Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 24 Μαρτίου 2026

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

 


Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Γράφει ο Κ. Γραικιώτης

Σε μια εποχή όπου οι πολιτικές και στρατιωτικές ηγεσίες, από την κομπορρημοσύνη του Τράμπ μέχρι τον αμοραλισμό του Ντενάχιου και τον θρησκευτικό φανατισμό του Ιράν, συχνά φαίνεται να αγνοούν τις συνέπειες των πράξεών τους, μια φωνή από το παρελθόν έρχεται να μας ταρακουνήσει. Είναι η φωνή του μεγάλου Αμερικανού συγγραφέα Mark Twain, που με το αιχμηρό του δοκίμιο Η Προσευχή του Πολέμου (The War Prayer) υπενθυμίζει ότι οι αποφάσεις για νίκη και δόξα συνοδεύονται πάντα από ανθρώπινο πόνο — και ότι η ηθική ευθύνη δεν μπορεί να παρακαμφθεί.

Το The War Prayer είναι ένα σύντομο αλλά εξαιρετικά αιχμηρό αντιπολεμικό δοκίμιο του Mark Twain, το οποίο έχει ενδιαφέρουσα ιστορία όσον αφορά τη συγγραφή και τη δημοσίευσή του.

Ο Twain έγραψε το κείμενο γύρω στα 1905, λίγο μετά τον Ισπανοαμερικανικό Πόλεμο του 1898 και ενώ η αμερικανική κοινωνία βρισκόταν σε κλίμα πατριωτικού ενθουσιασμού.

Το δοκίμιο αντικατοπτρίζει την κυνική κριτική του Twain για τον πόλεμο και τη θρησκευτική και όχι μόνο υποκρισία που τον συνοδεύει.

Η αφορμή ήταν η παρατήρηση ότι οι άνθρωποι προσεύχονταν για νίκη και «ευλογούσαν» τα στρατεύματά τους, χωρίς να συνειδητοποιούν το ηθικό κόστος για αυτούς και τους εχθρούς τους.

Περιεχόμενο και μήνυμα

Το κείμενο παρουσιάζει μια εκκλησία γεμάτη με πατριώτες που προσεύχονται για τη νίκη των στρατευμάτων τους.

Ξαφνικά εμφανίζεται ένας «αγγελιοφόρος του Θεού», που τους αποκαλύπτει το σκοτεινό νόημα της προσευχής τους: κάθε αίτημα για νίκη συνεπάγεται αίτημα για καταστροφή και θάνατο των αντιπάλων.

Το κείμενο καυτηριάζει την υποκρισία της θρησκευτικής και πατριωτικής ρητορικής και μας αναγκάζει να σκεφτούμε τις ηθικές συνέπειες των πράξεών μας.

Αν και γράφτηκε το 1905, δεν δημοσιεύτηκε όσο ζούσε ο Twain.

Οι εκδότες θεώρησαν ότι το κείμενο ήταν πολύ προκλητικό και επικίνδυνα αντιπολεμικό, κυρίως λόγω της κριτικής του προς τον πατριωτισμό και τη θρησκευτική ευσέβεια.

Τυπικά δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατό του, το 1916, περίπου έναν χρόνο μετά τον θάνατό του.

Θεωρείται ένα από τα πιο αιχμηρά αντιπολεμικά έργα στην αμερικανική λογοτεχνία και δείχνει την ικανότητα του Twain να χρησιμοποιεί σαρκασμό και ειρωνεία για να αποκαλύψει τις ηθικές αντιφάσεις της κοινωνίας.

Το έργο παραμένει επίκαιρο για τη κριτική του στη συλλογική ψευδαίσθηση, την υποκρισία και τη θρησκευτική νομιμοποίηση της βίας.

Παρακάτω παραθέτω σε ελεύθερη μετάφραση το αρχικό κείμενο

 


Η Προσευχή του Πολέμου

Mark Twain 

 

Ήταν εποχή πολέμου. Οι εκκλησίες ήταν γεμάτες, και οι ιερείς κήρυτταν πατριωτισμό και προσεύχονταν για τη νίκη. Οι νέοι άνδρες έφευγαν για το μέτωπο, και οι σημαίες ανέμιζαν, και τα τύμπανα ηχούσαν, και οι καρδιές φλέγονταν από ενθουσιασμό.

Την Κυριακή το πρωί, η εκκλησία ήταν κατάμεστη. Οι στρατιώτες που επρόκειτο να αναχωρήσουν κάθονταν μαζί, περιτριγυρισμένοι από συγγενείς και φίλους. Ο ιερέας μίλησε με θέρμη για το δίκαιο της υπόθεσης, για τη βοήθεια του Θεού, και για τη βέβαιη νίκη. Στο τέλος, ύψωσε τα χέρια του στον ουρανό και έκανε μια ένθερμη προσευχή:

«Ω Κύριε των Δυνάμεων, προστάτεψε τα γενναία παλικάρια μας. Δώσε τους δύναμη και θάρρος. Οδήγησέ τα στη νίκη. Σύντριψε τον εχθρό μας, ταπείνωσέ τον, και κάνε τη σημαία μας να θριαμβεύσει πάνω από τα πεδία της μάχης. Ευλόγησε τα όπλα μας, και χάρισε μας μια ένδοξη νίκη.»

Η εκκλησία αντήχησε από ένα δυνατό «Αμήν».

Εκείνη τη στιγμή, ένας παράξενος, ηλικιωμένος άνδρας σηκώθηκε και προχώρησε προς τον άμβωνα. Το πρόσωπό του ήταν σοβαρό, σχεδόν απόκοσμο. Κανείς δεν τον γνώριζε.

Στάθηκε δίπλα στον ιερέα και είπε:

«Έρχομαι ως αγγελιοφόρος του Θεού. Μου δόθηκε να μεταφέρω σε εσάς το πλήρες νόημα της προσευχής σας. Διότι δεν το γνωρίζετε, αλλά ζητήσατε περισσότερα απ’ όσα ειπώθηκαν.»

Το εκκλησίασμα πάγωσε.

Ο γέρος συνέχισε:

«Η προσευχή σας για νίκη περιέχει και μια άλλη προσευχή — μια που δεν ειπώθηκε φωναχτά. Αν θέλετε να κερδίσετε, πρέπει να τολμήσετε να ζητήσετε και το αντίθετο για τους εχθρούς σας.

Ακούστε, λοιπόν, το υπόλοιπο της προσευχής σας:

«Ω Κύριε, βοήθησέ μας να κατασπαράξουμε τους εχθρούς μας. Βοήθησέ μας να σπείρουμε τα πτώματά τους στα πεδία. Βοήθησέ μας να πνίξουμε τη γη στο αίμα τους. Βοήθησέ μας να συντρίψουμε τα σπίτια τους, να αφήσουμε τις γυναίκες τους να θρηνούν και τα παιδιά τους να περιπλανώνται άστεγα και πεινασμένα. Βοήθησέ μας να γεμίσουμε τις καρδιές τους με πόνο και απελπισία.»

Διότι αυτό ζητάτε, όταν ζητάτε νίκη.

Ένα ρίγος διαπέρασε το πλήθος.

Ο γέρος κοίταξε γύρω του.

«Αν αυτό είναι που θέλετε — αν αυτό είναι που τολμάτε να ζητήσετε από τον Θεό — τότε πείτε το. Πείτε το ολοκληρωμένα. Διαφορετικά, μείνετε σιωπηλοί.»

Κανείς δεν μίλησε.

Ο άνδρας αποχώρησε όπως είχε έρθει — σιωπηλός.

Οι άνθρωποι έμειναν ακίνητοι. Και μετά από λίγο, κάποιος ψιθύρισε:

«Ήταν τρελός.»

 


Συμπεράσματα

Το κείμενο του Mark Twain είναι μια από τις πιο αιχμηρές αντιπολεμικές σάτιρες της λογοτεχνίας. Κάτω από την απλότητά του, κρύβονται πολύ δυνατές ιδέες:

1. Η «αόρατη» πλευρά κάθε προσευχής για νίκη

Ο Twain αποκαλύπτει μια ηθική αλήθεια που συνήθως αγνοούμε ότι κάθε ευχή για νίκη εμπεριέχει αναγκαστικά μια ευχή για καταστροφή του άλλου.

Δηλαδή:

«Να νικήσουμε» επομένως «να πεθάνουν αυτοί»

«Να σωθούμε» επομένως «να υποφέρουν άλλοι»

Ο γέρος απλώς λέει αυτό που όλοι σκέφτονται αλλά κανείς δεν τολμά να το αρθρώσει.

2. Η υποκρισία της θρησκευτικής ρητορικής

Ο ιερέας παρουσιάζει τον πόλεμο ως ιερό και δίκαιο.

Ο Twain δείχνει πόσο εύκολα η θρησκεία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να «αγιάσει» τη βία.

Όμως το σοκ έρχεται να ταρακουνήσει το ποίμνιο όταν η ίδια προσευχή μεταφράζεται σε ωμή πραγματικότητα και γίνεται σχεδόν βλάσφημη ενάντια στην ηθική και τα κηρύγματα αγάπης του Χριστού και της Εκκλησίας.

3. Ο συλλογικός ενθουσιασμός και η τύφλωση

Οι άνθρωποι που βρίσκονται στην εκκλησία είναι καλοπροαίρετοι, αγαπούν τους δικούς τους, πιστεύουν ότι κάνουν το σωστό. Και όμως συμμετέχουν σε κάτι καταστροφικό χωρίς να το συνειδητοποιούν. Για αυτό και ο Twain καυτηριάζει τη «μαζική ψευδαίσθηση» του πατριωτισμού.

4. Ο «τρελός» ως φορέας αλήθειας

Η αντίδραση στο τέλος («Ήταν τρελός») είναι κρίσιμη. Γιατί η αλήθεια και το ξεσκέπασμα  είναι πολύ σκληρό και γι’αυτό ο απλός παρασυρμένος άνθρωπος προτιμά να τη χαρακτηρίσει παράλογη. Ο «αγγελιοφόρος» λειτουργεί σαν προφήτης — αλλά απορρίπτεται.

5. Αντιπολεμικό μήνυμα

Το έργο γράφτηκε σε περίοδο πολεμικού ενθουσιασμού και δεν δημοσιεύτηκε όσο ζούσε ο Twain, γιατί θεωρήθηκε υπερβολικά προκλητικό. Βλέπετε ο πόλεμος δεν είναι ηρωισμός — είναι συμμετρική καταστροφή που απλώς τη βλέπουμε από τη μία πλευρά.

Συνοψίζοντας

Το δοκίμιο του Twain δεν είναι απλώς ένα ιστορικό ή λογοτεχνικό κείμενο· είναι ένας καθρέφτης που αντικατοπτρίζει τις πιο σκοτεινές πτυχές της ανθρώπινης φύσης και των συλλογικών ψευδαισθήσεων. Μας αναγκάζει να σκεφτούμε τι πραγματικά σημαίνει η λέξη «νίκη» και ποιο είναι το ηθικό κόστος της. Και ίσως, πάνω απ’ όλα, μας υπενθυμίζει ότι η αλήθεια, όσο δυσάρεστη κι αν είναι, αξίζει πάντα να ακουστεί — ακόμα κι αν ο κόσμος τη χαρακτηρίσει «τρελή».

 


(*) Ο Mark Twain (Σάμιουελ Λάνγκχορν Κλέμενς 1835-1910) υπήρξε μια από τις πιο εμβληματικές μορφές της αμερικανικής λογοτεχνίας, γνωστός για το καυστικό του χιούμορ, την κοινωνική του κριτική και τα έργα που σημάδεψαν την παγκόσμια λογοτεχνία.

κγ 

 

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2025

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ : «Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος»

 


«Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος»

 

Το ποίημα «Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος» του Τάσου Λειβαδίτη αποτελεί μια ισχυρή διακήρυξη για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την κοινωνική ευθύνη και την αδιάκοπη πάλη για την ειρήνη και τη δικαιοσύνη. Μέσα από την έντονη γλώσσα και τις εικόνες του καθημερινού αγώνα, ο ποιητής καλεί τον αναγνώστη να αναλογιστεί τη θέση του στον κόσμο και τις ηθικές του υποχρεώσεις απέναντι στους άλλους και στον εαυτό του.

1. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια ως συνεχιζόμενος αγώνας

Από τις πρώτες στροφές του ποιήματος, ο Λειβαδίτης τονίζει ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν είναι κάτι δεδομένο, αλλά απαιτεί συνεχιζόμενο αγώνα. Ο ποιητής περιγράφει σκηνές αντίστασης, όπως «θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα ματώσουν απ’ τις φωνές», υπογραμμίζοντας την ανάγκη για ενεργή συμμετοχή στην κοινωνική και πολιτική ζωή.

2. Η θυσία για το κοινό καλό

Ο ποιητής αναγνωρίζει ότι η πορεία προς την ανθρωπιά μπορεί να απαιτεί προσωπικές θυσίες. Αναφέρει ότι μπορεί να χρειαστεί να «αφήσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη ή το παιδί σου», υπογραμμίζοντας ότι η αφοσίωση σε υψηλότερους σκοπούς μπορεί να απαιτεί δύσκολες επιλογές.

3. Η εσωτερική δύναμη και η αντοχή

Ακόμα και στις πιο δύσκολες συνθήκες, όπως η φυλακή, ο ποιητής αναδεικνύει την εσωτερική δύναμη του ανθρώπου. Περιγράφει πώς, παρά την απομόνωση και τη στέρηση, «θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη, τη μάνα σου και τον κόσμο», δείχνοντας ότι η ανθρωπιά παραμένει ζωντανή μέσα από τις αναμνήσεις και τις αξίες.

4. Η ετοιμότητα για θυσία

Το ποίημα κλείνει με μια ισχυρή εικόνα του ανθρώπου που είναι έτοιμος να θυσιαστεί για το κοινό καλό. Ο ποιητής αναφέρει ότι «θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό», υπογραμμίζοντας την απόλυτη αφοσίωση στις αξίες της ειρήνης και της δικαιοσύνης.

Το ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη είναι μια έντονη και συγκινητική έκκληση για την υπεράσπιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και των ηθικών αξιών. Μέσα από τις εικόνες του καθημερινού αγώνα και της θυσίας, ο ποιητής καλεί τον αναγνώστη να αναλογιστεί τη θέση του στον κόσμο και τις ηθικές του υποχρεώσεις απέναντι στους άλλους και στον εαυτό του.

 

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος (Τάσος Λειβαδίτης)

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν΄αγωνίζεσαι για την ειρήνη και
για το δίκαιο.
Θα βγείς στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα
ματώσουν απ΄τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες – μα ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
Κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζει την αδικία.
Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.
Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις
πολιτείες
μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα
αύριο οι άνθρωποι θα χάνουνται στη νύχτα του πολέμου
έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω από τις οβίδες.
Δεν έχεις καιρό
δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί ν΄αφήσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη
ή το παιδί σου.
Δε θα διστάσεις.
Θ΄απαρνηθείς τη λάμπα σου και το ψωμί σου
Θ΄απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι
για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο.
Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις κι ούτε θα φοβηθείς.
Το ξέρω, είναι όμορφο ν΄ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδυ,
να κοιτάς έν΄ άστρο, να ονειρεύεσαι
είναι όμορφο σκυμένος πάνω απ΄το κόκκινο στόμα της αγάπης σου
Να την ακούς να σου λέει τα όνειρα της για το μέλλον.
Μα εσύ πρέπει να τ΄αποχαιρετήσεις όλ΄αυτά και να ξεκινήσεις
γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου,
για όλα τ΄άστρα, για όλες τις λάμπες και
για όλα τα όνειρα
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή
και περισσότερα χρόνια
μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη,
τη μάνα σου και τον κόσμο.
Εσύ και μες απ΄ το τετραγωνικό μέτρο του κελλιού σου
θα συνεχίσεις τον δρόμο σου πάνω στη γη .
Κι΄ όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα
θα χτυπάς τον τοίχο του κελλιού σου με το δάχτυλο
απ΄τ΄άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία.
Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν΄ ασπρίζουν
τα μαλλιά σου
δε θα γερνάς.
Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος
Αφού όλο και νέοι αγώνες θ΄ αρχίζουνε στον κόσμο
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό.
Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό
γράμμα στη μάνα σου
Θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ΄αρχικά του ονόματος σου και μια λέξη :
Ειρήνη
σα ναγραφες όλη την ιστορία της ζωής σου.
Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό
να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια
σα να στεκόσουνα μπροστά σ΄ολάκαιρο το μέλλον.
Να μπορείς, απάνω απ΄την ομοβροντία που σε σκοτώνει
εσύ ν΄ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που
τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Πηγή

https://tassosleivaditis.wordpress.com/2012/01/29/an-theleis-na-legesai-anthropos-tasos-leivaditis/

 

Δευτέρα 11 Μαρτίου 2024

Ας ξαναθυμηθούμε τον Ντοστογιέφσκι

 


Ο Φιόντορ Μιχάιλοβιτς Ντοστογιέφσκι (ρωσικά: Фёдор Миха́йлович Достое́вский‎‎, ΔΦΑ [ˈfʲɵdər mʲɪˈxajləvʲɪt͡ɕ dəstɐˈjefskʲɪj], 30 Οκτωβρίου 1821, Μόσχα9 Φεβρουαρίου 1881, Αγία Πετρούπολη) ήταν Ρώσος μυθιστοριογράφος, φιλόσοφος, διηγηματογράφος, δοκιμιογράφος και δημοσιογράφος. Στα λογοτεχνικά έργα του διερευνά την ανθρώπινη ψυχολογία κατά την ταραγμένη πολιτικά, κοινωνικά και πνευματικά ατμόσφαιρα της Ρωσίας του 19ου αιώνα και καταπιάνεται με διάφορα πνευματικά και θρησκευτικά θέματα. Στα πιο αναγνωρισμένα μυθιστορήματα του περιλαμβάνονται τα Έγκλημα και Τιμωρία (1866), Ο Ηλίθιος (1869), Οι Δαιμονισμένοι (1872) και Αδερφοί Καραμαζώφ (1880). Το συνολικό έργο του περιλαμβάνει 12 μυθιστορήματα 4 νουβέλες, 16 διηγήματα και διάφορα άλλα γραπτά. Πολλοί κριτικοί λογοτεχνίας τον θεωρούν ως έναν από τους μεγαλύτερους μυθιστοριογράφους της παγκόσμιας λογοτεχνίας και πολλά από τα έργα του θεωρούνται αριστουργήματα που άσκησαν μεγάλη επίδραση. [3] Η νουβέλα του Σημειώσεις από το Υπόγειο (1864) θεωρείται ως ένα από τα πρώτα έργα της υπαρξιστικής λογοτεχνίας.

 

 Ας ξαναθυμηθούμε τον Ντοστογιέφσκι

Ένας μεγάλος Ρώσος

 

Του RICHARD CURLE*

Έχουν περάσει πάνω από 108 χρόνια απ' όταν πρωτοφάνηκαν οι μεταφράσεις του Ντοστογιέφσκι από την Constance Garnett**. Η έκδοση αυτή έχει από την αρχή της εμφάνισής της στην Αγγλία εξαντληθεί. Όμως η επανέκδοση των έργων του σε όλο τον κόσμο είναι συνεχής. Οι ιδέες του Ντοστογιέφσκι, σχετικά με τη ζωή και την κοινωνία, είναι βασικά αντίθετες με τις αρχές της χώρας όπου παρουσιάστηκε το έργο του. Σίγουρα θα είχε ξεχαστεί αν δεν ήταν ένας σπουδαίος δημιουργός πού η εσωτερική του δύναμη χαρίζει στο έργο του τέτοια πνοή, ώστε να κρατιέται πάντα πάνω από τα διάφορα περαστικά συστήματα και το άστατο γούστο του κοινού. Όπως πραγματικά το αξίζει, έχει αναγνωριστεί σαν ένας από τους πιο μεγάλους μυθιστοριογράφους — πολλοί μάλιστα λένε ο μεγαλύτερος — και ίσως ο πιο βαθύς ψυχολόγος πού έδωσε το μυθιστόρημα.

Οι εκδότες σωστά άρχισαν την έκδοσή τους με το «Έγκλημα και Τιμωρία» και τους «Αδελφούς Καραμαζώφ», γιατί αυτά τα δύο μυθιστορήματα είναι πιο γνωστά στην Αγγλία απ' όλα τα έργα του Ντοστογιέφσκι. Όσο για μένα, πιστεύω πώς ούτε το ένα ούτε το άλλο φτάνει τον «Ηλίθιο» ή τους «Δαιμονισμένους», όπου το δημιουργικό του πνεύμα, ολότελα ωριμασμένο, φωτίζει το πιο σκοτεινό βάθος του ανθρώπινου εγώ και με ένα συμβολικό ρεαλισμό ξεπερνάει θάλεγα την πραγματικότητα. Ωστόσο με το «Έγκλημα και Τιμωρία» μας έδωσε το πιο συγκλονιστικό και το πιο απλογραμμένο απ' όλα του τα έργα, ενώ στους «Αδελφούς Καραμαζώφ» μας προξενεί βαθειά εντύπωση με το δυνατό και περίτεχνο ξετύλιγμα της φιλοσοφικής του σκέψης.

 


 

Διαβάζοντας κανείς σαν μιαν απλή ιστορία το «Έγκλημα και Τιμωρία» το βρίσκει πιο συνταρακτικό από κάθε άλλο. Η δολοφονία της γριάς τοκογλύφου και της αδελφής της και όλα εκείνα τα γεγονότα πού οδηγούν το δολοφόνο να ομολογήσει το έγκλημα του, μας συνεπαίρνουν σαν εφιάλτης. 'Υπάρχουν στιγμές με τόση ένταση και τρόμο, πού δεν ξεπεράστηκαν ποτέ, σε καμιά λογοτεχνία. Το αδιέξοδο πού ζώνει τον Ρασκολνίκωφ, ο τρόπος πού σιγά-σιγά οι φίλοι του αρχίζουν να νοιώθουν πώς κάτι κακό έχει γίνει, αφήνουν μιαν άσβηστη ανάμνηση.

Ο Ρασκολνίκωφ έκαμε ότι έκαμε γιατί πίστευε σε κάτι: ήθελε να αποδείξει πώς μπροστά σε μιαν αλύγιστη θέληση το καλό και το κακό παύουν να υπάρχουν. Έτσι βασανίζεται περισσότερο από την απογοήτευση, παρά από τις τύψεις· και το ξαναγέννημά του είναι αργό, γεμάτο αγωνία και πόνο. Και όπως γίνεται συχνά στα έργα του Ντοστογιέφσκι, υπάρχει και ‘δω, πίσω από την κύρια υπόθεση μια άλλη ιστορία πού ξεπηδάει από το σκοτάδι και μπλέκεται έτσι μαζί της, όπου δε μπορείς πια να την ξεδιακρίνεις. Τέτοια είναι εδώ ή ιστορία του Ζβιντριγκαϊλώφ και της Ντουνιά, αδελφής του Ρασκολνίκωφ. Είναι κι’ αυτή μιά περίεργη ιστορία, μόνο πού ο Ζβιντριγκαϊλώφ είναι ένα πρόσωπο απαίσιο, όχι δειλό. Και εκεί πού ο Ρασκολνίκωφ μας κινάει κάποιο οίκτο, αυτός μας προξενεί φρίκη. Ο Joseph Conrad πού ο Ντοστογιέφσκι δεν του άρεσε, έτυχε να μου πει πολλές φορές, πώς ο Ζβιντριγκαϊλώφ και ο ανακριτής ήταν οι μόνοι πραγματικά ενδιαφέροντες τύποι μέσα στο έργο. Δεν έχω αντίρρηση πώς αξίζουν όμως το βιβλίο είναι μεγάλο, πολλά πρόσωπα ανακατεύονται και η γενική εντύπωση κερδίζεται με την αντίθεση των διαφόρων τύπων.

Οι «Αδελφοί Καραμαζώφ» μ’ όλο πού είναι το μεγαλύτερο έργο του Ντοστογιέφσκι, είναι ένα κομμάτι από την τεράστια «Ζωή ενός αμαρτωλού» πού δεν έζησε για να την απογράψει. Θα μπορούσαμε να πούμε πώς κι’ εδώ μας μιλάει για μια δολοφονία μα ασχολείται τόσο πολύ με την αντίθεση των διαφόρων τύπων μέσα σε μια οικογένεια, ώστε το κύριο θέμα, μ’ όλο πού κυριαρχεί στην υπόθεση, μας ενδιαφέρει ελάχιστα ή τουλάχιστο μ' ένα τρόπο διαφορετικό. Ο Μίτυα έχει καταδικαστεί άδικα για το φόνο του πατέρα του. Ωστόσο εκείνο πού πραγματικά μας συγκινεί, δεν είναι αυτή η τρομερή δικαστική πλάνη, μα η γενική εντύπωση. Τι άλλο εκτός από την καταστροφή μπορούσε να παραμονεύει ένα τέτοιο σπιτικό πού κλείνει τόσο διαφορετικούς ανθρώπους; Το δόλιο και γελοίο Fyodor Pavlovitch, τον ανοιχτόκαρδο και τολμηρό Mytia, το μυστικοπαθή κι’ ονειροπόλο, Ivan, τον αγνό Alyocha, το στριμμένο Smecdyakov. Όπως έχω πει και πιο πάνω, μέσα στους «Αδελφούς Καραμαζώφ» φαίνονται οι ιδέες του Ντοστογιέφσκι πιο καλά παρά σε κάθε άλλο βιβλίο και διατυπώνονται από τους ήρωες με ένα τόσο εκφραστικό τρόπο και τόση λεπτομέρεια, πού η υπόθεση καταντάει στο τέλος κάτι βοηθητικό. Σ’ αυτό το έργο μας φέρνει τον έξοχο και τρομαχτικό μύθο του «Μεγάλου Ιεροεξεταστή», τον παράξενο διάλογο του Mitya με το Διάβολο, τις αναμνήσεις του πάτερ Ζωσιμά. Μ’ όλο πού, κατά τη γνώμη μου, ο δημιουργός Ντοστογιέφσκι ήταν πια κουρασμένος όταν το έγραφε, πρέπει να δεχτούμε πώς είναι ένα θαυμάσιο βιβλίο. Δεν αποκλείεται η γνώμη αυτή να είναι και άδικη. Γιατί οι «Αδελφοί Καραμαζώφ» είναι βέβαια ένα βιβλίο με αυτοτέλεια, ωστόσο όμως είναι ένα απόσπασμα μόνο από όλο το έργο και δεν ξέρουμε τι εξέλιξη θάπαιρνε πιο πέρα. Αλλά, για να φέρουμε ένα παράδειγμα, αν παραβάλει κανείς τον Alyosha με τον πρίγκηπα Myskin του «Ηλίθιου»—και αυτή η σύγκριση είναι κάτι πού μας έρχεται εντελώς φυσικά στο νου—θα δει αμέσως πόσο πιο ψηλά βρίσκεται η φαντασία του συγγραφέα, όταν συλλαμβάνει τον τύπο του Myskin. Ο Arnold Bennett και ο καθηγητής Albert Einstein, μαζί με άλλους ειδικούς κριτικούς, υποστήριξαν πώς οι «Αδελφοί Καραμαζώφ», είναι το κορύφωμα του έργου του Ντοστογιέφσκι. Ας μη ξεχνούμε ακόμα, πώς η αισθητική κριτική είναι και ζήτημα προσωπικού γούστου.

 


 

Καταπιάστηκα ειδικά, αν και κάπως σύντομα, με το «Έγκλημα και Τιμωρία» και τους «Αδελφούς Καραμαζώφ» γιατί αυτά τα δυο βρίσκονται μπροστά μου. Τώρα θα ήθελα να πω λίγα λόγια για το έργο του Ντοστογιέφσκι γενικά. Ο Ντοστογιέφσκι είναι περισσότερο «Ρώσος» απ’ όλους τους Ρώσους. Καταπιάνεται πάντα με τραγικά συναισθήματα και με όλα τα ιδιαίτερα προβλήματα της Σλαβικής ψυχής, σχετικά με τη θρησκεία και τον τρόπο της σκέψης. Ωστόσο αυτό είναι κάτι πού δεν πρέπει να επηρεάσει την κρίση μας, γιατί η αξία του Ντοστογιέφσκι βρίσκεται άλλου. Είναι να τον θαυμάζεις όταν δημιουργεί καταστάσεις ή χαρακτήρες τόσο ανθρώπινα τραγικούς, ή όταν με τη βαθειά ψυχολογική του δύναμη, τρυπώνει σα φίδι μέσα στο υποσυνείδητο. Έτσι πρέπει να τον δει κανείς τον Ντοστογιέφσκι.

Οι κριτικοί τον κατηγόρησαν πολλές φορές, πώς του λείπει το ύφος- ο ίδιος παραδέχτηκε ότι ποτέ του δεν είχε αρκετό καιρό για να περιποιηθεί το γράψιμο του, όπως ο Τουργκένιεφ. Ωστόσο το ύφος του ακολουθεί πάντα το θέμα του και σε κανένα άλλο συγγραφέα δε μπορούμε να βρούμε πιο λεπτόλογες και δυνατές σελίδες. Ακόμα, δίνει τόση ζωή στα πρόσωπα του με το διάλογο, πού θαρρείς πώς τ’ ακούς να μιλάνε.

Συχνά δεν έχει τη γαλήνη ούτε τη μεγαλοπρέπεια του Τολστόι και μ' όλο πού σε πολλά πρόσωπα, ακόμη και σε βιβλία του ολόκληρα, βλέπουμε κάτι το νοσηρό, στο βάθος έχει πιο γερές αρχές από τον Τολστόι, γιατί ενώ εκείνος αρνιέται τη ζωή, ο Ντοστογιέφσκι την καταφάσκει. Ποιος από τους δυο είναι καλύτερος; Έχουν γραφτή πολλά γι' αυτό. Οι υποστηριχτές του ενός, χτυπήσανε τους υποστηριχτές του   άλλου. Αυτές όμως οι συζητήσεις έχουν στο βάθος και προσωπικά ελατήρια και υστέρα από   ένα ορισμένο σημείο δεν έχουν κανένα σκοπό.

Ο Ντοστογιέφσκι ήταν επιληπτικός. Αυτό ήταν κάτι πού όχι μόνο επηρέασε συνειδητά μα πότισε βαθιά το έργο του. Του έδωσε ένα ιδιαίτερο χρώμα πού η φαντασία του το δούλεψε και το άλλαξε σε μια μοναδική, άμετρη αξία. Η αίσθηση του μαντεύει κάτι πού βρίσκεται πέρα από την λέξη, κάτι πού μπορεί να αρπάξει κάνεις σε μια στιγμή εσωτερικής αναλαμπής. Είναι κάτι πού μπορεί να συγκριθεί με τις ιστορίες εκείνες πού ξεθαρρεύουν μέσα από την κύρια υπόθεση, μ’ αυτές πού ανάφερα πριν. Αυτό το βλέπω σαν κάτι ανάλογο με την πνευματική έξαρση πού φωτίζει τη σκέψη ενός τέτοιου άρρωστου πριν από μια κρίση. Γι αυτές τις φωτισμένες στιγμές, μιλάει και ξαναμιλάει ο Ντοστογιέφσκι.

Ήταν ένας άνθρωπος πού βασανιζόταν, πού ένοιωθε πολύ πικραμένο τον εαυτό του. Όλη του τη ζωή την παίδεψε το πρόβλημα του Χριστιανισμού. Όπως φαίνεται από τα βιβλία του, ήταν οπαδός της Ρωσικής 'Ορθόδοξης Εκκλησίας. Δεν μπορώ όμως να πω με βεβαιότητα πώς πίστευε πραγματικά, μ' όλο πού ο κόσμος νομίζει πώς ήταν βαθειά Χριστιανός. 'Αγωνιζόταν ίσως να πιστέψει, γιατί ο Χριστός ήταν ένα ιδανικό γι' αυτόν. Δεν θα μου φαινόταν περίεργο αν κάποιος τον έλεγε σκεπτικιστή.

Το πρόβλημα του αισθησιασμού, σε κάθε του εκδήλωση, ήταν κάτι πού γοήτευε τον Ντοστογιέφσκι. Πραγματικά, η ιδέα πού κρύβεται στους «Αδελφούς Καραμαζώφ», είναι ένας διαστρεβλωμένος αισθησιασμός, ανάλογος με το χαρακτήρα του κάθε γιου ενός έκφυλου πατέρα, πού δολοφονήθηκε. Η τραγωδία του Ζβιντριγκαϊλώφ στο «Έγκλημα και Τιμωρία» έχει την αιτία της στον αχαλίνωτο αισθησιασμό πού τον κατέχει, και πού τον οδηγεί σε ένα παθητικό και χαμένο έρωτα.

Το πρόβλημα του καλού και του κακού, το φως πού ξεπηδάει μέσα από το σκοτάδι, το σκοτάδι πού σκιάζει το φως, δεν άφησαν ποτέ ήσυχο τον Ντοστογιέφσκι. Ίσως, όταν διηγείται την ιστορία του πάτερ Ζωσιμά, ενός άγιου ανθρώπου πού ωστόσο είχε κάποτε αμαρτήσει κι' αυτός, να θέλει να φωτίσει το δικό του διπλό εγώ, μια και η διήγηση αυτή δεν έχει άλλο λόγο για να υπάρχει μέσα στο βιβλίο του.

 


 

Ο Ντοστογιέφσκι καταπιάστηκε με σκοτεινά θέματα και τρύπωσε ως τα μύχια της ανθρώπινης ψυχής, διατηρώντας πάντα μια ευχάριστη χιουμοριστική διάθεση, αν και με κάποια υπερβολή. Τούτο είναι κάτι φυσικό για ένα γνήσιο Ρώσο, όπου μέσα του συγκεράζεται η θλίψη τόσο πολύ ζωντανά με το γέλιο. Αυτό το βλέπουμε στον Γκόγκολ και  στον Τσέχωφ,  μα στο Ντοστογιέφσκι  έχει ένα εντελώς ατομικό χαρακτήρα. Κανείς τους δε θα μπορούσε να δημιουργήσει μορφές σαν του στρατηγού Ivolgin στον «Ηλίθιο» ή του Stepaa Trominovitch στους «Δαιμονισμένους». Τέτοιοι τύποι, τον ενθουσίαζαν πραγματικά, και τους αφιερώνει με αγάπη ένα σωρό λεπτομέρειες. Αντίθετα με άλλα πρόσωπα, αυτοί είναι φανερό πώς του είναι ιδιαίτερα συμπαθητικοί.

Καμιά φορά, μπορεί να είναι και κάπως χυδαίοι, μα ταιριάζουν απόλυτα με όλο του το έργο, γιατί κάθε τύπος, μέσα σ' αυτό, ζει σε ένα τέτοιο κόσμο υπερβολής, ώστε τίποτα δε χτυπάει άσχημα.

 

Ο Ντοστογιέφσκι πέρασε μιαν ανώμαλη και πονεμένη ζωή, ώσπου βρήκε τη γαλήνη με το δεύτερο γάμο του και ηρέμησε γράφοντας. Μα και τότε, γεμάτος από σκέψεις για την αρμονία και την ομορφιά, όπως ήταν το φυσικό του, δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί με το περιβάλλον του. Όπως έλεγε κι' ο ίδιος ήταν τύπος απόλυτος. Αν αυτή η ιδιότητα τόσο διάχυτη μέσα στο έργο του, μας ρίχνει σε μια τρομερή αγωνία, από την άλλη μεριά του δίνει τη δύναμη να καταλαβαίνει από μια κατάσταση πολλά περισσότερα πράγματα απ’ ότι είναι ανθρώπινα δυνατό.

Η αξία των βιβλίων του δεν είναι πάντα η ίδια. Κάποτε ξεπέφτει τόσο πολύ, πού δε θα το ανεχόταν κανένας συγγραφέας με κάποια αυτοκριτική. Αν τον αντικρίσουμε σαν ένα τραγικό ερμηνευτή της ζωής, χωρίς ψευδαισθήσεις, μα με μια επιείκεια πού να προέρχεται από την κατανόηση του έργου του, θα δούμε πώς λίγοι συγγραφείς μπορούν να σταθούν πλάι του.

(Από την ΕΚΛΟΓΗ και τo John O' London)

* Ο Richard Curle (1883–1968) ήταν Σκωτσέζος συγγραφέας, κριτικός και δημοσιογράφος. Ήταν φίλος του μυθιστοριογράφου Τζόζεφ Κόνραντ , ο οποίος αποτέλεσε επίσης αντικείμενο πολλών από τα κριτικά του έργα.

Ο Κόνραντ και ο Κερλ έγιναν φίλοι στη δεκαετία του 1910, συνδέθηκαν ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια του Κόνραντ και μετά το θάνατο του Κόνραντ το 1924, ο Κερλ ήταν εκτελεστής της περιουσίας του. Το πρώτο βιβλίο του Curle για τον Conrad, Joseph Conrad: A Study , δημοσιεύτηκε το 1914. Ακολούθησαν οι Τελευταία Ημέρα του Τζόζεφ Κόνραντ ( ιδιωτικά δημοσιευμένο το 1924) και Τα τελευταία δώδεκα χρόνια του Τζόζεφ Κόνραντ (1928), καθώς και μια σειρά από κριτικές και άρθρα σε περιοδικά.

Άλλα έργα του Curle περιελάμβαναν το ταξιδιωτικό βιβλίο Into the East (1923), βασισμένο στις εμπειρίες του στην Ασία, τα μυθιστορήματα μυστηρίου Corruption (1933) και Who Goes Home; (1935) και Characters of Dostoevsky (1950), μια μελέτη του έργου του Fyodor Dostoevsky .

 


** Η Κονστάνς Κλάρα Γκαρνέτ (Constance Clara Garnett)  ( γεν.  Μπλακ , 19 Δεκεμβρίου 1861 – 17 Δεκεμβρίου 1946) ήταν αγγλίδα μεταφράστρια της ρωσικής λογοτεχνίας του δέκατου ένατου αιώνα . Ήταν η πρώτη αγγλίδα μεταφράστρια που απέδωσε πολυάριθμους τόμους του έργου του Άντον Τσέχοφ στα αγγλικά και η πρώτη που μετέφρασε σχεδόν όλη τη μυθοπλασία του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι στα αγγλικά. Επίσης, απέδωσε στα αγγλικά έργα των Ιβάν Τουργκένιεφ , Λέων Τολστόι , Νικολάι Γκόγκολ , Ιβάν Γκοντσάροφ , Αλεξάντερ Οστρόφσκι και Αλεξάντερ Χέρτσεν . Συνολικά, μετέφρασε 71 τόμους ρωσικής λογοτεχνίας, πολλοί από τους οποίους κυκλοφορούν ακόμη και σήμερα

WIKIPEDIA