Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΚΕΨΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΚΕΨΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Απριλίου 2026

Η Ανάσταση του Χριστού και εμείς


Η Ανάσταση του Χριστού και εμείς

Δεύτε πάντες οι πιστοί, προσκυνήσωμεν την του Χριστού αγίαν Ανάστασιν·

ιδού γαρ ήλθε διά του Σταυρού χαρά εν όλω τω κόσμω

Υπάρχουν στιγμές που ο άνθρωπος στέκεται σιωπηλός απέναντι στη ζωή, σαν να περιμένει μια απάντηση που δεν έρχεται εύκολα. Κοιτάζει γύρω του τον κόσμο, τις χαρές που περνούν, τις σχέσεις που φθείρονται, τον χρόνο που δεν σταματά, και μέσα του γεννιέται ένα ερώτημα επίμονο: άραγε όλα αυτά έχουν νόημα ή χάνονται, όπως το φως που σβήνει στο τέλος της ημέρας;

Μέσα σε αυτή τη σιωπή ακούγεται, σχεδόν σαν ψίθυρος, η ιδέα της Ανάστασης. Όχι ως μια βεβαιότητα που επιβάλλεται, αλλά ως μια δυνατότητα που ζητά να την πλησιάσεις. Κι όμως, πόσο ξένη φαίνεται στην ανθρώπινη εμπειρία· πόσο δύσκολο είναι να πιστέψει κανείς ότι ο θάνατος δεν έχει τον τελευταίο λόγο.

Κι αν όμως δεν είναι έτσι; Αν ο θάνατος δεν είναι το τέλος, αλλά ένα πέρασμα; Αν η ζωή δεν είναι μια σύντομη παρένθεση μέσα στο κενό, αλλά μια πορεία που συνεχίζεται πέρα από αυτό που βλέπουμε;

Τότε όλα αλλάζουν.

Η μοναξιά παύει να είναι οριστική. Η αγωνία δεν είναι πια αδιέξοδο. Η αγάπη δεν είναι μια στιγμιαία λάμψη που χάνεται, αλλά κάτι που μπορεί να αντέξει στον χρόνο. Ο κόσμος δεν μοιάζει πια σαν μια σκηνή που στο τέλος αδειάζει, αλλά σαν ένας τόπος που κρύβει μια βαθύτερη αλήθεια.

Το πρόσωπο του Χριστού στέκεται τότε στο κέντρο αυτού του μυστηρίου. Όχι απλώς ως μια μορφή του παρελθόντος, αλλά ως μια παρουσία που προκαλεί. Τα λόγια Του δεν αφήνουν περιθώριο για εύκολες εξηγήσεις. Σε καλούν να αποφασίσεις: θα τα απορρίψεις ως αδύνατα ή θα τα δεχτείς ως αλήθεια που υπερβαίνει ό,τι γνωρίζεις;

Και κάπου εκεί, μέσα σε αυτή την εσωτερική πάλη, ανοίγεται ένας δρόμος. Όχι θορυβώδης, αλλά βαθύς και προσωπικός. Ένας δρόμος που δεν αποδεικνύεται με επιχειρήματα, αλλά φωτίζεται σιγά σιγά μέσα στην καρδιά.

Η Ανάσταση δεν έρχεται να λύσει όλα τα ερωτήματα. Έρχεται όμως να μεταμορφώσει τον τρόπο που τα κοιτάζεις. Να σου ψιθυρίσει ότι ίσως η ζωή δεν είναι μια τραγωδία χωρίς έξοδο, αλλά μια ιστορία που δεν έχει τελειώσει ακόμη.

Και τότε, ακόμη και μέσα στη φθορά και την αβεβαιότητα, γεννιέται κάτι απρόσμενο: μια ήσυχη ελπίδα. Σαν ένα φως που δεν επιβάλλεται, αλλά επιμένει. Σαν μια υπόσχεση ότι, τελικά, το σκοτάδι δεν είναι το τελευταίο κεφάλαιο.

Καλή Ανάσταση

Χρόνια Πολλά

 

Δευτέρα 19 Ιουλίου 2021

«Τι είν' η πατρίδα μας »

 


«Τι είν' η πατρίδα μας »

Θυμόμαστε - δεν θυμόμαστε ότι το ποίημα είναι του Ιωάννη Πολέμη, μπερδεύουμε - δεν μπερδεύουμε τα «άσπαρτα» βουνά με τα «άπαρτα», που μάλλον μας ακούγονται πιο ηρωικά, το σίγουρο είναι πως οι στίχοι :

Τί εἶναι ἡ πατρίδα μας; Μὴν εἶν᾿ οἱ κάμποι;
Μὴν εἶναι τ᾿ ἄσπαρτα ψηλὰ βουνά;
Μὴν εἶναι ὁ ἥλιος της, ποὺ χρυσολάμπει;
Μὴν εἶναι τ᾿ ἄστρα της τὰ φωτεινά; κ.τ.λ. κ.τ.λ., 

διεκδικούν τα πρωτεία της φήμης από ένα άλλο ποίημα του ίδιου ποιητή που συνεχίζει να πυροδοτεί συζητήσεις, εκείνο για το «Κρυφό Σχολειό». 

 
᾽Απ’ ἔξω μαυροφόρ’ ἀπελπισιά,
πικρῆς σκλαβιᾶς χειροπιαστό σκοτάδι
καί μὲσα στή θολόχτιστη ἐκκλησιὰ
(στήν ἐκκλησιά, ποὺ παίρνει κάθε βράδυ
τήν ὄψη τοῦ σχολειοῦ)
τὸ φοβισμένο φῶς τοῦ καντηλιοῦ
τρεμάμενο τά ὄνειρα τα ἀναδεύει
καί γύρω τὰ σκλαβόπουλα μαζεύει.

Τυπικά οι λαοί που έχουν ανάγκη, αλλά και χρέος, να αναρωτιούνται «τι είν' η πατρίδα τους» είναι όσοι βρίσκονται στα πρώτα στάδια της εθνογένεσής τους και κάποιος τρόπος πρέπει να βρεθεί για να συμπλεύσει ο νους και η καρδιά τους στη σύνταξη των πρώτων κεφαλαίων του εθνοαφηγήματός τους -κομμάτι δύσκολο βέβαια γιατί τα θερμά αισθήματα συνήθως λογοκρίνουν ή πνίγουν την ψύχραιμη σκέψη.

Τυπικά και πάλι, εμείς, περίπου διακόσια χρόνια μετά την Επανάσταση του 1821, δεν έχουμε λόγους να μπλέκουμε με το ερώτημα «τι είν' η πατρίδα μας» και τι εμείς. Ο χρόνος έκανε τη δουλειά του, στρογγύλεψε τα πράγματα, άμβλυνε τις αντιθέσεις, έκοψε τις αιχμές, τακτοποίησε τις αντιφάσεις, έδωσε υλική υπόσταση ακόμα και σε θρύλους, μας παρέδωσε με λίγα λόγια μια στρωμένη και ορθή Εθνική Ιστορία, επίσημη, για σχολική, στρατιωτική και εν γένει κρατική χρήση. Αλλά και μόνο το γεγονός ότι κάθε λίγο και λιγάκι πέφτουμε σε καβγά για το ποια πρέπει να είναι η διεθνής ονομασία της χώρας μας, Hellas ή Greece, καβγάς που ανακαλεί, έστω κι αν ενίοτε δεν τη γνωρίζει, την προ δύο αιώνων αντιμαχία των λογίων για το πως ταιριάζει να ονομαζόμαστε, Έλληνες, Γραικοί ή Ρωμιοί, φανερώνει ότι όσα μετράμε σαν λυμένα και αυτονόητα, ίσως δεν είναι· ότι δηλαδή η ιδεολογική σύγκρουση με αντικείμενο τον αυτοπροσδιορισμό μας είναι άπαυτη.

Δεν εννοούμε και δεν ζούμε όλοι με τον ίδιο τρόπο τις κρίσιμες λέξεις, «Έλληνες», «ελληνισμός», «πατρίδα», «πατριωτισμός». Ποτέ δεν τους αποδώσαμε την ίδια σημασία, ούτε καν όταν ο τόπος ταλανιζόταν υπό ξένο ζυγό ή τον σκίαζε τυραννία εσωτερική- ο επίσημος εθνικός μας αυτοπροσδιορισμός προϋπέθετε τον πόλεμο τόσο εναντίον των εξωτερικών εχθρών (οι οποίοι και χαρακτηρίζονταν κατώτεροι, αν όχι βάρβαροι) όσο και εναντίον των «εσωτερικών», οι οποίοι, σαν νοσούντες, αποκόπτονταν από τον υγιή εθνικό κορμό με διατάγματα, ιδιώνυμα, εκτοπισμούς, φυλακίσεις.

Για να μη βγαίνουμε έξω από την Ιστορία γλιστρώντας προς τις βολικές περιοχές της μεταφυσικής και της υπερβατικότητας, οφείλουμε να μη λησμονούμε πως δεν έλειψαν ποτέ όσοι, βέβαιοι ότι τυγχάνουν οι μόνοι φορείς των γνήσιων γονιδίων και οι αυθεντικοί εκφραστές της ελληνικότητας, κήρυσσαν «βδελυρούς», «μιάσματα» ή «εθνοπροδότες» τους άλλους, τους αντιπάλους τους στο πεδίο της πολιτικής και της ιδεολογίας. Κι αν δεν τους έστελναν πάντοτε σε νησιωτικούς «Παρθενώνες» προς σωφρονισμό, φρόντιζαν, ακόμα και σε καιρούς δημοκρατίας, όπως σήμερα, να βάζουν μπροστά τη μηχανή του στιγματισμού και του αποκλεισμού: «εκάςοι βέβηλοι», εκάς οι μαγαρισμένοι και μαγαρίζοντες, τα μισαδάκια της ελληνικότητας...

Η ελληνομετρία διατηρεί αμείωτους τους οπαδούς της, αφού πάντοτε ξεφυτρώνουν όλο επιθετικότητα οι «γνήσιοι» και «καθαροί»· και ευτυχώς που πια, οδηγημένοι και από τον Καβάφη, ξέρουμε τι να υποθέτουμε όταν ακούμε για «το χρέος προς την πατρίδα και άλλα ηχηρά παρόμοια».

Και μιας και βρισκόμαστε στον χώρο της ποίησης, ας πω και τούτο: Τιμώ τον Διονύσιο Σολωμό και τον Κωστή Παλαμά ως εθνικούς ποιητές (και) για λόγους για τους οποίους κάποιοι θα είχαν ίσως την όρεξη να τους αναθεματίσουν σαν ανθέλληνες ή, τέλος πάντων, σαν ενδοτικούς «θολοκουλτουριάρηδες». Τον μεν Ζακύνθιο για το υψηλό εκείνο «ο altra cosa» («ή κάτι άλλο») που πρόσθεσε, μέσα σε παρένθεση, στη γνωστότατη (αλλά φαλκιδευμένα μνημονευόμενη) προτροπή του: «Κλείσε στην ψυχή σου την Ελλάδα (ο altra cosa) και θα αισθανθείς  μέσα σου να λαχταρίζει κάθε είδος μεγαλείου». Τον δε Μεσολογγίτη για τον συντονισμό του με το ρεύμα της πραγματικής και όχι της μυθοπλασμένης Ιστορίας, όπως την αποκαλύπτουν οι εξής οχληροί για τους γαλαζοαίματους στίχοι του: «Στο αίμα μου κρατώ κι από μια στάλα / ξένες κι οχτρές κάθε λογής πατρίδες. / Και βουργάρα η ψυχή μου και τουρκάλα». Παραδόξως, ακόμα δεν έχει κηρυχθεί εκστρατεία αναδρομικής  διόρθωσης επί το εθνοπρεπέστερον του σολωμικού και του παλαμικού έργου. Αλλά ποτέ δεν είναι αργά.

Από το άρθρο «Τι είν' η πατρίδα μας » - ξανά του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ στην Καθημερινή

 

Πέμπτη 9 Απριλίου 2020

Βία πάνω στην πόλη και βιαιότητα επί των πολιτών



Βία πάνω στην πόλη και βιαιότητα επί των πολιτών

Κατά το πρόσφατο παρελθόν διαπιστώθηκε, και τούτο χωρίς ίχνος αμφιβολίας, μια έξαρση της διακινούμενης βίας πάνω στις πόλεις και τα χωριά και τις χώρες του πλανήτη. Η πρώτη και κυρίαρχη ένδειξη περί αυτής της κατάστασης είναι αυτό που σεμνότυφα ονομάζεται οικονομική κρίση, αλλά πιο απλά θα μπορούσε να ονομαστεί η κρίση ενός πολιτικοοικονομικού συστήματος, του οποίου κύριο χαρακτηριστικό είναι ο διαρκής προσπορισμός κερδών και ο άκρατος καταναλωτισμός, αυτό που οι καλοί χριστιανοί των επτά θανάσιμων αμαρτημάτων θα ονομάζανε απληστία. Τούτη δε η απληστία έχει έναν και μόνον αποδέκτη, δηλαδή τους μη έχοντες και μη κρατούντες. Από εκεί και πέρα είναι γελοίες οι διαμαρτυρίες περί βιαιοτήτων και βανδαλισμών, όταν η πρώτη βιαιότητα επί των πολιτών συνίσταται από αυτά καθεαυτά τα προϊόντα της κρίσης.
Πέρα από τα πρόσφατα αυτά γεγονότα, οι τοπικοί -πλην όμως παγκοσμιοποιημένοι- πόλεμοι συνεχίζουν να ανθούν, ενισχύοντας όλο και περισσότερο την ηθική του σε-απευθείας-μετάδοση-από-την-τηλεόραση- πολέμου. Το ζήσαμε με τη Γιουγκοσλαβία, το ζήσαμε με το Ιράκ, το ζήσαμε με το Αφγανιστάν και -ως κερασάκι επί της τούρτας- καταστήκαμε άφωνοι μάρτυρες ενός καινούργιου επεισοδίου του «πολέμου» στην Παλαιστίνη.
Οι ψυχαναλυτές ζουν και δρουν μέσα στην κοινωνία και δεν δικαιούνται να είναι αδιάφοροι, γιατί η κοινωνική ή και η πολιτική κρίση κατ' αρχήν τους αφορά άμεσα γιατί -και κυρίως- τους βάλλει ενδοψυχικά και συγχρόνως αφορά και τους ασθενείς τους. Για όσους από εμάς ζήσανε τον Μάη του '68 και ξέρουν τι σήμαινε εκείνη η κοινωνική κινητοποίηση -που σωστά ονομάστηκε εξέγερση- ξέρουμε επίσης πως διασπασμένοι οι τότε ψυχαναλυτές στη Γαλλία, οι μεν κρατούσαν ουδέτερη στάση, πολλοί συμμετείχαν στα γεγονότα και κάποιοι -ευτυχώς μια μειοψηφία- κατέκριναν την εξέγερση.
Και όμως, οι ψυχαναλυτές έχουν ένα πρότυπο, τον ιδρυτή του επιστημονικού κλάδου τους, τον Φρόιντ, που ποτέ δεν αδιαφόρησε για τα γεγονότα της εποχής και της κοινωνίας και του τόπου του, συνέπασχε με τους Αυστριακούς συμπατριώτες του και είχε γράψει εγκαίρως παρατηρήσεις μεγάλης αξίας γύρω από τον πόλεμο. Αλλά αυτό που θέλουμε εδώ να θυμίσουμε είναι ότι όταν στην καρδιά μιας βαθιάς παγκόσμιας οικονομικής κρίσης -μετά το κραχ του 1929- η Κοινωνία των Εθνών δημιούργησε τις προϋποθέσεις για έναν διάλογο μεταξύ διανοούμενων για την ειρήνη, ο «κοσμοπολίτης του πολιτισμού» Φρόιντ απάντησε θετικά σε σχετικό γράμμα του Αϊνστάιν, που στάλθηκε το 1932. Με έναν τρόπο τραγικό ο Φρόιντ παρατηρούσε ότι ναι μεν είναι ειρηνιστής -και είναι ειρηνιστής γιατί πιστεύει στη δημοκρατία και ότι ο νόμος είναι η δύναμη μιας κοινότητας-, αλλά παρόλα αυτά και παρόλη την εξέλιξη του πολιτισμού που στηρίζεται πάνω στην τιθάσευση της βίας, οι καταστροφικές δυνάμεις του ανθρώπου, εν τέλει η ενόρμηση θανάτου, αρχίζει να παίζει κυρίαρχο ρόλο και καταστρέφει τα πάντα, την υφή και την υπόσταση του Ανθρώπου και του πολιτισμού του.
Σε αυτό, λοιπόν, το δοκίμιο με τον γνωστό τίτλο Warum Krieg, φαίνεται απαισιόδοξος για το ποιες δυνάμεις μπορούν να επικρατήσουν. Ο Φρόιντ πέθανε τον Σεπτέμβριο του 1939 και δεν πρόλαβε να υπάρξει και αυτός τραγικός μάρτυρας της θηριωδίας του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και να μάθει πως σχεδόν όλοι οι Αριοι -Γερμανοί ψυχαναλυτές- πλην ενός, συνέχισαν να συνεργάζονται με το Ψυχαναλυτικό Ινστιτούτο του Βερολίνου υπό ναζιστική διεύθυνση και μετά τον διωγμό των Εβραίων Ψυχαναλυτών. Εν τέλει για τον άθεο, εβραϊκής καταγωγής, Φρόιντ που είχε μια δηλωμένη συναισθηματική σχέση με τη γη της Παλαιστίνης, θα μπορούσαμε να αμφιβάλλουμε για το κατά πόσον θα επεφύλασσε μια ειδική και θετική μεταχείριση στις κυβερνήσεις του νεόκοπου εβραϊκού κράτους.
Και ενώ οι Γερμανοί ψυχαναλυτές απεδείχθησαν πολιτικά οπορτουνιστές, οι Γάλλοι συνάδελφοί τους, όλων των πολιτικών πεποιθήσεων, αυτολογόκριναν όλες τις δημόσιες δραστηριότητές τους, όσο ο πόλεμος κρατούσε και διαρκούσε η κατοχή μεγάλου μέρους της Γαλλίας από τους Ναζί, οι δε Αγγλοι ψυχαναλυτές έλαβαν ενεργό μέρος στις προσπάθειες της χώρας τους να αντισταθεί στους Ναζί. Η πολιτικοποίηση του ψυχαναλυτικού κινήματος δεν είναι καινούργια ούτε συγκεντρώνει την ομοφωνία των ποικίλων σχολών ψυχαναλυτών. Απλό δείγμα τα γεγονότα, που διαδραματίστηκαν στην, υπό στρατιωτική δικτατορία, Αργεντινή
Ακριβώς, και τηρουμένων βεβαίως των αναλογιών, η βία πάνω στην πόλη, με όλες τις παρενέργειες που είναι γνωστές σε όλους, με αυτό που και πάλι σεμνότυφα ονομάζονται σκάνδαλα και που δεν είναι τίποτε άλλο παρά τα απόνερα μιας ομαδικής ανομίας μέσα σε μια κοινωνία, η βία δεν συνίσταται μόνο στην οικονομική καταπίεση, όχι μόνον στη λεκτική βία αλλά φτάνει και στην αβασάνιστη χρήση σωματικής και ένοπλης βίας, που καταλήγει σε τραυματισμούς και στην αφαίρεση νεανικών ζωών. Η όποια συζήτηση περί διαλεκτικής σχέσης μεταξύ βίας της πολιτείας και βιαιοτήτων του πληθυσμού είναι συζήτηση εκ του πονηρού. Στα γραφεία τους οι ψυχαναλυτές δέχονται καθημερινά ανθρώπους που τους έχει κατατροπώσει το καταναλωτικό φάντασμα και τα υπέρογκα χρέη και επιπλέον ζουν όχι πια με τον εφιάλτη της ανεργίας, αλλά με τη βεβαιότητά της. Δεν προτείνουμε ότι οι ψυχαναλυτές καλούνται να κάνουν μια ομαδική κίνηση αντίστασης ή οτιδήποτε σχετικό, αλλά θεωρούμε ότι στοιχειώδες μας καθήκον είναι η συνειδητοποίηση και η εγρήγορση, έτσι όπως θα έλεγε και ο Φρόιντ, για να μην ισοπεδωθούν όλες οι κατακτήσεις του ανθρώπινου πολιτισμού.

Από άρθρο του κ. Θανάση Τζαβάρα* στην Καθημερινή.
* Ο κ. Θανάσης Τζαβάρας είναι ψυχίατρος, καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

https://www.kathimerini.gr/713410/opinion/epikairothta/arxeio-monimes-sthles/via-panw-sthn-polh-kai-viaiothta-epi-twn-politwn
 

Δευτέρα 29 Ιουλίου 2019

Οι νεκροθάφτες της θυμήθηκαν τη μεσαία τάξη


του Κώστα Μητρόπουλου από τα "ΝΕΑ"


Οι νεκροθάφτες της θυμήθηκαν τη μεσαία τάξη
Του ΜΕΝΕΛΑΟΥ ΓΚΙΒΑΛΟΥ
Αναπληρωτή καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών
Την τελευταία ιδιαίτερα περίοδο, οι φορείς και τα κέντρα εξουσίας του αποκαλούμενου «συστημικού-νεοφιλελεύθερου τόξου» ανακάλυψαν ξαφνικά τη μεσαία τάξη, επιδιώκοντας να διαμορφώσουν ένα κοινωνικοπολιτικό υποκείμενο ικανό να συμπαραταχθεί μαζί τους στον υπέρ πάντων αγώνα κατά του ΣΥΡΙΖΑ. Γι’ αυτό και ο όρος «μεσαία τάξη» ξεχειλώνεται σαν λάστιχο, προκειμένου να ικανοποιήσει τόσο τους επιμέρους κομματικούς στόχους όσο και τη στρατηγική της «Μεγάλης Παλινόρθωσης».
Η ΝΔ ως άλλοθι της -μη αντιστρεπτής- ακροδεξιάς της μετάλλαξης ενεργοποιεί τους όρους της Κεντροδεξιάς και ολοφύρεται για την αποδυνάμωση της μεσαίας τάξης, την οποία άλλωστε έπληξαν καίρια τα νεοφιλελεύθερα-μνημονιακά προγράμματα. Ενώ, παράλληλα, το μόρφωμα της Κεντροαριστεράς αναζητεί (μέσω αγωνιωδών επικλήσεων) από τη μεσαία τάξη να αναλάβει αυτή τον ρόλο του κοινωνικού υποκειμένου του νέου εγχειρήματος… Από το ΠΑΣΟΚ και τα συμπαρομαρτούντα συστημικά μορφώματα ζητείται κοινωνική βάση, αφού από την εποχή του Καστελλόριζου μέχρι σήμερα η μεγάλη κοινωνικοπολιτική πλειοψηφία που στήριζε το ΠΑΣΟΚ το εγκατέλειψε οριστικά.
Γι’ αυτό και ο όρος «μεσαία τάξη» είναι τουλάχιστον αμφιλεγόμενος, όταν αναφερόμαστε μάλιστα στην ελληνική πραγματικότητα και στην ιστορική της εξέλιξη.
Η αδύναμη αστική τάξη
Θα πρέπει, πριν απ’ όλα, να επισημάνουμε ότι στη χώρα μας δεν υπήρξε -και δεν υπάρχει- μια αυτόνομη αστική τάξη με συνείδηση του ρόλου της, ικανή να διαμορφώσει τα ευρύτερα εθνικά, οικονομικά και κοινωνικά πλαίσια, να επιβάλει τη δική της ιστορική κουλτούρα. Δεν υφίσταται συνεπώς ένα συνεκτικό, αυτόνομο υποκείμενο, με συνείδηση της ιστορικής του ύπαρξης και του ιστορικού του ρόλου, με την έννοια που προσδίδει στην ανάλυση των τύπων της ταξικής συνείδησης ο μεγάλος διανοητής Γκ. Λούκατς.
Η πρόσδεση και η -εν πολλοίς- εξάρτηση από το κράτος, η αδυναμία συγκρότησης μιας αυτόνομης παραγωγικής, εθνικής δομής είχαν ως συνέπεια την υιοθέτηση ενός μεταπρατικού, συμπληρωματικού ρόλου από τα αστικά στρώματα που δεν μπόρεσαν να συγκροτήσουν ένα ιστορικό υποκείμενο. Ιδιαίτερα οι αναλύσεις τόσο του αείμνηστου Κωστή Μοσκόφ όσο και του Κωνσταντίνου Τσουκαλά αλλά και πολλών άλλων αξιόλογων ερευνητών έχουν προσδιορίσει με απόλυτη ευκρίνεια και ακρίβεια τη φύση, τον ρόλο και την ιστορική εξέλιξη της εγχώριας αστικής τάξης.
Η μεσαία τάξη αποτελεί, με κάποιον τρόπο, εξέλιξη και μορφοποίηση του βιομηχανικού καπιταλισμού του 20ού αιώνα, γι’ αυτό η θέση και ο ρόλος της αναδεικνύονται ιδιαίτερα μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν στις δυτικές κοινωνίες κυριάρχησε το πρότυπο του κοινωνικού κράτους.
Στις ανεπτυγμένες αυτές κοινωνίες η αστική τάξη και τα μεσαία στρώματα αλληλοεπικαλύπτονται ως έναν βαθμό στις οικονομικοκοινωνικές τους λειτουργίες. Ταυτόχρονα, και μάλιστα μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980, τα εργατικά, υπαλληλικά και μικροαστικά στρώματα, διανύοντας μια πορεία οικονομικής και κοινωνικής ανέλιξης, διευρύνουν το πλαίσιο της αποκαλούμενης «μεσαίας τάξης». Την εποχή της διευρυμένης αναπαραγωγής και της κατανάλωσης ο όρος «μεσαία τάξη» δεν προσδιορίζει μόνο το οικονομικό κεφάλαιο αυτών που εντάσσονται στην κοινωνική αυτή κατηγορία αλλά αναβαθμίζει το κοινωνικό τους κεφάλαιο (τους προσδίδει κοινωνική αναγνώριση και καταξίωση) και παράλληλα, ως έναν βαθμό, και το πολιτιστικό τους κεφάλαιο.
Φύση και δομή της «μεσαίας τάξης»
Στη χώρα μας, κατά τα ειωθότα και σ’ αυτό το επίπεδο, η επέκταση της αποκαλούμενης «μεσαίας τάξης» συντελέσθηκε με ατελή και στρεβλό τρόπο. Στο πλαίσιο της μεσαίας τάξης συναθροίσθηκαν ανώτερα και ανώτατα υπαλληλικά στελέχη, επιχειρηματίες μεγαλύτερου ή μικρότερου βεληνεκούς, μικρομεσαίοι και πετυχημένοι ελεύθεροι επαγγελματίες όπως και μεσάζοντες και μεταπράτες από το ευρύ (και πάντα απρόσιτο) κύκλωμα της παραοικονομίας. Θα επισημάνουμε ότι συνδετικός ιστός του τύπου αυτού της μεσαίας τάξης ήταν το εισόδημα και ο πλούτος, χωρίς να διαμορφώνονται ευρύτερα θεσμικά, κοινωνικά ή πολιτισμικά πλαίσια ικανά να συγκροτήσουν μια συνεκτικότερη δομή τάξης.
Γι’ αυτό και η μεσαία τάξη, με την εντυπωσιακή διεύρυνσή της, θεωρήθηκε ως θεμέλιο σταθερότητας του συστήματος, ενώ παράλληλα αποτέλεσε το πεδίο διεκδίκησης των κομμάτων της διακυβέρνησης στη χώρα μας, αφού οι όποιες μετακινήσεις συντελούνταν στο εσωτερικό της μεσαίας τάξης καθόριζαν σε μεγάλο βαθμό την έκβαση των εκλογικών αναμετρήσεων.
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η σημασία και η πρωτοκαθεδρία της μεσαίας τάξης αρχίζει να αποδυναμώνεται και να εκπίπτει με την επικράτηση του νεοφιλελεύθερου προτύπου, την πλήρη ενσωμάτωση της σοσιαλδημοκρατίας (που αντιπροσώπευε ένα σοβαρό τμήμα της μεσαίας τάξης), με την αποδυνάμωση του κοινωνικού κράτους και -κυρίως- με την ανάπτυξη ενός απηνούς ανταγωνισμού που διαπέρασε και αποσυγκρότησε εσωτερικά ένα σοβαρό τμήμα της παραδοσιακής μεσαίας τάξης.
Το νέο σύστημα συμφερόντων, το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο και οι γιγάντιες επιχειρήσεις δεν χρειάζονται πλέον τη μεσαία τάξη ως κοινωνικό τους θεμέλιο και υποστήριγμα. Έχουν αλλάξει οι μορφές και οι τύποι νομιμοποίησης των μεγάλων αυτών συμφερόντων και των κομματικών τους διαχειριστών: Οικονομική και κοινωνική εξαθλίωση, αυταρχισμός, «Νόμος και Τάξη», ανασφάλεια και πλήρης αβεβαιότητα για το μέλλον, δημιουργία καθεστώτος μιας οιονεί διακινδύνευσης… Αυτά είναι τα πολιτικά και ιδεολογικά επιχειρήματα και εφόδια της σύγχρονης, νεοφιλελεύθερης-χρηματοπιστωτικής εξουσίας.
Γι’ αυτό και η αποκαλούμενη «μεσαία τάξη» γνωρίζει μια σοβαρή κρίση σε μια σειρά ευρωπαϊκών χώρων, μια κρίση που συνδέεται άμεσα με την κατάρρευση των παραδοσιακών κομμάτων διακυβέρνησης και με την αναβίωση ενός νέου τύπου εθνικισμών και παντοειδών ρατσισμών. Γιατί πέραν της οικονομικής κατάρρευσης της μεσαίας τάξης αποδυναμώθηκε καίρια και το δημοκρατικό-αστικό πρόταγμα πάνω στο οποίο θεμελιώθηκε και εξελίχθηκε ο βιομηχανικός καπιταλισμός τις τελευταίες δεκαετίες.
Ο ολετήρας των Μνημονίων
Στη χώρα μας, όπου η αποκαλούμενη «μεσαία τάξη» δεν διέθετε αυτόνομες και αυτοδύναμες παραγωγικές δομές, τα Μνημόνια και οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές οδήγησαν στη ραγδαία κατάρρευσή της. Η τεράστια απώλεια του ΑΕΠ, η πλήρης συρρίκνωση του εισοδήματος, η κατάρρευση ολόκληρων -μείζονος οικονομικής σημασίας- τομέων, όπως αυτού της οικοδομής, το κλείσιμο (μέσα σε τρία χρόνια) εκατοντάδων χιλιάδων επιχειρήσεων, η κρίση των ελεύθερων επαγγελμάτων συνιστούσαν και συνιστούν και σήμερα τις βασικές αιτίες της αποδυνάμωσης της μεσαίας τάξης και της κατάρρευσης ορισμένων τμημάτων της.
Με άκρατο τρόπο, τα Μνημόνια και τα νεοφιλελεύθερα προγράμματα από τη μια πλευρά φτωχοποίησαν το μεγαλύτερο τμήμα των κατώτερων κοινωνικοοικονομικών στρωμάτων, ενώ ταυτόχρονα προλεταριοποίησαν και υποβάθμισαν μια σοβαρή μερίδα της μεσαίας τάξης.
Στην πραγματικότητα, τα Μνημόνια και οι νεοφιλελεύθεροι διαχειριστές τους διαμόρφωσαν ευδιάκριτες, ταξικού χαρακτήρα, αντιθέσεις στο εσωτερικό της ίδιας της μεσαίας τάξης… Γιατί πέραν της οικονομικής, εισοδηματικής συρρίκνωσης διέλυσαν τον ίδιο τον παραγωγικό-οικονομικό ιστό της ύπαρξης και αναπαραγωγής της.
Γι’ αυτό και για πρώτη φορά τις δύο τελευταίες δεκαετίες μεγάλο τμήμα της μεσαίας τάξης πολιτικοποιήθηκε βίαια και αναγκάσθηκε να συνειδητοποιήσει τον ρόλο του, τη θέση του απέναντι στην κυρίαρχη σύγκρουση που διεξαγόταν και διεξάγεται μεταξύ των νεοφιλελεύθερων-συστημικών συμφερόντων και της μεγάλης κοινωνικής, πολιτικής πλειοψηφίας.
Μεσαία τάξη: Υπάρχει μέλλον;
Ασφαλώς, η ανασυγκρότηση της μεσαίας τάξης, η αποκατάσταση των ρηγμάτων στο εσωτερικό της δεν μπορεί παρά να συνδεθεί με την παραγωγική και αναπτυξιακή πορεία της χώρας. Σίγουρα δεν μπορούμε να επανέλθουμε στο παρελθόν, σε πρότυπα, συμπεριφορές και δραστηριότητες που είτε ξεπεράσθηκαν από τις εξελίξεις είτε οδήγησαν, ως έναν βαθμό, στην κρίση.
Σίγουρα, μια σύγχρονη ανάπτυξη απαιτεί νέες αποδοτικές παραγωγικές δραστηριότητες, εξειδικευμένες χρηματοδοτήσεις, ευρύτερες συνεργασίες δημοσίου και ιδιωτικού τομέα με στοχευμένες δράσεις. Γιατί καμιά ανάπτυξη δεν προκύπτει με επενδύσεις εξ ουρανού, αλλά, αντίθετα, οικοδομείται στη βάση, βήμα προς βήμα, μέσα από ένα συντονισμένο σχέδιο, με σαφείς στόχους και σύγχρονα παραγωγικά και χρηματοοικονομικά εργαλεία.
Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να προωθηθεί η ανάπτυξη εάν δεν διαμορφωθεί μια ευρύτερη κοινωνικοοικονομική και πολιτική συμμαχία, η οποία θα περιλάβει στις τάξεις της και την πλειοψηφία της μεσαίας τάξης, που επλήγη από τα Μνημόνια. Η παραδοσιακή καθαρότητα της ταξικής κοινωνικής διάρθρωσης και της κοινωνικής ιεραρχίας δεν υφίσταται σήμερα. Γι’ αυτό και κάθε κοινωνικός, πολιτικός και ιδεολογικός διαχωρισμός στο εσωτερικό της ευρύτατης αυτής κοινωνικοπολιτικής πλειοψηφίας είναι τουλάχιστον επικίνδυνος για τη συνοχή και την προοπτική τους.
Η επιβολή μιας σειράς δυσβάστακτων και στην πλειοψηφία τους άδικων φόρων, σε συνδυασμό τόσο με την τεράστια έκταση της φοροδιαφυγής, της φοροκλοπής, της μαύρης οικονομίας, του «μαύρου» χρήματος, οδήγησαν σε ασφυξία, σε ένα πρωτοφανές αδιέξοδο τμήματα της μεσαίας τάξης. Υπήρξε και υπάρχει ένα καθεστώς εσωτερικής αναδιανομής εισοδήματος και πλούτου μεταξύ τμημάτων της μεσαίας τάξης και των χαμηλότερων εισοδηματικών στρωμάτων. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένα εισόδημα της τάξης των 20.000 ευρώ και των 25.000 ευρώ κατατάσσει μια οικογένεια στη μεσαία τάξη… Δεν επιτρέπεται να δημιουργούνται κοινωνικοί και ιδεολογικοί διαχωρισμοί, όταν η ίδια η οικονομική και κοινωνική βάση της μεγάλης πλειοψηφίας είναι συγκλίνουσα ή και ταυτόσημη…
Γι’ αυτό και η εσωτερική αναδιανομή των βαρών είναι όχι μόνο κοινωνικοοικονομικά αδιέξοδη αλλά και παράγει πολιτικές και κομματικές αντιθέσεις.
Η σταδιακή μείωση της υψηλότατης φορολογίας οφείλει να αποτυπωθεί δεσμευτικά σε ένα συγκεκριμένο σχέδιο, σε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα και να μην εξαντλείται σε αφηρημένες υποσχέσεις και ευχολόγια, ώστε η καθήλωση, η απογοήτευση, η απελπισία να βρουν μια ελπιδοφόρα διέξοδο, μια σαφή προοπτική.
Η πολιτική και ηθική διαχείριση της κρίσης, ο σεβασμός στους πολίτες, η εντιμότητα, η διαφάνεια (μια ταλαιπωρημένη έννοια), η δικαιοσύνη στα βάρη και στις ευθύνες αποκτούν μια ιδιαίτερα κρίσιμη σημασία, ίσως μεγαλύτερη, και την όποια οικονομική τους πτυχή και απόδοση. Γι’ αυτό και θα πρέπει να αποτελέσουν την προμετωπίδα της κυβερνητικής στρατηγικής.
Όσο για τους κομματικούς νεκροθάφτες της μεσαίας τάξης, που τη θυμήθηκαν σήμερα, ας κατανοήσουν ότι αυτοί που καταστράφηκαν από τα Μνημόνια και τις ΜΝΗΜΟΝΙΑΚΕΣ πολιτικές τις οποίες τα κόμματα που κυβέρνησαν τον τόπο υπηρέτησαν ως ζηλωτές διατηρούν τουλάχιστον και την κρίση και την αξιοπρέπειά τους αλλά και τη νοημοσύνη τους.
Διασκευή από παλαιότερο άρθρο στο ΠΑΡΟΝ

Κυριακή 28 Ιουλίου 2019

Γιώργος Πρεβελάκης : Στο DNA μας υπάρχει μια αμφιθυμία



Στο DNA μας υπάρχει μια αμφιθυμία

Της Μαργαρίτας Πουρνάρα

«Δεν καθορίζουμε εμείς την ιστορία. Η ιστορία μας πέφτει στο κεφάλι. Τώρα θα συνειδητοποιήσουμε αν η τελευταία τριακονταετία κατάφερε να διαβρώσει τους «γενετικούς» πολιτιστικούς κώδικες που διαθέτουμε ως Έλληνες». Η συζήτηση με τον Γιώργο Πρεβελάκη, καθηγητή Γεωγραφίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και Γεωπολιτικής στο Ινστιτούτο Πολιτικών Σπουδών, ξεκινά με ορμή.
Τα ερωτήματα γεννιούνται από τη συνεχή και ενδιαφέρουσα αρθρογραφία του στον ελληνικό και τον γαλλικό Τύπο, όπου ακολουθεί ένα διαφορετικό αναλυτικό πλαίσιο απέναντι στην ελληνική κρίση. Με τη νηφαλιότητα που του δίνει ο ξενιτεμός, με δίψα για την ουσία και κυρίως την άποψη ότι υπάρχει περιθώριο για έναν νέο πατριωτισμό, ο Πρεβελάκης μας προσφέρει μια διαφορετική γωνία θέασης της σημερινής δύσκολης κατάστασης.
Με σπουδές αρχιτεκτονικής και πολεοδομίας, ο ανιψιός του λογοτέχνη Παντελή Πρεβελάκη, ο οποίος ζει στο Παρίσι από τη δεκαετία του '80, επανατοποθετεί την Ελλάδα στον ιστορικό, πολιτιστικό και γεωπολιτικό χάρτη του κόσμου, βλέποντας την ελληνική ιδιαιτερότητα ως το μεγαλύτερό μας διαπραγματευτικό πλεονέκτημα. Ο Πρεβελάκης αισθάνεται την ανάγκη να θέσει εξαρχής μια χρονική αφετηρία: «Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια διαρκή περιδίνηση από την εποχή των Βαλκανικών Πολέμων, με πολέμους, εμφύλιες συρράξεις και καταστροφές που άφησαν τραύματα στον πληθυσμό. Η μεταπολίτευση έφερε μια μεγάλη αλλαγή: θεωρήσαμε ξαφνικά και αυθαίρετα ότι είμαστε ασφαλείς ως μέλη του ΝΑΤΟ, ότι μπορούμε να χαρούμε μια ανέξοδη ευημερία χάρις στην Ε. Ε. Επρόκειτο σαφώς για μια λανθασμένη εκτίμηση, που μας έκανε να γυρίσουμε την πλάτη σε δύσκολα θέματα, να μην αναρωτηθούμε ποιοι είμαστε και πώς οργανώνουμε την κοινωνία μας. Είναι τα θεμελιώδη ερωτήματα που ξεπήδησαν με την κρίση και επανέφεραν πικρίες και εντάσεις για τη χρήση (και την κατάχρηση) του εθνικισμού και του πατριωτισμού».
Η διανόηση απέτυχε
Για τον καθηγητή, ο εθνικισμός και ο πατριωτισμός -δύο εξίσου δαιμονοποιημένοι όροι- παραμένουν τα θεμέλια της πολιτικής οργάνωσης: «Η γεωγραφία μας δίνει μια πειστική απόδειξη καθώς βλέπει τον χώρο διαμερισμένο. Το οριοθετημένο εδαφικό σύστημα αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία μπορεί να στηθεί μια δημοκρατική κοινωνία. Έχουμε ανάγκη τόσο την υλική οριοθέτηση, δηλαδή τα σύνορα, όσο και την πνευματική, δηλαδή τη γνώση του ποιος ανήκει στην ίδια ομάδα με εμάς. Ο πατριωτισμός και ο εθνικισμός έχουν πολιτιστικές αναφορές. Παλαιότερα, λ. χ., υπήρχε η ψευδαίσθηση -την οποία σήμερα απορρίπτουμε ως ρατσιστική- της ύπαρξης μιας κοινότητας αίματος. Η μυθολογική συγκρότηση της πολιτισμικής βάσης του πατριωτισμού εξελίσσεται συνέχεια σε όλα τα έθνη. Η επεξεργασία της είναι το πιο δημιουργικό έργο της διανόησης. Η διανόηση πρέπει να μεταβολίσει αυτό το υλικό, διότι ο μετασχηματισμός του καθορίζει την προσαρμογή της κοινωνίας στο περιβάλλον που αλλάζει. Αν οι διανοούμενοι δεν επιτελούν αυτή τη λειτουργία, η κοινωνία μένει στάσιμη, παρακμάζει και βουλιάζει από τις επιδράσεις του περιβάλλοντος. Αν αντιθέτως οι διανοούμενοι είναι πολύ ανοιχτοί και δεν σέβονται την προαναφερθείσα αναγκαιότητα για οριοθέτηση, τότε αναπτύσσονται φυγόκεντρες δυνάμεις και ανταγωνιστικοί μύθοι, που πάλι μπορεί να διαλύσουν την κοινωνία» τονίζει στην «Κ».
Στην Ελλάδα τι έγινε; «Καταφέραμε να πάσχουμε και από τα δύο κακά. Διαθέτουμε και τους υπέρμαχους ενός αρτηριοσκληρωτικού εθνικισμού αλλά και μια διανόηση τόσο ανοιχτή σε διεθνή ρεύματα και στη γενική αμφισβήτηση -όπως ήταν λογικό να συμβεί στον χώρο της αριστεράς μετά τον Εμφύλιο- που αγνοεί την ανάγκη για τον εθνικό μύθο, μια ζωογόνο δύναμη για την κοινωνία. Δεν είναι τυχαίο ότι η διανόηση και η τέχνη παραμένουν μουγγές στη χώρα μας, που δοκιμάζεται από την κρίση».
Ανάμεσα σε Ανατολή - Δύση
Στην αρθρογραφία του ο Πρεβελάκης κάνει συχνά λόγο για μια θεμελιώδη αντίφαση στην ελληνική ψυχή, που μας οδηγεί σε μια περίεργη αντιμετώπιση της Δύσης. «Η Ευρώπη βλέπει την Ελλάδα σαν τη χώρα -θεματοφύλακα της αρχαίας κληρονομιάς, η οποία έχει τεράστια σημασία για την ταυτότητα της Γηραιάς Ηπείρου. Επάνω στην αρχαιοελληνική αναφορά θεμελιώθηκε η νεωτερικότητα, δηλαδή η επανάσταση της Ευρώπης έναντι ενός κόσμου όπου κυριαρχούσε η θρησκευτική προσέγγιση. Όμως η Ελλάδα το διαχειρίζεται κατά τρόπο σχιζοφρενικό, το τεράστιο πνευματικό κεφάλαιο της αρχαιότητας. Το εκμεταλλεύεται κατ' επανάληψη (από την Ελληνική Επανάσταση ως την ΕΟΚ και τους Ολυμπιακούς), αλλά ταυτόχρονα το βλέπει ως μορφή πνευματικής αποικιοκρατίας της Δύσης. Αυτό συμβαίνει διότι η ελληνική ψυχή είναι ανατολική. Το υλικό από το οποίο αποτελείται ο Έλληνας είναι οι Ρωμιοί, δηλαδή Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Από αυτούς μια μεγάλη ομάδα ήταν ελληνόφωνοι που συνυπήρχαν με τους Αλβανόφωνους, τους Βλαχόφωνους κ. ά. Στο πολιτισμικό γενετικό μας υλικό υπάρχει μια αμφιθυμία που δημιουργεί έχθρα απέναντι στην αρχαιότητα. Την αντιπαθούμε διότι την βλέπουμε σαν στοιχείο δυτικής ηγεμονίας. Άρα την αντιμετωπίζουμε με κυνισμό, ως ένα εμπορεύσιμο αγαθό. Οι Δυτικοί από την άλλη έχουν μια πολύ ισχυρή θετική αναπαράσταση για το μεγαλείο της αρχαιότητας και τους Νεοέλληνες ως συνεχιστές της παράδοσης αυτής. Αυτός είναι και ο λόγος που το στερεότυπο καταρρέει εύκολα όταν γνωρίζουν την πραγματικότητα στη σύγχρονη Ελλάδα, από το 1821 μέχρι σήμερα. Και έτσι ο φιλελληνισμός γίνεται μισελληνισμός. Υπάρχουν κύκλοι στον τρόπο με τον οποίον η Δύση βλέπει την Ελλάδα, από την εξιδανίκευση μέχρι την ταπείνωση. Όμως ας μείνουμε σε κάτι πολύ ουσιαστικό. Η σχέση ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Δύση είναι πάντα φορτισμένη και το ελληνικό θέμα είναι ζωτικής σημασίας για τους Δυτικούς.


Η κατάσταση αρχίζει να χαλάει από το ’81 και μετά
Σύμφωνα με τον Πρεβελάκη, η αρχαιότητα είναι το πρώτο από τα τρία επίπεδα τα οποία συναποτελούν την ελληνική κουλτούρα, δηλαδή τη διανόηση και την τέχνη. «Το δεύτερο επίπεδο είναι οι μεγάλες πνευματικές μορφές της Ελλάδας που κάνουν την εμφάνισή τους στον Μεσοπόλεμο. Άνθρωποι που έχουν ζήσει τις τραγωδίες, έχουν συγκλονιστεί από τη Μικρασιατική Καταστροφή, τον Εμφύλιο κ.λπ. Και οδηγούνται σε έναν θεμελιακό προβληματισμό για τη σχέση του πολιτισμού τους με την επεκτατική Δύση. Εδώ ακριβώς παίζει ρόλο η ελληνική ιδιαιτερότητα. Αυτή έγκειται στο ότι δεν έχουμε ένα σαφές σύνορο ανάμεσα στον δικό μας και τον δυτικό πολιτισμό, καθώς υπάρχει ένα κοινό στοιχείο, η αναφορά στον ελληνισμό.
Σε εμάς η επαφή με τον ελληνισμό έρχεται αδιάλειπτα μέσα από την εκκλησία, τον συντηρητικό θεσμό που προστάτευσε την ελληνική γλώσσα από τη φθορά. Στη Δύση, η σχέση με τον ελληνισμό έρχεται από την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό. Ο Σεφέρης, γνήσιος εκπρόσωπος της εποχής στην οποία αναφέρομαι, καταφέρνει να κινηθεί σε διαφορετικούς χώρους και χρόνους, προσφέροντας μια συνέχεια ούτε ως Ανατολικός ούτε ως Δυτικός, αλλά ως Έλληνας. Όλοι οι μεγάλοι διανοούμενοι είχαν αυτό το κύριο υλικό, την ένταση ανάμεσα σε Ανατολή και τη Δύση, το οποίο κατάφεραν να μετασχηματίσουν σε μύθο.
Το τρίτο επίπεδο είναι η εκδημοκρατισμένη κουλτούρα, η οποία κυριάρχησε τη δεκαετία του ’60. Εκεί έπαιξε ρόλο η αριστερή διανόηση που πρέσβευε ότι ο πολιτισμός πρέπει να γίνει κτήμα του λαού και εκλαΐκευσε την τέχνη. Έτσι, μορφές όπως ο Μίκης Θεοδωράκης γίνονται οι ενδιάμεσοι ανάμεσα στη λαϊκή μάζα και την υψηλή τέχνη. Το ίδιο έγινε και με τον ελληνικό κινηματογράφο εκείνης της εποχής και εν μέρει με τη λογοτεχνία. Συνυπήρχαν λοιπόν στην Ελλάδα τα τρία επίπεδα: η παρακαταθήκη της αρχαιότητας, τα μεγάλα μυαλά που μόχθησαν να γεφυρώσουν τον ελληνικό πολιτισμό με τη Δύση και η υψηλή τέχνη που έγινε κτήμα του λαού.
Ο μιμητισμός της Δύσης
Η κατάσταση αρχίζει να χαλάει από το ’81 και μετά, διότι εκλείπουν τα στοιχεία αυτά. « Η αντιπαράθεση και η διαλεκτική ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή εξαφανίζεται προς όφελος του μιμητισμού της Δύσης. Οι ηγεσίες στέλνουν το μήνυμα πως οτιδήποτε ανήκει στον δικό μας πολιτισμό είναι ξεπερασμένο. Ο Κώστας Σημίτης ενσαρκώνει αυτήν την τάση. Έτσι, χάνουμε τον πλούτο, το καύσιμο του ελληνικού πολιτισμού. Η προσαρμογή στο ευρωπαϊκό μοντέλο δεν είναι μια απλή υπόθεση. Ο λαός υιοθετεί τα πιο επιφανειακά στοιχεία, παραμορφώνοντάς τα. Οι Έλληνες πίστεψαν ότι για να γίνουν Ευρωπαίοι πρέπει πρώτα να γίνουν καταναλωτές. Με τον ίδιο τρόπο άνθησε και η αριστερή διανόηση στην Ελλάδα, εν μέρει και ως μιμητισμός του τι συνέβαινε εκτός συνόρων. Στην Ευρώπη η διανόηση δεν ήταν αποκλειστικά αριστερή, όμως αυτός ο χώρος είχε μεγαλύτερη προβολή. Μας άρεσε να αντιγράφουμε ό,τι γυάλιζε».
Η Ελλάδα στο κέντρο
Πολλοί ισχυρίζονται ότι πρέπει να αναζητήσουμε την αιτία των σημερινών δεινών στην ίδια μας την ιστορία, την τουρκοκρατία, τον εμφύλιο, τη χούντα, σε μια σειρά τραυματικών εμπειριών που ακόμα μας επηρεάζουν. Τι πιστεύει ο Γιώργος Πρεβελάκης;
« Δεν θα έλεγα ότι η τύχη του ελληνισμού είναι χειρότερη από των άλλων λαών. Μάλλον καλύτερη είναι. Συμφωνώ με τον ιστορικό Μαρκ Μαζάουερ, ο οποίος λέει ότι πρέπει να αντιστρέψουμε τα δεδομένα και να δούμε πως κάθε σημαντικό γεγονός της ευρωπαϊκής ιστορίας επικεντρώνεται στην Ελλάδα. Συνεπώς η χώρα μας δεν είναι στο περιθώριο αλλά στο κέντρο. Μέχρι σήμερα πιστεύαμε ότι όταν οι Έλληνες επαναστάτησαν το 1821, οι Ευρωπαίοι τους συνέδραμαν από χρέος για την αρχαιοελληνική κληρονομιά και από φιλανθρωπία. Δεν είναι έτσι. Εκείνη την εποχή αναπτύσσεται στην Ευρώπη ο νεοκλασικισμός που είναι ζωτικός για τη νέα ιδεολογία. Ακόμα και αν δεν υπήρχαν οι Έλληνες θα έπρεπε να τους εφεύρουν.
Να μια θεώρηση που μας βγάζει από την υπανάπτυξη και τη μειονεξία του ευρωπαϊκού νότου για να μας βάλει κατευθείαν σε μια νέα απροσδόκητη θέση! Αν το συνειδητοποιήσουμε, τότε θα καταφέρουμε να ανασυγκροτηθούμε, σε μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο της ιστορίας μας. Εισερχόμαστε σε μια φάση αναβρασμού, σε ένα σκηνικό ρευστότητας. Θα αναζητήσουμε την ταυτότητά μας με σπασμωδικές αντιδράσεις, με την απειλή φαντασμάτων από το παρελθόν, με ακραίες αντιδράσεις, με ερωτήματα που προς το παρόν δεν έχουν απάντηση. Είναι φυσικό να συμβεί αυτό. Τα τελευταία 30 χρόνια απωλέσαμε την ικανότητά μας να αναρωτιόμαστε. Νομίζαμε ότι όλα τα προβλήματα ήταν λυμένα. Οι διανοούμενοι μας πρόδωσαν διότι έπαψαν να επιτελούν έργο και ο πληθυσμός νόμιζε ότι μπορεί να ζει συνεχώς πολυτελώς και ευχάριστα. Ζούσαμε σε μια επίφαση ελευθερίας, με φαινόμενα λογοκρισίας. Τώρα, η κατάσταση αλλάζει, Επώδυνα, με μεγάλες απώλειες για την ποιότητα ζωής, αλλά και με κέρδη για την αυτογνωσία μας».
Ξανά στην Ανατολή;
« Η Δύση δεν θα είναι αιωνίως το κέντρο του κόσμου, ούτε εμείς μια αιώνια προβληματική περίπτωση. Ήδη βλέπουμε ρωγμές στο μοντέλο.
Οι νέες ανερχόμενες δυνάμεις -όπως η Κίνα- έχουν σπουδαίο πολιτισμό. Ενδεχομένως να ενταχθεί ξανά η Ελλάδα στην Ανατολή, μελλοντικά.
Το πλεονέκτημά μας είναι ότι έχουμε τα εργαλεία της κατανόησης. Επειδή είμαστε στο σταυροδρόμι μεταξύ δύο κόσμων έχουμε συσσωρεύσει στοιχεία στον πολιτισμό μας, τα οποία μάς επιτρέπουν να συνδιαλεχθούμε, να συναισθανθούμε και να αντιληφθούμε πολλούς διαφορετικούς συνομιλητές. Είμαστε ένας ιδιαίτερος λαός που ζει στο κέντρο της γεωγραφικής και ιστορικής κλίμακας, με συνεχείς ανακατατάξεις.
Αυτό είναι μεγάλη τύχη, η οποία επιτρέπει να έχουμε εκπληκτικές πολιτιστικές εξάρσεις, αλλά και φάσεις όπου βουλιάζουμε. Δεν πρέπει να τα κρίνουμε όλα με το μοντέλο της Δύσης. Υπάρχει και το δικό μας μοντέλο, ο πλούσιος πολιτισμός, οι βαθιές μας ρίζες, η παράδοση. Εκεί πρέπει να στραφούμε αντί να ετεροκαθοριζόμαστε διαρκώς από την Δύση...».