Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2025

Η Σμύρνη μάνα, καίγεται...

 


Η Σμύρνη μάνα, καίγεται...

Ημέρα μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων της Ανατολίας η 14η Σεπτέμβρη και η μνήμη μας ταξιδεύει στις Χαμένες Πατρίδες, στη μεγάλη τραγωδία που έζησε το Έθνος μας και που σφράγισε τη μοίρα του ως σήμερα. Το κείμενο που ακολουθεί είναι μαρτυρία-κραυγή οδύνης σαν πολλών άλλων ξεριζωμένων Ελλήνων της Μικρός Ασίας. Μέσα από αυτή την μαρτυρίας φωτίζονται πτυχές της τραγωδίας με τρόπο που κανένας ιστορικός δεν μπορεί να μιμηθεί.

 

Η μαρτυρία του Αλέξη Αλεξίου από την Σμύρνη

Το κεφάλι λίγο πιο πέρα το τσιμπολογούσαν οι αδέσποτες κότες...

Τα πρώτα μηνύματα της Καταστροφής μας ήρθαν με την οπισθοχώρηση του στρατού μας. Είδα αξιωματικούς στον δρόμο που ξήλωναν και πετούσαν τα γαλόνια τους και τα παράσημα τους, κι εγώ ζητούσα ο ανόητος από τους γονείς μου να μου βρούνε τέτοια γαλόνια κι εκείνοι αγανακτισμένοι με ξυλοφόρτωσαν.

Τα σημάδια της Καταστροφής ήσαν ακόμη πιο έντονα όταν φθάσαν από τα Θείρα συγγενείς μας κατατρεγμένοι και τους φιλοξενήσαμε.

Μετά από λίγες μέρες κάναν την εμφάνιση τους τα ταγκαλάκια, oi Τούρκοι χωρικοί με κοντά βρακιά και γκέττες που είχε επιστρατέψει ο Κεμάλ.

Ο κόσμος τρομοκρατήθηκε. Πότε-πότε ακούγονταν και μακρινές κανονιές. Είπαν οι δικοί μου πως ο Πλαστήρας πολεμά στην περιοχή του Τσεσμέ. Εκεί   στις   συζητήσεις   των   μεγάλων άκουγα για τους Τσέτες' όσο περνούσαν οι μέρες καταλάβαινα ότι κάτι μεγάλο κακό ήταν να γίνει, γιατί κάθε βράδυ οι γονείς μου έπαιρναν εμένα, τον αδελφό μου και την αδελφή μου που ήταν λεχούδι και πηγαίναμε και κοιμόμασταν σε μια φράγκικη οικογένεια στο φαρδύ της Καθεδράλης, γιατί η κυρία του σπιτιού ήταν φιλενάδα της μητέρας μου. Μέναμε στο δώμα και κάθε πρωί που  πηγαίναμε πίσω στο σπίτι μας ήταν αδύνατο να μη δούμε στους δρόμους ανθρώπους με τα νυχτικά τους, τους οποίους χτυπούσαν με τους υποκόπανους και τους παίρναν τα ταγκαλάκια.

"Ένα μεσημέρι έγινε μεγάλη φασαρία και κακό, μαθεύτηκε ότι οι Τούρκοι βαλαν φωτιά στη συνοικία της Αρμενίας.

Είχα ένα προαίσθημα. Μια κατάθλιψη μου βάραινε την ψυχή και δεν μπορούσα να το εξηγήσω. Δεν αργήσαμε να δούμε τους πρώτους καπνούς της φωτιάς.

Δεν θυμούμαι αν την ίδια μέρα ή έπειτα  από  μερικές μέρες  ο  κόσμος άρχισε να φεύγει από την Σμύρνη, γιατί η φωτιά όλο μεγάλωνε. Από κει φύγαμε· πήγαμε και μείναμε στο σπίτι της αδελφής της νενές μου που ήταν στην Πούντα, γιατί εκείνη ήταν παντρεμένη με έναν Ιταλό και βέβαια η οικογένεια της σαν ιταλική που ήταν, ήταν εξασφαλισμένη. Δε θυμούμαι ούτε τους λόγους, ούτε την αιτία που ύστερα από λίγες μέρες μας πήρε ο πατέρας μου όλους, εκτός από τον παππού και τη νενέ, και ξεκινήσαμε προς την παραλία της Πούντας, όπου ήσαν διάφορα κέντρα. Προχωρήσαμε ακόμη πιο πολύ· περάσαμε το νεκροταφείο της Σμύρνης και το γήπεδο του αθλητικού ομίλου Πανιωνίου Σμύρνης. Από κει και πέρα άρχισε να μαζεύεται χιλιάδες κόσμος σε μια πορεία στον δρόμο που ήταν κοντά στην παραλία, με κατεύθυνση προς το Μπαϊρακλί.

Από τον δρόμο προς τη θάλασσα ήσαν διάφορα παραλιακά κέντρα. Σε ένα από αυτά είδα κάτι, που όσο ζω δεν θα το ξεχάσω· θα έχω τη φοβερή εικόνα που αντίκρυσα μπροστά μου. Λίγο αριστερά από τον δρόμο κι έξω από ένα κέντρο είδα ένα πτώμα ανάσκελα, αποκεφαλισμένο, ντυμένο μόνο μ' ένα πουκάμισο και μαύρο πανταλόνι1 το κεφάλι, λίγο πιο πέρα από το σώμα, το τσιμπολογούσαν οι κότες που βόσκαν αδέσποτες. Μια άλλη κότα ήταν ανεβασμένη στο στήθος του πτώματος και τσιμπολογούσε τον κομμένο λαιμό. Σε κάτι τραπέζια που ήσαν παρακάτω, ήσαν πεταμένα δυο ή τρία πτώματα.

 


 

Όλος αυτός ο κόσμος, ο χιλιάδες κόσμος, προχωρούσε προς το Κορδελιό, γιατί διαδίδονταν πως στο Κορδελιό αράζουν διάφορα βαποράκια και σώνουν τον κόσμο. Κατά το απογευματάκι φτάξαμε στο Μπαϊρακλί που κι αυτό είχε εκκενωθεί από τους κατοίκους του. Οι δρόμοι και η πλατεία του χωριού με τα πλατάνια ήσαν γεμάτα από κόσμο που κάθησε να ξαποστάσει.

Ο πατέρας μου βρήκε ένα ωραίο άδειο σπίτι και πήγαμε εκεί μαζί με άλλους να περάσουμε τη νύχτα. Αφού μας άφησε, βγήκε όξω να ζητιανέψει τρόφιμα· θυμούμαι που μας έφερε σατσόπιττες που τού 'δωσαν άλλοι Χριστιανοί. Φαίνεται πως κάπου βρήκαν λίγο αλεύρι, κάναν όπως-όπως λίγο ζυμάρι και το ψήσαν απάνω σε λαμαρίνα με κουκουνάρες που πέφταν από τα πεύκα. Νερά είχε τρεχούμενα.  Όταν έπεσε η νύχτα, ήθελα να πάω κάπου, πριν να κοιμηθούμε. Όλα γύρω πίσσα, σκοτάδι, μέσα κι όξω. Ανάβαμε σπίρτα κι ο πατέρας μου έψαχνε να βρει το αποχωρητήριο· στο ίδιο πάτωμα που μέναμε δεν υπήρχε- βρήκαμε μια σκάλα. Ανάβει κι άλλο σπίρτο στο σκοτάδι, βρήκε το αποχωρητήριο και με φώναξε να πάω. Ξεκινώ να πάω εγώ εκεί που έβλεπα τη φλόγα του σπίρτου. Το σπίρτο έσβησε, αλλά συγχρόνως σκουντούφλησα σε κάτι μαλακό· μπάζω τις φωνές. Ο πατέρας μου άναψε κι άλλο σπίρτο και προχωρούσε προς εμένα. Στο τρεμάμενο φως του σπίρτου είδαμε με φρίκη ότι είχα σκουντουφλήσει σ' ένα κομμένο χέρι και λίγο παρακάτω είδα φευγαλέα ένα πτώμα γυναικείο. Είχε γίνει μέσα εκεί μακελλειό. Ο πατέρας μου είπε να μην πω τίποτα απ’ αυτά που είδαμε στη μητέρα.

Όταν έφεξε η μέρα, άρχισε ο κόσμος να φεύγει από το Μπαϊρακλί με κατεύθυνση προς το Κορδελιό κι έτσι τους ακολουθούσαμε κι εμείς' όπως πηγαίναμε όμως, στ' αριστερά του παραλιακού δρόμου είδαμε να έρχεται από το Κορδελιό προς την Σμύρνη τούρκικη καβαλλαρία, οπλισμένη με σπαθιά. Κρατούσαν ακόμη στο δεξί τους χέρι ένα ακόντιο μ' ένα σημαιάκι στην κορφή. Στήριζαν το ακόντιο στον αναβατήρα. Πιο πίσω ακολουθούσαν Τσέτες.

Τότε μας βρήκαν τα χειρότερα· οι Τσέτες πέσαν απάνω στον κόσμο και κάναν όλων των ειδών τα εγκλήματα.

 


 

Χτυπούσαν τους άντρες και τους ζητούσαν παράδες, και μαλαματικά από τις γυναίκες. Αρπούσαν όποια κοπέλα τους σφαντούσε και την ντρόπιαζαν φόβος και τρόμος μας έπιασε όλους. Οι καβαλλαραίοι μόνο που μας τρόμαξαν, αλλά οι Τσέτες κάναν τα εγκλήματα. Ωστόσο, όπως πηγαίναμε, ένας από τους καβαλλαραίους ξέκοψε από τη σειρά του, στάθηκε μπροστά στη μητέρα μου και της είπε σε καθαρά ελληνικά: «Τσερά, δώσε μου τα δαχτυλίδια σου.» Ο πατέρας κρατούσε αγκαλιά την αδερφή μου κι έναν μπόγο - ό,τι άρπαξε φεύγοντας από το σπίτι. Η μητέρα μου από το ένα χέρι κρατούσε τον αδερφό μου, ενώ στο δεξί της χέρι βαστούσε έναν μπόγο στηρίζοντας τον στην πλάτη της, κι εγώ έναν μπόγο· πήγαινα κοντά στη μητέρα μου για να μη χαθούμε. Έτσι σφάνταζαν τα δαχτυλίδια στο χέρι της μητέρας. Σταθήκαμε και η μητέρα προσπαθούσε να βγάλει τα δαχτυλίδια. Από την ταραχή της όμως και τον φόβο της δεν μπορούσε να τα βγάλει εύκολα. Τότε ο Τούρκος καβαλλάρης, επειδή έχασε τη σειρά του, βιαζόταν κι ετοιμάστηκε να κόψει το δάχτυλο της μητέρας με την κάμα του. Ο πατέρας τότε σάλιωσε το δάχτυλο της κι έτσι έβγαλε τα δαχτυλίδια και τά 'δωσε στον εξαγριωμένο Τούρκο. "Ηταν ο κόσμος θάλασσα, χιλιάδες κόσμος που έκλαιε και βογγούσε. Προχωρούσαμε όπου προχωρούσαν όλοι, προς το Κορδελιό· από κει θα σωθούμε.

Σαν πλησιάζαμε στο χωριό Πετρωτά, που η παραλία του ήταν γεμάτη βράχια ίσαμε κει πάνω δυο και τρία μέτρα ύψος, είδαμε νά 'ρχεται προς το μέρος μας ένα άλλο μπουλούκι, δηλαδή με αντίθετη κατεύθυνση. Μουρμουρίστηκε σε λίγο ότι οι Τούρκοι διώχνουν τους Χριστιανούς από το Κορδελιό για να τους εμποδίσουν να φύγουν από κει. Κλαυθμός και οδυρμός!

Αλίμονο σ' εμάς! Η ελπίδα να σωθούμε από κει, από τη θάλασσα του Κορδελιού, χάθηκε.

«Θεέ μου, λυπήσου μας,» έλεγε η μητέρα κι έκλαιγε.

Ο κόσμος τά ' χάσε πια, απελπίστηκε τελείως. Άλλοι κλαίγαν, άλλοι χτυπιούνταν και μοιρολογούσαν κι άλλοι σέρναν τα πόδια τους και σώπαιναν. Ο βόγγος, ο θρήνος έγιναν ένα δυνατό βουητό. Σε μια στιγμή δεν πιστεύαμε στα μάτια μας- γυναίκες πολλές, μια σειρά ατέλειωτη από το μπουλούκι που ερχόταν από το Κορδελιό, σπρώχνοντας η μια την άλλη και σκύφτοντας, τραβούσαν κατά τους ψηλούς βράχους, εκεί στα Πετρωτά. ' Ώσπου να καλοκαταλάβεις, πηδούσαν και χάνονταν μέσα στη θάλασσα. Πολλές απ' αυτές κρατούσαν αγκαλιά και τα μωράκια τους. Πλάι τους, πάνω από τα κεφάλια τους, ήσαν οι Τσέτες, έτοιμοι να τις ντροπιάσουν, και ήθελαν να γλυτώσουν από τα χέρια τους, να πέσουν όσο πιο γρήγορα γινόταν στον γκρεμό, να χαθούνε.

Η εικόνα αυτή ύστερα από τόσα χρόνια ούτε έσβησε, ούτε θα σβήσει από τη μνήμη μου όσο ζω. Την παράστησα στους φίλους μου, αργότερα στη γυναίκα μου και στα παιδιά μου.

Γυρίσαμε με τις χιλιάδες κόσμο στο Μπαϊρακλί. Μέναμε στο ύπαιθρο· τη μέρα φοβούμασταν, ενώ τη νύχτα τρέμαμε τους ανήμερους Τσέτες.

Μια μέρα ήρθε κι άραξε ένα μικρό βαποράκι με ιταλική σημαία· βγήκε ο συγγενής μας ο Ιταλός - φαίνεται πως μαθεύτηκαν τα νέα του Κορδελιού -μας πήρε και μας πήγε στην Σμύρνη, στο σπίτι του.

 

 

Τη μέρα του Σταυρού, 14 Σεπτεμβρίου, μέρα σημαδιακιά, μας πήρε ο πατέρας, περπατήσαμε κάμποσο και μπήκαμε στο μπουλούκι για να μπαρκάρουμε. Μόλις περάσαμε τα συρματοπλέγματα - ήταν μαζί μας τούτη τη φορά η νενέ και ο παππούλης-οι Τούρκοι χώριζαν τα γυναικόπαιδα από τους άντρες. Στο σημείο αυτό ήσαν και στρατιωτικοί ξένης υπηκοόητας, όχι Τούρκοι. Πιάσαν τον μπαμπά μου και τον παππούλη μου και τους χώρισαν από μας.   Έγινα έξαλλος, αγανάκτησα και τράβηξα τον πατέρα μου να τον φέρω μαζί μας. Εκεί ένας Αμερικάνος ναύτης - τους γνώριζα από το καπελλάκι που φορούσαν - δεν πρόκανα και μού δώσε μια στον λαιμό μ' ένα σιδερένιο μπαστούνι που κρατούσε, από κείνα που χρησίμευαν για ν' αλλάζουν τις ράγες των τραμ. Τελικά ο πατέρας μου κι ο παππούλης μείναν, κι εμείς τα παιδιά με τη μητέρα μας και τη νενέ μας μπήκαμε στο βαπόρι Ισμίντι.

Μόλις ξεκίνησε το βαπόρι, η μητέρα μου από την απελπισία της ήθελε να πέσει στη θάλασσα και τη συγκράτησαν οι άλλοι πρόσφυγες. Εμένα πρήστηκε ο λαιμός μου και πονούσα αβάσταχτα· και μ' όλα αυτά έβλεπα τη φλεγόμενη Σμύρνη μέσα από το καράβι που σιγά-σιγά απομακρυνόταν.

Το καράβι μας έβγαλε στην Μυτιλήνη- εκεί μας φιλοξένησε η οικογένεια του αδερφού του παππούλη μου έξι μήνες περίπου.

Δεν πέρασε ούτε μήνας που ήρθε ο πατέρας μου και ο παππούλης μου. Κα-ταφέρανε να φύγουνε από την Σμύρνη γιατί ο παππούλης μου ήταν παιχνιδιάτορας και ήταν γνωστός και αγαπητός στους Τούρκους και βρέθηκε κάποιος που τον γνώριζε και τον γλύτωσε. Το ίδιο έγινε και με τον πατέρα μου· ένας Τούρκος βρέθηκε που του πουλούσε υφάσματα για το χαρέμι του και τον μπάρκαρε. Η χαρά όλων μας δεν περιγράφεται· ήταν σαν νεκρανάσταση, τους λογαριάζαμε για σκοτωμένους.

Η μαρτυρία είναι του Αλέξη Αλεξίου από την Σμύρνη και δημοσιεύτηκε στο τρίτομο έργου του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών Η ΕΞΟΔΟΣ

 

Δευτέρα 14 Απριλίου 2025

Μια λησμονημένη φωνή της Επανάστασης του 1821 από την Σμύρνη

 

 

Ο Πέτρος Μέγκους: Μια λησμονημένη φωνή της Επανάστασης του 1821 από την Σμύρνη

Μια μοναδική μαρτυρία από έναν απλό πολεμιστή – γραμμένη στην Αμερική, ξεχασμένη για σχεδόν δύο αιώνες, που τώρα ξαναβρίσκει τη θέση της στην ιστορική μνήμη.

 

Η φωνή που δεν ήταν από προεστό ή στρατηγό

Ο Πέτρος Μέγκους, γεννημένος το 1785 στο Κουκλουτζά της Σμύρνης, υπήρξε μια σπάνια περίπτωση ανθρώπου της εποχής του: μορφωμένος, οξυδερκής και παρατηρητικός, συμμετείχε στην Επανάσταση του 1821 όχι από τη θέση ενός ηγέτη ή λογίου, αλλά ως απλός μαχητής. Και όμως, χάρη στη μαρτυρία του –που εκδόθηκε το 1830 στις Ηνωμένες Πολιτείες– η φωνή του ξεχωρίζει σήμερα για τη διαύγεια και τη φρεσκάδα της, προσφέροντας μια εναλλακτική αφήγηση στα κυρίαρχα εθνικά αφηγήματα.

Η μαρτυρία του εκδόθηκε στα αγγλικά και, μέχρι πρόσφατα, παρέμενε σχεδόν άγνωστη στο ελληνικό κοινό. Ένα αντίτυπο του βιβλίου εντοπίστηκε από τον εκδοτικό οίκο «Ισνάφι» στα Γιάννενα και μεταφράστηκε από τον Βαγγέλη Κούταλη, φέρνοντάς το ξανά το 2009 στο φως.

Ο Μέγκους έλαβε παιδεία στην Ακαδημία των Κυδωνιών και επηρεάστηκε έντονα από τον Διαφωτισμό, παρακολουθώντας τα κηρύγματα του Κωνσταντίνου Οικονόμου στη Σμύρνη. Η οικογένειά του είχε εμπορικούς δεσμούς με τη Δύση και διατηρούσε επαφές με Αμερικανούς ιεραποστόλους. Το 1828, μεταφέρεται στις Ηνωμένες Πολιτείες με πρωτοβουλία του Josiah Brewer, μαζί με άλλα δύο ελληνόπουλα, προκειμένου να σπουδάσει.

Στην Αμερική, διδάσκει ελληνικά στο Mount Pleasant Institute και στο Trinity College. Λίγο αργότερα όμως χάνονται τα ίχνη του. Ο τελευταίος που τον αναφέρει είναι ο φιλέλληνας Jonas King, που θεωρεί πως ίσως κατατάχθηκε στον μεξικανικό στρατό.

 

Η μαρτυρία του Μέγκους καταγράφεται σε μορφή ερωταποκρίσεων από έναν Αμερικανό εκδότη (πιθανόν έναν από τους Elliott ή Palmer, που αναφέρονται στο βιβλίο). Ο ίδιος ο Πέτρος δεν γνώριζε ακόμα αγγλικά, και το βιβλίο βασίστηκε στις συζητήσεις του με τον εκδότη, πιθανότατα στα ιταλικά ή γαλλικά. Το κείμενο συνοδεύεται από υποσημειώσεις και γλωσσάρι τουρκικών και αλβανικών λέξεων – δείγμα του ενδιαφέροντος του εκδότη να προσφέρει ένα πλήρες πολιτισμικό πορτρέτο της εποχής στους Αμερικανούς αναγνώστες.

Ο Πέτρος ταξιδεύει στο Μεσολόγγι, όπου γνωρίζεται με τον φιλέλληνα Johanan Jacob Meyer και έρχεται σε επαφή με το πολυσύνθετο μωσαϊκό ανθρώπων και ιδεών που συνθέτουν την Ελληνική Επανάσταση. Από τον αρβανίτικο χαρακτήρα των Υδραίων μέχρι την εντυπωσιακή ρώμη του Χατζή-Χρήστου με βουλγαρική καταγωγή, ο Μέγκου αποτυπώνει μια Επανάσταση όχι μονοσήμαντη, αλλά ποικιλόμορφη – εθνικά, γλωσσικά και θρησκευτικά.

 

 

Η μαρτυρία του φωτίζει και τη ρευστότητα της εθνικής ταυτότητας εκείνης της εποχής. Στο πλευρό των Ελλήνων πολεμούν Αλβανοί, Βούλγαροι και Σέρβοι. Ο ίδιος καταγράφει με απορία τις μονομαχίες των Φιλελλήνων Γάλλων και Γερμανών –ένα έθιμο ξένο προς τον οθωμανικό κόσμο– και σαρκάζει για τη γλώσσα των αλβανόφωνων ναυτών του Μιαούλη.

Ο ιστορικός Δημήτρης Σταματόπουλος υπενθυμίζει πως το 1809 είχε υπάρξει κοινή απόφαση Ελλήνων και Τούρκων προεστών για εξέγερση κατά του Βελή Πασά, με σύσταση μικτής κυβέρνησης και σημαία που συνδύαζε τον Σταυρό με την Ημισέληνο. Επίσης, η πρόταση του Κοραή να μην αποκλείονται οι Εβραίοι από το νέο ελληνικό κράτος, έρχεται σε αντίστιξη με τη συνταγματική πρόβλεψη που το καθόρισε ως «κράτος των Ορθοδόξων Χριστιανών».

Η μαρτυρία του Πέτρου Μέγκους προσφέρει μια άλλη εικόνα της Επανάστασης: όχι εξιδανικευμένη, αλλά ρεαλιστική, με χιούμορ, παρατηρητικότητα και σεβασμό προς την πολυπλοκότητα της εποχής. Δεν πρόκειται για μια «εθνικά καθαρή» ιστορία, αλλά για ένα ταξίδι μέσα σε ένα πολιτισμικό σταυροδρόμι, όπου η γλώσσα, η θρησκεία και η καταγωγή δεν καθόριζαν απόλυτα την ταυτότητα ή τη στάση ενός ανθρώπου.

Το βιβλίο του, που είχε γραφτεί για να «προσφέρει ευχαρίστηση και γνώση στο αμερικανικό κοινό», σήμερα προσφέρει κάτι εξίσου πολύτιμο: έναν εναλλακτικό τρόπο να θυμόμαστε και να κατανοούμε το 1821. Όχι μόνο ως εθνική εξέγερση, αλλά και ως κοινωνικό, πολιτισμικό και υπαρξιακό ρήγμα.


 


Αναφορά στο βιβλίο και το περιεχόμενό του

Η αφήγηση του Πέτρου Μέγκου ξεκινά με μια ζωντανή και λεπτομερή περιγραφή της γενέτειράς του, του Κουκλουτζά, που βρίσκεται κοντά στη Σμύρνη. Περιγράφει το φυσικό περιβάλλον και τον οικισμό με την καθημερινότητα των ανθρώπων. Στην παιδική του ηλικία, αναφέρεται σε πρόσωπα που σημάδεψαν τη ζωή του, όπως η παραμάνα του, η οποία καταγόταν από την Τριπολιτσά και είχε φτάσει αιχμάλωτη στη Σμύρνη, καθώς και σε άλλες μορφές της οικογένειάς του. Επίσης, μιλά για τη βιβλιοθήκη του πατέρα του, για τα πρώτα του σχολεία, όπως το Φιλολογικό Γυμνάσιο και τη Σχολή των Κυδωνιών, καθώς και για το σύστημα διδασκαλίας της εποχής, δίνοντας λεπτομέρειες για τις μεθόδους διδασκαλίας και τις αμοιβές των δασκάλων.

Με την έκρηξη της ελληνικής Επανάστασης το 1821, η ζωή του Μέγκου αναστατώνεται. Στη Σμύρνη, όπου η κατάσταση γίνεται ολοένα πιο επικίνδυνη, αναγκάζεται να εγκαταλείψει την πόλη. Κατόπιν, με ένα αυστριακό πλοίο και με την υποστήριξη του Γάλλου προξένου, φτάνει στη Τεργέστη και από εκεί μεταβαίνει στο Μεσολόγγι, γεμάτος ενθουσιασμό και έτοιμος να συμμετάσχει στον Αγώνα για την ανεξαρτησία.

Το 1821, ο Μέγκους μαζί με Ρουμελιώτες πολεμιστές συμμετέχει σε επιθέσεις εναντίον των Τούρκων στην Πάτρα, και στη συνέχεια στο Μεσολόγγι και την Άρτα. Η συμμετοχή του στον Αγώνα ενδυναμώνεται όταν προσλαμβάνεται ως γραμματικός από τον καπετάνιο του Υδραίου στόλου, Ανδρέα Μιαούλη. Στη ναυμαχία της Πάτρας (Φεβρουάριος 1822), ο Μέγκους παίρνει μέρος στην πρώτη σημαντική πολεμική εμπειρία του στη θάλασσα. Στη συνέχεια, γνωρίζεται με τον Σαχτούρη στην Ύδρα, εντάσσεται στο πλήρωμά του και συμμετέχει σε επιχειρήσεις εναντίον των Τούρκων, όπως στη Χίο το 1822, που μόλις είχε καταστραφεί από την τουρκική επέλαση. Η επιχείρηση αυτή είχε στόχο τη διάσωση των Χιωτών αιχμαλώτων και την προστασία των υπόλοιπων κατοίκων του νησιού.

 

 

Ο Μέγκους συμμετέχει σε αρκετές άλλες στρατιωτικές επιχειρήσεις και στο τέλος του 1822, εντάσσεται στο φιλελληνικό σώμα υπό τη διοίκηση του Γάλλου αξιωματικού L. J. Blondel μέχρι και την αποτυχία της μάχης του Πέτα. Στη μάχη του Πέτα (Ιούλιος 1822), το φιλελληνικό τάγμα αποδεκατίζεται και ο Μέγκους, παρά τις απώλειες, καταφέρνει να διαφύγει και να φτάσει στο Μεσολόγγι. Η υγεία του, όμως, έχει κλονιστεί σοβαρά, και αναγκάζεται να επιστρέψει μέσω Ύδρας και Τήνου στη Σμύρνη, όπου θα περάσει αρκετό χρόνο. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ταξιδεύει σε διάφορα μέρη του Αιγαίου και συμμετέχει σε μικρές συγκρούσεις στην Κρήτη το 1823.

Το 1826, ο Μέγκους βρίσκεται στην Σύρο και στη Μυτιλήνη, όπου παίρνει μέρος σε επιχειρήσεις αναζήτησης αιχμαλώτων, και στη συνέχεια, επιστρέφει οριστικά στη Σμύρνη. Εκεί γνωρίζει Αμερικανούς ιεραπόστολους, και ιδιαίτερα τον Ιωνά Κινγκ, του οποίου η θεολογική κατάρτιση και τα κηρύγματα τον εντυπωσιάζουν. Με την υποστήριξη του Josiah Brewer το  1828 θα βρεθεί με δύο άλλα Ελληνόπουλα στην Αμερική.

 

 

Η αφήγηση του Μέγκου είναι γεμάτη με προσωπικές εμπειρίες από την καθημερινή ζωή κατά την Επανάσταση του 1821. Περιγράφει όχι μόνο πολεμικές συγκρούσεις, αλλά και τη ζωή των ανθρώπων της εποχής, τον τρόπο που οι κοινότητες συνυπήρχαν, τις αντιπαραθέσεις μεταξύ των Ελλήνων και Τούρκων και τις διαφορετικές νοοτροπίες που επικρατούσαν σε διάφορες περιοχές. Μέσω της αφήγησής του, αναδεικνύει τις αντιφάσεις της κοινωνίας, τις δυσκολίες που υπήρχαν στο στρατό, τις λιποταξίες, τις οικονομικές πιέσεις και την προσπάθεια επιβίωσης των στρατιωτών. Αντιλαμβάνεται την ένταση μεταξύ των πολιτικών και στρατιωτικών παρατάξεων, καθώς και τη σχέση μεταξύ των ελληνικών και τουρκικών κοινοτήτων, που ήταν πάντα τεταμένη, αν και υπήρχαν στιγμές συνεργασίας.

Το βιβλίο του Μέγκου δεν είναι απλώς μια πολεμική εξιστόρηση, αλλά μια διείσδυση στην καθημερινή ζωή των Ελλήνων κατά την περίοδο της Επανάστασης. Κινητοποιεί τη μνήμη του για να αναδείξει ιστορίες που αφορούν την κοινή ζωή στη Σμύρνη και την ευρύτερη περιοχή, την κοινωνική και ιδεολογική αντιπαράθεση, τη συμβίωση των Ελλήνων και των Τούρκων, και τις αναμνήσεις του από την παιδική του ηλικία. Αναφέρει τις προσπάθειες των Ελλήνων να ενσωματώσουν δυτικά στοιχεία στον τρόπο ζωής τους, όπως η εισαγωγή πυροσβεστικών αντλιών και η ίδρυση Τράπεζας, και παραθέτει προσωπικά περιστατικά, όπως η εκτέλεση του διοικητή Κιατίπογλου το 1816, οι ταραχές του 1797 στη Σμύρνη και οι μνήμες από την εξέγερση του Αλέξανδρου Υψηλάντη.

Ο Μέγκους επίσης καταγράφει στοιχεία της καθημερινής ζωής των Τούρκων, τις γιορτές και τα σχολεία τους, τις διαφορές στην κοινωνική και πολιτισμική ζωή τους σε σχέση με τους Έλληνες. Παρόλο που πολλές φορές τονίζει την αντιπάθειά του προς τους Τούρκους και τονίζει τη βαναυσότητα και την αμάθεια τους, παρουσιάζει και θετικά περιστατικά, όπως την υποστήριξη που έλαβε η οικογένειά του από κάποιους Τούρκους. Η αντιπαράθεση αυτή ενισχύεται από τις εμπειρίες του στις μάχες και τις συγκρούσεις του 1821, αλλά και από τις γενικότερες πολιτισμικές αντιπαλότητες που προϋπήρχαν της Επανάστασης.

 


 

Με την αφήγηση του, ο Μέγκους θέλει να μιλήσει για τα πάντα: για τις μάχες που έλαβε μέρος, τις ιστορίες που άκουσε και τις προσωπικές του εμπειρίες, καθώς και για τα γεγονότα που επηρεάζουν τις κοινότητες της εποχής. Έτσι, η αφήγηση δεν περιορίζεται μόνο στην πολεμική ιστορία, αλλά επεκτείνεται και σε κοινωνικά, πολιτισμικά και ιδεολογικά θέματα που αφορούν τη ζωή των Ελλήνων και των Τούρκων στην περιοχή κατά την Επανάσταση του 1821.

Σε γενικές γραμμές, το βιβλίο του Μέγκου είναι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και ζωντανή αφήγηση που συνδυάζει τις προσωπικές του εμπειρίες και παρατηρήσεις με ιστορικά γεγονότα, δίνοντας στον αναγνώστη μια ευρύτερη εικόνα των κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών της εποχής της Επανάστασης.

Το βιβλίο η "Αφήγηση ενός Έλληνα στρατιώτη" (Narrative of a Greek soldier) του Πέτρου Μενγκούς  τυπώθηκε και εκδόθηκε από τους Elliott και Palmer, 20 William-street, στη Νέα Υόρκη στα 1830. (Η αφήγηση του Πέτρου Μέγγου. Από τη Σμύρνη στην Ελλάδα του 1821, μετάφραση : Βαγγέλης Κούταλης, Ιωάννινα, εκδόσεις Ισνάφι, 2009, 320 σ.)

Το βιβλίο δεν είναι άγνωστο στην ελληνική βιβλιογραφία. Έχει καταγραφεί από τη Λουκία Δρούλια στη φιλελληνική βιβλιογραφία της και έχει χρησιμοποιηθεί κυρίως από τον Κυριάκο Σιμόπουλο στο βιβλίο του «πως είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του 21 ως πηγή για ορισμένα γεγονότα της Επανάστασης». Η μετάφρασή του στα ελληνικά και η κυκλοφορία του από τον εκδοτικό οίκο Ισνάφι των Ιωαννίνων μας δίνει τη δυνατότητα να το ξαναδούμε στο σύνολό του και να επανεκτιμήσουμε τη σημασία του.

 Πηγές :

https://mikrasiatis.gr/i-afigisi-tou-petrou-mengou-apo-ti-smyrni-stin-ellada-tou-1821/

https://www.kathimerini.gr/opinion/713745/fones-kai-fones-apo-to-1821/

Διαδίκτυο

 

Πέμπτη 19 Μαΐου 2022

1919 ΤΑ ΤΟΥΡΚΙΚΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΕΝ Μ. ΑΣΙΑ

 


ΤΑ ΤΟΥΡΚΙΚΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΕΝ Μ. ΑΣΙΑ

ΦΡΙΚΩΔΕΙΣ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑΙ

ΚΩΝ)ΠΟΛΙΣ 5 (του ανταποκριτού μας)— Εξορισθέντες υπό των Τούρκων εκ Χαρπούτ, αφίκοντο ένταύθα ο χειρουργός Χ. Μάρκ Βάρδ, ο ιατρός κ. Ρουθ Φαρμαλέ και η μις Ιζαμπέλ Χάρλεν, αποτελούντες το ανώτερον προσωπικόν του εν Χαρπούτ Αμερικάνικου νοσοκομείου. Οι ανωτέρω απεσταλμένοι της μεγάλης επιτροπής βοηθημάτων δια την Ανατολήν υπέβαλαν εις τον Αμερικανόν Αρμοστήν έεμπεριστατωμένον υπόμνημα, περί των κεμαλικών φρικαλεοτήτων. Το υπόμνημα τονίζει, ότι οι Αρμένιοι έχουν καταδικασθεί εις δουλείαν, και οτι η θεσις των Ελλήνων είνε χειρότερα ακόμη. Χιλιάδες μετατατοπισθέντων Ελλήνων υπέκυψαν εις τας κακουχίας και την πείναν καθ' οδόν. Δύο χιλιάδες απέθανον εις το Χαρπούτ και τρεις χιλιάδες εις την οδόν, προς Ανατολάς.

Πεντακόσια πτώματα ευρέθησαν επί των οδών, διά των οποίων απάγονται οι μετατοπιζόμενοι πληθυσμοί. Το πλείστον των πτωμάτων ανήκων εις παιδιά και γυναίκας.

Εις τους Τούρκους επιτρέπεται να εκλέγουν και να λαμβάνουν τας γυναίκας και τα παιδιά πού θέλουν. Αι γυναίκες και τα παιδιά ταύτα εξισλαμίζονται.

ΟΙ Τούρκοι υπάλληλοι δηλούν ότι: επειδή έχουν πολλούς μήνας να πληρωθούν, είνε υποχρεωμένοι να λεηλατούν   τους   χριστιανούς, δια να ζουν.

Οι Τούρκοι παρεμποδίζουν τας αμερικανικής Επιτροπάς να έλθουν εις βοήθειαν των λιμοττόντων χριστιανών. Επίσης διακηρύττουν αναφανδόν, ότι είνε αποφασισμένοι να εξοντώσουν τους έλληνας και αρμενίους.

Εν τέλει το υπόμνημα,   όπερ προυκάλεσε  ζωηράν   εντύπωσιν, αναφέρει, ότι όλα τα αμερικανικά καθιδρύματα εις τδο  Χαρπούτ επετάχθησαν υπό των Τούρκων, και ότι και αυτό το   αμερικανικόν νοσοκομείον   ηναγκάσθη να κλείση.                                     |

Αντίγραφον του υπομνήματος τούτου επεδόθη και εις τον Άγγλον Αρμοστήν, λόρδον Ροΰμπολδ. Ο λόρδος Ροϋμπολδ, αναγνώσας το υπόμνημα, παρεκάλεσε τους ως άνω αμερικανούς δόκτορας να τω παράσχουν πλείονας λεπτομερείας. Το υπόμνημα απεστάλη τηλεγραφικώς  αυτολεξεί εις την Αγγλικήν Κυβέρνησην.

Ο δόκτωρ Μάρκ Βάρδ επεσκέφθη και τον Πατριάρχην, εις ον ανεκοίνωσε τα της οικτράς θέσεως των χριστιανών.

Εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 19.5.1919