Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΔΡΥΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΔΡΥΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 28 Νοεμβρίου 2017

180 χρονιά ΑΣΚΤ: Η συναρπαστική ιστορία της Ανωτάτης Σχόλης Καλών Τεχνών

   ΑΣΚΤ ©Δανάη Κωτσάκη 




180 χρονιά  ΑΣΚΤ: Η συναρπαστική ιστορία της Ανωτάτης Σχόλης Καλών Τεχνών

Από το «Σχολείο των Τεχνών» του 1837 έως τη μεταφορά της Σχολής από την Πατησίων στην Πειραιώς και μια αναδρομή σε όλες τις σημαντικές προσωπικότητες που πέρασαν

Κείμενο: Αργυρώ Μποζώνη
Email: abozoni@elculture.gr

Το 1837 ιδρύεται στην Αθήνα το Σχολείο των Τεχνών, πρόδρομη μορφή της σημερινής Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, η οποία είναι σήμερα το κύριο εκπαιδευτικό ίδρυμα στην Ελλάδα με σκοπό την ανάπτυξη των καλλιτεχνικών δεξιοτήτων των φοιτητών της.
Το Βασιλικόν Σχολείον των Τεχνών, αποκαλούμενο και Σχολείον Πολυτεχνικόν, στεγάσθηκε στην οικία Κωνσταντίνου Βλαχούτση επί της οδού Πειραιώς. Κατά τα πρώτα χρόνια, μαθήματα παραδίδονταν μόνο Κυριακές και εορτές, ενώ για την εγγραφή δεν προβλεπόταν καμιά προϋπόθεση μορφωτικού επιπέδου ή ηλικίας. Η εκπαίδευση προσφερόταν δωρεάν και ήταν αρχικά μονοετής. Περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, μαθήματα ιχνογραφίας, αριθμητικής και καλλιγραφίας.
Πρώτος διευθυντής του Σχολείου διορίσθηκε ο λοχαγός του Μηχανικού Σώματος Φρειδερίκος Τσέντνερ. Η επιλογή στρατιωτικού στη θέση αυτή συνδέεται με το γεγονός ότι αρχικός στόχος του Σχολείου ήταν η εκπαίδευση μηχανικών για την ανοικοδόμηση των αστικών κέντρων και της κατεστραμμένης υπαίθρου, με αρμόδιο το Υπουργείο Στρατιωτικών. Μόνον έμμεσα, από τον κορμό των κοινών μαθημάτων, θα προκύψει λίγο αργότερα η καλλιτεχνική κατεύθυνση.
Οι Δανοί αδελφοί Θεόφιλος και Χριστιανός Χάνσεν υπήρξαν οι πρώτοι δάσκαλοι ιχνογραφίας του Σχολείου. Το πρώτο αμιγώς καλλιτεχνικό μάθημα, άρχισε να διδάσκεται γύρω στα 1840. Η Σοφί ντε Μαρμπουά-Λεμπράν, η Δούκισσα της Πλακεντίας προσκάλεσε, με δικά της έξοδα, τον Γάλλο ζωγράφο Πιερ Μπονιρότ, για να διδάξει ελαιογραφία σε επιλεγμένη ομάδα μαθητών του Σχολείου. Η ίδια εφοδιάζει τα εργαστήρια με εργαλεία και υλικά και χορηγεί υποτροφίες. Το 1842 προσελήφθη και ο Φίλιππος Μαργαρίτης για να διδάξει στοιχειώδη γραφική (ιχνογραφία). Το ίδιο έτος εγκαινιάστηκε και άρχισε να λειτουργεί παράλληλα με το Σχολείον των Κυριακών, το Καθημερινόν Σχολείον. Το 1843 υπογράφεται νέο διάταγμα της αναδιοργάνωσης του Σχολείου των Τεχνών. Διδάσκονται ζωγραφική, αγαλματοποιία, αρχιτεκτονική, λιθογραφία, χωρομετρία.
Το 1844 εκδίδονται διατάγματα που αφορούν στη σύσταση της Εταιρείας των Ωραίων Τεχνών. Το σχολείο συγκεντρώνει περίπου 600 μαθητές. Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις εκείνων που παραμένουν για πολλά χρόνια στη σχολή μαθαίνοντας γραφή, ανάγνωση και την τέχνη τους.



Το παράδειγμα του Γύζη είναι εντυπωσιακό. Έμεινε στη σχολή από το 1854 σε ηλικία 12 ετών και παρέμεινε μέχρι το 1863. Κάθε χρόνο έπαιρνε ένα πρώτο βραβείο, εκτός από τον τελευταίο χρόνο που πήρε το δεύτερο στην ελαιογραφία. Παράλληλα, από τότε ίσχυε στη σχολή ο θεσμός των υποτροφιών.
Το 1847 προσλαμβάνεται στο Σχολείον ο γλύπτης Χριστιανός Ζίγκελ. Λίγο αργότερα θα προστεθεί και το μάθημα της φωτογραφίας, που διδάσκεται από τον Φίλιππο Μαργαρίτη, ενώ το 1852 θα προσληφθεί ο Βαυαρός ζωγράφος Λουδοβίκος Θείρσιος. Στην Πρώτη Διεθνή Έκθεση του Λονδίνου, το 1851, θα «αποτιμηθεί» διεθνώς η καλλιτεχνική παραγωγή του Σχολείου καθώς θα εκτεθούν «χειροτεχνήματα» μαθητών και διδασκόντων. 

Χωρίς τον Λύτρα ζωγραφική σχολή δε θα υπήρχε



Το 1864, νέος διευθυντής της σχολής τοποθετείται ο λοχαγός Δημήτριος Σκαλιστήρης με τον οποίο θα έρθει σε σύγκρουση ο Νικηφόρος Λύτρας. Ο τελευταίος θα αντικαταστήσει τον Σπυρίδωνα Προσαλέντη το 1866 στην έδρα της ζωγραφικής και στη Σχολή όλα αλλάζουν. Ο Λύτρας μέχρι το 1904 δίδαξε, ζωγράφισε και αγάπησε την τέχνη, δίνοντας με το έργο του το στίγμα της νεοελληνικής τέχνης στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Χωρίς τον Λύτρα ζωγραφική σχολή δε θα υπήρχε και μάλιστα σε μια εποχή μέσα στην οποία ήταν όλα σε κατάσταση πρωτογενή. Η εποχή συνδέεται στενά με τις προσπάθειες για κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη του Χαρίλαου Τρικούπη. Αρχίζουν οι προσπάθειες οργάνωσης μια μικρής Πινακοθήκης για τις ανάγκες των σπουδαστών.
Το 1872 είναι σταθμός στην ιστορία του Σχολείου των Τεχνών. Η σχολή μεταφέρεται στην Πατησίων και ονομάζεται Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Δημιουργείται και τρίτη έδρα ζωγραφικής για να δελεαστεί ο Γύζης και να επιστρέψει στην Ελλάδα, αυτός όμως αρνείται.



Το 1873 θα διορισθεί νέος διευθυντής ο αυταρχικός ταγματάρχης Δημήτριος Αντωνόπουλος. Η αντίδραση του Νικηφόρου Λύτρα κατά των αυταρχικών μεθόδων του Αντωνόπουλου θα έχει ως αποτέλεσμα, το 1876, το διορισμό στη θέση του διευθυντή ενός μη στρατιωτικού, του φιλολόγου Γεράσιμου Μαυρογιάννη. Η φοίτηση γίνεται τώρα επταετής. Είναι αξιοσημείωτο πως οι στρατιωτικοί θα διοικούν το Πολυτεχνείον ως την εκπνοή του 19ου αιώνα. Και εκεί, στα τέλη του, θα συσταθεί το 1894, το «Τμήμα Γραφικής και Πλαστικής διά νεανίδας».
Οι σπουδαστές της σχολής στις αρχές του 20ού αιώνα «άφηναν γένια, φορούσαν τζογέ παντελόνια, δεν τους έλειπε το τσιγάρο ούτε η μαγκιά». Οι καλές οικογένειες της Αθήνας δίσταζαν να στείλουν τις κόρες τους στο περιβάλλον αυτό, των νεαρών τραμπούκων. Η Σοφία Λασκαρίδου καταφεύγει στον βασιλέα προκειμένου να κάμψει την αντίσταση του Λύτρα και καταφέρνει να φοιτήσουν κορίτσια σε ένα τμήμα θηλέων που διδάσκει ο Ροϊλός «μόνο για αντιγραφή τοπίων και ανθέων». Τα κορίτσια πληρώνουν 15 δραχμάς για την σχολή. Είναι σε ένα τμήμα εντελώς ανεξάρτητο. Δεν υπάρχει πολύ αναθαρρυντική πρόοδος στις σπουδές τους, με αποτέλεσμα να κληθούν σε εξετάσεις. «Εις ουδεμία δεσποινίδα επιτρέπεται του λοιπού να φοιτά εις την τάξιν της αγαλματογραφίας πριν ή δια διαγωνισμού καταδειχθεί η προς τούτο ικανότης αυτής».
Το 1910 η Σχολή αυτονομείται εντός του Πολυτεχνείου. Πρώτος διευθυντής της αυτόνομης Σχολής Καλών Τεχνών, θα διοριστεί ο Γεώργιος Ιακωβίδης, ο οποίος έχει ταυτοχρόνως τοποθετηθεί στη θέση του Εφόρου της Πινακοθήκης.


Το 1922, ο συντηρητικός Ιακωβίδης αποπέμπεται και το 1923 ο Νικόλαος Λύτρας, γιος του Νικηφόρου, εκλέγεται καθηγητής φέρνοντας αέρα ανανέωσης στη Σχολή.  Το εργαστήριό του είναι το εργαστήριο των αιρετικών. Οι σπουδαστές βάφουν τους τοίχους,  έστηναν ολόσωμα γυμνά και κρεμούσαν στους τοίχους τυπωμένα αντίγραφα από έργα των Βαν Γκογκ, Σεζάν και Ρενουάρ. Ο τότε διευθυντής της σχολής νουθετεί τους σπουδαστές: «τώρα τελευταία και ο Σεζάν έχει παρατήσει τις μωβ σκιές».
Ο Παρθένης, συνυποψήφιος του Λύτρα, θεωρήθηκε νεωτεριστής ζωγράφος και ότι η τέχνη του ήταν έξω από το κλίμα της σχολής. Πρόκειται για δυο αντίθετους κόσμους. Όμως η φήμη του Παρθένη μεγαλώνει ολοένα. Το 1929 με διάταγμα που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, και όχι με εκλογή, διορίζεται διευθυντής ο Κωνσταντίνος Παρθένης. Έχει την υποστήριξη του ίδιου του πρωθυπουργού, Αλέξανδρου Παπαναστασίου, καθώς και του Ζαχαρία Παπαντωνίου, ο οποίος διδάσκει στη Σχολή αισθητική και ιστορία της τέχνης.
Το 1929 η σχολή μετονομάζεται σε Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, ανεξάρτητη και ισότιμη ως προς το Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Μέχρι εκείνη τη στιγμή στην Καλών τεχνών, ο Λύτρας κατάργησε τη διδασκαλία σχεδίου μέσω αντιγράφων, με ζωντανά μοντέλα και απευθείας παραστάσεις εκ του φυσικού. Ο Γεώργιος Ιακωβίδης ως διευθυντής της σχολής επηρέασε την πορεία της σχολής με την πολιτική και κοινωνική του οντότητα, μονοπωλώντας κάθε δημόσια θέση και διάκριση και κάνοντας φανερή την αντίθεσή του για τη δυνατότητα συνεργασίας με μια πιο πλατιά καλλιτεχνική κοινότητα.



Το 1930 ο Κώστας Δημητριάδης διορίζεται νέος διευθυντής της ΑΣΚΤ, πάλι με νομοθετικό διάταγμα, ενώ το 1932 στην έδρα της χαρακτικής, που είχε πάψει να λειτουργεί από το 1915, εκλέγεται ο χαράκτης Γιάννης Κεφαλληνός. Η ανάληψη καθηκόντων από τους δύο αυτούς διδάσκοντες εκλαμβάνεται από τον Ζαχαρία Παπαντωνίου ως πραγματική μεταρρύθμιση για τη Σχολή. Με την εμφάνιση των Παρθένη, Τόμπρου και Κεφαλληνού ξαναρχίζει στη Σχολή η εξερεύνηση των ειδικών μορφικών και τεχνικών προβλημάτων, καθώς και η αναζήτηση των ψυχικών και πνευματικών ερεθισμάτων.
Στη δεκαετία του ’30 οι λογοτέχνες αρχίζουν να ενδιαφέρονται για τη ζωγραφική της γενιάς τους. Ξεχωρίζει το δημοκρατικό ατελιέ του καθηγητή της χαρακτικής Γ. Κεφαλληνού. «Ο Κεφαλληνός μας αποκαλύπτει τι γίνεται στο Παρίσι, που τότε εμείς είχαμε μεσάνυχτα» γράφει η χαράκτρια Βάσω Κατράκη.
Το 1934 η Ελλάδα συμμετέχει για πρώτη φορά στη Μπιενάλε της Βενετίας. Έξω από τη σχολή, η καλλιτεχνική κίνηση εντείνεται όλο και περισσότερο. Με τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου, ο Μπουζιάνης δε γίνεται ποτέ καθηγητής στη Καλών Τεχνών. Το 1939 αναλαμβάνει καθηγητής ιστορίας της τέχνης ο Παντελής Πρεβελάκης. Ο Ασαντούρ Μπαχαριάν, στο βιβλίο του για την Καλών Τεχνών,  υποστηρίζει ότι η δεκαετία ’30 – ’40 ήταν η πιο ενδιαφέρουσα στη λειτουργία της σχολής.


       ΑΣΚΤ ©Δανάη Κωτσάκη

Με τον πόλεμο η ΑΣΚΤ δε μένει αμέτοχη στον αγώνα. Στη διάρκεια της κατοχής το εργαστήριο χαρακτικής γίνεται το κέντρο του αντιστασιακού αγώνα. Η ΑΣΚΤ μετά τον πόλεμο ανανεώνει το διδακτικό προσωπικό της. Τον Κώστα Δημητριάδη διαδέχεται το 1943 ο Επαμεινώνδας Θωμόπουλος. Η συνέχεια έχει ως εξής: ο Γιάννης Μόραλης εκλέγεται το 1947, ο Γιάννης Παππάς το 1953, ο Σπύρος Παπαλουκάς το 1956, ο Θανάσης Απάρτης το 1961. Από το 1950 δημιουργούνται τα εργαστήρια. Οι σπουδαστές μπορούν να διαλέξουν το δάσκαλό τους.
Με τον 30χρονο Μόραλη ως δάσκαλο στην Καλών Τεχνών, αλλάζει η φρουρά στην ΑΣΚΤ. Έβγαλε μαθητές με τόσο διαφορετικές προσωπικότητες. Παύλος, Καράς, Κοντός, Τσόκλης, Κανιάρης, Μυταράς, Κοκκινίδης, Φασιανός, Μπότσογλου, Θεοφυλακτόπουλος. Ο τρόπος που τοποθετούσε το μοντέλο είχε ξετινάξει τα χάη και τα ερέβη της παλιάς σχολής.
Καθηγητής και διευθυντής της Σχολής από το 1959, ο γλύπτης Γιάννης Παππάς. Τον θυμούνται σαν έναν καθηγητή που προσπαθούσε να κάνει τον κάθε σπουδαστή αυτοδύναμο, να του εμπνεύσει εμπιστοσύνη στον εαυτό του και να του ανοίξει δρόμους. Το 1961 εκλέγεται τιμής ένεκεν καθηγητής ο Θανάσης Απάρτης. Ίσως ο μόνος Έλληνας καλλιτέχνης που στον μεσοπόλεμο θεωρήθηκε επιτυχημένος καλλιτέχνης στο Παρίσι. Η προσφορά του είναι η ανεπανάληπτη ιδιότητα που είχε ως δάσκαλος.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 στη σχολή επικρατεί το έντονο πολιτικό κλίμα. Στη σχολή διατηρήθηκε μια έντονα δημοκρατική συνείδηση και στα χρόνια της δικτατορίας. Δεν είχε ποτέ χουντικό φοιτητικό σύλλογο.


Κατά την περίοδο 1960-1970 καθηγητές όπως ο ζωγράφος Γιώργος Μαυροΐδης, ο χαράκτης Κωνσταντίνος Γραμματόπουλος, ο ζωγράφος Νίκος Νικολάου, καθώς και ο αρχιτέκτονας Παύλος Μυλωνάς, πλούτισαν με την παρουσία και τη διδασκαλία τους τη Σχολή. Το 1960 ιδρύθηκαν τα Εργαστήρια Εφαρμογών. Το 1969 εκλέχθηκε ο γλύπτης Δημήτρης Καλαμάρας.
Μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, το διδακτικό προσωπικό της Σχολής ανανεώθηκε περαιτέρω με καλλιτέχνες όπως οι: Δημήτρης Μυταράς, Δημοσθένης Κοκκινίδης, Παναγιώτης Τέτσης, Γιώργος Νικολαΐδης, Ηλίας Δεκουλάκος, Νίκος Κεσσανλής, Θανάσης Εξαρχόπουλος, Τριαντάφυλλος Πατρασκίδης και ο αρχιτέκτονας Σάββας Κονταράτος.


Ο νόμος πλαίσιο του 1982 σφραγίζει τη δεύτερη περίοδο στην ιστορία της ΑΣΚΤ. Το κτιριακό ζήτημα παραμένει ανοιχτό από το 1910. Από τη δεκαετία του ’80, υπουργοί υπόσχονται τη μεταφορά της σχολής η οποία είναι εξαιρετικά περιορισμένη στην Πατησίων. Το αίτημα της μεταφοράς αφορά και στην  αναδιαμόρφωση και την ανανέωση της Σχολής. Το 1992, το εργοστάσιο υφαντουργίας Σικιαρίδη, στην οδό Πειραιώς αγοράστηκε από το Υπουργείο Παιδείας για λογαριασμό της ΑΣΚΤ. Η σχολή αποκτά 30.000 τ.μ. δομημένου χώρου.
Η μεταφορά της Σχολής λίγα χρόνια αργότερα, γίνεται σε ένα περιβάλλον γκρίνιας, καθώς πολλοί θεωρούν την τοποθεσία χώρο εξορίας. Ο Νίκος Κεσσανλής υπεραμύνεται της επιλογής του και η μεταφορά των εργαστηρίων από τον ασφυκτικά στενό χώρο της Πατησίων γίνεται σταδιακά το 1995-1996. Η απόφαση του τότε Πρύτανη της σχολής Νίκου Κεσσανλή και η επιμονή του κυρίως να μεταφερθεί η σχολή, ήταν μια κίνηση τολμηρή, όχι μόνο πρακτικά, αλλά κυρίως πολιτικά. Ο Κεσσανλής κατάλαβε ότι πρέπει να αλλάξει ριζικά ο προσανατολισμός της σχολής. Να αποτινάξει τον συντηρητισμό της. Να αλλάξει τόπο δράσης. Ακόμα και αν εκεί θα «κατέβαιναν» και όλα τα προβλήματα. Σε μια εποχή οικονομικής ανόδου της κοινωνίας, θέλησε να απεγκλωβίσει τη σχολή από το στενό ακαδημαϊκό της πλαίσιο. Και ο χώρος θα ήταν η αρχή.

 Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι το 1988, όταν έγινε η ιστορική πια «κατάληψη»,  ο Πρύτανης την υποστήριξε, σε μια εποχή που οι καταλήψεις δεν ήταν καθόλου «της μόδας» και ο λόγος της ίδιας της κατάληψης καθόλου ιδεολογικός, αλλά πρακτικός. Οι φοιτητές δεν είχαν πού να στεγάσουν την τέχνη τους. Τα εργαστήρια ήταν  ανύπαρκτα και η ανάγκη για δημιουργία μεγάλη. Καταλάβαινε ο Κεσσανλής ότι στους κοινωνικούς μετασχηματισμούς της εποχής, ήταν σημαντικό να ανοιχτεί η τέχνη θεσμικά και στη νέα γενιά και την πανκ αισθητική.

 ΑΣΚΤ ©Δανάη Κωτσάκη
Προαύλιος χώρος, ΑΣΚΤ ©Δανάη Κωτσάκη

Σήμερα η Σχολή Καλών Τεχνών έχει περίπου 1.000 φοιτητές και είναι το μεγαλύτερο εργοτάξιο τεχνών της χώρας.

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2015

Η βιβλιοθήκη του Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδη



Η βιβλιοθήκη του Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδη



Μια σπουδαία βιβλιοθήκη ανοίγει τις πόρτες της στον Πειραιά

Όσα πρέπει να ξέρετε για την Ιστορική Βιβλιοθήκη του Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδη

Η οργάνωσή της βιβλιοθήκης δεν είναι απλά θεματική, ούτε αλφαβητική, αλλά επικεντρώνεται και προβάλλει τον χαρακτήρα κάθε θεματικής ενότητας, όπως τον διαμόρφωσαν βιβλιογραφικά άνθρωποι των γραμμάτων...



Από την ΚΟΡΙΝΑ ΦΑΡΜΑΚΟΡΗ
Ένας πραγματικός θησαυρός τέχνης και πολιτισμού κρύβεται στα ράφια της Ιστορικής Βιβλιοθήκης του Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδη, που θα εγκαινιαστεί την Τρίτη 24 Νοεμβρίου. Το Ίδρυμα, μέσα στα 22 χρόνια λειτουργίας του, έχει καταφέρει να κάνει ιδιαίτερα αισθητή την παρουσία του στη πνευματική ζωή του τόπου μας και η Ιστορική Βιβλιοθήκη αναμένεται να προκαλέσει το ενδιαφέρον ερευνητών, επιστημόνων αλλά και κάθε φιλαναγνώστη.
Η Καίτη Λασκαρίδη, γεννημένη στον Πειραιά και με σπουδές οικονομικών στην Εμπορική Σχολή του, στις αρχές της δεκαετίας του '50, με μία ομάδα γυναικών της οποίας ήταν επικεφαλής, ίδρυσαν τη ΧΕΝ Νέου Φαλήρου, με βασικό σκοπό τη φροντίδα προσφύγων κοριτσιών από τη Ρουμανία, τη Ρωσία και άλλες ανατολικές χώρες. Το 1955 εξελέγη στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΧΕΝ Ελλάδος και επί μία 30ετία υπήρξε ενεργό μέλος της, από διάφορες θέσεις.  Θέλοντας να τιμήσει το προοδευτικό της πνεύμα, την κοινωνική ευαισθησία και την ισχυρή κριτική της σκέψη, ο Κωνσταντίνος Λασκαρίδης ιδρύει τη Βιβλιοθήκη «Καίτη Λασκαρίδη» στη μνήμη της, το 1993. Το 2006 η Βιβλιοθήκη μεταφέρεται, από το Νέο Φάληρο, σε νεοκλασικό κτίριο στον Πειραιά και το 2007 ιδρύεται με Προεδρικό Διάταγμα το «Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη». Το 2008 ξεκινά η αποκατάσταση των πετρόκτιστων φάρων της Ελλάδας από το Ίδρυμα, καθώς και τα πρώτα εκπαιδευτικά προγράμματα, που πραγματοποιούνται σε σχολεία πυρόπληκτων και δυσπρόσιτων περιοχών. Το 2012 συγκροτείται η Ιστορική Βιβλιοθήκη και το 2014 παρουσιάζεται ο νέος ιστότοπος του Ιδρύματος «Travelogues – Με το Βλέμμα των Περιηγητών». Στον ιστότοπο αυτό, προβάλλεται σημαντικό εικονογραφικό υλικό, το οποίο περιέχεται σε περιηγητικές εκδόσεις από τον 15ο έως και τον 19ο αιώνα, που ανήκουν στον πρόεδρο του Ιδρύματος, Παναγιώτη Κ. Λαζαρίδη. Παράλληλα, το Ίδρυμα συμμετέχει ως χορηγός στο πρόγραμμα ενάλιας ανασκαφής «Επιστροφή στα Αντικύθηρα».
Η Ιστορική Βιβλιοθήκη περιλαμβάνει 280.000 βιβλία, συλλογές σημαντικών προσωπικοτήτων των γραμμάτων και των τεχνών, οι οποίες διατηρούν την ενότητά τους, σύμφωνα με τον συλλεκτικό προσανατολισμό του κάθε δωρητή. Όπως αναφέρουν ο Πάνος Λασκαρίδης, Πρόεδρος του Ιδρύματος και ο Κωνσταντίνος Στάικος, Ιστορικός του Βιβλίου, Αρχιτέκτων: «Καμία πανεπιστημιακή ή ακαδημαϊκή βιβλιοθήκη, από τον 15ο αιώνα και μετά, δεν κατόρθωσε να διαθέτει σε βιβλιογραφικό επίπεδο την απαραίτητη πληρότητα που να καλύπτει συγκεκριμένο πεδίο γνώσης, σε σύγκριση και σε συνάρτηση με τη βιβλιοθήκη ενός λογίου. Δεν είναι ο αριθμός των τίτλων που κάνει τη διαφορά, αλλά ένας ολόκληρος «εκδοτικός μηχανισμός» που έρχεται να συμπληρώσει τον κάθε τόμο, όπως ανάτυπα, κριτικές, βιβλιοκρισίες σε περιοδικά, σχετικά δημοσιεύματα, προσωπικές επιστολές με σχόλια και κρίσεις για το εν λόγω έργο, επιφυλλίδες και άλλο παρεμφερές πολύγλωσσο υλικό, μετατρέποντας έτσι τον κάθε τόμο σε μία μικροβιβλιοθήκη και εργαλείο γνώσης «μοναδικής» διάστασης. Η «Ιστορική Βιβλιοθήκη» του Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδη αυτό ακριβώς το χάσμα έρχεται να γεφυρώσει: παρακολουθεί κατά χρονολογική τάξη και κατά τομέα του επιστητού τα επιτεύγματα του ελληνικού πολιτισμού, στα γράμματα, στις επιστήμες και τις τέχνες, από την προϊστορική εποχή, την κλασική και ελληνιστική περίοδο, τα χρόνια του βυζαντινού πολιτισμού και της Οθωμανικής Κυριαρχίας, την Επανάσταση και ως Σήμερα. Ηοργάνωσή της όμως δεν είναι απλά θεματική, ούτε αλφαβητική, αλλά επικεντρώνεται και προβάλλει τον χαρακτήρα κάθε θεματικής ενότητας, όπως τον διαμόρφωσαν βιβλιογραφικά άνθρωποι των γραμμάτων».



Αρχαιολογία, Αρχιτεκτονική, Φιλοσοφία, Ποίηση, Λογοτεχνία, Ιστορία, Θέατρο, Θεολογία, Δίκαιο, Τέχνη, Γλωσσολογία, είναι μερικές από τις θεματικές ενότητες στις οποίες μπορεί να εντρυφήσει ο επισκέπτης, χωρίς, ωστόσο, να μπορεί να δανειστεί κάποιο βιβλίο, λόγω της σπανιότητας και της παλαιότητάς τους. Οι ενδιαφερόμενοι έχουν πρόσβαση στις συλλογές της Ιστορικής Βιβλιοθήκης και μέσω διαδικτύου, επισκεπτόμενοι το πολύ διαφωτιστικό  site του Ιδρύματος, όπου υπάρχουν καταχωρημένοι οι τίτλοι των βιβλίων, μαζί με επιπλέον πληροφορίες. Ο κύριος όγκος της Ιστορικής Βιβλιοθήκης στεγάζεται στο υπέροχο νεοκλασικό που βρίσκεται στη συμβολή των οδών 2ας Μεραρχίας και Ακτής Μουτσοπούλου.
Πολλά και εντυπωσιακά είναι τα ονόματα των δωρητών, οι συλλογές των οποίων ανήκουν στην Ιστορική Βιβλιοθήκη. Ανάμεσά τους βρίσκεται ο Εμμανουήλ Κριαράς, πατέρας, για πολλούς, της νέας ελληνικής γλώσσας και φιλολογίας. Έχει δωρίσει μελέτες πάνω στην Ελληνική Γλώσσα, Αφιερώματα σε Νεοελληνιστές και Λογοτέχνες και πλήθος τίτλων λογοτεχνικών περιοδικών, καθώς και το αρχείο αλληλογραφίας του. Μία από τις πιο σημαντικές συλλογές είναι αυτή του Κ.Θ. Δημαρά, που θεματικά καλύπτει πρωτίστως ενδιαφέροντα φιλολογικά και ιστορικά και δευτερευόντως ζητήματα λαογραφίας, λογοτεχνίας και της ιστορίας της. Στα τέλη του 2014 περιήλθε στη Βιβλιοθήκη του Ιδρύματος, η Βιβλιοθήκη του Προέδρου της Ακαδημίας Αθηνών Κωνσταντίνου Σβολόπουλου, που επικεντρώνεται στην ιστορία του Μακεδονικού και του Κυπριακού ζητήματος. Βιβλία και περιοδικά Βυζαντινής ιστορίας, καθώς και μελέτες για την Αρχαία Ελληνική και Ρωμαϊκή ιστορία, τη σύγχρονη Ευρωπαϊκή ιστορία και τον Ισλαμικό κόσμο περιλαμβάνονται στη συλλογή της Ελένης Γλύκατζη Αρβελέρ, ενώ η συλλογή του ποιητή και εκδότη Γιώργου Χρονά, αφορά κατά κύριο λόγο την λογοτεχνία. Οι λάτρεις της φιλοσοφίας θα βρουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη συλλογή του επιφανούς Έλληνα φιλοσόφου Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλου, Ακαδημαϊκού και Καθηγητή Φιλοσοφίας, στην οποία συμπεριλαμβάνονται πλήθος βιβλίων φιλοσοφίας, με έμφαση στην αρχαία ελληνική. Η Βιβλιοθήκη του συλλέκτη Α. Οικονομόπουλου, γνωστή ως Biblioteca Greca, έχει ως αντικείμενο τις εκδόσεις των Ελληνικών κειμένων όλων των συγγραφέων που έζησαν πριν από την πτώση της Κωνσταντινούπολης και αποτελείται από 3.200 τίτλους, ενώ το Ίδρυμα συνεχίζει να την εμπλουτίζει. Τέλος, σημαντική σε έναν εντελώς διαφορετικό τομέα, την αλιεία και την ιχθυολογία, είναι η συλλογή του Κωνσταντίνου Λασκαρίδη, ιδρυτή της Βιβλιοθήκης «Καίτη Λασκαρίδη», η οποία υπήρξε προπομπός του σημερινού Ιδρύματος Αικατερίνη Λασκαρίδη. Με σπουδές στο εξωτερικό πάνω στην Υδροβιολογία, την Ιχθυολογία και την Εφαρμοσμένη Αλιεία, κατάφερε να γίνει πρωτοπόρος στους συγκεκριμένους τομείς. Η συλλογή βιβλίων του περιλαμβάνει μεγάλο όγκο ελληνικών και κυρίως ξενόγλωσσων ερευνητικών βιβλίων πάνω στον τομέα της αλιείας και της ιχθυολογίας, που την καθιστά μοναδική στα ελληνικά δεδομένα.



Λήψη καταλόγου συλλογής :
http://www.laskaridou.gr/wp-content/uploads/2015/02/Laskaridis-Constantinos.xlsx


Αναζητήστε βιβλία και έντυπα στην βιβλιοθήκη μέσω του διαδικτύου







http://www.lifo.gr/articles/book_articles/81512