Αργυρόκαστρο και το Τεπελένι, σταμάτησαν όμως οι Έλληνες, οι όποιοι είχαν φθάσει και πέραν του Τεπελενίου, την προέλαση των κατόπιν αξιώσεως των Ιταλών και παρεμβάσεως της Αυστρίας. Της πτώσης των 'Ιωαννίνων είχε προηγηθεί η κατάληψη της Χειμάρρας (5/18 Νοεμβρίου 1912) και της Κορυτσάς (7/20 Δεκεμβρίου 1912). Η Χειμάρρα είχε καταληφτεί από άτακτους εθελοντές, ενισχυόμενους από το Ελληνικό κράτος, υπό τον ντόπιο ελληνικής καταγωγής αξιωματικό της Χωροφυλακής Σπυρομήλιο. Από της στιγμής εκείνης, αρχομένου   δηλαδή   του 1913, ουσιαστικώς τέθηκε επί τάπητος το Βορειοηπειρωτικό ζήτημα, το όποιο αφήκαν εκκρεμές, τόσο η Συνθήκη του Λονδίνου όσο και η Συνθήκη του Βουκουρεστίου. Οι Έλληνες όμως ήθελαν την λύση του. Αυτή την ώρα η νέα φάση συνδέθηκε με ένα, κάθε άλλο παρά συμπαθές, παζάρεμα σε βάρος της Ελλάδος. Επειδή οι Τούρκοι δεν ήθελαν να αναγνωρίσουν την ελληνική κυριαρχία στα νησιά του Αρχιπελάγους, οι Μεγάλες Δυνάμεις ουσιαστικά έθεσαν την Ελλάδα ενώπιον του διλήμματος να επιλέξει μεταξύ των δύο. Χάριν δηλαδή των δικών τους συμφέρόντων θα έπρεπε να θυσιάσει η πολιτική ηγεσία της Ελλάδας κατ' εξοχήν ελληνικές περιφερείες. Περί τούτου δεν άφηνε καμιά αμφιβολία η διακοίνωση προς την ελληνική κυβέρνηση των πρέσβεων των εξ Δυνάμεων, που επιδόθηκε την 31 'Ιανουαρίου (13 Φεβρουαρίου) 1914.
Τα όσα επακολούθησαν μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Λονδίνου γεγονότα άφησαν διάφορες εκκρεμότητες που αφορούσαν ανταλλαγή αιχμαλώτων, εμπορίου κλπ. Αν και σύμφωνα με την Συνθήκη των Αθηνών (1/14 Νοεμβρίου 1913), επαναλήφτηκαν οι διπλωματικές σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας και ρυθμίστηκαν διάφορα επί μέρους ζητήματα, όμως η εκκρεμότητα διά την τύχη των νήσων του Αιγαίου παρέμεινε. Την ίδια χρονική περίοδο η πρεσβευτική διάσκεψη του Λονδίνου συνέχιζε τις εργασίες της ακριβώς διότι οι Δυνάμεις δεν ήθελαν να αποστερηθούν της αρμοδιότητας διακανονισμού ορισμένων ζητημάτων. Τούτο είχε ανατεθεί σ’ αυτές από τις κυβερνήσεις που υπέγραψαν την Συνθηκών. Οι Δυνάμεις δηλαδή θεώρουσαν καθ' όλα ισχυρά την Συνθήκη του Λονδίνου, παρ' όλον ότι ο επακολουθήσας Β' Βαλκανικός πόλεμος είχε σαν συνέπεια η μεν Τουρκία να την αγνοήσει πλήρως και να ανακαταλάβει την Θράκη, γενικότερα δε η Συνθήκη εκείνη να μη κυρωθεί. Αληθές είναι ότι, καθ' όσον άφορα την Ελλάδα, ίσχυε κάποια ιδιοτυπία, διότι ούτε η Ελλάς την κύρωσε. 'Εμμέσως όμως διά της Συνθήκης των Αθηνών, η οποία κυρώθηκε και στηρίχτηκε στην Συνθήκη του Λονδίνου, στην οποία και αναφέρεται, επήλθε κύρωση και   της Συνθήκης του Λονδίνου .
Εν πάση περιπτώσει όμως με το υποτιθέμενο δικαίωμα τους οι Δυνάμεις ανακοίνωσαν στην ελληνική κυβέρνηση την απόφαση της αναγνώριση της ελληνικής κυριαρχίας επί των νήσων του Αιγαίου, πλην της Ίμβρου, της Τενέδου και του Καστελλορίζου, υπό τον όρο του ανοχύρωτου αυτών και της συμμόρφωσης της Ελλάδας προς το πρωτόκολλο της Φλωρεντίας, του οποίου η προϊστορία είναι η  ακόλουθος.

 Αλβανία και Βόρειος Ήπειρος

Η ίδρυση της Αλβανίας ως ανεξάρτητου κράτους ήταν μία εκ των συνεπειών των Βαλκανικών πολέμων. Η απομάκρυνση της Τουρκίας εκ της Ευρώπης δημιουργούσε όμως κενό στην πλευρά των Αδριατικών ακτών, το όποιον διεκδικούσαν να καλύψουν η Αυστροουγγαρία, επεκτείνουσα την επί των δαλματικών ακτών κυριαρχία  της μέχρι τουλάχιστον του πορθμού του Οτράντο, και από την άλλη πλευρά η 'Ιταλία, που απέβλεπε να καταλάβει τα έναντι αυτής στο στενό του Οτράντο παράλια. Διασφάλιζε έτσι τον διάπλουν, άλλα και έθετε πόδα επί της Βαλκανικής, επί της οποίας φιλοδοξούσε να δημιουργήσει προγεφύρωμα. Συνδυασμός των αλληλοσυγκρουόμενων διαθέσεων των δύο αυτών Δυνάμεων ήταν η δημιουργία της ανεξάρτητης Αλβανίας. Την ανεξαρτησία της όμως την έβλεπαν ως προσωρινή, διότι κατά βάθος κάθε μια εκ των δύο Δυνάμεων απέβλεπε να καταστήσει εν καιρώ την Αλβανία δορυφόρο της ή ακόμα και να την κατακτήσει. Το τελευταίο το είδαμε να υλοποιείται από τον Μουσσολίνι κατά τις παραμονές του Β' Παγκοσμίου πολέμου.
Από την στιγμή που αποφασίστηκε η δημιουργία αλβανικού κράτους, τέθηκε το ζήτημα των ορίων αυτού. Και πάλιν διά μεν το προς βορραν σύνορα επεδείκνυε μέγιστο ενδιαφέρον η Αυστρουγγαρία, να είναι εκτεταμένα (εντεύθεν και η πίεση προς το Μαυροβούνιο και προς την Σερβία) δια δε τα προς τον νότο  η Ιταλία, ασκούσε πίεση προς την Ελλάδα να εκκενώσει την ελληνικώτατη επαρχία της Βορείου 'Ηπείρου. Έτσι στην Φλωρεντία η Διάσκεψη των πρεσβευτών, κατά τα τέλη του 1913, ασχολείτο με τον καθορισμό των ορίων του νέου κράτους. Στο πρωτόκολλο που υπογράφτηκε εκεί, στις 4/17 Δεκεμβρίου 1913, συμφωνήθηκε να συμπεριληφθεί στην Αλβανία ολόκληρη η Βόρειος Ήπειρος μετά του "Αργυροκάστρου, της Κορυτσάς, και της νησίδας Σάσσωνος.
Σύμφωνα με την απόφαση αυτή έπρεπε λοιπόν να εκκενωθούν τα εδάφη αυτά, και βρέθηκε σαν τρόπος πίεσης κατά της Ελλάδος το αντάλλαγμα των νήσων του 'Αρχιπελάγους. Η ελληνική κυβέρνηση, επιδεικνύουσα μετριοπάθεια και αντιληφθείσα ότι δεν ήταν δυνατό ύπό τις συνθήκες της εποχής να αγωνιστεί ταυτοχρόνως και δια τα δυο επίμαχα ζητήματα, αποφάσισε να αποδεχτεί την απόφαση των Δυνάμεων. Αυτό ανακοινώθηκε στις Δυνάμεις με το από 8/21 Φεβρουαρίου έγγραφο του υπουργού των Εξωτερικών Γεωργίου Στρέιτ.
Παρ’ όλα αυτά η υπόθεση της Βορείου 'Ηπείρου δεν επρόκειτο να τερματιστεί, διότι οι Βορειοηπειρώτες διαφωνήσαντες κήρυξαν αυτονομίν και εγκατέστησαν προσωρινή κυβέρνηση στο Αργυρόκαστρον υπό την προεδρία του τότε Γενικού Διοικητή Γεωργίου Χρηστάκη Ζωγράφου, με υπουργό των Εξωτερικών τον Αλέξανδρο Καραπάνον. Την στρατιωτική άμυνα της Χειμάρρας είχε κρατήσει ο συνταγματάρχης Σπυρομήλιος. Ενεργός δε ήταν ο ρόλος και του τότε μητροπολίτη Βέλας και Κονίτσης Σπυρίδωνος, κατόπιν 'Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Έλλάδος, ως και του Δρυϊνουπόλεως Βασιλείου.
Στις 13 Φεβρουαρίου 1914, η Πανηπειρωτική Συνέλευση (σώμα που αποτελούνταν από εκπροσώπους της περιοχής), αποφάσισε ότι εφόσον δεν επιτεύχθηκε η ένωση με την Ελλάδα θα δέχονταν μόνο τοπική αυτονομία. Για να αποφευχθεί ο κίνδυνος κατάληψης της περιοχής από αλβανικά σώματα ενόπλων ατάκτων και να προστατευθεί ο πληθυσμός της περιοχής, ο Γεώργιος Χρηστάκης-Ζωγράφος, (πρώην υπουργός εξωτερικών της Ελλάδας με καταγωγή από το Κεστοράτι Αργυροκάστρου) ανακήρυξε την «Αυτόνομη Δημοκρατία της Βορείου Ηπείρου» στο Αργυρόκαστρο, στις 28 Φεβρουαρίου.


Στην προκήρυξη της αυτονομίας προς τον λαό της Βορείου Ηπείρου αποκάλυπτε ότι οι Μεγάλες Δυνάμεις τους είχαν αρνηθεί όχι μόνο την αυτονομία εντός του αλβανικού κράτους, αλλά και εγγυήσεις για βασικά ανθρώπινα δικαιώματά τους.
«πειρται,
    ν ργυροκάστρ συνελθούσα Συντακτική Συνέλευσις τν ντιπροσώπων, ος μοφώνως νέδειξεν γνώμη το Λαο, νεκύρηξεν τν δρυσην τς Ατονόμου Πολιτείας τς Βορείου πείρου, ποτελεσθησομένη κ τν παρχιν τς ποίας ξαναγκάζεται πως γκαταλίπ λληνικς Στρατός... Βόρειος πειρος κηρύσσει τν νεξαρτησίαν της κα προσκαλε τος πολίτας της πως ποβαλλόμενοι ες πσαν θυσίαν προασπίσωσι τν κεραιότητα το δάφους κα τς λευθερίας της, π πάσης προσβολς.
    Προσωριν Κυβέρνησις, Πρόεδρος Γεώργιος Χρηστάκης-Ζωγράφος»
Η προκήρυξη υπογραφόταν και από τους μητροπολίτες Δρυϊνουπόλεως, Κορυτσάς και Βελάς και Κονίτσης. Αργότερα θα οριστούν και οι αρμόδιοι υπουργοί ανά τομέα:
    Εξωτερικών: Αλέξανδρος Καραπάνος
    Στρατιωτικών: Συνταγματάρχης Δημήτριος Δούλης
    Οικονομίας: Ιωάννης Παρμενίδης
    Παιδείας και Θρησκευτικών: Mητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως Bασίλειος.
Ο Ζωγράφος κοινοποίησε στην Διεθνή Επιτροπή Ελέγχου, τον διορισμό του ως πρόεδρο της προσωρινής κυβέρνησης της Αυτόνομης Ηπείρου και δήλωσε ότι οι Βορειοηπειρώτες θα αμύνονταν με τα όπλα σε κάθε προσπάθεια της αλβανικής χωροφυλακής να περάσει τα σύνορά τους. Στο αυτόνομο αυτό κράτος εκτός από το Αργυρόκαστρο, συμπεριλαμβάνονταν η Χειμάρρα, το Δέλβινο, η Πρεμετή, οι Άγιοι Σαράντα, η Ερσέκα. Η ευρύτερη περιοχή της Κορυτσάς ενώ, γεωγραφικά, αποτελούσε τμήμα της βόρειας Ηπείρου δεν συμπεριλαμβάνονταν εξαρχής στο αυτόνομο κράτος.
Οι Αλβανοί επιχείρησαν να καταλάβουν την Β. Ήπειρο, άλλα υπέστησαν δεινή ήττα, και κατόπιν τούτου επικράτησαν οι μετριοπαθέστερες διαθέσεις του εκλεγέντος ως ηγεμόνα της Αλβανίας Γουλιέλμου Βήντ. Ακολούθησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ των ενδιαφερόμενων, οι οποίες κατέληξαν στην συμφωνία της Κερκύρας την 4/17 Μαΐου 1914, που εγκρίθηκε μεταγενέστερα από τις Δυνάμεις. 


Το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας υπογράφτηκε στις 17 (4) Μαΐου 1914, μεταξύ της αλβανικής κυβέρνησης, που επικεφαλής της ήταν ο πρίγκιπας Βήντ και του προέδρου της «Αυτόνομης Δημοκρατίας της Βορείου Ηπείρου» Γεωργίου Χρηστάκη-Ζωγράφου. Με την υπογραφή του, τερματίστηκαν οι ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ αλβανικής χωροφυλακής-ατάκτων και Βορειοηπειρωτών (Ιερών Λόχων) και αναγνωρίστηκε η αυτονομία της Βορείου Ηπείρου μαζί με μια σειρά δικαιωμάτων για τον τοπικό πληθυσμό.
Με την συνθήκη αυτή παρεχωρούντο είς τις επαρχίας 'Αργυροκάστρου και Κορυτσάς, των οποίων αναγνωριζόταν η έλληνικότητα, προνόμια ευρύτατα, διοικητικά, εκκλησιαστικά, σχολικά, ως και ελευθερία χρησιμοποίησης κατ' αρέσκεια γλωσσικού ιδιώματος. Εξησφαλιζόταν  έτσι κατ' ούσίαν καθεστώς αυτονομίας.
Η περιοχή λοιπόν αποκτούσε επίσημα την αυτονομία της, υπό την αιγίδα του πρίγκιπα Βηντ της Αλβανίας, ο οποίος όμως δεν είχε ουσιαστικές αρμοδιότητες. Η αλβανική κυβέρνηση θα είχε το δικαίωμα να διορίζει και να απολύει τους κυβερνήτες και τους ανώτερους υπαλλήλους. Άλλοι όροι της συμφωνίας προέβλεπαν την στρατολόγηση αυτοχθόνων στην χωροφυλακή, την απαγόρευση παραμονής στρατιωτικών μονάδων αποτελούμενων από μη εντόπιους στην περιοχή, παρά μόνο σε περίπτωση πολέμου ή επανάστασης.
Προβλέπονταν επίσης, η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στα σχολεία, αν και στις τρεις πρώτες τάξεις η αλβανική θα διδάσκονταν παράλληλα με την ελληνική. Η θρησκευτική διδασκαλία, όμως, θα γίνονταν μόνο στα ελληνικά.
Οι Μεγάλες Δυνάμεις θα εγγυόνταν για την διατήρηση και την εκτέλεση των παραπάνω μέτρων.

 Γεώργιος Χρηστάκης-Ζωγράφος

Στις 17 Μαϊου και ενώ ξέσπασε στην κεντρική Αλβανία επανάσταση, η ελληνική κυβέρνηση, που ως τότε δεν είχε αναμειχθεί στις διαπραγματεύσεις, ανέλαβε ουσιαστικό ρόλο. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος παρακίνησε τον Ζωγράφο να επικυρώσει όσο το δυνατόν ταχύτερα τους όρους του Πρωτοκόλλου χωρίς να προβάλλει επιπλέον αξιώσεις.
Η κυβέρνηση της Β. Ηπείρου αξίωνε να εγκριθούν και να εγγυηθούν για το πρωτόκολλο οι Μεγάλες Δυνάμεις. Τελικά στις 1 Ιουνίου το επικύρωσαν και λίγες μέρες αργότερα η αλβανική κυβέρνηση αποδέχτηκε τελικά την συμφωνία και απέδωσε το επίσημο έγγραφο του πρωτοκόλλου στις 23 Ιουνίου 1914 στην αυτόνομη κυβέρνηση.
Η επιμονή του Ε. Βενιζέλου έπεισε τους Βορειοηπειρώτες εκπροσώπους να υποχωρήσουν και να επικυρώσουν το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας, κατά την Πανειπηρωτική Συνδιάσκεψη στο Δέλβινο. Εξαίρεση αποτέλεσαν οι εκπρόσωποι της Χειμάρρας, που επέμεναν υπέρ της ένωσης με την Ελλάδα (Ένωσις ή θάνατος).
Λίγες μέρες αργότερα η αποδοχή της συμφωνίας ανακοινώθηκε στην Διεθνή Επιτροπή Ελέγχου.
Αλλά και το νέο καθεστώς δεν κατορθώθηκε να εφαρμοστεί, διότι μετ' ολίγον κηρύχθηκε ό Α' Παγκόσμιος πόλεμος, ένεκα του οποίου διαταράχθηκε η τάξη στην Αλβανία, και οι Δυνάμεις ζήτησαν από την Ελλάδα να καταλάβει έκ νέου, άλλα προσωρινά, την Βόρειο Ήπειρο για την αποκατάσταση της τάξης.
Προς στιγμήν σχηματίστηκε η εντύπωση για αίσιο τερματισμό του Βορειοηπειρωτικού, αφού άλλωστε στις εκλογές του Δεκεμβρίου του 1915 εξελέγησαν βουλευτές Κορυτσάς και 'Αργυροκάστρου. Δύο έτη αργότερα όμως το 1916, με την συμμετοχή ήδη της Ιταλίας στο πλευρό των Συμμάχων, οι Έλληνες υποχρεώθηκαν εκ νέου να εκκενώσουν την Βόρειο Ήπειρο, αντικατασταθέντες υπό των 'Ιταλών, πλην της περιφερείας της Κορυτσάς, την οποίαν κατείχαν γαλλικά στρατεύματα.
Το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας δεν τέθηκε ποτέ σε εφαρμογή, εξ αιτίας της κήρυξης του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Παρόλα αυτά όμως το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας αν και δεν εφαρμόστηκε ποτέ επίσης δεν αναιρέθηκε ποτέ από κάποια μεταγενέστερη συνθήκη.  Δυστυχώς,  στην πολιτική πρακτική των Αλβανικών Κυβερνήσεων πολλές από τις διατάξεις του Πρωτοκόλλου της Κέρκυρας καταργήθηκαν ή καταστρατηγήθηκαν από την αλβανική πλευρά τα επόμενα χρόνια.
ΠΗΓΕΣ:
Σπ. Β. Μαρκεζίνη : Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος τ.3ος σ. 225-228