Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΡΙΑ ΦΥΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΡΙΑ ΦΥΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2025

Τελετουργίες, έθιμα και μνήμες από το ελληνικό λιομάζωμα

 


 Ο Νοέμβρης της Ελιάς: Τελετουργίες, έθιμα και μνήμες από το ελληνικό λιομάζωμα

 

Σε ολόκληρη την Ελλάδα, το φθινόπωρο δεν είναι απλώς μια εποχή· είναι μια σιωπηλή υπόσχεση πως η γη θα ξαναδώσει τους καρπούς της. Ανάμεσα στα πιο σταθερά σημάδια του χρόνου βρίσκεται το λιομάζωμα, μια διαδικασία που ενώνει γενιές, έθιμα και βιώματα. Πολύ πριν τα μηχανήματα και οι σύγχρονες πρακτικές αλλάξουν το τοπίο, η ελαιοσυγκομιδή συνόδευε την καθημερινότητα των αγροτικών οικογενειών ως μια σχεδόν ιερή πράξη. Το κείμενο που ακολουθεί ξετυλίγει αυτές τις παλιές εικόνες, τις συνήθειες και τις μικρές τελετουργίες που σημάδεψαν το ελληνικό λιόφυτο, φωτίζοντας έναν τρόπο ζωής που επιβιώνει – έστω και μεταμορφωμένος.

 


Η εποχή της ελιάς

Στη «ζώνη της ελιάς» φθινόπωρο σήμαινε, σε περασμένους καιρούς, σπορά και λιομάζωμα. Τώρα που η καλλιέργεια των δημητριακών σε μικρούς κλήρους έχει περιοριστεί (ή και εκλείψει), το φθινόπωρο της αγροτικής οικογένειας είναι σχεδόν συνώνυμο με το μάζεμα της ελιάς. Σχεδόν μοναδική χειμερινή ασχολία πλέον, απασχολεί ένα μεγάλο ποσοστό των νοικοκυριών της Ελλάδας, εκεί τουλάχιστον όπου ευδοκιμεί η ελιά.

Σε πολλά μέρη, το λιομάζωμα άρχιζε ύστερα από τον αγιασμό και τέλειωνε με την προσφορά των πρώτων καρπών. Είναι γιορτή το μάζεμα της σοδειάς, γιορτή που αρχίζει στο χωράφι, στ' αμπέλι, στο λιόφυτο, και δεν τελειώνει παρά σαν σιγουρευτεί ο καρπός στ' αμπάρια. Είναι τότε που ο νοικοκύρης θα βάλει το καινούργιο λάδι στα λαδοπίθαρα, θα πάει το πρώτο σταμνί στην εκκλησία (γίνεται να ξεχάσει το μερτικό του Αγίου;), θ' απλώσει στο παξιμάδι το πρώτο λάδι της χρονιάς για να το δοκιμάσει, θα φτιάξει την πίτα με το πρώτο λάδι.

«Καταλαβαίναμε πότε τέλειωνε ο καθένας, πότε είχε 'πομαζώξει. Ερχόταν στην εκκλησία κι έφερνε ένα σταμνί, δυο σταμνιά, ανάλογα με το εισόδημα του. Κι ύστερα έβγαινε ο παπάς και διαλαλούσε από το Ιερό Βήμα πως ο τάδε επομάζωξε, κι όποιος θέλει να ραντολοήσει, να πάει αύριο κιόλας, τα λιόφυτα του είναι ελεύτερα [...]». Διηγήσεις από την ελαιόφυτη Κρήτη, διηγήσεις που περιγράφουν ένα άγνωστο σήμερα εθιμικό πλαίσιο: εκείνο που καθόριζε τη σχέση του καλλιεργητή με το θείον για πολλούς αιώνες. Το «ραντολόι» θυμίζει τη σταχομαζώχτρα του Παπαδιαμάντη ή την Ρουθ των Γραφών. Ήταν η συνήθεια να αφήνονται μέσα στο λιόφυτο οι τελευταίοι καρποί, για να τους μαζέψουν (έναν έναν με το χέρι) όσοι δεν είχαν. Κι αυτό έπρεπε να το αναγγείλει ο παπάς, «γιατί το λένε και τα γράμματα της Εκκλησίας». Έτσι απλά θα υπενθυμίσει η Κρήσσα γιαγιά πως έχει ακούσει την προσταγή, όπως αυτή   διατυπώνεται   στο  Δεντερονόμιον: «αφού τινάξης τας ελαίας σου δεν θέλεις πάλιν ελαιουργήσει τους κλάδους. Θέλει είσθαι διά τον ξένον, διά το ορφανόν, διά την χήραν [...]». Γυναίκες σκυφτές, μαντηλοφορεμένες, με το καλάθι στο χέρι, ανακατεύουν τις ξινίδες, αναζητώντας τους τελευταίοι: πολύτιμους καρπούς της ελιάς. Οι λιγοστές ελιές που 'πόμειναν μπορεί να λέγονται «απόλιδα». Ο Καζαντζάκης. που από παιδί έκλεισε εντός του την εικόνα της φθινοπωρινής και της χειμωνιάτικης Κρήτης, την αφήνει να ξεχυθεί με τον καλοδουλεμένο στίχο και να μας πλημμυρίσει: «Βγαίνου οι γριές σκυφτές, φραγή-φραγή, να μάσουν· σαλιγκάρια, οι νιές ελιομαζώχτρες αρμεχτά τ' απόλιδα διαλέγουν [...]».

«Τόσο θεοσεβούμενος ήταν ο κόσμος, παιδί μου, που μερικοί έπαιρναν το πρώτο λάδι από τη φάμπρικα, μα δεν το πήγαιναν στο σπίτι. Το πήγαιναν στην εκκλησία κι άναβαν τα καντήλια. Α, να, ο παππούς μου το 'χε τάμα να αλέθει μερικές ελιές στσι στερνές του Οχτώβρη και να ανάβει με το λάδι τους το καντήλι των Αγίων Αναργύρων -εορτάζουν, ξέρεις, την πρώτη του Νοέμβρη [...]. Όταν άλεθε κανονικά, πάλι στην εκκλησία πήγαινε το πρώτο λάδι, ένα σταμνίγια το καντήλι της Παναγίας». Πάλι η ίδια φωνή! Και το ίδιο έλαιον. Εκείνο που κάποτε χάριζε στα ιερά των Ελλήνων το φως του «άσβεστου λύχνου» («[...] το της Αθηνάς ιερόν ο τε αρχαίος νεώς ο της Παλλάδος εν ω ο άσβεστος λύχνος»), και στα ιερά των σύγχρονων την «ακοίμητη καντήλα». Πηγή φωτός το έλαιον. Για τον ναό της Παλλάδος, για τον ναό της Του Θεού Σοφίας, για το παλάτι του αυτοκράτορα, αλλά και για το ταπεινό καλύβι του ξωμάχου. Το έλαιον είναι το «θύμα» που γεννά το θαύμα του φωτός. Είναι το θύμα στην προαιώνια Ουσία, είναι το «καιόμενον», το «αναλισκόμενον» για να γεννηθεί το φως!


 

Το πανηγύρι της ελιάς

Στα ελληνικά λιόφυτα αρχίζει κάθε Νοέμβρη το πανηγύρι της ελιάς. Παλιότερα οι γυναίκες με τα καλάθια μάζευαν μία μια της πεσμένες ελιές. Αλλού οι μαζωχτάδες χτυπούσαν τα κλαδιά με ράβδους και μάζευαν τον καρπό από τα στρωμένα ελαιόπανα. Τελευταία, η τεχνολογία αντικατέστησε την αρχαία ξύλινη ράβδο με μεταλλική περιστρεφόμενη. Αλλά και τώρα μπορείς να δεις -όλο και πιο σπάνια, ομολογουμένως- τους πιο ηλικιωμένους καλλιεργητές να αφήνουν αμάζευτο το τελευταίο κλαδί. Έτσι όπως κάνουν στον τρύγο και στον θερισμό. Να μείνει κάτι και στη γη που τα γέννησε! Η Αλκή Κυριακίδου-Νέστορος δίνει την εξήγηση με τα λόγια ενός αγρότη από το Φιλώτι της Νάξου: «Η γης μοιάζει της πέρδικας. Η πέρδικα κάνει δεκαεφτά-δεκαοχτώ αβγά και της τα παίρνεις όλα και της αφήνεις τρία και νομίζει πως τα 'χει όλα και συνεχίζει να κάνει κι άλλα. Έτσι είναι κι η γης. Άφηναν οι παλιοί μιαν άκρα, ένα χερόβολο αθέριστο [...]». Και η γη συνεχίζει να γεννά. Έτσι κι η ελιά. Της αφήνεις ένα κλαδί αράβδιστο και συνεχίζει να γεννοβολά. Αρχαίες συνήθειες, απόηχοι ίσως θυσιαστικών τελετών που άντεξαν στον χρόνο...

Όσο κι αν είναι επίπονη η δουλειά της συγκομιδής, έχει τις χαρές της. Είναι που ο καλλιεργητής φτάνει στο τέλος, είναι ακόμη η πλερωμή για τον κόπο μιας ολόκληρης χρονιάς. Ο ταξιδευτής του χρόνου, ο Νίκος Καζαντζάκης, είδε τους μαζωχτάδες να γυρνούν, μετά το τέλος του λιομαζώματος, μαζί με τον αρχαίο ιεροφάντη, ψάλλοντας κάποιο τελετουργικό σκοπό: «Γυρνούν χαρούμενοι απ' τα λιόφυτα και ψέλνου οι ραβδιστάδες, κι ο ξορκιστής ντυμένος με προβιές το σείστρο κουδουνίζει...». Ο ποιητής δανείστηκε την εικόνα από το μινωικό παρελθόν του τόπου του: στο περίφημο «αγγείο των θεριστών» εικονίζεται η επιστροφή από το θέρος· ένας, ο επικεφαλής της ιερής πομπής, κρατεί το σείστρο, όργανο μουσικό πανάρχαιο. Ο Καζαντζάκης βάζει το σείστρο στο χέρι του ραβδιστή. Η εικόνα των θεριστών υποχωρεί στη σκέψη του. Τι σίτος, τι οίνος, τι έλαιον... Κι ο ραβδιστής της ελιάς, σαν ιεροφάντης μιας μυστικής τελετής, ντυμένος στις προβιές, κρατεί το σείστρο, σαν τελειώσει η μέρα.

 

 

«Σα να 'ναι γάμος και χαρά...»

Κάποτε τελειώνει και το ίδιο το λιομάζωμα. Αλλού Δεκέμβρη, αλλού Γενάρη. Αλλού παίρνει καιρό ακόμη, φτάνει ως τον Μάρτη. Ίσως και να μην έχει άδικο ο Καζαντζάκης που παραλλήλισε τις γιορτές της συγκομιδής του σίτου και του ελαίου. Η ολοκλήρωση μιας μακράς και επίπονης διαδικασίας μπορεί να γίνει τελετή, μπορεί και πανηγύρι!

Υπήρχε παλαιότερα μια ωραία συνήθεια στη Λευκάδα: όλοι, νοικοκύρης, μαζωχτάδες, εργάτες του λιοτριβιού, έπρεπε να γευτούν το πρώτο λάδι: «Πριν πάνε τις ελιές στο λιοτριβιό, πηγαίνει ο παπάς κι αγιάζει και φτιάχνουν λαδόπιτα, για να ευχηθούν, δίνουν δε και στους λιτροβιαραίους και τρώνε [...]». Το ελαιόλαδο συμμετέχει, ως πρώτη ύλη στην παρασκευή της λαδόπιτας, που διανέμεται στο συγγενικό περιβάλλον αλλά και σ' όσους εργάζονται για την παραγωγή του ελαιολάδου.

Στην Κρήτη διασώθηκαν μέχρι τον 20ό αιώνα τα «πομαζωχτίκια», μια ειδική γιορτή που γινόταν μόλις τέλειωνε η συγκομιδή. Ο νοικοκύρης ετοίμαζε γλέντι στο σπίτι του. Συμμετείχαν οι συγγενείς, οι φίλοι και, απαραιτήτως, οι μαζωχτάδες, δηλαδή οι εργάτες που δούλεψαν για να μαζευτεί η σοδειά. Τα φαγητά μαγειρεύονταν με το καινούργιο λάδι, ακόμη κι αν υπήρχε παλιό στο λαδοπίθαρο. Συνήθως ζύμωναν το επίσημο ψωμί (το φτάζυμο), και φρόντιζαν να είναι πλούσιο το τραπέζι, για να είναι πλούσια κι η χρονιά. Το ειδικό για την περίσταση γλύκισμα ονομαζόταν «λαδωτή πίτα», που ζυμωνόταν με πετιμέζι και προσφερόταν στο τέλος του ομαδικού δείπνου. Και πάλι ελιάς ποιητής έρχεται να μας θυμίσει αυτές τις ξεχασμένες εικόνες, ο Κωστής Φραγκούλης:

«[...] Κι όντέ δα πιουν στη βίβα μου,.

για τ' απομοζωχτίκια,

τάβλες θα στρώσω φτάζυμο,

πετσάρη τωσε σφάζω

σα να 'ναι γάμος και χαρά,

γη συντεκνιά σα νά 'χω,

να με καλοχρονίσουνε,

σπολλάτη να μου πούνε.

Καλοκατάλυτη η σοδειά,

του δέκαλου το λάδι,

του διακονιάρη για μιστό,

και ψυχικό για τσ' άγιους [...]»

Αλλού το ψωμί της γιορτής ήταν «λαδόψωμο». Κι αλλού έριχναν το λάδι χωρίς τσιγκουνιά στο πιάτο με τη φάβα. Για να τρέξει περισσότερο την άλλη χρονιά στο σπιτικό. Στην Αγιάσο, στο τέλος της συγκομιδής, γινόταν ολόκληρη γιορτή: «Ένας από τους ραβδιστές μπήγει ανάποδα το λούρο του στη γη και του βάζει φωτιά, πιστεύοντας πως όταν λυγίσει το μακρύ ραβδί θα λυγίσουν και του χρόνου οι ελιές από το βάρος του καρπού. Οι γυναίκες στίβουν τις ελιές, με το μαύρο ζουμί τους αλείφουν το πρόσωπο και χορεύουν γύρο από τη φωτιά, πετώντας τα καλάθια τους με ευχές στο νοικοκύρη, να έχει του χρόνου περισσότερο καρπό, και στις ανύπαντρες, να είναι παντρεμένες [...]».

 

 

Κύκλος αέναος

Ο κύκλος της παραγωγής μπορεί να κλείνει μ' αυτές τις γιορτές. Όμως ο κύκλος των εθίμων που αρχίζουν με τον ερχομό της καινούργιας ζωής και τελειώνουν με την επιστροφή στη μάνα γη, δεν κλείνει ποτέ! Στην Κύπρο, το πρώτο νερό που θα πιει το βρέφος θα του το προσφέρουν σε φύλλο ελιάς: όπως δεν διψά η ελιά, δεν θα διψάσει και το παιδί! Παντού, το λάδι θα μεταφέρει τη σφραγίδα του θείου ελέους στο βάπτισμα. Αλλού, τα κλαδιά της ελιάς θα γίνουν στεφάνι του γάμου! Κι ακόμη, το στερνό αντίο θα το πουν με κλάδους ελιάς: όπως ακριβώς παραδίδεται ό,τι είχε διατάξει ο Λυκούργος, στην Κρήτη και την Πελοπόννησο δίνουν στον νεκρό το κλαδί της ελιάς. Γιατί μέσα από τη θλίψη του θανάτου πρέπει να αναδυθεί η χαρά της ζωής, η ελπίδα. Γιατί η ελιά είναι το δέντρο που ποτέ του δεν πεθαίνει. Ξεραίνεται ο κορμός αλλά μέσα από τα νεκρά, κατάξερα ξύλα φυτρώνει καινούργιος βλαστός και μεγαλώνει, μεγαλώνει, γίνεται δέντρο ολόκληρο. Είναι η καινούργια ζωή ή μήπως η παλιά που αναστήθηκε; Τα κλαδιά της ελιάς έρχονται να δηλώσουν πως τίποτα δεν τελειώνει, πως όλα βρίσκονται στην περίμετρο ενός κύκλου που δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος!

 

ΑΙΩΝΟΒΙΑ ΕΛΙΑ
 

Επίλογος

Σήμερα, μπορεί οι ρυθμοί να έχουν αλλάξει και η τεχνολογία να έχει απλοποιήσει το λιομάζωμα, όμως ο κύκλος της ελιάς παραμένει αναλλοίωτος. Χρόνο με τον χρόνο επαναλαμβάνει την ίδια υπόσχεση: ότι η σχέση του ανθρώπου με τη γη δεν χάνεται, απλώς μεταμορφώνεται. Τα παλιά έθιμα — το «ραντολόι», οι ευλογίες, τα «πομαζωχτίκια», το πρώτο λάδι που άναβε καντήλια — ίσως ακούγονται μακρινά, αλλά λειτουργούν σαν μνήμες που ενώνουν το παρελθόν με το παρόν.

Η ελιά, σύμβολο ζωής και αντοχής, συνεχίζει να ριζώνει βαθιά στην ελληνική ψυχή, θυμίζοντας πως όσο υπάρχουν άνθρωποι που σκύβουν στη γη της, τίποτε από αυτή την παράδοση δεν σβήνει πραγματικά.

Διασκευή από άρθρο του Νίκου Ψιλάκη στις ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ - Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ με τίτλο : «Στους ελληνικούς ελαιώνες. Έθιμα και παραδόσεις της συγκομιδής των ελιών και της εξαγωγής του λαδιού»

 


Ο Νίκος Ψιλάκης (Κασταμονίτσα Ηρακλείου, 6 Αυγούστου 1955 - Ηράκλειο, 2 Νοεμβρίου 2024) ήταν Έλληνας δημοσιογράφος, λαογράφος, συγγραφέας και λογοτέχνης.

Βιογραφικά στοιχεία

Ο Νίκος Ψιλάκης αφιέρωσε τη ζωή του στη δημοσιογραφία, στην καταγραφή και ανάδειξη της λαογραφικής παράδοσης, των μνημείων της Ορθοδοξίας και της κρητικής διατροφής. Εργάστηκε επί σειρά ετών στον τοπικό τύπο του Ηρακλείου και αργότερα στο τοπικό ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Αφοσιώθηκε με ζήλο στην καταγραφή και τεκμηρίωση του λαϊκού πολιτισμού της Κρήτης. Ιδιαίτερο ήταν το ενδιαφέρον του για την κρητική διατροφή για την οποία και συνέγραψε σειρά βιβλίων.

Επιμελήθηκε το σενάριο και τη δημοσιογραφική έρευνα σε περισσότερα από 80 ντοκιμαντέρ στην κρατική τηλεόραση, έλαβε μέρος ως εισηγητής σε περισσότερα από 200 συνέδρια και εκδηλώσεις και πραγματοποίησε πολλές εκθέσεις φωτογραφίας.

Ο Νίκος Ψιλάκης είχε τιμηθεί δυο φορές από την Ακαδημία Αθηνών, για το έργο του ``Μοναστήρια και Ερημητήρια της Κρήτης``, με το βραβείο των δημοσιογραφικών ενώσεων της Ελλάδας και με το βραβείο ``Νίκος Καζαντζάκης`` για την προσφορά του στα γράμματα.

Ήταν μέλος της Εταιρείας Κρητικών Ιστορικών Μελετών, της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας και υπήρξε για σειρά ετών Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ακαδημίας Γεύσης. Επίσης ήταν μέλος της Επιτροπής Διασύνδεσης του Πανεπιστημίου Κρήτης με την κοινωνία, καθώς και της συντακτικής ομάδας του ηλεκτρονικού περιοδικού «Τρίτων» του Πανεπιστημίου Κρήτης.

WIKIPEDIA 

 

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2024

Η ιστορία ενός ζευγαριού ασβών

 


Η ιστορία ενός ζευγαριού ασβών

Του BRIAN VESEY FITZGERALD

Ο συγγραφέας τον βιβλίου «Ιστορίες της εξοχής» («A Country Chronicle») πρώην εκδότης του περιοδικού «The Field» είναι ένας από τους πιο γνωστούς Άγγλους φυσιοδίφες. Η παρακάτω τόσο παράξενη ιστορία γράφτηκε στα 1941 και τώρα τελευταία, που ανατυπώθηκε με μια σειρά δοκιμίων, συγκέντρωσε πολύ μεγάλη προσοχή και ενδιαφέρον.

Κάθε Ιούνιο, στο μεσοκαλόκαιρο, περνάω τη νύχτα μου στην ύπαιθρο. Είναι αλήθεια πώς τους καλοκαιριάτικους μήνες περνάω πολλές νύχτες έξω, μα και όλο τον χρόνο, τουλάχιστο μια φορά κάθε μήνα. Όμως αυτή η νύχτα, εκεί πέρα κατά το μεσοκαλόκαιρο είναι κάτι μοναδικό. Παίρνω πάντα τον ίδιο δρόμο και πηγαίνω στον ίδιο τόπο. Αυτό το κάνω γιατί κάπου πριν από τέσσερα χρόνια έτυχε να δω εκεί κάτι πολύ παράξενο και στην ανοησία μου ελπίζω πώς αυτό πού είδα κείνο το βράδυ μπορεί και να ξαναγίνει. Και χώρια απ' αυτό ομολογώ πώς θα ήθελα πάρα πολύ να ξαναζήσω εκείνη τη στιγμή. Γιατί στο κάτω κάτω δεν έχει κανείς πολλές φορές την τύχη να λύνει ένα από τα πολλά μυστήρια της φύσης.

Τα βιβλία της φυσικής ιστορίας είναι φοβερά λιγόλογα για ένα σωρό ενδιαφέροντα σημεία. Μας λένε πολλά πού θέλουμε να μάθουμε  ωστόσο πολύ συχνά σταματάνε ίσα - ίσα εκεί όπου θα έπρεπε να προχωρήσουν. Δεν μάς λένε, να πούμε, τι γίνονται τα σώματα των άγριων ζώων πού ψοφάνε από φυσικό θάνατο. Η πιο συνηθισμένη εξήγηση είναι πώς τα ζώα, επειδή νιώθουνε πώς πλησιάζει το τέλος τους σέρνονται σε κάποιο απόμερο σημείο για να πεθάνουν. Δίχως άλλο η εξήγηση αυτή είναι αρκετά καλή για τους ελέφαντες και για τα ζώα της Αφρικής άλλα στην Αγγλία τέτοιος απόμερος τόπος με κανένα τρόπο δεν μπορεί να βρεθεί εύκολα.

Πολύ συχνά βρήκα ψόφιους σκαντζόχοιρους που δεν τα καταφέρνουν να βρούνε ένα ξεμακρυσμένο μέρος για να πεθάνουν. Βρήκα και νυφίτσες πού πήγαν να πεθάνουν μέσα σε φωλιές αφημένες από τα κοτσύφια, τις τσίχλες και τις καρακάξες και μέσα στους κουφωμένους κορμούς γέρικων δένδρων. Πέρασα μια ολόκληρη ζωή στην έξοχη, ποτέ μου όμως δεν βρήκα ένα ψόφιο λαγό — (πάντα βέβαια μιλάω για ζώα πού πέθαναν από φυσικά θάνατο),— και μονάχα δύο αλεπούδες. Ποτέ μου δεν βρήκα νεκρό ασβό. Τι γίνονται λοιπόν αυτά τα ζώα πού δεν έχουν τον καιρό να βρουν ένα ξέμακρο μέρος για να πεθάνουν;

 

Η εξήγηση είναι πώς το ζώο αυτό πεθαίνει στην υπόγεια φωλιά του. Χωρίς αμφιβολία αυτό θα είναι αληθινό για τις αλεπούδες ζώα βρώμικα, πού ή αποσύνθεση τους δεν θα ενοχλήσει καθόλου τους άλλους κατοίκους της φωλιάς. Μα πώς να πιστέψει κανείς πώς ο ασβός, το πιο καθαρό απ' όλα τα ζώα, μπορεί να ανεχθεί μέσα στη φωλιά του ένα νεκρά σώμα ;

Η ιστορία πού θα σας διηγηθώ είναι σχετική μ' αυτό το ζήτημα. Είναι από κείνες τις ιστορίες πού συμβαίνουν στους φυσιοδίφες εντελώς τυχαία και πού δεν ξεχνιούνται ποτέ.

Η   καλοκαιριάτικη   εκείνη   βραδιά ήταν όμορφη και ξάστερη και ζεστή. Κατά τις 9 πήγα στην ασβοφωλιά κάθισα εκεί κοντά και άρχισα το παραφύλαγμα. Ήθελα να δω τα σταχτιά σαν ασήμι κουτάβια του ασβού πού τ' αγαπούσα πολύ και ήξερα πώς μόλις έπεφτε καλά το σκοτάδι θα τα έβγαζε έξω η γριά μάνα τους. Ένα ήσυχο και απαλό αεράκι πού ερχόταν από βορειανατολικά μου χάιδευε το πρόσωπο και τα πουλιά τραγουδούσαν το βραδινό τους τραγούδι. Μια μεγάλη καστανή κουκουβάγια πετώντας χαμηλά, πέρασε ξυστά πάνω από το θάμνο όπου ήμουνα κρυμμένος.


 

Ύστερα από είκοσι λεπτά η γερο-μάνα έβγαλε τη μουσούδα της από την τρύπα και μύρισε τον αέρα. Αυτό ήταν πού μου κίνησε την προσοχή γιατί πάντα, όλες τις άλλες φορές πού είχα παραλλάξει, το αρσενικό έβγαζε τη μουσούδα του και μυριζόταν τον αέρα για να διαπιστώσει αν υπήρχε κανένας κίνδυνος. 'Ικανοποιημένη από την εξέταση της βγήκε από τη φωλιά. Για μια στιγμή με κοίταξε κατάματα. Κατάλαβα πώς είχε αναστατωθεί. Η πλάτη της ανατρίχιαζε και έλεγες πώς όλο το τρίχωμα της κυμάτιζε. Το τρίχωμα του άσβού είναι το συναισθηματικό του βαρόμετρο. Σκέφτηκα πώς θα με είχε δει πώς δε θα μπορούσε να με είχε νοιώσει μυρίζοντας γύρω, — αφού το αεράκι φυσούσε από την αντίθετη μεριά— γιατί αμέσως γύρισε και εξαφανίστηκε μέσα στην φωλιά της. Έμεινα κρυμμένος στο θάμνο μου και περίμενα να βγάλει έξω τα κουταβάκια της. Σε λίγη ώρα ξανάβγαλε τη μουσούδα της και ξαναμυριζόταν τον αέρα. Έμεινε έτσι ένα ολόκληρο λεπτό και υστέρα, ικανοποιημένη πώς ο ορίζοντας ήταν καθαρός, βγήκε από τη φωλιά της.

Αυτή τη φορά γύρισε τη μουσούδα της προς το μέρος πού φυσούσε. Τώρα στεκόταν με κατεβασμένο το κεφάλι. Το τρίχωμα της κυμάτιζε πιο βιαστικά. Έβγαλε μια πνιγμένη φωνή κουνώντας πέρα - δώθε την κοντόχονδρη ουρά της. Ήταν πολύ γελοία. Όλα αυτά φαίνονταν πολύ παράξενα και το πιο περίεργο ήταν πώς δεν φαινόταν πουθενά ούτε ο πατέρας ούτε τα παιδιά. Ίσως όμως ο πατέρας να είχε κιόλας ξεκινήσει για το βραδινό του γύρο.

Ύστερα ξαφνικά, σήκωσε ψηλά προς τον ουρανό το κεφάλι της και έβγαλε μια φωνή —ήταν ο πρώτος πραγματικός ήχος πού άκουγα από ασβό- ήταν μια φωνή παράξενη, σαν κλάμα, σαν ουρλιαχτό, πολύ διαπεραστική για ένα τόσο μικρόσωμο ζώο, και μέσα στην ήσυχη νύχτα, τόσο ξαφνική και απόκοσμη, πού χωρίς να το θέλω ανατρίχίασα.


 Δεν είχα όμως καιρό να αναλύσω τα αισθήματα μου. Η γερομάνα έτρεξε γρήγορα λίγο πιο πέρα, δεξιότερα από μένα σε μια έρημη κουνελοφωλιά πού άσπριζε μέσα στο μισόφωτο. Αμέσως κατάλαβα πώς έσκαβε, γιατί άκουγα καθαρά το χώμα καθώς έπεφτε και κάθε τόσο ακουγόταν η παραπονιάρικη φωνή της. Όταν τέλειωσε τη δουλειά της, ύστερα από μια ώρα και περισσότερο, βγήκε από την κουνελοφωλιά και χώθηκε τρεχάτη ατή φωλιά της. Ξαναφάνηκε όμως αμέσως και άρχισε πάλι να μυρίζεται τον αέρα και να προχωρεί ταραγμένη. Σε μια στιγμή έφτασε λίγο κοντύτερα στην κρυψώνα μου χωρίς να μου δώσει καν προσοχή.

Καθόμουν ακίνητος, κυριευμένος από τα μυστήριο. Ο,τι έβλεπα μου ήταν άγνωστο γι' αυτό και ήμουν βέβαιος πώς θα μάθαινα κάτι καινούριο. Η γερομάνα είχε πάει χώρα ξανά στην κουνελοφωλιά και μου φαινόταν σάμπως να βρισκόταν εκεί κάτι πού ήθελε να το βγάλει και δεν μπορούσε. Τόσο ταραγμένη φαινόταν. Με μεγάλη μου ανακούφιση είδα πώς ή κίνηση μου δεν την είχε ενοχλήσει. Το παραφύλαγμα τώρα ήταν ευκολότερο γιατί το σκοτάδι άρχιζε να σκορπίζει. Έτσι πέρασε αρκετή ώρα. Η γερομάνα πηγαινορχότανε συνέχεια από τη φωλιά της στην κουνελοφωλιά και ‘γώ άλλαξα θέση για να την παρακολουθώ. Ξαφνικά όμως, κατά τις δυόμισι παρουσιάστηκε εκεί δά τριγύρω ένας άλλος ασβός

Στην αρχή καθώς τον είδα να περνά μέσα από τους θάμνους νόμισα πώς ήταν   το αρσενικό, ο κύριος   της φωλιάς, πού γύριζε από τη νυκτερινή του περιοδεία. 'Ωστόσο όταν πλησίασε, είδα πώς δεν ήταν ο γερο-ασβός. Αυτόν τον είχα παραμονέψει πολλές φορές και είχα υπολογίσει πώς θα ζύγιζε τουλάχιστον 5 οκάδες. Αυτός ήταν ένα ζώο μικροκαμωμένο. Σκέφτηκα λοιπόν πώς θα είχε ειδοποιηθεί και ήρθε. Η θηλύκια όμως έμεινε ακίνητη· τό τρίχωμα της πλάτης της πηγαινοερχόταν ζωηρά και η μουσούδα της άγγιζε το χώμα. Το αρσενικό προχώρησε λίγα μέτρα, ύστερα σταμάτησε με τη μουσούδα του αγγίζοντας κι* αυτό το χώμα.

 


Και τώρα άρχισε μια παράξενη σκηνή. Το θηλυκό τίναξε πρώτα το κεφάλι του, ύστερα έσκυψε και άγγιξε με τη μουσούδα του το χώμα και έβγαλε ένα μαλακό μουσικό σφύριγμα, λες κι' από τα ρουθούνια της έβγαινε με δύναμη αέρας. Την ίδια στιγμή προχώρησε πηδηχτά. Ένα - δυο βήματα ενώ το τρίχωμα της δεν ησύχαζε ούτε στιγμή. Μόλις σταμάτησε και στεκόταν ήσυχη με τη μουσούδα της ακουμπισμένη στη γη το αρσενικό προχώρησε κι αυτό, στάθηκε ακριβώς αντίκρυ της και άγγιξε τη γη με τη μουσούδα του. Από' κει και ύστερα κάνανε και τα δυο τις ίδιες κινήσεις, διαδοχικά, ώσπου ατά τέλος οι μουσούδες τους ενώθηκαν. Τότε, μαζί πάλι, σταμάτησαν απότομα. Το θέαμα μέσα στο μισόφωτο ήταν πολύ αστείο. Πόσο κράτησε αύτη ή παράσταση δεν μπορώ να πω γιατί είχα τόσο απορροφηθεί που ξέχασα να κοιτάξω το ρολόι μου κάτι πού το σιχαίνομαι γιατί ο φυσιοδίφης πρέπει πάντα να είναι ακριβής και μεθοδικός.

Μόλις τέλειωσε η παράσταση με μεγάλη μου λύπη είδα τα δύο ζώα να γυρίζουν στη φωλιά και να τανύονται. Το θηλυκό πήγαινε μπροστά και το αρσενικό ακολουθούσε. Λείψανε αρκετή ώρα. Εγώ έμενα εκεί, με τα μάτια όλο απορία στην είσοδο της φωλιάς και ατά γύρω δέντρα. Ύστερα από λίγο — δεν ξέρω ακριβώς πόση ώρα πέρασε γιατί για εκείνον πού  περιμένει η ώρα δεν φεύγει εύκολα —κοίταξα το ρολόι μου και είδα πώς ήταν 3 περασμένες. Κάτω στην κοιλάδα και στα δέντρα άρχιζε τώρα να ξυπνάει η ζωή. Τα κοκόρια μιας φάρμας πού βρισκόταν πέρα δεξιά, άρχισαν να λαλούν. Γρήγορα ακούστηκαν δυνατά κακαρίσματα και ύστερα ησυχία. Μια ησυχία γεμάτη από τους αναρίθμητους και ακαθόριστους μικρούς ήχους του δάσους πού γεμίζουν τη σιωπή της νύχτας.

Άρχισα να αναρωτιέμαι πότε θα αποφάσιζε να φύγει ο μικρός ασβός Δόν Ζουάν όταν ξαφνικά ξεπρόβαλε μέσα από τη φωλιά. Και τότε είδα πώς έσερνε κάτι. Ήταν το σώμα ενός ασβού.

 


Μόλις πέρασε την είσοδο φάνηκε πίσω του το θηλυκό. Τότε φτερνίστηκα δυο φορές δυνατά, μα ούτε το ένα, ούτε και το άλλο ζώο φάνηκε να ενοχλήθηκε. Μαζί σέρνανε το σώμα του πεθαμένου γερο - ασβού προς την άδεια κουνελοφωλιά. Το αρσενικό κρατούσε το πτώμα από το ένα πισινό πόδι : δέν μπορούσα να δώ πώς το βοηθούσε το θηλυκό. 'Εκείνο όμως πού καταλάβαινα ήταν ότι βοηθούσε.

Γρήγορα φτάσανε στην κουνελοφωλιά. Δεν μπορούσα να διακρίνω καθαρά τί γινότανε εκεί μ' όλο πού έφεγγε αρκετά καλά. Στιγμές - στιγμές έβλεπα καθαρά και τα δύο ζώα, δεν μπορούσα όμως να καταλάβω τί έκαναν. Ωστόσο δεν ήταν δύσκολο να μαντέψεις. Γρήγορα το σκάλισμα της γης ήρθε να επιβεβαιώσει τις υποθέσεις μου. Θάβανε τον γέρο - ασβό.

Σε λίγο είχαν τελειώσει τη δουλειά τους. Τότε το αρσενικό χάθηκε, φεύγοντας βιαστικά από το δρόμο από όπου είχε έρθει. Το θηλυκό γύρισε στη φωλιά του. Στάθηκε μια στιγμή στην είσοδο και με κοίταξε σαν να μου έλεγε, «"Ε! πώς σου φάνηκε, λοιπόν;», και χάθηκε κάτω από τη γη.

Ήταν τέσσερις και δέκα. Χωρίς να το καταλάβω είχε χαράξει. Τα πουλιά πετούσαν εδώ και εκεί. Δεν έφεγγε βέβαια ακόμα, είχε όμως πολύ περισσότερο φως από πριν, ωστόσο εγώ δεν το είχα προσέξει. Περίμενα ακόμα μισή ώρα μ' όλο πού κρύωνα πολύ και πεινούσα. Καμιά κίνηση από τη φωλιά. Άναψα την πίπα μου και πήγα στην κουνελοφωλιά. Το άνοιγμα της ήταν κλεισμένο με χώμα πού το είχαν στρώσει τα δυο ζώα με το κορμί τους. Γύρισα στο σπίτι μου συγκινημένος και πεινασμένος.

 


 

Είχα παρακολουθήσει το θάψιμο ενός ασβού. 'Ωστόσο πολλά ερωτήματα έμεναν αναπάντητα μέσα ατά μυαλό μου. Π.χ. πώς ήξερε ο μικρός ασβός το θάνατο του γέρου; Ο ασβός είναι ζώο συνηθισμένο κι' εγώ όμως είμαι σίγουρος πώς δεν υπήρχε εκεί άλλη ασβοφωλιά πιο κοντά από 5 μίλια. Ειδοποιήθηκε άραγε από την πρώτη δυνατή φωνή της γερο -μάνας ; Αυτό δεν είναι πιθανό. Γιατί, τουλάχιστο, το ανθρώπινο αυτί δεν μπορεί να συλλάβει τον ήχο από τόσο μεγάλη απόσταση. Τότε πώς ειδοποιήθηκε; Γιατί το θηλυκό τον περίμενε ; Γιατί δεν υπάρχει αμφιβολία πώς τον περίμενε. Πώς ήξερε πώς θα ερχοταν ; Μήπως είχε πάει αυτή ατή φωλιά του και τον ειδοποίησε; Αυτό φαίνεται απίθανο γιατί ακριβώς πριν από δύο νύχτες την είχα δει πού έβγαλε τα παιδιά της περίπατο και είχα δει και τον γέρο ασβό, απ’ όσο μπορεί vα κρίνει το ανθρώπινο μάτι, πως ήταν ακόμη καλά.                                                                

Ίσως την προηγούμενη νύχτα ·να είχε ειδοποιήσει τους φίλους της για τον θάνατο του. Κι αυτό  όμως δεν το πιστεύω γιατί δεν φαντάζομαι να άφησε τα παιδιά της μόνα δύο νύχτες συνέχεια. Πώς λοιπόν το είχε μάθει ο βοηθός της; Με τον ήχο, με τη μυρωδιά ή με το ένστικτο, την ακαθόριστη αυτή ιδιότητα; Και αν ήταν παντρεμένος ο νέος ασβός τί θα σκέφτηκε άραγε η γυναίκα του για όλα αυτά ; Και άν.... αλλά αν πάω έτσι δεν θα τελειώσω ποτέ...

ΠΗΓΗ:

(Από το βιβλίο «A Country Chronicle» εκδ. Chapman and Hall, Λονδίνο)

Περιοδικό «ΕΚΛΟΓΗ»

https://cyclingcreta.gr/arcalus/?lang=el

https://www.in.gr/

Τρίτη 20 Απριλίου 2021

Ο ερπετολόγος ανιψιός του Καβάφη

 


Ο ερπετολόγος ανιψιός του Καβάφη

Η ζωή ενός εκκεντρικού Έλληνα της Βρετανίας, απογόνου των οικογενειών Καβάφη και Ράλλη που έκανε καριέρα στην Αφρική ως... συλλέκτης φιδιών και αγρίων ζώων. Μια συναρπαστική περιπέτεια και ταυτόχρονα μια ιστορία της παλαιάς ελληνικής παροικίας της Αγγλίας. Ο Κωνσταντίνος Ιωάννης Φίλιππος Ιωνίδης (αγγλικά: Constantine John Philip "Bobby" Ionides, 1901-1968) ήταν Βρετανός ερπετολόγος ελληνικής καταγωγής. Ήταν μέλος της οικογένειας Ιωνίδη, εύπορων Ελλήνων της Αγγλίας με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη, και μέσω της μητέρας του ήταν ανιψιός του ποιητή Κωνσταντίνου Καβάφη καθώς και είχε δεσμούς με την οικογένεια Ράλλη.

Ο Κωνσταντίνος Ιωάννης Φίλιππος Ιωνίδης, εγγονός του γιατρού Τζον Καβάφη, αδελφού του Κωνσταντίνου Καβάφη, ήταν ένα είδος ντροπής για την οικογένειά του. Φοίτησε σε ορισμένα από τα καλύτερα αγγλικά σχολεία των αρχών του 20ού αιώνα, τα χρόνια που η βρετανική αυτοκρατορία και οι παραδόσεις της ήταν ακόμη παντοδύναμες. Συνήθως όμως τα εγκατέλειπε διωγμένος και με τα πόδια του γεμάτα σημάδια από τις βουρδουλιές των δασκάλων. Ως μαθητή η απειθαρχία του τον καθιστούσε εύκολο στόχο για κάθε «έγκλημα» που ζητούσε ένοχο: «Πήγα στο Ράγκμπυ όπου με μαστίγωσαν δεκαοκτώ φορές κατά το πρώτο τρίμηνο, δεκατρείς το δεύτερο και κατόπιν τούτου έχασα το λογαριασμό» γράφει. Και όταν σημειώθηκε μια κλοπή στα αποδυτήρια του σχολείου κατηγορήθηκε αμέσως. Τελικά, απεδείχθη ότι δεν είχε κλέψει. Ο διευθυντής τού ανακοίνωσε την απαλλαγή του, συμπληρώνοντας όμως ότι «κανένα στοιχείο της διαγωγής σου δεν σου δίνει το δικαίωμα να νιώθεις αγανάκτηση επειδή σε υποψιαστήκαμε». Και εκείνος θυμάται ότι «το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να του ρίξω μια ματιά που εξέφραζε τη βαθιά μου ελπίδα να τον δαγκώσει κάποια μέρα φίδι και να πεθάνει αργά και βασανιστικά». Η ουσιαστική ρήξη του με τη θεσμισμένη δυτική κοινωνία, ρήξη στην οποία έμεινε πιστός ως το τέλος της ζωής του, είχε ήδη επέλθει, ενώ η μυθιστορηματική σχέση του με τα φίδια είχε μόλις ξεκινήσει…

Για τους περισσότερους Έλληνες το όνομά του δεν σημαίνει απολύτως τίποτε. Για πολλούς Άγγλους, αντίθετα, είναι συνώνυμο μιας από τις πιο συναρπαστικές ιστορίες που μπορεί να διηγηθεί κανείς. Μια ιστορία που στην Αγγλία έχει γραφτεί σε τρεις διαφορετικές βιογραφίες, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, και που το ΒΒC την έχει κάνει ντοκυμαντέρ. Είναι η ιστορία ενός απόλυτα εκκεντρικού, για τα κοινά μέτρα, ανθρώπου που παράτησε την υψηλή θέση την οποία του επεφύλασσε ο «πολιτισμένος» κόσμος και αφιέρωσε τη ζωή του στη συλλογή και στη μελέτη των ερπετών, ζώντας μαζί τους για δεκαετίες σ΄ όλα τα βάθη και τα πλάτη της Αφρικής- όπου η υγρασία έλιωνε τους αγαπημένους δίσκους του με το «Τριστάνος και Ιζόλδη» του Βάγκνερ- ώσπου να αναγνωριστεί ως ένας από τους κορυφαίους ερπετολόγους στον κόσμο.

Την ιστορία του ο Κωνσταντίνος Ιωάννης Φίλιππος Ιωνίδης την έχει καταγράψει και ο ίδιος στην «Ιστορία ενός Κυνηγού» (εκδόσεις Alpha Trust, 2008). Η ισπανική εφημερίδα «Ελ Παΐς» τη θύμισε κάποια στιγμή στο πλαίσιο της καλοκαιρινής σειράς της. «Ο βασιλιάς της μάμπα» ήταν ο τίτλος του ολοσέλιδου αφιερώματος. Όπου «μάμπα», ένα φίδι τρόμος και φόβος της Αφρικής. Ειδικά η «μαύρη μάμπα» (το χρώμα της είναι ανοιχτό γκρι ή λαδί, το εσωτερικό του στόματός της όμως είναι μαύρο) λέγεται εναλλακτικά και «μαύρος θάνατος». Γρήγορη και επιθετική, είναι οπλισμένη με 100 χιλιοστόγραμμα νευροτοξικού δηλητηρίου. Τα 10 από αυτά, δύο σταγόνες δηλαδή, αρκούν για να σκοτώσουν έναν άνθρωπο. Χωρίς αντίδοτο, το ποσοστό της θνησιμότητας ανέρχεται στο 100%. Ο Κ.Ι.Φ. Ιωνίδης είχε φθάσει να πιάσει έως και έξι μάμπα μέσα σε μία ημέρα. Και αντίδοτο ουδέποτε χρησιμοποίησε, υποστήριζε πως του είχε χαρίσει ανοσία ένας μάγος του Κιπιλίπιλι. Από την άλλη πλευρά, έτρεμε τα ύψη. Αβυσσος η ψυχή του ανθρώπου - ειδικά του συγκεκριμένου ανθρώπου.

Ο συντηρητικότατος γιατρός πατέρας του μόνον υπερήφανος δεν ένιωθε για τον γιο του και τον επέπληττε διαρκώς για «τη στάση ανυπακοής του προς την εξουσία». Η μητέρα του μάλλον τον καταλάβαινε κάπως καλύτερα. Αλλά όχι πως για εκείνον όλα αυτά είχαν κάποια σημασία. Για εκείνον καθοριστική σημασία είχε μια σκηνή από τα παιδικά του χρόνια: όταν σε μια βόλτα με την νταντά και την αδελφή του είδε να περνά μπροστά του μια πεταλούδα του είδους «κόκκινος ναύαρχος».«Προσπάθησα να την ακολουθήσω, αλλά μου το απαγόρευσαν, οπότε άρχισα να στριγγλίζω. “Δεν θα κυνηγάς πεταλούδες με τα καλά σου ρούχα” μου είπε η νταντά. “Ξέρεις, δεν μπορείς να τα έχεις όλα”. Το ηθικό δίδαγμα ήταν σαφές. Αυτό καθόρισε τις πιο σημαντικές αποφάσεις της ζωής μου».

 


 

«Δεν νυμφεύτηκα ποτέ, γιατί δεν βρήκα κάποιο κορίτσι στις δικές μου προδιαγραφές. Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ερωτεύτηκα ποτέ. Φυσικά και ερωτεύτηκα, ιδιαίτερα μάλιστα ένα κορίτσι που γνώρισα στην Αγγλία σε μία από τις άδειές μου. Πήγαινα συχνά να τη συναντήσω, όμως το ίδιο συχνά πήγαινα και γλυκοκοίταζα κι ένα ζευγάρι ελεφαντόδοντα που είχα εκείνη την περίοδο δει να βρίσκονται στις αποθήκες του Τζάραρντ, του ταριχευτή, στο Κάντμεν Τάουν. Το ήξερα πως ήταν συμβολικό: η επιλογή ανάμεσα στη μία ή την άλλη ζωή. Ε, λοιπόν, κέρδισαν τα ελεφαντόδοντα και δεν το μετάνιωσα ποτέ. Αντίθετα, μπόρεσα να αφοσιωθώ ολοκληρωτικά σε ό,τι με ενδιέφερε» γράφει ο Ιωνίδης στην αυτοβιογραφία του, την Ιστορία ενός κυνηγού. Και για όποιον δεν κατάλαβε, συνεχίζει: «Θα πνιγόμουν φορώντας γραβάτα, προκειμένου να την ευχαριστήσω, και για το καλό της οικογενειακής μας γαλήνης θα δεχόμουν να πασαλείψω τα μαλλιά μου με μπριγιαντίνη. Οι εξερευνήσεις μου θα αφορούσαν τα ψώνια. Θα με πήγαιναν σε τσάγια. Και μόνον η ιδέα με ανατριχιάζει»… Μάλιστα όταν επίμονα τον ρωτούσαν για τη σεξουαλική του ζωή, απαντούσε με ένα ειρωνικό χαμόγελο. Έλεγε πως η ζωή του δεν ήταν για να τη μοιράζεται - με εξαίρεση τα φίδια φυσικά.

Έχοντας εγκαταλείψει πολύ νέος την Αγγλία, στις αρχές της δεκαετίας του 1920, αποφάσισε να καταταγεί στο στρατό. Οι περιγραφές του για τη ζωή των στρατιωτών στα βάθη της βρετανικής αυτοκρατορίας αποτελούν ψηφίδες μιας συναρπαστικής ηθογραφίας. Είχε πάει εκεί εθελοντικά και κατά κάποιον τρόπο πονηρά, αφού το μυαλό του δεν ήταν στην υπηρεσία του αλλά στη λαθροθηρία, στην οποία και διέπρεψε.

Πιο συγκεκριμένα ονειρευόταν από μικρός να ταξιδέψει στην Αφρική και να ακολουθήσει τα βήματα του βρετανού εξερευνητή Φρέντερικ Σέλους. Ο Στρατός λοιπόν τού φάνηκε ένας καλός τρόπος για να το κάνει. Φοίτησε στη στρατιωτική ακαδημία του Σάντχερστ και σύντομα βρέθηκε στο 24ο Σύνταγμα Πεζικού. Μόνο που η μονάδα του στάλθηκε στην Ινδία. Ο Ιωνίδης διέπρεψε εκεί στη λαθροθηρία, απέτυχε πλήρως όμως να εντυπωσιάσει τους ανωτέρους του οι οποίοι, όπως επισημαίνει η «Ελ Παΐς», «αμφέβαλαν ιδιαίτερα για το κατά πόσο κάποιος με ελληνική καταγωγή μπορούσε να είναι gentleman - πόσω μάλλον όταν αυτός ο κάποιος, όπως ο Ιωνίδης, είχε υιοθετήσει μια αρκούδα». Με τα πολλά, ο νεαρός κατάφερε να μετατεθεί στο Σύνταγμα των Βρετανών Βασιλικών Τυφεκιοφόρων και το 1926 έφθασε στην Αφρική.  Όμως λίγο καιρό μετά εγκατέλειψε τον στρατό για να εργαστεί πλέον στην Υπηρεσία Θήρας της Ταγκανίκας.

 


 

Αφιερώθηκε τόσο πολύ σ΄ αυτή την εργασία και στην προσπάθεια για την προστασία της ζούγκλας και των ειδών της, ώστε το όνομά του έγινε θρύλος που παραμένει ακόμη ζωντανός, όχι μόνο στα στόματα των ανθρώπων εκείνου του τόπου, αλλά και στην παγκόσμια ερευνητική κοινότητα των μελετητών της άγριας φύσης.

Παρ΄όλα αυτά όμως θα πρέπει να πούμε ότι και στην Ταγκανίκα συνέχισε τη λαθροθηρία και την εμπορία ελεφαντόδοντου· στη διάρκεια δε αυτού του σταδίου της ζωής του ένας ελέφαντας τον άφησε κωφό από το ένα αυτί. Κάποια στιγμή όμως, αποφάσισε να αφήσει κατά μέρος τους ελέφαντες και να αφιερωθεί στα φίδια, για να γίνει σιγά σιγά ένας από τους κορυφαίους ερπετολόγους στον κόσμο. Με τον καιρό, το όνομά του δόθηκε τιμητικά σε διάφορα είδη ερπετών, ανάμεσά τους ένας χαμαιλέοντας, μια βασιλική σαύρα και διάφορες μικρότερες σαύρες χωρίς πόδια. Κατάφερε να πιάσει χιλιάδες φίδια, κάποιες φορές με γυμνά χέρια, άλλες με το σομπρέρο του. Ανέπτυξε πρωτοπόρες και ιδιαίτερα αποτελεσματικές μεθόδους για να τα πιάνει. Απέκτησε φήμη μάγου σε όλη την Ανατολική Αφρική, οι ντόπιοι τον φοβούνταν. Είχε μερικές οχιές σαν «κατοικίδια», ελεύθερες στο σπίτι του· έλεγε πως έτσι δεν χρειαζόταν να ανησυχεί για τους κλέφτες. Μια φορά, μια μαύρη μάμπα πέρασε κάτω από τα γυμνά του πόδια την ώρα που ήταν καθισμένος στην (πρωτόγονη) τουαλέτα, μέσα σε μια καλύβα χωρίς καν φως. Παρέμεινε απολύτως ακίνητος και στο τέλος κατάφερε να την πιάσει. Τις μάμπα, όπως και πολλά άλλα επικίνδυνα είδη, τις έκλεινε σε κλουβιά και τις έστελνε σε ζωολογικούς κήπους και επιστημονικά ιδρύματα για να τις μελετήσουν, να τους αφαιρέσουν το δηλητήριο και να φτιάξουν αντίδοτα.

Ο Ιωνίδης, που είχε γεννηθεί το 1901, πέθανε το 1968 έπειτα από ακρωτηριασμό και των δύο ποδιών του σε νοσοκομείο του Ναϊρόμπι, αποτέλεσμα μιας θρόμβωσης που τον βασάνιζε επί 12 χρόνια. Διηγούνται μάλιστα πως μια μέρα, το διάστημα που νοσηλευόταν είχε βάλει να του φέρουν στο νοσοκομείο ένα κλουβί με τέσσερις οχιές που το έκρυψε κάτω από το κρεβάτι του.

Οταν πέθανε, ήταν πια ήδη ξακουστός σε όλη την Ανατολική Αφρική ως Μπουάνα Νιόκα, ο «άνδρας φίδι», γητευτής των πιο επικίνδυνων φιδιών. Πιστός στη φήμη του μισάνθρωπου, του ακοινώνητου, του εκκεντρικού, ζήτησε να ρίξουν τη σορό του στις ύαινες. Eίναι θαμμένος μέσα στο Selous Game Preserve στη Madaba, κοντά στο βουνό Nandanga, Morogoro, στην Τανζανία

 


 

ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΡΙΖΕΣ

«Είμαι ελληνικής καταγωγής, παρ΄ όλο που η οικογένειά μου ζει εδώ και πολλά χρόνια στη Βρετανία». Οι πρόγονοί του ήταν από τους πρώτους έλληνες μετανάστες. Είχαν φύγει στην Αγγλία το 1817. «Οι Έλληνες στην Αγγλία, τη Γαλλία και την Αμερική συνηθίζουν να παντρεύονται μεταξύ τους ώστε το ελληνικό τους αίμα σ΄ αυτές τις χώρες έχει διατηρηθεί εντυπωσιακά καθαρό». Το 1901, τη χρονιά που γεννήθηκε ο Κωνσταντίνος Ιωνίδης στο Χόουβ, «υπήρχαν ήδη αρκετοί Ιωνίδες στην πόλη», οι οποίοι διέθεταν καλή κοινωνική θέση και βρίσκονταν σε αντίστοιχη οικονομική κατάσταση. Ο παππούς του ήταν ευκατάστατος έμπορος στο Σίτι, ο πατέρας του φημισμένος χειρουργός, και οι δυο τους πατριαρχικοί με την πιο πλήρη έννοια του όρου. Η μητέρα του, ανιψιά του Καβάφη αλλά και από την οικογένεια Ράλλη της Χίου, με μεγάλη οικονομική δραστηριότητα στο Σίτι: «Πράγματι υπέροχη γυναίκα, παλιομοδίτισσα και συντηρητική, απεχθανόταν τις μικροσυσκευές, κατ΄ αρχάς ήταν αρνητική προς το τηλέφωνο, ενώ τα στυλό και τα ρολόγια χειρός ακολουθούσαν».

Πηγές :

https://www.tovima.gr/2010/03/07/books-ideas/o-kynigos-anipsios-toy-kabafi/

https://www.tanea.gr/2013/07/18/world/o-ellinas-basilias-twn-fidiwn/

https://www.findagrave.com/memorial/136181478/constantine-john_philip-ionides

https://el.wikipedia.org/wiki/Κωνσταντίνος_Ιωάννης_Φίλιππος_Ιωνίδης