Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΕΚΔΟΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΕΚΔΟΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 30 Μαρτίου 2019

ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ



ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ

Μέρες που είναι σας μεταφέρω τρεις ιστοριούλες από τα παραλειπόμενα της ιστορίας του τόπου μας που δημοσιεύθηκαν στο ένθετο ημερολόγιο του 1937 της εφημερίδας ΕΘΝΙΚΟΣ ΚΗΡΥΞ της Νέας Υόρκης




Ο Κανάρης και το τελεσίγραφο του Σουλτάνου

Πώς αποκάλεσαν τον γενναίο θαλασσινό δειλό

Στην πρώτη Ελληνική Γερουσία, επί Όθωνος, γινόταν κάποτε συζήτηση για ένα τελεσίγραφο του Σουλτάνου προς την 'Ελλάδα.
Ο Κωνσταντίνος Κανάρης, ο όποιος ήταν τότε αντιπολιτευόμενος Γερουσιαστής, συνέστησε να συνταχτεί μετριοπαθής απάντηση στο τελεσίγραφο, για να μη διακοπούν οι Ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Η φρόνιμη όμως αυτή σύσταση του θαλασσομάχου αποδόθηκε από τους κυβερνητικούς Γερουσιαστές σε δειλία και κάποιος απ' αυτούς τον ρώτησε:
— Μήπως φοβάσαι τους Τούρκους Κανάρη; Μα τότε ό γενναίος πυρπολητής του απάντησε:
— Ναι, ειν' αλήθεια πως τους φοβάμαι τώρα για να μη τους φοβηθώ αργότερα όταν δεν θα πρέπει να τους φοβάμαι.....



Στη ναυαρχίδα του Ντεριγνύ

Μια μοιραία συνάντηση  του Καραϊσκάκη με  τον Κιουταχής και ένας   χαρακτηριστικός   διάλογος

Όταν, κατά την επανάσταση, έφτασε ο Γάλλος ναύαρχος Ντεριγνύ στον Πειραιά, κατέβηκε να τον χαιρετήσει ο συμπατριώτης του στρατηγός Φαβιέρος. Σε λίγο όμως έφτασαν κι' οι δυο Τούρκοι στρατηγοί Κιουταχής και Ρεσίτ πάσας, για να επισκεφθούν κι' αυτοί τον ξένο ναύαρχο.
Ό Φαβιέρος τότε βιάστηκε να φύγει, μη θέλοντας να συναντηθεί με τους αντιπάλους του.
Όταν οι δυο Τούρκοι, ύστερα από κάμποσην ώρα ετοιμαζόντουσαν να φύγουν, ο Καραϊσκάκης, μη ξέροντας με ποιους βρισκόταν την ώρα εκείνη ό Γάλλος ναύαρχος, πήγε κι' αυτός να τον χαιρετήσει.
Μα τη στιγμή πού ό Καραϊσκάκης ανέβαινε τις σκάλες της ναυαρχίδας, ο Κιουταχής κατέβαινε. Η μοιραία και τόσο δυσάρεστη συνάντηση ήταν πια αδύνατο ν' αποφευχθεί.
Την στιγμή, λοιπόν, πού ο Καραϊσκάκης κι' ο Κιουταχής ανπκρύστηκαν, απόμειναν κι' οι δυο τους εμβρόντητοι. Δεν τα ‘χασαν. Ο Καραϊσκάκης «χαιρέτησε πρώτος τουρκικά τον Κιουταχή κι' έκανε να προσπέραση. Ο αγέρωχος όμως Τούρκος στρατάρχης κούνησε το κεφάλι του και είπε στον Καραϊσκάκη:
— Τί κάνεις, ωρέ Καραϊσκάκη; Εγώ σε περίμενα στα Βιτώλια ναρθείς να με προσκύνησης και να σου δώσω όλα τα βιλαέτια από την 'Αθήνα ως την Άρτα.
—·Πολύ ψηλά τον πήρες τον αμανέ σου, απάντησε ο Καραϊσκάκης με το ντόμπρο ύφος του και χαμογελούσε.
— Τί θέλεις να πεις; ρώτησε ό Κιουταχής.
— Θέλω να πω ότι αν εσύ λες πώς είσαι στρατάρχης της Ρούμελης, είμαι κι' εγώ στρατάρχης της Ελλάδος.
— Μπα!   Και ποιος σού την έδωκε αυτήν την αρχηγία;
  Πάντως δεν μού την έδωκε ο Σουλτάνος. Μού την έδωκε η Πατρίδα κι' εγώ άπλωσα το χέρι μου και την πήρα.
— Και ποια ειν' αυτή η Πατρίδα; Δεν μας λες, ωρέ Καραϊσκάκη;
'Εκείνη πού αν μάθει πώς τώρα μιλάω μαζί σου, θα με κρέμαση κι' εμένα και τ' ασκέρι μου πού τώχα στην 'Ελευσίνα.
— Μπα! έκανε ο Κιουταχής. Μπορεί να σε κρέμασει ή Πατρίδα;
— Μήπως εσένα δεν σε κρεμάει όταν θέλει ο Σουλτάνος;
— Ναι, απάντησε ό Κιουταχής, γιατί εγώ τον έχω βασιλιά.
— Και μένα λοιπόν με κρεμάει όταν θέλει ή Πατρίδα, γιατί την έχω βασίλισσα μου!
Ο Κιουταχής τότε σηκώθηκε κι' έφυγε λέγοντας:
— Δεν θα βάλεις ποτέ μυαλό, Καραϊσκάκη!.. Αυτό βλέπω!.. 


Ο χωρικός και τα...... παιδιά του αγά

Ένας Ρουμελιώτης χωρικός γέμισε κάποτε ένα καλάθι ωραιότατα αχλάδια και πήγε στον πύργο του αγά της περιφέρειας για να του τα προσφέρει. Στη σκάλα όμως του πύργου συνάντησε δυο μαϊμούδες ντυμένες σαν μικρά παιδιά. Τα φορέματα τους ήταν χρυσοκεντημένα, είχαν σπαθί ζωσμένο στη μέση και φέσι στο κεφάλι. Τα κωμικά αυτά ζώα μόλις μυρίστηκαν φρούτα, ρίχτηκαν στο καλάθι του χωρικού, ο όποιος τα χαιρέτησε με σεβασμό βγάζοντας το καπέλο του· και τα άφησε να πάρουν όσα αχλάδια ήθελαν.
Όταν όμως κατόπιν ο αγάς είδε το καλάθι σχεδόν αδειανό, ρώτησε το χωρικό:
— Μα γιατί δεν το γέμιζες το καλάθι;
—Άρχοντα μου, απάντησε ο χωρικός. Το έφερα εντελώς γεμάτο. Αλλά τα.... παιδιά σας, πού ο Θεός να τα φυλάει, με σταμάτησαν στη σκάλα και μού έφαγαν τα πιο πολλά αχλάδια....



ΕΘΝΙΚΟΣ ΚΗΡΥΞ 1937

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2019

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΜΕ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ



ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΑΝΕΚΔΟΤΑ

Μια σειρά από αληθινές ιστορίες αναφερόμενες σε γνωστές προσωπικότητες της χώρας μας και ένα ανέκδοτο με πολυμήχανο ιερωμένο


ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ


Στις 13 Μαρτίου 1919, ενώ εξακολουθούσε η εκστρατεία των συμμάχων κατά των Μπολσεβίκων εις την Ουκρανία, το τάγμα του Κονδύλη διατάχτηκε να υποχώρηση στο σταθμό του Μπογιαλίκ. Το κρύο αυτή την ήμερα ήταν φοβερό. Οι άνδρες   προχωρούσαν   φορτωμένοι από χιόνι κι' αυτός ο Κονδύλης είχε γίνει κάτασπρος...
Ο Πλαστήρας, ο οποίος ήταν κι' αυτός εκεί, και ήξερε τις φιλοδοξίες του Κονδύλη., του φώναξε, μόλις τον είδε έτσι: —Ο. .. Μέγας Ναπολέων, επιστρέφων εκ Ρωσσίας!. ..


Ο ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΞΕΝΟΙ


Μια μέρα ό Κολοκοτρώνης είπε στον στρατιώτη, πού είχε υπηρέτη του:
—"Άκουσε, Μήτρο. "Αμα έρχονται Ρωμηοί να με δουν, να μπαίνουν.   Άμα έρχονται ξένοι, να μη τους αφήνεις. ..
—Γιατί, στρατηγέ; ρώτησε ό Μητρός.
—Γιατί οι ξένοι καλλίτερα είναι ν' ακούνε τον Κολοκοτρώνη από μακριά, παρά να τον βλέπουν!...

Ο ΘΕΟΤΟΚΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΝΕΟΤΟΥΡΚΟΙ


Όταν εξερράγη η Νεοτουρκική επανάσταση, πολλοί Έλληνες, μεγάλοι και μικροί, των Αθηνών, επίστεψαν ότι στ' αλήθεια οι Νεότουρκοι ήθελαν πραγματική ελευθερία, ισοπολιτεία κλπ. Πολλοί λοιπόν αποφασίσανε, με επί κεφαλής τον μακαρίτη πολιτικό Κ. Παπαμιχαλόπουλο, να διοργανώσουν μια εκδρομή των Ελλήνων των Αθηνών στην Κωνσταντινούπολη για να χαιρετήσουν τους Νεότουρκους και να συγχαρούν τους Τούρκους για την ελευθερία που απόχτησαν.
Πριν κινήσουν, ο Κ. Παπαμιχαλόπουλος θεώρησε καλό να ζήτησει τη γνώμη και την άδεια του Θεοτόκη, που ήταν τότε πρωθυπουργός. Τον ρώτησε λοιπόν αν έπρεπε να γίνει η εκδρομή ή όχι.
Ο Θεοτόκης, που προέβλεπε που θα καταντούσε η περίφημη... ελευθερία και η ισότητα των Νεότουρκων, του απήντησε, με κάποιον ερεθισμό:
—Θέλετε πηγαίνετε, θέλετε μην πηγαίνετε, πηγαίνετε και μην πηγαίνετε!. ..

ΠΕΡΙ ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑΤΟΣ


Ο Τίμος Δ. Σταθόπουλος, συνεργάτης, αρχισυντάκτης και χρονογράφος πολλά χρόνια στην «Ακρόπολη» του Γαβριηλίδη, ως έξης χαρακτήριζε τη φιλολογία:
—Τι είναι φιλολογία; Ο,τι γράφεις, φιλολογία είναι. Είδηση γράφεις, κοινωνικά γράφεις, φιλολογία είναι. Πώς θα τα γράψεις όμως, αυτό είναι το ζήτημα. ..
—Και το χρονογράφημα τί είναι; τον ρώτησε κάποιος, γιατί ο Σταθόπουλος καταγινόταν ειδικά με το χρονογράφημα.
Ο Σταθόπουλος, χωρίς να διστάσει, έδωσε τότε και τον ορισμό του χρονογραφήματος:
—Το χρονογράφημα είναι ένα πράγμα, πού για να φτιάσουμε, γράφουμε διάφορες αρλούμπες κι' έπειτα προσπαθούμε να τις συμμαζέψουμε και να βγάλουμε όπως-όπως κάποια συμπεράσματα! . ..

Ο ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ


Όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος ήταν φοιτητής, όπως λέγανε οι τότε φίλοι του και συμφοιτητές του, ήταν πάντοτε αφηρημένος. Διάβαζε διαρκώς αρχαίους συγγραφείς και διαρκώς. . .ξεχνούσε εδώ κι' εκεί το καπέλο του!. ..
Για την ωκυποδία (γρηγοράδα στα πόδια) πάλιν του Βενιζέλου, όταν ήταν νέος, διηγούνται, όσοι συνδέονταν τότε μαζί του, πάρα πολλά ανέκδοτα.
Μια φορά στο χωρίο Γαράζο του Μυλοποτάμου, το όποιον είναι απάνω σ' ένα ύψωμα και στο όποιο για ν' ανεβεί κάποιος θάπρεπε να βαδίσει έναν απότομο ανήφορο, στοιχημάτισε ο Βενιζέλος να παραβγεί μ' έναν καβαλάρη χωροφύλακα και να φτάσει μαζί μ' αυτόν στο χωριό, έχοντας πάντοτε το ένα χέρι του απάνω στα καπούλια του αλόγου.
Και το κατόρθωσε αυτό, όχι μια, αλλά δυο φορές, σε συναγωνισμό με δύο έφιππους χωροφύλακες!. ..

Ο ΠΑΠΑΣ ΚΑΙ  Η ΕΝΟΡΙΤΙΣΣΑ


Μια μέρα στον παπά μιας εκκλησίας των Αθηνών παρουσιάστηκε μια ενορίτισσα.
—-Δέσποτα μου, του είπε, ήθελα κι' εγώ να γιορτάζω, σαν χριστιανή, το όνομά μου, να σου φέρνω προσφορές, να μου δίνεις ύψωμα, με την ευχή σου, μα δεν βρίσκω στο Καλαντάρι τη γιορτή μου. ..
—Πώς σε λένε, κυρά μου; την ρώτησε ο παπάς.
—Αρχόντω, δέσποτα μου!...
Ψάχνει κι' ο παπάς στο Καλαντάρι, αλλά δεν βρίσκει τέτοιο όνομα. Τί να κάνη όμως; Να την αφήσει έτσι την καημένη τη γυναικούλα και να φύγει λυπημένη; Ποτέ!. . . Σκέφθηκε λοιπόν, σκέφθηκε, και επί τέλους της είπε:
—Ξέρεις, κυρά μου, πότε να γιορτάζεις;
—Πότε, παπά μου;
—Των Τριών... Ιεραρχόντων!...

kg

Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2019

Ο καθηγητής της Νομικής Σχολής και ο επιμελής φοιτητής του






Ο καθηγητής της Νομικής Σχολής και ο επιμελής φοιτητής του

Ερώτηση του καθηγητή Κρασά προς φοιτητή του στην Νομική Σχολή Αθηνών. «Τι απαιτείται για την σύσταση του γάμου;».
Στον παλιό καθηγητή του Πανεπιστημίου Αλκιβιάδη Κρασσά του άρεσε πολλές φορές ν' απευθύνει απρόοπτες ερωτήσεις στους εξεταζομένους φοιτητές.
Μια μέρα εξεταζόταν ένας φοιτητής «περί γάμου». Ο φοιτητής αυτός αφού απάντησε σε σειρά προφορικών ερωτήσεων του που φανέρωναν βαθιά γνώση του αντικειμένου στο οποίο εξεταζόταν έδωσε και σχετική απάντηση και το σχετικό ορισμό του νομομαθούς Μοδεστίνου για το γάμο.
Ο Κρασσάς όμως, εντυπωσιασμένος από τον φοιτητή του ήθελε να έχει αυτός τον τελευταίο λόγο και γι’ αυτό του έθεσε την εξής ερώτηση:
—Όλα όσα μου είπατε κύριε ήταν πολύ σωστά τί άλλο ακόμη απαιτείται προς σύστασιν του γάμου; Ο φοιτητής δεν ήξερε τί άλλο να απάντηση αφού όλα όσα αναφέροντο στα βιβλία και όλα όσα είχε ακούσει στις παραδόσεις τα είχε ήδη αναφέρει και για αυτό κοίταξε τον καθηγητή του με απορία.
Ο Κρασσάς όμως ατάραχος επανέλαβε πιο απαιτητικά την ερώτηση του, σαν να ήθελε να τον βασανίσει.
—Δεν ακούσατε;    Σας ερώτησα τί απαιτείται ακόμη προς σύστασιν του γάμου, του φώναξε. Τσιμουδιά βέβαια ο φοιτητής... Τότε ο Κρασσας πρόσθεσε με αφέλεια:
—Μα η διαφορά. . .φύλου, αγαπητέ  μου!. ..
Αυτό βέβαια συνέβηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1900 άλλες δηλαδή εποχές και άλλα ήθη.
Και για την ιστορία. Ο Αλκιβιάδης Κρασσάς  (1840-1912) ήταν Έλληνας διαπρεπής νομομαθής, συγγραφέας και καθηγητής πανεπιστημίου.
Γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1840 και ήταν από σημαντική οικογένεια. Έλαβε λεπτή και επιμελημένη ανατροφή. Σχολείο πήγε στην Αθήνα και ήταν άριστος μαθητής. Εγγράφηκε στη Νομική Σχολή του Εθνικού Πανεπιστημίου και μετά από διετείς σπουδές μετέβη στη Χαϊδελβέργη της Γερμανίας, όπου επιδόθηκε στη σπουδή του Ρωμαϊκού Δικαίου. Συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι και επέστρεψε στην Αθήνα το 1862. Αρχικά άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου, και νεότατος έγινε υφηγητής του Ρωμαϊκού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο. Το 1867 διορίστηκε πρωτοδίκης στην Αθήνα, και μετά από δύο χρόνια αντιεισαγγελέας στο Εφετείο των Αθηνών. Το 1878 ορίστηκε έκτακτος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, και συνέχισε να εργάζεται σε αυτό έως το 1910, όταν παραιτήθηκε εξ αιτίας διαφωνίας που είχε με τη βασιλική οικογένεια. Ακόμη, κατά το ακαδημαϊκό έτος 1899-1900 διετέλεσε πρύτανης του Πανεπιστημίου.
Έγραψε σημαντικά νομικά έργα, το «Κληρονομικό Δίκαιο» και το «Οικογενειακό Δίκαιο», καθώς και το «Σύστημα Αστικού Δικαίου».
Απεβίωσε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 1912, έπειτα από χρόνια καρδιακή νόσο, όντας βραβευμένος με το παράσημο του Ανώτερου Ταξιάρχη.

Πηγές:
Ημερολόγιο Εθνικού Κήρυκα 1937
Βικιπαίδεια, η ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια