Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΠΙΝΑΛΟΝΓΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΠΙΝΑΛΟΝΓΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2020

Ο βαρκάρης της Σπιναλόγκας


 
Ο Νικόλας Σφυράκης (Καπετάν Φουρτούνας)

Στη δική του αφήγηση βασίζεται το διήγημα “Σπιναλογκίτικο περιστατικό” μεταπλασμένο σε διήγημα.

 

Ο βαρκάρης της Σπιναλόγκας

 

Γράφει ο Νίκος Ψιλάκης

Τον Καπετάν Φουρτούνα τον γνώρισα τον Γενάρη του 1981 και τον συνάντησα ξανά το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου. Τη δεύτερη φορά κρατούσα κάτι γράμματα λεπρών που είχαν πέσει τότε στα χέρια μου.

Τους ήξερε, όλους τους ήξερε με τα μικρά τους ονόματα και με τις μικρές ιστορίες τους· αληθινό αρχείο μνήμης ο μπάρμπα Νικόλας, ολόκληρη η ανθρώπινη περιπέτεια ξεδιπλωνόταν μπροστά μου σαν άνοιγε το στόμα του.

Ήταν τότε 84 χρονών, κωπηλάτης της ζωής κι ας ήξερε πως έκανε πια τα τελευταία του δρομολόγια.

Δεν πίστευα στα μάτια μου όταν τους είδα να μαζεύουν τα πράματά τους και να ετοιμάζονται για το μεγάλο φευγιό.

Δεν είχαν και πολλά να πάρουν μαζί τους, λίγα ρούχα μόνο και τις φωτογραφίες που τους είχαν στείλει από τον έξω κόσμο. Τι άλλο να πάρουν; Τα δάκτυλα που λείπανε από τα χέρια τους ή τα χείλια που λείπανε από τα πρόσωπά τους;

Σε λιγότερο από μια βδομάδα θα άδειαζε το νησί κι αυτές τις τελευταίες ημέρες πηγαινοέρχονταν στους δρόμους συλλογισμένοι κι ανυπόμονοι.

Κάθε πρωί, την ώρα που σίμωνε η βάρκα, έβλεπα μιαν εικοσαριά να κατηφορίζουν στην αποβάθρα, άλλος με μια βαλίτσα στο χέρι, άλλος μ’ έναν μπόγο.

Δεν ήξερα γιατί, δεν τόλμησα να τους ρωτήσω, ίσως να φοβούνταν μην τυχόν και φύγει το καΐκι χωρίς αυτούς. Δάκρυζαν τα μάτια μου κι έστρεφα προς τα πίσω το πρόσωπό μου, δεν ήθελα να με δουν δακρυσμένο κι εμένα.

Τους ήξερα. Όλους τους ήξερα, τετρακόσιους εξήντα νοματαίους, άντρες και γυναίκες, νέους και γέρους.

 


 

Εγώ ήμουν τ’ αυτιά και τα μάτια τους, εγώ τους έφερνα τα μαντάτα από τον έξω κόσμο· όλα τα γράμματα που στέλνανε, όλα τα γράμματα που λάμβαναν από τα δικά μου χέρια περνούσαν.

Κι αυτές τις τελευταίες ημέρες ο χαιρετισμός τους ήταν πιο γκαρδιακός, σίμωναν στη βάρκα, τραβούσαν τα σκοινιά για να τη δέσουν, φώναζαν όλοι μαζί δυνατά «καλωσόρισες, Καπετάν Φουρτούνα» κι οι φωνές τους αντηχούσανε στα μπεντένια.

Έτσι με ξέρανε: Καπετάν Φουρτούνα. Δεν ήταν αυτό τ’ όνομά μου, Νικόλαο Σφυρή με λένε, έτσι με γράφουνε τα χαρτιά. Το Φουρτούνας είναι παρατσούκλι, μου το κόλλησαν από παιδί γιατί αγαπούσα τη θάλασσα.

Το 1923, όταν πήρα το απολυτήριο του στρατού και μπήκα βαρκάρης στη δούλεψη του λεπροκομείου, προσθέσανε κι αυτό το μεγαλόπρεπο “Καπετάν” μπροστά στο παρατσούκλι, με ψηλώσανε τάχατες οι χωριανοί μου, κι έτσι έγινα ο Καπετάν Φουρτούνας με τ’ όνομα.

Κοντά τριανταπέντε χρόνους έζησα με το πηγαινέλα, κάθε μέρα δρομολόγια, Ελούντα-Σπιναλόγκα, Πλάκα-Σπιναλόγκα, Άη Νικόλας- Σπιναλόγκα, κι ανάποδα.

Σταμάτησα το ’57. Κι αν δεν παίρνανε την απόφαση ν’ αδειάσουν το νησί, θα πηγαινοερχόμουν ακόμη, όταν μάθει να ζει κανείς με τη αλμύρα δεν την αφήνει, δεν δίνει διαζύγια η θάλασσα.

Ξέρεις τι είναι ν’ αδειάζει ένα νησί; Ξέρεις τι είναι να περπατάς στους έρημους δρόμους και να συναντάς μονάχα φαντάσματα; Ε, και δεν έχει περάσει βάσανα τούτος ο τόπος!

Κάστρα βενέτικα, σπίτια με χρυσά κλειδιά – τέτοιο πλούτος είχαν οι Τούρκοι της Σπιναλόγκας – οι πιο παραλήδες καραβοκύρηδες μέναν εδώ.

Μην τα κοιτάς τώρα, δεν τ’ αγάπησαν οι απόκληροι που τους ξορίσανε στο νησί, στα πρώτα χρόνια ξηλώνανε πόρτες και παράθυρα για ν’ ανάβουνε τις παραστιές, κατεβάζανε τα δοκάρια, κρύωναν οι κακομοίρηδες, τι να κάμουν; Και δίπλα στ’ αρχοντικά τα ρημαγμένα, χαμόσπιτα και χαλάσματα, όλ’ ανακατωμένα.

Τη μέρα που θα έπαιρνα το τελευταίο ταχυδρομείο, Ιούλιος μήνας, παραμονές της Αγίας Μαρίνας, κίνησα πάλι για το καθημερινό δρομολόγιο. Από μακριά έβλεπα ανθρώπους στην προκυμαία, στέκονταν σαν στρατός παραταγμένος, όλοι σε μια γραμμή, όλοι στραμμένοι στη θάλασσα.

 


 

Δεν με παραξένεψε· ήξερα πως βιάζονταν να φύγουν. Με παραξένεψε, όμως, που είδα λίγο πέρα, προς τ’ ανατολικά μετά την προκυμαία, τον Γιάννη τον Αμίλητο. Είχε μπει μέχρι τα γόνατα στο νερό και κοίταζε, δεν ξέρω τι κοίταζε.

Τον ουρανό; Τον ήλιο; Δεν ξέρω. Σήκωσα το χέρι ψηλά, το σήκωσε κι εκείνος· αυτός ήταν ο δικός μας χαιρετισμός, μόλις έβλεπε τη βάρκα σήκωνε το χέρι λες και μου έκανε σινιάλο. Δεν τον συναντούσα συχνά, τις πιο πολλές ώρες τις περνούσε κλεισμένος στη μοναξιά του.

Κοντά είκοσι χρόνους βρισκόταν στο νησί και είκοσι κουβέντες δεν είχε πει όλες κι όλες, με το σταγονόμετρο βγαίνανε τα λόγια από το στόμα του.

Αν συναντούσε κανέναν στο δρόμο τον καλημέριζε με τον τρόπο του, κουνούσε το κεφάλι, έσκυβε λίγο, κάποιος ψίθυρος στριμωχνόταν ανάμεσα στα δόντια του, μα λόγος δεν έβγαινε.

Έδεσα τη βάρκα, σίμωσαν κάμποσοι άντρες κοντά, μ’ έβαλαν στη μέση κι άρχισαν να με ρωτούν για τον έξω κόσμο.

Μέχρι και για τα πολιτικά με ρωτούσαν.

Δεν περίμεναν, βέβαια, ν’ ακούσουν σπουδαία πράματα από έναν βαρκάρη, αυτοί τα είχαν όλα στο νησί, ραδιόφωνο, κινηματογράφο, γεννήτρια για το ηλεκτρικό που εμείς δεν είχαμε στα χωριά μας.

Φαίνεται, όμως, πως είχαν ανάγκη να μιλούν και με άλλους ανθρώπους, όχι μόνο με αρρώστους, έτσι το ξηγώ με το δικό μου μυαλό.

Ο Γιάννης ο Αμίλητος δεν σίμωσε. Μόλις κατέβασε το χέρι, μετά τον χαιρετισμό, πέρασε τη βενετσιάνικη πόρτα και χάθηκε από τα μάτια μου. Έτσι έκανε πάντα.

Κλεινόταν με τις ώρες σε μια κάμερα κι αν πήγαινε στο καφενείο καθόταν σε μια γωνιά μοναχός του, κοίταζε από το παράθυρο προς τη θάλασσα, έμενε για λίγο κι έφευγε.

Το σπίτι του βρισκόταν πίσω από την εκκλησία, κοντά στο νοσοκομείο, να εκεί, εκεί που σου δείχνω, χαλάσματα είναι τώρα.

Κάμποσες φορές είχα περάσει απ’ αυτή τη μικρή γειτονιά και πάντα σταματούσα, πότε για να μιλήσω στον Δημητράκη, πότε για να χαζέψω τη νοικοκεροσύνη μιας μεσόκοπης γυναίκας από τα χωριά της Σητείας.

Τον Γιάννη τον Αμίλητο έκανα πως δεν τον έβλεπα, τις πιο πολλές φορές καθόταν δίπλα στο παράθυρο, κλειστό το παράθυρο, και κοίταζε, δεν ξέρω τι κοίταζε, μάλλον κι εκείνος δεν ήξερε. Αχ, τώρα που τα θυμάμαι, είναι σα να τους βλέπω πάλι όλους μπροστά μου.

Ο Δημητράκης ήταν παιδί λεπρών, άλλοι λέγανε πως ήταν άρρωστο κι άλλοι πως όχι. Οι γονείς του είχαν πεθάνει, μα οι γείτονες δεν το άφησαν να νιώσει ορφάνια.

Η μεσόκοπη έμενε στο διπλανό σπιτάκι, δυο κάμερες όλες κι όλες. Η πόρτα της ήταν πάντοτε ανοιχτή, χειμώνα – καλοκαίρι ανοιχτή, κι εκείνη καθόταν στο πλάι με το εργόχειρο στο χέρι. Πότε έπλεκε πότε κεντούσε, όλο κεντήματα και δαντέλες ήταν το χαμόσπιτό της.

Στον βορεινό τοίχο είχε κρεμασμένη τη φωτογραφία μιας οικογένειας, μάλλον της δικής της πριν τη σκορπίσει η αρρώστια· ο άντρας καθισμένος σε καρέκλα, η γυναίκα όρθια δίπλα του με το ζερβί της χέρι ακουμπισμένο στον ώμο του άντρα. Τρία ή τέσσερα κοπέλια στέκονταν πλάι στη μάνα πιασμένα χέρι με χέρι.

Πρόσχαρη γυναίκα μα κακότυχη, δυο-τρεις μήνες πριν την εκκένωση τη βρήκανε πεσμένη στο πάτωμα κάτω από τη φωτογραφία, κι ο παπά Χρύσανθος, ένας λιπόσαρκος καλόγερος – άγιος άνθρωπος- την έθαψε στην ανατολική μεριά του κοιμητηρίου, καταντικρύ στη Σητεία· ίσως για να κοιτάζει διαρκώς τον τόπο της, ίσως και για να κάνει κάθε νύχτα σινιάλα στα παιδιά της.

Στην ίδια γειτονιά έμενε μια κοπελιά από τη Σαλονίκη κι ένας γέρος από τα χωριά της Πάτρας· είχε χάσει τα μισά δάκτυλά του ο κακομοίρης, είχανε πέσει από την αρρώστια, κι οι δυο γυναίκες, η Στειακιά κι η Σαλονικιά, δεν τον άφησαν να νιώσει τη μοναξιά, τον τάιζαν λες κι ήταν παιδί τους.

Ξέρεις, οι λεπροί βοηθούσαν ο ένας τον άλλον. Έτσι, γιατί ελπίζανε πως θα βρισκόταν κάποιος άλλος να τους βοηθήσει κι αυτούς όταν θα τους μάραινε η αρρώστια.

Μόνο μια φορά στα τόσα χρόνια, λίγο μετά την Κατοχή, είχε τύχει ν’ ακούσω τη φωνή του Γιάννη του Αμίλητου, ένα μεσημέρι, την ώρα που ετοιμαζόμουν να λύσω τη βάρκα για να φύγω.

Η αποβάθρα του νησιού βρισκόταν απέναντι από τη βενετσιάνικη πόρτα και παραδίπλα κάποιοι μαστόροι, χτίστες, είχαν παρατήσει πέτρες και χώματα.

Ο Δημητράκης ανακάτευε τις πέτρες, τις ανασήκωνε, κάτι φαινόταν πως έψαχνε. Έτρεξα κοντά του.

– Τι έχασες;

– Τίποτα.

– Και τι ψάχνεις;

– Τίποτα.

– Και τότε γιατί σκαλίζεις με τέτοιο ζόρι;

– Κολισαύρες γυρεύω. Να, μια μεγάλη χώθηκε μέσα σε τούτες τις πέτρες, έλα να με βοηθήσεις να την πιάσω.

Κολισαύρα λέμε στον τόπο μας τα ερπετά, τις σαύρες. Τις έπιαναν, τις έκοβαν κομματάκια, έβαζαν τα κομματάκια μέσα στα σύκα και τα τρώγανε. Πίστευαν πως αυτό ήταν το φάρμακο της λέπρας.

 


Άλλοι τα κατάπιναν αμάσητα, άλλοι έκαναν εμετό, δεν άντεχαν, σιχαίνονταν τις σαύρες, αλλά δοκίμαζαν. Η δίψα για ζωή νικούσε τη σιχαμάρα, λένε πως ο πνιγμένος πιάνεται από τα μαλλιά του κι έχουν δίκιο να το λένε.

Τι να κάμω, κοντοσίμωσα κι εγώ κι έψαχνα τις πέτρες, ήξερα πως ήταν παραμύθι, μα δεν ήθελα να του το πω, ποιος έχει δικαίωμα να στερήσει την ελπίδα από ένα παιδί;

Καθώς έσκυβα ένιωσα στην πλάτη μου ένα σκούντημα, γυρίζω, κοιτάζω και βλέπω τον Γιάννη τον Αμίλητο να κρατεί από την ουρά μια κολισαύρα.

Σπαρταρούσε ακόμη το ζωντανό, το κοίταζε αυτός και τα μάτια του λαμπύριζαν, πρώτη φορά που δεν ήταν απλανές το βλέμμα του. Με κοίταξε κατάματα, μάλλον ήθελε να συμμεριστώ τη χαρά του, «το φάρμακο βρέθηκε» φώναξε δυνατά, πήρε τον Δημητράκη από το χέρι κι έφυγαν τρεχάτοι.

Το 1957, δεκαεφτά του Ιούλη, ανήμερα της Αγιάς Μαρίνας, άδειασε το νησί.

Ανακατωμένες η χαρά με τη λύπη, αγωνία μεγάλη· μερικοί δεν ήθελαν να φύγουν, λέγανε πως εκεί ήταν το σπίτι τους, άλλο σπίτι δεν είχαν, άλλον τόπο δεν αναγνώριζαν για δικό τους. Λίγες ημέρες πριν φόρτωσα το τελευταίο ταχυδρομείο και ξανοίχτηκα στη θάλασσα.

Ξέρεις, όλα τα γράμματα των αρρώστων περνούσαν από κλίβανο κι έμπαινε η σφραγίδα ΑΠΕΛΥΜΑΝΘΗ με λιλά μελάνι, όλα τα πράματα που έπιαναν στα χέρια τους οι λεπροί απολυμαίνονταν, ακόμη και τα λεφτά.

Δεν ξέρω κι εγώ τι μ’ έκαμε να πάρω την τελευταία αλληλογραφία στα χέρια μου, με το ένα χέρι κρατούσα το τιμόνι της βάρκας και με το άλλο σκάλιζα τους φακέλους με τις τελευταίες επιστολές.

Παρατηρούσα τη σφραγίδα, παράξενο μου φαινόταν που θα την πετούσαν τώρα πια στα σκουπίδια, διάβαζα διευθύνσεις και ονόματα, κανένα δεν ήθελα να ξεχάσω.

Ανάμεσα στα γράμματα ήταν και κάμποσες κάρτες χωρίς φακέλους, απ’ αυτές που τις στέλνουν ανοιχτές τις μεγάλες γιορτές· άλλες είχαν χρωματιστές ζωγραφιές με ρόδα κι άλλες φωτογραφίες με ανθρώπους που χαμογελούσαν.

Μια μόνο, η τελευταία στη σειρά, μια μαυρόασπρη, είχε ζωγραφισμένο τον αναστημένο Χριστό μ’ ένα λάβαρο στο χέρι. Παράξενο μου φάνηκε· κάρτα λαμπριάτικη μέσα στο κατακαλόκαιρο; Θες από περιέργεια θες από απορία τη γύρισα για να δω ποιος την έστελνε.

Θα το πιστέψεις; Ο Γιάννης ο Αμίλητος!

Πρώτη φορά διάβαζα τ’ όνομά του, είκοσι χρόνια στη Σπιναλόγκα και δεν είχε απασχολήσει ούτε μια φορά το ταχυδρομείο.

Κανένα γράμμα δεν είχε λάβει και κανένα δεν είχε στείλει.

Κρατούσα την κάρτα, την κοίταζα κι έτριβα τα μάτια μου, δεν μπορούσα να το πιστέψω. Βλέπεις, ήμουν ο μόνος που ήξερα το μυστικό του Γιάννη του Αμίλητου. Τυχαία το είχα μάθει από έναν χωροφύλακα που είχε υπηρετήσει πριν από χρόνια στα μέρη του.

Τρεις αδερφές είχε, ανύπαντρες κι οι τρεις, πώς να τολμήσουν να πουν πως ο αδερφός τους ήταν κλεισμένος στη Σπιναλόγκα; Περνούσαν τα χρόνια, ο Γιάννης δεν φαινόταν, δύσκολο να κρατηθούν μυστικά τέτοια πράματα, βούιζε ο τόπος κι αυτές σιωπούσαν.

Τρεις λέξεις έγραφε η κάρτα, τρεις λέξεις όλες κι όλες, με γράμματα μεγάλα, κεφαλαία: ΤΟ ΦΑΡΜΑΚΟ ΒΡΕΘΗΚΕ.

 

Φωτογραφίες & Κείμενο: Νίκος Ψιλάκης

https://www.perfectreader.net/ο-βαρκάρης-της-σπιναλόγκας/

 

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2020

Ο Mauris Born, η Σπιναλόγκα και οι λεπροί της



Ο Mauris Born, η Σπιναλόγκα και οι λεπροί της

Έφυγε χθες 9.7.2020 από την ζωή ο Mauris Born Γαλλοελβετός  αρχιτέκτονας και εθνολόγος, ένας  υπέροχος άνθρωπος, ένας από αυτούς που έχουν δείξει την αγάπη τους για την Ελλάδα και ιδιαίτερα την Κρήτη με κάθε τρόπο.
Σημαντική υπήρξε η παρουσία τού σε ότι αφορά την Σπιναλόγκα, την αρχιτεκτονική της και την ιστορία της ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια της λειτουργίας του νησιού σαν λεπροκομείο. Υπήρξε ο πρώτος που ασχολήθηκε επιστημονικά ως διεθνολόγος με τη Σπιναλόγκα και έγραψε ογκώδη τόμο για το νησί αυτό στα Γαλλικά.
Αν και κάτοικος της πόλη Espas στο Μπορντώ προτιμούσε να μένει μόνιμα στη Νεάπολη Λασιθίου Κρήτης όπου είχε αγοράσει τα σπίτια των Διαλλινάδων που τα αναπαλαίωσε με κάθε σεβασμό στην αρχιτεκτονική και την ιστορία του τόπου. Ο Mauris Born είχε βραβευτεί πρόσφατα από τον Δήμο Αγίου Νικολάου για την γενικότερη προσφορά του ενώ είχε ανακηρυχθεί επίτιμος Δημότης.
Το 1973 έγραψε το σενάριο για την ταινία του Ζαν Ντανιέλ Πολέ «Η Τάξη» με υπότιτλο «Οι λεπροί της Σπιναλόγκας: Οικειοποίηση μιας ανάμνησης» στην οποία μιλάει συνταρακτικά ο Επαμεινώνδας Ρεμουντάκης.


 Στο Α’ τεύχος της ΑΜΑΛΘΕΙΑΣ ΤΟΥ 2012 δημοσιεύεται συνέντευξη η οποία αφορά τη Σπιναλόγκα, τον κοινωνικό αποκλεισμό και άλλα ενδιαφέροντα θέματα.
Παραθέτουμε παρακάτω απόσπασμα από την συνέντευξη αυτή:
-Ο κοινωνικός αποκλεισμός σε τι βαθμό καθορίζει τον πολιτισμό μιας κοινωνίας;
40 χρόνια που δουλεύω γύρω από αυτά τα θέματα, δεν συμμερίζομαι τον κοινωνικό αποκλεισμό. Οι λεπροί της Σπιναλόγκας δεν πιστεύανε ότι ήταν αποκλεισμένοι. Υπήρχε μια κοινωνική δικαιοσύνη αλλά ότι οι ίδιοι μένανε μέσα στην κοινωνία. Και αυτό το θέλανε πάρα πολύ. Τα περισσότερα παραδείγματα που έχουμε από κοινωνικούς εγκλεισμούς δείχνουν ανθρώπους που έκαναν οτιδήποτε για να μείνουν μέσα στην κοινωνία. Και στις περιπτώσεις που τους κόψανε το μισθό (το επίδομα που έπαιρναν) και που τους βάλανε σε ένα μέρος, όπως στη Σπιναλόγκα, θέλανε να μείνουνε μέσα στην κοινωνία.
Το μελέτησα πάρα πολύ με τους λεπρούς το Μεσαίωνα στη Γαλλία. Αν διαβάσετε τον κανονισμό αυτών των λεπροκομείων, εσείς κι εγώ δεν θα μπορούσαμε να μπούμε μέσα. Ήταν ένα σύστημα για εύπορους. Ένα σύστημα να μείνουν στην άκρη αλλά μέσα στην κοινωνία. Αντίθετα, δηλαδή, από την εικόνα που έρχεται από την περίπτωση της Σπιναλόγκας. Αν και ο ίδιος ο Ρεμουντάκης (ηγετική φυσιογνωμία από τους έγκλειστους της Σπιναλόγκας, στη βιογραφία του οποίου βασίστηκε το φιλμ «η Τάξη») έλεγε αργότερα: «καλά περνάγαμε εκεί».
Η Σπιναλόγκα ήταν ένας μικρόκοσμος που κανείς τους δεν ήθελε να αλλάξει. Οι Τούρκοι κάτοικοι της δεν ήθελαν να φύγουν και τους διώξανε αλλά ούτε τέλος και οι λεπροί θέλανε να φύγουν. Όταν κατόπιν αυτοί πήγαν στην Αγία Βαρβάρα ξανάχτισαν σπιτάκια στο πρότυπο της Σπιναλόγκας. Η επιθυμία να μην θέλουν να την εγκαταλείψουν ήταν ένα μόνιμο χαρακτηριστικό των κατοίκων της Σπιναλόγκας.
Ο Ρεμουντάκης μου έχει πει και το έχω μαγνητοφωνήσει: «αυτοί που ήθελαν να φύγουνε, ήτανε οι νέοι». Αυτοί δηλαδή που δεν είχανε προσαρμοστεί. Δεν είχανε και τα σημάδια γιατί είχε ωστόσο ανακαλυφθεί το φάρμακο. Οι παλαιότεροι δεν θέλανε να φύγουν. Είχε γίνει τότε μια συνέλευση, σ’ αυτήν, οι νέοι δεν τολμούσαν να ψηφίσουν υπέρ της εγκατάλειψης της Σπιναλόγκας. Μιλάμε για το ’54-55.
Στην διάρκεια της προχθεσινής επίσκεψης της Γιάννας Αγγελοπούλου Δασκαλάκη στην Σπιναλόγκα, η αρχαιολόγος Γωγώ Μοσχόβη και ο Δήμαρχος Αγίου Νικολάου Αντώνης Ζερβός αναφέρθηκαν στην σημαντικότητα όσων ο ίδιος Maurice Born είχε κάνει για το νησί σε προηγούμενες και όχι μόνο δεκαετίες και δεν περίμενε κανείς ότι θα άφηνε την τελευταία του πνοή λίγες ώρες αργότερα .


Αναφερόμενοι στο βιβλίο του Mauris Born «Vies et morts d’un Crétois lépreux» βρήκαμε την παρακάτω βιβλιοπαρουσίαση/βιβλιοκριτική του κ. Κωστή Ε. Μαυρικάκη που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» στις 20 Μαρτίου 2016 την οποία και παραθέτουμε.

Σπιναλόγκα, μια «ζωή» με το στίγμα


Η Σπιναλόγκα, φωτογραφημένη το 1918 από τον Φρεντ Μπουασονά.

ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΡΕΜΟΥΝΤΑΚΗΣ –

MAURICE BORN

Vies et morts d’un Crétois lépreux

εκδ. ANACHARSIS

Συμπτωματικά, λίγες ώρες πριν από τις αιματηρές τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι, καθώς και στις άλλες μεγάλες γαλλικές πόλεις, έκανε την εμφάνισή του στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων ένα βιβλίο από τις επώνυμες γαλλικές εκδόσεις «ANACHARSIS» με τον πρωτότυπο τίτλο «Vies et morts d’un Crétois lépreux».
Τίτλος συμβολικός και υπερρεαλιστικός, στον πληθυντικό αριθμό, ένα πόνημα, έργο ζωής, από τον Γαλλοελβετό αρχιτέκτονα και εθνολόγο Maurice Born. «Ζωές και θάνατοι ενός Κρητικού λεπρού», με αναφορά σε μια μεγάλη φυσιογνωμία που σφράγισε με τη ζωή και την πολυκύμαντη δράση του, στο χανσενικό κίνημα στην Ελλάδα, τον Επαμεινώνδα Ρεμουντάκη (1914-1978). Ενός ανθρώπου που ένιωσε κυνηγημένο πουλί από τα παιδικά του χρόνια, αφού όντας τριτοετής φοιτητής της Νομικής Σχολής Αθήνας, στιγματισμένος από τη λέπρα, είδε το πιο σκληρό πρόσωπο της ζωής και του νόμου με τον υποχρεωτικό εγκλεισμό του για 20 χρόνια στη Σπιναλόγκα και μετέπειτα για άλλα 22 στο σανατόριο της Αγίας Βαρβάρας στο Αιγάλεω.
Ο συγγραφέας, γεννημένος στην πόλη Bienne της Ελβετίας, στις όχθες της ομώνυμης λίμνης κοντά στα γαλλικά σύνορα, στο καντόνι της Βέρνης με τις δύο γλώσσες, με σπουδές αρχιτεκτονικής στη Λωζάννη και το Αννόβερο, με σύντομη πανεπιστημιακή καριέρα στην αρχιτεκτονική σχολή της Λωζάννης, ένιωσε να τον καλεί μια αόρατη παρόρμηση του ταξιδευτή Οδυσσέα. Κάτι σαν από τη μεσογειακή δίψα του Ηροδότου για ταξίδια, που έφτανε μέχρι τις ελβετικές Αλπεις. Η επιστήμη ήταν κάτι που πάντα τον ξεσήκωνε και μετά το τέλος των σπουδών του, αποφάσισε να ξεκινήσει μια έρευνα για κάποιο μεγάλο γηροκομείο στο Παρίσι.
Ώσπου, κάποιος φίλος του, δημοσιογράφος στην εφημερίδα του Ερυθρού Σταυρού στη Γενεύη, που είχε επισκεφτεί τη Σπιναλόγκα, του είπε για το φοβερό νησί της απομόνωσης των χανσενικών στην Κρήτη. Έτσι ξεκίνησαν όλα.
Όταν ήρθε για πρώτη φορά το 1967 για διακοπές στην Κρήτη και επισκέφτηκε την οχυρή νησίδα, το λεπροκομείο είχε ήδη κλείσει για μια δεκαετία. Με μια φουσκωτή βάρκα «ζόντιακ» έμπαινε μαζί με τη γυναίκα του και την τρίχρονη κόρη τους, κάθε πρωί στο πρώην λεπρονήσι. Με μοναδικό εφόδιο μια 50μετρη μετροταινία και μια φωτογραφική μηχανή άρχισε να κάνει τις αρχιτεκτονικές αποτυπώσεις και τα σκίτσα ολόκληρου του οθωμανικού - χανσενικού οικισμού, των προμαχώνων, των οχυρών περιβόλων και των επάκτιων οχυρώσεων, σκεφτόμενος ότι ο κόσμος θα τον περνούσε για τρελό.
Του πήραν κάπου δύο χρόνια όλα αυτά. Μετά έφυγε για την Αθήνα για να συνεχίσει την έρευνά του στον αντιλεπρικό σταθμό της Αγ. Βαρβάρας στο Αιγάλεω όπου πλέον είχαν μεταφερθεί οι χανσενικοί από τη Σπιναλόγκα.
Εκεί επί δύο χρόνια κατέγραφε τις ιστορίες τους. Απέκτησε φιλία με πολλούς από αυτούς, αλλά αυτός που τον μαγνήτιζε περισσότερο, ήταν ο θρυλικός Επαμεινώνδας Ρεμουντάκης, ο πρόεδρος της αδελφότητας Χανσενικών Σπιναλόγκας που έμεινε 20 χρόνια στη νησίδα και για τον οποίο είχε ακούσει και διαβάσει τόσα πολλά. Το πραγματικό ποτάμι των αφηγήσεων, του τυφλού πια από τη λέπρα Επαμεινώνδα, τον συγκλόνιζε.
Ατέλειωτες συζητήσεις με διάρκεια πάνω από 60 ώρες αφηγηματικής αυτοβιογραφίας καταγράφηκαν στο μαγνητόφωνο. Είναι αυτές που ξεδιπλώνονται στο πρώτο μέρος του βιβλίου.
Το δεύτερο, με τον τίτλο «Η αρχαιολογία μιας αλαζονείας» (Archéologie d’une arrogance) αναφέρεται σε μια ενδελεχή έρευνα για την ιστορία της λέπρας από το 1800-1980, τα παραλειπόμενα και τις πολιτικές και ιατρικές σκοπιμότητες που σημάδεψαν την κρατική αντιμετώπισή της. Εν πολλοίς προκύπτουν άγνωστες πτυχές που βασίζονται στην πρωτογενή έρευνα του συγγραφέα σε διάφορες πηγές από ολόκληρη την Ευρώπη. Ήδη, σχεδόν ένα μήνα μετά την κυκλοφορία του, το βιβλίο έχει αποσπάσει πολλές θετικές κρίσεις σε δημοσιεύματα επώνυμων γαλλικών και ελβετικών εντύπων και ηλεκτρονικών ΜΜΕ (Le Monde, Liberation, Le Temps κ.λπ.). Στην Ελλάδα ήδη επώνυμοι εκδοτικοί οίκοι έχουν εκφράσει το ενδιαφέρον τους για την ελληνική έκδοση.
Ο Maurice Born, μόνιμος κάτοικος πια της Κρήτης, και το έργο του, δεν πρέπει να περάσουν απαρατήρητοι. Ας τον έχει στα υπόψη της η Ακαδημία Αθηνών για την πολύτιμη επιστημονική και ερευνητική του προσφορά και για την επιμελημένη ιστορική διάσωση μιας πολύτιμης παρακαταθήκης της συλλογικής μνήμης της χώρας μας.
* Ο συγγραφέας του άρθρου κ. Κωστής Ε. Μαυρικάκης είναι πολιτικός μηχανικός ΕΜΠ (komavr@otenet.gr).


Τέλος θα σας προτρέπαμε να παρακολουθήσετε το σχετικό βίντεο που υπάρχει για τους Maurice Born και Κωστή Μαυρικάκη σχετικά με τις έρευνες του πρώτου για την Σπιναλόγκα και το βιβλίο του από την  εκπομπή “Στάση ζωής” της Ρένας Παπαδάκη στο tvCreta. https://tvcreta.gr/shows/stasis-zois/83-2016/

Πηγές :

Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2018

Ένας «θεόσταλτος» «άγιος» στο νησί των καταραμένων



Ένας «θεόσταλτος» «άγιος» στο νησί των καταραμένων

Το σκήνωμά του το σκεπάσαν μύρα κι ασπασμοί. Κι οι χρόνοι που περάσανε σκεπάσανε τη μνήμη του. Η Σπιναλόγκα που αγάπησε έγινε αξιοθέατο...
Μα το βουβό θυσιαστήριο του Αη-Παντελεήμονα κράτησε μέσα του, όπως τα ιερά απομεινάρια των μαρτύρων που το στέριωσαν, το δάκρυ του. Το φύλαξε βαθιά στα σπλάγχνα του να ανακράζει "μνήσθητι!"...
Ο π. Χρύσανθος Κατσουλογιαννάκης υπήρξε ο τελευταίος ιερέας της Σπιναλόγκας. Γεννήθηκε το 1893 και εκάρη μοναχός το 1911 στην Ι. Μ. Τοπλού Σητείας. Αργότερα πήγε στην Ι. Μ. Φανερωμένης Ιεράπετρας. Από εκεί έφυγε για τη Σπιναλόγκα εθελοντικά το 1947, όπου και διακόνησε το νησί μέχρι το κλείσιμο του λεπροκομείου το 1957. Παρέμεινε στη Σπιναλόγκα μόνος του για μια πενταετία για να φροντίζει τους τάφους των λεπρών και να τελεί τρισάγιο. Επέστρεψε στη Ι. Μ. Τοπλού για λόγους υγείας. Κοιμήθηκε το 1972. Είχε δικαίως τη φήμη αγίου.



Ένας «θεόσταλτος» «άγιος» στο νησί των καταραμένων

Του Κώστα Παππά – Από την εφημερίδα Ορθόδοξη Αλήθεια 

Η Σπιναλόγκα είναι ένα μικρό νησί κοντά στην Ελούντα στην ανατολική Κρήτη.
Είναι γνωστή ως «το νησί των ζωντανών νεκρών», αφού εκεί απομονώνονταν οι λεπροί από την Κρήτη και την υπόλοιπη Ελλάδα έως το 1957.
Ακόμη και η αναφορά στο όνομά της αποτελούσε ταμπού για πολλά χρόνια, καθώς είχε ταυτιστεί με τον πόνο και τη δυστυχία των χανσενικών που ζούσαν εκεί.
Αυτή η δραματική πτυχή της ιστορίας του νησιού ξεκινά το 1903, όταν ιδρύθηκε το Λεπροκομείο στη Σπιναλόγκα για την απομόνωση όσων έπασχαν από τη νόσο του Χάνσεν από τον υγιή πληθυσμό.
Κατά την αρχαιότητα, το όνομα του νησιού ήταν Καλυδών και μετονομάστηκε σε Σπιναλόγκα την περίοδο την Ενετοκρατίας, το οποίο ετυμολογείται από το spina lunga, που σημαίνει μακρύ αγκάθι.
Λόγω του ότι έως τότε η λέπρα ήταν μια ανίατη ασθένεια και ο κόσμος αγνοούσε πως η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων έχει φυσική ανοσία απέναντι στη νόσο, το στίγμα έφερε και ολόκληρη η οικογένεια του ασθενή, η οποία οδηγούνταν έτσι σε κοινωνική απομόνωση. Κρατική μέριμνα δεν υπήρχε και οι λεπροί ζούσαν αποκλειστικά από την ελεημοσύνη του κόσμου.
Το 1913, με την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, άρχισαν να μεταφέρουν εκεί λεπρούς απ' όλη τη χώρα και σταδιακά η Σπιναλόγκα χαρακτηρίστηκε ως Διεθνές Λεπροκομείο της Ευρώπης.
Στην είσοδο του λεπροκομείου, μάλιστα, είχε τοποθετηθεί μια ανατριχιαστική επιγραφή με το μήνυμα: «Ο εισερχόμενος να αποθέσει κάθε ελπίδα»...
Οι ασθενείς στη Σπιναλόγκα δικαιούνταν ένα μικρό επίδομα μηνιαίως, που συχνά δεν κάλυπτε τη διατροφή τους και τα φάρμακά τους.
Η σημαντική αλλαγή ήρθε τη δεκαετία του 1930, οπότε και μεταφέρθηκε στο νησί όταν νόσησε ο Επαμεινώνδας Ρεμουνδάκης, ένας τριτοετής φοιτητής της Νομικής.
Ο νεαρός Επαμεινώνδας αγωνίστηκε για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής των κατοίκων του νησιού.
Με ενέργειές του έφερε ασβέστη για την απολύμανση των σπιτιών και κατάφερε παράλληλα να εγκαταστήσει ηλεκτρογεννήτρια προκειμένου να υπάρχει ρεύμα.
Διοργάνωσε υπηρεσία καθαριότητας των εξωτερικών και των κοινόχρηστων χώρων και χάρη στις προσπάθειές του το νησί απέκτησε θέατρο, κινηματογράφο, καφενεία και κουρείο, ενώ τοποθετήθηκαν και μεγάφωνα στους δρόμους που έπαιζαν κλασική μουσική.
Άρχισαν να ασκούνται επαγγέλματα, να λειτουργεί υποτυπώδες εμπόριο, ενώ λειτούργησε και σχολείο με δάσκαλο έναν λεπρό.
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, η Σπιναλόγκα ήταν από τα ελάχιστα μέρη της Ελλάδας στα οποία δεν πάτησαν πόδι οι Ιταλοί και οι Γερμανοί.
Στο νησί, λόγω του φόβου της μόλυνσης από τη λέπρα και της αποστροφής που προξενούσε το θέαμα των λεπρών, πήγαιναν ελάχιστοι, για να μεταφέρουν εκεί τρόφιμα και άλλα είδη πρώτης ανάγκης.
Σε αυτό το κλίμα απομόνωσης και φόβου προς τους λεπρούς βρέθηκε ένας άνθρωπος του Θεού, ο ιερομόναχος π. Χρύσανθος Κουτσουλογιαννάκης, που ανέτρεψε τα πάντα! Ήταν ο ιερέας που άλλαξε τη ζωή των ανθρώπων της Σπιναλόγκας και τους έμαθε τη βιωματική αγάπη.
Μάλιστα, ήταν πράγματι «θεόσταλτος» για τους κατοίκους, αφού τοποθετήθηκε εκεί ως εφημέριος με δική του πρωτοβουλία.
Η «Ορθόδοξη Αλήθεια» επικοινώνησε με τον κ. Δημήτρη Παπαδάκη, πρώην λυκειάρχη και πρόεδρο του Λογοτεχνικού Συνδέσμου Ηρακλείου Κρήτης, ο οποίος γνώρισε τον π. Χρύσανθο και μας μετέφερε το μεγαλείο ψυχής του ιερέα, όπως αποτυπώνεται από τις συνομιλίες που είχε μαζί του αλλά και από τη μαρτυρία ενός πρώην χανσενικού στο Λεπροκομείο της Σπιναλόγκας, η οποία αποδεικνύει πως με την αγάπη του ο παπα-Χρύσανθος μετέτρεψε το «μακρύ αγκάθι» (spina lunga) σε άνθος διακονίας και προσφοράς.


«Πεταμένοι σαν κοπριά σ' έναν κοπρόλακκο βρωμερό»

«Το 1947 ο εφημέριος των λεπρών της Σπιναλόγκας Μελέτιος Βουργούρης έλαβε από τον Επίσκοπο Πέτρας Διονύσιο Μαραγκουδάκη διμηνιαία άδεια, από 20 Ιουλίου ως 20 Σεπτεμβρίου, για να μεταβεί στους Αγίους Τόπους. Μετά τη λήξη της άδειάς του δεν επέστρεψε στη θέση του. Ο Επίσκοπος δεν μπορούσε να βρει ιερέα για την αντικατάστασή του» αναφέρει ο κ. Παπαδάκης.
Ο Θέμος Κορνάρος στο βιβλίο του «Σπιναλόγκα» (1936) γράφει: «Αυτοί, που δουλεύανε σ όλη τους τη ζωή, χωρίς να χορτάσουν ψωμί, βρίσκονται τώρα στην αρρώστια τους πεταμένοι σαν κοπριά σ έναν κοπρόλακκο βρωμερό, που λέγεται Σπιναλόγκα». Ο φόβος μετάδοσης της αρρώστιας ήταν μεγάλος, πίστευαν ότι μεταδίδεται ακόμα και με την αναπνοή. Ο δημοσιογράφος Αγγελος Σγουρός παρουσιάζει αυτόν τον φόβο σε άρθρο του τον Αύγουστο του 1929 στην εφημερίδα «Εμπρός». Γράφει χαρακτηριστικά: «Ολοι όσοι άκουσαν ότι θα πάω στη Σπιναλόγκα με χαρακτήρισαν τρελό, πολλοί δε, γυρίζοντας στην Αθήνα, με κοιτάζουν με φρίκη ως φορέα της λέπρας. Η εμφάνιση των λεπρών, με το σώμα να γεμίζει εξανθήματα και έλκη, τα δάκτυλα κόβονταν. Το πρόσωπό τους, με φαγωμένα μάγουλα, με μάτια ζαρωμένα στην κόγχη τους ή γουρλωμένα, με χείλη σκισμένα ή σάπια, με πεσμένα τα φρύδια, τα ματόκλαδα και τα δόντια, προκαλούσε αποτροπιασμό».
«Τότε ο ιερομόναχος της Μονής Φανερωμένης Ιεράπετρας Χρύσανθος Κατσουλογιαννάκης εξέφρασε την επιθυμία του στον Επίσκοπό του Φιλόθεο Μαζοκοπάκη να αναπληρώσει το κενό. Έτσι, το 1947 διορίσθηκε εφημέριος των λεπρών της Σπιναλόγκας» τονίζει ο κ. Παπαδάκης και προσθέτει: «Ο ιερομόναχος Τιμόθεος Περάκης, ο μετέπειτα Ηγούμενος της Μονής Φανερωμένης, μου είπε: "Οι μοναχοί της μονής θαυμάζαμε τον Χρύσανθο για την απόφασή του, απόφαση αυταπάρνησης, να πάει στη Σπιναλόγκα ως αναπληρωτής του ιερομονάχου Μελετίου. Την ημέρα της αναχώρησής του τελέσαμε θεία λειτουργία. Τον κατευοδώσαμε δε με πολλή συγκίνηση και υπερηφάνεια, γιατί ιερομόναχος της μονής μας θα είναι εφημέριος στη Σπιναλόγκα».

«Ηταν μορφή ασκητική, με ξεθωριασμένο ράσο και καλογερικό σκούφο»



Ο κ. Παπαδάκης δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στη συγκινητική γνωριμία που είχε με τον παπα-Χρύσανθο, υπογραμμίζοντας: «Είχα την τύχη να γνωρίσω τον ιερομόναχο Χρύσανθο τον Δεκαπενταύγουστο του 1967 στη Μονή Τοπλού, όπου έπειτα από πρόσκληση του αγαπητού και σεβαστού μου Ηγουμένου, αρχιμανδρίτη Φιλόθεου Σπανουδάκη έμεινα μια εβδομάδα. Ηταν βραχύσωμος, μορφή ασκητική, με λευκή γενειάδα. Τα χρόνια βάραιναν τους ώμους του. Το ράσο και ο καλογερικός σκούφος του ήταν ξεθωριασμένα», ενώ ανασύρει από τη μνήμη του εικόνες και περιστατικά:

«Βρισκόμουν ένα πρωί με τον πατέρα Χρύσανθο στην έξω από το Καθολικό μικρή αυλή. Τότε εμφανίστηκε ένας άνθρωπος μεγάλης ηλικίας. Μόλις είδε τον πατέρα Χρύσανθο αναφώνησε γεμάτος έκπληξη και χαρά: "Πάτερ Χρύσανθε..." Και την ίδια στιγμή δυο αγκαλιές ανοίχθηκαν. Στο φτωχικό κελί του π. Χρύσανθου μου δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσω τον ξένο αλλά και να τον προκαλέσω να μου μιλήσει για τις εμπειρίες του από την επαφή του με τον παπά στο νησί: "Ημουνα λεπρός" είπε. "Έζησα στη Σπιναλόγκα πολλά χρόνια. Η αρρώστια μάς είχε παραμορφώσει. Ο φόβος της μόλυνσης έκανε όλους τους υγιείς ανθρώπους να μην τολμούν να μας πλησιάσουν. Ο γιατρός, οι νοσοκόμες, οι άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι και οι γυναίκες, που έπλεναν τα ρούχα μας, άφηναν το νησί λίγο πριν από τη δύση του ηλίου και πήγαιναν με βενζινάκατο στην Πλάκα, που ήταν δυτικά και απέναντι της Σπιναλόγκας. Έπρεπε να ζήσουν μερικές ώρες μακριά από το "νησί των ζωντανών νεκρών", όπως αποκαλούσαν τη Σπιναλόγκα τότε δημοσιογράφοι των αθηναϊκών εφημερίδων.
Νιώθαμε όλοι την ανάγκη ενός ιερέα. Εκείνος μόνο θα μπορούσε να μας παρηγορήσει με τον λόγο του Θεού, να μας συμπαρασταθεί πνευματικά. Όμως ιερέας ερχόταν στο νησί μας από την Ελούντα μόνο δύο φορές τον μήνα.
Ερχόταν Σαββατόβραδο, έκανε τον εσπερινό και έφευγε. Ερχόταν πάλι την επόμενη μέρα, τελούσε τη θεία λειτουργία και έφευγε. Ερχόταν και άλλες φορές. Τότε όμως ερχόταν από αναπότρεπτη ανάγκη, για να κηδέψει τους νεκρούς μας!
Κάποια μέρα καθόμαστε μερικοί άντρες στην αυλή του καφενείου μας, που ήταν κοντά στην πύλη.
Τότε πιο πέρα φάνηκε ένας ιερέας. Καταλάβαμε όλοι μας ότι ήρθε στο νησί για να λειτουργήσει. Μόλις μας είδε, ήρθε κοντά μας. Μας καλημέρισε με εγκαρδιότητα.
Όλοι μας όρθιοι και με ελαφρά υπόκλιση τον καλωσορίσαμε. Κανένας μας όμως δεν έτεινε το χέρι του για να τον χαιρετήσει. Ο λεπρός δεν πρέπει να χαιρετά με χειραψία. Κι αυτό, για να μη μεταδώσει την καταραμένη του αρρώστια. Τότε εκείνος μας χαιρέτησε όλους με χειραψία! Μας είπε απλά ότι θα μείνει κοντά μας, για να μας βοηθάει στην εκπλήρωση των χριστιανικών μας καθηκόντων. Η συγκίνησή μας ήταν μεγάλη"».

«Μεταλάβαμε όλοι και έπειτα τον είδαμε να καταλύει ό,τι απέμεινε! Κλάψαμε σαν παιδιά»


Η διήγηση για τη δεύτερη ημέρα στο νησί του π. Χρύσανθου έχει ως εξής: «"Την άλλη μέρα πήγαμε στην Εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα. Παρακολουθήσαμε όλοι, άντρες, γυναίκες και παιδιά, με κατάνυξη τη θεία λειτουργία, που τελούσε με δωρική απλότητα και απροσμέτρητη ευσέβεια. Την Κυριακή αυτή δεν μεταλάβαμε. Δεν είχαμε ενημερωθεί έγκαιρα για την τέλεση της θείας λειτουργίας και δεν είχαμε νηστέψει. Στο τέλος της λειτουργίας πήραμε από το χέρι του αντίδωρο. Και παίρνοντας το αντίδωρο, του φιλούσαμε όλοι το χέρι! Ήταν κάτι που το επιδίωξε ο ίδιος. Καθώς έδινε το αντίδωρο, πλησίαζε το χέρι του στο στόμα μας. Όλων μας τα μάτια βούρκωσαν από συγκίνηση. Πριν έρθει εκείνος, το αντίδωρο το παίρναμε από ένα καλαμόπλεκτο πανέρι που τοποθετούσε ο νεωκόρος στο παγκάρι. Την επόμενη Κυριακή πήγαμε σχεδόν όλοι στην εκκλησία. Η εκκλησία ήταν κατάμεστη, το ίδιο και το προαύλιό της. Τη μέρα αυτή μεταλάβαμε όλοι. Στο τέλος της θείας λειτουργίας είδαμε τον ιερέα μας να καταλύει ό,τι είχε απομείνει στο Αγιο Ποτήριο από τη μετάληψή μας! Ανοίξαμε όλοι τα μάτια μας από έκπληξη. Νομίζαμε ότι ονειρευόμαστε. Χοντρά και καυτά δάκρυα ανάβρυσαν από τα μάτια μας. Ο προηγούμενος ιερέας ό,τι απέμενε από τη μετάληψή μας -ασφαλώς κατά θεία οικονομία- το έχυνε στο χωνευτήρι. Ο ιερομόναχος Χρύσανθος έμενε κοντά μας νύκτα και μέρα. Και έμεινε κοντά μας δέκα χρόνια! Τα χρόνια αυτά εκδήλωσε σε όλους μας την αγάπη. Μας επισκεπτόταν στα σπίτια μας. Μας καθοδηγούσε όλους. Ενίσχυε με τα λίγα χρήματα που είχε τους φτωχούς. Και έκανε τούτο, τηρώντας το: μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου. Ευγνωμονώ, όπως και όλοι οι άρρωστοι της Σπιναλόγκας, τον πατέρα Χρύσανθο για...", δεν κατάφερε να ολοκληρώσει όμως τη φράση του. Ξέσπασε σ ένα βουβό κλάμα».
«Ο πατήρ Χρύσανθος», συνεχίζει ο κ. Παπαδάκης, «έχοντας το βλέμμα του καρφωμένο στο δάπεδο, ακούγοντας τις περιγραφές του πρώην χανσενικού, είπε με ένα εσωτερικό μεγαλείο: "Πιστεύω ότι δεν είναι τόσο σπουδαίο αυτό που έκαμα. Αυτό θα έκανε κάθε λειτουργός του Υψίστου, κάθε χριστιανός. Βοήθησα, όσο μπορούσα, συνανθρώπους μας να σηκώσουν τον σταυρό στον γολγοθά τους. Επειτα, η αρρώστια δεν μεταδίδεται με τη Θεία Κοινωνία, με το σώμα και το αίμα του Χριστού"».
Έμεινε για να προσέχει τους τάφους!


Με συγκίνηση ο π. Χρύσανθος μίλησε στον κ. Παπαδάκη για την απόφασή του να μείνει στο νησί όταν πια όλοι είχαν φύγει από αυτό: «Το Λεπροκομείο της Σπιναλόγκας έκλεισε. Ήταν Ιούλιος του 1957. Έφυγαν όλοι από το νησί, έμεινα μόνο εγώ εκεί».
Τον ρώτησα γιατί και μου απάντησε: «Έπρεπε να περιποιούμαι τους τάφους των χανσενικών. Έπρεπε ακόμα, βρισκόμενος μπροστά στους τάφους τους, να ψέλνω τρισάγιο για την ανάπαυση των ψυχών τους. Εγκατέλειψα το νησί το 1959. Η υγεία μου κλονίστηκε. Τότε εγκατέλειψα το νησί. Ο Επίσκοπός μου με τοποθέτησε στη μονή τούτη».
Ο λογοτέχνης Νίκος Στρατάκης επισκέφθηκε τη Σπιναλόγκα τον καιρό που έμενε εκεί μόνος ο πατήρ Χρύσανθος. Σε κείμενό του το 1959 αναφέρεται και στον π. Χρύσανθο, γράφοντας: «Σήμερα το νησί του πόνου είναι έρημο. Τίποτε δεν ταράσσει την ησυχία του... Καθώς περνούσαμε τον πλακόστρωτο δρόμο, ένας λερός και κουρελής με ασκητική και βυζαντινή αποστέωση, μπροστά στην εκκλησία, σέρνει νερό από τη δεξαμενή και ποτίζει δύο καχεκτικά δεντράκια. Είναι τούτος ο καλόγερος το υστερνό απομεινάρι της μοναχικής ζωής του βράχου. Κόλλησε πάνω του σαν στρείδι, όπως κόλλησε η ψυχή του στην ασκητική του σάρκα».