Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΚΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΚΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2023

Τα μικρά μυστικά του Καρνάβαλου

 

Τα μικρά μυστικά του Καρνάβαλου

Μια... αποκλειστική «συνέντευξη» με το βασιλιά του ξεφαντώματος

Του ΝΙΚΟΥ ΠΑΡΝΑΣΣΑ

Ο ελληνικός λαός, από τα πανάρχαια χρόνια, ακόμα και στις δύσκολες στιγμές τον, έβρισκε τον τρόπο να διασκεδάζει μ' έναν τρόπο έξαλλο και συναρπαστικό. Οι διονυσιακές γιορτές αποτελούν την αφετηρία όλων των κατοπινών λαϊκών εορταστικών εκδηλώσεων που, όπως και σήμερα, γίνονταν την άνοιξη. Αποτελούσαν κατά κάποιον τρόπο μια πρόσκληση στη χαρά της ζωής που ερχόταν μετά τη χειμωνιάτικη ατμόσφαιρα, ένα είδος απολύτρωσης από τις δοκιμασίες του χειμώνα.

Οι γιορτές αυτές, που σχετίζονται σε όλη την πορεία τους με τον ελληνισμό, φανερώνουν τον αυθόρμητο ενθουσιασμό που ο Έλληνας διαθέτει και τη βαθύτερη αισιοδοξία του. Απόηχος όλων αυτών των πανάρχαιων εκδηλώσεων αποτελούν και οι γιορτές του καρναβαλιού σ ολόκληρη τη χώρα με επίκεντρο την Πάτρα.

 


Από «πρώτο χέρι»

ΟΙ ΦΙΛΟΙ, όμως, του βασιλιά του γέλιου, του Καρνάβαλου, αδημονούν να μάθουν για το τι κρύβουν τα μυστικά του όπλα.

Γι' αυτό, επιδιώξαμε να έχουμε   μια...   συνάντηση μαζί του, να τον δούμε και να μάθουμε «από πρώτο χέρι» τι κρύβει το... οπλοστάσιο του γέλιου που θα σκορπίσει στους θαυμαστές του.

Τον    ανακαλύψαμε ψηλά, κοντά στην «Αχαΐα Κλάους», να προετοιμάζεται από πλήθος τεχνικών  και  καλλιτεχνών: ζωγράφων, μακιγιέρ, ενδυματολόγων, σκηνογράφων,  την ώρα που έβαζαν την τελευταία πινελιά στην εμφάνιση του βασιλιά Καρνάβαλου.

Είναι   ένας   χώρος   4   στρεμμάτων, σε μια έκταση 20 στρεμμάτων, που αποτελεί μια επένδυση του Δήμου Πάτρας κόστους ενός δισεκατομμυρίου δραχμών. *

-     Μεγαλειότατε,   σας ακούμε...

«Καταρχήν να σας πω ότι φέτος θα είμαι ο άρχων του τσίρκου. Το άρμα μου έχει μήκος 100 μέτρα, ύψος 5,5, μ. και βάρος 3 τόνων».

- Μήπως το βάρος σας έχει σχέση με κάποια πολιτική προσωπικότητα;

«Σας παρακαλώ, μη με παρομοιάζετε με πρόσωπα της πολιτικής. Εγώ είμαι βασιλιάς και κατά την παράδοση και τους θεσμούς είμαι απολίτικο άτομο...».

- Οι δεσμοί σας με την αρχαιότητα πώς εκφράζονται φέτος;

«Τα άρματα που θα με συνοδεύουν έχουν όλα καλλιτεχνική αξία. Τα θέματα τους κριτικάρουν και σατιρίζουν με διάθεση αριστοφανική την πραγματικότητα και άλλα προτείνουν λύσεις στα προβλήματα της περιοχής.

Η σκωπτική διάθεση που υπήρχε από την αρχαιότητα αποτυπώνεται στις κατασκευές όλων γενικά των αρμάτων».

-  Ποια είναι τα μυστικά της κατασκευής σας;

«Μου έχουν κάνει έναν σκελετό από σιδεροκατασκευή. Αυτή δεν γίνεται από συνηθισμένους σιδεράδες, αλλά από ανθρώπους που διαθέτουν ειδική τεχνογνωσία. Είναι καλλιτέχνες».

 


 

Η... δική μου κλωνοποίηση

- Είπατε ότι δεν είναι συνηθισμένοι σιδεράδες...

«Είναι το μοναδικό συνεργείο που υπάρχει στην Ελλάδα και ένα από τα πρώτα στην Ευρώπη».

-  Τι άλλα υλικά χρησιμοποιούν;

«Για την κωμική μου μορφή, η πρώτη ύλη είναι ο πηλός. Άλλα υλικά είναι το φελιζόλ και ο πολυεστέρας, και ό,τι περισσεύει απ' αυτά ο δήμος τα ανακυκλώνει και τα ξαναπουλάει.

Επίσης, χρησιμοποιούν χαρτώματα για τις επιφάνειες, ακολουθεί το φινίρισμα και καταλήγουν με την επιζωγράφιση.

Ολ' αυτά τα κάνουν άνθρωποι ειδικοί καλλιτέχνες με τοπική τεχνογνωσία, με ιστορία 100 χρόνων. Επίσης, χρησιμοποιούν εκατοντάδες κιλά χρωμάτων, κόλλας και άλλα υλικά».

-  Θα θέλατε να μιλήσετε για την κλωνοποίηση που έχει εντυπωσιάσει τελευταία τον κόσμο;

«(Γελάει). Αυτό το είδος εγώ το έχω ανακαλύψει πριν από χιλιάδες χρόνια, χωρίς ωστόσο η ανακάλυψη μου να κρύβει κάποιους κινδύνους για την ανθρωπότητα. Για παράδειγμα, θα σας αναφέρω τις μάσκες. Κυκλοφορούν όμοιες κατά χιλιάδες, όπως και κοστούμια. Μ' αυτά αλλάζουν μορφή οι άνθρωποι για να διασκεδάσουν στην περίοδο της Αποκριάς. Αν βάλετε στη σειρά μασκαράδες με όμοια κοστούμια και μάσκες, να η δική μου κλωνοποίηση».

- Αναγνωρίζετε στην κοινωνική μας ζωή, αφού δεν αναμειγνύεσθε στην πολιτική, πιερότους και κολομπίνες;

«θα έλεγα ότι πράγματι υπάρχουν σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής, που όμως γελοιοπούν την κομέντια ντελ άρτε».

-  Οι απατηλές μεταμφιέσεις των ημερών είναι μόνο ένα εφήμερο «χάπενινγκ»;

«Μπορεί να μην είναι μόνον αυτό που λέτε. Ένα γελοιογράφικό σκίτσο μεταμφιέζει με χιούμορ τα γεγονότα των ημερών, ενώ ένα πορτρέτο ειδεχθούς τέρατος μπορεί να σχολιάζει κάποιο παραμύθι».

- Πώς θα ήταν η ζωή μας χωρίς τις μάσκες;

«Είναι σχεδόν αδύνατον να το προβλέψω, όχι μόνο για τη ζωή, αλλά και για τον πολιτισμό και για την ανθρώπινη ιστορία. Γιατί, η φαντασία χρειάζεται το προσωπείο για να αρχίζει να... καλπάζει για το τι κρύβεται πίσω από τη μάσκα δηλαδή η φυσιογνωμία, το πραγματικό νόημα και άρα η αλήθεια».

*Το ρεπορτάζ δημοσιεύτηκε την ΚΥΡΙΑΚΗ 9 ΜΑΡΤΙΟΥ 1997                                                                       

 στην εφημερίδα ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

 

Απόκριες στο χωριό


 

Απόκριες στο χωριό

Απόγονοι του Διονύσου (Απόκριες στο χωριό)

Γράφει ο Γεώργιος Γαλανόπουλος

Τα άσπρα σύννεφα του χιονιά, σιγά σιγά αποτραβιούνται... Ο ήλιος ξεπροβάλλει ζεστός και τρυφερός κανακεύοντας με τις αχτίδες του τα βουνά και τα φαράγγια. Επιτέλους ο χειμώνας περπατάει προς το τέλος. Το λευκό το νεκροσέντονο αναδιπλώνεται από τις ψηλές κορυφές,  στις βαθιές κι ανήλιαγες χαράδρες. Οι ομίχλες ανεβοκατεβαίνουν από τον ουρανό σκεπάζοντας και ξεσκεπάζοντας τη γύμνια των ανθρώπων, ανάλογα τα κέφια των ανέμων...

Ανάσες ανακούφισης σε όλο το χωριό. Από ανθρώπους και ζωντανά. Τον βγάλανε και τούτο το χειμώνα. Μόνο ο γερο-Χρήστος και η Θιοφανή μείνανε στη στράτα… τους βρήκε ο Χάρος αδύναμους και τους εκμεταλλεύτηκε…

Πλησιάζουνε οι Απόκριες. Πότε ήτανε Χριστούγεννα; Σαν χτες φύγανε τα καλικατζάρια, κατεβήκανε πάλι στα έγκατα της γης να ξαναπριονίσουν το δέντρο της ζωής... Η Τσικνοπέμπτη και η Κριάτινη περνάνε στα ψιλά. Το κρέας το έχουν αποκρέψει απ’ τα Χριστούγεννα…Το Πάσχα πάλι κρέας!

Το χωριό στέκεται ευλαβικά και με θρησκευτική κατάνυξη στο Ψυχοσάββατο, το Σάββατο πριν την Κυριακή της Απόκρεω. Hμέρα των ψυχών! Ημέρα μνήμης, θύμησης και τιμής στους νεκρούς, τους περσινούς, τους φετινούς,  τους αλησμονημένους. Αυτούς που είδαμε και δεν είδαμε. Τους παππούληδες, τις γιαγιάδες,  τους προσπαππούληδες και  τις προσγιαγιάδες, τους μικρούς και τους μεγάλους που πέθαναν μέσα κι έξω απ’ το χωριό, στα βουνά και στα λαγκάδια, στην ξενιτειά και στους πολέμους.

Οι γυναίκες και οι γιαγιάδες, την παραμονή των ψυχών, φτιά-χνουν κόλλυβα και λειτουργιές. Γεμίζουν  πιάτα με τραγάλια, τα σκαλοπάτια του Αγιώρη δεξιά κι αριστερά της Ωραίας Πύλης. Κάθε πιάτο κι ένα σπιτικό, κάθε σπυρί και μια ψυχή. Δεκάδες τα πιάτα, εκατοντάδες χιλιάδες οι ψυχές. Πάκους τα ψυχοχάρτια  πάνω στην Αγία Τράπεζα. Θυμιατίζει ο παππάς τα κόλλυβα και διαβάζει ονόματα,  που τελειωμό δεν έχουν. Τα τραγάλια  και τα πρόσφορα γεμίζουν τις κανίστρες. Σμίγουν τα κόλλυβα, ανακατεύονται κι ευφραίνονται οι ψυχές από τη κανέλα, το σουσάμι, τα καρύδια, τα γαρύφαλλα, τα κουφέτα, την άχνη και το λιβάνι από το θυμιατό του παπα-Γιώρη. Μοιράζονται στο εκκλησίασμα, στα παιδιά του δημοτικού  σχολείου και σε όλο το χωριό, για το συχώριο.

Το βράδυ-βράδυ μπουλούκια μπουλούκια τα μικρά παιδιά, περιδιαβαίνουνε τα σπίτια και τραγουδάνε το ψυχούδι:

        «Είδαμε δεν είδαμε, ξέρουμε δεν ξέρουμε,

         τους περσινούς, τους φετινούς, τους αλησμονημένους,

         τον παππούλη μου, τη γιαγιά μου, Θόσυχωρέστους

         τον προσπαππούλη μου, την προσγιαγιά μου, Θόσυχωρέστους».

Οι παιδικές φωνές, γίνονται μελωδία. Την παίρνει η ηχώ και το αεράκι, την στέλνουνε στην Παναγιά και στον Αϊ-Νικόλα, την ανεβάζουν στα ψηλά βουνά, στο Τετράζι, στο Διαφόρτι, στο Μαλεβό και στην Παλιαβλάκιζα. Την παίρνουν οι αγέρηδες και την πηγαίνουνε μακριά, εκεί που χωριστήκανε οι ψυχές από τα σώματα για να χαρούν… γιατί καταλαβαίνουν ότι ζουν, όσο κάποιοι τις θυμούνται. Έπαθλο των παιδιών η μακρόστενη λαγάνα με νυχιές-κεντίδια από πάνω, βουτηγμένη στο κρασόλαδο. Τη λαγάνα τη λεν ψυχούδι, την καλοτρώνε τα παιδιά ευφραίνονται και συγχωράνε.

Απόκριες για τούτο το χωριό είναι η Κυριακή της Τυρινής. Την παραμονή οι νοικοκυρές ανασκουμπώνουν τα βελέσια, δένουν σφιχτά τα μπαρέζια  στα κεφάλια και φτιάχνουν μακαρόνια. Τα ζυμώνουν στο σκαφίδι, τα πλάθουν και τα στρίβουν στα πλαστήρια και ύστερα τα απλώνουν πάνω στα κρεβάτια, στις πατωσιές για να στεγνώσουν.

Την Κυριακή το βράδυ όλη η οικογένεια μαζεύεται στο σπίτι, γύρω από το σοφρά στο χειμωνιάτικο, χάμω σταυροπόδι, δίπλα από το αναμμένο τζάκι. Τα μακαρόνια τούρλα στα εμαγιέ τα πιάτα, πασπαλισμένα με μπόλικη μυζήθρα και τσιγαρισμένα με κρεμμύδια και λίγδα απ’ την τριχέρα. Η κανάτα γεμάτη με κόκκινο κρασί απ’ το βαγένι και γυάλινα ποτήρια για τους μεγάλους.

Ο Ντίρα-Ντίρας κάνει το σταυρό του και  παρακαλεί το Θεό να ευλογήσει το τραπέζι και τη φαμελιά του. Τ’ αυγά, ένα για τον καθένα, στήνονται στη στάχτη  όρθια, το ένα δίπλα στο άλλο απέναντι και κοντά στα αναμμένα κούτσουρα για να ψηθούν. Η γρια-Θοδωράκαινα  κάνει τους χρησμούς της στα εγγόνια.

   - Γιώργο μου, το αυγό σου ίδρωσε, το βλέπεις; Καμιά αρρώστια δεν θα σε πιάσει, θα είσαι γερός ούλη τη χρονιά!

   - Βγένω μου, έσκασε τ’ αυγό σου… θα σκάσουν ούλοι οι οχτροί σου!

Τα εδέσματα καταναλώνονται με βουλιμία. Στο τέλος η Θυμιά ψάχνει το μελιγκόνι(μυρμήγκι)  γύρω απ’ το σοφρά, δίπλα στη φωτογωνιά, κοντά στις στάχτες, στ’ αναμμένα ξύλα.

   - Νάτο! Νάτο! Το βλέπουτε; Φέτος σαν μελιγκόνια, θα είναι οι σοδιές μας!

Την Κυριακή το μεσημέρι, από το ρέμα στις Κορύτες, από του Νικόλη κι από την Κατσουλότρουπα, μπαίνουν στο χωριό μπουλούκια-μπουλούκια οι καρνάβαλοι, οι μασκαράδες και οι μπούλες. Οι τόποι μασκαρέματος, έξω από το χωριό, στα ξαμόνια  για να διαφυλαχτεί το απόρρητο. Τα υλικά της μεταμφίεσης, όλα εκ των ενόντων. Οι φιγούρες γνωστές, απαράλλαχτα οι ίδιες στο πέρασμα των χρόνων. Ο γέρος και η γριά, ο γαμπρός κι η νύφη, ο κουμπάρος, ο παππάς, ο χωροφύλακας, ο γιατρός κι ο Ζήσης. Όλοι άντρες που σήμερα γίνονται παιδιά...

Ο γέρος όσο πιο ρακένδυτος, τόσο πετυχημένος. Φουσκωμένος με άχυρα στα χέρια και τα πόδια μέσα από τα παλιόρουχά του, μαύρο μαντήλι διάφανο στο πρόσωπό, με άθλια τραγιάσκα στο κεφάλι. Στη ζώνη αρμαθιές τροκάκια και κουδούνια και στα χέρια του η μαγκούρα και η μακριά χοντρή κάλτσα γεμάτη στάχτη, για να κάνει κάτασπρους όποιοι του μπαίνουν στο ρουθούνι.

Η γριά, καμπουριασμένη και κουτσή, με λαγοτόμαρο στα σκέλια, που το επιδεικνύει σε κάθε ευκαιρία σηκώνοντας το μακρύ μαύρο της φουστάνι, με γιούρντα και χοντρές κάλτσες μέχρι το γόνατο, παντόφλες και μαγκούρα. Όλα μαύρα, όλα της γιαγιάς του μασκαρεμένου, άλλοτε με τη συγκατάθεση κι άλλοτε κρυφίως απαχθέντα.

Ο γαμπρός με μαντήλι και τραγιάσκα αξιοπρεπή, τα ρούχα του ανάποδα, με τροκάκια και κουδούνια γύρω από τη μέση.

Η νύφη καλοντυμένη, με άσπρο τσεμπέρι στο κεφάλι και στο πρόσωπο, διάνινο κλαρωτό φόρεμα, κάλτσες χοντρές κάτω από το γόνατο, αρβύλες για παπούτσια, χαμηλοβλεπούσα ντροπαλή και λιγομίλητη…

Ο κουμπάρος, με την αμφίεση περίπου του γαμπρού, κρατώντας στα χέρια του τα στέφανα από κληματόβεργες, ενωμένα μεταξύ τους με χοντρό σκοινί φθαρμένο.

Ο παππάς, ψηλός με άσπρα σεντόνια και μακριά, μαξιλάρα στη μέση για τούρλα την κοιλιά, καπέλο από χαρτόνι μαυρισμένο στο λυχνάρι, γένια άσπρα από προβιά και δυο τρία κουτιά γάλα Βλάχας ενωμένα με σύρμα μεταξύ τους, για θυμιατήρι...

Ο γιατρός, καλοντυμένος με φαρδύ κουστούμι σταυρωτό, αγέρωχος, σοβαρός και περισπούδαστος… κοιτάζοντας πάντα τον ουρανό, όπως ο Ασημακόπουλος... Ρεμπούμπλα ή ψάθα του Λια-Πανώτη ή του Σωτηρη-Τζουτζούλη, δανεικιά. Δερμάτινη τσάντα στο χέρι, με μοναδικό εργαλείο το τσαγκαρόσουγλο , για τις ενέσεις στο γέρο και τη γριά, που συνέχεια αρρωσταίνουν και πέφτουν στα καλά καθούμενα, ανάσκελα στους δρόμους.

Ο χωροφύλακας, κοντός, κατσούφης, πονηρός και αυστηρός με στολή από τα σπίτια που έχουν παιδιά στη χωροφυλακή. Πηλίκιο, του γυμνασίου της Ανδρίτσαινας με την κουκουβάγια, κατεβασμένο το γείσο χαμηλά στο ύψος των ματιών κι όλο το καπέλο χωμένο ως τ’ αυτιά. Σχοινί να δένει τους παρανόμους και δεφτέρι  με στυλό να γράφει τ’ αμολητά γουρούνια, τα σκυλιά και όποιο σπίτι δεν έχει αποχωρητήριο... Συλλαμβάνει όποιον του καπνίσει, ότι δηλαδή κάνουν οι αληθινοί και οσμίζεται τους απαγωγείς της νύφης και τους… αριστερούς.

Για τον Ζήση, το μασκάρεμα ελεύθερο, αρκεί να μην αναγνωρίζεται. Στα χέρια του, μεγάλο καλάθι για τα φιλοδωρήματα του μπουλουκιού. Καρύδια, τσαπέλες, αυγά, κυδώνια και πορτοκάλια. Όλα μέσα στο καλάθι που στο τέλος μοιράζονται σε όλους.

Τα μπουλούκια των μασκαράδων περιδιαβαίνουν τους δρόμους, τις γειτονιές, τα σοκάκια και τα σπίτια του χωριού, κυνηγώντας τα μικρά παιδιά που τρέχουνε ξοπίσω. Στα σπίτια, οι νοικοκυραίοι κλέβουνε τη νύφη και τη γριά και τις κρύβουν στα κατώγια. Ο γέρος τους παστώνει με τη στάχτη,  ο γιατρός τους απειλεί με το τσαγκαρόσουγλο, ο χωροφύλακας προχωρά σε ανακρίσεις κι ο παππάς θυμιατίζει και προσεύχεται μεγαλόφωνα,  παρακαλώντας το Θεό να φανερώσει τις γυναίκες. Μετά από πιέσεις, δεήσεις και απειλές, οι απαγωγείς επιστρέφουν τις γυναίκες.... Καθ’ οδόν, συχνάκις αρρωσταίνουν ο γέρος κι η γριά εναλλάξ, ξαπλώνονται στο χώμα ανάσκελα, φωνάζοντας βοήθεια. Ειδοποιείται αμέσως ο γιατρός, ανοίγει την τσάντα του, ψάχνει, βγάζει το κατάλληλο εργαλείο, τρυπάει τον άρρωστο στον πισινό και γίνεται περδίκι... Τρέχει κι  ο παππάς και θυμιατίζει, κάνοντας κι αυτός ότι κάνει κι ο συνάδελφός του παπα-Γιώρης…

Το βράδυ-βράδυ, όλα τα μπουλούκια μαζεύονται στη Ράχη. Στο κέντρο ανάβει τρανή φωτιά και οι σάτυροι του Διόνυσου, χοροπηδούν ανάγυρα τραγουδώντας.  Οι πιο τολμηροί πηδάνε κι από πάνω! Πολλοί γαμπροί, πολλές νυφάδες, πολλοί γέροι και γριές, γύρω απ’ τη φωτιά. Πολλοί γιατροί γύρω απ΄τη φωτιά. Αφού δεν έχουνε πραγματικούς, φτιάχνουν τους δικούς τους. Όλο το χωριό μαζεύεται στη Ράχη! Χορεύουν και τραγουδάνε αγκαλιά με τις μπούλες και τους μασκαράδες, με τους γιατρούς και τους παππάδες, με τους καρνάβαλους και τους Σάτυρους, του Διόνυσου και του Αγιώρη. Οι γέροι ψάχνουνε τις γριές και οι γαμπροί τις νύφες. Η Ράχη, ένα μεγάλο θέατρο με ηθοποιούς και με Χορό. Το έργο αρχαία κωμωδία! Στήνεται σατυρικός καυγάς. Τα αρσενικά χτυπιούνται για τα θηλυκά. Ξεσπούν τα ένστικτα. Τα μακαρόνια και τα κρασιά, γίνονται αίματα. Τα σωθικά στεριώνουνε, ο κόσμος ομορφαίνει! Χορεύουν και τραγουδούν τον έρωτα, τη λεβεντιά, τους πόθους και τους καημούς, τα νιάτα που φεύγουνε και χάνονται, απλά, χωρίς προστυχιές και υπονοούμενα.                                                                                    

         «Μου παρήγγειλλε τ ’αηδόνι με το πετροχελιδόνι…».

        «Ένας αητός καθότανε στον ήλιο και λιαζότανε…».

        «Να ήσαν τα νιάτα δυο φορές τα γηρατειά καμία…».

   Χορεύουνε και τραγουδούν στο μισοσκόταδο... στην αναλαμπή της φωτιάς, στις κάφτρες των τσιγάρων, στο φως το Αποσπερίτη… Τραγουδάν την Άνοιξη που έρχεται, την γονιμότητα της γης και τη δική τους. Κάνουν αυτά που έκαναν οι προπάτορές τους, οι Σάτυροι και οι Σειληνοί, οι παππούδες και οι προσπαππούδες τους. Από την αναγέννηση της φύσης εξαρτάται η επιβίωσή τους… Από την καρποφορία των χωραφιών και τη νομή των ζωντανών, εξαρτάται η ζωή τους. Από τη Ράχη η αναγέννηση και πάει προς τις ραχούλες. Στο ρεμπένικο και την καυκαλίθρα που μοσχοβολάει το γάλα... στα χωράφια των σιταριών, που θα γεμίσουνε τ’ αμπάρια.

Όμορφο και φυσιολογικό  το πάντρεμα του Διόνυσου με τον Αγιώρη. Των παγανιστικών πνευμάτων, με τις χριστιανικές ψυχές. Φυσιολογικό  το προξενιό του σάτυρου, με τον καρναβαλιστή παπά. Φυσική τούτη η μετεξέλιξη...

Η νύχτα προχωράει... το κρύο τσουχτερό, η φωτιά πέφτει σιγά-σιγά... ο κόσμος αραιώνει. Σκορπίζουνε οι σάτυροι, οι μπούλες, οι μασκαράδες, οι καρνάβαλοι, οι άνθρωποι κι όλοι κρύβονται στις σπηλιές τους…

Ταχιά, Καθαρή Δευτέρα. Ούτε λάδι! Μόνο αν δε φας τίποτε, θα καταλάβεις Καθαρή Δευτέρα! Και τα παιδιά ούτε νερό! Για να βρίσκουν εύκολα τις φωλιές των άγριων πουλιών και να τηγανίζουν τους νεοσσούς στο τηγάνι με αυγά, κρυφά φυσικά από το δάσκαλο.

Τη δεκαετία του ’70 το χωριό λιγοστεύει, αρχίζει να ερημώνει. Οι κάτοικοι το εγκαταλείπουν και φεύγουν στην  Αθήνα. Το καρναβάλι που έχει διασωθεί αιώνες, σβήνει «ένδοξα» μαζί με το χωριό του.

Στις μεγάλες πόλεις, οργανώνονται φαντασμαγορικές παρελάσεις, χωρίς αυθορμητισμό και καρναβαλισμό. Τα πλήθη των καρναβαλιστών χαιρετούν τις κάμερες με τις φανταχτερές στολές τους, όλα κακέκτυπα του Ρίο… Οι μπούλες, οι μασκαράδες, οι σάτυροι και ο Διόνυσος γίνονται «πορνό» και το παρακολουθούν οι άνθρωποι, από τις οθόνες τους στα σπίτια. Αυτή η μετεξέλιξη, φαίνεται αφύσικη… Τα παλιά έθιμα χάνονται. Η παγκοσμιοποίηση και η τηλεόραση έκαναν το θαύμα τους...

 (Απόσπασμα από το βιβλίο « ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ»).

Facebook/George Galanopoulos

Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2022

Μοχός: Ξινόχοντρος και μουζουδιά

 

 

Χωριά της Κρήτης:

Μοχός:  Ξινόχοντρος και μουζουδιά

Ήθη κι έθιμα της Κρήτης

 

Γράφει η Έρικα Τζαγκαράκη *

 


Ο Μοχός είναι μεγάλος οικισμός της επαρχίας Πεδιάδας του Δήμου Χερσονήσου, που βρίσκεται σε υψόμετρο 400 μ. στη δυτική άκρη σε γόνιμη αλλά άνυδρη πεδινή έκταση, κατάφυτη από ελαιώνες και αμπελώνες. Απέχει από το Ηράκλειο 45,8 χλμ. Οι κάτοικοι ασχολούνται με την ελαιοκομία και την αμπελοκαλλιέργεια. Βάση της οικονομίας του χωριού είναι το λάδι. Έχει ταχυδρομείο, σταθμό χωροφυλακής (πρώην), νηπιαγωγείο, Δημοτικό Σχολείο, Γυμνάσιο, Λύκειο και αγροτικό ιατρείο. Η ποδοσφαιρική ομάδα του Μοχού αγωνίζεται στον κρητικό όμιλο της Β΄ ΕΠΣΗ κατηγορίας.

 


Το δημοτικό διαμέρισμα Μοχού αποτελείται από 2 οικισμούς, το Μοχό και τη Σταλίδα. Η Σταλίδα είναι παράλιος οικισμός με 987 κατοίκους. Ο συνολικός πληθυσμός του Δημοτικού διαμερίσματος είναι 2.142 κάτοικοι. Βρίσκεται σε υψόμετρο 10 μέτρων και ήταν άλλοτε λιμένας του Μοχού, που έχει αξιοποιηθεί τουριστικά. Οι Μοχιανοί ετυμολογούν το Μοχό από το μυχό αυτό.

 

 

Από τους ιερούς ναούς αξίζει να αναφέρουμε το δίκλιτο του Ευαγγελισμού και της Αγίας Παρασκευής στην πλατεία του χωριού, το δίκλιτο επίσης του Αγίου Γεωργίου και Αγίου Σάββα και του Μιχαήλ Αρχαγγέλου. Στην περιοχή του Μοχού υπάρχουν περί τα 10 εξωκλήσια. Στο κέντρο του χωριού υπάρχει μεγάλη πλατεία, όπου γίνεται στις 15 Αυγούστου το κρητικό πανηγύρι, με κρητικούς χορούς, το οποίο συγκεντρώνει πλήθος επισκεπτών, ντόπιων και ξένων. Την ίδια μέρα σε αίθουσα του Δημοτικού διαμερίσματος που είναι διασκευασμένη σε παλαιό κρητικό νοικυριό, γίνεται έκθεση εργοχείρων, υφαντών, κεντημάτων, πλεκτών κλπ.

 


 

Στις 14 και 15 Αυγούστου γιορτάζεται το πανηγύρι της Παναγίας στο Μοχό. Ο εορτασμός ξεκίνησε το 1960 υπό Προεδρίας της Κοινότητος Γεωργίου Λεβέντη σε συνεργασία με την Περιγιητική Λέσχη Ηρακλείου με Πρόεδρο τον Γεώργιο Πατεράκη. Στο κέντρο του χωριού στο χώρο της μεγάλης δεντροφυτεμένης και πλακοστρωμένης πλατείας, γίνεται κάθε χρόνο στις 15 Αυγούστου το κρητικό πανηγύρι, με κρητικούς χορούς και αγαπημένους κρητικούς καλλιτέχνες, το οποίο συγκεντρώνει πλήθος επισκεπτών, ντόπιων και ξένων. Παράλληλα σε αίθουσα του Δημοτικού διαμερίσματος που είναι διασκευασμένη σε παλαιό κρητικό νοικυριό, γίνεται έκθεση εργόχειρων, υφαντών, κεντημάτων, πλεκτών κλπ.

Η ετυμολογία του τοπωνυμίου είναι άγνωστη. Στις βενετικές απογραφές αναφέρεται με το όνομα Mogho, με πρώτη αναφορά το 1387. To 1583 είχε 451 κατοίκους (Καστροφύλακας, Κ95). Το 1881 είναι έδρα ομώνυμου δήμου, με 1299 κατοίκους, το 1900 ο δήμος μετονομάζεται Λαγκάδος αλλά παραμένει πρωτεύουσα, κάτ. 1613, το 1920 έδρα ομώνυμου αγροτικού δήμου, κάτοικοι 1671, το 1928 κάτοικοι 1730, το 1940 κάτ. 1810, το 1951 κάτ. 1804, το 1961 κάτι. 1716 και το 1971 κάτ. 1422.

 


 

Από το Μοχό κατάγονταν οι αδερφοί Βέργα, οι οποίοι έδρασαν πριν από την Επανάσταση του 1821. Ο Γιώργης Βέργας, τον οποίο βρήκε αιχμάλωτο στον τουρκικό ναύσταθμο και τον παρέλαβε στην προσωπική του φρουρά ο καπουδάν πασάς Γαζή Χουσείν, ήταν ατίθασος και άγριος, αντίπαλος του γενίτσαρου και σκληρού δυνάστη του Μοχού , Ιμπραχίμ Μόχογλου (Π. Φαφουτάκη, Συλλογή ηρωικών κρητικών ασμάτων, 1889, σελ. 66).

 

Οι αλευρόμυλοι του Μοχού

 


Εις τσι Κοψάς το Δίχαλο, στσ’ Ανεμοσκιάς το πλάϊ

εκειά που πάντοτε Βοράς θαλασσινός φυσάει

Πάνω στη ραχοκοκαλιά στο ποιό ψηλό σημείο

που δεν χορταίνουν  να θωρούν τα μάτια σου τοπίο

Απ’ τα Μεραμπελιώτικα, μέχρι τσι Γούβες πέρα

δαντελωτές ακρογιαλιές και πελαγίσιο αέρα…

Διαλέξανε και χτίσανε πέντε μεγάλους μύλους

πού ‘χε ανάγκη το χωριό εις τους καιρούς εκείνους

Και δυό χιλιάδες άτομα κοντά απαριθμούσε

με τ’ αποδέλοιπα χωριά που εξυπηρετούσε

Σαν Δήμος και Κωμόπολη ετότες τσι Λαγκάδας

Βόρειο-Ανατολικό τμήμα της Πεδιάδας……..!

Όλοι εκεί πηγαίνανε τα σταροκρίθαρά τους

και ώρες επροσμένανε μέχρι να ‘ρθεί η σειρά τους

Ως γράφανε του μυλωνά τα πελατοτεφτέρια.!

που με τ’ αλευροσκόνιστα και στιβαρά ντου χέρια

σαν πούπουλο εσήκωνε στην πλάτη το μιγόμι

και τρίζανε τα κόκκαλα κι’ οι σιντερένιοι ώμοι

καθώς τα πετροσκάλουνα με μιά ανάσα βγάνει

για να φκερέσει τον καρπό στην ξύλινη χοάνη.!

Ένα σκαφίδι κωνικό μα κουτσομουρισμένο

στην τρύπα τσι μυλόπετρας πάνω ανεστραμμένο

Με ένα σύρτη ρυθμιστή που να ανοιγοκλείνει

και λίγο-λίγο τον καρπό στο φώλιασμα να ρίχνει

Είναι ο πετροταϊστής, η μυλοκοφινίδα

πάτω-κορφή όλόκληρη φτιαγμένη από σανίδα..!!

Όλα του μύλου δύσκολα για την κατασκευή ντου

ήθελε μάστορα καλό ν’ αντέχει η ψυχή ντου

Γιατί εκτός της  τεχνική, την γνώση και τον κόπο

συνεργασία ήθελε πάρα-πολλών ανθρώπω.!

Ξυλουργικές κατασκευές, αξόνια και γρανάζια

ξύλα γερά ν’ αντέχουνε, αρόζαστα, καθάρια

Νά ‘νε κομμένα λίγωση χυμούς να μη κρατούνε

να τα φυσάει ο Βοράς για να μη σκουλικιούνε

Τα δέντρα νά’νε άγρια και ντρέτοι οι κορμοί ντους

και να λυγά ο σάρακας μπροστά στην δύναμή ντους

Θέλουνε και το χρόνο τους να αποξεραθούνε

μέχρι να ‘ρθεί η ώρα τους για να πελεκηθούνε.!

Θέλει χαρκιά που να μπορεί το σίντερο να λιώνει

και σε περτσινωτά καρφιά να το μεταμορφώνει

Για να ματίζει τα χοντρά ξύλα εκειά που πρέπει

θέλει σιγούρα μπροδεσιά, σφιχτογερή και ντρέτη

Τα τσέρκουλα σφυρίλατα όλα τους πρέπει νά ‘νε

να δένουν και να συγκρατούν τ’ αξόνια που γυρνάνε

Μα ποιό πολύ την φτερωτή πρέπει να σφιχτοδέσουν

πανιά κι’ αντένες ο Βοράς μη πάρει και μισέψουν..!!

Οι πετροκόποι του βουνού ποιός ξέρει πόσο χρόνο

παλεύγαν να σμιλέψουνε την μία πέτρα μόνο

για βάλε δυό απού’θελε ο κάθε μύλος νά’χει

πόσων αντρών σκληρή δουλειά έπρεπε να υπάρχει

για να τσι πελεκήσουνε και να τσι συμμορφώσουν

Γεωμετρίας έπρεπε γνώσεις να εφαρμόσουν

Μηχανική χρειάζονταν και τριγωνομετρία

ένας φαρδής πετροτροχός με πλήρη συμμετρία

Λάθη δεν επιτρέπονται και ούτε συγχωρούνται

οι πέτρες δεν μοντάρονται ούτε και συγκολιούνται

Έπρεπε μονοκόματη να βγεί χωρίς ψεγάδι

και να γλυστρά το χέρι σου επάνω τζης σαν χάδι

Κι’ αυτό δεν ήταν εύκολο γιατί το υλικό τζης

ήτανε μαυροχάρακο, είχε το παιδεμό τζης.!

Και μέχρι εδώ, πές με το νού πως όλα εξηγούνται

μα πές μου όμως ύστερα το πώς μετακινιούνται

Πώς τσι κυλούσαν στο βουνό και πώς τσι μεταφέραν

ίντα δυνάμεις είχανε και πώς τα καταφέραν

Να τσι μετακινήσουνε χωρίς να τσι χαλάσουν

χωρίς να κιντυνεύγουνε να πέσουν να τσι σπάσουν

Και να τσι βάλουν ακριβώς την μιά πάνω στην άλλη

να τσι ζυγοσταθμίσουνε με μαστοριά μεγάλη

[ με μεσοπεριθώριο..μιά τρίχα..ένα ψιχάλι.!]

Εκατοστά ελάχιστα που σβύναν και χανόταν

όσο στην περιφέρεια τσι πέτρας απλωνόταν

Ίσα που να χωρά καρπό στο κέντρο να περάσει

κι’ η πάνω πέτρα που γυρνά να το ‘νε κατοπιάσει

Να το’νε σύρει αναμεσίς να τον ψιλοτσακίσει

τον γυροφέρνει κάτω τζης μέχρι να διαλύσει

να γίνει αλευρόσκονη και την στριφογυρίζει

και την αφήνει στο γυρί το κάτω να ξεφύγει

Ένα ρηχό κι’ ανάβαθο αυλάκι την  μαζώνει

και κυκλοπαρασέρνει την, ομπρός μερά  τη σπρώχνει

σε  ένα στόμιο μικρό που τρέχει αγάλι-αγάλι

κι’ αργογεμίζει αθόρυβα το ξομπλιαστό τσουβάλι….

Εκειά που στέκει ο μυλωνάς κι’ ελέγχει μη χυθούνε

τα άλευρα απ’ τα σακιά και χαμοσκορπιστούνε…..!!!!!!!

  Διαμαντάκης…..14 – 2 – 2016

 

Ξυνόχοντρος και μουζουδιά

 


Ένα έθιμο που τηρείται κατά τις ημέρες της αποκριάς στην περιοχή είναι αυτό του  «Ξυνόχοντρου και μουζουδιάς». Πρόκειται για μια εκδήλωση του πολιτιστικού συλλόγου του χωριού και αναφέρεται στηνα αναβίωση ενός παλιού τοπικού εθίμου με ψήσιμο ζεστού ξυνόχοντρου (παραδοσιακό φαγητό) και μεταμφίεσης με μουζουδιά που λαμβάνει χώρα κατά την Αποκριά.

Δείτε τις σχετικές πληροφορίες από την σελίδα της εκδήλωσης στο Facebook :

https://www.facebook.com/mouzoudia

Δείτε φωτογραφίες από προηγούμενες εκδηλώσεις:

 




 

 



*Έρικα Τζαγκαράκη


Η Έρικα Τζαγκαράκη, γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Ηράκλειο Κρήτης στις 15 Μαρτίου 1975.Είναι παντρεμένη με τον Κώστα Μενύχτα και έχουν δύο παιδιά τον Γιώργο και την Δήμητρα. Γράφει στίχους, ρίμες, μαντινάδες, ποιήματα, τραγούδια, διηγήματα και παραμύθια! Έχει εκδώσει ήδη δύο βιβλία, με στίχους-ρίμες-μαντινάδες,το πρώτο σε συνεργασία με τη Στέλλα Τσαϊνη το 2012, "Στον Αργαλειό της σκέψης μας" και το δεύτερο "Η Ψυχή στην θέση της καρδιάς" (στίχους-ρίμες-μαντινάδες-πεζογραφία) το 2015,καθώς επίσης και το παραμύθι «Τα ηλιοβασιλέματα της μικρής Σταματίας» σε μορφή e-book,το 2014. Επίσης συμμετείχε στο συλλογικό έργο "Μια εικόνα ...χίλιες λέξεις" Το Βιβλίο 2014. Στίχοι της έχουν μελοποιηθεί και έχουν τραγουδηθεί από διάφορους καλλιτέχνες της Κρητικής μουσικής και όχι μόνο! Έχει συνεργαστεί με το παιδικό ραδιοφωνικό σταθμό "Family 89.5 Fm". (Δημιουργικό τμήμα)στο Ηράκλειο Κρήτης. Επιμελείται και παρουσιάζει την καλλιτεχνική εκπομπή "Με της Ψυχής την Πένα", στο Κρήτη fm 100.3,επίσης στο Ηράκλειο της Κρήτης (Συνεντεύξεις-Αφιερώματα-Παρουσιάσεις). Διατηρεί το site στο διαδίκτυο "Η Ψυχή στη Θέση της Καρδιάς"(http://i-psychi-sti-thesi-tis-kardias3.webnode.gr/) ένα site, όπου παρουσιάζονται συνεντεύξεις καλλιτεχνών και καλλιτεχνικές ανησυχίες ανθρώπων που προσφέρουν στην Κρητική Λογοτεχνία και όχι μόνο! 

 


 

Η σημερινή ανάρτηση είναι αφιερωμένη σε έναν από τους πρωτοπόρους της αναβίωσης του εθίμου, του αγαπητού φίλου Σίμου Κοσμαδάκη που μας έφυγε νωρίς από κοντά μας

Πηγές:

Αρθρο της Έρικας Τζαγκαράκη

el.wikipedia.org,

https://www.facebook.com/mouzoudia

 http://diamantakis-arxontakis.blogspot.gr/