Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 22 Μαΐου 2025

Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ

 


Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ

 

Συχνά αναρωτιέμαι πώς θα μπορούσε να σταθεί στα πόδια του ένα νέο κράτος ύστερα από δεκαετίες πολέμου, φτώχειας και καταστροφής. Ποια θα έπρεπε να είναι τα πρώτα του βήματα; Πού να ρίξει το βάρος;

Ανατρέχοντας στην εποχή του Ιωάννη Καποδίστρια, του πρώτου κυβερνήτη της ελεύθερης Ελλάδας, συνειδητοποιεί κανείς ότι το μεγάλο στοίχημα δεν ήταν μόνο η ανοικοδόμηση των πόλεων ή η δημιουργία ενός στρατού, αλλά κάτι βαθύτερο και ουσιαστικότερο: η καλλιέργεια πνεύματος και ήθους μέσα από την παιδεία.

Στο σημερινό άρθρο θέλω να μοιραστώ μαζί σας μια συνοπτική εικόνα του μεγάλου εκπαιδευτικού έργου του Καποδίστρια. Ένα έργο που θεμελίωσε τη δημόσια εκπαίδευση στη σύγχρονη Ελλάδα και μας υπενθυμίζει ότι τα γερά θεμέλια ενός έθνους χτίζονται πρώτα στα σχολεία.

Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, το όποιον διακρίνει το Ελληνικό έθνος από όλα τα άλλα, είναι η αγάπη του προς την παιδεία. Πρώτοι μεταξύ όλων των λαών οι Έλληνες δημιούργησαν την παιδεία και κατέστησαν προσιτό το μέγα αυτό αγαθό και στα λοιπά έθνη. Το Ελληνικό έθνος έδρασε κυρίως ως φορέας του παιδευτικού ιδεώδους. Καθ' όλην την ιστορική του πορεία το Ελληνικό έθνος έμεινε πιστό στην παιδευτική του παράδοση.

Ακόμα και κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας ουδέποτε έλειψε από το Ελληνικό έθνος ο πόθος για την αναγέννηση της παιδείας.

Σαν εισαγωγή στο θέμα μας θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω ολίγα για το εκπαιδευτικό σύστημα κατά την εποχή του Καποδίστρια και τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν από τον Κυβερνήτη για την οργάνωση της παιδείας από την στιγμή της άφιξης του στο ελεύθερο Ελληνικό κράτος το 1828.

Με την άφιξη του στην Ελλάδα ο Κυβερνήτης έλαβε σειράν μέτρων για την περισυλλογή τού μεγάλου πλήθους των ορφανών, τα όποια τριγυρνούσαν στην ύπαιθρο. Ίδρυσε ορφανοτροφεία στην Αίγινα και τον Πόρο, στα όποια τα ορφανά λάμβαναν έκτος από την γενική μόρφωση και επαγγελματική προπαίδευση. Στα ορφανοτροφεία λειτουργούσαν και διδασκαλεία διά την μόρφωση διδασκάλων. Στην Αίγινα ιδρύθηκε το πρώτον σχολείο Μέσης Εκπαίδευσης, το οποίο ονομάστηκε «Κεντρικό σχολείο». Ιδρύθηκε γεωργική σχολή στην Τίρυνθα, Ιερατική σχολή στον Πόρο και στρατιωτικό σχολείο στο Ναύπλιο.

Ο Καποδίστριας βρήκε στην Ελλάδα την Παιδεία της διαλυμένη και στην ουσία μη λειτουργούσα λόγω των χρόνων του πολέμου που μεσολάβησαν από το 1821 και μετά. «... Διά τα σχολεία χρειάζονται οικήματα, εγώ δε φθάσας ενταύθα εύρηκα μόνον καλύβας όπου εσκεπάζοντο πλήθος οικογενειών πειναλέων».

Οι ιδέες του Καποδίστρια για την παιδεία των Ελλήνων πήγαζαν από το Πιστεύω του. Συνοπτικά μπορούμε να πούμε αυτό που ο ίδιος έγραφε: «... Αποτελεί Θεία τιμή το να αναθρέψει κάποιος Ελληνόπαιδες, με τις γνώσεις της Ιεράς μας Θρησκείας, να τους εκπαιδεύσει στην πάτριον γλώσσα και να τους προπαρασκευάσει για ανώτερες Πανεπιστημιακές σπουδές».

Δεν είναι τυχαία η ίδρυση Υπουργείου «επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως Γραμματείας», με γραμματέα τον Ν. Χρυσόγελο, που είχε την ευθύνη για τα Εκκλησιαστικά και τα εκπαιδευτικά θέματα, μια συνύπαρξη που υπάρχει μέχρι και σήμερα.

Ο Καποδίστριας πίστευε ότι ο λαός έπρεπε να μορφωθεί διότι αλλιώς θα υπερίσχυε το «δίκαιο του ισχυρότερου στηριζόμενο εις την αμαθίαν και αποκτήνωσιν του πλήθους». Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί με τον συνδυασμό της πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας και την προώθηση της επαγγελματικής εκπαίδευσης. Επίσης ο Καποδίστριας προχώρησε στην καθιέρωση της δωρεάν παιδείας για όλους τους μαθητές στο πλαίσιο της παροχής ίσων ευκαιριών μόρφωσης σε όλους ανεξαιρέτως τους πολίτες.

Το εγχείρημα του Καποδίστρια, όσον αφορά την εκπαίδευση, ήταν η δημιουργία ενός εκπαιδευτικού συστήματος που να μπορεί να μορφώσει το λαό και να του δώσει πρακτικές γνώσεις, έτσι ώστε να αναπτυχθεί η βιοτεχνία, η γεωργία και η κτηνοτροφία. Άλλωστε, η δημιουργία πανεπιστημιακής μονάδας δεν ήταν στις πρώτες προτεραιότητές του, καθώς η ίδρυση πανεπιστημιακής εκπαίδευσης σε μια κοινωνία σχεδόν καθολικού αναλφαβητισμού δεν θα είχε καμία λειτουργική σημασία και θα αποτελούσε μια περιττή πολυτέλεια. Η επιλογή του Καποδίστρια για παραμέληση της ανώτερης και ανώτατης εκπαίδευσης στη δεδομένη συγκυρία δεν ήταν ιδεολογική, αλλά τακτική επιλογή.

Ο Καποδίστριας δεν ήταν αντίθετος με τη δημιουργία ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης από θέση αρχής. Κατά τη διάρκεια της θητείας του στο Υπουργείο Εξωτερικών της Ρωσίας, ο Καποδίστριας είχε γνωρίσει τον Ιωάννη Δόμπολη στον οποίο και ενέπνευσε την ιδέα να διαθέσει μέρος της περιουσίας του για την ίδρυση πανεπιστημίου στο ελληνικό κράτος αν και όποτε αυτό δημιουργούταν. Ο Δόμπολης, το 1849 όρισε στη διαθήκη του το ποσό των 261.428 ρουβλιών για την ίδρυση πανεπιστημίου με τον τίτλο «Καποδιστριακό» στην Ελλάδα, υλοποιώντας την ιδέα του Καποδίστρια. Το 1815, ο Καποδίστριας είχε προτείνει τη δημιουργία ανώτατης σχολής με έδρα την Ιθάκη στο πλαίσιο της Επτανήσου πολιτείας.

Φιλοδοξούσε όπως η ίδρυση Πανεπιστημίου υλοποιηθεί εν ευθέτω χρόνω, αφού συγκεντρώνονταν οι απαραίτητοι οικονομικοί πόροι αλλά και οι υποψήφιοι φοιτητές. Όπως είπε ο Νικόλαος Δραγούμης: «Γιατί, όταν εκείνος (σημείωση κγ: ο Καποδίστριας) επιδίωκε τη στοιχειώδη (δημοτική) εκπαίδευση, δεν την έβλεπε ως αυτοσκοπό ή τελικό στόχο της παιδείας, αλλά ως απαραίτητο θεμέλιο για την ανώτερη μόρφωση. Και θα ήταν ανόητος ένας αρχιτέκτονας που θα έκτιζε ένα μεγάλο και πολυτελές σπίτι χωρίς θεμέλια· όμως τέτοια ανοησία δεν είχε ο Κυβερνήτης. Την ανώτατη παιδεία την αγαπούσε, τη σεβόταν, την αποδεχόταν, και –ίσως περισσότερο από κάθε άλλον– αναγνώριζε τη βαθιά και ευγενική επίδραση που ασκούσαν οι αρχαίοι συγγραφείς στο μυαλό και την ψυχή, γιατί –όσο κανείς άλλος– τους είχε μελετήσει σε βάθος.».

Από την άφιξή του στην Ελλάδα το 1828, ο Καποδίστριας προσπάθησε να καταρτίσει ένα γενικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Έπρεπε να αρχίσει από το μηδέν, καθώς το έργο του δεν αφορούσε την ίδρυση σχολείων για ορισμένα παιδιά σε κάποια περιοχές- όπως ήταν τα μέχρι τότε ιδρυμένα σχολεία- αλλά επρόκειτο για ένα καθολικό εγχείρημα διαμόρφωσης ενός συνολικού δικτύου σχολείων για όλο τον πληθυσμό. Ο πρακτικός προσανατολισμός και η προσπάθεια σύνδεσης της χειρωνακτικής με την πνευματική εργασία ήταν δύο στόχοι που ο νέος κυβερνήτης θα προσπαθούσε να επιτύχει μέσα από το εκπαιδευτικό πρόγραμμα που θα έθετε σε εφαρμογή.

Πρώτα πρώτα, λοιπόν, στις 18 Οκτωβρίου 1829, στην Αίγινα, ο Καποδίστριας ορίζει Επιτροπή Προπαιδείας υπό την προεδρία του μετακληθέντος από την Κέρκυρα λόγιου Ανδρέα Μουστοξύδη για την οργάνωση των σχολείων του νεοσύστατου κράτους και τη σύνταξη διδακτικών βιβλίων.

Ο Καποδίστριας πίστευε στην οργάνωση των σχολείων κατά το μοναστηριακό σύστημα. Έβαλε σκοπό και στόχο την ίδρυση ενός τουλάχιστον σχολείου σε κάθε χωριό και κωμόπολη «Εντεύθεν και καταγίνομαι μετ' επιμονής μάλιστα εις τα τρία ταύτα, να συστήσω εις πάσαν κοινότητα έν ή περισσότερα αλληλοδιδακτικά σχολεία, να βάλω θεμέλια τυπικών σχολείων και σχολείων τεχνών και εργοχείρων, ...» με σύστημα διδασκαλίας την αλληλοδιδακτική μέθοδο.

Η αλληλοδιδακτική μέθοδος χρησιμοποιήθηκε από τα μέσα του 17ου αιώνα στην Αγγλία και τελειοποιήθηκε τον 18ο αιώνα στη Γαλλία του Sarazin. Η αλληλοδιδακτική μέθοδος οργανώθηκε συστηματικά από τον κληρικό Andrew Bell και τροποποιήθηκε από τον Joseph Lancaster.

Στα χρόνια του Καποδίστρια, η αλληλοδιδακτική εισήχθη στην Ελλάδα επίσημα από τον Ιωάννη Κοκκώνη που μετέφρασε (1830) και τον οδηγό της αλληλοδιδακτικής μεθόδου του Σαραζίνου. Οι λόγοι που επέβαλλαν την εφαρμογή αυτής της μεθόδου διδασκαλίας στην Ελλάδα ήταν οικονομικοί, καθώς δεν υπήρχαν ούτε δάσκαλοι ούτε πολλά σχολεία.

Η μέθοδος αυτή ονομάστηκε έτσι για το λόγο ότι με την καθοδήγηση του δασκάλου χρησιμοποιούνταν οι καλύτεροι μαθητές (οι πρωτόσχολοι) για να διδάσκουν τους υπόλοιπους μαθητές στις μικρότερες τάξεις. Η αξιολογότατη υποδομή που δημιούργησε η επιτροπή του Μουστοξύδη στον τομέα της παιδείας περιλάμβανε την εισαγωγή της αλληλοδιδακτικής μεθόδου διδασκαλίας (του συστήματος Lancaster).

Η αλληλοδιδακτική μέθοδος αποσκοπούσε στη διδασκαλία πολλών μαθητών μαζί στον ίδιο χώρο και με μικρό κόστος. Η αλληλοδιδακτική εξυπηρέτησε την ανάπτυξη ενός συστήματος λαϊκής εκπαίδευσης, το οποίο ήταν φθηνό, καθώς δεν απαιτούσε πολλούς δασκάλους και πολλά βιβλία. Ο Καποδίστριας, λόγω της έλλειψης δασκάλων, αλλά και λόγω του ότι το βασικό περιεχόμενο του σχολείου ήταν η εκμάθηση γραφής και ανάγνωσης υιοθέτησε την αλληλοδιδακτική μέθοδο διδασκαλίας, η οποία δεν απαιτούσε μεγάλο αριθμό εκπαιδευτικών.

Με την αλληλοδιδακτική μέθοδο, οι μαθητές χωρίζονταν σε 8 κλάσεις (επίπεδα). Στην ανάγνωση, τη γραφή και τη γραμματική οι κλάσεις έκαναν μάθημα χωριστά, με διαφορετική ύλη. Στα θρησκευτικά οι οχτώ κλάσεις διδάσκονταν σε τρία τμήματα. Στο πρώτο τμήμα (1-4 κλάσεις) διδάσκονταν οι προσευχές, στο δεύτερο τμήμα (5-7 κλάσεις) η ιερά ιστορία και στο τρίτο τμήμα (8η κλάση) η κατήχηση. Γραμματική διδάσκονταν η έβδομη και η όγδοη κλάση και ιχνογραφία οι κλάσεις 5-8. Στο τέλος της εβδομάδας, ο δάσκαλος εξέταζε τους μαθητές, προκειμένου να διαπιστώσει αν γνώριζαν την ύλη που αντιστοιχούσε στην κλάση τους. Οι μαθητές προάγονταν στην επόμενη κλάση κατά μάθημα. Έτσι ένας μαθητής που ήταν προχωρημένος στην ανάγνωση μπορούσε να παρακολουθεί την έκτη κλάση και στην αριθμητική να παρακολουθεί την τέταρτη κλάση. Ένας μαθητής που ήταν καλός και αφομοίωνε την ύλη μπορούσε να τελειώσει και τα οχτώ επίπεδα σε διάστημα μόλις 48 εβδομάδων.

Ο Καποδίστριας προχώρησε στη σύσταση ειδικών επιτροπών που θα επιδίδονταν «εις την μετάφρασιν και σύστασιν βιβλίων στοιχειωδών και εις την αναθεώρησιν συγγράμματος ήδη μεταφρασμένων, συντεινόντων προς ομοιόμορφον και τελειότερον οργανισμόν των αλληλοδιδακτικών και τυπικών σχολείων».

Σχολεία ιδρύθηκαν στο Ναύπλιο, στο Άργος, στην Τρίπολη, στην Αθήνα , στην Αίγινα, στον Πόρο, στην Ύδρα, στο Γαλαξείδι, στη Ναύπακτο, στη Μεθώνη, στα Φιλιατρά, στην Πάτρα, στα Καλάβρυτα, στη Σκιάθο, στη Σύρο, στην Αμοργό και σε πολλές άλλες πόλεις και νησιά. Συστήθηκαν δευτεροβάθμια σχολεία τα οποία ονόμαζε "πρότυπα" ή "τυπικά", ενώ παράλληλα διατηρήθηκαν και τα λεγόμενα Ελληνικά σχολεία.

Ο Καποδίστριας δεν ήταν αιθεροβάμων και γνώριζε ότι χωρίς οικονομικούς πόρους η εκπαίδευση θα φυτοζωούσε. Για αυτό μερίμνησε και για την βιωσιμότητα των σχολείων και ίδρυσε το "Γαζοφυλακίο" οι πόροι του οποίου προορίζονταν για την οικονομική ενίσχυση των σχολείων.

Το έργο του Ιωάννη Καποδίστρια στον τομέα της παιδείας ήταν κάτι πολύ περισσότερο από μια σειρά σχολείων και νόμων. Ήταν η πρώτη συνειδητή προσπάθεια να φυτευτεί ο σπόρος της γνώσης σε έναν τόπο ρημαγμένο, να ξαναγεννηθεί η ελπίδα μέσα από το φως της μάθησης. Με όπλα την αλληλοδιδακτική μέθοδο, την πρόνοια για τα ορφανά, την επαγγελματική εκπαίδευση και τη δωρεάν παιδεία, έθεσε τα θεμέλια ενός εκπαιδευτικού συστήματος για όλους –και όχι για τους λίγους. Όραμά του δεν ήταν η πολυτέλεια της ανώτατης μόρφωσης, αλλά η ανάγκη για στοιχειώδη παιδεία ως βάση για κάθε επόμενο βήμα. Και όσο κι αν η εποχή του δεν του επέτρεψε να δει το έργο του ολοκληρωμένο, οι σπόροι που έσπειρε ρίζωσαν βαθιά. Η ιστορία τον θυμάται όχι μόνο ως διπλωμάτη και ηγέτη, αλλά και ως πατέρα της ελληνικής εκπαίδευσης.

Πηγές :

Εγκυκλοπαίδεια Ήλιος

https://kapodistrias.info/paideia

https://www.offlinepost.gr/2021/05/22/to-ergo-tou-ioanni-kapodistria-stin-ekpaideysi/

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2024

Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΜΑΣ ΥΜΝΟΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

 


Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΜΑΣ ΥΜΝΟΣ

ΚΑΙ Ο ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

 

Ο Σπυρίδων Τρικούπης στάθηκε πραγματικά αυτός πού έδειξε το δρόμο προς την ελληνική ποιητική δημιουργία στον μετέπειτα Εθνικό μας ποιητή Διονύσιο Σολωμό. Και όχι μόνο αυτό. Υπήρξε ο πρώτος που στη «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος» στις 21 'Οκτωβρίου 1825, επεξήγησε στους Έλληνες, τα βαθύτερο νόημα και τα ποιητικά χαρίσματα «του Ύμνου της Ελευθερίας».

Έγραφε τότε :

«Ενώ καθένα από τα φωτισμένα έθνη της Ευρώπης, διαβάζει εις την γλώσσαν του το ποίημα του ομογενούς μας κυρίου Σολωμού, ενώ τα κάλλη αυτού του ποιήματος έθελξαν των ξένων αναγνωστών την καρδίαν, και έπλεξαν φιλολογικόν στέφανον εις την κορυφήν του νέου ποιητού μας, είναι δίκαιον μοναχή η Ελλάς να μη γνωρίζει ό,τι δοξάζει το τέκνον της, και όσα εγράφησαν δι’ αυτήν την ιδίαν, ενώ μάλιστα είναι η τρίτη φορά όπου τώρα τυπώνονται ;

Επιχειρίζεται ο ποιητής να ύμνησει την Ελευθερίαν της Ελλάδος· ούτε από τους ουρανούς μας την κατεβάζει, ούτε με τα συνηθισμένα από την ποίησιν σύμβολα της θεότητος την χαρακτηρίζει. Η ελευθερία της Ελλάδος. συνενταφιάσθη μαζί με τους ήρωας της· όθεν τους τάφους ανοίγει και ο ποιητής, από τα εκεί θαμμένα ιερά κόκκαλα την εβγάνει και όλην Ελληνικήν την παρησιάζει :

Απ τα κόκκαλα βγαλμενη

τών Ελλήνων τα ιερά,

και σαv πρώτα  ανδρειωμένη

χαίρε, ω χαίρε, 'Ελευθέρια  

Δια σύμβολον, της οπλίζει το χέρι με κοφτερήν μάχαιραν, δια να εκδικηθεί τόσων αιώνων αδικοχυμένα ελληνικά αίματα και να ξεπλυθεί και η ίδια από τον μολυσμόν της δουλείας της :

Σε γνωρίζω από την κόψι

τον σπαθιού την τρομερή,

σε γνωρίζω από την όψι

πού με βία μετράει την γη.

 

Αφού χαιρετά, κατ' αυτόν τον προσφυή τρόπο την Ελευθερία, ο ποιητής εξετάζει τί ήταν η χθεσινή Ελλάς, και με τους ελεγειακούς της τόνους κινεί εις πάθος την καρδιά. Αισθήματα χαράς έπειτα δια μιας ξυπνά, και τον ενθουσιασμό της καρδιάς του τον ανάφτει και εις τα στήθη των άλλων, και τους ανοίγει ευθύς το θέατρον των σημαντικότερων άθλων της νέας Ελλάδος· τους φέρει πρώτον έμπροσθεν εις τα τείχη της Τριπολιτζάς, και τόσον-έντεχνα και ζωηρά ψάλλει τα συμβάντα αυτής της πόλεως, όπου ο ακροατής νομίζει, ότι βλέπει ζωντανή παράσταση της τραγικής εκείνης σκηνής. Ιδού η δείξη.

Τότε (λέγει) ανάφτει

του πολέμου  αναλαμπή

το τουφέκι ανάβει αστράφτει,

λάμπει, κόφτει το σπαθί.

 

'Ακούω κούφια τα  τουφέκια,

ακούω σμίξιμο σπαθιών,

ακούω ξύλα, ακούω πελέκια,

ακούω τρίξιμο δοντιών.

 

Της σκηνής η ώρα,

ο τόπος, οι κραυγές, η ταραχή,

ο σκληρόψυχος ο τρόπος

του πολέμου oι καπνοί,

 

κι   οι βροντές, και το σκοτάδι,

όπου αντίσκοφτε η φωτιά,

επαράσταιναν τον άδη,

πού ακαρτέρειε τα σκυλιά.

 

Αυτοί δεν είναι λόγοι· είναι ζωγραφιά !

Πόσον προσφυής είναι ο τρόπος με τον οποίον ο ποιητής, επιχειρίζεται να δικαιολόγηση την τόσην σφαγή εκείνης της τρομερής ημέρας ! Τοποθέτει, ότι αναρίθμητοι ήσκιοι των αδικοφονευμένων Ελλήνων ανέβαιναν από τα σπλάχνα εις το πρόσωπον της γης, οι όποιοι χορεύοντες μεσ' τα πηκτά αίματα, βρυχίζοντες βραχνά και μανίζοντες εις το πλάϊ των Ελλήνων, έγγιζαν τα στήθη των πολεμιστών· αυτό το άγγισμα έδιωχναν από την Ελληνικήν καρδίαν κάθε αίσθημα λύπης, και κατ' αυτόν τα τρόπον

...αυξάνει του πολέμου,

ο χορός τρομακτικά,

σαν το σκόρπιαμα  του ανέμου

στου πελάου την μοναξιά.

Και πάλιν ο χορός του πολέμου αυξάνει, και πάντοτε εις αύξηση προχωρεί, έως εκεί που κλείνει η  σκηνή της Τριπολιτζάς   με τον ακόλουθο παιάνα :

Της αυγής δροσάτο αέρι

δεν φυσάς τώρα εσύ πλιο

στων ψευδόπιστων  το αστέρι

φύσα, φύσα εις τον Σταυρό.

Από την Τριπολιτζά μεταβαίνει στην Κόρινθο εκεί άλλοτε παίζει την ήμερη φλογέρα, άλλοτε την πολεμική σάλπιγγα, ευτυχώς όμως πάντοτε και την μίαν και την άλλην. Έρχεται κατόπιν η πολιορκία του Μεσολογγίου το 1822, και ιδού εις την φοβερήν ώρα της εφόδου, η ιερά θρησκεία, θυγατέρα του ουρανού, διαυθεντεύτρα και παρηγορήτρα των χριστιανών καταβαίνει, την ήμερα της ενανθρωπήσεως του θεού, να επισκεφτεί τον κινδυνεύοντα λαόν της, και βαστώντας τον Σταυρόν εις τα χέρι φιλά την Ελευθερία, την οποίαν ιδού πόσον θαυμάσια ο ποιητής μας την περιγράφει.

Μια τέτοια περιγραφή να είναι η εσπερινή και αυγινή προσευχή κάθε φιλελευθέρου :

A ! το φως, πού σε στολίζει

σαν ηλίου φεγγοβολή,

και μακρόθεν σπινθηρίζει,

δεν είναι, όχι, από την γη.

 

Λάμψιν έχει όλη φλογώδη

χείλος, μετωπο,   οφθαλμό·

φως το χέρι, φως το πόδι,

κι   όλα γύρω σου είναι φως.

Τα θείον εκείνο φίλημα της Θρησκείας προς την Ελευθερία ενεργεί τα τεράστια εκείνης της ημέρας· η ποίηση γίνεται και αυτή θεία. Η φωνή της είναι εις κάποια μέρη φωνή προφήτου, και παντού ως ορμητικός χείμαρρος χύνει την δύναμη της και την χάριν της.

'Ακολουθούν έπειτα ύμνοι των θαλασσινών μας, του Πατριάρχου ο τραγικός θάνατος, τραγικά και φιλεκδικητικά γραμμένος, συμβουλή εις το έθνος εναντίον της αναθεματισμένης διχόνοιας,   και μια αποστροφή σφοδρότατη, εις το τέλος, προς τους Βασιλείς της Ευρώπης, έμπροσθεν των οποίων οι ανδρείοι της Ελλάδος στήνοντας τον Σταυρόν τους ερωτούν λέγοντες :

Τι θα κάμετε; θ' αφήστε

ν' αποκτήσωμεν εμείς

Λευτεριά, ή θα την λύστε

εξ’ αίτιας  Πολιτικής;

Τούτο αν ίσως μελετάτε

ιδού, εμπρός σας τον Σταυρό.

Βασιλείς! ελάτε, ελάτε,

και κτυπήσετε  κι   εδώ.

 Και με το κτυπήσατε κι’ εδώ κλείνει θαυμάσια τα ποίημα.

Λυπούμαι ότι τα στενά όρια της εφημερίδος δεν με συγχωρούν να αναλύσω λεπτομερώς το ποίημα και με βιάζουν να παρατρέψω τόσας στροφάς, με τάς όποιας έπρεπε να υποστηρίξω τους ακολούθους λόγους μου. Από τα προ αιώνων θαμμένα κόκκαλα των προγόνων μας βγήκε ή ελευθερία, καθώς είδαμε, από των ιδίων προγόνων μας τους   κωφούς και   άφωνους τάφους   ξυπνά και ο Σολωμός την βαριά εκεί κοιμωμένη Μούσα. Παρόμοια με την προχθεσινή Ελλάδα εκείτετο και η ποίηση μας έως χθες, πτωχή και άδοξη· παρόμοια με την σημερινή Ελλάδα υψώνεται και αυτή τώρα και λαμπρύνεται.

Ο Ύμνος, περί του οποίου γίνεται λόγος λέγει ο ποιητής ότι δημιουργήθηκε τον Μάιο μήνα το 1823· είναι έως εκατόν εξήντα στροφές συνθεμένος από διάφορα μέρη, φαίνεται ένα, όλον μονομερές και τέλειο, και χωρίζοντας τον εις τα μέρη του ευρίσκεις καθένα από αυτά ένα όλον τέλειο. Το γυμνασμένο στην ποίηση αυτί ακούει εις αυτόν τον Ύμνο όλους τους τόνους της  ποιήσεως   και  η ποικιλία αυτή τον μαγεύει τόσον, ώστε θέλει να τον ακούσει όλον διά μιας.

Βάθος γνώσεως των κανόνων της υψηλής Λυρικής δείχνει ο ποιητής, όταν πηδά από μίαν υπόθεση εις άλλην. Η θερμότητα της καρδίας του αποφεύγει πάντοτε την ψυχρότητα της Μυθολογίας, και το ύψος των ιδεών του αποστρέφεται τους κοινούς τύπους της ποιήσεως.

Είναι γραμμένος εις την κοινότατη γλώσσα, εις την οποίαν είναι παράκαιρο να κάμω καμίαν κρίσιν, θέλοντας, κατά το παρόν, να αποφύγω τις συνηθισμένες δια την γλωσσά μας λογομαχίας· αλλ’ οποιαδήποτε και αν είναι καθενός η γνώμη, δίκαιον είναι να παρατηρηθεί, ότι ή ευρυχωρία της φαντασίας του ποιητή πλάτυνε και αυτά τα στενά όρια της στενής μας γλώσσας, την οποίαν και ανέβασε εις τα ύψη των ιδεών του.

Η αρμονία των στίχων θα φανεί νέα βέβαια εις την Ελληνική ακοή, και όχι αρεστή· αλλά δεν δυσκολεύομαι να ειπώ, ότι είναι τόσον περισσότερο ηδονική, όσον το αυτί του ακροατή είναι μουσικότερο. Αν δεν με απατά η ειλικρινής μου προς τον ποιητή φιλία, νομίζω ότι οι άξιοι αναγνώστες αυτού του Ύμνου θέλει τον κρίνουν δόξα της Ελλάδος, και θέλει ειπούν μαζί μου, ότι εις κανένα  καιρόν   και εις κανένα έθνος η ελευθερία   δεν ηύρε ψάλτη αξιότερο.

 ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ

ΠΗΓΗ:

 ΣΠ. ΤΡΙΚΟΥΠΗ : ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

 

 

Πέμπτη 6 Ιουνίου 2024

ΣΠΥΡ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ ΚΑΙ ΔΙΟΝ. ΣΟΛΩΜΟΣ

 


ΣΠΥΡ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ    ΚΑΙ  ΔΙΟΝ. ΣΟΛΩΜΟΣ

Όσοι έχουν σκύψει με στοχασμό στη μελέτη του Σολωμικού έργου έχουν καταλήξει στα συμπέρασμα, ότι δεν θα υπήρχε εθνικός ύμνος και εθνικός ποιητής Σολωμός αν δεν βρισκόταν ο Σπυρίδων Τρικούπης να δείξει στον Ιταλομαθή ποιητή τον Ελληνικό Παρνασσό. Γιατί ο Διονύσιος Σολωμός άρχισε το φιλολογικό του στάδιο με ιταλικούς στίχους, μια πού είχε σπουδάσει στην Ιταλία και ήταν του συρμού της εποχής οι μορφωμένοι να γράφουν στην Ιταλική.

Ο Πολυλάς στα «Προλεγόμενα» πού θα αποτελούν για πολύν ακόμα καιρό κλασσικά εισαγωγικό κείμενο στο Σολωμικό έργο, γράφει σχετικά με τα ζήτημα αυτό «...Όθεν (περί τα τέλη του 1822) ο Τρικούπης έφθασε εις Ζάκυνθον, καλεσμένος από τον αείμνηστο Λόρδο Γκίλφορδ, και επισκέφτηκε τον Σολωμό, ο ποιητής δεν του εξεφώνησε τους απλοελληνικούς στίχους του, άλλα την ιταλική Ωδή Per Prima Messa την οποία είχε συνθέσει ακόμη ευρισκόμενος στην Ιταλία. Ο Τρικούπης του παρατήρησε ότι ο προορισμός του ήταν, όχι να λάβει μίαν λαμπρή θέση εις τον ιταλικό Παρνασσό, άλλα να βγει θεμελιωτής νέας φιλολογίας».

Ο Παλαμάς βιογραφώντας τον Σπυρ. Τρικούπη στην τετάρτη έκδοση της Ιστορίας της Ελληνικής Επαναστάσεως γράφει ότι είπε ο Πολυλάς :  «Σ' αυτόν (τον Τρικούπη) χρωστούμε κατά μέγα μέρος το Σολωμό, καθώς είναι αυτός, πού τον έπεισε, παρατώντας τα ιταλόγλωσσα σχέδια του, να γράψει στα ελληνικά, και να ανεβάσει τη δημοτική στην περίοπτη θέση πού γνωρίζουμε».

Πια εύγλωττα και ξεκαθαρισμένα για το ζήτημα αυτό μιλάει ό ίδιος ο Τρικούπης σ’ ένα του γράμμα, πού είχε στείλει το 1859 στον Πολυλά, πού του ζητούσε σχετικές πληροφορίες για το Σολωμό.

«... Παραλείπω να σας μιλήσω για το   χαρακτήρα του   ποιητή.   Δεκαπέντε χρόνων φιλικές σχέσεις μαζί του σας επέτρεψαν να τον εκτιμήσετε κατά βάθος.

Θεωρώ επίσης περιττό να σας μιλήσω για τη νεότητα του   και τη   μόρφωση του. Ο αδελφός του είναι σε θέση και καλύτερα από κάθε άλλον να σας διαφώτιση στο ζήτημα αυτό. Περιορίζομαι λοιπόν σε μερικές περίεργες πληροφορίες, που συνετέλεσαν να τον κάμουν ν’ ακολουθήσει τη γλωσσά μας στα αθάνατα ποιήματα του.

Προτού φύγει από την Αγγλία για την Επτάνησο το 1823, ο λόρδος Γκίλφορδ, πού δεν ασχολείτο λιγότερο για την πολιτική τύχη της Ελλάδος παρά για τη φιλολογική της αναγέννηση και βρισκόταν σ' εμπιστευτικές σχέσεις για τα ελληνικά ζητήματα με τον περίφημο Γεώργιο Κάνιγκ, με κάλεσε να πάω να τον ιδώ στην Κέρκυρα ή στη Ζάκυνθο. Το όνομα του Σολωμού ήταν εκεί τότε στα στόμα όλου του κόσμου. Μιλούσαν για το ποιητικό του ταλέντο, την ακοινωνησία του και την εκκεντρικότητα του. Ζούσε στην έξοχη και δεν δεχόταν κανένα.

Ένας φίλος, στον οποίο είπα την επιθυμία μου να ιδώ ένα τόσο σημαντικό πρόσωπο, μ' είχε συμβουλεύσει να μη του μιλήσω, αν είχα την τιμή να με δεχτεί, παρά μόνο για ποίηση. Συντροφευμένος από το Λεκατσά, πήγα στην εξοχή του και με καλοδέχτηκε, χάρη στη συνομιλία μου μ' αυτόν για τους Άγγλους, ποιητές, που εκείνος θαύμαζε, όπως κι' εγώ. Την άλλη μέρα ήρθε εξεπίτηδες στην πόλη για να μου ανταποδώσει την επίσκεψη και πάνω στην κουβέντα μου απάγγειλε μία Ωδή του, γραμμένη ιταλικά με θέμα την πρώτη Μετάληψη...

Ο Σολωμός παρατήρησε ότι, αφού άκουσα την Ωδή, έμεινα σκεφτικός και  άφωνος και με ρώτησε τι σκεφτόμουν.

—Το ποιητικό σας ταλέντο, του είπα, θα σας εξασφάλιση καλή θέση στον ιταλικό Παρνασσό, μα οι πρώτες θέσεις εκεί έχουν πιαστεί. Ο Παρνασσός της νεώτερης Ελλάδος δεν απέκτησε ακόμη τον Δάντη της.

Σ' ερώτησή του, του εξέθεσα την κατάσταση της γλώσσας και της φιλολογίας μας.

—Δεν ξέρω ελληνικά, μου είπε. Πως θα μπορούσα να επιτύχω ;

Πράγματι δεν ήξερε παρά ατελέστατα τη γλώσσα του σπιτιού (le langage Lamilier).

—H γλώσσα, του απάντησα, πού βυζάξατε μαζί με το γάλα της μάνας σας είναι η ελληνική. Δεν έχετε παρά να την ξαναφέρετε στην μνήμην σας κι αν το επιτρέπετε, θα σας βοηθήσω σε αυτό όσο μπορώ κατά το διάστημα που θα μείνω στην Ζάκυνθο, διάστημα πού θα παραταθεί, κατά τις τελευταίες μου πληροφορίες, γιατί ο Λόρδος Γκίλφορδ δεν θα έλθει τόσο γρήγορα. Δεν πρόκειται του πρόσθεσα ούτε για την τόσο δύσκολη φιλολογική γλώσσα,   ούτε για τη γελοία μακαρονική, άλλα για τη μητρική σας και ζωντανή γλώσσα.

Βλέποντας πώς το φιλότιμό του έπαιρνε φωτιά, οικονόμησα την ίδια ήμερα ένα αντίτυπο των «Ωδών» του Χριστόπουλου. Από την άλλη ημέρα αρχίσαμε τη δουλειά και για μερικούς μήνες περνούσαμε την μέρα μαζί και δεν ασχολούμεθα παρά με την ελληνική γλώσσα.

Δεν είχε περάσει μια βδομάδα από την πρώτη συνομιλία μας κι’ ο Σολωμός   με   ξάφνιασε,   απαγγέλλοντας   μου   ένα   τραγούδι   πού   είχε   γράψει ελληνικά :

Την είδα την ξανθούλα,

την είδα 'ψες αργά,

πού εμπήκε στη βαρκούλα

να πάει στην ξενιτειά.

Ήταν η πρώτη του σύνθεση σ' αυτή τη γλώσσα.

Αμέσως όλοι την τραγουδούσαν στη Ζάκυνθο κι' ένα βράδυ πολλοί συμπολίτες του πήγαν και την τραγούδησαν κάτω από τα παράθυρα του. Κι’ αυτό πολύ τον συγκίνησε.

Σε λίγες μέρες άρχισε μία Ωδή στην ελευθερία και την τελείωσε σε λίγο καιρό. Δεν ήταν άνθρωπος για να συμβουλεύεται τη γραμματική, ούτε ν' ανοίγει λεξικό. Τού έλειπαν οι λέξεις κ' οι λίγες πού κατείχε δεν του χρησίμευαν παρά για να μεταφέρει ελληνικά τις ιδέες πού είχε συλλάβει ιταλικά».

Αυτά γράφει ο Τρικούπης —του οποίου η «ειλικρίνεια αποτελούσε το πρώτο κόσμημα της ψυχής και την πρώτην αρετήν» σύμφωνα με όσα είπαν όσοι τον νεκρολόγησαν στα 1873, ήμερα πού ενταφιάσθηκε,— και δεν μπορεί παρά έτσι να είναι, παρ' όλα, τα τραβηγμένα σοφίσματα μερικών «Σολωμιστών», οι οποίοι θέλουν να υποστηρίξουν, ότι ο Σολωμός είχε διαλέξει μόνος το δρόμο πού έπρεπε να ακολουθήσει αλλά είχε μερικούς δισταγμούς. «Αυτούς τους δισταγμούς του ήλθε να εξαφανίσει ο Τρικούπης με τις οδηγίες του και την πρακτική συνδρομή του στη μελέτη της δημοτικής Ελληνικής γλώσσας. Έγινε δηλαδή ο δάσκαλος και οδηγός του σ' ένα δρόμο στον οποίο ο Σολωμός είχε ήδη μπει προτού φτάσει ο Τρικούπης στη Ζάκυνθο».

Νομίζω ότι οι απόψεις αυτές είναι εξεζητημένες και η ελληνικότητα του Σολωμού κατά τίποτε δεν μειώνεται ούτε με την αμάθεια της ελληνικής γλώσσας στα πρώτα χρόνια της δημιουργίας του, ούτε με την μη ένοπλη δράση του στον απελευθερωτικό αγώνα του 1821.

Ο Τρικούπης στάθηκε πραγματικά αυτός πού έδειξε το δρόμο του ελληνικού Παρνασσού στον «διστάζοντα» ιταλομαθή Σολωμό. Και όχι μόνο αυτό. Αισθάνθηκε πλατειά όλο το μεγαλείο της δημιουργίας του και είναι ο πρώτος που στη «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος» 21 'Οκτωβρίου 1825, επεξήγησε στους Έλληνες, τα βαθύτερο νόημα και τα ποιητικά χαρίσματα «του Ύμνου της Ελευθερίας». 

ΠΗΓΗ:

 ΣΠ. ΤΡΙΚΟΥΠΗ : ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ