Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2019

ΤΑ ΤΑΝΚΣ ΠΟΥ ΓΑΖΩΣΑΝ ΤΗΝ ΟΜΟΝΟΙΑ


ΤΑ ΤΑΝΚΣ ΠΟΥ ΓΑΖΩΣΑΝ ΤΗΝ ΟΜΟΝΟΙΑ


Ένα φωτογραφικό ντοκουμέντο, με φοβερές σκηνές από την τραγωδία της νύχτας μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου




Απ  αυτό το παράθυρο του ραφείου του κ. Φουρλά

τραβήχτηκαν οι συγκλονιστικές φωτογραφίες-ντοκουμέντα

που δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό "Ταχυδρόμος.

Μια ακομη αδιάψευστη μαρτυρία για την φρικαλέα επιχείρηση

σφαγής του Πολυτεχνείου.


Ένα φωτογραφικό ντοκουμέντο παρουσίασε το περιοδικό «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ» για το γεγονότα τής ιστορικής νύχτας της 17ης Νοεμβρίου του 1973

Ο φάκελος με τις φωτογραφίες, που θα δη ο αναγνώστης στην ανάρτηση αυτή, κατετέθηκαν  από το περιοδικό «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ» στον εισαγγελέα Τσεβά που διερευνούσε την υπόθεση των γεγονότων του Πολυτεχνείου.

Ένα μάτι είδε και ένας φακός αποτύπωσε αδιάψευστες, αμείλικτες σκηνές από το έργο των τανκς. Σκηνές, που εκτυλίχθηκαν ξαφνικά, εκείνο το πρωινό του Σαββάτου - έπειτα από τα νυχτερινά δραματικά γεγονότα του Πολυτεχνείου, για να σκορπίσουν τον όλεθρο σέ ανύποπτους και αθώους πολίτες της Αθήνας.

Το ντοκουμέντο αυτό, που εξασφάλισε ό «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ» από το φωτογραφικό πρακτορείο «ΡΕΝΤΖΗΖ», ήρθε στο φως της δημοσιότητας πάνω στην πιο καίρια φάση των ανακρίσεων για τα όσα είδαμε να γίνονται εκείνες τις μέρες.

Από παράθυρο του δευτέρου ορόφου τού κτιρίου τής γωνιάς της πλατείας  Ομονοίας και τής οδού Αγ. Κωνσταντίνου οπού βρίσκεται το ραφείο του Μ. Φουρλα, με θέα ολόκληρη την Ομόνοια, ο φωτορεπόρτερ Βασίλης Ρεντζής συνέλαβε με τον φακό του αυτές τις εκπληκτικές φωτογραφίες - ντοκουμέντα, πού σας παρουσιάζουμε.

Τα σχόλια κάτω από τις φωτογραφίες ανταποκρίνονται πλήρως σε όσα περιγράψανε  και οι δυο τους (Φουρλάς-Ρέντζης) στον ρεπόρτερ του περιοδικού ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ Κώστα Κουμπέτσο...

Το υλικό το εντοπίσαμε σε ένα δυσεύρετο βιβλίο με τίτλο  ΕΛΛΑΣ ’74 ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ (εκδόσεις ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ, Κολωνάκι) και θεωρήσαμε καλό να αναπαραγάγουμε το σχετικό κομμάτι γιατί τέτοια ντοκουμέντα δεν πρέπει να χάνονται.


Σχεδόν μόλις χύνεται το τελευταίο από   τα τανκς  της μηχανοκίνητης μονάδας που πυροβόλεί, ένας άνθρωπος κλονίζεται, τρικλίζει και τελικά σωριάζεται κατάχαμα στη γη


Κα άλλο ατσάλινο θηρίο.   Ένα δεύτερο φοβερό Μ.48 στη σειρά των μηχανοκίνητων που έρχονται αλλεπάλληλα. Φαίνεται, ενώ τρέχει, να «στριβεί» τον πυργίσκο και το τεράστιο  πυροβόλο του.

Άλλο κάριερ περνάει -ξυστά από,  την στάση ταξί της πλευράς Δώρου και Γ ‘  Σεπτεμβρίου- της πλατείας   Ομονοίας με σαφώς σκοπευμένα χαμηλά το μεγάλο πολυβόλο του. Πολίτες έχουν συγκενιρωθεί το μεταξύ στην στάση ταξί. στην προσπάθεια τους να βρουν ένα μέσο για να απομακρυνθούν όσο πιο γρήγορα μπορούν. Μερικοί φαίνεται ότι αποδοκίμασαν αυτές τις ενέργειες, ενώ άλλοι, στρέφουν το βλέμμα τους προς άλλα τανκς  που έχουν ήδη προχωρήσει.



        


Το πρώτο τανκς ορμά στην Ομόνοια. Ένα τρομερό  σαρανταοχτάρη ορμά χύνεται κροταλίζοντας.

Πυροβολεί και τρέχει δαιμονισμένο. Το άρμα πυροβολεί ψηλά στα μπαλκόνια των πολυώροφων κτιρίων, με το βαρύ εμπρόσθιο αντιαεροπορικό του πολυβόλο, ενώ το άλλο το μικρότερο, ρίχνει χαμηλά, από το πίσω μέρος του "πύργου" του. Ρίχνει στον κόσμο; Δεν μπορεί κάνεις να το πει με βεβαιότητα. Πάντως η κάννη είναι προς τον κόσμο στραμμένη. Οι άνθρωποι έκπληκτοι και τρομαγμένοι τρέχουν στις εσοχές των κτιρίων και στις στοές  προς την οδό Δώρου σαν πρόχειρο καταφύγιο, για στοιχειώδη προφύλαξη.





Στη στάση των ταξί- κάποιος χτυπήθηκε. Φαίνεται να πέφτει κάτω στο έδαφος, πίσω από το στέγαστρο. Πως χτυπήθηκε αυτός ο πολίτης; Μήπως από τα βλήματα του δευτέρου πολυβολητού, που φαίνεται να ρίχνει χαμηλά πίσω;

Πέφτει χτυπημένος, ακριβώς μπροστά στο περίπτερο που είναι στη γωνία τής πλατείας  Ομονοίας και της Γ Σεπτεμβρίου προς την πλευρά του εστιατορίου.

Φαινεται όλο το κορμί του  ξαπλωμένο, πίσω από τον φανοστάτη. Χτυπήθηκε από το άρμα που έφυγε  από όπλο που σκόπευε προς τα πίσω; Ίσως κάποιος απο εκείνους που βρίσκονταν πλησιέστερα, θα μπορούσε νά δώσει σαφέστερες πληροφορίες.





Πολίτες τρέχουν αμέσως κοντά του.    Αστυνομικοί δεν υπάρχουν. Σκυμμένοι επάνω του οι πρώτοι που έτρεξαν, προσπαθούν να σηκώσουν τον χτυπημένο

Ένας αστυνομικός φεύγει χαρακτηριστικά απομακρυνόμενος προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ίσως δεν είδε.





Πολλοί μαζί τον μεταφέρουν σ’   ένα πορτοκαλί «Φολκσβαγκεν που βρέθηκε εκεί. Μια γυναίκα που βοηθάει, φαίνεται να φωνάζει γοερά.  

Το πορτοκάλι «Φολκσβαγκεν,   με τον χτυπημένο φεύγει βιαστικά . Πολλοί τρέχουν για να προφτάσουν να δουν καλύτερα.   Αστυνομικοί δεν φαίνονται πουθενά. Το κακό τέλειωσε.  


"ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ" 3.10.1974

Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2018

Ένας πραγματικός αντιήρωας· τον έλεγαν Γιώργο Κηρύκο



Ένας πραγματικός αντιήρωας· τον έλεγαν Γιώργο Κήρυκο

Ποιος είναι αυτός που ανεμίζει με καμάρι τη ΓΑΛΑΝΟΛΕΥΚΗ;
Ούτε εθνικιστής, ούτε ψώνιο, ούτε αστός βολεμένος, ούτε προσκυνημένος, ούτε πατριδοκάπηλος... είναι ένας πραγματικός ήρωας από τους χιλιάδες που ήταν εκεί και επέλεξαν να σιωπήσουν
"Ο προβολέας του τεθωρακισμένου που στεκόταν μπροστά στην πύλη του Πολυτεχνείου το βράδυ της 17ης Νοεμβρίου 1973 φώτισε το πρόσωπό του. Εκείνη τη νύχτα, μα και τα επόμενα χρόνια..."
«όχι αδέλφια, δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό» φώναζε τη στιγμή που ανέμιζε την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΗΜΑΙΑ σκαρφαλωμένος στην κεντρική πύλη του Πολυτεχνείου ..
Το καρέ στο περιώνυμο φιλμ της εισβολής του τεθωρακισμένου στο Πολυτεχνείο, όπου διακρίνεται να καταρρέει να χάνεται δίπλα από τις ερπύστριες του τανκ, ήταν το τελευταίο που ήθελε να αποτυπώνει την παρουσία του, τον αγώνα, τνη προσφορά του όπως αυτός τουλάχιστον τη θεωρούσε και τη μετρούσε...ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΕ ΣΕ ΕΞΑΡΓΥΡΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΠΑΡΟΧΕΣ

Ο αντιήρωας

Ο αντιήρωας Η ιστορία του αγωνιστή που κάηκε το 1993 στη φωτιά της Ικαρίας Μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο του 1973, πολλοί εκ των συμμετεχόντων στην εξέγερση έσπευσαν να διεκδικήσουν τις δάφνες για την παρουσία τους, να ζητήσουν στον πολιτικό και κοινωνικό στίβο το «αντίτιμο» για τον ρόλο που είχαν στη σύγκρουση με τις δυνάμεις του δικτατορικού καθεστώτος.
Β. Γ. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ
Μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο του 1973, πολλοί εκ των συμμετεχόντων στην εξέγερση έσπευσαν να διεκδικήσουν τις δάφνες για την παρουσία τους, να ζητήσουν στον πολιτικό και κοινωνικό στίβο το «αντίτιμο» για τον ρόλο που είχαν στη σύγκρουση με τις δυνάμεις του δικτατορικού καθεστώτος.
Υπήρξε όμως και ένα πλήθος πρωταγωνιστών των δραματικών γεγονότων ­ κυρίως εκτός του φοιτητικού χώρου ­ που συνειδητά έμειναν στην αφάνεια, που δεν επεδίωξαν να καταγραφούν σε καμιά λίστα «ηρώων του Πολυτεχνείου». Αποφεύγοντας την αποπληρωμή της δημοσιότητας και την απαίτηση «αναγνώρισης» της προσφοράς τους.
Άνθρωποι που, όπως έδωσαν το παρών τον Νοέμβριο του ’73 στο Πολυτεχνείο, έτσι διακριτικά αποχώρησαν. Για πάντα! Έχοντας μόνο την αίσθηση ότι έπραξαν το καθήκον τους. Γι’ αυτούς, για τη δική τους δημοκρατία, για κανένα αντάλλαγμα, για καμιά ίσως καπηλεία.
Η περίπτωση που παρουσίασε «Το Βήμα» στις 24.11.2008, του Γιώργου Κηρύκου, ενός ανθρώπου που πρωτοστάτησε στην εξέγερση, βασανίστηκε στα κρατητήρια της ΕΣΑ και ύστερα φρόντισε να μην «πουλήσει» τίποτε από τις «ημέρες της επανάστασης», είναι συμβολική. Και η ζωή του, η κατοπινή θυσία του, δείγμα της αντίληψής του.

Της γενιάς των «αντιηρώων» του Πολυτεχνείου…



Ο προβολέας του τεθωρακισμένου που στεκόταν μπροστά στην πύλη του Πολυτεχνείου εκείνο το βράδυ της 17ης Νοεμβρίου 1973 ήταν ο μόνος που φώτισε το πρόσωπό του. Εκείνη τη νύχτα, μα και τα επόμενα χρόνια…
Η στεντόρεια κραυγή «όχι αδέλφια, δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό» τη στιγμή που ανέμιζε την ελληνική σημαία σκαρφαλωμένος στην κεντρική πύλη του Πολυτεχνείου το μοναδικό άκουσμα της ύπαρξής του. Η πρώτη και η τελευταία «δήλωση» ως το απροσδόκητο τέλος…
Το καρέ στο περιώνυμο φιλμ της εισβολής του τεθωρακισμένου στο Πολυτεχνείο, όπου διακρίνεται να καταρρέει και να χάνεται δίπλα από τις ερπύστριες του τανκ, ήταν το τελευταίο που ήθελε να αποτυπώνεται η παρουσία του, ο αγώνας, η προσφορά του. Όπως αυτός τουλάχιστον τη θεωρούσε και τη μετρούσε…
Πιστεύοντας ότι τίποτε δεν χρειαζόταν εξαργύρωση. Μόνο η ίδια του η ζωή χαμένη πάντα σ’ ένα παρανάλωμα.
Ο Γιώργος Κηρύκου, ο άνθρωπος που φαίνεται να «καταπίνει» το στρατιωτικό άρμα όταν εισβάλλει στο Πολυτεχνείο και του οποίου ουδείς γνώριζε για πολλά χρόνια μετά τα γεγονότα του 1973 το όνομά του, επέζησε, συνελήφθη, βασανίστηκε, αποσύρθηκε, σιώπησε, επέλεξε, κάηκε ζωντανός στην καταστρεπτική φωτιά της Ικαρίας το 1993 προσπαθώντας να απεγκλωβίσει από τον πύρινο κλοιό μια γερόντισσα που κουβαλούσε στην πλάτη του.

Είκοσι χρόνια μετά, η νέα, η τελευταία θυσία.

Ο 39χρονος Γιώργος Κηρύκου, ένα από τα πέντε παιδιά μιας φτωχής οικογένειας από τα Λιόσια, είχε επιλέξει τον δρόμο της φωτιάς ως το τέλος.
Σαν εκείνη της ψυχής του, που σιγόκαιε τον Νοέμβριο του ’73 για ελευθερία, σαν αυτή που κατέκαιε, που αποψίλωνε, 20 χρόνια μετά, ολόκληρο το νησί…

Η διαδρομή του αφανούς



Κανένα αρχείο, κανένα βιβλίο δεν κατέγραψε την παρουσία του στο Πολυτεχνείο. Ποτέ κανένας επισήμως δεν έμαθε το όνομα του νεαρού που φαίνεται να πέφτει κάτω από τις ερπύστριες του τεθωρακισμένου κρατώντας την ελληνική σημαία. Σαν ο ίδιος να ήθελε μ’ αυτή την πτώση, το χάσιμό του κάτω από το τανκ να κλείσει τη μικρή «επαναστατική» του ιστορία.
Σαν να επεδίωκε όλοι αυτοί που «εισέπραξαν» το αντίτιμο της συμμετοχής τους στα γεγονότα του Νοεμβρίου να τον θεωρούν «νεκρό».
Ο Γιώργος Κηρύκου ζούσε όλα αυτά τα χρόνια μετά το Πολυτεχνείο από τα λίγα λεφτά που έβγαζε από μαθήματα κιθάρας, από κάποιες πρόσκαιρες δουλειές στην Αθήνα και από το μπάρκο του ­ στα τέλη της δεκαετίας του ’70 ­ σε γκαζάδικα.
Το όνομά του στον κατάλογο των 13 νεκρών του τραγικού περιστατικού της Ικαρίας, όπου έμενε δίπλα στη μητέρα του για πολλά χρόνια, δεν σήμαινε σε κανέναν τίποτε. Κανένας δεν μπορούσε να γνωρίζει το τερτίπι της μοίρας. Η αλληλεγγύη στον αγώνα των φοιτητών η ίδια που καθόριζε όλες τις επιλογές του, ακόμη και τη μοιραία, την τελευταία. Δεν είχε επιτρέψει σε κανέναν, παρά μόνο σε λίγους συγγενείς και φίλους, να γνωρίζει, να θρηνήσει, να καταλάβει.
Να γνωρίζει την ιστορία του ήρωα δίχως ταυτότητα. Του συμβόλου της «άγνωστης» γενιάς του Πολυτεχνείου.
Ο πατέρας του Γιώργου, που δούλευε σε μια χαρτοβιομηχανία, πέθανε το 1970 από πνευμονία στέλνοντάς τον από τα 16 χρόνια του στον αγώνα για το μεροκάματο. Η μάνα του έφυγε για την Ικαρία όπου ήταν το πατρικό της σπίτι και ο Γιώργος για να βοηθήσει όλους δούλευε σε οικοδομές, ελαιοχρωματιστής, κλητήρας σε διάφορες εταιρείες. Μόνο αποκούμπι η κιθάρα του, οι μπαλάντες που δημιουργούσε και τραγουδούσε στον λίγο ελεύθερο χρόνο του.
«Ο Γιώργος το μόνο που ήξερε ήταν να αγωνίζεται. Με τον πιο αγνό τρόπο. Για τα ιδανικά του. Χωρίς να πουλάει τίποτε» θυμάται η αδελφή του Κωνσταντίνα, που εξακολουθεί να ζει στη γειτονιά όπου μεγάλωσε. Το άλλο κορίτσι, η Όλγα, ζει στην Πετρούπολη, ο ένας αδελφός του, ο Θόδωρος, στο Μενίδι και ο Φώτης μόνιμα στην Αυστραλία.
Ο αγώνας για την ελευθερία μα και η αγάπη του για μια φοιτήτρια, τη Μαρία, που έχασε μέσα στη δίνη των γεγονότων, τον έφεραν στα 19 του χρόνια στο Πολυτεχνείο.
«Τον θυμάμαι συνέχεια πάνω στην πύλη, να κρατάει τη σημαία, να φωνάζει συνθήματα. Ήταν με μια παρέα φίλων από την Ικαρία και γειτονόπουλων από τα Λιόσια. Δεν ήταν στο μπλοκ των φοιτητών, δεν γνώριζε κανέναν, όμως αυτό δεν τον εμπόδισε να είναι μαχητικός, να παρασέρνει τους υπόλοιπους» ξαναφέρνει στη μνήμη της η Θάλεια Φράγκου, φοιτήτρια τότε της ΑΣΟΕΕ, που καταγόταν από την Ικαρία και ήξερε τον Γιώργο.
Ο Γιώργος Κηρύκου κατέρρευσε μπροστά στα μάτια της. Εκείνη στεκόταν λίγα βήματα πιο πίσω. Χαθήκανε. Η Θάλεια οδηγήθηκε στο Αστυνομικό Τμήμα του Γκύζη και βασανίστηκε. Ο Γιώργος κρατήθηκε ένα μήνα στο ΚΕΒΟΠ και στην ΕΣΑ, όπου ξυλοκοπήθηκε δίχως έλεος.
«Δεν ξέραμε πού βρισκόταν. Όταν πήγαμε στο Χαϊδάρι, μας είπαν ότι δεν είχαν κανένα κρατούμενο με το όνομα αυτό. Όταν ήλθε σπίτι μας, τα ρούχα του ήταν γεμάτα αίματα. Τον χτυπούσαν με δύναμη στο στομάχι και αυτό του δημιούργησε χρόνιο πρόβλημα υγείας. Το στομάχι του τον βασάνιζε ως το τέλος» θυμάται με δυσκολία και με πνιγμένη φωνή η μητέρα του κυρία Χρύσα Κηρύκου.
Ο Γιώργος μόλις συνήλθε γύρισε στη δουλειά. Ποτέ δεν θέλησε να δημοσιοποιήσει οτιδήποτε, να αναδείξει τον ρόλο του στα γεγονότα του Νοέμβρη. Ποτέ δεν πέρασε από το «γκισέ» της δημοσιότητας να εισπράξει κάτι.
«Γνωρίζω ότι υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι που συμμετείχαν στα γεγονότα του Πολυτεχνείου και δεν εμφανίζονται πουθενά. Τον Κηρύκου δεν τον ήξερα, ούτε ότι ήταν αυτός που έπεσε μπροστά στο τανκ. Δεν ήξερα ποιο ήταν αυτό το άτομο. Στο βιβλίο μου υπάρχουν πολλά κενά…» αναφέρει ο κ. Δημήτρης Φύσσας, συγγραφέας του βιβλίου «Η Γενιά του Πολυτεχνείου» όπου συγκεντρώνει πληροφορίες από τα πάσης φύσεως αρχεία και έχει κατάλογο χιλιάδων συμμετεχόντων στα γεγονότα της 17ης Νοεμβρίου 1973.

Ο αλτρουισμός και η αυτοθυσία

Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 ο Γιώργος, αφού τελείωσε το στρατιωτικό του, μπαρκάρισε. Το καράβι έπιανε σε όλα τα λιμάνια της Αμερικής. Στη Νέα Υόρκη γνώρισε μια κοπέλα από το Κολοράντο, παντρεύτηκαν και έμεινε εκεί ως το 1983. Έπαιζε κιθάρα σε μαγαζιά της Αστόριας και ζούσαν ανεκτά. Απέκτησε και έναν γιο. Προσπάθησε να έλθει με την οικογένειά του στην Ελλάδα, όμως η γυναίκα του επέστρεψε γρήγορα πίσω, μαζί με το παιδί του. Δούλεψε σε μερικά μπαρ της Αθήνας αλλά τον περισσότερο καιρό έμενε στην Ικαρία, μαζί με τη μητέρα του. Στο νησί παρέδιδε με ελάχιστο αντίτιμο μαθήματα κιθάρας. Οι μαθητές, λόγω του λυρισμού, της γλυκιάς φωνής του, τον φώναζαν «Αλμπάνο». Έμοιαζε και λίγο στον ιταλό τραγουδιστή. Για το Πολυτεχνείο, για την εξέγερση, για την εισβολή του τανκ, για ό,τι ακολούθησε μιλούσε πλέον σπάνια.


Η φωτιά

Δεν ήταν η πρώτη φορά που έπιανε φωτιά στην Ικαρία, που ο Γιώργος Κηρύκου έτρεχε πρώτος για να βοηθήσει. Έτσι και εκείνο το καλοκαίρι του 1993. Όταν άκουσε ότι στην περιοχή Παναγιά είχε ξεσπάσει φωτιά και είχαν παγιδευτεί τέσσερις γέροντες έτρεξαν με τους φίλους του, τον Δημήτρη Τσαγανό και τον Ηλία Φυσίδα, να τους σώσουν. Τους άρπαξαν στα χέρια και τους μετέφεραν σε άλλο μέρος. Πίστεψαν ότι ήσαν ασφαλείς. Ο αέρας όμως γύρισε ξαφνικά και η φωτιά ήλθε επάνω τους. Εγκλωβίστηκαν. Προσπάθησαν να σώσουν τους γέροντες. Κάηκαν όλοι.
Τα τρία παιδιά τιμήθηκαν από την Ακαδημία για την αυτοθυσία τους.
«Όχι αδέλφια, δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό».
Το ανέμισμα της σημαίας, το μάγκωμα της ερπύστριας δίπλα από το κορμί του, τα βογκητά από τον ξυλοδαρμό, τα λόγια της δικής τους γενιάς στο ικαριώτικο καφενείο, η γλυκιά μελωδία της μπαλάντας του, το πύρινο αγκάλιασμα, το τέλος, η παντοτινή σιωπή.







Σάββατο 13 Ιανουαρίου 2018

16.11.1973 ΜΕ ΠΥΡΟΒΟΛΗΣΑΝ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ



  
ΜΕ ΠΥΡΟΒΟΛΗΣΑΝ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ

Η μαρτυρία της μαθήτριας που την πυροβόλησαν στο πρόσωπο στην εξέγερση του Πολυτεχνείου.

Την Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 1973, η Ειρήνη Μουστάκα γύριζε από το φροντιστήριο που ήταν στο κέντρο της Αθήνας. Η νεαρή μαθήτρια πήρε τον πατέρα της από έναν τηλεφωνικό θάλαμο στην πλατεία Βικτωρίας για να τον ενημερώσει ότι δεν εκτελούνταν πλέον δρομολόγια του ηλεκτρικού. Μόλις βγήκε από τον θάλαμο, ένιωσε κάτι ζεστό να της διαπερνά το μάγουλο και το πρόσωπό της γέμισε αμέσως αίματα. Ένας ελεύθερος σκοπευτής την είχε πυροβολήσει από τη ταράτσα κοντινού κτηρίου.
Όσα βίωσε εκείνο το βράδυ η Ειρήνη Μουστάκα τα περιέγραψε μετά από δύο χρόνια στη «Δίκη του Πολυτεχνείου». Μόλις έδειξε την σφαίρα που της τρύπησε το μάγουλο, όλα τα φλας άναψαν. Η ιστορική φωτογραφία την επομένη της μαρτυρίας της Ειρήνη Μουστάκα βρισκόταν σε όλες τις εφημερίδες που κάλυπταν τη δίκη.
Η εφιαλτική νύχτα του 1973
Τον Νοέμβριο του 1973, η Ειρήνη Μουστάκα ήταν μαθήτρια Λυκείου. Μαζί με μία φίλη της, αποφάσισαν μετά το φροντιστήριο να κατευθυνθούν προς το Πολυτεχνείο, όπως χιλιάδες άλλοι νέοι. Οι δύο κοπέλες έφτασαν στην πλατεία Κάνιγγος όπου ήταν και άλλοι φοιτητές τους οποίους ξυλοκόπησαν στη Βερανζέρου και μετά άρχισαν να τους κυνηγούν. Τότε η Μουστάκα χωρίστηκε από τη φίλη της κι αναζήτησε καταφύγιο σε ένα καφενείο. 
Ο ιδιοκτήτης αρνήθηκε να τη βοηθήσει, επειδή φοβήθηκε μήπως οι αστυνομικοί καταστρέψουν το μαγαζί του. 
Η κοπέλα κατευθύνθηκε προς την πλατεία Βικτωρίας με σκοπό να πάρει τον ηλεκτρικό για να επιστρέψει στο σπίτι της στην Κηφισιά. Εγκλωβίστηκε στον σταθμό, αλλά λίγο αργότερα ανέβηκε πάλι στην πλατεία.
Η κατάσταση είχε ξεφύγει, ήχοι από πυροβολισμούς ακούγονταν παντού. Μπήκε στον τηλεφωνικό θάλαμο και τηλεφώνησε στην οικογένειά της να έρθουν να την πάρουν. Ο πατέρας της τη συμβούλευσε να μείνει εκεί που ήταν και να κρυφτεί μέχρι να έρθει.
Με το που βγήκε από τον θάλαμο, την πυροβόλησαν.
«Βγαίνοντας από τον τηλεφωνικό θάλαμο, νιώθω μια γλυκιά αίσθηση στο μάγουλο και στη συνέχεια ένα βόμβο μέσα στο στόμα μου λες και έσκασε βόμβα. Και βλέπω έναν πίδακα αίματος να ξεπηδάει από το στόμα μου», ανέφερε η Ειρήνη Μουστάκα στη Μηχανή του Χρόνου. Η Ειρήνη Μουστάκα ήταν ο τέλειος στόχος. Ο θάλαμος ήταν γυάλινος, φωτεινός και στο κέντρο της πλατείας. Από τους πυροβολισμούς η πλατεία ήταν σχεδόν έρημη. Όταν πυροβολήθηκε όμως, ο κόσμος έτρεξε να βοηθήσει την κοπέλα που φώναζε για βοήθεια. «Η περίπτωσή σου ήταν μία στο εκατομμύριο» Την μετέφεραν στην κλινική Παντάνασσα. Η Μουστάκα δεν έχασε τις αισθήσεις της και αργότερα ανέφερε πως το νοσοκομείο ήταν γεμάτο με αιμόφυρτους φοιτητές και τραυματισμένους πολίτες, ενώ όταν την έβλεπαν κάποιοι λιποθυμούσαν, καθώς το πρόσωπό της ήταν «μια άμορφη μάζα αίματος». 

Χειρουργήθηκε από νευροχειρουργό. Η επέμβαση πήγε καλά. Μετά από χρόνια, όταν η Ειρήνη Μουστάκα συνάντησε τον γιατρό που της έσωσε τη ζωή, εκείνος της είπε ότι «η περίπτωση της ήταν μία στο εκατομμύριο». Η σφαίρα είχε τρυπήσει το μάγουλό της, έκοψε τη γλώσσα της και καρφώθηκε στο σαγόνι της. Ο σοβαρός τραυματισμός της δεν παρουσίασε επιπλοκές και επουλώθηκε γρήγορα. Δεν της είχε μείνει ούτε σημάδι στο πρόσωπο. Ωστόσο, τα «βάσανα» δεν σταμάτησαν με τη σφαίρα που δέχτηκε. Όσο καιρό ανάρρωνε στο νοσοκομείο, δεχόταν επισκέψεις από αστυνομικούς με πολιτικά, ενώ μέχρι το τέλος της δικτατορίας, εκείνη και η οικογένειά της ήταν υπό συνεχή παρακολούθηση, συχνά δεχόμενοι απειλές.
Η σφαίρα-απτή απόδειξη ότι ο στρατός πυροβολούσε φοιτητές
Δύο χρόνια μετά τα σοκαριστικά γεγονότα που έλαβαν χώρα το τριήμερο του Νοεμβρίου 1973 και την πτώση της Χούντας των Συνταγματαρχών, ξεκίνησε η δίκη για τα εγκλήματα του Πολυτεχνείου. Μία από τους πολλούς μάρτυρες που κατέθεσαν ήταν και η Ειρήνη Μουστάκα, στις 13 Νοεμβρίου 1975. Η Μουστάκα έδειξε στο δικαστήριο τη σφαίρα. 

«Έγινε πανδαιμόνιο γιατί κάποιοι έλεγαν ότι δεν είχαν πέσει σφαίρες εκείνο το βράδυ και η σφαίρα ήταν η απτή απόδειξη του αντιθέτου», ανέφερε αργότερα η Ειρήνη Μουστάκα. Στη συνέχεια, επιβεβαίωσε ότι σύμφωνα με τη βαλλιστική έρευνα, η σφαίρα προήλθε από στρατιωτικό όπλο. Ο σκοπευτής την παρακολουθούσε όση ώρα μιλούσε στο τηλέφωνο και πιθανώς να την πυροβόλησε από την ταράτσα του κρατικού κτιρίου του ΟΤΕ, σύμφωνα με τη φορά και την είσοδο του βλήματος στο πρόσωπό της.
Παρά την ένταση που δημιούργησε η μαρτυρία της Μουστάκα, η οποία όσο μιλούσε κρατούσε τη σφαίρα στο χέρι, κανένας δεν την διέκοψε. Οι κατηγορούμενοι την παρακολουθούσαν άλλοι απαθείς άλλοι ειρωνικά. Ήταν από τις βασικότερες μάρτυρες κατηγορίας.
Η δικηγόρος, πλέον Ειρήνη Μουστάκα δηλώνει πως είναι «ένα ζωντανό παράδειγμα» ενάντια σε όσους ισχυρίστηκαν ότι δεν υπήρξαν νεκροί και τραυματίες στο Πολυτεχνείο και ότι δεν πυροβολήθηκε το πλήθος....