Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

Το άβατο του Αγίου Όρους στα 1.000 χρόνια ιστορίας του

 


Το άβατο του Αγίου Όρους στα 1.000 χρόνια ιστορίας του

Από τη βυζαντινή εποχή μέχρι σήμερα, το Άγιον Όρος παραμένει ένα από τα πιο ιδιαίτερα και αμφιλεγόμενα μέρη στον κόσμο — με έναν κανόνα που δεν έχει αλλάξει: καμία γυναίκα δεν επιτρέπεται να περάσει τα σύνορά του.

Ένας μοναδικός τόπος εκτός… χρόνου

Η Αθωνική Πολιτεία δεν είναι απλώς ένας θρησκευτικός προορισμός. Είναι ένα αυτοδιοίκητο μοναστικό μέρος, με ιστορία που ξεπερνά τη μία χιλιετία και με κανόνες που θυμίζουν άλλες εποχές.

Στην καρδιά αυτής της ιδιαιτερότητας βρίσκεται το «άβατο» — η απόλυτη απαγόρευση εισόδου των γυναικών στο Άγιον Όρος.

Ο κανόνας αυτός θεσμοθετήθηκε επίσημα το 969 μ.Χ., με το πρώτο Τυπικό της Μοναστικής Πολιτείας. Ωστόσο, σύμφωνα με την παράδοση, ίσχυε ήδη νωρίτερα, ως άγραφος νόμος που συνδέεται με τη βαθιά πνευματική ταυτότητα του τόπου.

 «Το περιβόλι της Παναγίας»

Η επικρατέστερη εξήγηση για το άβατο είναι θεολογική: το Άγιον Όρος θεωρείται αφιερωμένο στην Παναγία, η οποία —κατά την παράδοση— το επέλεξε ως δικό της τόπο. Σύμφωνα με την αγιορείτικη παράδοση, μετά την ανάσταση του Ιησού, η Παναγία, δέχτηκε πρόσκληση να επισκεφθεί τον Λάζαρο, αδελφό της Μάρθας και της Μαρίας που υπηρετούσε στην Εκκλησία της Κύπρου ως επίσκοπος Κιτίου. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού όμως το σκάφος βγήκε απ’ τη ρότα του λόγω δυνατών ανέμων και τελικά βρέθηκε στην ανατολική ακτή του Άθω, κοντά στο σημείο που βρίσκεται σήμερα η Μονή Ιβήρων. Εκεί, υπήρχαν ένας ειδωλολατρικός ναός κι ένα μαντείο του Απόλλωνα. Οι κάτοικοι της περιοχής που ήταν ειδωλολάτρες, έσπευσαν να συναντήσουν την Παναγία. Γρήγορα, εγκατέλειψαν τις ειδωλολατρικές τους συνήθειες και έγιναν Χριστιανοί. Η Θεοτόκος, γοητεύτηκε τόσο πολύ απ’ όσα είδε εκεί, ώστε έπεσε στα γόνατα και ικέτευε τον Υιό της να της χαρίσει τη γη στην οποία γονάτισε. Η προσευχή της εισακούστηκε και πριν αναχωρήσει, ανήγγειλε ότι το «Όρος» ήταν δικό της και ευλόγησε τον Άθω και τους κατοίκους του.

Αυτός είναι και ο λόγος που, σύμφωνα με τους μοναχούς, καμία άλλη γυναίκα δεν μπορεί να εισέλθει.

Μάλιστα, οι σχετικές αφηγήσεις φτάνουν μέχρι την ύστερη αρχαιότητα. 

 

 

Ένας από τους πιο γνωστούς θρύλους αφορά την Πλακηδία, κόρη του Μεγάλου Θεοδοσίου, η οποία φέρεται να εμποδίστηκε από μια μυστηριώδη φωνή όταν προσπάθησε να αποβιβαστεί στον Άθω.

Αυτή η θρυλούμενη «παραβίαση» προ της επισήμου ιδρύσεως της Μοναστικής Πολιτείας συνέβηκε την περίοδο 379-395 μ.Χ.  Σύμφωνα με τον θρύλο όταν η Πλακηδία πάτησε στον Άθω, άκουσε μια φωνή που της έλεγε, «Τι θέλεις εσύ εδώ; Εδώ είναι μοναχοί. Εσύ είσαι γυναίκα, γιατί δίνεις στον εχθρό αφορμή να τους πολεμά;» Φυσικά οι Αγιορείτες μοναχοί εξηγούν πως το Άβατο δεν συνιστά υποτίμηση της γυναίκας, αλλά σεβασμό του μοναχισμού και προστασία των μοναχών από τους πειρασμούς.

Μια ακόμη «θρυλούμενη» ενδιαφέρουσα παραβίαση είναι αυτή που σημειώθηκε μετά την Άλωση της Πόλης το 1453, όταν θέλησε να επισκεφθεί το Άγιον Όρος η μητέρα του Πορθητή Μάρω, κόρη του Σέρβου βασιλιά Γεωργίου, κτήτορα του καθολικού της Μονής Αγίου Παύλου, για να προσφέρει σ' αυτό τα Τίμια Δώρα των τριών Μάγων. Κατά την παράδοση, λοιπόν, όπως είναι καταγεγραμμένη και σε εκδόσεις της Ιεράς Μονής Αγίου Παύλου, επενέβη η ίδια η Παναγία και την εμπόδισε να πλησιάσει στη Μονή όταν έφτασε στον αρσανά (λιμανάκι) του μοναστηρίου. Έτσι, η επισκέπτρια απλώς επέδωσε τα δώρα στους μοναχούς, που σε ανάμνηση της επίσκεψης έστησαν το Σταυρό που υπάρχει στο σημείο εκείνο και λέγεται «Σταυρός της Βασίλισσας».

Νόμοι που άντεξαν αιώνες

Το άβατο δεν έμεινε μόνο στην παράδοση. Ενισχύθηκε από βυζαντινούς αυτοκράτορες, όπως ο Ιωάννης Τσιμισκής και ο Κωνσταντίνος Μονομάχος, και κατοχυρώθηκε με πατριαρχικά έγγραφα.

Εντυπωσιακό είναι ότι η απαγόρευση επεκτάθηκε —τουλάχιστον θεωρητικά— ακόμη και στα θηλυκά ζώα.

Μέχρι σήμερα, η παραβίασή του δεν είναι απλώς θρησκευτικό παράπτωμα, αλλά και ποινικό αδίκημα.

 

Όταν το άβατο… λύγισε

Παρά την αυστηρότητά του, το άβατο δεν έμεινε αλώβητο.

Μια ιστορικά καταγεγραμμένη ...εκ παραδρομής παραβίαση του Άβατου από γυναίκες και μάλιστα ομαδική σημειώθηκε τον 7ο αιώνα, όταν πέρασαν από τον Άθω νομάδες εξ Ανατολών που μαζί με τις γυναίκες τους είχαν σταλεί να ζήσουν στην Πελοπόννησο μετά από διαταγή από τον αυτοκράτορα Αλέξιο Κομνηνό (1081-1118).

Σε περιόδους πολέμου και αναταραχών, το Άγιον Όρος μετατράπηκε σε καταφύγιο. Το 1854, αλλά και το 1944, γυναικόπαιδα από την Ιερισσό βρήκαν προσωρινή προστασία μέσα στα μοναστήρια, με τη σιωπηρή ανοχή των μοναχών.

Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι το περιστατικό της 16ης Οκτωβρίου 1948. Τότε, μέσα στον Εμφύλιο Πόλεμο, περίπου 400 αντάρτες —ανάμεσά τους και γυναίκες— εισέβαλαν στο Άγιον Όρος και έφτασαν μέχρι τις Καρυές, μετά από συγκρούσεις που προηγήθηκαν με τη Χωροφυλακή.

 

 

 «Μυστικές» επισκέψεις και προνομιούχες παραβιάσεις

Δεν ήταν όμως όλες οι παραβιάσεις αποτέλεσμα ανάγκης.

Ιστορικές αναφορές κάνουν λόγο για Ρωσίδες αριστοκράτισσες που έφτασαν νύχτα με πλοία και φιλοξενήθηκαν στη Μονή Αγίου Παντελεήμονος, προκαλώντας την έντονη αντίδραση του Πατριαρχείου.

Σε άλλες περιπτώσεις, γυναίκες της υψηλής κοινωνίας ή της διπλωματίας φέρονται να πλησίασαν ή και να εισήλθαν στον Άθω, συχνά καλυμμένες από διακριτική ανοχή.

Μεταμφιέσεις, θρύλοι και… πρόκληση

Ο 20ός αιώνας έφερε και πιο «τολμηρές» ιστορίες:

          Η Γαλλίδα συγγραφέας Μαρί Σουαζί ισχυρίστηκε ότι έζησε για ημέρες στο Άγιον Όρος μεταμφιεσμένη.

          Η Αλίκη Διπλαράκου, «Μις Ευρώπη», φέρεται επίσης να μπήκε ντυμένη άνδρας.

Τον Μάιο του 1930 ενώ βρισκόταν στη θαλαμηγό του μνηστήρα της Μοράν (όπως ανέφερε η ίδια), δανείστηκε μια ναυτική στολή, καθώς ήταν κοντά εκεί αγκυροβολημένα τα θωρηκτά "Λήμνος" και "Κιλκίς" και "εισήλθον μετά του μνηστήρος μου (ενν. στο Άγιο Όρος) και περιήλθον εκκλησίας και άλλα μέρη ως ναύτης, χωρίς να με γνωρίσει κανείς". Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους από σανατόριο του Νταβός της Ελβετίας, η Διπλαράκου, έστειλε επιστολή προς τους Αγιορείτες Πατέρες, όπου εξιστορούσε τι είχε γίνει, ανέφερε ότι ήταν βαριά άρρωστη χωρίς σημάδια βελτίωσης, δήλωνε ότι μετάνιωσε για την πράξη της και παρακαλούσε την Παναγία να τη συγχωρήσει. Έστειλε μάλιστα και το ποσό των 5.000 δραχμών για να τελεσθούν λειτουργίες και να γίνουν παρακλήσεις για την ίασή της. Πραγματικά, η Αλίκη Διπλαράκου έγινε τελείως καλά και έφυγε από την ζωή σε ηλικία 90 ετών, το 2002!

Την ίδια στιγμή, δεν λείπουν και τα πιο σύγχρονα περιστατικά, με τουρίστριες που επιχειρούν να «πατήσουν» το Άγιον Όρος για λίγα λεπτά — συνήθως καταλήγοντας αντιμέτωπες με τις αρχές.

 

 

Ανάμεσα στην παράδοση και τη σύγχρονη εποχή

Σήμερα, το άβατο εξακολουθεί να ισχύει απαρέγκλιτα, προστατευόμενο από το ιδιαίτερο καθεστώς του Αγίου Όρους.

Ωστόσο, παραμένει ένα από τα πιο συζητημένα ζητήματα στην Ευρώπη, καθώς εγείρει ερωτήματα για τα όρια μεταξύ θρησκευτικής παράδοσης και σύγχρονων αντιλήψεων περί ισότητας.

Για τους μοναχούς, πάντως, η απάντηση είναι σαφής: το άβατο δεν είναι διάκριση, αλλά προϋπόθεση της πνευματικής ζωής.

Και όσο το Άγιον Όρος παραμένει ένας κόσμος αφιερωμένος στην προσευχή και την απομόνωση, ο κανόνας αυτός δύσκολα θα αλλάξει.

Πηγές

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ

https://www.protothema.gr/stories/article/710121/agion-oros-o-polusuzitimenos-thesmos-tou-avatou-kai-pote-paraviastike/

 

 

Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2025

Τελετουργίες, έθιμα και μνήμες από το ελληνικό λιομάζωμα

 


 Ο Νοέμβρης της Ελιάς: Τελετουργίες, έθιμα και μνήμες από το ελληνικό λιομάζωμα

 

Σε ολόκληρη την Ελλάδα, το φθινόπωρο δεν είναι απλώς μια εποχή· είναι μια σιωπηλή υπόσχεση πως η γη θα ξαναδώσει τους καρπούς της. Ανάμεσα στα πιο σταθερά σημάδια του χρόνου βρίσκεται το λιομάζωμα, μια διαδικασία που ενώνει γενιές, έθιμα και βιώματα. Πολύ πριν τα μηχανήματα και οι σύγχρονες πρακτικές αλλάξουν το τοπίο, η ελαιοσυγκομιδή συνόδευε την καθημερινότητα των αγροτικών οικογενειών ως μια σχεδόν ιερή πράξη. Το κείμενο που ακολουθεί ξετυλίγει αυτές τις παλιές εικόνες, τις συνήθειες και τις μικρές τελετουργίες που σημάδεψαν το ελληνικό λιόφυτο, φωτίζοντας έναν τρόπο ζωής που επιβιώνει – έστω και μεταμορφωμένος.

 


Η εποχή της ελιάς

Στη «ζώνη της ελιάς» φθινόπωρο σήμαινε, σε περασμένους καιρούς, σπορά και λιομάζωμα. Τώρα που η καλλιέργεια των δημητριακών σε μικρούς κλήρους έχει περιοριστεί (ή και εκλείψει), το φθινόπωρο της αγροτικής οικογένειας είναι σχεδόν συνώνυμο με το μάζεμα της ελιάς. Σχεδόν μοναδική χειμερινή ασχολία πλέον, απασχολεί ένα μεγάλο ποσοστό των νοικοκυριών της Ελλάδας, εκεί τουλάχιστον όπου ευδοκιμεί η ελιά.

Σε πολλά μέρη, το λιομάζωμα άρχιζε ύστερα από τον αγιασμό και τέλειωνε με την προσφορά των πρώτων καρπών. Είναι γιορτή το μάζεμα της σοδειάς, γιορτή που αρχίζει στο χωράφι, στ' αμπέλι, στο λιόφυτο, και δεν τελειώνει παρά σαν σιγουρευτεί ο καρπός στ' αμπάρια. Είναι τότε που ο νοικοκύρης θα βάλει το καινούργιο λάδι στα λαδοπίθαρα, θα πάει το πρώτο σταμνί στην εκκλησία (γίνεται να ξεχάσει το μερτικό του Αγίου;), θ' απλώσει στο παξιμάδι το πρώτο λάδι της χρονιάς για να το δοκιμάσει, θα φτιάξει την πίτα με το πρώτο λάδι.

«Καταλαβαίναμε πότε τέλειωνε ο καθένας, πότε είχε 'πομαζώξει. Ερχόταν στην εκκλησία κι έφερνε ένα σταμνί, δυο σταμνιά, ανάλογα με το εισόδημα του. Κι ύστερα έβγαινε ο παπάς και διαλαλούσε από το Ιερό Βήμα πως ο τάδε επομάζωξε, κι όποιος θέλει να ραντολοήσει, να πάει αύριο κιόλας, τα λιόφυτα του είναι ελεύτερα [...]». Διηγήσεις από την ελαιόφυτη Κρήτη, διηγήσεις που περιγράφουν ένα άγνωστο σήμερα εθιμικό πλαίσιο: εκείνο που καθόριζε τη σχέση του καλλιεργητή με το θείον για πολλούς αιώνες. Το «ραντολόι» θυμίζει τη σταχομαζώχτρα του Παπαδιαμάντη ή την Ρουθ των Γραφών. Ήταν η συνήθεια να αφήνονται μέσα στο λιόφυτο οι τελευταίοι καρποί, για να τους μαζέψουν (έναν έναν με το χέρι) όσοι δεν είχαν. Κι αυτό έπρεπε να το αναγγείλει ο παπάς, «γιατί το λένε και τα γράμματα της Εκκλησίας». Έτσι απλά θα υπενθυμίσει η Κρήσσα γιαγιά πως έχει ακούσει την προσταγή, όπως αυτή   διατυπώνεται   στο  Δεντερονόμιον: «αφού τινάξης τας ελαίας σου δεν θέλεις πάλιν ελαιουργήσει τους κλάδους. Θέλει είσθαι διά τον ξένον, διά το ορφανόν, διά την χήραν [...]». Γυναίκες σκυφτές, μαντηλοφορεμένες, με το καλάθι στο χέρι, ανακατεύουν τις ξινίδες, αναζητώντας τους τελευταίοι: πολύτιμους καρπούς της ελιάς. Οι λιγοστές ελιές που 'πόμειναν μπορεί να λέγονται «απόλιδα». Ο Καζαντζάκης. που από παιδί έκλεισε εντός του την εικόνα της φθινοπωρινής και της χειμωνιάτικης Κρήτης, την αφήνει να ξεχυθεί με τον καλοδουλεμένο στίχο και να μας πλημμυρίσει: «Βγαίνου οι γριές σκυφτές, φραγή-φραγή, να μάσουν· σαλιγκάρια, οι νιές ελιομαζώχτρες αρμεχτά τ' απόλιδα διαλέγουν [...]».

«Τόσο θεοσεβούμενος ήταν ο κόσμος, παιδί μου, που μερικοί έπαιρναν το πρώτο λάδι από τη φάμπρικα, μα δεν το πήγαιναν στο σπίτι. Το πήγαιναν στην εκκλησία κι άναβαν τα καντήλια. Α, να, ο παππούς μου το 'χε τάμα να αλέθει μερικές ελιές στσι στερνές του Οχτώβρη και να ανάβει με το λάδι τους το καντήλι των Αγίων Αναργύρων -εορτάζουν, ξέρεις, την πρώτη του Νοέμβρη [...]. Όταν άλεθε κανονικά, πάλι στην εκκλησία πήγαινε το πρώτο λάδι, ένα σταμνίγια το καντήλι της Παναγίας». Πάλι η ίδια φωνή! Και το ίδιο έλαιον. Εκείνο που κάποτε χάριζε στα ιερά των Ελλήνων το φως του «άσβεστου λύχνου» («[...] το της Αθηνάς ιερόν ο τε αρχαίος νεώς ο της Παλλάδος εν ω ο άσβεστος λύχνος»), και στα ιερά των σύγχρονων την «ακοίμητη καντήλα». Πηγή φωτός το έλαιον. Για τον ναό της Παλλάδος, για τον ναό της Του Θεού Σοφίας, για το παλάτι του αυτοκράτορα, αλλά και για το ταπεινό καλύβι του ξωμάχου. Το έλαιον είναι το «θύμα» που γεννά το θαύμα του φωτός. Είναι το θύμα στην προαιώνια Ουσία, είναι το «καιόμενον», το «αναλισκόμενον» για να γεννηθεί το φως!


 

Το πανηγύρι της ελιάς

Στα ελληνικά λιόφυτα αρχίζει κάθε Νοέμβρη το πανηγύρι της ελιάς. Παλιότερα οι γυναίκες με τα καλάθια μάζευαν μία μια της πεσμένες ελιές. Αλλού οι μαζωχτάδες χτυπούσαν τα κλαδιά με ράβδους και μάζευαν τον καρπό από τα στρωμένα ελαιόπανα. Τελευταία, η τεχνολογία αντικατέστησε την αρχαία ξύλινη ράβδο με μεταλλική περιστρεφόμενη. Αλλά και τώρα μπορείς να δεις -όλο και πιο σπάνια, ομολογουμένως- τους πιο ηλικιωμένους καλλιεργητές να αφήνουν αμάζευτο το τελευταίο κλαδί. Έτσι όπως κάνουν στον τρύγο και στον θερισμό. Να μείνει κάτι και στη γη που τα γέννησε! Η Αλκή Κυριακίδου-Νέστορος δίνει την εξήγηση με τα λόγια ενός αγρότη από το Φιλώτι της Νάξου: «Η γης μοιάζει της πέρδικας. Η πέρδικα κάνει δεκαεφτά-δεκαοχτώ αβγά και της τα παίρνεις όλα και της αφήνεις τρία και νομίζει πως τα 'χει όλα και συνεχίζει να κάνει κι άλλα. Έτσι είναι κι η γης. Άφηναν οι παλιοί μιαν άκρα, ένα χερόβολο αθέριστο [...]». Και η γη συνεχίζει να γεννά. Έτσι κι η ελιά. Της αφήνεις ένα κλαδί αράβδιστο και συνεχίζει να γεννοβολά. Αρχαίες συνήθειες, απόηχοι ίσως θυσιαστικών τελετών που άντεξαν στον χρόνο...

Όσο κι αν είναι επίπονη η δουλειά της συγκομιδής, έχει τις χαρές της. Είναι που ο καλλιεργητής φτάνει στο τέλος, είναι ακόμη η πλερωμή για τον κόπο μιας ολόκληρης χρονιάς. Ο ταξιδευτής του χρόνου, ο Νίκος Καζαντζάκης, είδε τους μαζωχτάδες να γυρνούν, μετά το τέλος του λιομαζώματος, μαζί με τον αρχαίο ιεροφάντη, ψάλλοντας κάποιο τελετουργικό σκοπό: «Γυρνούν χαρούμενοι απ' τα λιόφυτα και ψέλνου οι ραβδιστάδες, κι ο ξορκιστής ντυμένος με προβιές το σείστρο κουδουνίζει...». Ο ποιητής δανείστηκε την εικόνα από το μινωικό παρελθόν του τόπου του: στο περίφημο «αγγείο των θεριστών» εικονίζεται η επιστροφή από το θέρος· ένας, ο επικεφαλής της ιερής πομπής, κρατεί το σείστρο, όργανο μουσικό πανάρχαιο. Ο Καζαντζάκης βάζει το σείστρο στο χέρι του ραβδιστή. Η εικόνα των θεριστών υποχωρεί στη σκέψη του. Τι σίτος, τι οίνος, τι έλαιον... Κι ο ραβδιστής της ελιάς, σαν ιεροφάντης μιας μυστικής τελετής, ντυμένος στις προβιές, κρατεί το σείστρο, σαν τελειώσει η μέρα.

 

 

«Σα να 'ναι γάμος και χαρά...»

Κάποτε τελειώνει και το ίδιο το λιομάζωμα. Αλλού Δεκέμβρη, αλλού Γενάρη. Αλλού παίρνει καιρό ακόμη, φτάνει ως τον Μάρτη. Ίσως και να μην έχει άδικο ο Καζαντζάκης που παραλλήλισε τις γιορτές της συγκομιδής του σίτου και του ελαίου. Η ολοκλήρωση μιας μακράς και επίπονης διαδικασίας μπορεί να γίνει τελετή, μπορεί και πανηγύρι!

Υπήρχε παλαιότερα μια ωραία συνήθεια στη Λευκάδα: όλοι, νοικοκύρης, μαζωχτάδες, εργάτες του λιοτριβιού, έπρεπε να γευτούν το πρώτο λάδι: «Πριν πάνε τις ελιές στο λιοτριβιό, πηγαίνει ο παπάς κι αγιάζει και φτιάχνουν λαδόπιτα, για να ευχηθούν, δίνουν δε και στους λιτροβιαραίους και τρώνε [...]». Το ελαιόλαδο συμμετέχει, ως πρώτη ύλη στην παρασκευή της λαδόπιτας, που διανέμεται στο συγγενικό περιβάλλον αλλά και σ' όσους εργάζονται για την παραγωγή του ελαιολάδου.

Στην Κρήτη διασώθηκαν μέχρι τον 20ό αιώνα τα «πομαζωχτίκια», μια ειδική γιορτή που γινόταν μόλις τέλειωνε η συγκομιδή. Ο νοικοκύρης ετοίμαζε γλέντι στο σπίτι του. Συμμετείχαν οι συγγενείς, οι φίλοι και, απαραιτήτως, οι μαζωχτάδες, δηλαδή οι εργάτες που δούλεψαν για να μαζευτεί η σοδειά. Τα φαγητά μαγειρεύονταν με το καινούργιο λάδι, ακόμη κι αν υπήρχε παλιό στο λαδοπίθαρο. Συνήθως ζύμωναν το επίσημο ψωμί (το φτάζυμο), και φρόντιζαν να είναι πλούσιο το τραπέζι, για να είναι πλούσια κι η χρονιά. Το ειδικό για την περίσταση γλύκισμα ονομαζόταν «λαδωτή πίτα», που ζυμωνόταν με πετιμέζι και προσφερόταν στο τέλος του ομαδικού δείπνου. Και πάλι ελιάς ποιητής έρχεται να μας θυμίσει αυτές τις ξεχασμένες εικόνες, ο Κωστής Φραγκούλης:

«[...] Κι όντέ δα πιουν στη βίβα μου,.

για τ' απομοζωχτίκια,

τάβλες θα στρώσω φτάζυμο,

πετσάρη τωσε σφάζω

σα να 'ναι γάμος και χαρά,

γη συντεκνιά σα νά 'χω,

να με καλοχρονίσουνε,

σπολλάτη να μου πούνε.

Καλοκατάλυτη η σοδειά,

του δέκαλου το λάδι,

του διακονιάρη για μιστό,

και ψυχικό για τσ' άγιους [...]»

Αλλού το ψωμί της γιορτής ήταν «λαδόψωμο». Κι αλλού έριχναν το λάδι χωρίς τσιγκουνιά στο πιάτο με τη φάβα. Για να τρέξει περισσότερο την άλλη χρονιά στο σπιτικό. Στην Αγιάσο, στο τέλος της συγκομιδής, γινόταν ολόκληρη γιορτή: «Ένας από τους ραβδιστές μπήγει ανάποδα το λούρο του στη γη και του βάζει φωτιά, πιστεύοντας πως όταν λυγίσει το μακρύ ραβδί θα λυγίσουν και του χρόνου οι ελιές από το βάρος του καρπού. Οι γυναίκες στίβουν τις ελιές, με το μαύρο ζουμί τους αλείφουν το πρόσωπο και χορεύουν γύρο από τη φωτιά, πετώντας τα καλάθια τους με ευχές στο νοικοκύρη, να έχει του χρόνου περισσότερο καρπό, και στις ανύπαντρες, να είναι παντρεμένες [...]».

 

 

Κύκλος αέναος

Ο κύκλος της παραγωγής μπορεί να κλείνει μ' αυτές τις γιορτές. Όμως ο κύκλος των εθίμων που αρχίζουν με τον ερχομό της καινούργιας ζωής και τελειώνουν με την επιστροφή στη μάνα γη, δεν κλείνει ποτέ! Στην Κύπρο, το πρώτο νερό που θα πιει το βρέφος θα του το προσφέρουν σε φύλλο ελιάς: όπως δεν διψά η ελιά, δεν θα διψάσει και το παιδί! Παντού, το λάδι θα μεταφέρει τη σφραγίδα του θείου ελέους στο βάπτισμα. Αλλού, τα κλαδιά της ελιάς θα γίνουν στεφάνι του γάμου! Κι ακόμη, το στερνό αντίο θα το πουν με κλάδους ελιάς: όπως ακριβώς παραδίδεται ό,τι είχε διατάξει ο Λυκούργος, στην Κρήτη και την Πελοπόννησο δίνουν στον νεκρό το κλαδί της ελιάς. Γιατί μέσα από τη θλίψη του θανάτου πρέπει να αναδυθεί η χαρά της ζωής, η ελπίδα. Γιατί η ελιά είναι το δέντρο που ποτέ του δεν πεθαίνει. Ξεραίνεται ο κορμός αλλά μέσα από τα νεκρά, κατάξερα ξύλα φυτρώνει καινούργιος βλαστός και μεγαλώνει, μεγαλώνει, γίνεται δέντρο ολόκληρο. Είναι η καινούργια ζωή ή μήπως η παλιά που αναστήθηκε; Τα κλαδιά της ελιάς έρχονται να δηλώσουν πως τίποτα δεν τελειώνει, πως όλα βρίσκονται στην περίμετρο ενός κύκλου που δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος!

 

ΑΙΩΝΟΒΙΑ ΕΛΙΑ
 

Επίλογος

Σήμερα, μπορεί οι ρυθμοί να έχουν αλλάξει και η τεχνολογία να έχει απλοποιήσει το λιομάζωμα, όμως ο κύκλος της ελιάς παραμένει αναλλοίωτος. Χρόνο με τον χρόνο επαναλαμβάνει την ίδια υπόσχεση: ότι η σχέση του ανθρώπου με τη γη δεν χάνεται, απλώς μεταμορφώνεται. Τα παλιά έθιμα — το «ραντολόι», οι ευλογίες, τα «πομαζωχτίκια», το πρώτο λάδι που άναβε καντήλια — ίσως ακούγονται μακρινά, αλλά λειτουργούν σαν μνήμες που ενώνουν το παρελθόν με το παρόν.

Η ελιά, σύμβολο ζωής και αντοχής, συνεχίζει να ριζώνει βαθιά στην ελληνική ψυχή, θυμίζοντας πως όσο υπάρχουν άνθρωποι που σκύβουν στη γη της, τίποτε από αυτή την παράδοση δεν σβήνει πραγματικά.

Διασκευή από άρθρο του Νίκου Ψιλάκη στις ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ - Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ με τίτλο : «Στους ελληνικούς ελαιώνες. Έθιμα και παραδόσεις της συγκομιδής των ελιών και της εξαγωγής του λαδιού»

 


Ο Νίκος Ψιλάκης (Κασταμονίτσα Ηρακλείου, 6 Αυγούστου 1955 - Ηράκλειο, 2 Νοεμβρίου 2024) ήταν Έλληνας δημοσιογράφος, λαογράφος, συγγραφέας και λογοτέχνης.

Βιογραφικά στοιχεία

Ο Νίκος Ψιλάκης αφιέρωσε τη ζωή του στη δημοσιογραφία, στην καταγραφή και ανάδειξη της λαογραφικής παράδοσης, των μνημείων της Ορθοδοξίας και της κρητικής διατροφής. Εργάστηκε επί σειρά ετών στον τοπικό τύπο του Ηρακλείου και αργότερα στο τοπικό ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Αφοσιώθηκε με ζήλο στην καταγραφή και τεκμηρίωση του λαϊκού πολιτισμού της Κρήτης. Ιδιαίτερο ήταν το ενδιαφέρον του για την κρητική διατροφή για την οποία και συνέγραψε σειρά βιβλίων.

Επιμελήθηκε το σενάριο και τη δημοσιογραφική έρευνα σε περισσότερα από 80 ντοκιμαντέρ στην κρατική τηλεόραση, έλαβε μέρος ως εισηγητής σε περισσότερα από 200 συνέδρια και εκδηλώσεις και πραγματοποίησε πολλές εκθέσεις φωτογραφίας.

Ο Νίκος Ψιλάκης είχε τιμηθεί δυο φορές από την Ακαδημία Αθηνών, για το έργο του ``Μοναστήρια και Ερημητήρια της Κρήτης``, με το βραβείο των δημοσιογραφικών ενώσεων της Ελλάδας και με το βραβείο ``Νίκος Καζαντζάκης`` για την προσφορά του στα γράμματα.

Ήταν μέλος της Εταιρείας Κρητικών Ιστορικών Μελετών, της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας και υπήρξε για σειρά ετών Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ακαδημίας Γεύσης. Επίσης ήταν μέλος της Επιτροπής Διασύνδεσης του Πανεπιστημίου Κρήτης με την κοινωνία, καθώς και της συντακτικής ομάδας του ηλεκτρονικού περιοδικού «Τρίτων» του Πανεπιστημίου Κρήτης.

WIKIPEDIA 

 

Σάββατο 2 Αυγούστου 2025

Αύγουστε, καλέ μου μήνα...

 


Αύγουστε, καλέ μου μήνα...

της ΜΑΤΙΝΑΣ ΜΑΣΒΟΥΛΑ-ΤΣΙΦΟΡΟΥ

Ήλιος, ζέστη και διακοπές, φρούτα και παγωμένο νερό, μελτέμια και δρίμες, γιορτές και πανηγύρια - ο Αύγουστος μέσα από τις λαϊκές μας παραδόσεις

Νέος άντρας στην ακμή του, γυμνός και δαμασμένος στο λιοπύρι, με την «ηλικία της θάλασσας» στα μάτια και με την υγεία του αστραφτερού ήλιου στο κορμί, με μιαν υδρία ξέχειλη δροσερό νερό κι ένα κάνιστρο με λογής-λογής οπώρες στα πόδια του.

Αυτή είναι η εικόνα που φέρνουμε στον νου μας όταν φανταζόμαστε τον Αύγουστο. Augustus σημαίνει σεβαστός και αυτός ήταν ο τίτλος που το 27 π.Χ. πρόσφερε η ρωμαϊκή Σύγκλητος στον αυτοκράτορα Οκταβιανό. Και για να τον τιμήσει ακόμα περισσότερο έδωσε το ίδιο όνομα και στον μήνα Sextilis - τον έκτο του ρωμαϊκού ημερολογίου, μια και η χρονιά για τους Ρωμαίους άρχιζε τον Μάρτιο.

Ο Αύγουστος διατηρεί μέχρι σήμερα ανέγγιχτη την «αυτοκρατορική» του απομόνωση απ' τους άλλους μήνες αφού καθιερώθηκε διεθνώς στη ζωή μας ως ο μήνας των αδειών και των διακοπών. Θεωρείται όμως και αρχή μιας καινούριας εποχής και στην Λέσβο τον υποδέχονται ανάβοντας φωτιές στα τρίστρατα. Πηδώντας τις φωτιές λένε: «Καλώς ήρθες, Αύγουστε! Σύκα και καρύδια και ζουμερά σταφύλια!» Μισοψήνουν   ένα   κεφάλι   σκόρδο   στη φωτιά και το τρώνε για να τους προστατέψει από την ελονοσία. Στην Τήλο το πρωί της 1ης Αυγούστου σκορπίζουν άμμο στα σπίτια για να φέρει ευτυχία και πλούτη στην οικογένεια όλο τον χρόνο. Το σπίτι μένει ασκούπιστο εκείνη την ημέρα από φόβο μήπως μαζί με τα σκουπίδια διώξουν και την καλή τύχη.


 

Ο Αύγουστος είναι και ο μήνας της υπεραφθονίας και της μεστής πολυκαρπίας.

Αύγουστε, καλέ μου μήνα, να ‘σουν δυο φορές τον χρόνο, ή Αύγουστε, τραπεζοφόρη, νά 'σουν τρεις βολές το χρόνο.

Είναι «συκολόγος» και «πεντεφάς», όπως τον ονοματίζει ο λαός μας. Κανένας άλλος μήνας δεν έχει τόσο πολλά και λαχταριστά φρούτα. Η λαιμαργία όμως δεν είναι μόνο ένα από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, έχει κι άλλα επακόλουθα. Δίκαια επομένως ο λαός τον ονομάζει και... «διπλοχέστη».

Μαζί με τα δώρα του λοιπόν ο Αύγουστος μπορεί να φέρει και σκοτούρες. Η νηστεία του Δεκαπενταύγουστου, που τον παλιό καιρό τηρείτο αυστηρότατα, η παντελής αποχή από το κρέας με τη συνακόλουθη υπερκατανάλωση φρούτων και λαχανικών και τις ενδεχόμενες ή αναπόφευκτες εντερικές διαταραχές κι ακόμα πολλές φορές η ελονοσία που μάστιζε άλλοτε τον τόπο, έδωσαν και μια άλλη όψη στον Αύγουστο. Είναι με άλλα λόγια ο μήνας με την αυξημένη νοσηρότητα. Αυτό είναι και το νόημα της βυζαντινής παροιμίας «Περί της υγείας τον Αύγουστον ερώτα» ή και της νεοελληνικής παροιμιακής εκφράσεως που εύχεται με κάποια δόση κακεντρέχειας: «Νά ' σαι καλά τον Αύγουστο πού 'ναι παχιές οι μύγες.»

Μια άλλη κατάρα που φέρνει μαζί του ο Αύγουστος είναι οι έξι πρώτες μέρες του που θεωρούνται «αποφράδες». Λέγονται «Δρίμες» ή (η)μερομήνια, γιατί αυτές οι έξι πρώτες μέρες του Αυγούστου (σε άλλες περιοχές οι πρώτες δώδεκα) προμηνούσαν τον καιρό των επομένων μηνών. Σύμφωνα με τις παραδόσεις δεν πρέπει κανείς να λουστεί αυτές τις μέρες ή να κάνει μπάνιο στη θάλασσα γιατί θα αρρωστήσει, ούτε να πλύνει ρούχα γιατί θα λειώσουν και θα τρυπήσουν. Ο Αύγουστος είναι «Δριμάρης». Γι' αυτό και η παροιμία προειδοποιεί: Τ' Αύγουστου οι Δρίμες στα πανιά και του Μαρτίου στα ξύλα.

Ο πατέρας της ελληνικής λαογραφίας Ν. Πολίτης ταυτίζει τις Δρίμες με τις νεράιδες που στοιχειώνουν απόμακρα ρέματα, ρυάκια, πηγές, υγρές σπηλιές, ποτάμια και χείμαρρους, καμιά φορά και νερόμυλους. Από τις Παραδόσεις του Πολίτη πληροφορούμεθα ότι στην Σύμη τις Δρίμες τις λένε Αλουστίνες και τον Αύγουστο... Άλουστο! «Οι Ανεράδες λέονται και Αλουστίνες γιατί βγαίνουν το καλοκαίρι και μάλιστα τον Άλουστο. Είναι γυναίκες νέες, πολύ όμορφες, αλλαμένες ή ασπροφόρες. Έχουν όμως άντσες [γάμπες] σαν του γαϊδάρου. Βγαίνουν το μεσημέρι ή τα μεσάνυχτα που να μην έχει φεγγάρι και χάνονται το πολύ στις τρεις του πετεινού. Τρελαίνονται στο χορό και αρπούν τους άντρες νέους, γέρους και τους βάζουν στο χορό. Σαν χορεύγουν οι Αλουστίνες τραουδού: "Πάμπακος γη μόλυβος;" "Οποιος πει μόλυβος του 'φήνουν, όποιος πει πάμπακος, παίρου τον και πάουν στο φτερό. ' Οποιος πιάσει Αλουστίνα γίνεται ευτυχισμένος. Πρέπει να περιμένει, τη στιγμή που κράζει ο πετεινός που θα χαθούν, να την κρατεί σφιχτά να μην του φύει.»

 

Σ' άλλη εκδοχή ο διαβάτης που θα πέσει πάνω στις Αλουστίνες, στο σχετικό ερώτημα τους πρέπει να πει «σίδερο». Τότε όχι μόνο δεν παθαίνει τίποτα αλλά μπορεί ν' αρπάξει απ' τα μαλλιά την Αλουστίνα, να τη φέρει σπίτι του και να την έχει δούλα του για όλη του τη ζωή.

Οι Δρίμες λέγονται και Κακαυγουστιές ή, σύμφωνα με το ευφημιστικό αξίωμα, Καλαυγουστιές.

Στα βυζαντινά χρόνια πρώτη του έτους ήταν η πρώτη Σεπτεμβρίου. Γι αυτό και η τελευταία μέρα του Αυγούστου, η 31η, θεωρείτο «αποφράς». Είναι η «Κλειδοχρονιά». Επειδή συγχρόνως αρχίζουν και οι προετοιμασίες για τον επερχόμενο χειμώνα, λέγεται:

Από Αύγουστο χειμώνα... ή Επάτησεν ο Αύγουστος η άκρη του ·χειμώνα /παύει ο φτωχός το δειλινό κι ο πλούσιος τον ύπνο.

Συνεχίζεται και ολοκληρώνεται το αλώνισμα και το λίχνισμα του σταριού, γίνεται ο τρυγητός των μελισσώνων, επισκευάζεται κι ετοιμάζεται το πλακοστρωμένο πατητήρι με το μικρό πιθολάκκι - ρηχό πηγάδι αλειμμένο με τσιμέντο για τον μούστο - με το λιακό και τη μαρμάρινη κυλίντρα.

Τον Αύγουστο ετοιμάζουνε και τη γη για να δεχτεί τον σπόρο του Σεπτέμβρη με το όργωμα των ξερών χωραφιών, με το σκάλισμα, με το βοτάνισμα - το ξερρίζωμα των αγριόχορτων («διβόλισμα», «τριβόλισμα») - την πυρπόληση του καλαμώνα και της αφάνας στο σταροχώραφο. Τότε είναι που μαίνονται και οι περισσότερες πυρκαγιές. Λάθη από αμέλεια; Εξεπίτηδες; Ποιος το ξέρει; Οι «Νέρωνες» παραμένουν πάντοτε στην «αθέατη πλευρά της Σελήνης». Ακόμα και στην Μάνη Αύγουστο μήνα κατάκαψαν αυτές τις καμπουρίτσες ορφανές ελίτσες που απόμεναν σκελετωμένες και γκριζομαντηλούσες, στυλωμένες στα «χτάρια» (στα μπαλκόνια των βράχων) για... να ξαναγίνουν, όπως είπαν.

Την ίδια εποχή ο αγρότης σπέρνει τα μποστανικά του - καρότα, μαρούλια, σπανάκι, κουκιά και μπιζέλια - μεταφυτεύει ζαρζαβατικά - κουνουπίδια, σέλινα, πράσα - σπέρνει πρώιμες πατάτες που θά ' ναι έτοιμες τον Οκτώβρη ή τον Νοέμβρη.

Τον Αύγουστο αρχίζουν και τα μελτέμια - Τ' Αυγούστου τα βοριάσματα χειμώνα αναθυμούνται, λέει η παροιμία και σύμφωνα με το παλιό καλαντάρι του Ιωάννου του Λυδού το φθινόπωρο αρχίζει στα μέσα του Αυγούστου.

Οι αρχαίοι «ετησίαι» που φυσούν στη διάρκεια των καλοκαιρινών μηνών είναι «Μπάτηδες». Η λέξη «μπάτης» προέρχεται από το «εμβαίνειν» κι οι «μπάτηδες» πνέουν από την ξηρά προς τη θάλασσα με κατεύθυνση προς την Αφρική - που καμιά φορά μας το ανταποδίδει με βαθιές δρακόντειες αναπνοές σιρόκου ή όστρια σιρόκου. Λέγονται «μελτέμια» απ' το ενετικό bel tempo - ωραίος καιρός. Το μελτέμι όμως δεν είναι πάντα και τόσο ωραίος καιρός. Γιατί πολλές φορές κλιμακώνεται σε «μπουκαδούρα» που δυναμώνοντας παρασύρει καρέκλες, τραπέζια και χτυπάει τις καμπάνες των εκκλησιών στα νησιά του Αιγαίου. Είναι ο λεγόμενος «τραπεζόκαιρος». Αλίμονο στη βαρκούλα εκείνη στο ακροθαλάσσι που λησμόνησαν να της βάλουν τη σιγουράντζα.

Λέγεται ακόμα και «άνεμος της Παναγιάς».

 

Ώρα του Αυγούστου, Ώρα της Παναγιάς της Θαλασσογεννήτρας, της Παναγιάς του Αιγαίου που σε αμέτρητες εκκλησιές και ξωκλήσια μας προσμένει... Και με τον Εσπερινό οι απόηχοι των σήμαντρων είναι οι αγγελικές φρουρές που ταξιδεύουν με τους ανέμους κρατώντας το σεπτό σκήνωμα πάνω από τους αφρούς των κυμάτων μακαρίζοντας την αρχή της ζωής. Κι οι γόγγοι και το σύθρηνο των μελτεμιών είναι το μοιρολόι πάνω απ' το ξόδι Εκείνης που κάποτε δέχτηκε τον θεό.

Με τον «άνεμο της Παναγιάς» οι καμπάνες του Αιγαίου χτυπούνε βροντερές, καλώντας τους πιστούς στις ολονυχτίες, στις παρακλήσεις.

Διάσωσον από κινδύνων... Επίβλεψον..., και πάνω απ' όλα το αθάνατο εκείνο: Απόστολοι εκ περάτων συναθροισθέντες ενθάδε Γεθσημανή τω χωρίω, κηδεύσατέ μου το σώμα. Και Συ, Υιέ μου και Θεέ μου, παράλαβε μου το πνεύμα.

Ο θάνατος της Παναγίας είναι ένα «μικρό Πάσχα» για την Ορθοδοξία - «Μετέστη προς την ζωήν». Τα προσκυνήματα της πάμπολλα σ' ολόκληρη την Ελλάδα: στην Πέτρα της Αγιάσου στην Λέσβο, στην Εκατονταπυλιανή της Πάρου, στα Ανώγεια της Κρήτης, στην Σπυλιανή της Νισύρου, στις Σέρρες, Τρίλοφο, στο Καταφύγι της Κοζάνης, στην Εικοσιφοίνισσα της Χαλκιδικής, και κορυφαίο στο Βέρμιο το μεγάλο προσκύνημα της Παναγίας του Σουμελά. Κάπου εκατόν είκοσι μοναστήρια στον ελλαδικό χώρο είναι αφιερωμένα στην Κοίμηση.

Η λατρεία είναι ενιαία παντού, αλλά τα ονόματα ξεχωρίζουν και η κάθε μια Παναγιά γνωρίζεται απ' τα δικά της τα σημάδια. Είναι η Μελαχροινή Κυρά που λάμπουνε μαλαματένια τα χέρια στο  εικόνισμα  της  - Αγκυροφόρος, Αμπελακιώτισσα, Βουνιώτισσα, Δεκα-πεντούσα, Θαλασσινή, Κάλαμου, Καντήλα, Καταπυλιανή, Λιμνιά...

Η θαυματουργική της παρέμβαση, η οπτασιακή της παρουσία, οι ιάσεις και τέλος τα ιερά ζώα που ευνοεί, όπως είναι τα φίδια στην Κεφαλονιά.

Στην ΝΔ. Κεφαλονιά, στην περιοχή του Ελιού, ονομαστή για τους ελαιώνες της και τα αρχοντώρια της, σε υψόμετρο τριακοσίων μέτρων το χωριό Μαρκόπουλο αγναντεύει τον Πατραϊκό από τον θαυμάσιο εξώστη του.

Ώρα του Αυγούστου, Ώρα της Παναγιάς.

 

Μες στη θαμνόφυτη ρεματιά, τη «λαχτιά», όπως τη λένε οι ντόπιοι, είναι η εκκλησιά και πιο κάτω υψώνεται το καμπαναριό της. Από εδώ, κάθε χρόνο την παραμονή της Παναγίας ξεκινούν τα φιδάκια. Σούρνονται, ανεβαίνουν, προχωρούν μέσα στον κόσμο, αγκαλιάζουν το τέμπλο, κουλουριάζονται στις κορνίζες των εικόνων και το βημόθυρο, τυλίγονται στα παπούτσια του παπά την ώρα που λέει το Ευαγγέλιο, φιλούν κι αυτά το χέρι του Δεσπότη. Είναι τα ιερά ζώα της Παναγίας, ήμερα και τιθασσευμένα με το πλουμιστό δέρμα τους, τα αστραφτερά τους μάτια και το σημείο του σταυρού πάνω στο μέτωπο (όπως λένε, το ίδιο σημάδι έχουν και στη γλώσσα τους). Παρουσιάζονται μόνο για σαράντα μέρες και μετά εξαφανίζονται για να εμφανιστούν και πάλι τον άλλο χρόνο, την ίδια μέρα: την παραμονή της Παναγίας. Λέγεται ότι αν πιάσεις ένα απ' αυτά τα φιδάκια και το βάλεις μέσα σε γυάλα, αυτό θα εξαφανιστεί μυστηριωδώς από τη φυλακή του. Κι ακόμα, ότι αν κανείς σκοτώσει φιδάκι, θα παρουσιαστεί η Παναγία στον ύπνο του και θα το ζητάει και τότε αυτός θα πρέπει να της το πάει ασημένιο τάμα.

Τάμα κάνουν και οι «Ενιαμερίτισσες» στην Παναγιά την Σπυλιανή της Νισύρου - τριακόσιες μετάνοιες την ημέρα, εννιά ολόκληρες μέρες, ξεκινώντας απ' του Σωτήρος. Το μοναστήρι είναι κρεμασμένο πάνω στον γκρεμό, κι η τοποθεσία του μας προδιαθέτει σ' ένα νοσταλγικό, όλο κατάνυξη «Ρεμβασμό του Δεκαπενταύγουστου» (για να θυμηθούμε και τον Παπαδιαμάντη των ημερών αυτών). Το θαλασσοχώρι ζει ολοχρονίς με την προσμονή της γιορτής και του πανηγυριού.

Την παραμονή της Παναγίας ετοιμάζουνε τη «ροβυθάδα» και την κενώνουν σε πήλινα πιάτα. Ανήμερα στο πανηγύρι πρώτο φαγητό είναι ο πατσάς κι ακολουθεί το μοσχαράκι με πατάτες (που κάποτε ήταν το ελαφάκι της θεάς Άρτεμης και που με άκριτη βιασύνη το θυσιάσανε στα «πέτρινα σκαλιά του Αυγούστου»).

Όλο το χωριό ξεφαντώνει και μόνο ο παπάς μένει απ' έξω γιατί βαφτίζει ασταμάτητα ίσαμε τα μεσάνυχτα. Χορεύουν τον χορό «της κούπας» που έχει αυτό το όνομα επειδή ο πρώτος που σέρνει το χορό κρατάει στο χέρι ένα κύπελλο και μαζεύει τους οβολούς των πλούσιων αλλά και των φτωχών για να ζήσει και πάλι το χωριό ολοχρονίς την προσμονή της επόμενης γιορτής.

Μεγάλο πανηγύρι γίνεται και στην Πέτρα της Αγιάσσου στην Λέσβο. Το έθιμο της τελετουργικής θυσίας του ταύρου, που έχει τα κέρατα του χρυσωμένα και είναι στεφανωμένος με λουλούδια, καθώς και το γλέντι που επακολουθεί περιγράφεται με κάθε λεπτομέρεια στο διήγημα του Μυριβήλη Βασίλης ο Αρβανίτης.

Τραπέζι στρωμένο βρίσκεις στην ελληνική ύπαιθρο και σ' άλλες γιορτές και πανηγύρια του Αυγούστου, όπως στης Παναγιάς τα 'Νιάμερα (23 Αυγούστου) στο Μοναστήρι του Προυσσού στην Ευρυτανία.

 


 

Όπως στην Οδύσσεια ο ξένος συχνά τυχαίνει πάνω σε συμπόσιο πού 'ναι «δαις, θαλίη θεών» (φαγοπότι, χαρά Θεού), το ίδιο συμβαίνει και στην σύγχρονη Ελλάδα. Ο σημερινός «ξένος» θα βρει τόπο να κάτσει κοντά στους πανηγυριώτες πάνω στα βράχια, συχνά σε μια βουνοκορφή κάτω απ' τα δέντρα, πάνω στο χορτάρι. Το ποτήρι και το πιάτο του γεμίζεται ξανά και ξανά. Όπως και στα χρόνια του Ομήρου, το ψημένο αρνί, ο «οβελίας οπτός», οι μπόλιες, το κοκορέτσι, το σπληνάντερο, ψήνονται στη χόβολη και η τσίκνα τους ανεβαίνει προσφορά στον ουρανό. Στο πανηγύρι τ' Αϊ-Γιαννιού του Θερμασάρη όμως (29 Αυγούστου) στα χωριά της Εύβοιας το φαγητό είναι νηστήσιμο γιατί ο λαός τιμά τη μνήμη του θανάτου  του  Αγίου  νηστεύοντας.   Η γιορτή του είναι χαρούμενη και το φαγοπότι πλούσιο - έστω και χωρίς κρέας. Η παράδοση θέλει τριών λογιών φαγητά: ρεβυθομανέστρα, φασόλια με ρύζι και μελιτζάνες ιμάμ-μπαϊλντί με μπόλικο κρεμμύδι. Απαγορεύεται απολύτως οποιοδήποτε φαγώσιμο έχει αίμα ή μπορεί να θυμίζει αίμα, όπως τα μαύρα σταφύλια, τα μαύρα σύκα, τα μούρα κι όποιο άλλο φρούτο έχει μαύρο χυμό, γιατί έχουν βαφεί από το αίμα του Αγίου. Επίσης αποφεύγουν ν' αγγίξουν μαχαίρι εκείνη την ημέρα. Ο Αϊ-Γιάννης λέγεται «θερμασάρης» γιατί, όπως λένε στην Λήμνο, τη μέρα που αποκεφαλίστηκε ο Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής ήρθαν οι «θέρμες» στον κόσμο.

Στις 27 Αυγούστου τιμάται η μνήμη του Αγίου Φανουρίου. Οι νοικοκυρές σ' ολόκληρη την Ελλάδα ζυμώνουν την πίττα του - ένα πανάρχαιο «μείλιγμα», ένα καλόπιασμα μ' άλλα λόγια στον Άγιο που σ' αντάλλαγμα θα φανερώσει κάτι χαμένο, θα εκπληρώσει μια ευχή, θα φέρει έναν γαμπρό στο ανύπαντρο κορίτσι. Το αίτημα τους στον Άγιο μελετούν όσο φτιάχνουν την πίττα, η οποία πρέπει νά 'χει εννιά συστατικά, να κοπεί σε σαράντα κομμάτια και να μοιραστεί σε φίλους, γείτονες ή περαστικούς που πρέπει να ευχηθούν: «Θεός 'σχωρέσ' τη μάνα του Αγίου Φανουρίου.»

Η τελευταία γιορτή του Αυγούστου είναι η ανάμνηση από την Κατάθεση της Αγίας Ζώνης της Θεοτόκου. Όπως είναι γνωστό οι Βυζαντινοί φρόντιζαν να συγκεντρώνουν τα ιερά κειμήλια που πιστεύετο ότι ανήκαν στα κύρια Θεαρχικά πρόσωπα της Χριστιανοσύνης. Έτσι ο Αρκάδιος, ο γιος του Μεγάλου Θεοδοσίου, «ανεκόμισε», έστειλε δηλαδή κι έφερε την «Τιμίαν Ζώνην» στην Κωνσταντινούπολη από τα Ιεροσόλυμα ή μάλλον από την Καππαδοκία (επικρατέστερη άποψη) και την τοποθέτησε σε ειδική θήκη «την Αγίαν Σορόν». Σύμφωνα με την παράδοση οι μανάδες κρατούν μια κλωστή και την αφήνουν στο εικόνισμα της Παναγίας να λειτουργηθεί. Ύστερα «ζώνουν» μ' αυτή τα παιδιά τους για νά ' ναι γερά. Το ίδιο κάνουν κι όσοι υποφέρουν από τη μέση τους.

Έτσι ολοκληρώνεται το εορτολόγιο του Αυγούστου που άρχισε με τη γιορτή του Σωτήρος στις 6 του μηνός και την προσφορά «απαρχών», πρώιμων δηλαδή καρπών, σύκων και σταφυλιών στην εκκλησία όπου και εκφωνείται από τον ιερέα επίσημη ευχή.

Πρώιμη και η αποδημία των πελαργών που ξεκινάνε για πιο θερμές χώρες - γεγονός που γεννάει κάποια μελαγχολία στον λαό για το καλοκαίρι που φεύγει και το φθινόπωρο που βρίσκεται «επί θύραις»: Του Σωτήρος τα λελέκια του Σταυρού τα χελιδόνια.

 

 

Το τελευταίο βράδυ του Αυγούστου που ξεψυχάει τελειώνει με το άναμμα μιας φωτιάς: είναι φωτιά «διαβατήρια», όπως κι εκείνη του Αϊ-Γιάννη του Κλήδονα ή Λαμπαδάρη στις 24 Ιουνίου -που σημαδεύει το πέρασμα απ' τη μια εποχή στην άλλη, απ' το καλοκαίρι στο φθινόπωρο.

Η ελληνική φύση είναι στοιχειωμένη από τα οράματα του λαού μας που βλέπει παντού πνεύματα αγαθοποιά ή κακοποιά - αρχαίες νύμφες κι ασπροφορεμένες νεράιδες, «δρίμες» ξεμυαλίστρες των παλικαριών - όλα αυτά γραμμένα στο ίδιο χρονικό με την Ορθόδοξη πίστη, με το άρωμα των άσπρων κρίνων μπροστά στο εικόνισμα της Παναγίας ν' αποπνέουν ευλάβεια κι οσμή χριστιανικού μοσχολίβανου. Η εγκράτεια κι ο ασκητισμός της Ορθοδοξίας με τη νηστεία και τις μετάνοιες πλάι-πλάι με τον διονυσιασμό των πανηγυριστών, οι κατανυκτικές λειτουργίες κι οι «γονατιστές», αλλά και τα ξεφαντώματα στο φαγοπότι, στο χοροστάσι, στην ταβέρνα. Όλα αυτά μας επιτρέπουν να προσθέσουμε στο κάνιστρο με τις οπώρες που έχει μπροστά στα πόδια του ο μήνας της συγκομιδής, ο Αύγουστος, κι ένα αρχαίο χειρόγραφο «παλίμψηστο»: το καλαντάρι του μήνα που είναι και μια επιτομή της λαϊκής μας ζωής, της ζωής του ελληνισμού όπως διαμορφώνεται αιώνα τον αιώνα, χιλιετία τη χιλιετία.

Αποχαιρετώντας τον Αύγουστο, δεν αφήνουμε πίσω απλώς έναν μήνα. Κλείνουμε έναν κύκλο γεμάτο χρώματα, γεύσεις, φωνές και σιωπές – ένα ημερολόγιο πολιτισμού γραμμένο με φως και ιδρώτα, με λιβάνι και τσίκνα, με μετάνοιες και γλέντια. Ο Αύγουστος, όπως τον ζει και τον αφηγείται ο ελληνικός λαός, είναι η σύνοψη της ίδιας της ψυχής μας: ευσεβής και απονήρευτη, γλεντζέδικη και σοφή, ενωμένη με το χώμα, τη θάλασσα, τον ουρανό. Και όπως κάθε τι σπουδαίο, φεύγει πάντα αφήνοντας μια ελαφριά μελαγχολία – σαν εκείνη των πρώτων σύννεφων του Σεπτέμβρη. Μα μες στο καλάθι των οπωρών που αφήνει πίσω του, θα βρούμε κι ένα φύλλο ημερολογίου: το παλίμψηστο της μνήμης μας.