Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 22 Ιουνίου 2022

ΣΤΗΜΕΝΕΣ ΛΕΜΟΝΟΚΟΥΠΕΣ

 


ΣΤΗΜΕΝΕΣ ΛΕΜΟΝΟΚΟΥΠΕΣ

Αγανακτώ και ξανα-αγανακτώ σφόδρα γιατί οι πολιτικοί μας ενώ ζητούν την ψήφο μας την ημέρα των εκλογών αποφεύγουν επιμελώς να σκύψουν πάνω στα προβλήματα των συνταξιούχων  λες και δεν είναι αυτοί που υπέστησαν τα χειρότερα δεινά από την οικονομική κρίση.

Οι συνταξιούχοι είδαν τις συντάξεις τους να πετσοκόβονται, είδαν τις οικονομίες τους να εξαφανίζονται από την οικονομική κρίση και την υψηλή φορολογία.

Σήμερα υποτίθεται ότι πηγαίνουμε οικονομικά καλύτερα αλλά καμιά από τις εξαγγελίες τόσο της ΝΔ όσο και του ΣΥΡΙΖΑ και του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ  δεν κάνει αναφορά στους συνταξιούχους.

Τα «περήφανα γηρατειά», όπως πολιτικάντικα και υποκριτικά χαρακτηρίστηκαν κάποτε από τον Γεώργιο και τον Ανδρέα Παπανδρέου κατάντησαν σήμερα να είναι οι στημένες λεμονόκουπες της Πολιτείας. Γιατί το σημερινό ανάλγητο κράτος -με ανάλγητους πολιτικούς που το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι η κυβερνησιμότητα και το πώς να επανεκλεγούν στο βουλευτιλίκη τους-  δεν μπορεί να χαρίσει στους συνταξιούχους τη ανθρώπινη ζεστασιά και φροντίδα και δεν σκύβει στα προβλήματά τους για να αποκαταστήσει , έστω και στο μέτρο του δυνατού, την ζημιά που υπέστησαν τα χρόνια που πέρασαν.

Δυστυχώς σήμερα γηρατειά και φτώχεια συνυπάρχουν. Πολλοί γέροντες είναι εγκλωβισμένοι στις δύο αυτές κατάρες με μια πενιχρή σύνταξη, που δεν επαρκεί ούτε για τις βασικότερες ανάγκες τους. Βλέπετε, πως και η ίδια η Πολιτεία μένει αδιάφορη μπροστά στα γεράματα. Σήμερα ζούμε στην εποχή που κάποιοι πολιτικοί θεωρούν τα γηρατειά σαν στημένες λεμονόκουπες και  άλλοι μιλάνε μόνο με λόγια παχιά για «Περήφανα γηρατειά». Ποιος ξεχνάει εκείνο τον αξιότιμο κ. Σπράο, που πριν κάμποσα χρόνια, με το ασφαλιστικό του Γιαννίτση έλεγε με δυσφορία: «Μα τι να κάνουμε; Η Ελλάδα έγινε μια κοινωνία υπερηλίκων». Τον στενοχωρούσε η μακροβιότητα των συνταξιούχων, γιατί τάχα αυτοί του χαλούσαν την οικονομική σούπα. Σαν να έλεγε, πως οι γέροντες πρέπει να μειωθούν. Πώς όμως; Με φόλα ή με ευθανασία;

Αντί λοιπόν οι πολιτικοί μας να βοηθήσουν οικονομικά τους απόμαχους της ζωής, αντί να τους απλώσουν ένα χέρι βοήθειας, τους έχουν βάλει στο περιθώριο με ανεκπλήρωτες υποσχέσεις αποβλέποντας στα ψηφουλάκια τους και ασκώντας αναιρέσεις όταν κάποιος δικαστής ή ειρηνοδίκης τους δικαιώνει.

 

Και ναι μεν είναι γεγονός ότι τα σωματεία των συνταξιούχων αγωνίζονται και κάνουν συγκεντρώσεις και πορείες αλλά ποιος τους ακούει; Άοπλοι, ανίκανοι και αδύναμοι. Πώς να διεκδικήσουν;

 

Δεν είναι νέοι να πιάσουν τα καδρόνια και να κυνηγήσουν αυτούς που κοροϊδεύουν. Δεν είναι εργάτες ή υπάλληλοι για να απεργούν και να ακινητοποιούν αστικές συγκοινωνίες, τρένα, πλοία αεροπλάνα και ΔΕΗ. Η μόνη τους απαντοχή είναι η πετσοκομμένη σύνταξή τους. Κι αν καμιά φορά, σέρνοντας τα πόδια τους φθάνουν έξω από τα υπουργεία για να υψώσουν φωνή διαμαρτυρίας, ε ... τότε .... το κράτος ξεσπά σε ξυλοδαρμούς στις κυρτωμένες πλάτες των ξεχασμένων περήφανων γηρατειών στέλνοντάς τους τις κλούβες και τα ΜΑΤ.

 

Σήμερα οι συνταξιούχοι αποτελούν πρόβλημα για το επίσημο κράτος και πονοκέφαλο για τα οικονομικά επιτελεία.

 

Δυσκολεύονται να δώσουν στους απόμαχους, ακόμα και τα δεδουλευμένα τους. Εκείνα, που σπυρί - σπυρί κατέθεσαν για απαντοχή στο τέλος της ζωής τους. Κι ακόμα χειρότερο. Χρεοκόπησαν τα ασφαλιστικά τους ταμεία. Αφαίμαξαν τους κόπους των ασφαλισμένων. Τα καταλήστευσαν. Και χωρίς ντροπή ομολογούν πως η φάμπρικα αυτή, από χρόνια καλά κρατεί.

 

«Η υψίστη αρετή, ο σεβασμός προς το γήρας, την αρχή της αιωνιότητος» λέει ο Αριστοτέλης.

 

Η περίοδος της Τρίτης Ηλικίας, θα μπορούσε να γίνει μια ζωή με τα δικά της ενδιαφέροντα, με τις δικές της διαπροσωπικές σχέσεις, με τις αναμνήσεις της, αλλά και με τις ελπίδες της, για ένα ανώδυνο τέλος και θα μπορούσαν οι περισσότεροι συνταξιούχοι να υιοθετήσουν αυτό που δήλωνε ο Καθηγητής και παλιός Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κων. Τσάτσος: «Είμαι 85 χρόνων, μα δεν στρέφομαι προς τα πίσω. Δεν μηρυκάζω τα περασμένα, ούτε χάνομαι σε συγκινητικές αναμνήσεις. Στρέφομαι προς τα εμπρός, (...) το ζω με την σκέψη μου, σαν να επρόκειτο να το ζήσω με το κορμί μου». Δηλ. τα γηρατειά δεν είναι μια άνευ όρου παράδοση στο τέρμα της ζωής. Έχουν κι αυτά τη χάρη τους, αρκεί να έχουν τα βασικά, για μια ανθρώπινη και αξιοπρεπή ζωή.

 

Κύριοι της ΝΔ, του ΣΥΡΙΖΑ, του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ και των λοιπών κομμάτων : Να μπροστά σας ένα  πεδίον δόξης λαμπρό για να αποδείξετε ότι δεν είστε ψηφοδεείς και ανάλγητοι αλλά πιστεύεται ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ στα ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ και σέβεστε τους απόμαχους της ζωής. Τους πατεράδες σας.

 

Κων/νος Γραικιώτης

 

Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2020

Ο 13ος ΜΙΣΘΟΣ


Ο 13ος ΜΙΣΘΟΣ


Από τον Άρη Χατζηστεφάνου


Νέα Υόρκη, αρχές του 20ου αιώνα. Στα κεντρικά γραφεία κάποιας εταιρείας, οι υπάλληλοι συγκεντρώνονται σε μια μεγάλη αίθουσα περιμένοντας το παραδοσιακό δώρο της διεύθυνσης για τα Χριστούγεννα: ένα ρολόι, ένα χρυσό νόμισμα ή ακόμη και μια γαλοπούλα (ενίοτε ζωντανή). Μόνο που αυτήν τη φορά ο διευθυντής κάνει τη μεγάλη έκπληξη. Προσφέρει το δώρο σε χρήματα! 

Μέσα σε ελάχιστα χρόνια, η νέα αυτή πρακτική κυριαρχεί στις περισσότερες αμερικανικές επιχειρήσεις. Μέχρι το 1911 οι περισσότερες εταιρείες προσέφεραν έως και 10% του μισθού ως δώρου Χριστουγέννων. Ύστερα, μάλιστα, από τη χρηματιστηριακή κατάρρευση του 1929 και τη μεγάλη ύφεση της δεκαετίας του '30, το κεϊνσιανό πνεύμα των ημερών επέβαλε στις επιχειρήσεις και στο κράτος να βοηθούν τους εργαζομένους τις ημέρες των γιορτών, ώστε και αυτοί με τη σειρά τους να τιμήσουν το εμπορικό πνεύμα των Χριστουγέννων και να θέσουν σε λειτουργία το μηχανισμό της αγοράς.

Ο απόηχος από τα κάλαντα του Κέινς θα έρθει και στην Ελλάδα - έστω και με καθυστέρηση μερικών δεκαετιών. Οι Έλληνες υπάλληλοι, βέβαια, είχαν συνηθίσει να παίρνουν κάποια χρηματική ενίσχυση τις ημέρες των γιορτών ήδη από τα χρόνια του Μεσοπολέμου. Ορισμένες επιχειρήσεις, μάλιστα, όπως τα μεταλλεία Λαυρίου και η τσιμεντοβιομηχανία Ελευσίνας, προσέφεραν ως δώρο στους εργαζομένους μια μικρή κατοικία κοντά στο εργοστάσιο - γεγονός που, συμφωνά με αρκετούς ιστορικούς, ευθύνεται σε σημαντικό βαθμό για την άναρχη δόμηση μεγάλων περιοχών της Αττικής. Ακόμα, πάντως, ο λεγόμενος 13ος μισθός στηριζόταν σε εθιμικό δίκαιο το οποίο οι διευθυντές των επιχειρήσεων θα μπορούσαν να «ξεχάσουν» σε περιόδους οικονομικής στενότητας. Επισήμως, ο ελληνικός 13ος μισθός γεννιέται με νόμο το 1946 ως «έκτακτη οικονομική ενίσχυση για τις γιορτές». Στα χρόνια του Εμφυλίου, όμως, ελάχιστες είναι οι επιχειρήσεις που θα τηρήσουν την υποχρέωσή τους. Μόνο μετά το 1949 το δώρο των Χριστουγέννων γίνεται κανόνας.

Φυσικά, από τη στιγμή που ο 13οςκαι αργότερα και ο 14ος μισθός θεσμοθετήθηκαν, έπαψαν να αποτελούν κάποιο είδος «δώρου». Ήταν και αυτοί ένα τμήμα του μισθού, το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης ανάμεσα στον εργαζόμενο και τον εργοδότη. Αφού όμως ο 13ος μισθός ήταν προκαθορισμένος, γιατί να μη διανέμεται στους υπόλοιπους 12 μισθούς του έτους; Η απάντηση είναι ότι η κυβέρνηση διατηρούσε με αυτόν τον τρόπο ένα ισχυρότατο όπλο για την τόνωση της αγοράς σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Ρίχνοντας στην αγορά το ζεστό χρήμα του «χριστουγεννιάτικου μισθού», προσέφερε πολλαπλασιαστικά οφέλη για τους εμπόρους (παράλληλα, στρατιές διαφημιστών αναλάμβαναν να εξασφαλίσουν ότι ο τελευταίος μισθός της χρονιάς θα καταναλωθεί στην αγορά και δεν θα αποταμιευτεί). Για τον ίδιο λόγο το δώρο δεν δινόταν πλέον στο τέλος του Δεκεμβρίου ή μετά τη γιορτή των Φώτων, όπως συνέβαινε τη δεκαετία του '40, αλλά στις αρχές Δεκεμβρίου, ώστε να υπάρχει επαρκής χρόνος για κατανάλωση. 

Παρ' όλα αυτά, με το πέρασμα του χρόνου, αρκετές εταιρείες θα καταφέρουν να αποσύρουν τον 13ο μισθό. Σήμερα, στις ΗΠΑ, σχεδόν το 60% των επιχειρήσεων δεν προσφέρει κανενός είδους δώρο, ενώ και όσες το κάνουν το συνδέουν όλο και συχνότερα μετη συνολική απόδοση μέσα στη χρονιά.

GK 12/2009

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2020

Τα υποζύγια







Τα υποζύγια

Η επιλεκτική χορήγηση επιδομάτων εκ μέρους της κυβέρνησης για ανακούφιση των δεινοπαθούντων και η πρόσφατη ανακοίνωση για χορήγηση «ικανοποιητικών» αποζημίωσεων όσων έχουν υπηρεσία 30 ετών και μιας ημέρας φαίνεται να αγνοεί επιλεκτικά την μεγάλη μάζα των συνταξιούχων που υπηρέτησαν 30 χρόνια, λες και αυτοί δεν υπέστησαν την αντισυνταγματική και παράνομη μείωση των συντάξεών τους (επικουρικών και μη) σε σημείο σήμερα να λαμβάνουν μηνιαία το 50% και λιγότερο της αρχικής τους σύνταξης.

Οι συνταξιούχοι των 30 χρόνων ανήκουν κατά το πλείστον στην λεγόμενη μεσαία τάξη και ως εκ τού τούτου οι κυβερνώντες πρέπει να γνωρίζουν αρκετά καλά ότι πολλές από τις ενέργειές τους δεν εγκρίνονται από αυτούς και το σύνολο της μεσαίας τάξης. Γνωρίζουν ότι η ανοχή και η κοινωνική αλληλεγγύη του συνόλου της μεσαίας τάξης είναι ειλικρινής και γενναιόδωρη. Το να νομίζουν όμως οι κυβερνώντες ότι μπορούν όχι μόνο να θεωρούν το σύνολο των ανθρώπων αυτών υποζυγίων ξεπερνάει τα όρια της ανθρώπινης φαντασίας.

Έτσι τι μας έλεγαν  και μας λέγουν οι κυβερνώντες; Σας φορολογούμε επιλεκτικά γιατί δεν είμαστε ικανοί να συλλάβουμε τη φοροδιαφυγή. Και συμπληρώνουμε εμείς: Δηλαδή, μέχρι να γίνετε ικανοί, εμείς θα υπερφορολογούμεθα; Και αν δεν μπορέσετε να γίνετε ποτέ ικανοί, τι θα γίνει;  

Γιατί, αν δεν κάνουμε λάθος, βασική προτεραιότητα του υπουργού Οικονομικών είναι να εισπράττει τα φορολογικά βάρη, ανάλογα με τη φοροδοτική ικανότητα των πολιτών και όχι ανάλογα με τη διάθεση αυτών να συνεισφέρουν στα κοινά.

Η στάση της κυβέρνησης οδηγεί όλους εμάς που υπηρετήσαμε 30 χρόνια στο να αντιληφθούμε ότι τελικά μας θεωρούν υποζύγια. καμήλες ή γαϊδούρια, δεν έχει σημασία, αφού και τα δύο αγαθά ζώα δεν έχουν άποψη απέναντι στον δυνάστη τους. Ο αφεντάδες, ακριβώς έχουν ως δεδομένη την υποταγή του ζώου σε κάθε του ανικανότητα. Η αθλιότητα όμως ως προς τα υποζύγια έχει κι αυτή τα όριά της.

Έρχεται όμως η στιγμή που, όπως λέει και ο λαός, τα συνήθη υποζύγια, μισθωτοί και συνταξιούχοι μουλαρώνουν. Αφού το οικονομικό επιτελείο δεν μπορεί με τις υπηρεσίες του να κάνει τη δουλειά του, να το βοηθήσούμε εμείς να την κάνει. Δεν θα πληρώνουμε φόρους. Τόσο απλά.

Τα υποζύγια λοιπόν, όπως στις «Θεσμοφοριάζουσες», θα αποφασίσουν να απέχουν από τις υποχρεώσεις τους γιατί απλά άρχισαν πλέον να συνειδητοποιούν ότι ζούμε σε μια χώρα όπου είναι παγκοίνως γνωστό πως η φοροδιαφυγή βασιλεύει και «δεν υπάρχει» λύση.

Αλήθεια, πώς θα ήταν το πρωινό των κυρίων του οικονομικού επιτελείου σε μια τέτοια αρνητική φορολογική στάση των υποζυγίων; Τι θα έκαναν σε μια τέτοια περίπτωση; Τι θα έκαναν, για να κλείσουν ταμείο, για να έχουν πλεόνασμα, το οποίο υπόσχονται ότι θα μοιράσουν με την δική τους επιλεκτική λογική; Από πού θα δανειζόντουσαν για να καλύψουν τις τρέχουσες ανάγκες του Δημοσίου, αν τα υποζύγια αντιδρούσαν; Αν δεν πληρώναμε φόρους; Αντί να τρέχουμε στους δρόμους και να διαδηλώνουμε γιατί απλά να μη σταματήσουμε να πληρώσουμε τις φορολογικές μας υποχρεώσεις, με ποσά από τους λιτούς λογαριασμούς μας ή από το πενιχρότατο υστέρημά μας (για μια ώρα ανάγκης) στον λογαριασμό του Δημοσίου;

Θα στραφεί λοιπόν το οικονομικό επιτελείο προς εκείνους που φοροδιαφεύγουν; Με ποιον τρόπο; Αφού πλέον όλοι θα φοροδιαφεύγουν. Πώς θα διαχωρίσει τους τίμιους από αυτούς που μέχρι χθες δεν μπορούσαν να τους βρει μέσα στο πλήθος;

Από εκεί που η κυβέρνηση τροφοδοτούσε το μίσος ενάντια στους φοροφυγάδες, όλοι οι πολίτες, σε μια στιγμή εθνικής εξάρσεως, θα τραγουδούν τον ύμνο της εθνικής συμφιλίωσης. Αντί το «εμπρός της Γης οι κολασμένοι», θα έχουμε ένα σκηνικό όπου το κράτος θα αναγκαστεί να σεβαστεί τη νομιμότητα και όχι να απαιτεί από όλους μας να αντιδικούμε, περιμένοντας πότε τα φορολογικά βάρη δεν θα επιβαρύνουν πλέον μόνο εμάς τα λίγα νομοταγή υποζύγια αυτής της χώρας.

Η κατάρρευση θα είναι τελεσίδικη. Είπαμε δεν είμαστε υποζύγια αλλά ούτε και κορόιδα. Και αν η απειλή ξεκινήσει έρποντας και σκάσει σαν φούσκα, στο τέλος οι μόνοι που δεν θα σωθούν θα είναι αυτοί που χαράζουν την οικονομική πολιτική


Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2019

Πολίτες - Κράτος - Δικαιοσύνη







Πολίτες - Κράτος - Δικαιοσύνη

Άρθρο του Τάκη Παπαδημητρίου, Δικηγόρου,  

Γεγονός, που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, είναι ότι το μεγάλο βάρος - αναλογικά ίσως το μεγαλύτερο - σήκωσαν από τότε που η χώρα οδηγήθηκε στα προγράμματα της « Οικονομικής της σωτηρίας » οι άνθρωποι που εξαρτούσαν - και εξαρτούν - την προσωπική και οικογενειακή τους επιβίωση από την εργασία : το μηνιάτικο, το μεροκάματο, τη σύνταξη.
Και υπέμειναν, προς τιμή τους, οι άνθρωποι αυτοί, στωικά όλα αυτά τα χρόνια, το βάρος, προσδοκώντας τουλάχιστον τη μελλοντική ελάφρυνση.
Ήρθε - και πέρασε - ο χρόνος της εξόδου από τα μνημόνια και οι αχθοφόροι συνταξιούχοι, αδιαμαρτύρητα - σχεδόν σιωπηλά - περίμεναν, όχι την αναγνώριση και επιβράβευση. Τουλάχιστον την ισότιμη αντιμετώπιση τους.
Η δικαιοσύνη, με τις αποφάσεις της - που όλοι γνωρίζουν- έχει δείξει το δρόμο προς την Πολιτεία, το Κράτος.
Το δρόμο της ίσης αντιμετώπισης των πολιτών. Το δρόμο της ισότιμης δικαίωσης.
Με τις αποφάσεις της, δεν όρισε επιλεκτικά κατηγορίες και ομάδες.
Όρισε ομάδες πολιτών - των συνταξιούχων - αδιακρίτως - για την ισότιμη συνταξιοδοτική τους αποκατάσταση.
Και οι συνταξιούχοι - σιωπηλοί όπως πάντα, ανεκτικοί, όπως πάντα, με ιώβεια υπομονή - ανέμεναν την αναγνώριση, με την ισότιμη αντιμετώπιση τους από την πολιτεία.
Και η ισότιμη αναγνώριση τους -δυστυχώς - δεν ήρθε.
Οι δικαστικές αποφάσεις, παρότι ξεκάθαρες, δεν εφαρμόστηκαν για όλους.
Οι μικροσυνταξιούχοι, αυτοί οι αχθοφόροι των κοινωνικών βαρών -οι πολλοί - παραπέμφθηκαν, για τη δικαίωση τους ξανά στα Δικαστήρια.
Η κρατική - κοινωνική δικαιοσύνη, σε όλο της το μεγαλείο !!
Οι πολλοί - οι οικονομικά αδύναμοι - καλούνται να υποβάλλουν
αιτήσεις και να ασκήσουν αγωγές, ξοδεύοντας για τη δικαίωση τους.
Να ζητήσουν από τα πρωτοβάθμια δικαστήρια, αυτό που κρίθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας, δικαστικά αδιαμφισβήτητο.
Έτσι αντί άμεσης και ισότιμης δικαίωσης, γίνεται παραπομπή τους στο μακρινό μέλλον.
Οι αγωγές θα συζητηθούν μετά τέσσερα ως πέντε χρόνια.
Και για πολλούς - όσους αποφασίσουν τη νέα δικαστική διαδρομή - η δικαίωση θα αποτελέσει ίσως αντικείμενο κληρονομιάς.
Και βέβαια.
Αν η κρατική δικαιοσύνη ακολουθήσει την ίδια τακτική, θα πρέπει, από το χρόνο της πρώτης αγωγής τους μέχρι την εφαρμογή των αποφάσεων του Συμβουλίου της επικρατείας είτε από την Πολιτεία είτε με νέες δικαστικές αποφάσεις, να ασκήσουν νέες αγωγές.
Κι' αυτό γιατί ο χρόνος - και οι αξιώσεις - μέχρι την εφαρμογή των αποφάσεων αυτών, δεν καλύπτεται από την πρώτη αγωγή.
Και οι συνταξιούχοι του τέως Ι.Κ.Α. αντί να ικανοποιηθούν, καλούνται με συνεχείς αγωγές, να ξοδεύουν, αναμένοντας.
Γιατί αυτοί, επιλεκτικά;
Γιατί αυτοί καλούνται να υποβάλλουν αιτήσεις και να σύρονται σε νέα Δικαστήρια, ενώ άλλες ομάδες ικανοποιούνται;
Γιατί αυτή η κρατική διάκριση και η ανισότητα έναντι των πολιτών;
Η απάντηση ότι η ικανοποίηση των άλλων αποτελεί πολιτική απόφαση και όχι εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων δεν ικανοποιεί.
Προσβάλλει αντίθετα, αμέσως και ευθέως, την κοινωνική προσφορά των συνταξιούχων και τελικά τη νοημοσύνη τους.
Προσβάλλει γενικά τη λογική και την κοινωνική δικαιοσύνη.
Αποτελεί εμπαιγμό.
Η εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων από την Πολιτεία έναντι όλων των συνταξιούχων, αποτελεί δεσμευτική υποχρέωση ίσης μεταχείρισης των πολιτών.
Ο αντίθετος δρόμος αποτελεί άσκηση εξουσίας και όχι δικαιοσύνης.
Προσβάλει ευθέως τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ισότητα των πολιτών.
Αυτή την ισότητα, χωρίς διακρίσεις στην εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων, αξιώνουν άμεσα και αυτή αναμένουν από την Κρατική εξουσία, οι πολίτες, οι απλοί Συνταξιούχοι του Ι.Κ.Α.