Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 14 Απριλίου 2025

Μια λησμονημένη φωνή της Επανάστασης του 1821 από την Σμύρνη

 

 

Ο Πέτρος Μέγκους: Μια λησμονημένη φωνή της Επανάστασης του 1821 από την Σμύρνη

Μια μοναδική μαρτυρία από έναν απλό πολεμιστή – γραμμένη στην Αμερική, ξεχασμένη για σχεδόν δύο αιώνες, που τώρα ξαναβρίσκει τη θέση της στην ιστορική μνήμη.

 

Η φωνή που δεν ήταν από προεστό ή στρατηγό

Ο Πέτρος Μέγκους, γεννημένος το 1785 στο Κουκλουτζά της Σμύρνης, υπήρξε μια σπάνια περίπτωση ανθρώπου της εποχής του: μορφωμένος, οξυδερκής και παρατηρητικός, συμμετείχε στην Επανάσταση του 1821 όχι από τη θέση ενός ηγέτη ή λογίου, αλλά ως απλός μαχητής. Και όμως, χάρη στη μαρτυρία του –που εκδόθηκε το 1830 στις Ηνωμένες Πολιτείες– η φωνή του ξεχωρίζει σήμερα για τη διαύγεια και τη φρεσκάδα της, προσφέροντας μια εναλλακτική αφήγηση στα κυρίαρχα εθνικά αφηγήματα.

Η μαρτυρία του εκδόθηκε στα αγγλικά και, μέχρι πρόσφατα, παρέμενε σχεδόν άγνωστη στο ελληνικό κοινό. Ένα αντίτυπο του βιβλίου εντοπίστηκε από τον εκδοτικό οίκο «Ισνάφι» στα Γιάννενα και μεταφράστηκε από τον Βαγγέλη Κούταλη, φέρνοντάς το ξανά το 2009 στο φως.

Ο Μέγκους έλαβε παιδεία στην Ακαδημία των Κυδωνιών και επηρεάστηκε έντονα από τον Διαφωτισμό, παρακολουθώντας τα κηρύγματα του Κωνσταντίνου Οικονόμου στη Σμύρνη. Η οικογένειά του είχε εμπορικούς δεσμούς με τη Δύση και διατηρούσε επαφές με Αμερικανούς ιεραποστόλους. Το 1828, μεταφέρεται στις Ηνωμένες Πολιτείες με πρωτοβουλία του Josiah Brewer, μαζί με άλλα δύο ελληνόπουλα, προκειμένου να σπουδάσει.

Στην Αμερική, διδάσκει ελληνικά στο Mount Pleasant Institute και στο Trinity College. Λίγο αργότερα όμως χάνονται τα ίχνη του. Ο τελευταίος που τον αναφέρει είναι ο φιλέλληνας Jonas King, που θεωρεί πως ίσως κατατάχθηκε στον μεξικανικό στρατό.

 

Η μαρτυρία του Μέγκους καταγράφεται σε μορφή ερωταποκρίσεων από έναν Αμερικανό εκδότη (πιθανόν έναν από τους Elliott ή Palmer, που αναφέρονται στο βιβλίο). Ο ίδιος ο Πέτρος δεν γνώριζε ακόμα αγγλικά, και το βιβλίο βασίστηκε στις συζητήσεις του με τον εκδότη, πιθανότατα στα ιταλικά ή γαλλικά. Το κείμενο συνοδεύεται από υποσημειώσεις και γλωσσάρι τουρκικών και αλβανικών λέξεων – δείγμα του ενδιαφέροντος του εκδότη να προσφέρει ένα πλήρες πολιτισμικό πορτρέτο της εποχής στους Αμερικανούς αναγνώστες.

Ο Πέτρος ταξιδεύει στο Μεσολόγγι, όπου γνωρίζεται με τον φιλέλληνα Johanan Jacob Meyer και έρχεται σε επαφή με το πολυσύνθετο μωσαϊκό ανθρώπων και ιδεών που συνθέτουν την Ελληνική Επανάσταση. Από τον αρβανίτικο χαρακτήρα των Υδραίων μέχρι την εντυπωσιακή ρώμη του Χατζή-Χρήστου με βουλγαρική καταγωγή, ο Μέγκου αποτυπώνει μια Επανάσταση όχι μονοσήμαντη, αλλά ποικιλόμορφη – εθνικά, γλωσσικά και θρησκευτικά.

 

 

Η μαρτυρία του φωτίζει και τη ρευστότητα της εθνικής ταυτότητας εκείνης της εποχής. Στο πλευρό των Ελλήνων πολεμούν Αλβανοί, Βούλγαροι και Σέρβοι. Ο ίδιος καταγράφει με απορία τις μονομαχίες των Φιλελλήνων Γάλλων και Γερμανών –ένα έθιμο ξένο προς τον οθωμανικό κόσμο– και σαρκάζει για τη γλώσσα των αλβανόφωνων ναυτών του Μιαούλη.

Ο ιστορικός Δημήτρης Σταματόπουλος υπενθυμίζει πως το 1809 είχε υπάρξει κοινή απόφαση Ελλήνων και Τούρκων προεστών για εξέγερση κατά του Βελή Πασά, με σύσταση μικτής κυβέρνησης και σημαία που συνδύαζε τον Σταυρό με την Ημισέληνο. Επίσης, η πρόταση του Κοραή να μην αποκλείονται οι Εβραίοι από το νέο ελληνικό κράτος, έρχεται σε αντίστιξη με τη συνταγματική πρόβλεψη που το καθόρισε ως «κράτος των Ορθοδόξων Χριστιανών».

Η μαρτυρία του Πέτρου Μέγκους προσφέρει μια άλλη εικόνα της Επανάστασης: όχι εξιδανικευμένη, αλλά ρεαλιστική, με χιούμορ, παρατηρητικότητα και σεβασμό προς την πολυπλοκότητα της εποχής. Δεν πρόκειται για μια «εθνικά καθαρή» ιστορία, αλλά για ένα ταξίδι μέσα σε ένα πολιτισμικό σταυροδρόμι, όπου η γλώσσα, η θρησκεία και η καταγωγή δεν καθόριζαν απόλυτα την ταυτότητα ή τη στάση ενός ανθρώπου.

Το βιβλίο του, που είχε γραφτεί για να «προσφέρει ευχαρίστηση και γνώση στο αμερικανικό κοινό», σήμερα προσφέρει κάτι εξίσου πολύτιμο: έναν εναλλακτικό τρόπο να θυμόμαστε και να κατανοούμε το 1821. Όχι μόνο ως εθνική εξέγερση, αλλά και ως κοινωνικό, πολιτισμικό και υπαρξιακό ρήγμα.


 


Αναφορά στο βιβλίο και το περιεχόμενό του

Η αφήγηση του Πέτρου Μέγκου ξεκινά με μια ζωντανή και λεπτομερή περιγραφή της γενέτειράς του, του Κουκλουτζά, που βρίσκεται κοντά στη Σμύρνη. Περιγράφει το φυσικό περιβάλλον και τον οικισμό με την καθημερινότητα των ανθρώπων. Στην παιδική του ηλικία, αναφέρεται σε πρόσωπα που σημάδεψαν τη ζωή του, όπως η παραμάνα του, η οποία καταγόταν από την Τριπολιτσά και είχε φτάσει αιχμάλωτη στη Σμύρνη, καθώς και σε άλλες μορφές της οικογένειάς του. Επίσης, μιλά για τη βιβλιοθήκη του πατέρα του, για τα πρώτα του σχολεία, όπως το Φιλολογικό Γυμνάσιο και τη Σχολή των Κυδωνιών, καθώς και για το σύστημα διδασκαλίας της εποχής, δίνοντας λεπτομέρειες για τις μεθόδους διδασκαλίας και τις αμοιβές των δασκάλων.

Με την έκρηξη της ελληνικής Επανάστασης το 1821, η ζωή του Μέγκου αναστατώνεται. Στη Σμύρνη, όπου η κατάσταση γίνεται ολοένα πιο επικίνδυνη, αναγκάζεται να εγκαταλείψει την πόλη. Κατόπιν, με ένα αυστριακό πλοίο και με την υποστήριξη του Γάλλου προξένου, φτάνει στη Τεργέστη και από εκεί μεταβαίνει στο Μεσολόγγι, γεμάτος ενθουσιασμό και έτοιμος να συμμετάσχει στον Αγώνα για την ανεξαρτησία.

Το 1821, ο Μέγκους μαζί με Ρουμελιώτες πολεμιστές συμμετέχει σε επιθέσεις εναντίον των Τούρκων στην Πάτρα, και στη συνέχεια στο Μεσολόγγι και την Άρτα. Η συμμετοχή του στον Αγώνα ενδυναμώνεται όταν προσλαμβάνεται ως γραμματικός από τον καπετάνιο του Υδραίου στόλου, Ανδρέα Μιαούλη. Στη ναυμαχία της Πάτρας (Φεβρουάριος 1822), ο Μέγκους παίρνει μέρος στην πρώτη σημαντική πολεμική εμπειρία του στη θάλασσα. Στη συνέχεια, γνωρίζεται με τον Σαχτούρη στην Ύδρα, εντάσσεται στο πλήρωμά του και συμμετέχει σε επιχειρήσεις εναντίον των Τούρκων, όπως στη Χίο το 1822, που μόλις είχε καταστραφεί από την τουρκική επέλαση. Η επιχείρηση αυτή είχε στόχο τη διάσωση των Χιωτών αιχμαλώτων και την προστασία των υπόλοιπων κατοίκων του νησιού.

 

 

Ο Μέγκους συμμετέχει σε αρκετές άλλες στρατιωτικές επιχειρήσεις και στο τέλος του 1822, εντάσσεται στο φιλελληνικό σώμα υπό τη διοίκηση του Γάλλου αξιωματικού L. J. Blondel μέχρι και την αποτυχία της μάχης του Πέτα. Στη μάχη του Πέτα (Ιούλιος 1822), το φιλελληνικό τάγμα αποδεκατίζεται και ο Μέγκους, παρά τις απώλειες, καταφέρνει να διαφύγει και να φτάσει στο Μεσολόγγι. Η υγεία του, όμως, έχει κλονιστεί σοβαρά, και αναγκάζεται να επιστρέψει μέσω Ύδρας και Τήνου στη Σμύρνη, όπου θα περάσει αρκετό χρόνο. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ταξιδεύει σε διάφορα μέρη του Αιγαίου και συμμετέχει σε μικρές συγκρούσεις στην Κρήτη το 1823.

Το 1826, ο Μέγκους βρίσκεται στην Σύρο και στη Μυτιλήνη, όπου παίρνει μέρος σε επιχειρήσεις αναζήτησης αιχμαλώτων, και στη συνέχεια, επιστρέφει οριστικά στη Σμύρνη. Εκεί γνωρίζει Αμερικανούς ιεραπόστολους, και ιδιαίτερα τον Ιωνά Κινγκ, του οποίου η θεολογική κατάρτιση και τα κηρύγματα τον εντυπωσιάζουν. Με την υποστήριξη του Josiah Brewer το  1828 θα βρεθεί με δύο άλλα Ελληνόπουλα στην Αμερική.

 

 

Η αφήγηση του Μέγκου είναι γεμάτη με προσωπικές εμπειρίες από την καθημερινή ζωή κατά την Επανάσταση του 1821. Περιγράφει όχι μόνο πολεμικές συγκρούσεις, αλλά και τη ζωή των ανθρώπων της εποχής, τον τρόπο που οι κοινότητες συνυπήρχαν, τις αντιπαραθέσεις μεταξύ των Ελλήνων και Τούρκων και τις διαφορετικές νοοτροπίες που επικρατούσαν σε διάφορες περιοχές. Μέσω της αφήγησής του, αναδεικνύει τις αντιφάσεις της κοινωνίας, τις δυσκολίες που υπήρχαν στο στρατό, τις λιποταξίες, τις οικονομικές πιέσεις και την προσπάθεια επιβίωσης των στρατιωτών. Αντιλαμβάνεται την ένταση μεταξύ των πολιτικών και στρατιωτικών παρατάξεων, καθώς και τη σχέση μεταξύ των ελληνικών και τουρκικών κοινοτήτων, που ήταν πάντα τεταμένη, αν και υπήρχαν στιγμές συνεργασίας.

Το βιβλίο του Μέγκου δεν είναι απλώς μια πολεμική εξιστόρηση, αλλά μια διείσδυση στην καθημερινή ζωή των Ελλήνων κατά την περίοδο της Επανάστασης. Κινητοποιεί τη μνήμη του για να αναδείξει ιστορίες που αφορούν την κοινή ζωή στη Σμύρνη και την ευρύτερη περιοχή, την κοινωνική και ιδεολογική αντιπαράθεση, τη συμβίωση των Ελλήνων και των Τούρκων, και τις αναμνήσεις του από την παιδική του ηλικία. Αναφέρει τις προσπάθειες των Ελλήνων να ενσωματώσουν δυτικά στοιχεία στον τρόπο ζωής τους, όπως η εισαγωγή πυροσβεστικών αντλιών και η ίδρυση Τράπεζας, και παραθέτει προσωπικά περιστατικά, όπως η εκτέλεση του διοικητή Κιατίπογλου το 1816, οι ταραχές του 1797 στη Σμύρνη και οι μνήμες από την εξέγερση του Αλέξανδρου Υψηλάντη.

Ο Μέγκους επίσης καταγράφει στοιχεία της καθημερινής ζωής των Τούρκων, τις γιορτές και τα σχολεία τους, τις διαφορές στην κοινωνική και πολιτισμική ζωή τους σε σχέση με τους Έλληνες. Παρόλο που πολλές φορές τονίζει την αντιπάθειά του προς τους Τούρκους και τονίζει τη βαναυσότητα και την αμάθεια τους, παρουσιάζει και θετικά περιστατικά, όπως την υποστήριξη που έλαβε η οικογένειά του από κάποιους Τούρκους. Η αντιπαράθεση αυτή ενισχύεται από τις εμπειρίες του στις μάχες και τις συγκρούσεις του 1821, αλλά και από τις γενικότερες πολιτισμικές αντιπαλότητες που προϋπήρχαν της Επανάστασης.

 


 

Με την αφήγηση του, ο Μέγκους θέλει να μιλήσει για τα πάντα: για τις μάχες που έλαβε μέρος, τις ιστορίες που άκουσε και τις προσωπικές του εμπειρίες, καθώς και για τα γεγονότα που επηρεάζουν τις κοινότητες της εποχής. Έτσι, η αφήγηση δεν περιορίζεται μόνο στην πολεμική ιστορία, αλλά επεκτείνεται και σε κοινωνικά, πολιτισμικά και ιδεολογικά θέματα που αφορούν τη ζωή των Ελλήνων και των Τούρκων στην περιοχή κατά την Επανάσταση του 1821.

Σε γενικές γραμμές, το βιβλίο του Μέγκου είναι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και ζωντανή αφήγηση που συνδυάζει τις προσωπικές του εμπειρίες και παρατηρήσεις με ιστορικά γεγονότα, δίνοντας στον αναγνώστη μια ευρύτερη εικόνα των κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών της εποχής της Επανάστασης.

Το βιβλίο η "Αφήγηση ενός Έλληνα στρατιώτη" (Narrative of a Greek soldier) του Πέτρου Μενγκούς  τυπώθηκε και εκδόθηκε από τους Elliott και Palmer, 20 William-street, στη Νέα Υόρκη στα 1830. (Η αφήγηση του Πέτρου Μέγγου. Από τη Σμύρνη στην Ελλάδα του 1821, μετάφραση : Βαγγέλης Κούταλης, Ιωάννινα, εκδόσεις Ισνάφι, 2009, 320 σ.)

Το βιβλίο δεν είναι άγνωστο στην ελληνική βιβλιογραφία. Έχει καταγραφεί από τη Λουκία Δρούλια στη φιλελληνική βιβλιογραφία της και έχει χρησιμοποιηθεί κυρίως από τον Κυριάκο Σιμόπουλο στο βιβλίο του «πως είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του 21 ως πηγή για ορισμένα γεγονότα της Επανάστασης». Η μετάφρασή του στα ελληνικά και η κυκλοφορία του από τον εκδοτικό οίκο Ισνάφι των Ιωαννίνων μας δίνει τη δυνατότητα να το ξαναδούμε στο σύνολό του και να επανεκτιμήσουμε τη σημασία του.

 Πηγές :

https://mikrasiatis.gr/i-afigisi-tou-petrou-mengou-apo-ti-smyrni-stin-ellada-tou-1821/

https://www.kathimerini.gr/opinion/713745/fones-kai-fones-apo-to-1821/

Διαδίκτυο

 

Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου 2024

Το πέταγμα στην ελευθερία ενός γλάρου

 


Το πέταγμα στην ελευθερία ενός γλάρου  

 

Ο γλάρος Ιωνάθαν που πετούσε για τη χαρά του πετάγματος. Όλα όσα μάθαμε από το βιβλίο-ύμνο στην ελευθερία

 

Ο γλάρος Ιωνάθαν Λίβινγκστον, είναι ένα καταπληκτικό βιβλίο. Δεν είναι σαφές αν το βιβλίο αναφέρεται σε μικρούς ή μεγάλους. Το μόνο που είναι σίγουρο είναι ότι διδάσκει πολλά.

Η επιμονή στο όνειρο, οδήγησε τον γλάρο Ιωνάθαν στην εσωτερική πληρότητα. Δε συμβιβάστηκε ποτέ με την ιδέα, ότι ο λόγος για να μάθει να πετά, είναι απλά για να βρίσκει φαγητό, όπως τον προέτρεπαν οι υπόλοιποι γλάροι του σμήνους.

Ο γλάρος Ιωνάθαν, πετούσε για τη χαρά του πετάγματος. Και το όνειρό του, δεν είχε όριο. Δεν το μετρούσε με τη ζυγαριά. Απλά το ένιωθε. Και η ανώτερη δύναμη που τον καθοδηγούσε, ποτέ δεν τον άφησε να χάσει την επαφή με το βαθύτερό του είναι.

Ακόμη κι όταν λόγω της επιμονής του, έγινε απόβλητος από το υπόλοιπο σμήνος, ακόμη κι όταν ο συλλογικός τρόπος σκέψης, τον έκανε να αισθάνεται προβληματικός, ούτε τότε δεν τα παράτησε.

Τελειοποίησε το πέταγμά του και εκείνοι που τον χλέυαζαν……   εκείνοι που τον έδιωξαν από το σμήνος, απλά επειδή είχε βάλει το όνειρό του πάνω από την κοινωνική επιταγή, κάποια στιγμή τον ζήλεψαν για ό,τι είχε καταφέρει.

Και ο Ιωνάθαν, επέστρεψε. Όχι με διάθεση εκδίκησης. Αλλά με τη βαθύτερη επιθυμία, να δείξει το δρόμο. Να κάνει και τους άλλους γλάρους να καταλάβουν - όσους το επιθυμούσαν- ότι το θέμα δεν είναι να πετάς για το φαγητό. Το θέμα είναι να πετάς για τη χαρά του πετάγματος.

Το θέμα είναι να κρατήσεις το όνειρό σου και να παλεύεις γι αυτό, αδιαφορώντας για τις κατευθύνσεις που σου δίνουν γλάροι, που έμαθαν να κάθονται στα βράχια, μαλώνοντας μεταξύ τους για το φαγητό. Ο γλάρος Ιωνάθαν, ποτέ δεν έχασε την επαφή με το όνειρο.

Ή αν το θέλετε, ποτέ δεν έχασε την επαφή με το συναίσθημά του. Ή και πάλι αν το θέλετε, ποτέ δεν έχασε την επαφή με το αληθινό του Είναι.

Όλοι θα μπορούσαμε να είμαστε εν δυνάμει σαν το γλάρο Ιωνάθαν. Αρκεί να πιστέψουμε στο καλό που υπάρχει μέσα μας και να αναζητούμε την αλήθεια, με βάση αυτό. Στο δρόμο θα βρεθούν πολλοί γλάροι κάτω εκεί στο έδαφος που θα προσπαθήσουν να μας πείσουν για το αντίθετο.

Πως δηλαδή, το όνειρο δεν έχει σημασία. Πως αρκεί να εξασφαλίζεις την τροφή και τα υπόλοιπα δε μετράνε. Και είναι πολλοί αυτοί οι γλάροι. Τεράστια η πίεση που ασκούν. Αλλά καμιά πίεση δε μπορεί να συγκριθεί, με την βαθύτερη αίσθηση, πως έχω χάσει το δρόμο μου. Πως ακολουθώ τυφλά και κάνω απλά αυτό που μου λένε. Σε όλους μας, υπάρχει βαθιά μέσα μας ένας γλάρος Ιωνάθαν Λίβινγκστον..

https://www.periodiko.net/ο-γλάρος-ιωνάθαν-που-πετούσε-για-τη-χαρ/

 

Τετάρτη 13 Οκτωβρίου 2021

Ο νόμος του Λίντς και η βαρβαρότητα ως θέαμα

 


Ο νόμος του Λίντς και η βαρβαρότητα ως θέαμα

 

Λυντσάρισμα ή κατ'ευφημισμό Νόμος του Λυντς ή Λύντσειος νόμος ονομάζεται η συνοπτική διαδικασία που αναπτύχθηκε στις ΗΠΑ, κατά την οποία ο όχλος προβαίνει αμέσως και χωρίς καμία νομική διατύπωση στην εκδίκαση εγκληματία, καθώς και στην άμεση και "επί τόπου" (χώρου του εγκλήματος) εκτέλεση του ενόχου. Πρόκειται για μια μορφή αυτοδικίας και είναι παράνομη.

 

Ιστορία

 

 

Το όνομα της παράνομης αυτής τιμωρίας πιθανολογείται ότι προέρχεται από κάποιον γαιοκτήμονα (W. Lynch: 1742-1820) με το όνομα Λυντς, κάτοικο της πολιτείας Βιρτζίνια των ΗΠΑ, ο οποίος και είχε οργανώσει παράνομες ομάδες με σκοπό την άμεση τιμωρία με εκτέλεση των εγκληματιών και ιδιαίτερα των συμπαθούντων (loyalists) τους Άγγλους, κατά την Αμερικανική επανάσταση.

Αρχική εφαρμογή του Νόμου του Λυντς έγινε στις ΗΠΑ σε περίοδο έλλειψης τακτικών δικαστηρίων. Έτσι κατά το 1889 συνέβησαν περίπου 4000 λυντσαρίσματα στις νότιες πολιτείες και μία μόνο στην περιοχή της Νέας Αγγλίας. Τα 4/5 των θυμάτων ήταν Αφροαμερικανοί. Τα εγκλήματα για τα οποία λυντσαρίστηκαν τα θύματα αυτά ήταν 38% για ανθρωποκτονίες, 23% για απαγωγές ή απόπειρες απαγωγής, 7% για κλοπές, 6% για άδικες επιθέσεις, 2% για ύβρεις και 24% για άλλα αδικήματα.

Η συμμετοχή σε λυντσάρισμα τιμωρείται κατά τον αμερικανικό νόμο, αν και οι καταδίκες δεν έφθασαν το 1% των περιπτώσεων.

Κατά τα έτη 1882 - 1900 τα λυντσαρίσματα στις ΗΠΑ έφθαναν, κατ΄ έτος, από 96 μέχρι 231. Το 1945 σημειώθηκε ένα, ενώ το 1946 έφθασαν τα 6. Οι επανειλημμένες προσπάθειες όμως για την εξάλειψη αυτής της τιμωρίας με νομοθετικά μέτρα έβρισκαν την έντονη αντίδραση της αμερικανικής Γερουσίας. Το 1947 31 άτομα που είχαν προσαχθεί σε δίκη, τα οποία συμμετείχαν σε λυντσάρισμα στην πόλη Γκρίνσβιλ της Νότιας Καρολίνας, αθωώθηκαν, αν και κάποια από αυτά είχαν ομολογήσει τη συμμετοχή τους.

Σήμερα με τον όρο Λυντσάρισμα χαρακτηρίζεται η δολοφονία εγκληματία από πλήθος παρισταμένων συγγενών του θύματος ή άλλων προσώπων, πριν ακόμη επιληφθεί η δικαιοσύνη, δηλαδή προτού ολοκληρωθεί η δίκη.

 

Η βαρβαρότητα ως θέαμα

 


  

Του ΣΤΕΛΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΑΔΗ

«Ο λόγος που τον σκότωσαν ήταν για να διασκεδάσουν σκοτώνοντας τον και  παρακολουθώντας τον να αργοπεθαίνει».

Όταν ο Μπομπ Ντίλαν έγραψε την «Μπαλάντα του Εμετ Τιλ» (1962), το λιντσάρισμα των μαύρων στην Αμερική από ομάδες που έπαιρναν το νόμο στα χέρια τους είχε σταματήσει από το 1940. Αλλά στην πραγματικότητα συνεχιζόταν σε εξατομικευμένη μορφή, όπως μαρτυρεί η δολοφονία του δεκατετράχρονου Εμετ Τιλ από τους αδελφούς Μπράιαντ  και  Μίλαμ στο Μισισιπή, οι οποίοι υποστήριξαν ότι το θύμα είχε σφυρίξει πονηρά στη γυναίκα του πρώτου. Όταν η μητέρα του παιδιού άνοιξε το φέρετρο του στο Σικάγο, χιλιάδες άνθρωποι αντίκρισαν ένα αγνώριστο από τα βασανιστήρια πρόσωπο και ένα σώμα διάτρητο από σφαίρες. Παρ' όλη την κατακραυγή, οι δράστες αθωώθηκαν από ενόρκους που ήταν παρόντες και απολάμβαναν τη δολοφονία. Το λιντσάρισμα ήταν ανέκαθεν θέαμα!

Τις ρίζες, τα αίτια και τις επιπτώσεις αυτού του «θεάματος» εξετάζει η Εϊμι Λουίζ Γουντ, καθηγήτρια Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Ιλινόι, στο βιβλίο «Λιντσάρισμα και θέαμα» (εκδ. Πανεπιστήμιο Βόρειας Καρολίνας).

Από το 1880 καταγράφτηκαν 3.200 λιντσαρίσματα μαύρων στο Νότο, και δη στο «βαθύ Νότο», Τέξας, Γεωργία και Μισισιπή. Αν συνυπολογίσει κανείς τα λιντσαρίσματα των μαύρων που δεν καταγράφτηκαν πουθενά επειδή γίνονταν στην ύπαιθρο ή κρυφά, καθώς κι εκείνα ιθαγενών Αμερικάνων, Μεξικάνων, Κινέζων και λευκών μεταναστών, ο τελικός αριθμός είναι υπερδιπλάσιος. Συνήθως, τα θύματα πλήρωναν για εγκλήματα που είχαν διαπράξει άλλοι. Ακόμα κι αν είχε επιληφθεί η Δικαιοσύνη, οι κατηγορούμενοι αρπάζονταν βίαια από δικαστήρια, κρατητήρια ή φυλακές και «εκτελούνταν» δημόσια από τον όχλο.

 


Βασανισμός live

Σε μια εποχή που εκβιομηχάνιση και εκσυγχρονισμός διαφοροποιούσαν τις αξίες της παλαιάς τάξης πραγμάτων -πατριαρχία, Εκκλησία, αγροτική ελίτ- το λιντσάρισμα επιβεβαίωνε τη λευκή ανωτερότητα και την αρσενική κυριαρχία έναντι της κατωτερότητας των μαύρων, με την πολιτιστική δύναμη του θεάματος που προέρχεται από παραδόσεις δημοσίων εκτελέσεων και θρησκευτικών τελετουργιών. «Οι Ευαγγελιστές πίστευαν ότι ο Θεός τιμωρούσε την αμαρτωλή συμπεριφορά με τόσο εκδικητική οργή επειδή αντιπροσώπευε την ανθρώπινη άρνηση της ισχύος και της αγάπης του», γράφει η συγγραφέας.

Το θέαμα περιελάμβανε την προετοιμασία, το λιντσάρισμα και τη «μεθεόρτια» προβολή του. Άνθρωποι από τα πέριξ πεζή ή με άλογα, αλλά και από μακριά με αυτοκίνητα και τρένα, προσέτρεχαν για να παρακολουθήσουν «live» το βασανισμό, τις προσευχές, τον ακρωτηριασμό και τη θανάτωση στην αγχόνη ή την πυρά του «νέγρου εγκληματία», σε πλατείες ή προαύλια εκκλησιών. Δέκα χιλιάδες άτομα στη μία πόλη, 6.000 στην άλλη, ανεβασμένοι σε πεζούλια, δέντρα και ταράτσες σπιτιών, με μικρά παιδιά στους ώμους. «Τα πλήθη επευφημούσαν, αποδοκίμαζαν, χειροκροτούσαν, άρπαζαν σουβενίρ και, μερικές φορές, συμμετείχαν. Το λιντσάρισμα δεν πρόσφερε μόνο οπτική αίσθηση, αλλά ερέθιζε και άλλες αισθήσεις. Οι θεατές άκουγαν τις ομιλίες του όχλου των αυτουργών, τις φωνές του πλήθους, τις ομολογίες του θύματος και, πάνω απ' όλα, τις επιθανάτιες κραυγές του. Στις περιπτώσεις που το θύμα καιγόταν, το να παρακολουθείς ένα λιντσάρισμα σήμαινε και να το οσφραίνεσαι», αναφέρει η συγγραφέας που έχει μελετήσει τις εφημερίδες της εποχής.

Γύρω-γύρω, μικροπωλητές με παγωτά, αναψυκτικά, φρούτα και ξηρούς καρπούς, δημοσιογράφοι και φωτογράφοι που πουλούσαν φωτογραφίες από το λιντσάρισμα. Οι πιο «τυχεροί» έπαιρναν ένα κομματάκι από το σκοινί ή την αλυσίδα, ακόμα κι από τα κόκαλα ή τις τρίχες του νεκρού, για σουβενίρ! Όσοι έφταναν τις επόμενες μέρες έβλεπαν τον νεκρό (ή ό,τι είχε απομείνει) αιωρούμενο από κάποιο δέντρο ή τηλεγραφόξυλο και άκουγαν ιστορίες στα μπαρ ή τραγούδια που αναφέρονταν σε λιντσαρίσματα.

 


 

Με την πρόοδο του χρόνου, αυτές οι περιζήτητες φωτογραφίες που καθιστούσαν το γεγονός αναμφισβήτητο, άρχισαν να προκαλούν αντίθετα αποτελέσματα. Η Εθνική Ένωση για την Προαγωγή των Εγχρώμων Ανθρώπων (ΝΑΑCΡ) αποδείκνυε ότι αυτή η εικόνα της Αμερικής ήταν ντροπιαστική, αντίθετη στο νόμο και τη δημοκρατία. Η καταγγελία του φαινομένου ως ρατσιστικού ακόμα δεν συγκινούσε. Οι πρώτες ταινίες που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο για την παναμερικανική ευαισθητοποίηση και την εξάλειψη του λιντσαρίσματος, έχουν ως θύματα λευκούς, υπονοούν απαγχονισμούς και πυρές και δεν αναφέρονται καν στο Νότο, παρά μόνο πλαγίως. Όχι μόνο εξαιτίας πιθανών διαμαρτυριών, αλλά και γιατί ο κινηματογράφος, πέρα από τον αυτοέλεγχο του Χόλιγουντ (ΜΡΡDΑ), υφίσταται πολλαπλή αυστηρότατη λογοκρισία σε επίπεδο ομοσπονδιακό (ΡCΑ, 1934), πολιτειακό και τοπικό με αναρίθμητες επιτροπές λογοκρισίας, που απαγορεύουν την απεικόνιση του λιντσαρίσματος.

Η «Οργή», πρώτη ταινία του αυστριακού εμιγκρέ Φριτς Λανγκ με πρωταγωνιστή τον Σπένσερ Τρέισι, παρ' όλες τις περικοπές, γνωρίζει μεγάλη επιτυχία και δίνει ώθηση στον αγώνα για την κατάργηση του λιντσαρίσματος που αριθμούσε «έναν άνθρωπο κάθε τρεις μέρες επί 49 χρόνια» όπως καταγγέλλει ο εισαγγελέας στην ταινία, το 1936. Πολύ πριν ο Ντίλαν, το 1962, επισημάνει ότι «αυτό το πράγμα συμβαίνει ακόμα και σήμερα μ' αυτή την ντυμένη σαν φάντασμα Κου Κλουξ Κλαν».

Πηγή:

https://el.wikipedia.org/wiki/Λυντσάρισμα

Κ.Ε. επτά 7 /14.3.10