Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΥΣΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΥΣΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 27 Αυγούστου 2025

Ο Σκορσέζε και ο «ήσυχος Beatle»

 


Ο Σκορσέζε και ο «ήσυχος Beatle»

Στις 10 Ιανουαρίου του 1969, ο Τζορτζ Χάρισον ξυπνά, πηγαίνει στο στούντιο του Τουίνκενχαμ, κάνει πρόβα, και το μεσημέρι σημειώνει στο ημερολόγιό του –σαν τηλεγράφημα, σαν σκόρπιες λέξεις σε σπασμένο χαρτί– ότι… αποχώρησε από τους Beatles. Έπειτα γυρίζει σπίτι, και το απόγευμα παίζει μουσική σαν να μη συνέβη τίποτα. Έτσι απλά, σχεδόν αδιάφορα, ο πιο ήσυχος από τα ιδρυτικά μέλη της μεγαλύτερης μπάντας όλων των εποχών καταγράφει το γεγονός που θα μπορούσε να είναι η κορυφαία στιγμή ενός ντοκιμαντέρ. Και όμως, στο George Harrison: Living in the Material World του Μάρτιν Σκορσέζε, δεν είναι αυτή η κορυφή.

Ο Σκορσέζε, μετρ του αμερικανικού κινηματογράφου, δεν κυνηγά το προφανές. Αφιέρωσε πέντε ολόκληρα χρόνια για να μοντάρει όχι την ιστορία των Beatles, αλλά τη ζωή του ίδιου του Χάρισον. Όχι τον θρύλο, αλλά τον άνθρωπο. Το φιλμ, διάρκειας τρεισήμισι ωρών, δεν είναι μια καταγραφή της μουσικής διαδρομής του συγκροτήματος, αλλά ένα οδοιπορικό στην ψυχή ενός νεαρού από το Λίβερπουλ με το καστανό μαλλί «σαν τουρμπάνι», όπως θυμάται ο Μακάρτνεϊ.

 

Από το Λίβερπουλ στην αιωνιότητα

 

 

Ο Χάρισον βρέθηκε δίπλα στον Λένον και τον Μακάρτνεϊ χάρη σε μια παράδοξη ακρόαση στον επάνω όροφο ενός λεωφορείου. Ήταν εκείνος που πρόσθεσε κιθαριστικό βάθος στο νέο σχήμα. Αλλά στην πορεία, πρόσθεσε κάτι πολύ περισσότερο: υπαρξιακό βάθος. Δεν ήταν ο πιο θορυβώδης, ούτε ο πιο χαρισματικός στις δημόσιες εμφανίσεις. Κι όμως, η διαδρομή του καθόρισε τους Beatles – και μετά τη διάλυσή τους, έδωσε στη δική του σόλο καριέρα μια απροσδόκητη λάμψη, ιδίως με το θρυλικό άλμπουμ All Things Must Pass.

Ο Σκορσέζε, δέκα χρόνια μετά τον θάνατο του Χάρισον, επιστρέφει για να αφηγηθεί ολόκληρη τη ζωή του. Όχι με δόξες και τίτλους, αλλά με εικόνες, γράμματα, προσωπικές μαρτυρίες. Να φωτίσει έναν άνθρωπο που βυθίστηκε στα ψυχοτρόπα, που αγάπησε βαθιά, που αφιερώθηκε στον ινδουισμό, που έστησε την εταιρεία παραγωγής HandMade Films και που τελικά βρήκε καταφύγιο στην κηπουρική και στη σιωπή.

 

Η Ολίβια και τα κλειστά συρτάρια

 

 

Η δεύτερη σύζυγός του, η Ολίβια, για χρόνια αντιστεκόταν στις πιέσεις να ανοίξει τα συρτάρια με τα προσωπικά του αρχεία. Κράταγε κλειδωμένα τα γράμματα, τις φωτογραφίες, τις σημειώσεις που ο Χάρισον φύλαγε με σχολαστικότητα. Μέχρι που είδε το ντοκιμαντέρ του Σκορσέζε για τον Μπομπ Ντίλαν, No Direction Home. Τότε πείστηκε. Και όχι μόνο επέτρεψε την πρόσβαση, αλλά έγινε και παραγωγός του εγχειρήματος. Έτσι, στα χέρια του Σκορσέζε έφτασαν εικόνες και ενθύμια που αλλιώς θα είχαν μείνει για πάντα στη σκιά: η αλληλογραφία με τη μητέρα του, σπάνια βίντεο με τον Λένον, στιγμές από την προσωπική και μουσική του διαδρομή.

 

Οι συνομιλητές

 

 

Το ντοκιμαντέρ ξεχειλίζει από πρόσωπα που γνώρισαν τον Χάρισον: ο Έρικ Κλάπτον μιλά για τον έρωτά του στην Πάτι Μπόιντ· ο Φιλ Σπέκτορ εξομολογείται την τελειομανία του Χάρισον· τα αδέλφια του μιλούν για τα φτωχικά παιδικά τους χρόνια. Και βέβαια, υπάρχει η φωνή του ίδιου του γιου του, Ντάνι, που λέει με αφοπλιστική αθωότητα ότι, αν είχε μπροστά του τον πατέρα του, θα τον ρωτούσε πού χάθηκε τόσα χρόνια. Και ο Χάρισον θα του απαντούσε: «Εδώ είμαι. Ποτέ δεν έφυγα».

 

Ο Σκορσέζε βλέπει τον εαυτό του

 

 

Αλλά το πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι ο Σκορσέζε δεν κάνει απλώς μια ταινία για τον Χάρισον· κάνει μια ταινία και για τον εαυτό του. Έναν σκηνοθέτη μεγαλωμένο στη θορυβώδη Νέα Υόρκη, που κάποτε σκέφτηκε να γίνει ιερέας, και που πάντα κουβαλούσε μέσα του μια ανήσυχη μεταφυσική αγωνία. Βρίσκει στον Χάρισον έναν συνοδοιπόρο: έναν καλλιτέχνη που έζησε τη δόξα και τον πλούτο, αλλά έψαχνε αδιάκοπα κάτι πιο βαθύ.

Και κάπου εκεί, οι δύο άντρες συναντιούνται. Στην αγάπη για τη μουσική, για το σιτάρ, για τον Ραβί Σανκάρ. Στην πίστη ότι η Τέχνη –είτε με κάμερα είτε με κιθάρα– μπορεί να μιλήσει για τα πιο μύχια ερωτήματα της ύπαρξης.

 

Χιούμορ μπροστά στον θάνατο

 

 

Το φιλμ δεν ωραιοποιεί. Μιλά για τις εξαρτήσεις, για τις σκοτεινές στιγμές, για την απομόνωση. Αλλά δείχνει και το χιούμορ του Χάρισον, εκείνη τη λεπτή ειρωνεία που δεν τον εγκατέλειψε ούτε όταν ήταν στο κατώφλι του θανάτου. Ξαπλωμένος σε κάκιστη κατάσταση σε μια ελβετική κλινική, στην τελευταία του συνάντηση με τον Ρίνγκο Σταρ που είχε έρθει για μια βιαστική επίσκεψη και θα έφευγε εσπευσμένα για το Λos Αντζελες, όπου η κόρη του θα υποβαλλόταν σε εγχείρηση στον εγκέφαλο, χαριτολογώντας γύρισε και του είπε:  «Θες να 'ρθω μαζί σου;». Το περιστατικό το ανακάλεσε από την μνήμη του στο ντοκιμαντέρ, με δάκρυα στα μάτια, ο πρώην συνοδοιπόρος του και αυτή  ήταν η τελευταία φορά που μίλησαν οι δυο τους... ·

 

Ένας κινηματογραφικός ψαλμός

 

 

Το Living in the Material World είναι κάτι παραπάνω από ντοκιμαντέρ. Είναι ένας κινηματογραφικός ψαλμός. Μια λειτουργία που συνδυάζει εικόνες, μουσική, μνήμες και αποσπάσματα ζωής, για να σκιαγραφήσει όχι τον σταρ, αλλά τον άνθρωπο. Τον «ήσυχο Beatle» που, όσο ζούσε στον υλικό κόσμο, τόσο πιο πολύ έψαχνε να δει τι κρύβεται πέρα από αυτόν.

Και εκεί, στο σημείο που συναντιούνται οι δρόμοι του Σκορσέζε και του Χάρισον, το ντοκιμαντέρ αποκτά τη δική του ψυχή: γίνεται μια ιστορία πίστης, φιλίας και τέχνης, που μας υπενθυμίζει πως η αλήθεια δεν βρίσκεται στη λάμψη, αλλά στην αθόρυβη αναζήτηση του νοήματος.

Πηγή :

Πληροφορίες από το άρθρο «Ο ΚΑΤΑ ΣΚΟΡΣΕΖΕ ΤΖΟΡΤΖ ΧΑΡΙΣΟΝ» της ΤΑΤΙΑΝΑΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ από το «Κ» της Καθημερινής

 

Κυριακή 29 Ιουνίου 2025

Αρθούρος Ρουμπινστάιν :Το κύκνειο άσμα ενός θρύλου

 


Αρθούρος Ρουμπινστάιν :Το κύκνειο άσμα ενός θρύλου

Μια εξομολόγηση ζωής, τέχνης και ανθρώπινης αδυναμίας

Υπάρχουν καλλιτέχνες που γεννιούνται για να ερμηνεύσουν τη μουσική — και άλλοι που μοιάζουν να την κουβαλούν εντός τους, σαν φυσική τους γλώσσα, σαν πνοή και πεπρωμένο. Ο Αρθούρος Ρουμπινστάιν υπήρξε ένας από αυτούς τους ελάχιστους. Πιανίστας θρυλικός, κοσμοπολίτης, αιώνιος εραστής της ζωής, άνθρωπος των αντιφάσεων και της φλόγας, στα τελευταία του χρόνια δεν δίστασε να καταθέσει την αλήθεια του με τρόπο οξύ, γοητευτικό, ακόμη και προκλητικό.

Φτάνοντας στο τέλος της ζωής του τα ροδαλά μάγουλα του είναι πια ωχρά, τα άσπρα μαλλιά του δεν είναι πια τόσο φουντωτά, και τα αρθριτικά τον δυσκολεύουν στο περπάτημα. Αλλά ο Αρθούρος Ρουμπινστάϊν εξακολουθεί να είναι ο «γκράν σενιέρ» πού επιμένει να πάρει ο ίδιος το παλτό σας, έστω και αν ο θαλαμηπόλος στέκεται παραδίπλα για κάθε ενδεχόμενο. Επίσης είναι πάντα ο «μπόν βιβάν» πού οι αγάπες του —από τη μουσική και το φαγητό ως τα πούρα και τις γυναίκες— υπήρξαν λεγεώνα ολόκληρη.

Για τον κόσμο της μουσικής ο Ρουμπινστάιν υπήρξε ο πιανίστας με τον ξεχωριστό τόνο, την ευγενική, τραγουδιστή γραμμή και με την αναμμένη μέσα του φλόγα για κάθε είδους μουσική, από το Μπετόβεν και το Σοπέν ως το Στραβίνσκι

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Ρουμπινστάιν υπέφερε από μερική τύφλωση και από μεγάλη βαρηκοΐα από το ένα αυτί πού τον ανάγκασαν να εγκαταλείψει τις συναυλίες από το 1976. Αποσύρθηκε από τη σκηνή σε ηλικία 89 ετών τον Μάιο του 1976, δίνοντας το τελευταίο του κονσέρτο στο Γουίγκμορ Χολ, όπου είχε πρωτοπαίξει 70 χρόνια νωρίτερα.

Η τύφλωση όμως και η βαρηκοΐα δεν τον εμπόδισαν να γράψει τα απομνημονεύματα του που ο πρώτος τόμος τους, «Τα νεανικά μου χρόνια», υπήρξε μπέστ σέλλερ το 1973, και o δεύτερος, «Τα πολλά μου χρόνια», κυκλοφόρησε το 1980.

Βοηθός και σύντροφος του σ' αυτό το έργο, όπως και γενικότερα στη ζωή του κατά τα στερνά του χρόνια ήταν η Άνναμπελ Χουάιτστοουν, μια όμορφη ξανθιά Αγγλίδα 35 χρονών.

Η δημοσίευση του πρώτου τόμου της αυτοβιογραφίας του δεν προκάλεσε αντιδράσεις ενώ το αντίθετο συνέβηκε με τον δεύτερο τόμο εξ αιτίας της κρητικής σε ομότεχνους του που βρίσκονταν εν ζωή.

Στο δεύτερο τόμο των απομνημονευμάτων του ο Ρουμπινστάιν αναθυμάται τόσα πολλά πράγματα, ώστε η μνήμη του αποδεικνύεται πράγματι εκπληκτική    Ο   ίδιος   λέει:

— Για το ταλέντο μου αμφέβαλα μερικές φορές. Αλλά η μνήμη μου με άφηνε πάντοτε κατάπληκτο. Μιλούσαμε χτες με έναν Πολωνό φίλο, ο όποιος μού ανέφερε τον άλλο συνθέτη Πώλ Ντυκά και κάποιο κομμάτι πού είχε γράψει, για τις εξετάσεις των μαθητών του ωδείου. Αυτό έγινε το 1904 ή 1905. Το κομμάτι μου είχε αρέσει πολύ άλλα έκτοτε δεν είχα ξανακούσει να γίνεται λόγος γι αυτό. Και όμως κατάφερα τώρα να το παίξω στο πιάνο.

Ξετρελαμένος με την   Ανναμπέλ

 

Για την αναστάτωση πού προκάλεσε στην οικογενειακή του ζωή η παρουσία της  Ανναμπέλ, ο Ρουμπινστάιν λέει·

  Πήγαινε πολύ για τη γυναίκα μου να φύγει για την Αμερική. Η Ανναμπέλ είναι πολύ όμορφη και η γυναίκα μου ζήλεψε Είχαμε σκηνές. Η γυναίκα μου άρχισε να λέει ότι γύριζα εδώ κι εκεί με μια νεαρή κοπέλα και ότι οι εφημερίδες; είχαν αρχίσει τα κουτσομπολιά τους. Εδώ πού τα λέμε, είναι γελοίο να ζηλεύει κανείς έναν άνθρωπο ενενήντα τόσων   χρονών    δεν  νομίζετε;

Πάντως, φαίνεται ότι δεν το νόμιζε η σύζυγος του πιανίστα, η όποιο θεώρησε ότι ύστερα από τόσα χρόνιο η θέση της κλονιζόταν.

Σε μια συνέντευξή του με την Αναμπέλ να κάθεται σιωπηλά παραδίπλα του όσο μιλούσε, ο Ρουμπινστάιν είπε:

—Βλέπετε, τούτη η κοπέλα με φροντίζει όσο δε με φρόντισε κανένας ποτέ στη ζωή μου. Γράφει μαζί μου το βιβλίο μου, ακούει μαζί μου μουσική, μου μαζεύει τα βιβλία πού με ενδιαφέρουν και μου τα διαβάζει προσεκτικά. Μου είναι πολύ αφοσιωμένη και της αρέσει να βρίσκεται μαζί μου. Το δικαιούμαι αυτό, γιατί όχι; Φυσικά, είμαι ξετρελαμένος μαζί της, δεν υπάρχει αμφιβολία επ' αυτού. Αλλά ουδέποτε ζήτησα διαζύγιο Σας πληροφορώ ότι η γυναίκα μου έφυγε από εδώ, όπου ήμαστε και οι τρείς μας, με τρόπο απόλυτα ειρηνικό και σύντομα την περιμένουμε να γυρίσει.

Πέρα από την όποια αναταραχή στην οικογενειακή του ζωή, ο καινούριος τόμος των απομνημονευμάτων του Ρουμπινστάιν είχε και άλλους αντίκτυπους.

  Το γράψιμο τού πρώτου μου βιβλίου ήταν ευχάριστο επειδή όλοι οι άνθρωποι πού αναφέρω εκεί έχουν πεθάνει, παρατήρησε στην συνέντευξή του ο Ρουμπινστάιν. Αλλά με τούτο το βιβλίο μου θα δημιουργηθούν αμέσως φασαρίες. Δεν μου ήταν καθόλου ευχάριστο να γράψω για το Βλαντίμιρ Χόροβιτς και το Γιάσα  Χάιφετς   επειδή   ζουν  ακόμη.

Πάντοτε αισθανόμουν λίγο προσβεβλημένος από την υπεροπτική συμπεριφορά αυτών των ανθρώπων. Μου φέρνονταν σαν να ήμουν δορυφόρος τους, σαν   να  ήμουν   κατώτερος   στο   επάγγελμα μας.

Η επιτυχία στη   γαλαρία


Η αλήθεια είναι ότι στο «Πολλά μου χρόνια» ο Ρουμπινστάιν ταχτοποιεί ένα σωρό παλιούς λογαριασμούς. Αφηγείται, λόγου χάρη, πώς ο Χόροβιτς του ανταπέδωσε τη φιλοξενία του καλώντας τον, σπάνιο πράγμα, για νεύμα στο Λονδίνο και πως μετά έφυγε και πήγε στις ιπποδρομίες ενώ ο Ρουμπινστάιν είχε ταξιδέψει από το Αμστερνταμ για να τον συναντήσει

Ακόμη δηκτικότερα είναι τα άλλα πού λέει ο Ρουμπινστάιν στο βιβλίο του:

«Ο Χόροβιτς επέστρεψε στις αίθουσες των συναυλιών (το 1965) ως ο μεγάλος βιρτουόζος που ήταν πάντοτε. άλλα κατά τη γνώμη μου δεν προσφέρει τίποτε στην τέχνη της μουσικής».

Βαριές κουβέντες, πολύ βαριές. Μήπως θα μπορούσε ο Ρουμπινστάιν να δώσει   μερικές   εξηγήσεις;

— Ειλικρινά, απαντάει ο διάσημος πιανίστας, πιστεύω ότι εκείνο πού πάντοτε ενδιέφερε περισσότερο το Χόροβιτς ήταν η επιτυχία στη γαλαρία το χειροκρότημα και να του  λένε ότι είναι ο μεγαλύτερος πιανίστας της εποχής του. Κάποια στιγμή σκέφτηκα ακόμη και να εγκαταλείψω την καριέρα μου επειδή ποτέ δε θα μπορούσα να κάνω τα πράγματα πού έκανε εκείνος. Είχε κάτι περισσότερο από τεχνική. Είχε το χάρισμα να δημιουργεί ένα διαβολικό αποτέλεσμα: κάτι σαν αυτά που ακούμε για τον Παγκανίνι

Όταν ο Χόροβιτς πρωτόρθε στο Παρίσι, τη δεκαετία του "20, μείναμε  όλοι   με  ανοιχτό το στόμα  μπροστά του. Ύστερα από μια συναυλία του ένας δικός μου θαυμαστής ήρθε και μού είπε συγκαταβατικά: «Αρθούρε, η Βαρκαρόλα του Σοπέν θα είναι πάντοτε δική σου». Μπορείτε να το φανταστείτε ότι αυτό ήταν μαχαιριά για μένα. Ο Χόροβιτς έδινε αυτό το διάχυτο αίσθημα της δυνάμεως. Δημιουργούσε αυτό το τρομακτικό μαγικό αποτέλεσμα. Αλλά τώρα το έχει χάσει σε μεγάλο βαθμό: στο κάτω κάτω είναι πια 75 χρονών και είναι κάπως αργά.

Όσο για το Γιάσα Χάιφετς ο Ρουμπινστάιν είπε:

—Ήταν χειρότερος και από το Χόροβιτς στις σχέσεις του με τους ανθρώπους, γιατί δεν είχε καθόλου αγωγή και ήταν χαλασμένος ως το κόκαλο. Εκατομμύρια άνθρωποι του έλεγαν ότι είναι ο μεγαλύτερος βιολονίστας της εποχής του, και από μια άποψη είχαν δίκιο γιατί κανένας δεν είχε την ποιότητα του τόνου που είχε αυτός, τη δύναμη στις ψηλές νότες, αύτη την απίστευτη τελειότητα στην  τεχνική

 

Ο Στραβίνσκι ήταν προδότης!

 

Πικρότατη υπήρξε η απογοήτευση τού Ρουμπινστάιν από τις σχέσεις του με πάμπολλους εκτελεστές, σε αντίθεση   με τους συνθέτες.

— Οι συνθέτες πού γνώρισα (λέει): ο Προκόφιεφ, ο Στραβίνσκι, ο Σιμανόφσκι, ο Μιγιό, ήταν κατά κανόνα εξυπνότεροι άνθρωποι, περισσότερο   διαβασμένοι,   με   μυαλό.

Όχι ότι μερικοί από αυτούς δεν είχαν τις παραξενιές τους. Ο Στραδίνσκι λόγου χάρη έγραψε μια μεταγραφή του «Πετρούσκα» για πιάνο, για το Ρουμπινστάιν, που ο πιανίστας   την   εκτελούσε   επί   δεκαετίες στα ρεσιτάλ του, άλλα ουδέποτε την ηχογράφησε.   Γιατί;

—Επειδή ο Στραδίνσκι ήταν προδότης. Όταν χρειαζόταν κάποιον του έλεγε ότι είναι μεγαλοφυΐα. Κατόπιν τον παρατούσε.

Ωστόσο, ο «Πετρούσκα» αυτός, ηχογραφήθηκε κάποτε, αλλά ο Ρουμπινστάιν, όταν τον άκουσε πρόσφατα, τον βρήκε «χωρίς έμπνευση» για να εκδοθεί.

—Η μόνη μου μεταμέλεια, λέει ό Ρουμπινστάιν, είναι ότι είχα ένα χρέος από 100 τουλάχιστον έργα πού έπρεπε να τα είχα παίξει δημόσια, άλλα δεν το έκανα επειδή απλούστατα η τρομερή τεμπελιά μου με εμπόδισε να τα μάθω. Αφιέρωσα πάρα πολύ χρόνο στο διάβασμα βιβλίων αυτό υπήρξε το πάθος της ζωής μου. Η μελέτη στο πιάνο υπήρξε πάντοτε για μένα  μεγάλη δοκιμασία.

Εκείνο που ό Ρουμπινστάιν νοσταλγεί πάνω απ’ όλα ίσως είναι το ακροατήριο του.

   Το αγαπούσα το ακροατήριο μου, λέει, ήταν φίλοι μου, και νομίζω ότι το αισθάνονταν αυτό;

Παραδέχεται ωστόσο ο Ρουμπινστάιν ότι μερικοί άνθρωποι μπορούν να είναι αδιάφοροι απέναντι στην καλή   μουσική  και  ερμηνεία.

 

Κάτι μ’ έμαθε ο Πικάσο

 

   Ο Πικάσο, λέει ο Ρουμπινστάιν, ήταν ο πιο άμουσος άνθρωπος πού γνώρισα ποτέ μου. Ουδέποτε πήγε σε συναυλία κανενός από τους μεγάλους φίλους του: και γνώριζε τον Στραβίνσκι, τον Πουλένκ, εμένα και πολλούς άλλους. Όταν τού είπα κάποτε ότι παίζω Ισπανική μουσική πολύ καλά, μού είπε: «Αν μού προσφέρεις καφέ και κονιάκ, θα σ’ ακούσω: άλλα πρέπει να παίξεις κάτι  ισπανικό».

Δεν του έπαιξα ούτε Αλμπένιθ, ούτε Φάλλια, άλλα κάτι τραγούδια πού ήξερα από τους τορέρος και από τους τραγουδιστές των φλαμένκο. Ο Πικάσο μού είπε: «Όταν παίζεις αυτά τα πράγματα είναι σαν να βρίσκομαι σε ταυρομαχία. Πού τον βρήκες αυτόν τον ισπανικό τρόπο;». «Δεν ξέρω» τού είπα, «αλλά το νιώθω στο στομάχι μου». «Κι εγώ με το στομάχι μου ζωγραφίζω», είπε ο Πικάσο. Πράγματι, τις συγκινήσεις τις νιώθουμε στο στομάχι, όχι στην καρδιά.   Κάτι   μ’ έμαθε   και  ο  Πικάσο.

Ο Ρουμπινστάιν έβρισκε τον καιρό να ακούει τους νέους πιανίστες, όμως έλεγε για αυτούς πως θεωρεί ότι θα έπρεπε να ακούν τον εαυτό τους στο μαγνητόφωνο.  Έλεγε:

— Για μένα ο δίσκος τού γραμμοφώνου υπήρξε ο μόνος σοβαρός καθηγητής πού είχα στη ζωή μου; Κάθε φορά όπου άκουγα τον εαυτό μου να παίζει, έπαιρνα ένα μεγάλο μάθημα.

Σήμερα υπάρχουν πολλοί νεαροί πιανίστες πού αντιγράφουν τους καθηγητές τους ή τις ηχογραφήσεις άλλων καλλιτεχνών. Αυτό δεν είναι καλό. Θα έπρεπε να ακούνε τον εαυτό τους και να μη μένουν πολύ κοντά στους καθηγητές τους, αν έχουν ταλέντο. Πρέπει κανείς να στέκεται έγκαιρα στα πόδια του και να ανακαλύπτει  την προσωπικότητα του.

Ο Ρούμπινσταϊν, που μιλούσε καλά οκτώ γλώσσες θυμόταν ένα πολύ μεγάλο τμήμα του ρεπερτορίου, όχι μόνο του πιάνου, στη θαυμάσια μνήμη του. Σύμφωνα με τα απομνημονεύματά του, έμαθε το Symphonic Variations του Σίζαρ Φρανκ στο τραίνο καθ' οδόν για το κονσέρτο, χωρίς πιάνο, εξασκώντας τα περάσματα στο γόνατό του. Περιέγραφε τη μνήμη του ως φωτογραφική.

Ο Ρούμπινσταϊν είχε εξαιρετικά ανεπτυγμένες ακουστικές δυνατότητες, που του επέτρεπαν να παίζει ολόκληρες συμφωνίες στο μυαλό του. Τούτη την ικανότητα συχνά δοκίμαζαν οι φίλοι του, που του ζητούσαν να παίξει από μνήμης αποσπάσματα κάποιας όπερας.

Η αυτοβιογραφία του Ρούμπινσταϊν εκδόθηκε σε δύο τόμους: Τα χρόνια της νιότης μου (My Young Years, 1973) και Τα πολλά μου χρόνια (My many years, 1980). Πολλοί δυσαρεστήθηκαν από την έμφαση που δόθηκε σε προσωπικές ανέκδοτες ιστορίες περί μουσικής. Ο πιανίστας Εμάνουελ Αξ, ένας από τους μεγαλύτερους θαυμαστές του Ρούμπινσταϊν, απογοητεύτηκε βαθιά από το My Many Years: "Έως τότε," είπε στον Σαξ, "είχα κάνει τον Ρουμπινστάιν είδωλο. Ήθελα να ζήσω μια ζωή σαν τη δική του, με τα βιβλία μου το άλλαξε όλο αυτό.

Ο πιανίστας πέθανε στο σπίτι του στη Γενεύη της Ελβετίας κατά τη διάρκεια του ύπνου του, στις 20 Δεκεμβρίου 1982 σε ηλικία 95 ετών και το σώμα του αποτεφρώθηκε. Κατά την πρώτη επέτειο του θανάτου του μια λάρνακα με τις στάχτες του θάφτηκε στην Ιερουσαλήμ, έτσι όπως ζήτησε στη διαθήκη του, κάτι που χρειάστηκε σχετική διάταξη για το Δάσος της Ιερουσαλήμ.

Τον Οκτώβριο του 2007 η οικογένειά του δώρισε στη Σχολή Τζούλιαρντ εκτεταμένη συλλογή πρωτότυπων και αντιγράφων χειρογράφων, όπως και δημοσιευμένα έργα που είχαν κατασχεθεί από τους Ναζί κατά τον Β΄ Π.Π. από την κατοικία του στο Παρίσι. Εβδομήντα ένα αντικείμενα επιστράφηκαν στα τέσσερα παιδιά του και ήταν η πρώτη φορά που εβραϊκή περιουσία επιστράφηκε στους νόμιμους κληρονόμους.

 

 

Το 1974 ο Γιαν Γιάκομπ Μπιστρίτσκι καθιέρωσε τον διεθνή διαγωνισμό Άρτουρ Ρούμπινσταϊν κάθε τρία χρόνια στο Ισραήλ, με σκοπό την προώθηση νέων ταλέντων στο πιάνο.

Το έργο ζωής του Αρθούρου Ρουμπινστάιν δεν είναι μόνο οι ερμηνείες του· είναι και το ανεπιτήδευτο θάρρος με το οποίο στάθηκε απέναντι στον εαυτό του, στους ομοτέχνους του, στη φθορά, και τελικά στον θάνατο. Η αυτοβιογραφία του είναι μια συμφωνία εξομολογητική, όπου οι παύσεις μετρούν όσο και οι νότες. Είναι το αποτύπωμα ενός ανθρώπου που έπαιξε με πάθος, έζησε με πάθος και τελικά εξομολογήθηκε με ειλικρίνεια.

Το κύκνειο άσμα του δεν ήταν ένας ήπιος αποχαιρετισμός αλλά ένας τελευταίος, πεισματάρικος ύμνος στη ζωή. Κι όπως ο ίδιος είπε: «Ανακάλυψα πως αν αγαπάς τη ζωή, η ζωή θα σε αγαπήσει...» — μια φράση που, στο στόμα του Ρουμπινστάιν, δεν ακούγεται ρομαντική. Ακούγεται αληθινή.

 Πηγές

ΚΥΚΝΕΙΟ ΑΣΜΑ /ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 17.2.1980

https://en.wikipedia.org/wiki/Arthur_Rubinstein

chatgpt photos 

Πέμπτη 19 Ιουνίου 2025

Τζών Λέννον : Δώστε στην Ειρήνη μια ελπίδα


Τζών Λέννον : Δώστε στην Ειρήνη μια ελπίδα

Μια σφαίρα στη σιωπή

Ήταν 8 Δεκεμβρίου του 1980, όταν η νύχτα της Νέας Υόρκης πάγωσε ξαφνικά. Μια σφαίρα – τέσσερις, για την ακρίβεια – διέσχισαν τη σκοτεινή πρόσοψη του Dakota Building και γράφτηκαν ανεξίτηλα στην ιστορία. Ο Τζων Λέννον, ο άνθρωπος που τραγούδησε την ειρήνη με παιδική επιμονή, σωριάστηκε στο πεζοδρόμιο, λίγα μόλις μέτρα από το σπίτι του. Το σώμα του έσβησε γρήγορα. Η φωνή του, όμως, όχι.

Δεν σκοτώθηκε ένας σταρ. Δεν έπεσε μόνο ένας πρώην Beatle. Έσπασε ένας καθρέφτης μιας ολόκληρης εποχής, εκείνης που ακόμη τολμούσε να ονειρεύεται πως η μουσική μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, πως η αγάπη μπορεί να είναι επανάσταση.

Ο Τζων Λέννον έφυγε, μα πρόλαβε να μιλήσει. Σαν να ήξερε. Η φωνή του ηχογραφήθηκε για τελευταία φορά λίγες ώρες πριν σιγήσει για πάντα. Δεν ήταν αποχαιρετισμός. Ήταν υπενθύμιση. Ένα τελευταίο κάλεσμα στη ζωή, στην αγάπη, στην ειρήνη.

Και τώρα, αφήνουμε τον ίδιο να μιλήσει. Όπως τότε. Όπως πάντα.

 


 

Ο ΤΖΩΝ ΛΕΝΝΟΝ  ΜΙΛΑΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΑΦΟ ΤΟΥ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Λίγες μόλις ώρες πριν από τη δολοφονία του, στις 8 Δεκεμβρίου 1980, ο Τζων Λέννον – ένας από τους πιο εμβληματικούς και επιδραστικούς καλλιτέχνες του 20ού αιώνα – παραχώρησε την τελευταία του συνέντευξη στο ραδιοφωνικό δίκτυο RKO. Μέσα από τα λόγια του, ξεδιπλώνεται όχι μόνο η πορεία ενός καλλιτέχνη που άλλαξε το πρόσωπο της μουσικής, αλλά και η πορεία ενός ανθρώπου που πάλεψε για την ειρήνη, την αγάπη και την αλήθεια. Ο Λέννον μιλά για τη δεκαετία του ’60, για τις ελπίδες και τις απογοητεύσεις, για την αγάπη του για τη Γιόκο Όνο και τον γιο του, για την αποστασιοποίησή του από τη βιομηχανία της μουσικής και, τελικά, για την ίδια τη ζωή. Λόγια που, με την τραγική ειρωνεία της ιστορίας, ακούγονται σήμερα σαν αποχαιρετισμός.

Την ύστατη αυτή συνέντευξη την έδωσε ο Τζών Λέννον σε τρεις ρεπόρτερ τού ραδιοφωνικού δικτύου RΚΟ, και μεταδόθηκε στις 9 Δεκεμβρίου 1980. Είναι γεμάτη απροσδόκητες παρατηρήσεις και η προφητικότερή ίσως είναι αυτή για τη σχέση του με τη γυναίκα του Γιόκο Όνο: «Ελπίζω να πεθάνω πριν από τη Γιόκο. Γιατί αν ζήσω παραπάνω, δεν θα ξέρω πώς να επιζήσω, πώς να συνεχίσω.

Έτσι τέλειωσε τη συνέντευξη του. Τη μεταφέρουμε όπως μεταδόθηκε, χωρίς τις ερωτήσεις των δημοσιογράφων.

— Ή θα ζήσουμε ή θα πεθάνουμε. Αν είμαστε νεκροί, πρέπει να το πάρουμε απόφαση. Αν είμαστε ζωντανοί πρέπει να ζήσουμε σαν ζωντανοί τη ζωή μας.

  Το να φοβόμαστε για την Γουώλ Στρήτ (το χρηματιστικό κέντρο της Αμερικής) ή για το αν ή Αποκάλυψη θα έρθει με την μορφή κάποιου Μεγάλου   Τέρατος   δεν  ωφελεί.

  Μιλώ στ’ αγόρια και τις κοπέλες πού μαζί περάσαμε όλα αυτά πού περάσαμε, στις ομάδες της δεκαετίας τού '60 που επιβίωσαν του πολέμου (εννοεί τού Βιετνάμ, τού όποιου ο Λέννον υπήρξε σφοδρός πολέμιος), των ναρκωτικών, της πολιτικής, της βίας στους δρόμους. Να πού τα ξεπεράσαμε και είμαστε εδώ, κι αυτό το τραγούδι είναι για την Γιόκο και για όλες τις γυναίκες (εννοεί το τελευταίο του άλμπουμ «DOUBLE FANTASY»).

Η δεκαετία του "60


 

  Αυτά πού μάς έδειξε η δεκαετία τού ‘60 είναι οι υπευθυνότητες και οι δυνατότητες πού έχουμε. Δεν μιας έδωσε καμιάν απάντηση, μάς έδωσε μόνο μια ιδέα των δυνατοτήτων μας.

   Και στη δεκαετία τού "70 όλα πήγαν στράφι.

   Ίσως, στη δεκαετία τού '80, ο καθένας μας πει, εντάξει, ας προβάλλουμε πάλι την θετική πλευρά της ζωής.

  Το «Δώσε στην ειρήνη μιαν ευκαιρία» (“Give peace a chance” το γνωστό αντιπολεμικό τραγούδι των Μπήτλς πού ακουγόταν στην ταινία «Φράουλες και Αίμα» σχετικά με τις ταραχές στα αμερικανικά πανεπιστήμια για τον πόλεμο του ΒιετΝαμ) ήταν κυριολεκτικά η απάντηση πού μού ήρθε αυθόρμητα στο στόμα σ’ ένα δημοσιογράφο πού   με  ρώταγε  και   με ξαναρώταγε «που το πάτε; τικάνετε;»

Λοιπόν, αυτό πού λέω είναι δώστε στην ειρήνη μιαν ελπίδα. Όχι ότι έχω την απάντηση, ή μια νέα μορφή για την κοινωνία. Όχι, δεν έχω, ούτε και  νομίζω πώς  έχει  κανένας άλλος.

— Κανείς δεν μπορεί να είναι ο εαυτός του δημοσία. Το γεγονός άτι είσαι δημόσιο πρόσωπο σε κάνει επιφυλακτικό, ή  κάτι  παρόμοιο.

Η Γιόκο 'Ονο

ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΕΝΤΑΕΤΗ ΤΟΥ ΡΟΛΟ (1975 — 1980) σαν «οικοκυρά» της Γιόκο Όνο, δηλαδή ότι επί πέντε χρόνια αυτός ήταν πού φρόντιζε το σπίτι τους και μεγάλωνε τον γιο τους.

   Είμαι πιο φεμινιστής τώρα απ’ ότι όταν τραγουδούσα το «Ή γυναίκα είναι ο νέγρος». Τότε ήμουν φεμινιστής μόνο στη θεωρία άλλα τώρα νοιώθω ότι στα λόγια μου βρίσκεται η ζωή μου και ότι ζω στο ύψος των επαγγελιών  μου.

  Δεν θέλω να ξαναπουλήσω τη ψυχή μου για να κάνω ένα εμπορικό δίσκο. Ανακάλυψα πώς μπορώ να ζήσω και χωρίς αυτό, και πιο ευτυχής. Αλλά δεν πρόκειται να ξαναγυρίσω πίσω και να προσπαθήσω να φτιάξω ένα πρόσωπο πού δεν είμαι.

Παράσιτα στο ραδιόφωνο

ΣΤΟ   ΕΡΩΤΗΜΑ, γιατί τα τελευταία   αυτά   πέντε   χρονιά δεν έβγαλε ούτε ένα δίσκο:

— Ήταν σαν να έχει πάθει εμπλοκή το ραδιόφωνο κι έκανε παράσιτα. Δεν έπιανα τα σήματα καθαρά. Μετά 10, 15, 20 σχεδόν χρόνια με συμβόλαιο και με την υποχρέωση να παράγω δύο άλμπουμ το χρόνο και ένα μονό (SINGLE) κάθε τρεις μήνες... Ανεξάρτητα από το τι άλλο ήθελα να κάνω, ή από το πώς ήταν η οικογενειακή μου ζωή ή η προσωπική μου ζωή, το μόνο πού μέτραγε ήταν να παράγω τα τραγούδια πού ζήταγε το συμβόλαιο.

Μιλάω ατούς συνομηλίκους μου

ΣΧΕΤΙΚΑ με το τελευταίο του άλμπουμ, που κυκλοφόρησε μόλις δύο 'βδομάδες πριν από τον τραγικό του θάνατο:

Ελπίζω πώς θ’ αρέσει και στους νέους, άλλα βασικά μιλάω στους συνομηλίκους μου. Τους λέω, εδώ βρίσκομαι τώρα. Εσείς, που; Πώς πάει η σχέση σας; Ξεπεράσατε το "60; Δεν ήταν το "70 βαρετό; Εδώ είμαστε, ας φτιάξουμε την δεκαετία τού "80.

ΓΙ ΑΥΤΟΝ, τη γυναίκα του Γιόκο Όνο και τη σχέση τους με τα πράγματα:

— Σαν καλλιτέχνες, όταν μπαίνουμε μέσα στα πράγματα, μπαίνουμε βαθιά. Και θέλουμε να είμαστε βαθιά, και στις πρώτες γραμμές, αυτό λέγαμε πάντα σ' όλους, και αυτό κάνουμε και τώρα, να προωθούμε τα πράγματα ως τις έσχατες συνέπειες τους.

 


 
Η αγάπη

ΣΧΕΤΙΚΑ με την «αγάπη» πού υπήρξε πάντα η φιλοσοφία του:

  Είναι ο αγώνας ν’ αγαπήσω και να μ' αγαπήσουν και να το εκφράσω, κάτι που είναι θαυμάσιο. Έστω κι αν δεν είμαι πάντα ένας άνθρωπος πού αγαπάει, θέλω να αγαπώ όσο μπορώ.

ΓΙΑ τη ζωή γενικότερα:

   Επιζήσαμε τού πολέμου στο Βιετνάμ και του Γουώτεργκαίητ, των αναστατώσεων ενός κόσμου πού άλλαξε. Είμαστε οι χίπις στη δεκαετία του "60. Αλλά τώρα ο κόσμος δεν είναι σαν στο ‘60, έχει αλλάξει. Πηγαίνουμε προς ένα άγνωστο μέλλον, άλλα ζούμε ακόμη εδώ, ακόμη. Κι όπου υπάρχει ζωή υπάρχει ελπίδα.

Η μουσική

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΟΥΣΊΚΟΥΣ, για τη μουσική:

— Με μόνο δύο καλλιτέχνες δούλεψα για  πάνω από  μια   νύχτα. Με τον Πώλ Μακκάρτνεϋ και την Γιόκο Όνο. Και δεν θα μπορούσα να κάνω καλύτερη επιλογή. Άρχισα νά κάνω ροκ   έντ   ρόλ  γιατί   μου άρεσε πολύ.

Γιαυτό κατέληξα να γράψω ένα κομμάτι σαν το STARTING OVER (το πρώτο κομμάτι τού τελευταίου του άλμπουμ DOUBLE FANTASY), Ά λά Ελβις Πρίσλεϋ! Ξαναγύρισα στις ρίζες μου.

Η συνεργασία με τη Γιόκο

• ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ του με την Γιοκο Όνο στο τελευταίο του άλμπουμ:

—Αν δεν συνεργαζόμουνα μαζί της, δεν θα το έκανα καθόλου. Δεν με νοιάζει να βγάλω ένα άλμπουμ μόνος μου, να το γράψω μόνος μου και δεν μ' αρέσει να πηγαίνω στο στούντιο  μόνος   μου.

ΣΧΕΤΙΚΑ με το ύφος «σχολικού ρομάντσου» πού είπαν πολλοί ότι έχει ο δίσκος:

— Παρουσιαζόμαστε σαν ζευγάρι κι είναι χαρά να δουλεύεις με τον καλύτερο φίλο σου. Και δεν σκοπεύω να το σταματήσω. Όταν ήμουν μικρός είχα τη διάθεση να γίνω Πρίσλεϋ και να κυριαρχώ στο σώου. Τώρα θέλω να είμαι με τον καλύτερο φίλο μου, κι  ο καλύτερος  μου φίλος είναι ή γυναίκα μου. Ποιος θα ήθελε κάτι περισσότερο; Τό DOUBLE FANTASY είναι η αρχή μας, το πρώτο μας άλμπουμ, έστω κι αν έχουμε ξαναδούλεψει στο παρελθόν μαζί, έστω κι αν έχουμε ξανακάνει άλμπουμ μαζί. Αυτό όμως είναι πράγματι το πρώτο μας. Νοιώθουμε, νοιώθω, ότι τίποτε δεν έχει γίνει πριν  από σήμερα.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ τού κόσμου στην Γίόκο, όταν συνδέθηκε μαζί της, και για το είδος της δουλειάς της (πειραματικός κινηματογράφος):

— Λέγανε ότι αυτή η Γιαπωνέζα μάγισσα με τρέλανε κι έχασα τα μυαλά μου. Αυτή όμως έκανε ακριβώς το αντίθετο, με συνέφερε. Πριν να συναντηθούμε, ή Γιόκο διαμαρτυρόταν κατά τού πολέμου στο Βιετνάμ μέσα σ' ένα μαύρο σακί στην Τραφάλγκαρ Σκουαίαρ. Κατόπιν, κάτσαμε να συζητήσουμε κι αποφασίσαμε να ενώσουμε τον τύπο της μουσικής μου (SHE LOVES YOU YE YE YE) και τον τύπο της ειρήνης της (PEACE PEACE PEACE). Και αυτό πού θέλαμε να πούμε ήταν : «συναντηθήκαμε, ερωτευτήκαμε, τα μοιραστήκαμε όλα».

ΓΙΑ  ΤΗΝ   ΑΝΑΓΚΗ  ΤΟΥ για την Γιόκο. Για το 18μηνό «Χαμένο Σαββατοκύριακο», αυτός στο Λός Άντζελες κι αυτή στη Νέα Υόρκη (αναφέρεται στον 18μηνο χωρισμό τους, τον όποιο αποκαλεί «χαμένο Σαββατοκύριακο»).

— Δεν μπορούσα να ζήσω μακριά της, σαν ανθρώπινο πλάσμα. Κατακομματιάστηκα και συνειδητοποίησα το μέγεθος της ανάγκης μου γιαυτήν.


Η πατρότητα

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΤΡΟΤΗΤΑ (είχε ένα 17χρονο γιο από την πρώτη του γυναίκα Κύνθια, και έναν πενταετή, από τη δεύτερη γυναίκα του Γιόκο Όνο).

— Δεν προσπαθώ να είμαι ο πάνσοφος πατήρ πού όλα τα γνωρίζει και ουδέποτε χαμογελάει. Κανείς δεν τα ξέρει όλα, δεν μ' ενδιαφέρει αύτη η εικόνα, του παντογνώστη, και κανείς δεν γνωρίζει τα παιδιά. Κοιτάς τα βιβλία και βρίσκεις τόσες αλλιώτικες μεταξύ τους ιδέες. Μαθαίνεις από τα λάθη σου. Ήδη έχω κάνει πολλά λάθη. Τι άλλο μπορεί να  γίνει;

Δεν νοιώθω 40 χρονών. Νοιώθω σαν παιδί κι έχω τόσα πολλά καλά χρόνια μπροστά μου με την Γιόκο και τον γιό μας. (Και πρόσθεσε μετά μιας στιγμής σιγή). Τουλάχιστον έτσι  ελπίζουμε!

Ελπίζω να πεθάνω πριν από την Γιόκο. Γιατί αν ζήσω παραπάνω δεν θα ξέρω πώς να επιζήσω, πώς να συνεχίσω!

Η τελευταία συνέντευξη του Τζων Λέννον δεν είναι απλώς ένα χρονικό σκέψεων και εξομολογήσεων. Είναι ένα ανθρώπινο ντοκουμέντο. Ένας στοχασμός πάνω στη ζωή, την τέχνη, την πατρότητα, την αγάπη και τη φθορά. Μίλησε σαν κάποιος που είχε αποδεχτεί το παρελθόν, πάλευε με το παρόν και προσδοκούσε ένα καλύτερο μέλλον. «Ελπίζω να πεθάνω πριν από τη Γιόκο», είπε – μια φράση που, εκ των υστέρων, αποκτά συγκλονιστική βαρύτητα. Μέσα από τα λόγια του, ο Λέννον δεν αποχαιρετά μόνο μια εποχή. Απευθύνεται σε όλους όσους ακόμη ελπίζουν, ακόμη αγαπούν, ακόμη δημιουργούν. Και τελικά, όπως και ο ίδιος το πίστευε: όσο υπάρχει ζωή, υπάρχει ελπίδα.

ΠΗΓΗ

"ΤΑ ΝΕΑ" 15.12.1980 

ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ  CHATGPT